Επί τοις αφορώσι τον Ανδρέα Νικολεττή, Αρ.Αιτ. 2/2017, 16/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αιτ. 2/2017 Επί τοις αφορώσι τον Ανδρέα Νικολεττή από τη Λάρνακα Αίτηση ημερ. 15/11/2017 για Καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Ημερ.: 16 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή/Πιστωτή: κ. Στ. Βασιλακάς για Ε. Φλουρέντζου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση/Χρεώστη: κ. Α. Γιάγκου για Ανδριάνα Κλαϊδη TTC Temple Court Chambers ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση ο Αιτητής/Πιστωτής επιδιώκει την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην Ενσταση που καταχωρήθηκε στην Αίτηση Παραμερισμού της Ειδοποίησης Πτώχευσης ημερ. 20/3/
- Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Κεφ.6, στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.38, 3.39, θ.θ.1-7 και Δ.48, θ.θ.1-4, 7-10 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Αιτητή/Πιστωτή στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: · Στις 24/7/2017 καταχωρήθηκε από τον Αιτητή/Πιστωτή Ένσταση στην Αίτηση Παραμερισμού της Ειδοποίησης Πτώχευσης, ημερ. 20/3/
- Σε μεταγενέστερο στάδιο, ήτοι στις 25/9/2017, εκδόθηκε η Βεβαίωση σύμφωνα με τον Κανονισμό 53 του ΕΚ 1215/2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων. · Η πιο πάνω Βεβαίωση εκδίδεται μετά την τελεσιδικία της Απόφασης, η οποία επιδόθηκε στους Εναγόμενους στις 15/6/2017 και αφού εξέπνευσε η προθεσμία της έφεσης της απόφασης και εν πάση περιπτώσει, σε μεταγενέστερο στάδιο από την καταχώρηση της Ενστασης στις 23/5/
- Επομένως, η Βεβαίωση αυτή δεν μπορούσε να εκδοθεί ενωρίτερα και δεν ήταν στην κατοχή του Αιτητή κατά την καταχώρηση της Ενστασης του και γι΄ αυτό επιζητεί μέσω της προτεινόμενης Ενορκης Δήλωσης να την καταθέσει. · Ως εκ τούτου, υπάρχει καλός λόγος το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα για να τεθεί ενώπιον του η πλήρης εικόνα σε σχέση με ζητήματα που αφορούν την πιο πάνω Αίτηση και Ενσταση και να μπορεί να αποφασίσει για το καλύτερο δυνατό συμφέρον της δικαιοσύνης. · Συμφώνως νομικής συμβουλής της οποίας ο Αιτητής τυγχάνει, το ότι τα νέα γεγονότα προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Ενστασης του αλλά και το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελούν «καλό λόγο» για να επιτραπεί η καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής Ενορκης Δήλωσης, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην Ενορκη Δήλωση της υπό κρίση Αίτησης. Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας μεταξύ άλλων τη Δ.38, θ.4 και Δ.39, θ.θ.1-7, στο Ν.121(Ι)/2000, στον ΕΚ 1215/2012, στον ΕΚ 44/2001, στο Ν.11/1976και στο Ν.84/
- Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Δεν ικανοποιούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. · Η Αίτηση δεν εμπίπτει στο πλαίσιο των περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. · Η υπό κρίση Αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας καθότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου, δεν αιτιολογείται. · Η Αίτηση είναι παράτυπη και πάσχει νομικά καθότι επιτρέπεται η εισαγωγή ανεπίτρεπτης εξ ακοής μαρτυρίας. · Η Αίτηση είναι ανυπόστατη και αδικαιολόγητη αφού δεν υπάρχει αναγνώριση της απόφασης που εκδόθηκε στο Δικαστήριο της Ρουμανίας στα Κυπριακά Δικαστήρια βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για τη διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. · Η επίδικη Αίτηση δεν θα διευκολύνει τη διαδικασία των διαδίκων. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση στην οποία, μεταξύ άλλων, αφού αναφέρεται στις πρόνοιες που διέπουν το υπό εξέταση αίτημα, προβάλλει τη θέση κατόπιν συμβουλής που τυγχάνει από τους δικηγόρους του, ότι δεν δικαιολογείται. Επίσης ισχυρίζεται ότι με δεδομένο ότι επιδιώκεται μέσω συμπληρωματικής Ενορκης Δήλωσης η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας, ήτοι της απόφασης του Δικαστηρίου της Ρουμανίας, κατόπιν νομικής συμβουλής που τυγχάνει δεν είναι το παρόν το κατάλληλο στάδιο να εξετάσει την αποδεχτότητα τέτοιας μαρτυρίας. Μέρος της Ένορκης Δήλωσης του Καθ΄ ου η Αίτηση αναλώνεται στην επεξήγηση των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.48, θ.4
(2)μετά από αναμόρφωση της με την Κ.Δ.Π. 5/99, ημερ. 23/12/99 διαμορφώθηκε ως εξής: «
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Με βάση αυτό το Θεσμό, σε περίπτωση αμφισβητουμένων γεγονότων, αποκλείεται πλέον, σε αντίθεση με το τι ίσχυε με τον παλαιό Θεσμό, η προσαγωγή πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας, εκτός, βέβαια, από τη δυνατότητα αντεξέτασης, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, των ενόρκως δηλούντων. Τα συμπεράσματα τα οποία εύκολα εξάγονται από την ανάγνωση του κειμένου της πιο πάνω δικονομικής πρόνοιας είναι κατ΄ αρχήν τα ακόλουθα[1]: i. Πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση δια κλήσεως, ή την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. ii. Οι λέξεις «μπορεί να επιτρέψει» αφ΄ εαυτών υποδηλώνουν το ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να επιτρέψει ή όχι την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης[2]. iii. Για να επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που την ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα έπρεπε να του επιτραπεί. iv. Η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται από τον Θεσμό, και οποιαδήποτε καταχωρηθείσα χωρίς άδεια τέτοια ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να παραγνωρίζεται. Στην πράξη, οι πρόνοιες του πιο πάνω Θεσμού εφαρμόζονται όταν, μετά την καταχώρηση της Ένστασης ο αιτητής αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα επί μέρους θέματα που εγείρονται μέσω της Ένστασης, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική-συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της αίτησης, είτε της ένστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Και, βεβαίως, σκοπός της Δ.48, θ.4 είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθεί η εκατέρωθεν θέση των διαδίκων. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48, θ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ο «καλός λόγος» είναι συνυφασμένος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη και/ή συμπληρωματική μαρτυρία για την εκδίκαση μιας Αίτησης με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιόν του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραπέμψω στη υπόθεση A. Messios & Sons Ltd. και άλλος ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, η οποία αφορούσε αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησής της. Στο πλαίσιο της εξέτασης της αίτησης εκείνης τονίστηκαν τα εξής σχετικά και διαφωτιστικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για το ζήτημα παραχώρησης άδειας καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και σε κάθε άλλη περίπτωση. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα (στη σελίδα 199) που έχει ως εξής: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Επισημαίνεται περαιτέρω ότι δεν δίδεται άδεια για συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση σε περιπτώσεις που το Δικαστήριο έχει ήδη δώσει θεραπεία με μονομερή αίτηση και ο Αιτητής επιχειρεί να επανορθώσει παράλειψη πληροφόρησης κατά τρόπο πρωθύστερο με σκοπό να μεταβάλει ή να αλλοιώσει την εικόνα που δόθηκε αρχικά στο Δικαστήριο[3]. Η εισαγωγή οποιασδήποτε μαρτυρίας η οποία πιθανόν να αλλοιώσει ή να τροποποιήσει τα γεγονότα πάνω στα οποία είχε βασιστεί η αρχική αίτηση δεν είναι επιτρεπτή γιατί το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει την ορθότητα των εκδοθέντων μονομερών διαταγμάτων με βάση τα στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη του κατά το στάδιο της έκδοσης του, αντιπαραβάλλοντας τα με τα στοιχεία που θα τεθούν από το ενιστάμενο μέρος. Δεν παρέχεται, επίσης, άδεια όταν επιχειρείται να επαναληφθούν οι αρχικοί ισχυρισμοί. Αντίθετα, μπορεί να δοθεί άδεια για να παρασχεθούν διευκρινίσεις ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Είναι ζήτημα των εκάστοτε περιστάσεων σε συνάρτηση με τη φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Θέσεις και Εισηγήσεις των Μερών Αποτέλεσε θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων του Εναγόμενου/Αιτητή ότι το γεγονός της ύπαρξης απόφασης από το Δικαστήριο Dambovita σύμφωνα με την οποία η επίδικη ακίνητη περιουσία υφίσταται και είναι ιδιοκτησίας της εταιρείας SC DIZO PROPERTIES SRL αποτελεί καλό λόγο για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Και τούτου με δεδομένο ότι o εξ αποφάσεως οφειλέτης (Ανδρέας Νικολεττής) καταχώρησε αίτηση ακύρωσης και/ή παραμερισμού της Ειδοποίησης Πτώχευσης ημερ. 7/3/17 λόγω ύπαρξης ανταπαίτησης και/ή ανταξίωσης με την αγωγή υπ. αρ. 22/2017 όπου επιδιώκεται η ακύρωση της απόφασης στην αγωγή υπ. αρ. 1639/15 (στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το εξ αποφάσεως χρέος). Επισημάνθηκε, επίσης, πως μέσω της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης το Δικαστήριο θα αποκτήσει γνώση όλων των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση για τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και όχι, όπως υπογραμμίστηκε, όσα ψευδώς και παραπλανητικώς ισχυρίζεται ο εξ αποφάσεως οφειλέτης. Hταν εισήγηση της κας Α. Κλαϊδου ότι, με δεδομένο ότι επιχειρείται η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας που αφορά και αναφέρεται στο περιεχόμενο της απόφασης του Δικαστηρίου της Ρουμανίας, θα πρέπει να υπάρχει συμμόρφωση με το Άρθρο 53 του ΕΚ 1215/2012. Εν προκειμένω υποστήριξε, ο Αιτητής Πιστωτής δεν έχει συμμορφωθεί με τον εν λόγω Κανονισμό αφού η απόφαση του Δικαστηρίου της Ρουμανίας δεν συνοδεύεται από την απαιτούμενη βεβαίωση που εκδόθηκε σύμφωνα με το Άρθρο 53 του ΕΚ 1215/2012 και ή αλλιώς δεν υπάρχει δεόντως συμπληρωμένο Παράρτημα Ι. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης Με δεδομένο ότι επιδιώκεται η επίκληση απόφασης κράτους - μέλους όπως ορίζεται στο Άρθρο 2 του Κανονισμού 1215/2012[4] κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αναφορά στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού. Λέω εξαρχής πως η θέσπιση του εμπίπτει στο χώρο της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θέτει ως στόχο τη διατήρηση και την ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης διευκολύνοντας, μεταξύ άλλων, την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που κρίθηκε αναγκαία η θέσπιση διατάξεων αναφορικά με την ενοποίηση των κανόνων σχετικά με τη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων και την ταχεία και απλή αναγνώριση αλλά και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται στα κράτη μέλη. Για τους σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης και με δεδομένο ότι επιχειρείται μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η επίκληση Απόφασης Ρουμάνικου Δικαστηρίου και η καταχώρηση του κειμένου της ως Τεκμήριο 1 αρκεί να αναφερθούμε στις πρόνοιες των Άρθρων 36
(1)και 37
(1)του Κανονισμού οι οποίες διαλαμβάνουν τα εξής: Άρθρο 36
(1): 1. Απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα υπόλοιπα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικασία. Άρθρο 37
(1):
- Ένας διάδικος που επιθυμεί να επικαλεστεί σε κράτος μέλος απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος προσκομίζει: α) αντίγραφο της απόφασης το οποίο να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας και β) τη βεβαίωση που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο
- Με βάση το Άρθρο 53 διαλαμβάνεται ότι «κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε ενδιαφερομένου, το δικαστήριο προέλευσης εκδίδει τη βεβαίωση χρησιμοποιώντας το έντυπο του παραρτήματος I.». Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι το Δικαστήριο προέλευσης είναι το Δικαστήριο κράτους μέλους στο οποίο εκδόθηκε η Απόφαση. Όσον αφορά δε το Παράρτημα Ι σε αυτό θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται διάφορες πληροφορίες και στοιχεία αναφορικά με την εκδοθείσα στο Δικαστήριο του κράτους μέλους Απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφές ότι η πλευρά του Εναγόμενου μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκει να συμπληρώσει τη μαρτυρία στην οποία βασίζεται η Ένσταση που καταχώρησε στην Αίτηση του Χρεώστη για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Θεωρεί ότι το περιεχόμενο της Απόφασης του Δικαστηρίου της Dambovita στη Ρουμανία είναι τέτοιο που οδηγεί στην κατάρριψη των ισχυρισμών των Εναγόντων περί ανύπαρκτης γης και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή λόγω του ότι η γη ανήκει σε άλλους. Με την υπό κρίση Αίτηση είναι σαφές πως επιχειρείται η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας που αφορά και αναφέρεται στο περιεχόμενο της πιο πάνω Απόφασης του Δικαστηρίου της Ρουμανίας. Με δεδομένη και την ύπαρξη ένστασης στην εισαγωγή αυτής της μαρτυρίας στη βάση του ότι αυτή δεν είναι επιτρεπτή εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο το παρών στάδιο είναι το κατάλληλο στάδιο για να εξετάσει το Δικαστήριο την αποδεκτότητα αυτής της μαρτυρίας. Με βάση τις πρόνοιες της Δ.34, θ.4[5] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνεται ότι ενστάσεις στην αποδοχή μαρτυρίας πρέπει να υποβάλλονται κατά την παρουσίαση της και να αποφασίζονται αμέσως. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Βίκτωρος v. Χριστοδούλου
(1992)1 A.A.Δ. 512: «Η Δ.38 Θ.4 θεσμοθετεί κανόνα μείζονος σημασίας για τη διεξαγωγή της δίκης· ρυθμίζει τη διαδικασία αποδοχής αμφισβητούμενης μαρτυρίας και ορίζει ότι το θέμα πρέπει να αποφασίζεται κατά το χρόνο που υποβάλλεται η ένσταση. Και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση το παραδεκτό προσαγόμενης μαρτυρίας αποφασίζεται, κατά κανόνα, κατά το χρόνο της προσαγωγής της. Και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση, το παραδεκτό προηγούμενης μαρτυρίας αποφασίζεται, κατά κανόνα, κατά το χρόνο προσαγωγής της.». Η ίδια θεώρηση επιδοκιμάσθηκε και στη Χλόη Κυριάκου v. Άννας Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ. 826, 831-832, όπου λέχθηκε ότι «η δικονομική πρακτική, όπως ενσωματώθηκε στην Δ.38, θθ. 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, είναι ότι τέτοιες ενστάσεις εγείρονται και αποφασίζονται όταν επιχειρείται η κατάθεση εγγράφου»[6]. Στην βάση όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί η κατάθεση της Απόφασης του Δικαστηρίου μέσω του Τεκμηρίου 1 στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 η σχετική, με βάση τον Κανονισμό 53, βεβαίωση πληροί τα προαπαιτούμενα που τίθενται από τον ΕΚ 1215/2012 έτσι ώστε να μην τίθεται ζήτημα μη επιτρεπτής μαρτυρίας. Όσον δε αφορά το κατά πόσο αποκαλύπτεται καλός λόγος για την εισαγωγή της πιο πάνω μαρτυρίας στην βάση των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω το περιεχόμενο της πιο πάνω Απόφασης φαίνεται να είναι σχετικό με τα θέματα που εγείρονται στην Αίτηση για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί στην προκειμένη περίπτωση υπέρ του Εναγόμενου ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω η Αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος (Α). Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται σε βάρος του Καθ΄ού η Αίτηση και προς όφελος του Αιτητή/Πιστωτή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. . (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε την αγωγή υπ. αρ. 2232/06 Ε.Δ. Λάρνακας Κώστα Μιντή υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του ανικάνου προσώπου Αντωνάκη Μιντή v. Reprevus Trading Ltd κ.ά. (η οποία δόθηκε από τον Κ. Κληρίδη Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε) στις 19/7/2000. [2] Δέστε Αίτηση Φυλόκυπρος Ματθαίου κ.α. υπ΄ αρ. 297/2008 ημερ. 21/4/2008. [3] Δέστε Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. του πλοίου LIPA
(2000)1 Α.Α.Δ.
- [4] Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού: α) ως «απόφαση» νοείται κάθε απόφαση που εκδίδεται από δικαστήριο του κράτους μέλους, όποια και αν είναι η ονομασία της, π.χ. διάταξη, εντολή, απόφαση ή διαταγή εκτελέσεως, καθώς και κάθε απόφαση για τον προσδιορισμό των δικαστικών εξόδων από το γραμματέα του δικαστηρίου. [5] "
- Objections to the reception of evidence shall be made at the time the evidence is offered, and shall be argued and decided at the time". [6] Δέστε επίσης Νεοφύτου κ.ά. v. Γερακιώτη
(2010)1 Α.Α.Δ. 25 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο