KARIS TRADING COMPANY LTD ν. Μ.Κ. PETROU DEVELOPERS LTD, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1588/2012, 22/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1588/2012 Μεταξύ: KARIS TRADING COMPANY LTD Ενάγουσας - και - Μ.Κ. PETROU DEVELOPERS LTD Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 22/02/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Πελεκάνος & Πελεκάνου Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κα Χαρά Βασιλείου). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). Για τον Εναγόμενο: κ. Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης (Κατά την δίκη: κα Άντρια Γεωργίου). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της Ενάγουσας
- Η Ενάγουσα, με την Αγωγή της αυτή, αξιώνει από την Εναγομένη, €53.267,96, ως ποσό, που, κατά τους ισχυρισμούς της, η Εναγομένη της οφείλει για εμπορεύματα που της πώλησε. Η υπόθεσης των διαδίκων
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, Ενάγουσα και Εναγομένη προσήλθαν σε συμφωνία, δια της οποίας η Ενάγουσα συμφώνησε να πωλεί και να παραδίδει στην Εναγομένη εμπορεύματα της εμπορίας της. Στην βάση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, η Ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην Εναγομένη εμπορεύματα, τα οποία η Εναγομένη παραλάμβανε και αποδεχόταν χωρίς καμία επιφύλαξη. Για τις συναλλαγές τους, δηλαδή, τις πωλήσεις προς την Εναγομένη εμπορευμάτων, έναντι συμφωνημένου ανταλλάγματος, η Ενάγουσα εξέδιδε προς την Εναγομένη χρεωστικά τιμολόγια. Άνοιξε δε και τηρούσε στο όνομα της Εναγομένης λογαριασμό, ο οποίος χρεοπιστωνόταν αναλόγως των συναλλαγών τους. Περί τον Απρίλιο του έτους 2012, ο λογαριασμός της Εναγομένης, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €53.267,
- Η Εναγομένη, κλήθηκε επανειλημμένως από την Ενάγουσα να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της, χωρίς αποτέλεσμα.
- Η Εναγομένη, δεν αποδέχεται τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης της, αν και παραδέχεται ότι συναλλασσόταν με την Ενάγουσα, δηλαδή, ότι αγόραζε από αυτήν εμπορεύματα της εμπορίας της, δεν αποδέχεται ότι της οφείλει το οποιοδήποτε ποσό, ή ότι, λογαριασμός που τηρεί η Ενάγουσα για τις συναλλαγές της, έχει χρεωστικό υπόλοιπο και δη το ισχυριζόμενο. Θέσης της είναι, ότι, αγόραζε από την Ενάγουσα εμπορεύματα, τα οποία όμως, αφού της παραδίδονταν και εκδιδόταν από την Εναγομένη σχετικό τιμολόγιο, εξοφλούσε το συμφωνημένο για αυτά αντάλλαγμα με μετρητά, είτε άμεσα, είτε εντός χρονικής περιόδου δύο μηνών το αργότερο. Δεν οφείλει στην Ενάγουσα το αξιωμένο ποσό των €53.267,96, ούτε και κλήθηκε ποτέ από την Ενάγουσα προς εξόφληση του. Η προσαχθείσα μαρτυρία
- Κατά την δίκη, για την υπόθεση της Ενάγουσας κατέθεσαν: ο Δημήτρης Λάζος (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ1») και η Δώρα Πελεκάνου (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ2»). Για την υπόθεση της Εναγομένης, κατέθεσε μόνον ο Μάριος Πέτρου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ»). Η νομική πτυχή της υπόθεσης
- Στις περιπτώσεις όπου μία σύμβασης προνοεί για την πληρωμή ενός ποσού ως αντιπαροχή για την παράδοση αγαθών ή την εκτέλεση υπηρεσιών από πλευράς ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, ή γενικότερα, για την εκτέλεση κάποιας συγκεκριμένης υποχρέωσης, τότε, το μέρος αυτό, με την εκπλήρωση της υποχρέωσης του, έχει δικαίωμα να πληρωθεί το ποσό που έχει κερδίσει. Η αποκατάσταση του σε περίπτωση αθέτησης, δεν είναι αγωγή για αποζημιώσεις βάσει παράβασης σύμβασης, αλλά αγωγή για την ανάκτηση του ποσού της σύμβασης, ως χρέους ([1])([2]). Και αυτό, επειδή, η αξίωση του ενάγοντος, αφορά την ειδική εκτέλεση της κύριας υποχρέωσης του εναγομένου να εκτελέσει τα όσα έχει υποσχεθεί (βλ. Εταιρεία Πεππης Λτδ ν Andreas Demetriades Consulting Services Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 100, J. Aristodemou Ideal Houses Ltd ν Γιάγκου Γλυκή
(2005)1 Α.Α.Δ. 266). Ως εκ τούτου, ενάγοντας που βασίζει την αγωγή του σε χρέος, δεν φέρει το βάρος απόδειξης απώλειας ή ζημιάς, αλλά απλώς, έχει το βάρος να αποδείξει μία ρητή ή εξυπακουόμενη συμφωνία / όρο για την πληρωμή του ποσού αυτού της σύμβασης σε περίπτωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων, έτσι ώστε, κανόνες του δικαίου των συμβάσεων που έχουν να κάνουν με το ζήτημα της αποζημίωσης για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης, όπως αυτοί της απομεμακρυσμένης ζημιάς ή αυτών που έχουν να κάμουν με το μέτρο καθορισμού της, δεν εισέρχονται προς εξέταση, ούτε και η απαίτησης του ενάγοντος μπορεί να επηρεαστεί από θέματα όπως είναι για παράδειγμα το καθήκον μετριασμού της ζημιάς (εντούτοις κάποιες εξαιρέσεις είναι συζητήσιμο ότι υπάρχουν) (βλ. το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παραγράφους 21-001 και 21-002). Σε κάθε περίπτωση, όπου το συμφωνημένο τίμημα δεν έχει πληρωθεί και ο ενάγοντας υφίσταται επιπρόσθετη απώλεια λόγω της μη πληρωμής, μπορεί, με την αγωγή του, να διεκδικήσει το συμφωνημένο ποσό, αλλά και αποζημιώσεις (βλ. το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παραγράφους 21-001 και 21-002).
- Χρέος, συνεπώς, θεωρείται ότι υπάρχει, όπου ο ενάγοντας έχει εκπληρώσει όλες τις πράξεις τις οποίες, βάσει των όρων της σύμβασης, του δίδουν το δικαίωμα να πληρωθεί. -Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στην σελίδα 935, στο μέρος που επιγράφεται, «Several Distinct Debts», χρέος λογίζεται: «Any pecuniary liability, which has been quantified or is capable of being quantified, on the basis of a contract or on the principles of law, is a debt. it must be an ascertained amount. ... The test to determine whether the dues to the plaintiff are one debt or several distinct debts is whether he can sue for such dues separately ...»-. Ως εκ τούτου, το κατά πόσο η υποχρέωσης για πληρωμή του ενάγοντος έχει προκύψει, εξαρτάται κυρίως από τους όρους της σύμβασης. Όπου οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι διαιρετές, από την άποψη ότι, η σύμβασης δίδει το δικαίωμα τμηματικής πληρωμής για κάθε στάδιο εκτέλεσης, ο ενάγοντας, μπορεί να εγείρει αγωγή για κάθε μέρος του συμβατικού τιμήματος, καθώς ολοκληρώνεται η εργασία ή εκπληρώνεται η υποχρέωσης που αφορά το μέρος αυτό, σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης πληρωμής του. Στην περίπτωση όμως, που, οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι αδιαίρετες, -δηλαδή, η σύμβασης είναι αδιαίρετη («entire agreement»)-, ο ενάγοντας δεν μπορεί να ανακτήσει τίποτα προτού ουσιαστικά ολοκληρώσει στο σύνολο τους τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να πληρωθεί, κατά το ήμισυ το συμβατικό τίμημα, όταν έχει κατά το ήμισυ εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, καθότι, ρητά με την σύμβαση, ή ως έμμεσα προκύπτει από αυτήν, έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα του πληρωθεί τίποτα προτού εκπληρώσει πλήρως όλες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με αυτήν [[i]]. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο 17-031: «A contractual obligation is said to be "entire" when the contract requires to be completely performed by one party (A) before the other (B) is to pay, or to render such other counter-performance as may have been agreed. Complete performance by (A) is sometimes said to be a "condition precedent" to B's liability; ...». Και στην συνέχεια, στις παραγράφους 17-035 και 17-036: «A contract imposes severable obligations if payment under it is due from time to time as performance of a specified part of the contract is rendered. . Where a contract imposes severable obligations, a party who has fully performed the specified part can recover the corresponding payment even though his failure to complete the whole of the promised performance is a breach of contract [μπορεί όμως να κριθεί υπόλογος να αποζημιώσει τον αντισυμβαλλόμενο του εάν ο τελευταίος από την παράβαση υποστεί ζημιά]». Εντούτοις, πρέπει να αναφερθεί, ότι, στον προαναφερόμενο κανόνα, έχουν αναγνωριστεί εξαιρέσεις [[ii]]. Σε κάθε περίπτωση, εκεί που ο εναγόμενος οικειοθελώς αποδέχεται το όφελος της μερικής εκτέλεσης από πλευράς του ενάγοντος, ο τελευταίος δικαιούται να πληρωθεί την αξία της εργασίας που εκτέλεσε ή των αγαθών που προμήθευσε [[iii]]. Η θέση, είναι διαφορετική, αν ο εναγόμενος δεν είχε άλλη επιλογή από του να αποδεχθεί το όφελος της μερικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων του ενάγοντος κάτω από την σύμβαση, όπως για παράδειγμα είναι η περίπτωση εκτέλεσης εργασίας σε ιδιοκτησία του εναγομένου, ή η ενσωμάτωσης υλικών σε περιουσία του εναγομένου [[iv]].
- Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, αν, μετά από παραβίαση των συμφωνηθέντων, ο ζημιωθείς επιλέξει τον τερματισμό της, εν συνεχεία, αυτός δεν μπορεί να εγείρει αγωγή για ποσό, που, κάτω από την σύμβαση θα του προέκυπτε ως πληρωμή, σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας του τερματισμού. Σε μία τέτοια περίπτωση, το ζημιωθέν πρόσωπο, μπορεί να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης και το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση τους, μπορεί να λάβει υπόψη του ποσά που θα έπρεπε να ελάμβανε κάτω από την παραβιασθείσα σύμβαση. Όπου όμως ο ζημιωθείς, υπό τέτοιες περιστάσεις, επιβεβαιώσει την σύμβαση (επιλέξει δηλαδή να την διατηρήσει «ζωντανή»), μπορεί να εγείρει αγωγή για το συμφωνημένο ποσό, αν, κατά τον χρόνο της παράβασης των συμφωνηθέντων, έχει ήδη εκτελέσει όλες τις υποχρεώσεις του κάτω από αυτήν (βλ. Αχιλλέας Σταύρου ν G. Rotidis & Partners
(2008)1 Α.Α.Δ. 477). Στην περίπτωση που, κατά την ημερομηνία παράβασης των συμφωνηθέντων, υπολείπονται υποχρεώσεις του ενάγοντος προς εκτέλεση, τότε, αγωγή για οφειλή (ή για ποσό που έχει συμφωνηθεί) είναι διαθέσιμη σε αυτόν υπό προϋποθέσεις: η νομολογία, έχει διακρίνει τις περιπτώσεις όπου, η συνεργασία του αντισυμβαλλόμενου που αποκήρυξε παράνομα την σύμβαση για την εκπλήρωση των εναπομεινάντων υποχρεώσεων του ενάγοντος είναι απαραίτητη, από αυτές που δεν είναι απαραίτητη, καθώς επίσης και τις περιπτώσεις όπου το ζημιωθέν πρόσωπο έχει έννομο συμφέρον ανάκτησης του συμφωνηθέντος ποσού («legitimate interest in recovering the agreed sum»). Το ζητούμενο δηλαδή, είναι, η επιβεβαίωση της σύμβασης και η ολοκλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντος για να δικαιούται σε πληρωμή του συμφωνηθέντος χρηματικού ανταλλάγματος (βλ. το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παραγράφους από 21-008 έως και 21-015).
- Σχετικά με τα προαναφερόμενα, είναι και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1272 και 1273, στο μέρος που επιγράφεται, «Claim for Agreed Sum» [[v]]: «Α debt is a definite sum of money fixed by the agreement of the parties as payable by one party in return for the performance of a specified obligation by the other party or upon the occurrence of some specified event or condition; a claim for repayment of debt or deposit, a claim under a guarantee, a policy of insurance, price of goods sold, an employee's remuneration, an indemnity, arrears of instalments under a hire purchase agreement, a claim of refund of value of shares, a claim for crediting adjustment in account, a claim for recovery of money due under the terms of the contract, - etc. Where money is unlawfully withheld, the remedy of the claimant is a decree for the recovery of money, and not for damages. Α claim for an agreed sum or for payment of debt differs from a claim of damages for breach of contract, though its damages may be awarded in addition to a claim for debt, for the consequential loss arising out of failure to pay the debt. It is a claim for specific enforcement of the promisor's primary obligation. However, unlike the relief of specific performance, it is available as of right and is not subject to judicial discretion. Α party, claiming payment of debt, need and must prove only his performance, or that the event dependent on which, or the condition subject to which payment was due, has occurred. He cannot sue for the agreed sum, even if he has been prevented from performing his duties under the contract; in that case, he can sue for damages."You cannot claim remuneration under a contract if you have not earned it; if you are prevented from earning it, your only remedy is in damages". It is not necessary to prove any loss resulting from the defendant's failure to pay, unless he claims damages in addition to the repayment of debt. The rules of duty of mitigation or remoteness do not apply. Moreover, the plaintiff may take the benefit of summary proceedings for recovery. However, an action for recovery of such amount cannot arise, unless the duty to pay has arisen; which depends upon the terms of the contract. Thus, under the terms of the contract, the right to recover the amount may not arise, unless a certain performance has been rendered. Further, if the contract has been repudiated, and the party accepts the repudiation, and elects to terminate, he cannot sue for any sum which, according to the terms of the contract was to accrue to him after the date of termination; his proper remedy is to claim damages. If he elects to reject the repudiation and continue with the contract, he may recover the agreed sum if he has performed all that was required to be performed under the contract.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Προς υποστήριξη αγωγής που καταχωρείται στο Δικαστήριο για την ανάκτηση ποσού οφειλόμενου από σύμβαση, είναι συχνό φαινόμενο να παρουσιάζονται στο Δικαστήριο και τιμολόγια. Ένα τιμολόγιο όμως, δεν είναι δελτίο πώλησης, ούτε και από μόνο του αποτελεί αποδεικτικό πώλησης. Πρόκειται για μία αναλυτική δήλωση της φύσης, της ποσότητας και του κόστους ή της τιμής των τιμολογούμενων πράξεων, [δήλωσης] που «συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι' αυτά που κατέγραψε». Αποτελούν, ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, «τον έγγραφο λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων, σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή, με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση» (βλ. και Haleko Hanseatisches Lebemsmittelkontor GMBH & Co OHG v L.S.E. Life Style Enterprises Ltd
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1055). Ως εκ τούτου, αποτελεί στοιχείο μαρτυρίας, που συνδέεται με την προφορική μαρτυρία δια της οποίας παρουσιάζεται στο Δικαστήριο, που εκτιμάται από το Δικαστήριο με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του και δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να εξισώνεται με την συμφωνία «από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την οφειλή» (βλ. Θεόδωρος Θεοδώρου ν Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492, Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ν Φάρμας Ρ. Χ"Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1358, Κώστας Στρατής ν Παντελής-Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1708, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν Ευθύμιου Σωκράτους
(2000)1 Α.Α.Δ. 128, Δομνίκη Χριστοδουλίδου ν Mocassino Shoes Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 294, Palatino Developments Limited v Telectronics Communication Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 962 και Demil Imports Exports v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1Α Α.Α.Δ 462). 10. Η απαίτηση ενάγοντος για την ανάκτηση ποσού οφειλόμενου από σύμβαση, μπορεί να συνδέεται και με υπόλοιπο κάποιου λογαριασμού που τηρείται για τον σκοπό. Και πάλι, κατ' αναλογίαν του προαναφερόμενου σκεπτικού (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 ανωτέρω), σε μία τέτοια περίπτωση, ο ενάγοντας φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυριζόμενων εμπορικών εισπρακτέων / χρέους της Εναγομένης (βλ. Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Σύμφωνα με την νομολογία, κατάσταση λογαριασμού εμπορευόμενου, γίνεται αποδεκτή προς απόδειξη εμπορικών εισπρακτέων, νοουμένου ότι αυτή επεξηγείται, ή, οι εις αυτήν καταχωρήσεις παρέχουν ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις πληροφόρηση για το επίδικο αυτό ζήτημα (βλ. Κλεάνθης Κλεάνθους κ. α. ν Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344 και Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440). Έχει επίσης νομολογηθεί, ότι, οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν, αφ' εαυτών, απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Αυτά, όπως και η ύπαρξης του ιδίου του λογαριασμού, πρέπει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, προς ικανοποίηση του νομικού πρωταρχικού βάρους που φέρει ο ενάγοντας διάδικος («legal burden of proof», βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1Α Α.Α.Δ. 339 και Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ν Φάρμας Ρένου Χ"Ιωάννου
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1358), να αποδειχθούν από αποδεκτή μαρτυρία. Αυτό σημαίνει, ότι, η κάθε ξεχωριστή καταχώριση (είτε πίστωσης, είτε χρέωσης) στον λογαριασμό, πρέπει να αποδεικνύεται θετικά, ούτως ώστε να επαληθεύεται η αυθεντικότητα και ακρίβεια τους ως προς το τελικό υπόλοιπο (βλ. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν Γιαννούλλα Κυριάκου κ. α., ECLI:CY:AD:2016:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 171/11, 29/06/2016, Κλεάνθης Κλεάνθους κ. α. ν Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344, Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440, Paneuropean Insurance Co. Ltd v Θέμη Μηλιωνη
(2008)1Β Α.Α.Δ. 780, Μήρος Γιάγκου ν Deme Dairy Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 91 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Δεν ισχύουν τα ίδια, όταν η βάση της απαίτησης είναι παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός («account stated») και όχι το υπόλοιπο λογαριασμού, στην οποία περίπτωση, ο ενάγοντας διάδικος, δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά (βλ. Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ.
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, Ηρακλής Μιχαηλίδης ν Φάνος Ν. Επιδανίου Λτδ.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 494 και Επίσημος Παραλήπτης ν Ρεϊνμποου Πλητσιηγκ και Ντραϊκ ΚΟ. Λτδ.
(2005)1Α Α.Α.Δ 610 [[vi]]).
- Φυσικά, όπως και σε κάθε υπόθεση, ο εναγόμενος διάδικος, που αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του ενάγοντος διαδίκου, φέρει το αποδεικτικό βάρος αντίκρουσης τους («evidential burden of proof», βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ανωτέρω και Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ανωτέρω).
- Στην προκείμενη περίπτωση, είναι ξεκάθαρο από το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, ότι, η βάση της απαίτησης της, είναι χρέος της Εναγομένης προς αυτήν, που, κατά τους ισχυρισμούς της, προέκυψε από την πώληση προς την Εναγομένη εμπορευμάτων, ύψους €53.267,
- Απαίτηση, που, ως εύκολα διαπιστώνεται από τις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, διασυνδέεται με απλήρωτα χρεωστικά τιμολόγια που η Ενάγουσα εξέδωσε προς την Εναγομένη σχετικά, για τα οποία (ή καλύτερα, για τις χρεώσεις των οποίων), τηρείτο στο όνομα της Εναγομένης λογαριασμός, στον οποίο γίνονταν σχετικές καταχωρήσεις και ο οποίος χρεοπιστωνόταν αναλόγως πληρωμών της Εναγομένης προς εξόφληση τους (βλ. Cheeseline Ltd v Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/05/2014 [[vii]]). Συνεπώς, η απαίτηση της Ενάγουσας, παραπέμπει σε κατάσταση λογαριασμού («statement of account») που η Ενάγουσα τηρούσε στο όνομα της Εναγομένης για συναλλαγές της τελευταίας με αυτήν επί πιστώσει, στον οποίο βασίζεται για την διεκδίκηση του υπολοίπου της. Η εκτίμηση της μαρτυρίας, τα πραγματικά ευρήματα, η αξιολόγησης τους και τελικά συμπεράσματα
- Αρκετά από τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, ουσιαστικά για να αποφασιστεί η Αγωγή αυτή της Ενάγουσας, είναι παραδεκτά. Το τι ουσιαστικά αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης μεταξύ των διαδίκων, σε γενικές εδώ γραμμές, ήταν κατά πόσο η Εναγομένη οφείλει το ισχυριζόμενο στην Ενάγουσα ποσό, (β) αν η Ενάγουσα τηρούσε για τις δοσοληψίες τους κατάσταση λογαριασμού και (γ) κατά πόσο η Εναγομένη ήταν ενήμερη για αυτήν και για το χρέος της.
- Ως εκ του αντικρουόμενου των ισχυρισμών των διαδίκων για αυτά τα ουσιαστικά για την υπόθεση αυτή γεγονότα, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα (βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015), βάσει των οποίων, στην συνέχεια, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης (και σε σχέση με τι), το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212). Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού (βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974). Όπως επίσης, έχει αναγνωριστεί ως επιτρεπτό, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο αυτό, που ως έχει προαναφερθεί εκτιμά την μαρτυρία για να διαπιστώσει την αλήθεια ώστε εν συνεχεία να αξιολογήσει αυτήν που θα κάνει αποδεκτή για να καταλήξει στα συμπεράσματα του, οποιαδήποτε μαρτυρία παρουσιάστηκε κατά την διάρκειά της δίκης, ακόμα και χωρίς ένσταση του αντιδίκου, που δεν είχε κατά το στάδιο της προσαγωγής της αποκλειστεί από το Δικαστήριο, η οποία εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων, να μην την λάβει υπόψη (βλ. Κάτζιη ν Φουκαρίδης & Σια Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοψρωματιστές, ECLI:CY:AD:2017:A258, Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2011, 11/07/2017, Βοσκού κ. α. ν Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695 και Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826).
- Προτού όμως αναφερθώ στους παράγοντες που επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να προχωρήσω στην σχετική αξιολόγηση της, πρέπει να σημειωθούν και τα εξής, που αφορούν τόσο το ζήτημα του καθορισμού των επίδικων ζητημάτων κατά την δίκη, όσο και το ζήτημα της εκτίμησης και αξιολόγησης της μαρτυρίας, δια της υποβολής της θέσης των διαδίκων στους μάρτυρες που παρουσιάζουν γεγονότα για την υπόθεση του αντιδίκου. Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται ([3]) και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [[viii]] [[ix]]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, ανεξαρτήτως δικογράφησης [[x]] [[xi]]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [[xii]]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[xiii]]. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014, σε περίπτωση, όπου, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα (ο αντίδικος δηλαδή, επιλέγει να μην παρουσιάσει μαρτυρία), τότε, συνήθως, αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο (δεδομένης και της προαναφερόμενης μαρτυρίας που αφορά τις υποβολές θέσεων περί τα γεγονότα), εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους, είναι, αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο [[xiv]].
- Με αυτές τις παρατηρήσεις κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του. Έτσι και ο Δικαστής του Εφετείου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, R. A. Posner, στο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, γράφει στην σελίδα 123: «No legal catchphrase is more often repeated than that determinations by a trial judge whether to believe or disbelieve a witness can be overturned on appeal in only extraordinary circumstances. The reason is said to be the inestimable value, in assessing credibility, of seeing and hearing the witness rather than reading a transcript of his testimony, since the transcript eliminates clues to veracity that are supplied by tone of voice, hesitation, body language, and other non-verbal expressions.». (η έμφασης είναι δική μου)
- Αυτή ήταν και η γραμμή αντιμετώπισης στην υπόθεση Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, μία σχετικά πρόσφατη απόφαση του Privy Council, στην οποία ο Λόρδος Δικαστής Hodge παρέπεμψε, σχετικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά στην υπόθεση Housen v Nikolaisen [2002] 2 SCR 235, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «The trial judge has sat through the entire case and his ultimate judgment reflects this total familiarity with the evidence. The insight gained by the trial judge who has lived with the case for several days, weeks or even months may be far deeper than that of the Court of Appeal whose view of the case is much more limited and narrow, often being shaped and distorted by the various orders and rulings being challenged.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
- Στην ίδια απόφαση παρατέθηκε και η γνωστή ρήση του Δικαστή, ως ήταν τότε, Hoffmann, στην υπόθεση Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1: «The need for appellate caution in reversing the trial judge's evaluation of the facts is based upon much more solid grounds than professional courtesy. It is because specific findings of fact, even by the most meticulous judge, are inherently an incomplete statement of the impression which was made upon him by the primary evidence. His expressed findings are always surrounded by a penumbra of imprecision as to emphasis, relative weight, minor qualification and nuance . of which time and language do not permit exact expression, but which may play an important part in the judge's overall evaluation.». (η υπογράμμισης και έμφασης είναι δική μου)
- Επιπρόσθετα, στην προαναφερόμενη απόφαση Beacon Insurance Company Ltd, αναφέρθηκε και ο ακόλουθος σχολιασμός του ζητήματος αυτού από τον Λόρδο Neuberger του Abbotsbury, στην υπόθεση In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911: «This is traditionally and rightly explained by reference to good sense, namely that the trial judge has the benefit of assessing the witnesses and actually hearing and considering their evidence as it emerges. Consequently, where a trial judge has reached a conclusion on the primary facts, it is only in a rare case, such as where that conclusion was one (i) which there was no evidence to support, (ii) which was based on a misunderstanding of the evidence, or (iii) which no reasonable judge could have reached, that an appellate tribunal will interfere with it. This can also be justified on grounds of policy (parties should put forward their best case on the facts at trial and not regard the potential to appeal as a second chance), cost (appeals can be expensive), delay (appeals on fact often take a long time to get on), and practicality (in many cases, it is very hard to ascertain the facts with confidence, so a second, different, opinion is no more likely to be right than the first).». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
- Είναι για τους προαναφερόμενους λόγους, που, αυτό το χαρακτηριστικό, της αξιοπιστίας, που συναρτάται [και] με την γενικότερη εντύπωση που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη σημασία κατά την διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο, λόγοι που έχουν υιοθετηθεί από καιρό τώρα και από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας στην νομολογία του (βλ. αποφάσεις ανωτέρω).
- Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι, ως προαναφέρθηκαν, «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα
- Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα. Αξίζει πιστεύω, στο σημείο αυτό, να αναφερθεί απόσπασμα από το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), το οποίο, πολύ εύστοχα, αλλά και συνοπτικά, αναδεικνύει το εύλογο και βάσιμο της προαναφερόμενης επιφύλαξης: «I do not believe that the legal system has sufficiently absorbed the lessons of a century of psychological research into the nature of memory and the unreliability of eyewitness testimony. One of the most important lessons of such research is that in everyday life we are not aware of the extent to which our own and other people's memories are unreliable and believe our memories to be more faithful than they are. Two common (and related) errors are to suppose:
(1)that the stronger and more vivid is our feeling or experience of recollection, the more likely the recollection is to be accurate; and
(2)that the more confident another person is in their recollection, the more likely their recollection is to be accurate. Underlying both these errors is a faulty model of memory as a mental record which is fixed at the time of experience of an event and then fades (more or less slowly) over time. In fact, psychological research has demonstrated that memories are fluid and malleable, being constantly rewritten whenever they are retrieved. This is true even of so-called 'flashbulb' memories, that is memories of experiencing or learning of a particularly shocking or traumatic event. (The very description 'flashbulb' memory is in fact misleading, reflecting as it does the misconception that memory operates like a camera or other device that makes a fixed record of an experience.) External information can intrude into a witness's memory, as can his or her own thoughts and beliefs, and both can cause dramatic changes in recollection. Events can come to be recalled as memories which did not happen at all or which happened to someone else (referred to in the literature as a failure of source memory). Memory is especially unreliable when it comes to recalling past beliefs. Our memories of past beliefs are revised to make them more consistent with our present beliefs. Studies have also shown that memory is particularly vulnerable to interference and alteration when a person is presented with new information or suggestions about an event in circumstances where his or her memory of it is already weak due to the passage of time. The process of civil litigation itself subjects the memories of witnesses to powerful biases. The nature of litigation is such that witnesses often have a stake in a particular version of events. This is obvious where the witness is a party or has a tie of loyalty (such as an employment relationship) to a party to the proceedings. Other, more subtle influences include allegiances created by the process of preparing a witness statement and of coming to court to give evidence for one side in the dispute. A desire to assist, or at least not to prejudice, the party who has called the witness or that party's lawyers, as well as a natural desire to give a good impression in a public forum, can be significant motivating forces. Considerable interference with memory is also introduced in civil litigation by the procedure of preparing for trial. A witness is asked to make a statement, often (as in the present case) when a long time has already elapsed since the relevant events. The statement is usually drafted for the witness by a lawyer who is inevitably conscious of the significance for the issues in the case of what the witness does nor does not say. The statement is made after the witness's memory has been "refreshed" by reading documents. The documents considered often include statements of case and other argumentative material as well as documents which the witness did not see at the time or which came into existence after the events which he or she is being asked to recall. The statement may go through several iterations before it is finalised. Then, usually months later, the witness will be asked to re-read his or her statement and review documents again before giving evidence in court. The effect of this process is to establish in the mind of the witness the matters recorded in his or her own statement and other written material, whether they be true or false, and to cause the witness's memory of events to be based increasingly on this material and later interpretations of it rather than on the original experience of the events. It is not uncommon (and the present case was no exception) for witnesses to be asked in cross-examination if they understand the difference between recollection and reconstruction or whether their evidence is a genuine recollection or a reconstruction of events. Such questions are misguided in at least two ways. First, they erroneously presuppose that there is a clear distinction between recollection and reconstruction, when all remembering of distant events involves reconstructive processes. Second, such questions disregard the fact that such processes are largely unconscious and that the strength, vividness and apparent authenticity of memories is not a reliable measure of their truth.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
- Ως πιο λακωνικά ετέθη η ίδια αυτή άποψης από τον Λόρδο Δικαστή Browne σε μία εξωδικαστική ομιλία του αναφορά της οποίας εντοπίζεται σε σχετικές επί του ζητήματος αυτού εκθέσεις του Λόρδου Δικαστή Bingham: «The human capacity for honestly believing something which bears no relation to what actually happened is unlimited.». Και αυτό, πολύ απλά, γιατί, δεν είναι δυνατόν κάθε δεδομένο ενός περιστατικού να είναι στην ανάμνηση μας. Το περιστατικό, ως γεγονός, μπορεί ολόκληρο να ήταν στην ανάμνηση μας αμέσως μετά που επισυνέβη, κάποια όμως χρόνια μετά, κάποια γεγονότα που το συναποτελούν, φυσιολογικό είναι, λησμονούνται. Και επειδή η διήγησης του περιστατικού, και μάλιστα μέσα από εξέταση στο πλαίσιο μίας δικαστικής διαδικασίας, απαιτεί την «συναρμολόγηση» και «αποσυναρμολόγηση» γεγονότων, είναι αυξημένη η πιθανότητα, η, ως εκλαμβάνεται, ανάμνησης μας, να αστοχήσει, χωρίς κατ' ανάγκη αυτό να γίνεται ηθελημένα, στοχευόμενα και ανέντιμα.
- Ο, καθόλα τα άλλα, εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα, ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
- Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
- Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους. Όπως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Δικαστή Pearce στην απόφαση της Ανώτατης Δικαστικής Επιτροπής στην Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL: «'Credibility' involves wider problems than mere 'demeanour' which is mostly concerned with whether the witness appears to be telling the truth as he now believes it to be. Credibility covers the following problems. First, is the witness a truthful or untruthful person? Secondly, is he, though a truthful person, telling something less than the truth on this issue, or, though an untruthful person, telling the truth on this issue? Thirdly, though he is a truthful person telling the truth as he sees it, did he register the intentions of the conversation correctly and, if so, has his memory correctly retained them? Also, has his recollection been subsequently altered by unconscious bias or wishful thinking or by over-much discussion of it with others? Witnesses, especially those who are emotional, who think that they are morally in the right, tend very easily and unconsciously to conjure up a legal right that did not exist. It is a truism, often used in accident cases, that with every day that passes the memory becomes fainter and the imagination becomes more active. For that reason a witness, however honest, rarely persuades a Judge that his present recollection is preferable to that which was taken down in writing immediately after the accident occurred. Therefore, contemporary documents are always of the utmost importance. And lastly, although the honest witness believes he heard or saw this or that, it is so improbable that it is on balance more likely that he was mistaken? On this point it is essential that the balance of probability is put correctly into the scales in weighing the credibility of a witness. And motive is one aspect of probability. All these problems compendiously are entailed when a Judge assesses the credibility of a witness; they are all part of one judicial process. And in the process contemporary documents and admitted or incontrovertible facts and probabilities must play their proper part.».
- Ίδιο ήταν το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην προαναφερόμενη υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), στην οποία ανέφερε: «In the light of these considerations, the best approach for a judge to adopt in the trial of a commercial case is, in my view, to place little if any reliance at all on witnesses' recollections of what was said in meetings and conversations, and to base factual findings on inferences drawn from the documentary evidence and known or probable facts. This does not mean that oral testimony serves no useful purpose - though its utility is often disproportionate to its length. But its value lies largely, as I see it, in the opportunity which cross-examination affords to subject the documentary record to critical scrutiny and to gauge the personality, motivations and working practices of a witness, rather than in testimony of what the witness recalls of particular conversations and events. Above all, it is important to avoid the fallacy of supposing that, because a witness has confidence in his or her recollection and is honest, evidence based on that recollection provides any reliable guide to the truth.».
- Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
- Κατά την αντίληψη του Δικαστηρίου, ο ΜΥ δεν μαρτύρησε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ο οποίος, ΜΥ, πρέπει να σημειωθεί, λόγω της ιδιότητας του ως διοικητικός σύμβουλος της Ενάγουσας («de jure director»), ταυτίζεται με την Εναγομένη (βλ. «doctrine of identification»). Βασικός ισχυρισμός της Ενάγουσας στην έκθεση απαίτηση της προς υποστήριξη της αξίωσης της, ήταν ότι, η Εναγομένη, υπήρξε πελάτης της και ότι από τις πωλήσεις που της γίνονταν εμπορευμάτων της εμπορίας της, της οφείλει το αξιωμένο ποσό. Ποσό που, ως υποστηρίζει, προκύπτει από λογαριασμό που η Ενάγουσα τηρούσε στο όνομα της Εναγομένης σχετικά με τις δοσοληψίες τους, ο οποίος, τον Απρίλιο του 2012, παρουσίαζε το εν λόγω ποσό της απαίτησης της, ως χρεωστικό υπόλοιπο. Η Εναγομένη, με την έκθεση υπεράσπισης της, αρνήθηκε αυτόν τον ισχυρισμό της Ενάγουσας. Αρνήθηκε την ύπαρξη λογαριασμού και υποστήριξε ότι δεν οφείλει στην Ενάγουσα κανένα ποσό. Πλήρωνε την Ενάγουσα, ως σχετικά προέβαλλε δικογραφικά, με μετρητά. Κατά την δίκη όμως, επιχειρήθηκε δια του ΜΥ και επετεύχθη, η εισαγωγής ισχυρισμών για γεγονότα, τα όποια, αφής στιγμής τελικώς είναι υπό την κρίση του Δικαστηρίου, αναιρούν την προαναφερόμενη βάση της υπεράσπισης της, καθότι εκφεύγουν αυτής. Οι δε, ΜΥ, κρίνεται αναξιόπιστος. Υποστηρίχθηκε, κατ' αρχήν, από πλευράς της Εναγομένης, και σχετική θέσης υποβλήθηκε στους ΜΕ1 και ΜΕ2 κατά την αντεξέταση τους από την συνήγορο υπεράσπισης της, ότι, οι καταχωρήσεις στον λογαριασμό που η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο είναι λανθασμένες. Λογαριασμό, την ύπαρξη του οποίου, η Εναγομένη, υπενθυμίζω, αρνείτο. Η Εναγομένη, προς αμφισβήτηση της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2, που παρουσίασαν τα γεγονότα για το χρέος και τον επίδικο λογαριασμό προς υποστήριξη της απαίτησης της Ενάγουσας, εντόπισε κάποιες διαφορές στα ποσά που τιμολογήθηκε η Εναγομένη, με τις αντίστοιχες καταχωρήσεις χρέωσης (ήτοι, των τιμολογίων) στον λογαριασμό της. Υποδείχθηκε, ότι, στις συγκεκριμένες καταχωρήσεις, υπάρχει απόκλισης, θετική ή αρνητική, ενός σέντ. Υποδείχθηκαν περί τις 4 ή 5 τέτοιες καταχωρήσεις, για να υποστηριχθεί η εν λόγω θέσης. Η οποία τελικώς, διαμορφώθηκε ως προς το ότι, η Ενάγουσα, δεν καταχωρούσε όλα όσα έπρεπε να καταχωρηθούν στον λογαριασμό (και πιο συγκεκριμένα, «δεν καταχωρούσε όλες τις πληρωμές», «προέβαινε σε υπερβολικές χρεώσεις στην κατάσταση λογαριασμού και τα τιμολόγια»), με αποτέλεσμα η Εναγομένη να παρουσιάζεται ότι οφείλει το αξιωμένο ποσό. Θέσης, που έρχεται σε άκρα αντίθεση με τους ισχυρισμούς του ΜΥ, ο οποίος, μαρτυρώντας κατά την δίκη, αποδέχθηκε ότι το χρέος υπάρχει, καθότι, ως ανέφερε, τα συγκεκριμένα εμπορεύματα αγοράστηκαν από την Ενάγουσα -δεν αμφισβητείται δηλαδή η ορθότητα του υπολοίπου, ή οι καταχωρήσεις στον λογαριασμό-, εντούτοις, αυτό δεν οφείλεται από την Εναγομένη, αλλά από άλλη ή άλλες εταιρείες με τις οποίες αυτός συνδέεται (διοικητικά και, ως άφησε να εννοηθεί, και ιδιοκτησιακά), η επωνυμία των οποίων ομοιάζει με της Εναγομένης. Είναι παράλογο η Εναγομένη δικογραφικά και στην συνέχεια δια της συνηγόρου της κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2, να υποβάλλει την θέση ότι, η Εναγομένη, ποτέ δεν είχε ενημερωθεί για το ισχυριζόμενο χρέος και στην συνέχεια, δια του ΜΥ, να υποβάλλεται και μάλιστα τόσο κατηγορηματικά, η θέσης ότι το χρέος είναι γνωστό και υπαρκτό, αλλά οφείλεται από κάποιο άλλο πρόσωπο. Θέσης, που, ας σημειωθεί, εκτός του ότι δεν δικογραφείται ως υπεράσπιση, παρά την επεξήγηση που είχε δοθεί από την ΜΕ2 κατά την δίκη, ως προς το γιατί στις καταστάσεις λογαριασμού, στα τιμολόγια και δελτία παράδοσης εμπορευμάτων, που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από την Ενάγουσα, αναγράφεται «M. K. Petrou Ltd» αντί της επωνυμίας της Εναγομένης, δεν είχε υποβληθεί προς αυτήν (δηλαδή, την ΜΕ1, ή κόμη και στον ΜΕ1 αφής στιγμής προκύπτει ως ουσιαστικός ισχυρισμός υπεράσπισης της Εναγομένης) για να τύχει σχολιασμού, επεξήγησης ή για τα διαβήματα της Ενάγουσας προς θετικότερη απόδειξη του. Σε κάθε περίπτωση, τα όσα σχετικά ο ΜΥ ισχυρίστηκε, αφής στιγμής δεν αφορούσαν γεγονότα σε σχέση με την βάση της απαίτησης της Ενάγουσας, η Εναγομένη έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης («persuasive burden»), το οποίο, ως αξιολογείται στην συνέχεια, δεν απέσεισε, ώστε να ετίθετο ζήτημα μη απόσεισης από πλευράς Ενάγουσας του βάρους που αυτή φέρει για την απόδειξη της υπόθεσης της («legal burden») (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1Α Α.Α.Δ 339, Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ν Φάρμας Ρένου Χ'Ιωάννου
(2012)1Β Α.Α.Δ 1358). Αναφορά που γίνεται τώρα που εκτιμάται η μαρτυρία, όχι προς αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά επεξήγησης του γιατί κρίνεται ως αναξιόπιστη η μαρτυρία του ΜΥ, ο οποίος, πέραν από γενικούς ισχυρισμούς, δεν προσέφερε στο Δικαστήριο κανένα στοιχείο τεκμηρίωσης ως προς τα όσα επικαλέστηκε. Δηλαδή, σε ότι αφορά το χρέος αυτό, που, κατά τους ισχυρισμούς του, οφείλεται από κάποιες άλλες εταιρείες των οποίων είναι αξιωματούχος. Εταιρείες, με εργασίες στον τομέα της ανάπτυξης ακινήτων, που δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι, αν τα όσα ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ευσταθούσαν, δεν θα είχε καταχωρήσεις και βιβλία ή έστω κάποια στοιχεία για να τους τεκμηριώσει. Δεν είναι πιστευτός ο ΜΥ και για τον επιπρόσθετο λόγο, που έχει να κάμει με το γεγονός, ότι, όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί του, -αφής στιγμής θέσης της Εναγομένης είναι ότι σταμάτησε την διεξαγωγή των εργασιών της από το 2005 και άρα δεν μπορούσε να προβαίνει στις αγορές που η Ενάγουσα ισχυρίζεται-, αν ευσταθούσαν, όταν η Εναγομένη δικογραφούσε για την υπεράσπιση της, ένεκα του ισχυρισμού της Ενάγουσας ότι ο λογαριασμός της το έτος 2012 παρουσίαζε το ισχυριζόμενο υπόλοιπο, θα περιλαμβάνονταν ρητά και ξεκάθαρα στον εν λόγω δικόγραφο της, για την υπεράσπιση της κατά την δίκη. Ειδικότερα, εφόσον, ως υποστήριξε ο ΜΥ, πάντοτε κατά τις συζητήσεις του με αντιπροσώπους της Ενάγουσας για το υπό αναφορά χρέος, πίστευε ότι επρόκειτο για το χρέος των εταιρειών «Loma Estates Ltd ή Μ.Α. Petrou (Estates) Ltd οι οποίες μετά το έτος 2005 ξεκίνησαν την ανέγερση οικοδομών». Το κατασκευασμένο των ισχυρισμών του ΜΥ, διαφάνηκε όταν, αντεξεταζόμενος, ενώ κατά την κυρίως εξέταση του είχε υποστηρίξει ότι, η Εναγομένη, δεν οφείλει στην Ενάγουσα κανένα ποσό και μάλιστα, ότι τούτο διαφαίνεται από τα όσα καταγράφονται στο βιβλίο καταχωρήσεων της Ενάγουσας, Τεκμήριο 14 που παρουσίασε στο Δικαστήριο η ΜΕ2, κληθείς να είναι πιο λεπτομερής σε ότι αφορά την θέση του αυτή, δεν είχε καν ιδέα τι το Τεκμήριο 14 αφορά ή τουλάχιστον θυμόταν τι είχε αναφέρει προηγουμένως ή μπορούσε να το συσχετίσει με την μαρτυρία του. Αντιφατικός ήταν ο Εναγόμενος και για το ζήτημα των τιμολογίων. Είχε εμπιστοσύνη, υποστήριξε, στην Ενάγουσα, λόγω της πνευματικής συγγένειας του με ένα εκ των τότε ιδιοκτητών της και για αυτό τον λόγω δεν έλεγχε τα δελτία παραλαβής ή τιμολόγια που υπέγραφε. Μάλιστα, ως υποστήριξε αντεξεταζόμενος, υπέγραφε αυτά «ανοικτά». Χωρίς δηλαδή αυτά να φέρουν επωνυμία. Αν έβλεπε, ισχυρίστηκε, αυτά να επιγράφονται «M.K. Petrou», για αγορές που έκαναν άλλες εταιρείες που διοικούσε, μετά το έτος 2005 που η Εναγομένη ήταν εργασιακά αδρανής, σίγουρα θα το παρατηρούσε στους αντιπροσώπους της Ενάγουσας. Ξενίζει αυτός ο ισχυρισμός, αφής στιγμής, ο ΜΥ, προφανώς για να υποστηρίξει την θέση της Εναγομένης ότι δεν οφείλει στην Ενάγουσα, αλλά κάποιος άλλος (άλλη εταιρεία, της διοίκησης του επίσης), είχε ήδη υποστηρίξει κατά την κυρίως εξέταση του ότι, ήταν ιδέα της Ενάγουσας, την οποία και αποδέχθηκε λόγω της προαναφερόμενης σχέσης εμπιστοσύνης που ισχυρίζεται ότι υφίσταται κατά τον ουσιώδη χρόνο με ένα εκ των ιδιοκτητών της, τα τιμολόγια για τις αγορές στις οποίες προέβαινε για λογαριασμό όλων των εταιρειών της διοίκησης του, να εκδίδονταν στην επωνυμία «Μ.Κ. Petrou ή Μ.Κ. Petrou Ltd». Πως τότε, αν τέτοια ήταν η συμφωνία τους, θα διαμαρτυρόταν και για ποιο λόγο. Ή πως θα ήταν δυνατόν να είχε ακόμη υποδείξει στην Ενάγουσα ότι τα τιμολόγια που εκδίδονταν στις προαναφερόμενες επωνυμίες ήταν λανθασμένα; Γενικότερα, ο ΜΥ ήταν ασαφής και δεν έπειθε, σε ότι αφορά το κατά πόσο ελάμβανε τιμολόγια και δελτία παραλαβής ή και αν υπέγραφε αυτά. Απαντούσε με τρόπο, που, πραγματικά, ούτε όταν δια ζώσης έδιδε την μαρτυρία του, ούτε και μετά που είχα την ευκαιρία να διέλθω ξανά της μαρτυρίας του από τα πρακτικά της διαδικασίας, μπορεί να γίνει κατανοητό τι συγκεκριμένα είναι που υποστηρίζει για το ζήτημα αυτό ως θέση. Από τις χαρακτηριστικότερες αναφορές του ΜΥ, από τις οποίες καταδεικνύεται ο παραλογισμός του και η σύγχυσης του μέσα από τις ίδιες τις θέσεις του, είναι η εξής [το σύμβολο «Ε» αντιστοιχεί στην ερώτηση της συνηγόρου της Ενάγουσας που προηγήθηκε και το «Α» της απάντησης που δόθηκε από τον ΜΥ]: «Ε: Κύριε μάρτυρα, δηλαδή ισχυρίζεστε ότι χρωστούσες τούτα τα λεφτά, απλά είχατε συμφωνία αντιπαροχής; Α: Εγώ εξήγησα τα λεφτά τα χρωστούσε η εταιρεία, αλλά ποια εταιρεία; Μάριος Πέτρου ή M.K. Petrou. Αφού έπιανε Μάριος Πέτρου, ποια εταιρεία σου χρωστούσε; Ποιος; Εγώ σου λέω χρωστώ, έπιασα τα εμπορεύματα, ποιος σου χρωστά; Αφού εσύ δεν ξέρεις ποιού έδωσες, έβγαιναν τιμολόγια». 30. Στρέφομαι τώρα στους ΜΕ1 και ΜΕ2, οι οποίοι μου έκαναν πάρα πολύ καλή εντύπωση. Ήταν σταθεροί στην μαρτυρία τους, τα όσα ισχυρίστηκαν στο Δικαστήριο ήταν λογικά, τεκμηριώθηκαν και από στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως ήταν οι καταστάσεις λογαριασμού, τα δελτία παράδοσης των εμπορευμάτων και τα εκδοθέντα τιμολόγια, που μεταξύ τους, συσχετίζονται. Έχω πεισθεί ότι ήταν ειλικρινείς προς το Δικαστήριο. Άλλωστε, η μαρτυρία τους, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από πλευράς υπεράσπισης, η οποία, πρέπει να σημειωθεί, πλείστες από τις θέσεις του Εναγομένου για τα γεγονότα, δεν τους τις υπέβαλε για σχολιασμό τους. Στον βαθμό που η μαρτυρία τους αμφισβητήθηκε, ήταν εμφανές ότι οι μάρτυρες αυτοί, έδιδαν χωρίς δισταγμό τις απαντήσεις τους, οι οποίες, συνάδουν με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, είναι λογικές και υποστηρίζονται και από τα υπόλοιπα στοιχεία μαρτυρίας που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως εκ της προαναφερόμενης εκτίμησης μου, αποδέχομαι την μαρτυρία τους στην ολότητα της και στην βάση αυτής, προβαίνω σε όλα τα σχετικά με τα επίδικα ζητήματα ευρήματα. 31. Ακολούθως της προαναφερόμενης εκτίμησης της μαρτυρίας, από τα παραδεκτά γεγονότα και την αποδεκτή μαρτυρία, καταλήγω ότι, η Εναγομένη, οφείλει στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €53.267,96, που προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 13, η οποία τηρείτο από την Ενάγουσα για της αγορές της Εναγομένης από αυτήν επί πιστώσει -οι καταχωρήσεις της οποίας φαίνεται να αντικρίζονται από τις καταστάσεις, τιμολόγια, πιστωτικές σημειώσεις, αποδείξεις εισπράξεως, φορτωτικές, Τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 15-. Όπως προαναφέρθηκε, απαιτείτο από την Ενάγουσα, όπως, οι καταχωρήσεις στον λογαριασμό, να αποδεικνύονταν θετικά, ούτως ώστε να επαληθευόταν η αυθεντικότητα και ακρίβεια τους ως προς το τελικό υπόλοιπο (βλ. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν Γιαννούλλα Κυριάκου κ. α., ECLI:CY:AD:2016:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 171/11, 29/06/2016, Κλεάνθης Κλεάνθους κ. α. ν Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344, Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440, Paneuropean Insurance Co. Ltd v Θέμη Μηλιωνη
(2008)1Β Α.Α.Δ. 780, Μήρος Γιάγκου ν Deme Dairy Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 91 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). 32. Στην προκείμενη περίπτωση, βρίσκω ότι, η Ενάγουσα, με την μαρτυρία που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου σε ότι αφορά το ζητούμενο αυτό, που δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από πλευράς Εναγομένης, απέδειξε θετικά (βλ. Χαράλαμπος Κρασάρης ν Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A515, Πολιτική Έφεση Αρ. 95/2010, 10/07/2015) και έχει επιβεβαιώσει στον απαιτούμενο βαθμό (βλ. Χαράλαμπος Κρασάρης ν Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A515, Πολιτική Έφεση Αρ. 95/2010, 10/07/2015, Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ. α. ν Hellenic Bank Public Co Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A432, Πολιτική Έφεση Αρ. 426/2011, 29/11/2017) το χρέος της Ενάγουσας προς αυτήν στην βάση της εν λόγω καταστάσεως λογαριασμού (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1Α Α.Α.Δ 339). Σε αυτό το σημείο, πρέπει να επισημανθεί, κυρίως λόγω της εισήγησης της συνηγόρου της Εναγομένης κατά την τελική της αγόρευση, ως προς το ότι δεν αποδείχθηκε θετικά και επιβεβαιωθεί από πλευράς Ενάγουσας ως χρέος της Εναγομένης, το αρχικό ποσό στην κατάσταση λογαριασμού της Εναγομένης, ήτοι το ποσό των €554,50 που επιγράφεται «Υπόλοιπο Εκ Μεταφοράς», ότι, η ΜΕ2, παρουσίασε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 14, που παρουσιάζει το βιβλίο καταχωρήσεων των δοσοληψιών των διαδίκων από την έναρξη της συνεργασίας τους το έτος
- Σε αυτό, που είναι ουσιαστικά η προηγηθείσα, του ηλεκτρονικού προγράμματος καταστάσεως λογαριασμού της Ενάγουσας (δηλαδή, που δίδει το Τεκμήριο 13), κατάσταση λογαριασμού, παρουσιάζει καταχωρήσεις χρεώσεως της Εναγομένης τιμολογίων για εμπορεύματα που της πωλήθηκαν και σχετικές με αυτά πιστώσεις, αναφορά για τα οποία δίδεται. Αυτά, σημειώνεται, συσχετίζονται και αντιστοιχίζονται με τα τιμολόγια και αποδείξεις που η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο και πάλι δια της ΜΕ
- Ουσιαστικές, σημειώνεται περαιτέρω, για την υπόθεση της Ενάγουσας, να είναι οι καταχωρήσεις στο Τεκμήριο 14, από την 15η/05/2006 και εντεύθεν, ημερομηνία κατά την οποία, δια πιστωτικής εκπτώσεως, ο λογαριασμός της Εναγομένης μηδενίστηκε.
- Τέλος, στρέφομαι στην απαίτηση της Ενάγουσας για τόκο επί του ποσού της απαίτησης της. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ1, η συμφωνία τους με την Εναγομένη ήταν όπως κάθε τιμολόγιο που δεν εξοφλείτο εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του, θα επιβαρυνόταν με τόκο 9%. Μία τέτοια αναφορά, σημειώνεται, καταγράφεται και στα τιμολόγια που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο από την Ενάγουσα. Εντούτοις, ένα τέτοιος ισχυρισμός δεν προωθήθηκε από την Ενάγουσα ως βάση για την απαίτηση της. Στην έκθεση απαίτηση της, απλά, στο παρακλητικό της μέρος, υποβάλλεται απαίτηση για νόμιμο τόκο.
- Παρόμοιο ζήτημα, δηλαδή, απαίτησης ενάγοντος για «τόκο» επί καθυστερημένης πληρωμής, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κολοκασίδης & Συνέταιροι ν Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1671, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Η εξουσία επιδίκασης τόκου από αρμόδιο δικαστήριο πάνω σε οφειλόμενο χρέος προνοείται από το άρθρο 33
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (όπως τροποποιήθηκε) το οποίο αναφέρει τα εξής: "33. -
(1)Καθ' οιανδήποτε ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου διαδικασίαν, διά την είσπραξιν οιουδήποτε χρέους διά το οποίον τόκος είναι πληρωτέος είτε δυνάμει συμφωνίας ή άλλως ως δια νόμου προβλέπεται, το δικαστήριον θα επιδικάζη τόκον συμφώνως προς το συμφωνηθέν ή άλλως δια νόμου προβλεπόμενον επιτόκιον, δια την περίοδον την αρχομένην από της ημέρας καθ' ην τοιούτος τόκος κατέστη απαιτητός μέχρι τελικής αποπληρωμής: Νοείται ότι το τοιούτον επιτόκιον δεν θα υπερβαίνη το ανώτατον όριον του εκάστοτε υπό του νόμου επιτρεπομένου επιτοκίου." Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)του ιδίου Νόμου, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει τόκο σύμφωνα με τις αρχές του κοινοδικαίου και της επιεικείας όπως εφαρμόζονται στην Κύπρο. Σύμφωνα με το κοινοδίκαιο τόκος είναι πληρωτέος μόνο
(1)όπου υπάρχει ρητή συμφωνία για πληρωμή τόκου,
(2)όπου η συμφωνία για πληρωμή τόκου εξυπακούεται από προηγούμενες δοσοληψίες μεταξύ των μερών ή από τη φύση της συναλλαγής ή λόγω επαγγελματικού ή εμπορικού εθίμου ή συνήθειας, και
(3)σε μερικές περιπτώσεις υπό τύπο αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας όπου η σύμβαση εάν εκτελείτο προς γνώσιν των μερών θα έδιδε το δικαίωμα στον αναίτιο αντισυμβαλλόμενο να πληρωθεί τόκους. Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 32, σελ. 54, παραγρ. 108. Στην απόφαση Wadsworth ν. Lydall [1981] 1 W.L.R. 598, η οποία επικροτήθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση President of India v. La Pintada Compania Navegacion SA [1985] A.C. 104, αναγνωρίστηκε σαν επιπρόσθετη εξαίρεση η επιδίκαση τόκου σαν ειδική ζημία όταν σαν αποτέλεσμα της παράλειψης του εναγομένου να πληρώσει όταν έπρεπε, ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή. Εν τούτοις η πιο πάνω εξαίρεση που είναι η μόνη σχετική με τα επίδικα γεγονότα ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι ικανοποιείται ο δεύτερος κανόνας στην υπόθεση Hadley v. Baxendale
(1854)9 Ex. 341 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την ανάκτηση ζημιών και απωλειών συνεπεία παράβασης σύμβασης. Βλ. Chitty on Contract, 27η έκδοση, τόμος 1, 26 - 079, σελ. 1272 - 1273 και MacGregor on Damages, 15η έκδοση, σελ. 372 - 374. Ο δεύτερος κανόνας της υπόθεσης Hadley v. Baxendale κωδικοποιείται στο άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο αναφέρει τα εξής: "73. -
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης." Όπως προέκυψε από τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας του 1972 δεν ήταν σε γνώση των εφεσιβλήτων η από μέρους των εφεσειόντων τήρήση χρεωστικών τραπεζικών λογαριασμών οι οποίοι εχρεώνοντο με τόκους. Με δεδομένο ότι αυτό το ιδιαίτερο γεγονός δεν ήταν τότε σε γνώση των εφεσιβλήτων, ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι δεν ικανοποιείτο ο δεύτερος κανόνας της υπόθεσης Hadley v. Baxendale και κατά συνέπεια ο τόκος ως απώλεια δεν ήταν ανακτήσιμος καθότι ήταν απομακρυσμένη ζημία. Ο δικηγόρος των εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι ο τόκος θα μπορούσε να επιδικασθεί σύμφωνα με τους κανόνες της επιεικείας σε περίπτωση που δεν ενέπιπτε μέσα στις περιπτώσεις που αναγνωρίζονται από το κοινοδίκαιο. Συμβατική υποχρέωση για την καταβολή τόκου δεν προέκυψε. Οι σχετικές με το θέμα αυτό αρχές του δικαίου εξηγούνται στην Catsounotou ν. A.G.
(1978)1 C.L.R. 564 και Saab and Another ν. Holy Monastery Ay. Neophytes
(1982)1 C.L.R.
- Οι κανόνες της επιεικείας σε σχέση με την επιδίκαση τόκων προϋποθέτουν μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των μερών, η οποία βασίζεται κυρίως πάνω στη σχέση εμπιστευτικότητας (fiduciary) ή κάποιων ιδιαίτερων περιστάσεων. Βλ. Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 32, παρ.
- Αναφέρεται σχετικώς: "
- Equitable right to interest. In equity interest may be recovered in certain cases where a particular relationship exists between the creditor and the debtor, such as mortgagor and mortgagee, obligor and obligee on a bond, personal representative and beneficiary, principal and surety, vendor and purchaser, principal and agent, solicitor and client, trustee and beneficiary, or where the debtor is in a fiduciary position to the creditor. Interest is also allowed on pecuniary legacies not paid within a certain time, on the dissolution of a partnership, on the arrears of an annuity where there has been misconduct or improper delay in payment, or in the case of money obtained or retained by fraud. It may also be allowed where the defendant ought to have done something which would have entitled the plaintiff to interest at common law, or has wrongfully prevented the plaintiff from doing something which would have so entitled him." Η σχέση αρχιτέκτονα πελάτου και πιο συγκεκριμένα η επίδικη σχέση εφεσειόντων - εφεσιβλήτων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει μέσα στις γενικές αρχές που θέτει η σχετική νομολογία για την ιδιαίτερη σχέση, η οποία απαραιτήτως πρέπει να υφίσταται».
- Όπως και στην προαναφερόμενη υπόθεση Κολοκασίδης & Συνέταιροι, στην προκείμενη περίπτωση, η Ενάγουσα δεν προώθησε με την Αγωγή της ισχυρισμό για συμβατική διευθέτηση καταβολής του οποιουδήποτε ποσού ως τόκου σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής του τιμήματος πώλησης των εμπορευμάτων από την Εναγομένη προς την Ενάγουσα, ή χρέωσης του λογαριασμού της με τόκο επί του χρεωστικού υπολοίπου. Εντούτοις, η σχέσης πωλητή - αγοραστή, είναι μία σχέσης σε ότι αφορά την οποία αναγνωρίζεται ως θέμα δικαίου ότι δίδει σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής το δικαίωμα επιδίκασης τόκου. Μάλιστα, έχει τύχει πλέον νομοθετικής ρύθμισης, από τον περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμο του 2012, Νόμος 123(I)/2012, ο οποίος από 27/07/2012 κατάργησε τον περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμο του 2003, Νόμο 73(I)/
- Σημειώνεται, εδώ, η καταχώρηση αυτής της Αγωγής, την 21η/05/
- Τα προαναφερόμενα νομοθετήματα, θεωρώ, ότι, αποτελούν, δεδομένης της νομολογίας επί του ζητήματος της επιδίκασης τόκου και της ειδικής ρύθμισης του συγκεκριμένου ζητήματος απαίτησης από αυτά (ρυθμίσεις, νομοθετικές, μεταγενέστερες του Άρθρου 33
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, βλ. Χαράλαμπος Περικλέους ν Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου
(1997)4 Α.Α.Δ. 1058), ευχερέστερη βάση διεκδίκησης της απαίτησης αυτής της Ενάγουσας. Η οποία, ως προανέφερα διεκδίκησε με την Αγωγή της να της επιδικαστεί νόμιμος τόκος. Στην προκείμενη περίπτωση, η απαίτηση αυτή της Ενάγουσας υποστηρίζεται, κατ' εφαρμογής των προνοιών των Άρθρων 2 και 3 του Νόμου 73(Ι)/2003 (που εφαρμόζεται αντί του Νόμου 123(I)/2012, δεδομένης της πρόνοιας του Άρθρου 4(β) του Νόμου 123(Ι)/2012 [[xv]]) από τις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου 73(Ι)/2003. 36. Σύμφωνα με τα Άρθρα 5, 6 και 7 του Νόμου 73(Ι)/2003: «5. Παρά τις διατάξεις οποιασδήποτε άλλης νομοθεσίας εκάστοτε σε ισχύ στη Δημοκρατία, σε περίπτωση καθυστέρησης της πληρωμής όπως ορίζεται στη σύμβαση για την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών, τόκος υπερημερίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, καθίσταται απαιτητός από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση: Νοείται ότι - (α) εάν η ημερομηνία ή η περίοδος πληρωμής δεν ορίζεται στη σύμβαση, τόκος καθίσταται αυτόματα απαιτητός χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε υποχρέωση υπενθύμισης - (
- i)τριάντα ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής από τον οφειλέτη του τιμολογίου ή άλλης ισοδύναμης αίτησης για πληρωμή· ή (
- ii)εάν η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου ή της ισοδύναμης αίτησης για πληρωμή είναι αβέβαιη, τριάντα ημέρες μετά την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών· ή (iii) εάν ο οφειλέτης έχει παραλάβει το τιμολόγιο ή την ισοδύναμη αίτηση για πληρωμή πριν από τα αγαθά ή τις υπηρεσίες, τριάντα ημέρες μετά την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών· ή (
- iv)εάν προβλέπεται από οποιαδήποτε νομοθεσία ή τη σύμβαση, διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου, με την οποία επαληθεύεται η συμφωνία των αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση και εάν ο οφειλέτης λάβει το τιμολόγιο ή την ισοδύναμη αίτηση για πληρωμή νωρίτερα ή κατά την ημερομηνία, κατά την οποία διενεργείται η αποδοχή ή ο έλεγχος, τριάντα ημέρες μετά από αυτή την τελευταία ημερομηνία. (β) Ο πιστωτής δικαιούται τόκο υπερημερίας στο βαθμό που - (
- i)έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις· και (
- ii)δεν έχει λάβει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός εάν ο οφειλέτης δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση. 6.-
(1)Εκτός εάν η σύμβαση ορίζει διαφορετικά, το ύψος των τόκων υπερημερίας ("νόμιμο επιτόκιο"), τους οποίους υποχρεούται να καταβάλει ο οφειλέτης, σύμφωνα με το άρθρο 5 ισούται με το άθροισμα του επιτοκίου που εφαρμόζει η Κεντρική Τράπεζα στην πλέον πρόσφατη κύρια πράξη ανα-χρηματοδότησης της, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ("επιτόκιο αναφοράς"), συν επτά εκατοστιαίες μονάδες ("περιθώριο").
(2)Το επιτόκιο αναφοράς, το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ισχύει για τους επόμενους έξι μήνες.
(3)Το επιτόκιο που εφαρμόζει η Κεντρική Τράπεζα για τις βασικές πράξεις αναχρηματοδότησης καθορίζεται από το επιτόκιο που ισχύει για τέτοιες πράξεις στις προσφορές με σταθερό επιτόκιο.
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(3), σε περίπτωση, κατά την οποία μια βασική πράξη αναχρηματοδότησης πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία της προσφοράς με κυμαινόμενο επιτόκιο, το επιτόκιο αυτό αφορά το οριακό επιτόκιο, το οποίο προέκυψε από την εν λόγω προσφορά. Αυτό ισχύει τόσο για τις δημοπρασίες με ενιαίο επιτόκιο όσο και για τις δημοπρασίες με κυμαινόμενο επιτόκιο.». (η υπογράμμιση και η έμφασης είναι δική μου) 37. Από την αποδεκτή μαρτυρία, ικανοποιούμαι ότι, η Ενάγουσα, δικαιούται, από εφαρμογή των προαναφερόμενων προνοιών του Νόμου 73(Ι)/2003, τόκο επί του ποσού της απαίτησης της, ίσο με το «περιθώριο» που προνοεί το προαναφερόμενο Άρθρο 6
(1)του Νόμου 73(Ι)/2003, ήτοι προς 7% ετησίως, από 21/05/2012 (ήτοι, την ημερομηνία καταχώρισης αυτής της Αγωγής - αφής στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο από πλευράς Ενάγουσας, πότε παραλήφθηκε έκαστο τιμολόγιο που παρέμεινε προς εξόφληση από πλευράς Εναγομένης ή εάν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη απαίτηση πληρωμής έκαστου από πλευράς Ενάγουσας και πότε), μέχρι εξόφλησης του (και τούτο, ελλείψει μαρτυρίας περί του ύψους του «νόμιμου επιτοκίου», που επίσης ορίζεται από το προαναφερόμενο Άρθρο 6
(1)του Νόμου 73(Ι)/2003, και η οποία θα έδιδε στην Ενάγουσα δικαίωμα σε υψηλότερο ποσοστό τόκου). Κατάληξης
- Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, για το ποσό των €53.267,96, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού προς 7% ετησίως [[xvi]], από την ημερομηνία καταχώρισης αυτής της Αγωγής την 21/05/2012 μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, τα έξοδα της διαδικασίας αυτής, πλέον Φ. Π. Α., όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Αγωγή για ποσό που έχει συμφωνηθεί» («action for an agreed sum»). Στην περίπτωση οφειλής που προκύπτει από σύμβαση πώλησης αγαθών, έχει επικρατήσει ο όρος «Αγωγή για το τίμημα» («action for the price»). Βλ. το σύγγραμμα του R. Stone, The Modern Law of Contract, 5η έκδοση, στην σελίδα
- [2] Στην περίπτωση όπου η αντιπαροχή δεν έχει ποσοτικά καθοριστεί, τότε η αγωγή αποσκοπεί στην ανάκτηση ενός λογικού ποσού (quantum meruit, σε ότι αφορά υπηρεσίες και quantum valebat, σε ότι αφορά αγαθά). [3] Έχει παρουσιαστεί ή θα παρουσιαστεί, αναλόγως της περίπτωσης που αφορά την υπόθεση ενός ενάγοντα ή ενός εναγομένου, αντίστοιχα, και το στάδιο παρουσίασης μαρτυρίας εκατέρωθεν, κατά την ακροαματική διαδικασία. [i] Βλ. Cutter v Powell
(1795)[1795] EWHC KB J13 και Chr. Petrides Tradelinks Ltd v Παντελής Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ
- [ii] Όταν, για παράδειγμα, η σύμβασης αφορά την εκτέλεση εργασιών έναντι χρηματικού ανταλλάγματος και οι εργασίες που δεν έχουν εκτελεστεί, ή οι κακοτεχνίες, δεν είναι πολλές, το Δικαστήριο, στην βάση του κανόνα της ουσιαστικής ολοκλήρωσης («substantial performance»), μπορεί να επιδικάσει στον ενάγοντα το συμβατικό τίμημα, απομειώνοντας το όμως στο βαθμό που στο επιδικασθέν ποσό θα αντανακλάται το γεγονός της μη εκτελεσθείσας εργασίας ή κακοτεχνιών Βλ. H. Dakin & Co Ltd v Lee [1916] 1 KB 566, Hoenig v Isaacs [1952] 2 AllER 176 και Bolton v Mahadeva [1972] 2 AllER
- Πρόκειται για εξαίρεση στο προαναφερόμενο κανόνα, που είναι γνωστός και ως ο κανόνας της τέλειας προσφοράς («perfect tender»), η εφαρμογή της οποίας [εξαίρεσης] εκτοπίζεται, εάν από τους όρους της σύμβασης προκύπτει απαίτηση για αυστηρή και πλήρη απόδοση των συμφωνηθέντων. Η αρχή, δηλαδή, είναι ότι, ο κανόνας της ουσιαστικής ολοκλήρωσης, εκτός και αν διαφορετικά συμφωνηθεί, εκτοπίζεται από τον κανόνα της τέλειας προσφοράς. [iii] Βλ. Sumpter v Hedges [1898] 1 QB
- [iv] Βλ. Forman & Co Pty v Liddesdale [1900] AC
- [v] Βλ. περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα, Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1228 και
- [vi] Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ν Ρεϊνμποου Πλητσιηγκ και Ντραϊκ ΚΟ. Λτδ.
(2005)1Α Α.Α.Δ 610 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σε ότι αφορά πως αποδεικνύεται απαίτηση που βασίζεται σε παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated): «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση». [vii] Στην υπόθεση Cheeseline Ltd v Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/05/2014 το Δικαστήριο επεσήμανε την σημασία της δικογράφισης σε υποθέσεις του είδους: «. Η απόρριψη της μαρτυρίας αυτής όμως δεν ήταν άσχετη με την τελεία σύγχυση υπό την οποία δικαστήριο και συνήγοροι φαίνεται να τελούσαν ως προς το ουσιαστικό επίδικο θέμα. Όπως ήδη υποδείξαμε, προέκυπτε από τα δικόγραφα της Εφεσείουσας ότι η απαίτηση της εβασίζετο όχι σε υπόλοιπο λογαριασμού αλλά σε συγκεκριμένα απλήρωτα τιμολόγια, τα οποία και παρετέθησαν στην αγωγή. Η περαιτέρω αναφορά σε υπόλοιπο λογαριασμού, ήταν και μπορούσε να ήταν μόνο σε συνάρτηση με τα εν λόγω δέκα συγκεκριμένα τιμολόγια. Και τούτο βεβαιώθηκε στην απάντηση με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο. Εσφαλε λοιπόν ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής να θεωρήσει, προφανώς αφού ο μάρτυρας της Εφεσείουσας έδωσε μαρτυρία με αναφορά σε κατάσταση λογαριασμού και υπόλοιπο και η θέση της Εφεσίβλητης ήταν ότι επλήρωνε στη βάση λογαριασμού, ότι η απαίτηση δεν εβασίζετο στα τιμολόγια αλλά σε υπόλοιπο λογαριασμού. Και ορθώς εξέφρασε την ως άνω απορία του στη συνέχεια, που ήταν όμως απόρροια της παραγνώρισης της θεμελιακής δικογραφημένης θέσης. Η ίδια βεβαίως η Εφεσείουσα είχε συγχύσει την εικόνα, συμπλέκοντας απλήρωτα τιμολόγια και υπόλοιπο λογαριασμού, αφού μάλιστα τα μεν τιμολόγια συμποσούντο σε £5.535,15 ενώ το υπόλοιπο του λογαριασμού, που ήταν και το αξιούμενο ποσό, ανήρχετο σε £6.851,84. .. Και δύο περαιτέρω παρατηρήσεις. Η υπόθεση αυτή ας θυμίζει στους διαδίκους όσο και στο δικαστήριο την απόλυτη ανάγκη εκδίκασης στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων. ...». [viii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση ζήτημα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ix] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [x] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xi] Βλ. επίσης, Παυλίνα Γρηγορίου ν Νικόλα Γρηγορίου Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [xii] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». [xiii] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1508. [xiv] Αναφέρει το Εφετείο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014: «Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138). Συνήθως τέτοια θέματα εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος, όπως ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Barry Wynne (πιο πάνω). Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία, μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατάθεση του Τεκμηρίου 21, το οποίο αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου και περιείχε όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν άφηνε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν σ΄ αυτόν.». [xv] Σύμφωνα με την νομολογία, το ισχύον δίκαιο, προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος, εκτός και αν, μεταγενέστερο νομοθέτημα, που επιδρά επί δικαιώματος διαδίκου στην εν λόγω διαδικασία, ξεκάθαρα ήταν ο σκοπός του (του νομοθέτη) να περιοριστεί (βλ. Ανδρέας Δημητρίου ν Αικατερίνη Δημητρίου
(2012)1 Α.Α.Δ. 834, Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636, Argus Stockbrokers Ltd v Ανδρέα Χατζηθεοδοσίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1514 και The Ship "Ntama" a. a. v Th. D. Georghiades S.A.
(1980)1 C.L.R. 386). [xvi] Σε περίπτωση που προαναφερόμενη κατάληξη μου σε ότι αφορά το ζήτημα του τόκου ήθελε κριθεί λανθασμένη, επενεργούντος των προνοιών του Άρθρου 33
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, θα επεδίκαζα επί του εν λόγω ποσού, νόμιμο τόκο (ως αυτός κατά καιρούς ίσχυε και θα ισχύει) από την ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής αυτής μέχρι τελικής αποπληρωμής του (βλ. Chitty On Contracts, Vol. 1, στις παραγράφους, από 26-214 έως 26-217, D & G Products Ltd v Premixco Asphalting company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 263, Κολοκασίδης & Συνέταιροι ν Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1671 και Re Altius Insurance Ltd, Πολιτική Αίτηση Αρ. 2/2018, 28/01/2018). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο