← Κύπρος

Επίσημος Παραλήπτης της Δημοκρατίας, ως διαχειριστές της περιουσίας του πτωχεύσαντος Σωτήρη Κωνσταντίνου Λαδά ν. Eπαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρ

Επίσημος Παραλήπτης της Δημοκρατίας, ως διαχειριστές της περιουσίας του πτωχεύσαντος Σωτήρη Κωνσταντίνου Λαδά ν. Eπαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας κ.α., Αρ. Αγωγής: 3719/11, 15/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3719/11 Μεταξύ: Επίσημος Παραλήπτης της Δημοκρατίας, ως διαχειριστές της περιουσίας του πτωχεύσαντος Σωτήρη Κωνσταντίνου Λαδά Ενάγοντας -και-

  1. Eπαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας
  2. Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  3. Marfin Popular Bank Public Co Ltd Εναγομένων 15 Ιανουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Α. Δημητρίου για Α. Μαθηκολώνης & Σία (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Λάμπρου) Για εναγόμενο 2: κα Λ. Γρηγορίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Χ»Ζαχαρία) Για εναγόμενη 3: κ. Γ. Χ»Γιώργη για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Παρπούνα) ΑΠΟΦΑΣΗ
  4. Ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγόμενους 2 και 3 διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η υποθήκη με αρ. Υ2575/98 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας που παραχωρήθηκε από αυτόν προς όφελος της εναγόμενης
  5. Η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 1 απορρίφθηκε την 11.8.
  6. Στην Έκθεση Απαίτησης μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι την 11.10.95 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του ενάγοντα, το οποίο, ως προβάλλει, δεν του επιδόθηκε και έτσι δεν έλαβε γνώση της έκδοσης του. Ο Σ. Κωνσταντίνου, ενώ είχε ήδη εκδοθεί το πιο πάνω διάταγμα, παραχώρησε την 4.9.98 προς όφελος της εναγόμενης 3 την πιο πάνω υποθήκη για εξασφάλιση χρέους της εταιρείας Magic Mix Construction Ltd. Ακολούθως η εναγόμενη 3 καταχώρισε εναντίον του ενάγοντα την αγωγή με αρ. 4427/2000 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στα πλαίσια της οποίας την 5.10.2000 εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Προβάλλει ότι η υποθήκη είναι παράνομη και κατ΄ επέκταση άκυρη καθότι παραχωρήθηκε και εγγράφηκε ενώ είχε ήδη εκδοθεί το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. 3.1 Ο εναγόμενος 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης του προβάλλει μεταξύ άλλων, ότι πράγματι ο Σ. Κωνσταντίνου την 11.8.1998 παραχώρησε προς όφελος της εναγόμενης 3 την πιο πάνω υποθήκη. Επισημαίνει δε ότι η σύμβαση υποθήκης έγινε αποδεκτή μετά από έρευνα που διενεργήθηκε η οποία δεν κατέδειξε οποιεσδήποτε απαγορεύσεις. Ο δικηγόρος του πιο πάνω προσώπου την 26.1.2005 ενημέρωσε το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας για την έκδοση του διατάγματος παραλαβής και ότι ο διαχειριστής της περιουσίας του είναι ο Επίσημος Παραλήπτης. Ισχυρίζεται ότι το διάταγμα παραλαβής επιδόθηκε στον Σ. Κωνσταντίνου στις 25.11.
  7. 3.2 Η εναγόμενη 3 στην Έκθεση Υπεράσπισης της, μεταξύ άλλων προβάλλει, ότι στην περίπτωση που ο Σ. Κωνσταντίνου γνώριζε για την πτωχευτική διαδικασία που εκκρεμούσε, αυτός το απέκρυψε κατά τη σύναψη του δανείου και κατά την παραχώρηση της σύμβασης υποθήκης. Πράγματι την 12.7.2002 στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκε, στην απουσία του, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποία διατάχθηκε η εκποίηση της υποθήκης. Ακολούθως την 5.1.2005 καταχώρισε αίτηση για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, η οποία κοινοποιήθηκε σ΄ αυτόν. Ο πλειστηριασμός ορίστηκε την 17.7.
  8. Στις 13.7.2011 ο Σ. Κωνσταντίνου καταχώρισε την γενική αίτηση με αρ. 9/11 με την οποία ζητούσε την ακύρωση της εκποίησης του ακινήτου προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι ήταν πτωχεύσας όταν καταχωρήθηκε η αγωγή και ότι αυτή καταχωρήθηκε χωρίς την άδεια του Επίσημου Παραλήπτη. Η πιο πάνω αίτηση αποσύρθηκε και οι συνήγοροι του ενάγοντα συμφώνησαν στη διεξαγωγή του πλειστηριασμού την 18.12.
  9. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε δύο μέρες πριν τον πλειστηριασμό και με μονομερή αίτηση ζητήθηκε η έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας εκποίησης. Τονίζεται όμως ότι το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ακυρώθηκε την 11.5.
  10. Περαιτέρω η εναγόμενη 3 αξιώνει ανταπαιτητικώς δήλωση του Δικαστηρίου ότι ορθά και νόμιμα παραχωρήθηκε και εγγράφηκε η υποθήκη που παραχώρησε το πιο πάνω πρόσωπο.
  11. Για στοιχειοθέτηση της Απαίτησης του έδωσε μαρτυρία ο Σ. Κωνσταντίνου ως επίσης κλήθηκε ο Πρωτοκολλητής κ. Π. Τέρλας. Η δε εναγόμενη 2 κάλεσε ως μάρτυρα την υπάλληλο του Κτηματολογίου κα Σ. Κάρουλλα και η εναγόμενη 3 κάλεσε ως μάρτυρα τον υπάλληλο της κ. Α. Βανέζη.
  12. Ο κ. Σωτήρης Κωνσταντίνου Λαδά, ανέφερε μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Στις 18.10.1994 καταχωρήθηκε, εναντίον του, αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του και στις 11.10.1995 εκδόθηκε. Ισχυρίστηκε ότι το πιο πάνω διάταγμα δεν του επιδόθηκε και έτσι δεν έλαβε γνώση για την έκδοση του. Στις 10.9.2002 κηρύχθηκε σε πτώχευση. (β) Στις 4.9.1998 για εξασφάλιση χρέους της εταιρείας Magic Mix Construction Ltd παραχώρησε προς όφελος της εναγόμενης 3 (από τώρα θα καλείται η Τράπεζα) την υποθήκη με αρ. Υ2575/98 (βλ.Τεκ.1). Προέβαλε ότι η εν λόγω υποθήκη είναι παράνομη και άκυρη καθότι παραχωρήθηκε και εγγράφηκε ενώ είχε ήδη εκδοθεί εναντίον του διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. (γ) Η Τράπεζα καταχώρισε την αγωγή με αρ. 4427/2000 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και στα πλαίσια αυτής την 5.10.2000 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του μεταξύ άλλων προσώπων, για το ποσό των ΛΚ143.373,91 πλέον τόκους και έξοδα ως επίσης διατάχθηκε και η εκποίηση και της πιο πάνω υποθήκης. Η απόφαση όμως εκδόθηκε την 12.7.2002 και όχι 5.10.2000 όπως ισχυρίστηκε (βλ.Τεκ.2). Ανέφερε ότι η πιο πάνω αγωγή καταχωρήθηκε αφού είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και χωρίς να εξασφαλιστεί προηγουμένως οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου. (δ) Μετά την έκδοση της απόφασης η Τράπεζα την 17.9.2001 προχώρησε με αίτηση για εκποίηση της υποθήκης. Η εν λόγω αίτηση κοινοποιήθηκε σ΄ αυτόν στις 16.5.
  13. Δεν κοινοποιήθηκε στον Επίσημο Παραλήπτη. Ο διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας με απόφαση του ημερ. 17.6.2011 καθόρισε ως ημερομηνία πώλησης την 17.7.2011 και τότε για πρώτη φορά κοινοποιείται η ειδοποίηση στον Επίσημο Παραλήπτη. Στη συνέχεια καταχώρισε την αίτηση έφεσης με αρ. 9/11 με τη οποία ζητούσε την ακύρωση του πλειστηριασμού. Ισχυρίστηκε ότι τότε δεν εγέρθηκε το ζήτημα της ακυρότητας της υποθήκης διότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Επίσημος Παραλήπτης δεν είχαν επισημάνει ότι η υποθήκη παραχωρήθηκε μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός με τη συγκατάθεση και της Τράπεζας όρισε ως νέα ημερομηνία πλειστηριασμού την 18.12.2011 και έτσι η σχετική αίτηση του αποσύρθηκε με επιφύλαξη (βλ.Τεκ.5). Μετά την αναβολή του πλειστηριασμού προέβηκε σε προσπάθειες για να εξεύρει τα χρήματα για να εξοφληθεί το ενυπόθηκο χρέος, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Μετά την αποτυχία του να εξεύρει λύση, για ν΄ αποφευχθεί η πώληση της κατοικίας του και ενόψει του γεγονότος ότι ο πλειστηριασμός ορίστηκε την 18.12.2011 επισκέφθηκε το δικηγόρο κ. Α. Μαθηκολώνη, ο οποίος αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα για πρώτη φορά διαπίστωσε την 14.11.2011 ότι η υποθήκη παραχωρήθηκε μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Ακολούθως ο δικηγόρος του απέστειλε σχετική επιστολή στον Επίσημο Παραλήπτη και τον πληροφόρησε σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα. Ο τελευταίος συμφώνησε στη λήψη των αναγκαίων διαβημάτων για ακύρωση της υποθήκης. Επισήμανε ότι πλέον έχει αποκατασταθεί αυτοδίκαια (βλ.Τεκ.3). (ε) Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν του επιδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης ως επίσης δεν του επιδόθηκε και η αίτηση για έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Όταν αποτάθηκε στην Τράπεζα για τη λήψη δανείου δεν τους ανέφερε ότι υφίστατο οποιαδήποτε πτωχευτική διαδικασία καθότι δεν το γνώριζε. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν του επιδόθηκε η αγωγή με αρ. 4427/2000, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής, ως επίσης δεν έλαβε γνώση για την απόφαση του Δικαστηρίου. Δήλωσε ότι για πρώτη φορά ενημερώθηκε για την ύπαρξη του διατάγματος παραλαβής τον Νοέμβριο του 2002 και ενημέρωσε σχετικά το δικηγόρο του. Έκτοτε δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια για ακύρωση της υποθήκης παρά μόνο με την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Όταν του υποδείχθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης ότι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής στην αίτηση ημερ. 16.12.2011 για έκδοση προσωρινού διατάγματος προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι διαπιστώθηκε από το δικηγόρο του την 12.12.2011 ότι η παραχώρηση της υποθήκης έγινε ενώ προϋπήρχε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του ενάγοντα, αυτός δήλωσε ότι είναι ψέμα.
  14. Ο κ. Π. Τέρλας είναι Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και έχει υπό τη φύλαξη του το φάκελο της αίτησης 273/94 (βλ.Τεκ.6). Από το περιεχόμενο του, προκύπτει ότι την 17.8.1994 καταχωρήθηκε η αίτηση με αρ. 730/94 για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του Σ. Κωνσταντίνου από την Ελληνική Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Η εν λόγω ειδοποίηση επιδόθηκε σ΄ αυτόν την 15.9.
  15. Ακολούθως την 18.10.1994 καταχωρήθηκε αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Η πιο πάνω αίτηση επιδόθηκε προσωπικά σ΄ αυτόν την 18.5.
  16. Ο ενάγοντας παρέλειψε να εμφανιστεί στην πιο πάνω διαδικασία και έτσι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 11.10.1995 εξέδωσε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Ακολούθως κατόπιν σχετικής αίτησης του Επίσημου Παραλήπτη εκδόθηκε την 10.9.2002 διάταγμα πτώχευσης του, το οποίο επιδόθηκε στη σύζυγο την 25.11.
  17. Στα πλαίσια σχετικής αίτησης ημερ. 7.10.2015 ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντα την 2.11.2015 κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου. Η γνωστοποίηση κήρυξης του σε πτώχευση δημοσιεύτηκε τόσο στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» την 3.11.2002 όσο και στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 8.11.
  18. Η εναγόμενη 2 κάλεσε ως μάρτυρα την κα Σ. Κάρουλλα η οποία είναι υπεύθυνη στο τομέα αναγκαστικών πωλήσεων και επιβαρύνσεων του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Αναφέρθηκε στη διαδικασία εγγραφής υποθήκης στα κτηματολογικά μητρώα. Επισήμανε ότι η αποδοχή και εγγραφή της συγκεκριμένης υποθήκης (βλ.Τεκ.1 και 7) έγινε την 11.8.
  19. Κατόπιν έρευνας που έγινε προχώρησαν στην εγγραφή της υποθήκης. Επισήμανε ότι στην περίπτωση που εκδίδεται διάταγμα παραλαβής της περιουσίας ενός προσώπου ή πτώχευσης ενημερώνονται, πλην όμως στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίστατο οποιαδήποτε απαγόρευση ή εμπόδιο στην κατάθεση της πιο πάνω υποθήκης. Ανέφερε ότι ο δικηγόρος του Σ. Κωνσταντίνου, κ. Θ. Θωμά, με επιστολή του ημερ. 26.1.2005 (βλ.Τεκ.8) ενημέρωνε ότι ο ενάγοντας είναι πτωχεύσας.
  20. Η εναγόμενη 3 κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. Αντρέα Βανέζη, υπάλληλο της Τράπεζας. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στη σύναψη του δανείου, την παραχώρηση υποθήκης, στην έκδοση απόφασης, στην καταχώριση επιβάρυνσης στην περιουσία του ενάγοντα, στην αίτηση εκποίησης που υποβλήθηκε από την Τράπεζα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας και στη γενική αίτηση με αρ. 9/11 που καταχώρισε ο ενάγοντας. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του παρουσίασε διάφορα έγγραφα (βλ.Τεκ.9-20). Διευκρίνισε ότι δεν ενεπλάκη στη σύναψη του δανείου και στον καταρτισμό της υποθήκης και η γνώση των γεγονότων προερχόταν από τη μελέτη των φακέλων.
  21. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η υποθήκη ενόψει του γεγονότος ότι κατά την παραχώρηση και εγγραφή της είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Σ. Κωνσταντίνου. Εκ διαμέτρου αντίθετες ήταν οι εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των εναγομένων 2 και 3, οι οποίοι μεταξύ άλλων, ανέφεραν ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι το δικονομικό μέτρο που επέλεξε ο ενάγοντας είναι λανθασμένο. Επισημαίνω ότι το ορθό δικονομικό μέτρο αμφισβήτησης απόφασης, που λήφθηκε λόγω παράλειψης εμφάνισης διαδίκου, είναι η καταχώριση αίτησης παραμερισμού και όχι η έγερση αγωγής. Επισήμανε δε ότι η αγωγή προωθείται καταχρηστικά και θα ήταν ανεπιεικής και άδικη η ενδεχόμενη επιτυχία της αγωγής για την εναγόμενη 3, η οποία ενεργούσε καλόπιστα. Περαιτέρω προβλήθηκε ότι το αίτημα για ακύρωση της υποθήκης είναι Νόμω και ουσία αβάσιμο σε αντίθεση με την ανταπαίτηση της εναγόμενης
  22. Μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο ειδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντιθέτως την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας

(2004)2 ΑΑΔ 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Όπως έχει νομολογηθεί ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός εν όλω ή εν μέρει. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 219/12 Ημερ. 29.11.2013 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει διέλθει με ιδιαίτερη προσοχή και ενδελέχεια το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του.
  1. Η μαρτυρία του κ. Π. Τέρλα, Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Ανεξάρτητα απ΄ αυτό δεν περιέπεσε σε οποιανδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του καθοιονδήποτε τρόπο. Παρουσίασε τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από το σχετικό φάκελο της αίτησης αρ. 273/94 στα πλαίσια του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Σ. Κωνσταντίνου. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του. Τα ίδια ισχύουν και για την κα Σ. Κάρουλλα, υπαλλήλου του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας η οποία αναφέρθηκε στη διαδικασία αποδοχής και εγγραφής της υποθήκης και περαιτέρω ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίστατο οποιαδήποτε απαγόρευση ή εμπόδιο στην κατάθεση της. Σε σχέση με τον κ. Α. Βανέζη, υπάλληλο της Τράπεζας, επισημαίνεται επίσης ότι δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση τέτοια που να κλονίσει την αξιοπιστία του. Εξέθεσε γεγονότα όπως αυτά προέκυπταν από τους φακέλους που είχε στην κατοχή του, παρουσιάζοντας διάφορα έγγραφα αφού ο ίδιος δεν ενεπλάκη στη σύναψη του δανείου και στον καταρτισμό της υποθήκης.
  2. Το Δικαστήριο έχει διέλθει με ιδιαίτερη προσοχή και ενδελέχεια τη μαρτυρία του κ. Σ. Κωνσταντίνου Λαδά. Ισχυρίστηκε ότι δεν του επιδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης και το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Διαπιστώνεται από το φάκελο της αίτησης αρ.273/94 (βλ.Τεκ.6) ότι τόσο η ειδοποίηση πτώχευσης όσο και η αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής επιδόθηκαν προσωπικά σ΄ αυτόν την 15.9.1994 και 18.5.1995, αντίστοιχα. Παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και έτσι την 11.10.1995 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Στη συνέχεια στις 10.9.2002 εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης το οποίο επιδόθηκε στη σύζυγο του την 25.11.
  3. Ακολούθως την 3.11.2002 και 8.11.2002 έγιναν σχετικές δημοσιεύσεις του διατάγματος πτώχευσης στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» και στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, αντίστοιχα. Τα όσα ισχυρίστηκε ότι δεν του επιδόθηκαν, η ειδοποίηση πτώχευσης και το διάταγμα παραλαβής κατ΄ ελάχιστον κατατάσσονται ως γεγονότα μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα. Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν του επιδόθηκε η αγωγή αρ. 4427/2000, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Στην περίπτωση που έτσι ήταν, το ελάχιστον που όφειλε να πράξει ήταν να προβεί σε διαδικασία παραμερισμού της απόφασης λόγω μη επίδοσης, οπόταν το Δικαστήριο, αν πράγματι έτσι είχαν τα πράγματα, θα παραμέριζε την απόφαση ex depito justitiue, δικαιωματικά για τον εναγόμενο ως οφειλόμενο χρέος προς τη δικαιοσύνη. Το Δικαστήριο σε περιπτώσεις μη επίδοσης ή κακής επίδοσης παραμερίζει την απόφαση χωρίς να εξετάσει κατά πόσο ο εναγόμενος έδειξε ότι είχε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση (βλ. Μανώλη ν Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ.Έφ.413/2011 ημερ. 3.2.17 και Halsbury´s Laws of England 3η έκδοση, Τόμος 22, παράγραφος 1667 σελ. 788-789, Hughes v Justin
(1894)1 QB 667, Armitaye v. Parsons
(1968)2 K.B. 410, Muir v Jenks
(1913)2 K.B.412). Στην προκείμενη περίπτωση ο Σ. Κωνσταντίνου Λαδάς ουδέν έπραξε για παραμερισμό του διατάγματος παραλαβής και του διατάγματος πτώχευσης ως επίσης και της απόφασης, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Στη μαρτυρία του ανέφερε, ότι, όταν ο διευθυντής του Κτηματολογίου προχώρησε στον καθορισμό ημερομηνίας εκποίησης της υποθήκης, καταχώρησε την αίτηση - έφεση με αρ. 4/11 με την οποία ζητούσε την ακύρωση του πλειστηριασμού. Η πιο πάνω αίτηση του αποσύρθηκε με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του όταν η Τράπεζα και ο Κτηματολογικός λειτουργός συγκατατέθηκαν στην αναβολή του πλειστηριασμού. Ορίστηκε νέος πλειστηριασμός την 18.12.
  1. Ακολούθως έγιναν προσπάθειες να εξευρεθούν χρήματα για να εξοφληθεί η υποθήκη, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Δήλωσε ότι στην προσπάθεια του να αποφευχθεί η πώληση που ορίστηκε την 18.12.2011, επισκέφθηκε το δικηγόρο Α. Μαθηκολώνη ο οποίος αφού μελέτησε όλα τα σχετικά έγγραφα διαπίστωσε την 14.11.2011 ότι η επίδικη υποθήκη παραχωρήθηκε και εγγράφηκε μετά που είχε εκδοθεί το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι στα πλαίσια της αίτησης αρ. 9/11 ο κ. Μαθηκολώνης εμφανίστηκε για τον Σ. Κωνσταντίνου την 14.7.2011, όπου κατ΄ εκείνη την ημέρα ορίστηκε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού και αποσύρθηκε η πιο πάνω αίτηση με επιφύλαξη. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ο δικηγόρος έλαβε γνώση για πρώτη φορά την 14.11.2011 ενώ αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι τον πληροφόρησε τον Νοέμβριο του
  2. Επίσης όταν του υποδείχθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης ότι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής σε αίτηση ημερ. 16.12.2011 για έκδοση προσωρινού διατάγματος προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι διαπιστώθηκε από το δικηγόρο του την 12.12.2011 ότι η παραχώρηση της υποθήκης έγινε ενώ προϋπήρχε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του ενάγοντα, έφτασε στο σημείο να δηλώσει ότι τα όσα αναφέρει ο δικηγόρος του είναι ψέματα. Νεφελώδης η μαρτυρία. Όταν ρωτήθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης ότι την 26.1.2005 ο δικηγόρος κ.Θ. Θωμά απέστειλε επιστολή στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ενημερώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγοντας είναι πτωχεύσας αυτός δήλωσε ότι πιθανόν να ενήργησε χωρίς εξουσιοδότηση αφού δεν τον θυμάται. Γενικά η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική. Πέραν δε τούτου δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν στο στάδιο της αντεξέτασης. Εμφανής ήταν η πρόθεση του να αποστασιοποιηθεί από την πραγματικότητα και να πράξει ότι είναι δυνατό, με σκοπό να επιτύχει τον παραμερισμό της υποθήκης. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του.
  3. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: (α) Στις 17.8.1994 η Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ καταχώρισε αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. Η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε προσωπικά στον Σ. Κωνσταντίνου την 15.9.
  4. Ακολούθως την 18.10.1994 καταχωρήθηκε αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του η οποία επιδόθηκε προσωπικά σ΄ αυτόν την 18.5.
  5. Δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και στις 11.10.1995 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Ακολούθως στις 10.9.2002 εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης του το οποίο επιδόθηκε στη σύζυγο του την 25.11.
  6. Το εν λόγω διάταγμα δημοσιεύθηκε την 3.11.2002 στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» και την 8.11.2002 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. (β) Ο Σ. Κωνσταντίνου μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του, για εξασφάλιση χρέους παραχώρησε προς όφελος της εναγόμενης 3 Τράπεζας, την υποθήκη με αρ. Υ2575/98 η οποία εγγράφηκε την 11.8.
  7. Το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας μετά από έρευνα στα μητρώα εγγραφής διαπίστωσε ότι δεν υφίστατο οποιαδήποτε απαγόρευση ή εμπόδιο στην κατάθεση της πιο πάνω υποθήκης. Επισημαίνεται ότι δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας ότι η Τράπεζα γνώριζε ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του όταν παραχωρούσε πιστωτικές διευκολύνσεις και καταρτιζόταν η σύμβαση υποθήκης. (γ) Η εναγόμενη 3 καταχώρισε την αγωγή αρ. 4427/2000 εναντίον του Σ. Κωνσταντίνου. Στις 12.7.2002 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της εναγόμενης 3 και εναντίον, μεταξύ άλλων, και του Σ. Κωνσταντίνου, για το ποσό των ΛΚ143.373,91 πλέον τόκους και έξοδα ως επίσης εκδόθηκε και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης αρ. Υ2575/
  8. Στην εν λόγω απόφαση ρητά αναφέρεται ότι αυτή εκδόθηκε στην απουσία του πιο πάνω προσώπου «. αν και δεόντως επεδόθη προς αυτούς πιστόν αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος . .». (δ) Ο Σ. Κωνσταντίνου δεν υπέβαλε οποιαδήποτε αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος παραλαβής και πτώχευσης ως επίσης και της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου παρά μόνο καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή.
  9. Προκύπτει από τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ότι ο Σ. Κωνσταντίνου παραχώρησε και ενέγραψε προς όφελος της Τράπεζας την υποθήκη (11.8.1998) ενώ είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του (11.10.1995). Το άρθρο 9 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, ως είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο προνοούσε ότι: «Με την έκδοση διατάγματος παραλαβής, επίσημος παραλήπτης θα καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη, και ακολούθως, εκτός όπως διατάσσεται από το Νόμο αυτό, κανένας πιστωτής στον οποίο ο χρεώστης οφείλει αναφορικά με οποιοδήποτε χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση, δε θα έχει οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της περιουσίας ή του προσώπου του χρεώστη σχετικά με το χρέος ή θα εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία, εκτός κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου και με τέτοιος όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει. . .» Κατά τον ουσιώδη χρόνο εγγραφής της επίδικης υποθήκης στον περί Πτωχεύσεως Νόμο δεν υφίστατο οποιαδήποτε ρητή απαγόρευση εγγραφής υποθήκης από πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής. Με μεταγενέστερη τροποποίηση που επήλθε στον περί Πτωχεύσεως Νόμο και ειδικότερα με τον Ν. 206
(1)/2012 προστέθηκε στο άρθρο 9 του Νόμου, ρητή απαγόρευση στους πιστωτές να εγγράφουν απόφαση ή υποθήκη ή άλλη επιβάρυνση επί της περιουσίας του χρεώστη μετά την έκδοση διατάγματος παραλαβής (βλ. άρθρο 9
(6)του Νόμου). Ακολούθως με τον Ν.61
(1)/15 τροποποιήθηκε το άρθρο 9
(6)του περί Πτωχεύσεως Νόμου και προστέθηκε η δυνατότητα διαγραφής υποθήκης ως εξ΄υπαρχής άκυρη και χωρίς οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται από τον Επίσημο Παραλήπτη ή τον διαχειριστή ή του συνδίκου ή οποιοδήποτε πιστωτή. Κατά το χρόνο εγγραφής της υποθήκης ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος ρητά προνοούσε ότι καμία δήλωση υποθήκης γίνεται δεκτή από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο όταν υφίσταται απαγόρευση η οποία είναι γνωστή στον αρμόδιο λειτουργό (βλ. άρθρο 12
(1)(α)(β)). Για να συνιστά απαγόρευση σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του πιο πάνω άρθρου θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να γνωστοποιηθεί στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο (βλ. άρθρο 12
(7)(α) του πιο πάνω Νόμου). Στην προκείμενη περίπτωση μετά από έρευνα που έγινε στο Κτηματολόγιο δεν υφίστατο οποιαδήποτε απαγόρευση και έτσι εγγράφηκε η υποθήκη. 15. Στη συνέχεια θα εξεταστεί η εισήγηση ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν είναι πρόσφορη για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων 2 και 3 εισηγήθηκαν ότι ενόψει του γεγονότος ότι η απόφαση με την οποία διατάχθηκε η εκποίηση της υποθήκης, εκδόθηκε λόγω της παράλειψης του Σ. Κωνσταντίνου να εμφανιστεί, ο ορθός δικονομικός τρόπος αμφισβήτησης της υποθήκης είναι η καταχώριση αίτησης παραμερισμού και όχι η καταχώριση αγωγής. Προκύπτει από τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση όπως με λεπτομέρεια έχουν εκτεθεί πιο πάνω ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής αρ. 4427/2000 διέταξε την εκποίηση της υποθήκης. Η πιο πάνω απόφαση εκδόθηκε κατόπιν παράλειψης του Σ. Κωνσταντίνου να εμφανιστεί. Στην περίπτωση που εκδίδεται απόφαση λόγω παράλειψης του εναγόμενου να εμφανιστεί τότε ο τελευταίος δύναται να καταχωρίσει αίτηση για παραμερισμό της στα πλαίσια των Δ.17 θ.10 και Δ.26 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να εξηγείται η έλλειψη εμφάνισης όπως και ο χρόνος στον οποίο προέβηκε στο διάβημα και να παρέχονται στοιχεία για εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ώστε να καθίστατο δυνατή η υπό του Δικαστηρίου άσκηση διακριτικής εξουσίας (βλ. Evans v Bartlam {1937} 2 All E.R. 646 (H.L.), Kotsapas & Sons Ltd v Titan Construction & Engineering Co. {1961} C.L.R. 317, Phylactou v Michael {1982} 1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v Γεωργίου {1993} 1 Α.Α.Δ. 26). Αναγνωρίστηκε από τη νομολογία μας ότι μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση που εκδίδεται σε μια αγωγή που καταχωρείται για το σκοπό αυτό. (Emeris v Woodward {1889} 43 Ch. D. 185, Ainsworth v Wilding {1896} 1 Ch. 673). Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου έχουν ακυρωθεί γιατί η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας (Windhill Local Board of Health v Vint {1890} 45 Ch. D. 351), γιατί λήφθηκε κατόπιν απάτης (Priestman v Thomas {1884} 9 P.D.70, 210, γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους (Wilding v Robinson {1919} 1 K.B.474, Ανδρέου ν P & D Crystal Line Co Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1521 και Halsbury´s Laws of England 3η έκδοση, Τόμος 22, σελ.792). Η παρούσα υπόθεση δεν είναι τέτοια αφού η απόφαση εκδόθηκε λόγω παράλειψης του Σ. Κωνσταντίνου να εμφανιστεί. Ο ενάγοντας δεν υπέβαλε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Αντ΄ αυτού καταχώρισε την παρούσα αγωγή παρακάμπτοντας τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι προβλέπουν τη διαδικασία παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του εναγόμενου. Στην υπόθεση Pat Jones κ.ά. ν Ξένιας Δημητρίου κ.ά. {1998} 1 Α.Α.Δ. 1526, εκδόθηκε διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση και η αγωγή προχώρησε στην απουσία των εφεσειόντων λόγω μη εμφάνισης και εκδόθηκε απόφαση. Μετά που οι εφεσείοντες έλαβαν γνώση για την έκδοση της απόφασης καταχώρισαν αγωγή, στην οποία προέβαλαν, μεταξύ άλλων, ότι αυτή επετεύχθη δια δόλου και ή ψευδών παραστάσεων. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν προέκυψαν λόγοι που να δικαιολογούν την ακύρωση της απόφαση και έτσι απέρριψε την αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι παρόλο ότι η ακύρωση της απόφασης στην προηγούμενη αγωγή ενδείκνυτο να ζητηθεί με αίτηση, εντούτοις, ενόψει της διαπλοκής με τους περί δόλου ισχυρισμούς σχετικά με την επίδοση έκρινε ότι στην έκταση που κάλυπτε αυτή η διαπλοκή δεν ήταν άτοπη η έγερση της στο πλαίσιο της αγωγής των εφεσειόντων. Προκύπτει από τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση ότι ο Σ. Κωνσταντίνου παραχώρησε και ενέγραψε προς όφελος της εναγόμενης 3 την υποθήκη μετά που εκδόθηκε εναντίον του το διάταγμα παραλαβής. Στη συνέχεια η εναγόμενη 3 καταχώρισε αγωγή και εκδόθηκε στην απουσία του Σ. Κωνσταντίνου απόφαση με την οποία διατάχθηκε η εκποίηση της υποθήκης. Στη συνέχεια καταχώρισε την παρούσα αγωγή με την οποία επιζητεί την ακύρωση της πιο πάνω υποθήκης. Τονίζεται ότι ο ενάγοντας δεν προβάλλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς για δόλο ή απάτη ή και οτιδήποτε άλλο από μέρους των εναγομένων 2 και 3 ώστε να μην θεωρείται ως άτοπη η έγερση της παρούσας αγωγής. Δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 γνώριζαν κατά το χρόνο σύναψης και εγγραφής της υποθήκης ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του πιο πάνω προσώπου. Στην υπό κρίση περίπτωση, ο ενάγοντας διατηρούσε τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση για παραμερισμό της απόφασης στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα εκποίησης της υποθήκης και δεν το έπραξε. Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η έγερση της παρούσας αγωγής δεν είναι πρόσφορη για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και έτσι είναι έκθετη σε απόρριψη.
  1. Η εναγόμενη 3 αξιώνει ανταπαιτητικώς, δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι η υποθήκη ορθά και νόμιμα παραχωρήθηκε και εγγράφηκε. Το άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου παρέχει διακριτική την ευχέρεια έκδοσης δηλωτικής απόφασης. Όπως έχει νομολογηθεί τα Δικαστήρια συνήθως εκδίδουν δηλωτική απόφαση σε σχέση με νομικά δικαιώματα. Όμως όπου με την αγωγή ζητείται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή (βλ. Mellstrom v Garner {1970} 2 All E.R. 9 CA και Annual Practice 1958, σελ. 578). Συχνά ζητείται αναγνωριστική απόφαση επί γεγονότων που δεν έχουν ακόμη προκύψει (Greenwich Healthcare National Health Service v London and Quadrant Housing Trust and others {1998} 3 All E.R. 437 και Gasto Shipping Company Limited ν Mineag Spm (Africa) (Proprietary) Ltd {1999} 1 Γ Α.Α.Δ. 1634). Για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια υπέρ της έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, θα πρέπει να προκύπτει κάποιο χειροπιαστό όφελος για τον ενάγοντα (Maerkle v British and Continental Fur Co Ltd {1954} 3 All E.R. 50 C.A.). ΤΑ Δικαστήρια δεν εκδίδουν αναγνωριστικές αποφάσεις για ακαδημαϊκά και μόνο ερωτήματα (Howard v Pickford Tool Co Ltd {1951} 1 KB 417 C.A.) ή όπου η απάντηση στο ερώτημα θα είναι μάταιη ή άνευ ουσιαστικής σημασίας (βλ. Πεκρής ν Τζιαννάρου κ.ά., Πολ.΄Εφ. 93/11/ ημερ. 18.1.2016). Στην προκείμενη περίπτωση η αγωγή του ενάγοντα είναι έκθετη σε απόρριψη για τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω. Τονίζεται ότι έχει ήδη εκδοθεί διάταγμα εκποίησης της υποθήκης στα πλαίσια της αγωγής 4427/
  2. Με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση δεν υφίσταται καμία ιδιαίτερη περίσταση που να καθιστά την έκδοση δηλωτικής απόφασης αναγκαία και από την έκδοση της δεν προκύπτει οποιοδήποτε χειροπιαστό όφελος για την εναγόμενη
  3. Έτσι η ανταπαίτηση της εναγόμενης 3 είναι έκθετη σε απόρριψη.
  4. Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 2 και 3 και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση της εναγόμενης 3 απορρίπτεται, χωρίς έξοδα λαμβανομένου υπόψη ότι απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. (Υπ.): .......... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ Αναφορά: Τελική/ ακύρωση - υποθήκης με αγωγή Subject: Final/akirosi - ypothikis me agogi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.