← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΑ ΙΩΑΚΕΙΜ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 718/2015, 13/2/2018

ΙΩΑΝΝΑ ΙΩΑΚΕΙΜ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 718/2015, 13/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 718/2015 Μεταξύ: ΙΩΑΝΝΑ ΙΩΑΚΕΙΜ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Ενάγουσας - και -

  1. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
  2. PRIME INSURANCE COMPANY LTD Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 13/02/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Κενδέας Α. Σέργης Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κα Χριστίνα Μιλή). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). Για τον Εναγόμενο: Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κα Λύτια Σ. Λιασίδη). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Στην υπόθεση αυτή, υπό εξέταση είναι οι διατάξεις του Άρθρου 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, που αφορούν το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Ως αναφέρθηκε [και] από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Sam v Atkins [2005] EWCA Civ 1452, η αμέλεια είναι μια σύνθετη έννοια, που αναγκαστικά συνδυάζει τα στοιχεία: (α) της ύπαρξης καθήκοντος επιμέλειας, (β) της παραβίασης αυτού, (γ) της αιτιώδους συνάφειας και (δ) της ζημιάς•, τα οποία στοιχεία, καλό είναι να μην εξετάζονται κατ' απομόνωση. Το ζήτημα που σε κάθε περίπτωση πρέπει να απαντάται σε υποθέσεις όπου υπάρχει ισχυρισμός για την διάπραξη του αστικού αδικήματος της αμέλειας, είναι κατά πόσο η σχέση μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου είναι τέτοια, που επιβάλλει στον τελευταίο την υποχρέωση να μεριμνά για την αποφυγή ή την αποτροπή της ζημίας που ο πρώτος έχει πράγματι υποστεί. Στο ερώτημα αυτό, σημειώνεται, υπάγεται και το ερώτημα, κατά πόσο οι πράξεις ή οι παραλείψεις του εναγομένου προκάλεσαν τη ζημία που ο ενάγων επικαλείται. Αν όχι, τότε δεν τίθεται ζήτημα αμέλειας.
  4. Η υπόθεση αυτή, αφορά τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα την 28/03/2014 στην Λεωφόρο Λεμεσού στην Λάρνακα, στο οποίο ενεχόμενα ήταν τα μηχανοκίνητα οχήματα που οδηγούσαν: ο σύζυγος της Ενάγουσας, Αντώνης Φιλίππου (στο εξής καλούμενος «ο Φιλίππου») (το όχημα με αριθμό πλαισίου: NMTBE3JE60R052234 και αριθμούς εγγραφής: Δοκιμή 42-18 -τελικοί αριθμοί εγγραφής ΜΒΚ603, ιδιοκτησία της Ενάγουσας: στο εξής καλούμενο «το όχημα της Ενάγουσας») και η Εναγομένη 1 (το όχημα με αριθμούς εγγραφής LAT 673: στο εξής καλούμενο «το όχημα της Εναγομένης 1»). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, ενώ το όχημα της Ενάγουσας οδηγείτο από τον Φιλίππου στην Λεωφόρο Λεμεσού στην Λάρνακα, -στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της εν λόγω λεωφόρου-, με κατεύθυνση «από τα φώτα τροχαίας της πυροσβεστικής προς την διασταύρωση γνωστή ως διασταύρωση του K-Cineplex», η Εναγομένη 1, που οδηγούσε το όχημα της με την ίδια κατεύθυνση, ακολουθώντας το όχημα της Ενάγουσας, κατά παράβαση των καθηκόντων που της εναποθέτει ο νόμος και αμελώς, προκάλεσε την σύγκρουση του οχήματος της με το όχημα της Ενάγουσας, στο πίσω μέρος αυτού, προκαλώντας του εκτεταμένες ζημιές. Η Εναγομένη 2, είναι ασφαλιστική εταιρεία, που, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, είχε ασφαλισμένη την Εναγομένη 1, σε ότι αφορούσε τον κίνδυνο ατυχήματος του οχήματος της Εναγομένης 1, κατά την οδήγηση, «έναντι τρίτου», την οποία η Ενάγουσα ενήγαγε, ως αναφέρει στην έκθεση απαίτησης της, στην βάση των προνοιών του Άρθρου 16Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000, Νόμος 96(I)/
  5. Σημειώνεται, εν προκειμένω, ότι, οι αξιώσεις της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, υποβάλλονται «αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως». Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας, η ευθύνη της Εναγομένης 1 για το δυστύχημα, έγκειται στο γεγονός, ότι: (α) οδηγούσε με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, (β) παρέλειψε να εφαρμόσει τα φρένα του οχήματος της, ως όφειλε να πράξει, ή σε κάθε περίπτωση, τα φρένα του οχήματος της ήταν ελαττωματικά, (γ) όφειλε να έχει παρατηρητικότητα του οχήματος της Ενάγουσας και τον τρόπο που αυτό οδηγείτο στον δρόμο από τον Φιλίππου, ώστε να τηρεί την δέουσα υπό τις περιστάσεις απόσταση κατά την κίνηση τους και να μην απολέσει το έλεγχο του οχήματος της με αποτέλεσμα την σύγκρουση, (δ) δεν έλεγξε το όχημα της προς αποφυγή της σύγκρουσης του με το όχημα της Ενάγουσας, (ε) δεν συμμορφώθηκε με τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας και (στ) οδήγησε το όχημα της απρόσεκτα, και/ή αφηρημένα, και/ή επιπόλαια και/ή αδιάφορα σε ότι αφορούσε το όχημα της Ενάγουσας και την υπόλοιπη τροχαία κίνηση. Η Ενάγουσα, αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, ως έχει προαναφερθεί, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, ως ζημιά της, συνακόλουθη του ατυχήματος, το συνολικό ποσό των €1.110: €60 εκτίμηση ζημιάς, €463 εξαρτήματα, €535 ισιώματα, βαψίματα και εφαρμογές, €52 για απώλεια χρήσης του οχήματος της για περίοδο 3 ημερών (ήτοι, €17,50 κάθε ημέρα).
  6. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, που εμφανίστηκαν στην διαδικασία και εκπροσωπήθηκαν σε αυτήν από την ίδια δικηγορική εταιρεία, καταχώρησαν δικόγραφο υπεράσπισης με τις θέσεις τους σε ότι αφορά τα ισχυριζόμενα από την Ενάγουσα για την απαίτηση της γεγονότα. Παραδέχονται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας σε ότι αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οχήματος της, όπως επίσης και το ότι η Εναγομένη 1 ήταν η οδηγός του οχήματος κατά το επίδικο ατύχημα, το οποίο παραδέχονται ότι επισυνέβη στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο μεταξύ των δύο οχημάτων. Περαιτέρω, παραδέχονται ότι, η Εναγομένη 2, κατά την 28/03/2014 ήταν ασφαλιστής για κάλυψη ευθύνης έναντι τρίτου από την οδήγηση του οχήματος της Εναγομένης
  7. Οι Εναγόμενοι δεν αποδέχονται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί ευθύνης ή αποκλειστικής ευθύνης της Εναγομένης 1 για το επίδικο ατύχημα και ισχυρίζονται αμέλεια και/ή συντρέχουσα αμέλεια του Φιλίππου σε ότι αφορά αυτό. Υποστηρίζουν ότι, ο Φιλίππου: (α) οδηγούσε με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα και/ή με επικίνδυνη ταχύτητα, (β) παρέλειψε να εφαρμόσει, ως όφειλε, τα φρένα του οχήματος της Ενάγουσας, (γ) δεν ήταν, ως όφειλε, παρατηρητικός του δρόμου, της κινήσεως του οχήματος της Εναγομένης 1 και της τροχαίας κινήσεως γενικότερα, (δ) παρέλειψε να ενεργήσει προς αποφυγή του ατυχήματος (ε) έθεσε την Εναγομένη προ αιφνίδιου διλήμματος, αποστερώντας της έτσι την ευχέρεια να ενεργήσει προς αποφυγή της σύγκρουσης, (στ) οδήγησε το όχημα της Ενάγουσας από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Λεμεσού, στην δεξιά, χωρίς προηγούμενη περί της προθέσεως του αυτής ένδειξη και με τρόπο που απέκοψε απότομα την ελεύθερη πορεία του οχήματος της Εναγομένης που οδηγείτο σε αυτήν. Σε ότι αφορά την ζημιά που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη, την αρνούνται. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζουν ότι αυτές προϋπήρχαν του επίδικου δυστυχήματος ή δεν οφείλονται σε αυτό, ή είναι απομακρυσμένες του επίδικου ατυχήματος, ή κατασκευασμένες ή διογκωμένες. Εναλλακτικά, υποστηρίζουν ότι, ο Φιλίππου, δεν προέβη στις ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβεί για να αποφύγει το ατύχημα ή να περιορίσει την ζημιά της Ενάγουσας.
  8. Η υπόθεσης αυτή, βάσει των διατάξεων της Δ.30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, εμπίπτει στην κατηγορία των υποθέσεων «ταχείας εκδίκασης», που εκδικάζονται στην βάση των προνοιών των κ. κ. 5 και 6 της εν λόγω Διαταγής. Δηλαδή, στη βάση των αντίστοιχων, από πλευράς των διαδίκων, μαρτυριών, που κατατίθενται στο Δικαστήριο για τον σκοπό. Σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, σημειώνεται ότι, τελικώς, ενώπιον του Δικαστηρίου, ετέθη ενόρκως, μόνον μαρτυρία από πλευράς Ενάγουσας. Με αυτά τα δεδομένα, προχωρώ στην εκτίμηση της μαρτυρίας. Σημειώνοντας ως σχετική, λόγω της προαναφερόμενης εξέλιξης στην διαδικασία, την αρχή της νομολογίας, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση όπου ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε, συνήθως, αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο [[i]] [[ii]].
  9. Για την υπόθεση της Ενάγουσας, στο Δικαστήριο, παρουσιάστηκε η μαρτυρία: της ίδιας της Ενάγουσας (ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20/09/2016), του Αντώνη Φιλίππου (ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20/09/2016), του Ορθόδοξου Ευαγγελίδη (ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20/09/2016) και του Κυριάκου Κυριάκου (ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20/09/2016). Στο εξής καλούμενοι, «η Ενάγουσα», «ο Φιλίππου», «ο Ευαγγελίδης» και «ο Κυριάκου», αντίστοιχα. Η μαρτυρία των εν λόγω προσώπων, που συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, δεν παρουσιάζει στοιχεία που θα δικαιολογούσαν να μην γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και στην βάση και των όσων στοιχείων πραγματικής μαρτυρίας παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο προς τεκμηρίωση της, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητα της. Κρίνεται, ως αναφέρεται στην συνέχεια, ότι αυτή, έχει στον απαιτούμενο βαθμό αποδείξει την υπόθεση της Ενάγουσας και δικαιολογεί την αξίωση της, ως αυτή καταγράφεται καταληκτικά του σκεπτικού μου για την απόφαση μου αυτή.
  10. Η Ενάγουσα, με την μαρτυρία της, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: Κατά την 28/03/2014 ήταν η ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΜΒΚ
  11. Την 31/03/2014 κατέστη εγγεγραμμένη κύριος του εν λόγω οχήματος, εγγραφή που εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι και σήμερα (βλ. Τεκμήριο 1 στην εν λόγω ένορκη δήλωση της Ενάγουσας). Κατά την 28/03/2014 και την στιγμή του επίδικου ατυχήματος, το όχημα της οδηγείτο νόμιμα, κανονικά και με την συγκατάθεση της από τον Φιλίππου που είναι ο σύζυγος της (βλ. το πιστοποιητικό ασφάλισης, μέρος του Τεκμηρίου 4 στην εν λόγω ένορκη δήλωση της Ενάγουσας, την παράγραφο 6(β) και την εκεί επιφύλαξη). Πληροφορήθηκε για τα του επίδικου ατυχήματος, -δηλαδή, σε ότι αφορά το που και υπό ποιες περιστάσεις αυτό επισυνέβη και ειδικότερα ότι αυτό προκλήθηκε λόγω του ότι η Εναγομένη 1 οδήγησε το όχημα της αμελώς και κατά παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της-, από τον Φιλίππου. Λόγω του ατυχήματος, το όχημα της υπέστη υλικές ζημιές, οι οποίες έτυχαν εκτίμησης από τον εγκεκριμένο, από την ασφαλιστική της εταιρεία, εκτιμητή, Ευαγγελίδη και επιδιορθώθηκαν από συνεργείο της Dickran Ouzounian & Co Ltd, έναντι του συνολικού ποσού των €995 (βλ. Τεκμήριο 2 στην εν λόγω ένορκη δήλωση της Ενάγουσας). Κατά τον ουσιώδη χρόνο, το όχημα της Ενάγουσας ήταν ασφαλισμένο έναντι και του εν λόγω κινδύνου, -δηλαδή, ζημιάς λόγω τροχαίου ατυχήματος-, βάσει της σύμβασης ασφάλισης στην οποία είχε προσέρθει με την Υδρόγειο Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ, με αναφορά 1901-024768 (βλ. το πιστοποιητικό ασφάλισης, μέρος του Τεκμηρίου 4 στην εν λόγω ένορκο δήλωση της Ενάγουσας). Στη βάση των συμφωνηθέντων της με την Υδρόγειο Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ, η τελευταία, κατέβαλε για την επιδιόρθωση του οχήματος της Ενάγουσας στην Dickran Ouzounian & Co Ltd, το ποσό των €795 (βλ. Τεκμήριο 3 στην εν λόγω ένορκη δήλωση της Ενάγουσας) και η ίδια προσωπικά, το ποσό των €200, που αποτελούσε το πρώτο ασφαλιστέο ποσό, excess (βλ. τα Τεκμήρια 4 (πίνακας ασφαλιστηρίου) και 3 (απόδειξη πληρωμής) στην εν λόγω ένορκη δήλωση της Ενάγουσας). Αυτός είναι και ο λόγος, που, ως επεξήγησε, το τιμολόγιο της Dickran Ouzounian & Co Ltd (βλ. Τεκμήριο 1 στην εν λόγω ένορκη δήλωση της Ενάγουσας) εξεδόθη, τόσο στο δικό της όνομα, όσο και στο όνομα της Υδρόγειος Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ. Το ίδιο γεγονός, προσέθεσε, επεξηγεί και το γιατί οι δύο αποδείξεις του Τεκμηρίου 3 στην ένορκο δήλωση της, για τα ποσά των €795 και €200, εκδόθηκαν ξεχωριστά και αντίστοιχα στο όνομα της Υδρόγειος Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ και το δικό της. Η Ενάγουσα δεν έχει μέχρι στιγμής αποζημιωθεί για την προαναφερόμενη ζημιά της από τις Εναγόμενες 1 και
  12. Ο Φιλίππου, με την μαρτυρία του, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: Κατά την 28/03/2014, οδηγούσε νόμιμα και κανονικά το όχημα της Ενάγουσας συζύγου του, στην Λεωφόρο Λεμεσού στην Λάρνακα, με κατεύθυνση από τα φώτα τροχαίας της πυροσβεστικής προς τον κυκλικό κόμβο του K-Cineplex, κρατώντας την δεξιά εκ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας της πορείας του. Η Εναγομένη 1, οδηγώντας το όχημα της στην ίδια κατεύθυνση με αυτό της Ενάγουσας που οδηγείτο από αυτόν, και ακλουθώντας αυτό, αμελώς και κατά παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της, μη κρατώντας νόμιμη απόσταση και λόγω έλλειψης παρατηρητικότητας, συγκρούστηκε και προσέκρουσε στο πίσω μέρος του οχήματος της Ενάγουσας, προκαλώντας σε αυτό εκτεταμένες ζημιές και απώλειες. Ο ίδιος, δεν είχε περιθώριο να αντιδράσει και να αποφύγει την σύγκρουση τους. Στην σκηνή του ατυχήματος, λόγω του ότι οι ζημιές που είχαν προκληθεί, ήταν μόνον υλικές, δεν κλήθηκε η αστυνομία. Η δε Εναγομένη 1, του είχε αναφέρει ότι θα ενημέρωνε αμέσως την ασφαλιστική της εταιρείας, -δηλαδή, την Εναγομένη 2-, για να επιδιορθωθεί το όχημα της Ενάγουσας. Το όχημα της Ενάγουσας, ήταν ασφαλισμένο στην Υδρόγειο Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ με περιεκτική κάλυψη δυνάμει σχετικού συμβολαίου, επιδιορθώθηκε από την Ενάγουσα στο συνεργείο της Dickran Ouzounian & Co Ltd, έναντι του συνολικού ποσού των €
  13. Η Υδρόγειος Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ πλήρωσε το ποσό των €795 και η Ενάγουσα το ποσό των €200 που αναλογούσε στο πρώτο πληρωτέο ποσό excess. Η Ενάγουσα δεν έχει μέχρι στιγμής αποζημιωθεί για την προαναφερόμενη ζημιά της από τις Εναγόμενες 1 και 2, παρά το γεγονός ότι στην Εναγομένη 2 εστάλη γραπτή απαίτηση από την Υδρόγειο Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ που φέρει ημερομηνία 22/05/2015 (βλ. Τεκμήριο 1 στην εν λόγω ένορκη δήλωση του Φιλίππου).
  14. Ο Ευαγγελίδης, με την μαρτυρία του, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: Είναι εγκεκριμένος εσωτερικός εκτιμητής της Υδρόγειος Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ και μέλος του Παγκύπριου Συνδέσμου Εκτιμητών Κύπρου, από της ίδρυσης του το έτος
  15. Η Ενάγουσα είχε ασφαλισμένο το όχημα της, με αριθμούς εγγραφής ΜΒΚ 603, στην Υδρόγειο Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ, βάσει του ασφαλιστικού συμβολαίου (περιεκτικής κάλυψης) με αναφορά 1901-
  16. Κατά την 28/03/2014, το όχημα της Ενάγουσας ενεπλάκη σε δυστύχημα με το όχημα με αριθμούς εγγραφής LAT 673, συνεπεία του οποίου υπέστη υλικές ζημιές. Έλαβε, ως εκ τούτου, οδηγίες από την Υδρόγειο Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ για να εκτιμήσει τις ζημιές στο όχημα της Ενάγουσας, το οποίο και έπραξε την 24/04/2014, ενόσω αυτό βρισκόταν στο συνεργείο της Dickran Ouzounian & Co Ltd, πριν τούτο αποσυναρμολογηθεί για σκοπούς επιδιόρθωσης. Προέβη σε εκτίμηση των ζημιών, τόσο πριν, όσο και μετά την αποσυναρμολόγηση. Παρουσίασε στο Δικαστήριο την έκθεση για την εκτίμηση του και φωτογραφικό υλικό (βλ. τα Τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα, στην εν λόγω ένορκο δήλωση του Ευαγγελίδη).
  17. Ο Κυριάκου, με την μαρτυρία του, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής: Είναι ο υπεύθυνος του συνεργείου της Dickran Ouzounian & Co Ltd στην Λάρνακα. Την 03/04/2014, η Dickran Ouzounian & Co Ltd έλαβε εντολή από την Ενάγουσα και την ασφαλιστική της εταιρεία, Υδρόγειο Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ, για επιδιόρθωση από το συνεργείο της του οχήματος της Ενάγουσας με αριθμούς εγγραφής ΜΒΚ 603, το οποίο είχε υποστεί ζημιά στο πίσω του μέρος μετά από ατύχημα. Η Dickran Ouzounian & Co Ltd προέβη σε εργασίες επιδιόρθωσης του οχήματος της Ενάγουσας, ανάλυση των οποίων δίδεται στο τιμολόγιο που εξέδωσε σχετικά με την εργασία της, ήτοι, το υπ' αριθμόν PSERINV283421, για το ποσό των €998,
  18. Προς εξόφληση του εν λόγω τιμολογίου, €795 πληρώθηκαν στην Dickran Ouzounian & Co Ltd από την Υδρόγειο Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ και €200 από την Ενάγουσα, στις οποίες εξέδωσε αντίστοιχες αποδείξεις είσπραξης, τις υπ' αριθμόν PCRD407664 και PCRD
  19. Η ευθύνη που ένας οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος φέρει να τηρεί την συνήθη επιμέλεια και επιδεξιότητα έναντι των ατόμων που χρησιμοποιούν το οδικό δίκτυο που λογικά θα μπορούσε να προβλέψει ως πιθανώς επηρεαζόμενα από την οδήγηση του, είναι καλά εδραιωμένη περίπτωση στην οποία επιβάλλεται καθήκον επιμέλειας κάτω από το Άρθρο 51 του Κεφ. 148 (βλ. Καλαθά ν Πουλλίτα

(2006)1 Α.Α.Δ. 480, Barrett v Enfield London Borough Council [2001] 2 AC 550 και Sam v Atkins [2005] EWCA Civ 1452).
  1. Ως έχει νομολογηθεί [[iii]], το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος, είναι αντικειμενικό. Δεν συναρτάται με τους υποκειμενικούς παράγοντες που προσδιορίζουν τις δυνατότητες του οδηγού για επιμελή οδήγηση, αλλά με την ίδια την οδήγηση και τα εξωτερικά της γνωρίσματα. Επέδειξε ή όχι, ο οδηγός, στον ουσιώδη χρόνο, την επιμέλεια για την ασφάλεια των άλλων, που επέβαλλαν εξ αντικειμένου τα γεγονότα της υπόθεσης [[iv]]; Αυτό είναι το ερώτημα που σε κάθε περίπτωση πρέπει να απαντάται στη βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Συναρτάται, ως εκ τούτου, ο προσδιορισμός της απαιτούμενης επιμέλειας, από τα δεδομένα της τροχαίας και τη φροντίδα που εύλογα αναμένεται από πρόσωπο που βρίσκεται στη θέση του οδηγού, να επιδείξει, για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αριστείδου ν Πολυδώρου, ECLI:CY:AD:2016:A16, Πολιτική Έφεση Αρ. 346/2010, 15/01/2016: «. το κριτήριο για την αμέλεια είναι αντικειμενικό. Ο Εναγόμενος θα πρέπει να έχει συμπεριφερθεί και θα πρέπει να έχει επιδείξει προσοχή και φροντίδα χαμηλότερου επιπέδου, υπό τις περιστάσεις, από το επίπεδο που αναμένεται από έναν λογικό, συνετό, ικανό και έμπειρο οδηγό. Το μέτρο δεν είναι εκείνο του τέλειου οδηγού, αλλά του λογικού, συνετού και ικανού οδηγού.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου).
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Φιλίππου, οδηγούσε το όχημα της Ενάγουσας στην Λεωφόρο Λεμεσού στην Λάρνακα και προπορευόταν του οχήματος που οδηγούσε η Εναγομένη
  3. Ανέφερε με την μαρτυρία του, ότι, η Εναγομένη 1, δεν τηρούσε την απαιτούμενη απόσταση από το όχημα της Ενάγουσας και δεν ήταν παρατηρητική, με αποτέλεσμα την σύγκρουση τους. Σύμφωνα με την νομολογία, όλοι οι οδηγοί, έχουν υποχρέωση τήρησης δέουσας παρατηρητικότητας, πάντοτε και υπό όλες τις περιστάσεις. Υποχρέωση που πρέπει πάντοτε να κρίνεται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της κάθε περίπτωσης και των οδικών συνθηκών κάτω από τις οποίες βρίσκεται ένας οδηγός. Ο οδηγός προπορευόμενου οχήματος, δεν οφείλει να παρατηρεί συνεχώς την τροχαία κίνηση που τον ακολουθεί. Τέτοια υποχρέωση εγείρεται, -δηλαδή, παρατήρησης της τροχαίας κίνησης που ακολουθεί-, στην περίπτωση που ο προπορευόμενος οδηγός προτίθεται να προβεί σε οποιοδήποτε ελιγμό, π. χ. να σταματήσει, να ελαττώσει ταχύτητα, να στρίψει δεξιά ή αριστερά ή να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας (βλ. Κυριάκος Παύλου ν Ανδρέα Παπακυπριανού
(2000)1 Α.Α.Δ. 974). Από την μαρτυρία του Φιλίππου, προκύπτει ότι, η Εναγομένη 1, προσέκρουσε στο όχημα της Ενάγουσας που οδηγείτο από τον Φιλίππου, ενώ αυτός οδηγούσε κανονικά στην λωρίδα που χρησιμοποιούσε και ως εκ τούτου, αποκλειστικά υπεύθυνη για το ατύχημα κρίνεται η Εναγομένη 1, η οποία δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις παρά να κριθεί ότι παρέλειψε να επιδείξει την πρέπουσα προσοχή και φροντίδα κατά την επιτήρηση της έμπροσθεν του οχήματος της τροχαίας κίνησης βλ. Πανικος Παπαμαρκου ν Ανδρέα Κωνσταντίνου κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 568, Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης ν Μηλίτσας Παπαμιλτιάδους κ. α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 733, Νίκος Σιεηττάνης ν Περσούλας Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1337, Sharp v Ministry of Defence [2007] EWCA Civ. 1223, Jungnlkel n Laing
(1966)111 Sol Jo 19 και Bingham & Berrymans', Personal Injuries and Motor Claims Cases, στις σελίδες από 384 έως και 389). 13. Βάσει της προσαχθείσας μαρτυρίας και του ευρήματος του Δικαστηρίου περί της αποκλειστικής ευθύνης της Εναγομένης 1 για το επίδικο ατύχημα, η Ενάγουσα δικαιούται να της επιδικαστεί το ποσό των €995 υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Αποδέχομαι τα όσα κονδύλια έχουν δικογραφηθεί και έχουν (στην βάση της δικογράφισης τους) αποδειχθεί αυστηρά. Σχετική είναι η μαρτυρία της Ενάγουσας (και δη τα Τεκμήρια 2, 3 και 4 στην προαναφερόμενη ένορκη της δήλωση), του Ευαγγελίδη και Κυριάκου, που αφορούν την ζημιά στο όχημα της Ενάγουσας, την εκτίμηση της, την επιδιόρθωση της, το κόστος της και την πληρωμή του (Βλ. Βασίλειος Μαϊττάς ν Παναγιώτη Γεωργίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1, Κούλλης Κυριακίδης ν Γραγκούδη & Στεφάνου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 247 και St. Marina Sporting Promotions Ltd v Chterio Kirilov Dimitrov
(2004)1 Α.Α.Δ. 1663). Οι λοιπές αξιώσεις της Ενάγουσας, ως αναφέρθηκε και από την συνήγορο της κατά την τελική της αγόρευση, έχουν εγκαταλειφτεί. 14. Η Αγωγή αυτή της Ενάγουσας, με δεδομένη την εμπλοκή της ασφαλιστικής της εταιρείας, Υδρόγειος Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ, στα της υπόθεσης αυτής, εγείρει το ζήτημα του δικαιώματος του ασφαλιστή να υποκατασταθεί στην θέση του ασφαλισμένου του, του οποίου την ασφαλιζόμενη με αυτόν απώλεια του έχει αποζημιώσει πλήρως βάσει ασφαλιστικής σύμβασης στην οποία προσήλθαν για τον σκοπό («subrogation») (βλ. Castellain v Preston
(1883)11 Q.B.D. 380). Αν και πολύ συχνά αποκαλείται ως δικαίωμα, πρόκειται ουσιαστικά για θεραπεία που απορρέει από το δίκαιο της αποκατάστασης («restitutionary remedy»). Πρόκειται, ως υποστηρίζεται από διάφορους αναλυτές του ασφαλιστικού δικαίου, για αρχή δικαίου (του κοινοδικαίου) που υποστηρίζεται από το δίκαιο της επιείκειας (βλ. Napier v Hunter [1993] 2 W.L.R. 42, Banque Financiere de la Cite v Parc (Battersea) Ltd [1998] 1 All E.R. 737 και Π. Τ. Ασουρανσι Τοκιο Μαριν Ιντονησια ν ΣΗΣΚΟΠ Ναβικεϊσιον Λτδ κ. α. (Αρ. 1)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1378), της οποίας η εφαρμογή μπορεί να τροποποιηθεί, αποκλειστεί ή επεκταθεί συμβατικά (βλ. το σύγγραμμα των J. Birds και N. J. Hird, Bird's Modern Insurance Law, 5η έκδοση, στην σελίδα 289), οπόταν οι γενικές αρχές που την ορίζουν, επιστρατεύονται, συνήθως, εάν τίθεται ζήτημα ερμηνείας ενός τέτοιου όρου στην ασφαλιστική σύμβαση (βλ. Lucas v Exports Credit Guarantee Department [1974] 1 W.L.R. 909). 15. Η προαναφερόμενη αρχή της υποκατάστασης, εφαρμόζεται σε όλες τις ασφαλιστικές συμβάσεις που είναι συμβάσεις αποζημίωσης. Όπως είναι π. χ. συμβάσεις ασφάλισης για απώλεια έναντι κινδύνου από τροχαίο ατύχημα. Είναι δε δικαίωμα που προκύπτει αυτόματα της αποζημίωσης του ασφαλιζομένου και προς όφελος του ασφαλιστή που έχει καλύψει την ασφαλισμένη απώλεια του συγκεκριμένου ασφαλιζόμενου του (βλ. Π. Τ. Ασουρανσι Τοκιο Μαριν Ιντονησια ν ΣΗΣΚΟΠ Ναβικεϊσιον Λτδ κ. α. (Αρ. 1)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1378). Πληρωμές, κάτω από τέτοιου είδους συμβάσεις αποζημίωσης, -από τις οποίες, ως έχει προαναφερθεί, προκύπτει δικαίωμα υποκατάστασης-, μπορεί να αφορούν, είτε ένα σταθερό ποσό που δηλώνεται από τα μέρη στην σύμβαση ή που καθορίζεται βάσει καθορισμένης κλίμακας για συγκεκριμένο είδος απώλειας, είτε αποζημίωση του πραγματικού ποσού απώλειας στην κάθε περίπτωση για το συγκεκριμένο αυτό είδος ζημιάς. 16. Το δόγμα της υποκατάστασης έχει δύο πτυχές (βλ. Castellain v Preston
(1883)11 Q.B.D. 380). Η πρώτη, αφορά το ότι, ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να πραγματοποιήσει κέρδος από την απώλεια του και ότι, οποιοδήποτε τέτοιο κέρδος αποκομίσει, -υπό κάποιες προϋποθέσεις ή εξαιρέσεις-, είναι υπόλογος για αυτό στον ασφαλιστή του•, και η δεύτερη, αφορά το δικαίωμα του ασφαλιστή, που έχει αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο του, να μπει στην θέση του και εις το όνομα του (βλ. King v Victoria Insurance Co Ltd [1986] A.C. 250, Edwards v Motor Union Insurance Co [1922] 2 K.B. 249, Lister v Romford Ice and Cold Storage Ltd [1957] A.C. 555, K. Chellaram and Sons (London) Ltd a. a. v Overtania Shipping Company Ltd
(1982)1 C.L.R. 699, Caledonia North Sea Ltd v London Bridge Engineering Ltd [2000] Lloyd's Rep. I.R. 249, Nicolas Droushiotis (Import-Export) Ltd v L'Union Des Assurances De Paris (I.A.R.D.) Fire Accident and General Insurance Co Ltd
(1983)1 C.L.R. 19, Banque Financiere de la Cite v Parc (Battersea) Ltd
(1999)
(1)A.C. 221, P.T.Asuransi Tokio Marine Indonesia ν Seascope Navigation Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1142 και Gold Seal Shipping Company Ltd ν Standard Fruit Company (Bermuda) Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1552) ([1]), να επιδιώξει το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα αυτός έχει (και εξακολουθεί να διατηρεί) (βλ. Simpson v Thompson
(1877)3 App. Cas. 279 και Buckland v Palmer [1984] 1 W.L.R. 1109) που μπορεί να μειώσει την ασφαλισμένη ζημιά του. Με την επισήμανση εδώ, ότι, αγωγή που εγείρεται έχοντας τον προαναφερόμενο σκοπό, επειδή αφορά νομικό δικαίωμα του ασφαλισμένου, είναι του ασφαλισμένου, και ότι, ο εναγόμενος σε αυτήν, σε περίπτωση που κριθεί υπεύθυνος από το Δικαστήριο για αποζημίωση του, απαλλάσσεται από της ευθύνης του, μόνο εάν πληρώσει το ποσό της αποζημίωσης στον ασφαλισμένο. Στην οποία όμως αποζημίωση, πρέπει επίσης να σημειωθεί, καταληκτικό δικαίωμα [και δικαίωμα επίσχεσης («lien»)], έχει ο ασφαλιστής (βλ. K. Chellaram and Sons (London) Ltd a. a. v Overtania Shipping Company Ltd
(1982)1 C.L.R. 699). Καθώς επίσης και ότι, ο ασφαλιστής, υποκατασταθείς στην θέση του ασφαλιζόμενου του προς διεκδίκηση αγώγιμου δικαιώματος του τελευταίου, δεν αποκτά οποιοδήποτε δικαίωμα για θεραπεία, πέραν αυτού που έχει ο ασφαλιζόμενος του (βλ. Peta Company Ltd v Beaulieu Shipping Co Ltd
(1986)1 C.L.R. 354 και P.T.Asuransi Tokio Marine Indonesia ν Seascope Navigation Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1142). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των J. Birds και N. J. Hird, Bird's Modern Insurance Law, 5η έκδοση, στην σελίδα 296: «The insurer's right to bring proceedings in the name of the insured is long established, being referred to as a commonplace as long ago as Mason v Sainsbury. It is important to remember, however, that the action remains the insured's and that the defendant, if he is adjudged liable, gets a good discharge only if he pays the insured. If the insured should refuse to allow his name to be used, the insurer can, as an alternative to compelling it, bring proceedings against the wrongdoer and join the insured as second defendant.». Κατά κανόνα, το δικαίωμα του ασφαλισμένου στο οποίο υποκαθίσταται ο ασφαλιστής, αφορά αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου τρίτου προσώπου, που ευθύνεται να τον αποζημιώσει λόγω διάπραξης σε βάρος του κάποιου αστικού αδικήματος ή αδικοπραξίας, ή ένεκα παράβασης σύμβασης τους, ή βάσει κάποιου άλλου νόμιμου δικαιώματος του ασφαλισμένου ή ευθύνης αποζημίωσης του ασφαλισμένου από το τρίτο αυτό πρόσωπο, η ευθύνη του οποίου θα πρέπει να αφορά σε περίπτωση για την οποία ο ασφαλισμένος έχει αποζημιωθεί από τον ασφαλιστή του. 17. Αυτή η δεύτερη πτυχή του δόγματος της υποκατάστασης, αφορά την υπό κρίση Αγωγή και ως εκ τούτου, οι αρχές της εφαρμογής του, κρίνεται απαραίτητο όπως εξεταστούν με περισσότερη λεπτομέρεια. 18. Ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει πλήρως αποζημιωθεί από τον ασφαλιστή, προτού ο τελευταίος αποκτήσει δικαίωμα υποκατάστασης, και αυτό αφορά όλες τις απαιτήσεις που ο ασφαλισμένος του έχει υποβάλει που αφορούν ένα συγκεκριμένο περιστατικό και καλύπτονται από την σύμβαση ασφάλισης (βλ. Page v Scottish Insurance Corporation
(1929)98 L.J.K.B. 308, Napier v Hunter [1993] 2 W.L.R. 42 και Nicolas Droushiotis (Import-Export) Ltd v L'Union Des Assurances De Paris (I.A.R.D.) Fire Accident and General Insurance Co Ltd
(1983)1 C.L.R. 19). Εντούτοις, αυτή, είναι μία γενική αρχή, που, στην πράξη, το ζήτημα που διέπει, καλύπτεται συνήθως από σχετική συμφωνία των μερών, που αποτυπώνεται γραπτώς στην ασφαλιστική σύμβαση δια σχετικής ρήτρας και η οποία ρητά καθορίζει πότε ο ασφαλιστής αποκτά δικαίωμα υποκατάστασης του ασφαλιζόμενου του (βλ. Lucas v Exports Credit Guarantee Department [1974] 1 W.L.R. 909). Πρέπει να σημειωθεί ότι, τέτοιοι όροι, που δίδουν δηλαδή το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταχωρήσει αγωγή εξ ονόματος του ασφαλιζόμενου του, πριν από, ή μετά αφότου, τον αποζημιώσει, ή και που του δίδουν το δικαίωμα να ελέγχει την δικαστική διαδικασία ή να αναλάβει το έλεγχο της, ακόμη και όταν αυτή ηγέρθη από τον ασφαλισμένο, επειδή αρχικά ο ασφαλιστής ήταν αδιάφορος για αυτή, συναντώνται πολύ συχνά σε ασφαλιστικές συμβάσεις. 19. Έπεται από την προαναφερόμενη αρχή, ότι, μέχρις ότου ο ασφαλισμένος έχει πλήρως αποζημιωθεί από τον ασφαλιστή σε ότι αφορά όλες τις απαιτήσεις που του έχει υποβάλει και αφορούν ένα συγκεκριμένο περιστατικό που καλύπτει η ασφαλιστική σύμβαση, ο ασφαλισμένος, στην απουσία οποιασδήποτε περί του αντιθέτου πρόνοιας στην ασφαλιστική σύμβαση [ως έχει προαναφερθεί], έχει το δικαίωμα να ενάγει τον [σε βάρος του] αδικογραγήσαντα και να ελέγχει την δικαστική διαδικασία. Εντούτοις, στις περιπτώσεις όπου κάτι τέτοιο γίνεται υπό περιστάσεις όπου ο ασφαλιστής διατηρεί όφελος από το αποτέλεσμα της δικαστικής διαδικασίας, ο ασφαλιζόμενος έχει υποχρέωση να ενεργεί καλόπιστα σε ότι αφορά το όφελος και του ασφαλιστή και η απαίτησης του πρέπει να υποβάλλεται λαμβανομένου υπόψη και αυτού -δηλαδή, να υποβάλλεται σε ότι αφορά ολόκληρη την ζημιά του, ακόμη και στην περίπτωση που έχει μερικώς αποζημιωθεί για αυτή από τον ασφαλιστή του, που μπορεί και να αρνείται να τον υποκαταστήσει για σκοπούς δικαστικής διαδικασίας- (βλ. Commercial Union Assurance Co v Lister
(1874)L.R. 9 Ch και Hayler v Chapman [1989] 1 Lloyd's Rep. 490). Σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα υποκατάστασης στην βάση των προαναφερόμενων αρχών, ο ασφαλιστής έχει και το δικαίωμα ελέγχου της δικαστικής διαδικασίας, νοουμένου ότι συμφωνήσει όπως αποζημιώσει τον ασφαλισμένο με τα [τυχόν] έξοδα της (βλ. K. Chellaram and Sons (London) Ltd a. a. v Overtania Shipping Company Ltd
(1982)1 C.L.R. 699 και Π. Τ. Ασουρανσι Τοκιο Μαριν Ιντονησια ν ΣΗΣΚΟΠ Ναβικεϊσιον Λτδ κ. α. (Αρ. 1)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1378). Δικαίωμα όμως, που παράλληλα γεννά και υποχρέωση του ασφαλιστή, να ενεργεί καλόπιστα και με γνώμονα τα συμφέροντα και του ασφαλιζόμενου του, ειδικότερα στις περιπτώσεις όπου, δια της δικαστικής διαδικασίας, διεκδικείται από τον ασφαλιζόμενο και θεραπεία για απώλεια του που δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση. 20. Ένας εναγόμενος, δεν μπορεί να επικαλεστεί προς υπεράσπιση του, ότι, στην πραγματικότητα, ο ενάγοντας είναι ο ασφαλιστής και ότι, ο ενάγοντας στην εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία, είναι απλά ονομαστικά διάδικος σε αυτήν, επειδή έχει ήδη πλήρως αποζημιωθεί από τον ασφαλιστή του για την απώλεια που αυτός (ο εναγόμενος δηλαδή) του προκάλεσε (βλ. Brown v Albany Construction Co [1995] N.P.C. 100). Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα έσοδα του ασφαλισμένου από τον ασφαλιστή, στη βάση της μεταξύ τους σύμβασης ασφάλισης, αγνοούνται από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της αποζημίωσης του (βλ. Hant v Severs [1994] A.C. 350). Αρχή, που πρέπει να σημειωθεί, αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που αποκλείει την διπλή ανάκτηση / αποζημίωση (βλ. Edwin Kelly v Σωτήρη Νικολάου
(1992)1 Α.Α.Δ. 463, Bristol and West Building Society v May May & Merrimans [1998] 1 W.L.R. 336 και Arab Bank Plc v John D. Wood Commercial Ltd [2000] Lloyd's Rep. I.R. 471). Με το ίδιο σκεπτικό, ο εναγόμενος, δεν μπορεί να ισχυριστεί προς υπεράσπιση του, ότι, ο ασφαλιστής, ικανοποίησε την απαίτηση του ασφαλιζόμενου του για αποζημίωση, όταν δεν ήταν υποχρεωμένος να το πράξει -όπως είναι π. χ. η περίπτωση όπου ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα κάτω από την ασφαλιστική σύμβαση να μην αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο του, βλ. King v Victoria Insurance Co. [1896] A.C. 250 και National Oilwell (UK) Ltd v Davy Offshore Ltd [1993] Lloyd's Rep. 582-. 21. Οι προαναφερόμενες αρχές, συνοψίζονται στο σύγγραμμα των Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, 1ος τόμος, στην σελίδα 750 -με παραπομπή σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ινδίας στην υπόθεση Economic Transport Irganisation v Charam Spinning Mills (P) Ltd
(2010)4 SCC 114, όπου αυτές έτυχαν εξέτασης-. Παραθέτω αυτούσια την σχετική περικοπή: «(
  1. i)Equitable right of subrogation arises when the insurer settles the claim of the assured, for the entire loss. When there is an equitable subrogation in favour of the insurer, the insurer is allowed to stand in the shoes of the assured and enforce the rights of the assured against the wrong-doer. (
  2. ii)Subrogation does not terminate nor put an end to the right of the assured to sue the wrong-doer and recover the damages for the loss. Subrogation only entitles the insurer to receive back the amount paid to the assured, in terms of the principles of subrogation. (iii) Where the assured executes a Letter of Subrogation, reducing the terms of subrogation, the rights of the insurer vis-a-vis the assured will be governed by the terms of the Letter of Subrogation. (iν) Α subrogation enables the insurer to exercise the rights of the assured against third parties in the name of the assured. Consequently, any plaint, complaint or petition for recovery of compensation can be filed in the name of the assured, or by the assured represented by the insurer as subrogee-cum-attorney, or by the assured and the insurer as co-plaintiffs or co-complainants. (
  3. v)Where the assured [has] executed a subrogation-cum-assignment in favour of the insurer (as contrasted from a subrogation), the assured is left with no right or interest. Consequently, the assured will nο longer be entitled to sue the wrongdoer οn its own account and for its own benefit. But as the instrument is a subrogation-cum-assignment, and not a mere assignment, the insurer has the choice of suing in its own name, or in the name of the assured, if the instrument so provides. The insured becomes entitled to the entire amount recovered from the wrong-doer, that is, not only the amount that the insured had paid to the assured, but also any amount received in excess of what was paid by it to the assured, if the instrument so provides.». 22. Από τα όσα έχουν προαναφερθεί, προκύπτει ότι, η Ενάγουσα, ως η ιδιοκτήτης του οχήματος που υπέστη ζημιά συνεπεία του ατυχήματος, κανονικά έχει εγείρει αυτή την Αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως (βλ. το Άρθρο 16Α του Νόμου 96(Ι)/2000 και Μάριος Βαττή ν Χρυστάλλας Αυξεντίου κ. α. Πολιτική Έφεση Αρ. 127/2009, 10/01/2014), παρά το γεγονός ότι, ως προκύπτει, έχει πλήρως αποζημιωθεί για την ασφαλισμένη ζημιά της που αποτελεί μέρος της απαίτησης της σε αυτή την Αγωγή από την Υδρόγειο Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ -δηλαδή, με το ποσό των €795 που η Υδρόγειος Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ πλήρωσε για την επιδιόρθωση του οχήματος της στην Dickran Ouzounian & Co Ltd με το οποίο αυτή είχε χρεωθεί. Με εξαίρεση το ποσό των €200 που επωμίστηκε η ίδια σε ότι αφορά την προαναφερόμενη εργασία, στην βάση της ρήτρας υπέρβασης («excess clause») στην ασφαλιστική της κάλυψη με την Υδρόγειο Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ, το οποίο αποτελεί ανασφάλιστη ζημιά της (βλ. Page v Scottish Insurance Corporation
(1929)98 L.J.K.B. 308 και στο σύγγραμμα των J. Birds και N. J. Hird, Bird's Modern Insurance Law, 5η έκδοση, στην σελίδα
  1. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, αποφασίζω όπως: Η Αγωγή της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων επιτυγχάνει. Εκδίδεται, ως εκ τούτου, προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, απόφαση για το ποσό των €995, ως ειδικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο επί του ποσού των €497,5 ετησίως, από την έγερση του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας την 28/03/2014, μέχρι εξοφλήσεως (Βλ. Φοινικαρίδης ν Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Επιπρόσθετα, επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, τα έξοδα της Αγωγής, πλέον Φ. Π. Α., όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Διαφορετική είναι η περίπτωση όταν υπάρχει εκχώρησης δικαιωμάτων από τον ασφαλιζόμενο στον ασφαλιστή, οπότε ο ασφαλιστής μπορεί να εγείρει την αγωγή στο δικό του όνομα καθόσον με την εκχώρηση αποκτά ίδιο δικαίωμα (βλ. Gold Seal Shipping Company Ltd ν Standard Fruit Company (Bermuda) Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1552, Π. Τ. Ασουρανσι Τοκιο Μαριν Ιντονησια ν ΣΗΣΚΟΠ Ναβικεϊσιον Λτδ κ. α. (Αρ. 1)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1378 και Chrysostomou v. G.S. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. 10. και το σύγγραμμα των J. Birds και N. J. Hird, Bird's Modern Insurance Law, 5η έκδοση, στην σελίδα 303). Περαιτέρω και σε ότι αφορά την προαναφερόμενη νομολογία, σημειώνεται πως, σε κάποιο βαθμό, διαφοροποιείούνται οι αρχές της υποκατάστασης και locus standi σε υποθέσεις ναυτοδικείου, βάσει των Κανονισμοί 30 και 31 των περί Ναυτοδικείου της Κύπρου Κανονισμών (βλ. Gold Seal Shipping Company Ltd ν Standard Fruit Company (Bermuda) Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1552). [i] Όπως αναφέρθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014: «Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138). Συνήθως τέτοια θέματα εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος, όπως ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Barry Wynne (πιο πάνω). Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία, μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατάθεση του Τεκμηρίου 21, το οποίο αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου και περιείχε όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν άφηνε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν σ΄ αυτόν.». [ii] Βλ. επίσης, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Ανδρέα Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση Αρ. 398/2011, 12/02/2018. [iii] Δέστε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παγκος Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300. [iv] Δέστε τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160 και Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.