← Κύπρος

EVGENIA TRAVEL LTD ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 351/2012, 21/2/2018

EVGENIA TRAVEL LTD ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 351/2012, 21/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 351/2012 Μεταξύ: EVGENIA TRAVEL LTD Ενάγουσας - και - ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 21/02/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κα Γεωργία Δημητρίου). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). Για τον Εναγόμενο: Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κ. Πέτρος Θεοφίλου). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Η Ενάγουσα, με την Αγωγή της αυτή, αξιώνει από τον Εναγόμενο, €3.695,49, ως ποσό, που, κατά τους ισχυρισμούς της, ο Εναγόμενος της οφείλει για αεροπορικά εισιτήρια που του πώλησε.
  2. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, κατά διάφορες ημερομηνίες, μέχρι και την 31/12/2009 στην Λάρνακα, μετά από αίτηση του Εναγομένου, αυτή πώλησε και παρέδωσε στον Εναγόμενο και/ή σε αντιπρόσωπο του και/ή για λογαριασμό του, αεροπορικά εισιτήρια συνολικής αξίας €3.695,
  3. Ο Εναγόμενος αγόρασε αυτά επί πιστώσει, με την υπόσχεση και/ή την υποχρέωση ότι θα τα εξοφλούσε προσωπικά εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η Ενάγουσα, για τα εισιτήρια αυτά, εξέδιδε χρεωστικές σημειώσεις και/ή τιμολόγια και/ή κάρτες χρεώσεως. Ο Εναγόμενος, παρά το γεγονός ότι, ως προαναφέρθηκε, παρέλαβε τα εν λόγω εισιτήρια ο ίδιος προσωπικά και/ή αντιπρόσωπος του, τα οποία και χρησιμοποιήθηκαν, δεν πλήρωσε την εν λόγω οφειλή του, παρά το γεγονός ότι οχλήθηκε σχετικά, και μάλιστα επανειλημμένος, από την Ενάγουσα.
  4. Ο Εναγόμενος, δεν αποδέχεται τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης του, αγνοεί το κατά πόσο η Ενάγουσα είναι εταιρεία νόμιμα συσταθείσα, στους σκοπούς της οποίας είναι η έκδοσης εισιτηρίων και η παροχή τουριστικών υπηρεσιών. Ο ίδιος, ως υποστηρίζει, γνωρίζει, μόνον το ταξιδιωτικό γραφείο με την επωνυμία «Evgenia Travel» που εδρεύει στην Λάρνακα. Αποδέχεται όμως, ως προκύπτει από τα όσα στην συνέχεια δικογραφούνται, ότι ήταν πελάτης της Ενάγουσας επί σειρά ετών. Εντούτοις, ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει στην Ενάγουσα κανένα ποσό. Περαιτέρω, αρνείται ότι είχε υποσχεθεί και/ή ανέλαβε υποχρέωση να πληρώσει στην Ενάγουσα εισιτήρια τρίτων. Αρνείται ότι παρέλαβε εισιτήρια από την Ενάγουσα, είτε ο ίδιος προσωπικά, είτε αντιπρόσωπος του, -που χρησιμοποιήθηκαν-, το τίμημα των οποίων οφείλει στην Ενάγουσα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της για εξόφληση.
  5. Κατά την δίκη, για την υπόθεση της Ενάγουσας κατέθεσαν: η Ευγενία Μωυσέως (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ1») και ο Χριστάκης Χριστοφή (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2»). Για την υπόθεση του Εναγομένου, κατέθεσε μόνον ο ίδιος.
  6. Στις περιπτώσεις όπου μία σύμβασης προνοεί για την πληρωμή ενός ποσού ως αντιπαροχή για την παράδοση αγαθών ή την εκτέλεση υπηρεσιών από πλευράς ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, ή γενικότερα, για την εκτέλεση κάποιας συγκεκριμένης υποχρέωσης, τότε, το μέρος αυτό, με την εκπλήρωση της υποχρέωσης του, έχει δικαίωμα να πληρωθεί το ποσό που έχει κερδίσει. Η αποκατάσταση του σε περίπτωση αθέτησης, δεν είναι αγωγή για αποζημιώσεις βάσει παράβασης σύμβασης, αλλά αγωγή για την ανάκτηση του ποσού της σύμβασης, ως χρέους ([1])([2]). Και αυτό, επειδή, η αξίωση του ενάγοντος, αφορά την ειδική εκτέλεση της κύριας υποχρέωσης του εναγομένου να εκτελέσει τα όσα έχει υποσχεθεί (βλ. Εταιρεία Πεππης Λτδ ν Andreas Demetriades Consulting Services Ltd

(2006)1 Α.Α.Δ. 100, J. Aristodemou Ideal Houses Ltd ν Γιάγκου Γλυκή
(2005)1 Α.Α.Δ. 266). Ως εκ τούτου, ενάγοντας που βασίζει την αγωγή του σε χρέος, δεν φέρει το βάρος απόδειξης απώλειας ή ζημιάς, αλλά απλώς, έχει το βάρος να αποδείξει μία ρητή ή εξυπακουόμενη συμφωνία / όρο για την πληρωμή του ποσού αυτού της σύμβασης σε περίπτωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων, έτσι ώστε, κανόνες του δικαίου των συμβάσεων που έχουν να κάνουν με το ζήτημα της αποζημίωσης για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης, όπως αυτοί της απομεμακρυσμένης ζημιάς ή αυτών που έχουν να κάμουν με το μέτρο καθορισμού της, δεν εισέρχονται προς εξέταση, ούτε και η απαίτησης του ενάγοντος μπορεί να επηρεαστεί από θέματα όπως είναι για παράδειγμα το καθήκον μετριασμού της ζημιάς (εντούτοις κάποιες εξαιρέσεις είναι συζητήσιμο ότι υπάρχουν) (βλ. το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παραγράφους 21-001 και 21-002). Σε κάθε περίπτωση, όπου το συμφωνημένο τίμημα δεν έχει πληρωθεί και ο ενάγοντας υφίσταται επιπρόσθετη απώλεια λόγω της μη πληρωμής, μπορεί, με την αγωγή του, να διεκδικήσει το συμφωνημένο ποσό, αλλά και αποζημιώσεις (βλ. το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παραγράφους 21-001 και 21-002).
  1. Χρέος, συνεπώς, θεωρείται ότι υπάρχει, όπου ο ενάγοντας έχει εκπληρώσει όλες τις πράξεις τις οποίες, βάσει των όρων της σύμβασης, του δίδουν το δικαίωμα να πληρωθεί. -Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στην σελίδα 935, στο μέρος που επιγράφεται, «Several Distinct Debts», χρέος λογίζεται: «Any pecuniary liability, which has been quantified or is capable of being quantified, on the basis of a contract or on the principles of law, is a debt. it must be an ascertained amount. ... The test to determine whether the dues to the plaintiff are one debt or several distinct debts is whether he can sue for such dues separately ...»-. Ως εκ τούτου, το κατά πόσο η υποχρέωσης για πληρωμή του ενάγοντος έχει προκύψει, εξαρτάται κυρίως από τους όρους της σύμβασης. Όπου οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι διαιρετές, από την άποψη ότι, η σύμβασης δίδει το δικαίωμα τμηματικής πληρωμής για κάθε στάδιο εκτέλεσης, ο ενάγοντας, μπορεί να εγείρει αγωγή για κάθε μέρος του συμβατικού τιμήματος, καθώς ολοκληρώνεται η εργασία ή εκπληρώνεται η υποχρέωσης που αφορά το μέρος αυτό, σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης πληρωμής του. Στην περίπτωση όμως, που, οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι αδιαίρετες, -δηλαδή, η σύμβασης είναι αδιαίρετη («entire agreement»)-, ο ενάγοντας δεν μπορεί να ανακτήσει τίποτα προτού ουσιαστικά ολοκληρώσει στο σύνολο τους τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να πληρωθεί, κατά το ήμισυ το συμβατικό τίμημα, όταν έχει κατά το ήμισυ εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, καθότι, ρητά με την σύμβαση, ή ως έμμεσα προκύπτει από αυτήν, έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα του πληρωθεί τίποτα προτού εκπληρώσει πλήρως όλες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με αυτήν [[i]]. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο 17-031: «A contractual obligation is said to be "entire" when the contract requires to be completely performed by one party (A) before the other (B) is to pay, or to render such other counter-performance as may have been agreed. Complete performance by (A) is sometimes said to be a "condition precedent" to B's liability; ...». Και στην συνέχεια, στις παραγράφους 17-035 και 17-036: «A contract imposes severable obligations if payment under it is due from time to time as performance of a specified part of the contract is rendered. . Where a contract imposes severable obligations, a party who has fully performed the specified part can recover the corresponding payment even though his failure to complete the whole of the promised performance is a breach of contract [μπορεί όμως να κριθεί υπόλογος να αποζημιώσει τον αντισυμβαλλόμενο του εάν ο τελευταίος από την παράβαση υποστεί ζημιά]». Εντούτοις, πρέπει να αναφερθεί, ότι, στον προαναφερόμενο κανόνα, έχουν αναγνωριστεί εξαιρέσεις [[ii]]. Σε κάθε περίπτωση, εκεί που ο εναγόμενος οικειοθελώς αποδέχεται το όφελος της μερικής εκτέλεσης από πλευράς του ενάγοντος, ο τελευταίος δικαιούται να πληρωθεί την αξία της εργασίας που εκτέλεσε ή των αγαθών που προμήθευσε [[iii]]. Η θέση, είναι διαφορετική, αν ο εναγόμενος δεν είχε άλλη επιλογή από του να αποδεχθεί το όφελος της μερικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων του ενάγοντος κάτω από την σύμβαση, όπως για παράδειγμα είναι η περίπτωση εκτέλεσης εργασίας σε ιδιοκτησία του εναγομένου, ή η ενσωμάτωσης υλικών σε περιουσία του εναγομένου [[iv]].
  2. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, αν, μετά από παραβίαση των συμφωνηθέντων, ο ζημιωθείς επιλέξει τον τερματισμό της, εν συνεχεία, αυτός δεν μπορεί να εγείρει αγωγή για ποσό, που, κάτω από την σύμβαση θα του προέκυπτε ως πληρωμή, σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας του τερματισμού. Σε μία τέτοια περίπτωση, το ζημιωθέν πρόσωπο, μπορεί να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης και το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση τους, μπορεί να λάβει υπόψη του ποσά που θα έπρεπε να ελάμβανε κάτω από την παραβιασθείσα σύμβαση. Όπου όμως ο ζημιωθείς, υπό τέτοιες περιστάσεις, επιβεβαιώσει την σύμβαση (επιλέξει δηλαδή να την διατηρήσει «ζωντανή»), μπορεί να εγείρει αγωγή για το συμφωνημένο ποσό, αν, κατά τον χρόνο της παράβασης των συμφωνηθέντων, έχει ήδη εκτελέσει όλες τις υποχρεώσεις του κάτω από αυτήν (βλ. Αχιλλέας Σταύρου ν G. Rotidis & Partners
(2008)1 Α.Α.Δ. 477). Στην περίπτωση που, κατά την ημερομηνία παράβασης των συμφωνηθέντων, υπολείπονται υποχρεώσεις του ενάγοντος προς εκτέλεση, τότε, αγωγή για οφειλή (ή για ποσό που έχει συμφωνηθεί) είναι διαθέσιμη σε αυτόν υπό προϋποθέσεις: η νομολογία, έχει διακρίνει τις περιπτώσεις όπου, η συνεργασία του αντισυμβαλλόμενου που αποκήρυξε παράνομα την σύμβαση για την εκπλήρωση των εναπομεινάντων υποχρεώσεων του ενάγοντος είναι απαραίτητη, από αυτές που δεν είναι απαραίτητη, καθώς επίσης και τις περιπτώσεις όπου το ζημιωθέν πρόσωπο έχει έννομο συμφέρον ανάκτησης του συμφωνηθέντος ποσού («legitimate interest in recovering the agreed sum»). Το ζητούμενο δηλαδή, είναι, η επιβεβαίωση της σύμβασης και η ολοκλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντος για να δικαιούται σε πληρωμή του συμφωνηθέντος χρηματικού ανταλλάγματος (βλ. το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παραγράφους από 21-008 έως και 21-015).
  1. Σχετικά με τα προαναφερόμενα, είναι και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1272 και 1273, στο μέρος που επιγράφεται, «Claim for Agreed Sum» [[v]]: «Α debt is a definite sum of money fixed by the agreement of the parties as payable by one party in return for the performance of a specified obligation by the other party or upon the occurrence of some specified event or condition; a claim for repayment of debt or deposit, a claim under a guarantee, a policy of insurance, price of goods sold, an employee's remuneration, an indemnity, arrears of instalments under a hire purchase agreement, a claim of refund of value of shares, a claim for crediting adjustment in account, a claim for recovery of money due under the terms of the contract, - etc. Where money is unlawfully withheld, the remedy of the claimant is a decree for the recovery of money, and not for damages. Α claim for an agreed sum or for payment of debt differs from a claim of damages for breach of contract, though its damages may be awarded in addition to a claim for debt, for the consequential loss arising out of failure to pay the debt. It is a claim for specific enforcement of the promisor's primary obligation. However, unlike the relief of specific performance, it is available as of right and is not subject to judicial discretion. Α party, claiming payment of debt, need and must prove only his performance, or that the event dependent on which, or the condition subject to which payment was due, has occurred. He cannot sue for the agreed sum, even if he has been prevented from performing his duties under the contract; in that case, he can sue for damages."You cannot claim remuneration under a contract if you have not earned it; if you are prevented from earning it, your only remedy is in damages". It is not necessary to prove any loss resulting from the defendant's failure to pay, unless he claims damages in addition to the repayment of debt. The rules of duty of mitigation or remoteness do not apply. Moreover, the plaintiff may take the benefit of summary proceedings for recovery. However, an action for recovery of such amount cannot arise, unless the duty to pay has arisen; which depends upon the terms of the contract. Thus, under the terms of the contract, the right to recover the amount may not arise, unless a certain performance has been rendered. Further, if the contract has been repudiated, and the party accepts the repudiation, and elects to terminate, he cannot sue for any sum which, according to the terms of the contract was to accrue to him after the date of termination; his proper remedy is to claim damages. If he elects to reject the repudiation and continue with the contract, he may recover the agreed sum if he has performed all that was required to be performed under the contract.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Προς υποστήριξη αγωγής που καταχωρείται στο Δικαστήριο για την ανάκτηση ποσού οφειλόμενου από σύμβαση, είναι συχνό φαινόμενο να παρουσιάζονται στο Δικαστήριο και τιμολόγια. Ένα τιμολόγιο όμως, δεν είναι δελτίο πώλησης, ούτε και από μόνο του αποτελεί αποδεικτικό πώλησης. Πρόκειται για μία αναλυτική δήλωση της φύσης, της ποσότητας και του κόστους ή της τιμής των τιμολογούμενων πράξεων, [δήλωσης] που «συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι' αυτά που κατέγραψε». Αποτελούν, ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, «τον έγγραφο λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων, σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή, με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση» (βλ. και Haleko Hanseatisches Lebemsmittelkontor GMBH & Co OHG v L.S.E. Life Style Enterprises Ltd
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1055). Ως εκ τούτου, αποτελεί στοιχείο μαρτυρίας, που συνδέεται με την προφορική μαρτυρία δια της οποίας παρουσιάζεται στο Δικαστήριο, που εκτιμάται από το Δικαστήριο με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του και δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να εξισώνεται με την συμφωνία «από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την οφειλή» (βλ. Θεόδωρος Θεοδώρου ν Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492, Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ν Φάρμας Ρ. Χ"Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1358, Κώστας Στρατής ν Παντελής-Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1708, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν Ευθύμιου Σωκράτους
(2000)1 Α.Α.Δ. 128, Δομνίκη Χριστοδουλίδου ν Mocassino Shoes Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 294, Palatino Developments Limited v Telectronics Communication Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 962 και Demil Imports Exports v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1Α Α.Α.Δ 462). 10. Η απαίτηση ενάγοντος για την ανάκτηση ποσού οφειλόμενου από σύμβαση, μπορεί να συνδέεται και με υπόλοιπο κάποιου λογαριασμού που τηρείται για τον σκοπό. Και πάλι, κατ' αναλογίαν του προαναφερόμενου σκεπτικού (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 ανωτέρω), σε μία τέτοια περίπτωση, ο ενάγοντας φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυριζόμενων εμπορικών εισπρακτέων / χρέους της Εναγομένης (βλ. Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Σύμφωνα με την νομολογία, κατάσταση λογαριασμού εμπορευόμενου, γίνεται αποδεκτή προς απόδειξη εμπορικών εισπρακτέων, νοουμένου ότι αυτή επεξηγείται, ή, οι εις αυτήν καταχωρήσεις παρέχουν ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις πληροφόρηση για το επίδικο αυτό ζήτημα (βλ. Κλεάνθης Κλεάνθους κ. α. ν Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344 και Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440). Έχει επίσης νομολογηθεί, ότι, οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν, αφ' εαυτών, απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Αυτά, όπως και η ύπαρξης του ιδίου του λογαριασμού, πρέπει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, προς ικανοποίηση του νομικού πρωταρχικού βάρους που φέρει ο ενάγοντας διάδικος («legal burden of proof», βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1Α Α.Α.Δ. 339 και Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ν Φάρμας Ρένου Χ"Ιωάννου
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1358), να αποδειχθούν από αποδεκτή μαρτυρία. Αυτό σημαίνει, ότι, η κάθε ξεχωριστή καταχώριση (είτε πίστωσης, είτε χρέωσης) στον λογαριασμό, πρέπει να αποδεικνύεται θετικά, ούτως ώστε να επαληθεύεται η αυθεντικότητα και ακρίβεια τους ως προς το τελικό υπόλοιπο (βλ. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν Γιαννούλλα Κυριάκου κ. α., ECLI:CY:AD:2016:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 171/11, 29/06/2016, Κλεάνθης Κλεάνθους κ. α. ν Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344, Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440, Paneuropean Insurance Co. Ltd v Θέμη Μηλιωνη
(2008)1Β Α.Α.Δ. 780, Μήρος Γιάγκου ν Deme Dairy Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 91 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Δεν ισχύουν τα ίδια, όταν η βάση της απαίτησης είναι παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός («account stated») και όχι το υπόλοιπο λογαριασμού, στην οποία περίπτωση, ο ενάγοντας διάδικος, δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά (βλ. Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ.
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, Ηρακλής Μιχαηλίδης ν Φάνος Ν. Επιδανίου Λτδ.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 494 και Επίσημος Παραλήπτης ν Ρεϊνμποου Πλητσιηγκ και Ντραϊκ ΚΟ. Λτδ.
(2005)1Α Α.Α.Δ 610 [[vi]]).
  1. Φυσικά, όπως και σε κάθε υπόθεση, ο εναγόμενος διάδικος, που αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του ενάγοντος διαδίκου, φέρει το αποδεικτικό βάρος αντίκρουσης τους («evidential burden of proof», βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ανωτέρω και Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ανωτέρω).
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, είναι ξεκάθαρο από το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, ότι, η βάση της απαίτησης της, είναι χρέος του Εναγομένου προς αυτήν, που, κατά τους ισχυρισμούς της, προέκυψε από την πώληση αεροπορικών εισιτηρίων προς τον Εναγόμενο, ύψους €3.695,
  3. Απαίτηση, που, ως εύκολα διαπιστώνεται από τις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, διασυνδέεται με απλήρωτα τιμολόγια που η Ενάγουσα εξέδωσε σχετικά (βλ. Cheeseline Ltd v Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/05/2014 [[vii]]). Ως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας, η Ενάγουσα «εξέδωσε χρεωστικές σημειώσεις και/ή τιμολόγια και/ή κάρτες χρεώσεως δια τα . εισιτήρια .». Κατά την δίκη, δεν υπήρξε αναφορά σε «χρεωστικές σημειώσεις»• που, ως όρος, μπορεί να παραπέμπει μόνον σε εμπορικό έγγραφο (το γνωστό κατά την αγγλική ορολογία ως «debit note»), που κατά κύριο λόγο εκδίδεται από τον πωλητή σε μία εμπορική συναλλαγή προς τον αγοραστή, για οφειλή του τελευταίου που δεν έχει επίσημα τιμολογηθεί από τον πρώτο. Και το οποίο έγγραφο, συνήθως, εξυπηρετεί ταυτόχρονα και ως απόδειξη αποστολής και παραλαβής των της συναλλαγής αγαθών. Που δίδεται, κυρίως, στις περιπτώσεις όπου ο αγοραστής έχει την ευχέρεια να μην αποδεχθεί τα αγαθά, δίδοντας του ως εκ τούτου την ευχέρεια να τα παραλάβει, προτού προσφέρει το συμφωνηθέν για αυτά αντάλλαγμα (τίμημα αγοράς), καθότι, η τελική τιμολόγησης των αποδεχθέντων από αυτόν αγαθών, από πλευράς πωλητή, θα ακολουθήσει. Έγγραφο με την εν λόγω αναφορά, δύναται να εκδοθεί και από τον αγοραστή σε μία εμπορική συναλλαγή προς τον πωλητή, με την παράκληση όπως του εκδοθεί σχετικά με την συναλλαγή τους, ή μέρος αυτής, πιστωτική σημείωση («credit note»), για αγαθά τα οποία επιστρέφει στον πωλητή και τα οποία είχε αγοράσει από τον τελευταίο επί πιστώσει. Κατά την δίκη, ωσαυτός, δεν υπήρξε ισχυρισμός ούτε για «κάρτες χρεώσεως»• που, ως όρος (ο αντίστοιχος αγγλικός, είναι «charge card»), μπορεί να παραπέμπει μόνο στην μέθοδο πληρωμής, όπου, το πρόσωπο στο όνομα του οποίου μία τέτοια κάρτα έχει εκδοθεί, προβαίνει σε αγορές για τις οποίες η πληρωμή γίνεται από τον εκδότη της κάρτας και στον οποίο ο πρώτος χρεώνεται για την αποπληρωμή του κατά την ημερομηνία λήξης της, επί ποινή τελών καθυστερήσεως ή τερματισμού περαιτέρω χρησιμοποιήσεως της κάρτας, σε περίπτωση παράλειψης. Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να αποδεχθώ συνεπώς, ότι, ο προαναφερόμενος τρόπος δικογράφησης από πλευράς της Ενάγουσας, συσχετίζοντας αυτόν και με το παρακλητικό για την απαίτηση της, παραπέμπει σε κατάσταση λογαριασμού («statement of account») που η Ενάγουσα τηρούσε στο όνομα του Εναγομένου για συναλλαγές του με αυτήν επί πιστώσει, στον οποίο βασίζεται για την διεκδίκηση του υπολοίπου της (βλ. Cheeseline Ltd v Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/05/2014).
  4. Το ζητούμενο στην υπόθεση αυτή, είναι η διαπίστωσης του κατά πόσο, ο Εναγόμενος, όντως, ως ισχυρίστηκε η Ενάγουσα, παρήγγειλε από αυτήν εισιτήρια για την αεροπορική μεταφορά στο εξωτερικό τρίτων προσώπων και ανάλαβε την πληρωμή της αξίας τους, προσωπικά. Ο Εναγόμενος το αρνείται. Εκτιμώ όμως ότι, η εκδοχή που πρόσφερε στο Δικαστήριο για τα γεγονότα, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, για τους λόγους που επεξηγώ στην συνέχεια. Ξεκινώ όμως πρώτα με την μαρτυρία της Ενάγουσας, που, αν και έχω παρατηρήσει στα όσα ισχυρίστηκε, δια της ΜΕ1, που ήταν και η κύρια μάρτυρας για την υπόθεση της, κάποιες μικρο-αντιαντιφάσεις, θεωρώ ότι προσέφερε στο Δικαστήριο την πραγματική διάσταση της ουσίας των πραγμάτων, που επιλύει τα ζητήματα που έχουν τεθεί στην κρίση του Δικαστηρίου. Κατ' αρχήν, σημειώνεται ότι, οι διάδικοι, ήταν εξ υπαρχής σύμφωνοι ως προς το γεγονός ότι, μεταξύ τους, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, υπήρξε σχέσης, σε σχέση με την υπηρεσία και προϊόν που επαγγέλλεται η Ενάγουσα. Δηλαδή, της εξασφάλισης και πώλησης αεροπορικών εισιτηρίων. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, η εκδοχή του Εναγομένου είναι ότι, αν και διαμεσολαβούσε για την αγορά από την Ενάγουσα αεροπορικών εισιτηρίων από τρίτους, -κυρίως για αλλοδαπούς επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, για τους οποίους ενεργούσε ως πράκτορας για να την εξεύρεση εργασίας στην Κύπρο-, ποτέ δεν ανέλαβε προσωπικά το κόστος των εισιτηρίων. Προσέφερε μεν στην Ενάγουσα όλα τα στοιχεία που ήταν αναγκαία για την έκδοση των εισιτηρίων και μπορεί να διευκόλυνε και την πληρωμή τους από τα τρίτα αυτά πρόσωπα, ή τα ποδοσφαιρικά σωματεία που αναλάμβαναν για την πληρωμή τους, αν τέτοια ήταν η περίπτωση, ποτέ όμως ο ίδιος δεν είχε συμφωνήσει με την Ενάγουσα ότι θα κατέβαλλε αυτός το τίμημα τους. Δηλαδή, ότι ήταν αυτός ο αγοραστής. Βρίσκω πολύ δύσκολο να πιστέψω αυτό τον ισχυρισμό του Εναγομένου, καθότι, βρίσκω παράδοξο η Ενάγουσα να αποδεχόταν την πώληση εισιτηρίων σε πρόσωπα αλλοδαπά, που δεν γνώριζε, δεν είχε ποτέ της δει και δεν είχε καμία επικοινωνία, και μάλιστα επί πιστώσει, πολύ απλά λόγω των κινδύνων στην εξόφληση του τιμήματος τους. Αμφότεροι οι διάδικοι, αποδέχονται ως γεγονός ότι, όλα τα εισιτήρια που πώλησε η Ενάγουσα, που δεν αφορούσαν την αεροπορική μετάβαση του Εναγομένου ή της οικογένειας του σε προορισμό του εξωτερικού και για τα οποία ο Εναγόμενος είχε γνώση, ήταν για την αεροπορική μετάβαση προσώπων, διαφορετικών κατά καιρούς, με τα οποία ο Εναγόμενος είχε σχέση πράκτορα - ποδοσφαιριστή, η μετάβασης των οποίων στην Κύπρο, γινόταν με την προοπτική ο τελευταίος να έχει οικονομικό όφελος, από ποσοστό που θα ελάμβανε από την αξία του συμβολαίου εργοδότησης τους από κάποιο ποδοσφαιρικό σωματείο στην Κύπρο. Είναι συνεπώς λογικό, -σίγουρα πιο λογικό από αυτό που ο Εναγόμενος ισχυρίζεται σχετικά-, η Ενάγουσα να είχε όντως αναπτύξει μία συναλλακτική σχέση με τον Εναγόμενο, πώλησης προς αυτόν εισιτηρίων για την αερομεταφορά των ποδοσφαιριστών που κατά καιρούς ο Εναγόμενος πρακτόρευε, ως αυτή περιγράφηκε στην δίκη για την Ενάγουσα από την ΜΕ
  5. Βρίσκω απίθανο και παράλογο, ο Εναγόμενος να μην ήθελε να αναλάβει την πληρωμή των εισιτηρίων ποδοσφαιριστών που πρακτόρευε, γιατί υπήρχε πάντοτε η πιθανότητα, ως υποστήριξε, παρά την κάθοδο τους στην Κύπρο, να μην εργοδοτούνταν από κάποιο σωματείο, αφού σε μία τέτοια περίπτωση, προσωπικά, δεν θα είχε κανένα οικονομικό όφελος και θα παρέμενε εκτεθειμένος, αλλά η Ενάγουσα να ήθελε, ή ότι θα αποδεχόταν, την πώληση εισιτηρίων επί πιστώσει, σε πρόσωπα που δεν γνώριζε καθόλου και τα οποία μπορεί να βρίσκονταν και στο εξωτερικό, χωρίς να έχει καμία ουσιαστική εξασφάλιση για την πληρωμή της. Περαιτέρω, δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι, όλως τυχαία, το τέλος της «καριέρας» του Εναγομένου στην πρακτόρευση ποδοσφαιριστών (που, σύμφωνα με την μαρτυρία του, κράτησε για χρόνια, ήτοι από το 1991) και το, ως εκ τούτου του γεγονότος, τέρμα στην συναλλακτική σχέση του με την Ενάγουσα και η πλήρης εξόφλησης του κάθε οφειλόμενου προς αυτήν ποσού (που εάν ευσταθούσαν οι ισχυρισμού του, λογικό ότι δεν θα υπήρχε), να ήρθε ένα μόλις μήνα προτού κάποια πρόσωπα, ένα εκ των οποίων (κάποιον Eric Tshibamgu) μάλιστα ο Εναγόμενος αναφέρει ότι γνωρίζει λόγω της εργασίας του ως πράκτορας ποδοσφαιριστών, να εξασφάλισαν εισιτήρια από την Ενάγουσα, η Ενάγουσα να μην πληρώθηκε για αυτά ή να εξασφάλισε την πληρωμή τους, αυτός να μην γνωρίζει τίποτα για το εν λόγω γεγονός (όταν ταυτόχρονα και εντελώς αντιφατικά υποστηρίζει ότι για την πληρωμή όλων των εισιτηρίων ευθύνεται ο Eric Tshibamgu - και διερωτώμαι γιατί όχι κάποιος από τους υπόλοιπους που αναφέρονται στα τιμολόγια, Τεκμήριο 3) και η Ενάγουσα να καταχωρεί τις πράξεις / συναλλαγή, σε κατάσταση λογαριασμού που τηρεί στο όνομα του Εναγομένου για χρόνια (βλ. το Τεκμήριο 5), για την οποία αυτός υποστηρίζει δεν γνωρίζει τίποτα, αυτές οι καταχωρήσεις να έχουν γίνει κατά τον χρόνο που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έγινε η πώλησης ή πλησίον αυτής (βλ. στο Τεκμήριο 2, τις τελευταίες τέσσερεις καταχωρήσεις), αυτές οι καταχωρήσεις να αντιστοιχούν και σε τιμολόγια επί πιστώσει που εκδόθηκαν στο όνομα του Εναγομένου (με αναφορά και στο όνομα του προσώπου στο όνομα του οποίου εξεδόθη το εισιτήριο ή ένα από αυτά) και να έχει σκηνοθετηθεί από την Ενάγουσα όλη αυτή η υπόθεσης για να πληρωθεί από τον Εναγόμενο το τίμημα, για μία υπηρεσία και προϊόν που αυτός δεν έλαβε, δεν γνώριζε ή και συμφώνησε. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία της ΜΕ1 στο σύνολο της και απορρίπτω αυτήν του Εναγομένου στο σύνολο της. Ως εκ της προαναφερόμενης εκτίμησης, προβαίνω στα ευρήματα μου με βάση τα όσα η ΜΕ1 μαρτύρησε στο Δικαστήριο προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων. Σε ότι αφορά την μαρτυρία του ΜΕ2, αν και η εμπλοκή του οποίου στα της υπόθεσης αυτής, δεν ήταν ουσιαστική, επίσης της αποδέχομαι, αφής στιγμής δεν έχω σχηματίσει σχετικά, αρνητική εντύπωση. Κρατώ από την μαρτυρία του, ότι, ως βοηθός σε ζητήματα λογιστηρίου και εισπρακτέων χρεών της Ενάγουσας, είχε και αυτός τηλεφωνική επικοινωνία με τον Εναγόμενο προς τον σκοπό διευθέτησης της οφειλής του προς την Ενάγουσα, κατά την οποία ο Εναγόμενος δεν προέβαλε ισχυρισμό ότι δεν της οφείλει, ή ότι δεν της οφείλει προσωπικά.
  6. Ακολούθως της προαναφερόμενης εκτίμησης της μαρτυρίας, από την αποδεκτή μαρτυρία καταλήγω ότι, ο Εναγόμενος, οφείλει στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €3.141,36, που αντικρίζεται από τα τιμολόγια, Τεκμήριο 3, που εξεδόθησαν από την Ενάγουσα σε ότι αφορά την αγορά των αεροπορικών εισιτηρίων που καταγράφονται σε αυτά, για την αερομεταφορά προσώπων [που επίσης αναφέρονται σε αυτά] και σχετίζονταν με τον Εναγόμενο, κατόπιν σχετικής συμφωνίας της με τον Εναγόμενο. Σε ότι αφορά το υπόλοιπο ποσό της αξίωσης της Ενάγουσας, των €554,13, που, ως η ΜΕ1 ανέφερε κατά την μαρτυρία της στο Δικαστήριο, αφορά υπόλοιπο στον λογαριασμό του Εναγομένου, Τεκμήριο 2, εκτός του ότι δεν μπορεί βάσιμα να διεκδικηθεί με αυτή την Αγωγή (βλ. Cheeseline Ltd v Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/05/2014), δεν αποδέχομαι ότι έχει αποδειχθεί το βάσιμο του δικαιώματος της στον απαιτούμενο βαθμό, στην βάση των αρχών που έχουν προαναφερθεί. Όπως προαναφέρθηκε, απαιτείτο από την Ενάγουσα, όπως, η κάθε ξεχωριστή καταχώριση (είτε πίστωσης, είτε χρέωσης) στον λογαριασμό, να αποδεικνυόταν θετικά, ούτως ώστε να επαληθευόταν η αυθεντικότητα και ακρίβεια τους ως προς το τελικό υπόλοιπο (βλ. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν Γιαννούλλα Κυριάκου κ. α., ECLI:CY:AD:2016:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 171/11, 29/06/2016, Κλεάνθης Κλεάνθους κ. α. ν Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344, Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440, Paneuropean Insurance Co. Ltd v Θέμη Μηλιωνη
(2008)1Β Α.Α.Δ. 780, Μήρος Γιάγκου ν Deme Dairy Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 91 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Στην προκείμενη περίπτωση, εκτός της απόδειξης των τελευταίων τεσσάρων καταχωρήσεων στο λογαριασμό της Ενάγουσας, Τεκμήριο 2, δια του Τεκμηρίου 3, ήτοι των επίδικων τιμολογίων, καμία άλλη μαρτυρία δεν προσφέρθηκε από πλευράς της Ενάγουσας, είτε δια της ΜΕ1, είτε δια του ΜΕ2, προς θετική απόδειξη και επιβεβαίωση των υπόλοιπων της καταχωρήσεων.
  1. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, για το ποσό των €3.141,36, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού, από την ημερομηνία καταχώρισης αυτής της Αγωγής την 02/02/2012 μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, τα έξοδα της διαδικασίας αυτής, πλέον Φ. Π. Α., όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Αγωγή για ποσό που έχει συμφωνηθεί» («action for an agreed sum»). Στην περίπτωση οφειλής που προκύπτει από σύμβαση πώλησης αγαθών, έχει επικρατήσει ο όρος «Αγωγή για το τίμημα» («action for the price»). Βλ. το σύγγραμμα του R. Stone, The Modern Law of Contract, 5η έκδοση, στην σελίδα
  2. [2] Στην περίπτωση όπου η αντιπαροχή δεν έχει ποσοτικά καθοριστεί, τότε η αγωγή αποσκοπεί στην ανάκτηση ενός λογικού ποσού (quantum meruit, σε ότι αφορά υπηρεσίες και quantum valebat, σε ότι αφορά αγαθά). [i] Βλ. Cutter v Powell
(1795)[1795] EWHC KB J13 και Chr. Petrides Tradelinks Ltd v Παντελής Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ
  1. [ii] Όταν, για παράδειγμα, η σύμβασης αφορά την εκτέλεση εργασιών έναντι χρηματικού ανταλλάγματος και οι εργασίες που δεν έχουν εκτελεστεί, ή οι κακοτεχνίες, δεν είναι πολλές, το Δικαστήριο, στην βάση του κανόνα της ουσιαστικής ολοκλήρωσης («substantial performance»), μπορεί να επιδικάσει στον ενάγοντα το συμβατικό τίμημα, απομειώνοντας το όμως στο βαθμό που στο επιδικασθέν ποσό θα αντανακλάται το γεγονός της μη εκτελεσθείσας εργασίας ή κακοτεχνιών Βλ. H. Dakin & Co Ltd v Lee [1916] 1 KB 566, Hoenig v Isaacs [1952] 2 AllER 176 και Bolton v Mahadeva [1972] 2 AllER
  2. Πρόκειται για εξαίρεση στο προαναφερόμενο κανόνα, που είναι γνωστός και ως ο κανόνας της τέλειας προσφοράς («perfect tender»), η εφαρμογή της οποίας [εξαίρεσης] εκτοπίζεται, εάν από τους όρους της σύμβασης προκύπτει απαίτηση για αυστηρή και πλήρη απόδοση των συμφωνηθέντων. Η αρχή, δηλαδή, είναι ότι, ο κανόνας της ουσιαστικής ολοκλήρωσης, εκτός και αν διαφορετικά συμφωνηθεί, εκτοπίζεται από τον κανόνα της τέλειας προσφοράς. [iii] Βλ. Sumpter v Hedges [1898] 1 QB
  3. [iv] Βλ. Forman & Co Pty v Liddesdale [1900] AC
  4. [v] Βλ. περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα, Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1228 και
  5. [vi] Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ν Ρεϊνμποου Πλητσιηγκ και Ντραϊκ ΚΟ. Λτδ.
(2005)1Α Α.Α.Δ 610 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σε ότι αφορά πως αποδεικνύεται απαίτηση που βασίζεται σε παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated): «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση». [vii] Στην υπόθεση Cheeseline Ltd v Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/05/2014 το Δικαστήριο επεσήμανε την σημασία της δικογράφισης σε υποθέσεις του είδους: «. Η απόρριψη της μαρτυρίας αυτής όμως δεν ήταν άσχετη με την τελεία σύγχυση υπό την οποία δικαστήριο και συνήγοροι φαίνεται να τελούσαν ως προς το ουσιαστικό επίδικο θέμα. Όπως ήδη υποδείξαμε, προέκυπτε από τα δικόγραφα της Εφεσείουσας ότι η απαίτηση της εβασίζετο όχι σε υπόλοιπο λογαριασμού αλλά σε συγκεκριμένα απλήρωτα τιμολόγια, τα οποία και παρετέθησαν στην αγωγή. Η περαιτέρω αναφορά σε υπόλοιπο λογαριασμού, ήταν και μπορούσε να ήταν μόνο σε συνάρτηση με τα εν λόγω δέκα συγκεκριμένα τιμολόγια. Και τούτο βεβαιώθηκε στην απάντηση με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο. Εσφαλε λοιπόν ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής να θεωρήσει, προφανώς αφού ο μάρτυρας της Εφεσείουσας έδωσε μαρτυρία με αναφορά σε κατάσταση λογαριασμού και υπόλοιπο και η θέση της Εφεσίβλητης ήταν ότι επλήρωνε στη βάση λογαριασμού, ότι η απαίτηση δεν εβασίζετο στα τιμολόγια αλλά σε υπόλοιπο λογαριασμού. Και ορθώς εξέφρασε την ως άνω απορία του στη συνέχεια, που ήταν όμως απόρροια της παραγνώρισης της θεμελιακής δικογραφημένης θέσης. Η ίδια βεβαίως η Εφεσείουσα είχε συγχύσει την εικόνα, συμπλέκοντας απλήρωτα τιμολόγια και υπόλοιπο λογαριασμού, αφού μάλιστα τα μεν τιμολόγια συμποσούντο σε £5.535,15 ενώ το υπόλοιπο του λογαριασμού, που ήταν και το αξιούμενο ποσό, ανήρχετο σε £6.851,84. .. Και δύο περαιτέρω παρατηρήσεις. Η υπόθεση αυτή ας θυμίζει στους διαδίκους όσο και στο δικαστήριο την απόλυτη ανάγκη εκδίκασης στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων. ...». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.