Dmitry Gerasimenko ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ΓΕΝ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ.: 124/2017, 13/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΓΕΝ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ.: 124/2017 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟ 95/1970 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΤΟΥ 1957 ΚΑΙ Αναφορικά με το Ένταλμα σύλληψης ημερ. 27.12.2016 που εκδόθηκε κατ' ακολουθία αιτήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας εναντίον του Dmitry Gerasimenko από την Ελβετία στο πλαίσιο σκοπούμενης έκδοσης αυτού ύστερα από αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας Μεταξύ꞉ Dmitry Gerasimenko, από την Ελβετία Αιτητή και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία꞉ 13.2.2018 Εμφανίσεις꞉ Για τον Αιτητή꞉ κα. Αντωνία Αργυρού, για N. Pirilides & Associates LLC, Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και Σωτήρης Πίττας & ΣΙΑ ΔΕΠΕ. Για τον Καθ' ου η αίτηση꞉ καμία εμφάνιση. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΟΥ ΗΓΕΙΡΕ ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΑ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΝ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΓΕΝΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ ΗΜΕΡ. 18/10/2017 Με την υπό τον ως άνω τίτλο Γενική ECLI:CY:AD:2017:D296, Αίτηση αρ. 124/2017, ημερ. 18.10.2017, ο Αιτητής αξιώνει: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή τερματίζεται το προσωρινό και/ή άλλως ένταλμα σύλληψης και/ή κράτησης που εκδόθηκε εναντίον του Αιτητή την 27.12.2016 στη Γενική Αίτηση 6/2016 Ε.Δ. Λάρνακας στο πλαίσιο σκοπουμένης έκδοσης του τελευταίου στη Ρωσική Ομοσπονδία για ισχυριζόμενη παράβαση των άρθρων 159, 196 και 201 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα, σαν μη εκτελεσθέν έγκαιρα, του αιτητή μη ευρισκομένου πλέον εις την Κύπρο εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και ή λόγω του ότι συνέχιση του σε ισχύ είναι πλέον καταχρηστική. Β. Απόρριψη της όλης διαδικασίας έκδοσης του Dmitry Gerasimenko σαν καταχρηστικής και/ή εκπνεύσασας υπό τας περιστάσεις και/ή άνευ πλέον αντικειμένου και/ή λόγω του ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας έκδοσης φυγόδικου ο οποίος δεν είναι πλέον στην Κύπρο. Γ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή περαιτέρω θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Δ. Τα έξοδα της παρούσας Αιτήσεως πλέον ΦΠΑ..». Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 Θ.3, Δ.48 θ.1, 2 και 3, στον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/70 άρθρα 2, 3, 5, 6, 7, 8, 9,11 και 12, στον περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμο 103(Ι)/02, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων του 1957, Ν.95/70, άρθρα 1, 2, 12, 16, 16.4, 18, 22, στα άρθρα 6, 8, 13, 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Πρωτόκολλου 4, άρθρο 2, στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155, άρθρο 19, στη Νομολογία καθώς και στη πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση φαίνονται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του κ. Αντώνη Γεωργίου από τη Λευκωσία, ημερ. 18.10.
- Παραθέτω αυτούσια την Ε/Δ του Αιτητή:
- Είμαι Δικηγόρος στο γραφείο των κ.κ. ΦΟΙΒΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ, ένα εκ των γραφείων που εκπροσωπεί τον Αιτητή στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση (ο «Αιτητής»), είμαι δε δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή να προβώ στην παρούσα μου στην οποία και προβαίνω εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω από πληροφορίες που έχω λάβει από τον Αιτητή, από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, από πληροφορίες και νομικές συμβουλές που έχω λάβει από τον Δρα Χρίστο Κληρίδη, τον κ. Νεόφυτο Πιριλίδη και τον κ. Σωτήρη Πίττα, οι οποίοι είναι οι Κύπριοι δικηγόροι που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, αλλά και από τον Ουκρανό δικηγόρο του Αιτητή, κ. Volodymyr Bogatyr, ο οποίος είναι συνέταιρος στο δικηγορικό γραφείο Bogatyr & Partners που βρίσκεται στο Κίεβο της Ουκρανίας.
- Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, ο Αιτητής τις 16.11.2016 είχε κρατηθεί από τις Κυπριακές αρχές στο διεθνές αεροδρόμιο Λάρνακας με αφορμή ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε τους 05.08.2016 εναντίον του στη Ρωσία με την αιτιολογία της δήθεν κατάχρησης από μέρους του του εξαιρετικά μεγάλου χρηματικού ποσού κατά παράβαση του άρθρου 160 μέρος 4 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα. Η εν λόγω κράτηση του Αιτητή διατάχθηκε στη βάση μηνύματος της Interpol με αριθμό CYP/INT/538 (28.10.2016) και μήνυμα της Interpol Μόσχας με στοιχεία 46981/EC/261/2016, σύμφωνα με όσα είχε καταθέσει ενόρκως στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας τις 17.11.2016 ο Αστυφύλακας 3064 Α. Κοκκινόφτας με σκοπό την έκδοση του ζητηθέντος εντάλματος σύλληψης εναντίον του Αιτητή για σκοπούς έναρξης της σχετικής διαδικασίας έκδοσης.
- Την ίδια μέρα, τις 17.11.2016, το Ε.Δ. Λάρνακας στο πλαίσιο της Αίτησης Έκδοσης υπ' αρ.6/2016, επιλήφθηκε το αίτημα σύλληψης και κράτησης του Αιτητή και αποφάσισε την απελευθέρωση του υπό όρους, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης εξόδου του από την Κυπριακή Δημοκρατία, την τακτή παρουσίαση του σε αστυνομικό σταθμό, την παράδοση όλων των ταξιδιωτικών του εγγράφων, την κατάθεση χρηματικής εγγύησης ύψους €150,000 και την δέσμευση δικαιώματος του σε ακίνητη περιουσία στην Λεμεσό.
- Την 14.12.2016 ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση στο Ε.Δ. Λάρνακας (η «Αίτηση για Ακύρωση») για την, μεταξύ άλλων, ακύρωση και/ή απόρριψη της Αίτησης Έκδοσης υπ' αρ. 6/2016 και/ή της απελευθέρωσης υπό όρους του Αιτητή ενόψει της απόσυρσης και/ή κατάργησης παρά των Ρωσικών διωκτικών αρχών της εναντίον του Αιτητή κατηγορίας που είχε αποτελέσει το έναυσμα της καταχώρησης της εν λόγω Αίτησης Έκδοσης υπ' αρ. 6/2016 και την ακύρωση του σχετικού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του Αιτητή από τις Ρωσικές διωκτικές αρχές. Παράλληλα εκδόθηκε εναντίον του Αιτητή νέο ένταλμα σύλληψης στη βάση της κατηγορίας εκ μέρους των διωκτικών αρχών της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Επισυνάπτω αντίγραφο της Αίτησης Ακύρωσης σημειούμενο σαν Τεκμήριο Α.
- Την 27.12.2016 στο πλαίσιο της Αίτησης για Ακύρωση, οι Αιτητές - Κυπριακή Δημοκρατία - μέσω της Εισαγγελέως - κας Ε. Λοιζίδου - προχώρησαν με την ακύρωση / απόσυρση της Αίτησης Έκδοσης υπ' αρ. 6/2016 και του εκδοθέντος εντάλματος σύλληψης. Η κα Λοιζίδου την ιδία ημέρα δήλωσε στο Δικαστήριο ότι θα καταχωρούσαν νέα διαδικασία έκδοσης του Αιτητή με βάση εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης που είχαν εξασφαλίσει αυθημερόν για ισχυριζόμενη παράβαση των άρθρων 159, 196 και 201 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα. Η βάση τους της Αίτησης Έκδοσης θα ήταν και πάλι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για Έκδοση Φυγοδίκων. Επισυνάπτω αντίγραφο πρακτικών του Δικαστηρίου ημερ. 27.12.2016 σημειούμενο σαν Τεκμήριο Β, στη βάση του οποίου, μεταξύ άλλων, η Αίτηση Έκδοσης υπ' αρ. 6/2016 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, ενώ παράλληλα διατάχθηκε η ακύρωση και/ή η παύση της ισχύος των επιβληθέντων όρων διασφάλισης της παρουσίας του Αιτητή στο Δικαστήριο.
- Όπως οι δικηγόροι του Αιτητή πληροφορήθηκαν μεταγενέστερα, όντως την 27.12.2016 και μετά την ακύρωση/απόσυρση τους Αίτησης Έκδοσης υπ' αρ. 6/2016, η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω της Εισαγγελέως - κας Ε. Λοιζίδου - καταχώρησε αίτημα για την έκδοση εντάλματος σύλληψης του Αιτητή στη βάση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Έκδοση Φυγοδίκων ή του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου, στη βάση του οποίου εκδόθηκε την ίδια μέρα ένταλμα σύλληψης του Αιτητή ημερ. 27.12.
- Επισυνάπτω σημειούμενο σαν Τεκμήριο Γ το ένταλμα σύλληψης του Αιτητή, ημερ. 27.12.2016, που εκδόθηκε από τον Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή κ. Φιλίππου, καθώς και την ένορκη δήλωση με τα σ' αυτήν επισυναφθέντα έγγραφα του Λοχία 3645 Μ. Αντωνίου του ΤΑΕ Λάρνακος της ιδίας ημερομηνίας, στη βάση των οποίων είχε εκδοθεί το εν λόγω ένταλμα σύλληψης του Αιτητή.
- Εξ όσων με συμβουλεύουν οι Κύπριοι δικηγόροι του Αιτητή στην βάση σχετικών προνοιών του Νόμου και της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση, το ένταλμα σύλληψης και/ή κράτησης που εκδόθηκε εναντίον του Αιτητή την 27.12.2016 θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή τερματιστεί. Η όποια διαδικασία για την έκδοση του Αιτητή καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου μη δυναμένη να προχωρήσει περαιτέρω ενόψει του γεγονότος ότι ο Αιτητής δεν βρίσκεται πλέον στην Κύπρο έχοντας επικοινωνήσει μαζί με τον Ουκρανό του δικηγόρο κ. Volodymyr Bogatyr μέσω τηλεφώνου από άγνωστο προορισμό εκτός Κύπρου, τα δε Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας έκδοσης φυγοδίκου ο οποίος δεν βρίσκεται στην Κύπρο. Το γεγονός ότι ο Αιτητής έχει φύγει από την Κύπρο έχει αναγνωριστεί και από τον Καθ' ου η Αίτηση και ειδικότερα από την Εισαγγελέα κα. Σπηλιωτοπούλου στα πλαίσια της εκδίκασης της αίτησης του Καθ' ου η Αίτηση ημερ. 16.05.2017 για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του Καθ' ου η Αίτηση. Επισυνάπτω αντίγραφο πρακτικών του Δικαστηρίου ημερ. 27.06.2017 σημειούμενο σαν Τεκμήριο Δ, στη βάση του οποίου, μεταξύ άλλων, ο Καθ' ου η Αίτηση αναγνώρισε πως ο Αιτητής έχει φύγει από την Κύπρο.
- Έντιμα και ειλικρινά πιστεύω πως η συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος εντάλματος σύλληψης του Αιτητή ημερ. 27.12.2016 και η σχετική διαδικασία, παραβιάζει τις σχετικές διαδικασίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα του Αιτητή που προστατεύονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και από τον Κυπριακό Νόμο.
- Εξ όσων κάλλιο γνωρίζω και τους συμβουλεύομαι από τους Κύπρου δικηγόρους του Αιτητή: 9.1 Το ένταλμα σύλληψης το οποίο εκδόθηκε εναντίον του Αιτητή την 27.12.2016, δεν έχει εκτελεστεί και ο Αιτητής δεν βρίσκεται πλέον στην Κύπρο έχοντας φύγει χωρίς να γνωρίζει το ένταλμα σύλληψης, κάτι το οποίο ανακάλυψε μεταγενέστερα. 9.2 Το ένταλμα σύλληψης το οποίο εκδόθηκε εναντίον του Αιτητή την 27.12.2016, εκδόθηκε στην βάση Εξουσιοδότησης του Υπουργού Δικαιοσύνης για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του Αιτητή πλην όμως ως εκ του γεγονότος ότι το εν λόγω ένταλμα σύλληψης δεν εκτελέστηκε μέχρι σήμερα ουδεμία διαδικασία έκδοσης μπορεί να συνεχιστεί ενόψει του γεγονότος ότι ο Αιτητής δεν βρίσκεται πλέον στην Κύπρο και το ένταλμα σύλληψης θεωρείται ότι έχει εκπνεύσει. Τα Κυπριακά Δικαστήρια και/ή το Ε.Δ. Λάρνακας στερούνται δικαιοδοσίας έκδοσης φυγοδίκου που δεν βρίσκεται στην Κύπρο. 9.3 Είναι κοινά παραδεκτό ότι ο Αιτητής δεν ευρίσκεται πλέον στην Κυπριακή Δημοκρατία και συνακόλουθα δεν αποτελεί πρόσωπο υποκείμενο σε έκδοση ούτε δύναται να συλληφθεί και να αποδοθεί στο εξωτερικό σύμφωνα με τους πρόνοιες τους Κυπριακής νομοθεσίας και κατά συνέπεια δεν αποτελεί ούτε φυγόδικο ούτως ώστε να συνεχίσει να εκκρεμεί εναντίον του διαδικασία «έκδοσης φυγόδικου». 9.4 Με δεδομένο ότι ο Αιτητής δεν βρίσκεται πλέον στην Κυπριακή Δημοκρατία και συνακόλουθα δεν αποτελεί πρόσωπο υποκείμενο σε έκδοση ούτε δύναται να συλληφθεί και να αποδοθεί στο εξωτερικό σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970 (97/1970) και κατά συνέπεια δεν αποτελεί ούτε φυγόδικο στην Κύπρο ως το άρθρο 2 του Νόμου 97/1970 ούτως ώστε να συνεχίσει να εκκρεμεί εναντίον του διαδικασία «έκδοσης φυγοδίκων».
- Τονίζω ότι η μέχρι σήμερα στάση και αντιμετώπιση του Αιτητή από τις Ρωσικές αρχές και ειδικότερα η προώθηση ποινικών διαδικασιών και έκδοση ενταλμάτων σύλληψης εναντίον του δε στηρίζονται σε αληθή και πραγματικά γεγονότα, αλλά έχουν ως ελατήριο πολιτικά και αλλότρια κίνητρα.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους εξαιτούμαι ως η Αίτηση.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Κατά την πρώτη δικάσιμο που η αίτηση ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εμφανίστηκαν συνήγοροι τόσο για τον Αιτητή όσο και για τον Καθ' ου η αίτηση. Το παρόν Δικαστήριο ήγειρε αμέσως ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας, για το λόγο ότι, σειρά αυθεντιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Περέλλα
(1996)1 ΑΑΔ1009, Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 692 και Γ. Πολυκάρπου
(1991)1 ΑΑΔ 207), δείχνουν ότι αρμόδιο, για να ακυρώσει ένταλμα σύλληψης ως αυτό που περιγράφεται στην υπό κρίση αίτηση είναι το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο ενάσκησης της εξουσίας για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorary. Προτού όμως το παρόν Δικαστήριο διατυπώσει οριστικά τη δικαστική του κρίση επί του θέματος, θεώρησε ορθό και δίκαιο να δώσει σε αμφότερους τους συνηγόρους την ευκαιρία να αγορεύσουν επί του δικαιοδοτικού αυτού ζητήματος. Ορίστηκε το θέμα αυτό για γραπτές αγορεύσεις στις 8.12.2017. Ουδεμία πλευρά ήταν έτοιμη εκείνη την ημερομηνία για να εφοδιάσει το Δικαστήριο με γραπτή ακρόαση, γι' αυτό και επαναορίστηκε η αίτηση στις 22.12.2017 και ώρα 10 πμ. για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις επί του ιδίου θέματος. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 22.12.2017, η κα Αργυρού, εκ μέρους του Αιτητή εμφανίστηκε στην καθορισθείσα ώρα επακριβώς. Απεναντίας, ουδείς εμφανίσθηκε για την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση μέχρι τις 10:50 π.μ.. Φωνάχθηκε το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα και ειδικότερα η κα Μ. Σπηλιωτοπούλου, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, σε διάφορα χρονικά διαστήματα από η ώρα 10 π.μ. και τελευταία η ώρα 10:50 π.μ.., ουδεμία όμως εμφάνιση σημειώθηκε, γι' αυτό και το Δικαστήριο επιλήφθηκε στην απουσία του Καθ' ου η αίτηση του δικαιοδοτικού ζητήματος που εκκρεμούσε για αγορεύσεις. Παραδόθηκε η γραπτή αγόρευση για τον Αιτητή και επιφυλάχθηκε απόφαση. Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ Παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από τη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του Αιτητή: «Είναι ο ισχυρισμός του Αιτητή πως το Ε.Δ. Λάρνακας είναι το αρμόδιο Δικαστήριο για να επιληφθεί της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης και το ένδικο μέσο της αίτησης certiorari δεν είναι το κατάλληλο στην παρούσα περίπτωση. Το Δικαστήριο εγείροντας το ζήτημα της δικαιοδοσίας, παρέπεμψε στις ακόλουθες αποφάσεις οι οποίες αφορούν αιτήσεις για την έκδοση ενταλμάτων της φύσεως certiorari με τις οποίες επιδιώκεται η ακύρωση ενταλμάτων σύλληψης: i. Περρέλλα (Αρ.2)
(1996)1 ΑΑΔ 1009, ii. Τζεννάρο Περρέλλα (Αρ.2)
(1995)1 ΑΑΔ 692, iii. Πολυκάρπου
(1991)1 ΑΑΔ 207. Σε αυτές όμως τις υποθέσεις ο ισχυρισμός των εκεί αιτητών ήταν πως το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον τους ήταν εξ' υπαρχής άκυρο και συνακόλουθα το Επαρχιακό Δικαστήριο λανθασμένα τα έκδωσε. Ενδεικτικά, στην Τζεννάρο Περρέλλα (Αρ.2)
(1995)1 ΑΑΔ 692 το Δικαστήριο έκδωσε ένταλμα certiorari λόγω του ότι υπήρχε καταφανές νομικό λάθος στην όψη εντάλματος συλλήψεως φυγοδίκου και πιο συγκεκριμένα η επικεφαλίδα του εντάλματος σύλληψης λανθασμένα αναφερόταν μόνο στο άρθρο 8
(1)(α) του Νόμου, ενώ θα έπρεπε να γινόταν αναφορά και στο άρθρο 8
(2). Στην προκείμενη όμως περίπτωση δεν είναι η εισήγηση του Αιτητή πως το ένταλμα σύλληψης ημερ. 27.12.2016 ήταν εξ' υπαρχής λανθασμένο ή άκυρο κατά τρόπο που να δικαιολογείται η έκδοση εντάλματος certiorari για την ακύρωση του εντάλματος σύλληψης ένεκα νομικού σφάλματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου που έκδωσε το εν λόγω ένταλμα σύλληψης. Στην παρούσα περίπτωση υπήρξε η παρεμβολή άλλων πραγματικών γεγονότων που κατέστησαν μεταγενέστερα της έκδοσης του το ένταλμα σύλληψης άκυρο, και πιο συγκεκριμένα το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν ευρίσκεται πλέον στην Κύπρο, πράγμα παραδεκτό και από τον Καθ' ου η Αίτηση (δέστε Τεκμ. Δ στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση). Ως καταφαίνεται από τα αιτούμενα διατάγματα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την τελευταία, ο λόγος για τον οποίον επιζητείται η ακύρωση του εντάλματος σύλληψης ημερ. 27.12.2016 είναι το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν ευρίσκεται πλέον στην Κυπριακή Δημοκρατία και συνακόλουθα δεν αποτελεί πρόσωπο υποκείμενο σε έκδοση ούτε δύναται να συλληφθεί και να αποδοθεί στο εξωτερικό σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970 (97/1970) και κατά συνέπεια δεν αποτελεί ούτε «φυγόδικο» ως το Άρθρο 2 του Νόμου 97/1970 ούτως ώστε να συνεχίσει να εκκρεμεί εναντίον του διαδικασία «έκδοσης φυγοδίκου». Με λίγα λόγια, η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση δεν στρέφεται εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδώσει το ένταλμα σύλληψης ημερ. 27.12.2016 και ούτε εμπεριέχει τον οποιονδήποτε ισχυρισμό περί νομικού σφάλματος κατά τρόπο που να δικαιολογείται η καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari· o βασικός ισχυρισμός του Αιτητή είναι ότι το εν λόγω κλητήριο ένταλμα δεν μπορεί να παραμείνει σε ισχύ για τον λόγο ότι πλέον ο ίδιος δεν ευρίσκεται στην Κύπρο και δη εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Με την πιο πάνω θέση του Αιτητή, συμφώνησε πρόσφατα και το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Αίτηση υπ' αρ. 97/2017, ημερ. 21.08.2017. Ειδικότερα, στην εν λόγω Πολιτική Αίτηση, o εκεί αιτητής, ο οποίος είχε συλληφθεί κατόπιν έκδοσης προσωρινού εντάλματος στα πλαίσια διαδικασίας έκδοσης του, επεδίωξε την ακύρωση του εν λόγω εντάλματος σύλληψης μέσω αίτησης για την έκδοση εντάλματος certiorari για τον λόγο ότι, ως ισχυρίστηκε, είχε ακυρωθεί η απόφαση του Ουκρανικού Δικαστηρίου με την οποία διατασσόταν η κράτηση του αιτητή. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε πως η εν λόγω απόφαση του Ουκρανικού Δικαστηρίου δεν εμφανιζόταν στα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου το οποίο έκδωσε το προσωρινό ένταλμα σύλληψης και ότι όταν το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέδιδε το υπό αναφορά προσωρινό ένταλμα σύλληψης, αυτό είχε ενώπιον του επαρκή αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δικαιολογούσαν την απόφασή του αυτή, αποφασίζοντας τα ακόλουθα: «Στο σημείο αυτό, διευκρινίζεται ότι η πιο πάνω αναφορά για ακύρωση της απόφασης του Ουκρανικού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 17.12.2014, δεν εμφανιζόταν οπουδήποτε στα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν τεθεί, στις 05.02.2017, ενώπιον του Προέδρου. Επομένως, σαφώς, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πασίδηλο νομικό σφάλμα, στο οποίο αυτός υπέπεσε, το οποίο εμφαίνεται στο πρακτικό, ήτοι το υπό αναφορά προσωρινό ένταλμα σύλληψης». Υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δοθέντος ότι το αίτημα του Αιτητή για ακύρωση του προσωρινού εντάλματος σύλληψης δε βασίζεται σε νομικό σφάλμα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο έκδωσε το εν λόγω προσωρινό ένταλμα σύλληψης, αλλά στο γεγονός ότι ο ίδιος πλέον δεν ευρίσκεται στην Κύπρο, η όποια αίτηση για έκδοση εντάλματος certiorari εκ μέρους του Αιτητή θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Υπό το φως των ανωτέρω, είναι η θέση μας ότι το αρμόδιο Δικαστήριο που οφείλει να επιληφθεί του αιτήματος του Αιτητή για ακύρωση του προσωρινού εντάλματος σύλληψης είναι το ίδιο Δικαστήριο που το έκδωσε στο παρελθόν. Με λίγα λόγια, αφ' ης στιγμής τα πραγματικά γεγονότα έχουν αλλάξει σε βαθμό που επηρεάζουν την νομιμότητα του εκδοθέντος προσωρινού εντάλματος σύλληψης, το ίδιο Δικαστήριο που το έκδωσε θα πρέπει να το ακυρώσει.». Τελικά Συμπεράσματα Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης, αλλά και της πρόσφατης νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η θέση του Αιτητή πως το Ε.Δ. Λάρνακας έχει δικαιοδοσία για να επιληφθεί της παρούσας Γενικής Αίτησης αλλά και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.». ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο στην Κύπρο το δικαίωμα εκάστου προσώπου στην ελευθερία και προσωπική ασφάλειά του (βλ. Άρθρο 11.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας). Περιορίζονται εκ του Συντάγματος οι περιπτώσεις στις οποίες Νόμος δύναται να επιτρέπει τη στέρηση της ελευθερίας ενός ατόμου διά της κρατήσεως ή συλλήψεώς του (βλ. Άρθρο 11.2 του Συντάγματος). Η σύλληψη ενός ατόμου είναι επιτρεπτή στις περιπτώσεις εκείνες, μεταξύ άλλων, όπου η σύλληψης διενεργείται εν σχέση προς αλλοδαπό πρόσωπο (βλ. Άρθρο 11.2(στ) του Συντάγματος) εναντίον του οποίου έγιναν ενέργειες προς το σκοπό απέλασης ή έκδοσης ή σύλληψης με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή σύμφωνα με διεθνή σύμβαση που δεσμεύει τη Δημοκρατία, υπό τον όρο ότι τέτοια σύμβαση εφαρμόζεται αντίστοιχα και από τον αντισυμβαλλόμενο.[1] Η έκδοση ενταλμάτων σύλληψης από τα Κυπριακά Επαρχιακά Δικαστήρια διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε. Το άρθρο 18 καθορίζει τις προϋποθέσεις έκδοσης ενός εντάλματος σύλληψης και το χρόνο κατά τον οποίο δύναται να εκδοθεί, ενώ το άρθρο 19 καθορίζει τί πρέπει να αναφέρεται επί του εντάλματος σύλληψης, σε ποιους απευθύνεται και ποια η διάρκεια ισχύος του. Παραθέτω αυτούσια τα εν λόγω άρθρα πιο κάτω꞉ «18.-
(1)Όταν δικαστής ικανοποιείται με γραπτή ένορκη δήλωση ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι ένα πρόσωπο διέπραξε αδίκημα ή όταν η σύλληψη ή η κράτηση θεωρηθεί ευλόγως αναγκαία για παρεμπόδιση διαπράξεως αδικήματος ή αποδράσεως μετά τη διάπραξη αυτού, ο δικαστής δύναται να εκδώσει ένταλμα (που θα αναφέρεται στον παρόντα Νόμο ως ένταλμα συλλήψεως) το οποίο να εξουσιοδοτεί τη σύλληψη του ατόμου εναντίον του οποίου στρέφεται το ένταλμα.
(2)Ένταλμα σύλληψης δύναται να εκδοθεί σε οποιαδήποτε ημέρα περιλαμβανόμενης Κυριακής ή δημόσιας αργίας. 19.-
(1)Κάθε ένταλμα συλλήψεως φέρει την υπογραφή του δικαστή που το εκδίδει, την ημερομηνία και ώρα εκδόσεως, καθώς επίσης και βεβαίωση του δικαστή ότι έχει ικανοποιηθεί λογικά για την ύπαρξη της ανάγκης εκδόσεως του εντάλματος.
(2)Κάθε τέτοιο έγγραφο αναφέρει σε συντομία το ποινικό αδίκημα ή ζήτημα για το οποίο εκδίδεται, κατονομάζει ή με άλλο τρόπο περιγράφει το πρόσωπο που θα συλληφθεί και διατάσσει τον αστυνομικό ή άλλο πρόσωπο προς το οποίο αυτό απευθύνεται να συλλάβει το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται και να προσάγει αυτό ενώπιο του Δικαστηρίου που έκδωσε το ένταλμα ή άλλου Δικαστηρίου αρμόδιου για την περίπτωση, για να απολογηθεί στο ποινικό αδίκημα ή ζήτημα που αναφέρεται στο ένταλμα και να τύχει περαιτέρω μεταχείρισης σύμφωνα με το νόμο.
(3)Κάθε τέτοιο ένταλμα συνήθως απευθύνεται γενικά προς όλους τους αστυνομικούς, αλλά ο Δικαστής που εκδίδει τέτοιο ένταλμα δύναται, αν είναι αναγκαία η άμεση εκτέλεση του και δεν υπάρχει αμέσως διαθέσιμος αστυνομικός, να απευθύνει αυτό προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, και το πρόσωπο αυτό ή πρόσωπα το εκτελούν, όταν δε το ένταλμα απευθύνεται σε περισσότερους από ένα αστυνομικούς ή περισσότερα από ένα πρόσωπα, αυτό δύναται να εκτελεστεί από όλους ή από οποιοδήποτε ή από περισσότερους του ενός από αυτούς.
(4)Κάθε τέτοιο ένταλμα παραμένει σε ισχύ μέχρις ότου εκτελεστεί ή ακυρωθεί από δικαστή.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Καθίσταται σαφές από τις διατάξεις του πιο πάνω εδαφίου
(4)του άρθρου 19 ότι, κατά το χρόνο έκδοσης του εντάλματος σύλληψης, δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός της διάρκειας ισχύος του εντάλματος που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 18 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Το εν λόγω ένταλμα σύλληψης παύει να ισχύει άπαξ και εκτελεστεί ή εάν και εφόσον ακυρωθεί από δικαστή. Συνεπώς, άπαξ και εκδοθεί ένα ένταλμα σύλληψης δυνάμει των άρθρων 18 και 19 του Κεφ. 155, ανεξάρτητα αν το καταζητούμενο πρόσωπο βρίσκεται εντός ή εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας καθ' οιονδήποτε χρόνο ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεσή του, το ένταλμα παραμένει σε ισχύ έως ότου αυτό εκτελεστεί, εκτός αν ακυρωθεί από Δικαστή. Δεν προσδιορίζεται στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο σε ποιες περιπτώσεις δύναται να ακυρωθεί ένα ένταλμα σύλληψης και πότε δύναται να προβεί στην ακύρωση ένα πρωτόδικο Επαρχιακό Δικαστήριο. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας ακύρωσης ενός εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος από πρωτόδικο Επαρχιακό Δικαστήριο για λόγους που άπτονται της ισχυριζόμενης έλλειψης νομιμότητάς του, αποφασίσθηκε με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 27.2.1991, στην Αίτηση αρ. 17/90, Αναφορικά με την Αίτηση του Γεώργιου Πολυκάρπου για έκδοση εντάλματος της φύσεως Certiorary
(1991)1 ΑΑΔ 207. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι με την εν λόγω απόφαση αποσαφηνίστηκε ότι꞉ (α) Αποκλειστικά αρμόδιο για να ελέγξει τη νομιμότητα και την ισχύ ενός πρωτοδίκως εκδοθέντος εντάλματος σύλληψης στην Κύπρο είναι το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Certiorary δυνάμει του Άρθρου 155 του Συντάγματος. (β) Διατηρεί την πιο πάνω εξουσία το Ανώτατο Δικαστήριο καθ' οιονδήποτε χρόνο ενόσω το ένταλμα σύλληψης βρίσκεται σε ισχύ, αλλά ακόμη και μετά που το επίδικο ένταλμα σύλληψης εκτελέστηκε και άρα έπαυσε να ισχύει. Παραθέτω πιο κάτω σύνοψη του πραγματικού υπόβαθρου της απόφασης Γεώργιου Πολυκάρπου, καθώς και σχετικές περικοπές από την εν λόγω απόφαση. Στην προμνησθείσα υπόθεση, είχε εκδοθεί εναντίον του Αιτητή την 2.1.1990 από Επαρχιακό Δικαστή στη Λεμεσό ένταλμα συλλήψεως για διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων σε υπόθεση διαρρήξεως κατοικίας και κλοπής Το ένταλμα εκτελέσθηκε αυθημερόν, ο Αιτητής προσήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου που διάταξε διήμερη κράτησή του, μετά την εκπνοή της οποίας ο Αιτητής απολύθηκε χωρίς να του προσαφθεί οποιαδήποτε, κατηγορία. Με την αίτησή του ο Αιτητής ζήτησε την έκδοση διατάγματος certiorari για ακύρωση του εντάλματος συλλήψεως της 2.1.90, ισχυριζόμενος ότι ο Επαρχιακός Δικαστής ενήργησε χωρίς δικαιοδοσία και κατά παράβαση του άρθρου 11 του Συντάγματος. Εκ μέρους της Δημοκρατίας έγινε παραδεκτό ότι δεν υπήρχε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστή οποιαδήποτε μαρτυρία που θα μπορούσε, με αντικειμενικό κριτήριο, να οδηγήσει ένα λογικό Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ο Αιτητής ενείχετο στο αδίκημα, αλλά υποβλήθηκε ότι το διάταγμα certiorari δεν έπρεπε να εκδοθεί διότι꞉ (α) η εν λόγω έλλειψη μαρτυρίας δεν άπτετο της δικαιοδοσίας του Δικαστή να εκδώσει το ένταλμα συλλήψεως, αλλά αφορούσε απλώς λανθασμένη άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, και/ή (β) το ένταλμα συλλήψεως δεν ευρίσκετο πλέον σε ισχύ, διότι είχεν εκτελεσθεί, και κανένας χρήσιμος σκοπός δεν θα εξυπηρετείτο με την ακύρωσή του. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σημειώθηκαν τα εξής πολύ σημαντικά꞉ «Μέσω των διαταγμάτων της φύσεως certiorari το Ανώτατο Δικαστήριο επιτηρεί και ελέγχει τα κατώτερα Δικαστήρια ακυρώνοντας οποιαδήποτε απόφαση, διαταγή, η διαδικασία ενώπιον τους, είτε ποινικής είτε αστικής φύσεως, η οποία γίνεται καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας τους. Η δικαιοδοσία των Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου κάτω από το άρθρο 155.4 του Συντάγματος και τα άρθρα 3 και 9 του περί της Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964 είναι η δικαιοδοσία έκδοσης προνομιακών διαταγμάτων, περιλαμβανομένων ενταλμάτων της φύσεως certiorari, την οποία ασκούν οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας, λαμβανομένης, βέβαια, υπόψη της αποκλειστικής αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι υποθέσεις 1) Frangos ν. Medical Disciplinary Board and others,
(1983)1 Α.Α.Δ. 256, και 2) Hussein Ramadan v. Electricity Authority of Cyprus and Another, 1 Α.Α.Σ.Δ.
- Ενδεικτικό της φύσεως του εντάλματος certiorari και της άσκησης της δικαιοδοσίας των Δικαστών του Αγγλικού Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του προκειμένου είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, 1ος Τόμος, σελ. 150, παράγραφος 147: "
- The nature of certiorari. Certiorari lies, on the application of a person aggrieved, to bring the proceedings of an inferior tribunal before the High Court for review so that the court can determine whether they shall be quashed, or to quash such proceedings. It will issue to quash a determination for excess or lack of jurisdiction, error of law on the face of the record or breach of the rules of natural justice, or where the determination was procured by fraud, collusion or perjury." Διαφωτιστικό της έκτασης της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδώσει διαταγή της φύσεως certiorari είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από τη γνώμη που ο Λόρδος Sumner εξέφρασε στο Ανακτοσυμβούλιο (Privy Council) στην υπόθεση The King v. Nat Bell Liquors, Limited, [1922] 2 A.C. 128, στη σελ. 158: 'As Lord Esher points out in Reg. v. Income Tax Commissioners, if a statute says that a tribunal shall have jurisdiction if certain facts exist, the tribunal has jurisdiction to inquire into the existence of these facts as well as into the questions to be heard; but while its decision is final, if jurisdiction is established, the decision that its jurisdiction is established is open to examination on certiorari by a superior Court." [...] Η έκδοση από το Επαρχιακό Δικαστήριο εντάλματος συλλήψεως κάτω από το άρθρο 18
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται (Βλ. άρθρο 188.1 του Συντάγματος) υπό το φως του άρθρου 11.2(γ) του Συντάγματος, αποτελεί απόφαση σε "δικαστική διαδικασία" εν τη εννοία του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, η οποία πρέπει μάλιστα να είναι αιτιολογημένη όπως ρητά απαιτεί η παράγραφος 3 του άρθρου 11 του Συντάγματος. Στην . υπόθεση I.R.C. v. Rossminster Ltd, [1980] 1 All E.R. 80, ο Λόρδος Scarman, είπε στη σελίδα 102 (d-e) ότι η έκδοση εντάλματος ερεύνης (το ίδιο ισχύει και για ένταλμα συλλήψεως) συνιστά δικαστική πράξη που είναι αποτέλεσμα δικαστικής έρευνας η οποία ικανοποιεί το Δικαστή ότι υφίστανται οι προϋποθέσεις για την έκδοσή της. Έπεται ότι η έκδοση δικαστικού εντάλματος συλλήψεως περιλαμβάνεται στις δικαστικές διαταγές που υπόκεινται στον έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 155.4 του Συντάγματος, θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, κατά τη γνώμη μου, ούτε το Επαρχιακό Δικαστήριο, στην άσκηση της δικαιοδοσίας του σε ποινικές ή αστικές υποθέσεις, ούτε το Κακουργιοδικείο, στην άσκηση της δικής του δικαιοδοσίας σε ποινικές υποθέσεις, έχουν στην Κύπρο δικαιοδοσία να ελέγξουν τη νομιμότητα δικαστικού εντάλματος συλλήψεως για τον απλούστατο λόγο ότι θα σφετερίζονταν την αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάτω από τις παραγράφους 1 ή/και 4 του άρθρου 155 του Συντάγματος. [...] Ο δεύτερος και τελευταίος λόγος που επικαλείται ο κ. Χατζηπέτρου εναντίον της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος στην παρούσα υπόθεση έχει ως θεμέλιο το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται η ακύρωση ενός εντάλματος που δε βρίσκεται πλέον σε ισχύ γιατί έχει ήδη εκτελεστεί. Επομένως, λέγει ο κ.Χατζηπέτρου, κανένας χρήσιμος σκοπός δεν θα εξυπηρετηθεί με την ακύρωση του. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής ο κ. Χατζηπέτρου παρέπεμψε το Δικαστήριο στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 1, σελ. 158, παράγραφος 163: "Where no benefit can be derived. Where grounds are made out upon which the court might grant the order, it will not do so where no benefit could arise from granting it." Η θέση του κ. Χατζηπέτρου είναι ότι, από τη στιγμή που η αστυνομία εκτελώντας το επίδικο δικαστικό ένταλμα, συνέλαβε τον Αιτητή, τη μόνη θεραπεία που ο Αιτητής θα μπορούσε πιθανόν να επιδιώξει ήταν να υποβάλει αίτηση για έκδοση του προνομιακού διατάγματος habeas corpus, υπό την αίρεση ότι θα προέβαινε στο διάβημα αυτό ενώ θα βρισκόταν υπό κράτηση με βάση το ένταλμα. - Η απάντηση του κ. Πουργουρίδη ήταν ότι, αν το επίδικο ένταλμα δεν ακυρωθεί, θα παραμένει σαν μια έγκυρη δικαστική διαταγή που θα αποτελεί υπεράσπιση σε μελλοντική τυχόν αξίωση του Αιτητή για αποζημιώσεις για την παράνομη και αντισυνταγματική σύλληψή του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, σύμφωνα με το άρθρο 19
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η εκτέλεση του επίδικου εντάλματος που έλαβε χώρα με τη σύλληψη του Αιτητή από την Αστυνομία, έθεσε τέλος στην ισχύ του. Αν υπήρχε τρόπος για τον Αιτητή ή για οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στη θέση του Αιτητή, να πληροφορηθεί έγκαιρα ότι επίκειται σύλληψή του με βάση δικαστικό ένταλμα που εκδόθηκε καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Δικαστή που το εξέδωσε, θα υπήρχε δυνατότητα έγκαιρης και αποτελεσματικής λήψης των αναγκαίων δικαστικών μέτρων για την ακύρωσή του, πράγμα που θα επέφερε σ' αυτόν το όφελος της αποφυγής της σύλληψής του. Εχω όμως την εντύπωση ότι η αποκατάσταση της νομιμότητας, έστω και εκ των υστέρων, και η δυνατότητα διεκδίκησης οποιωνδήποτε τυχόν δικαιωμάτων του από τον Αιτητή ή από άλλο θύμα παράνομης σύλληψης, κάτω από το άρθρο 11.8[2] του Συντάγματος, συνιστούν αρκετόν όφελος εν τη εννοία της αρχής που διατυπώνεται στο απόσπασμα του συγγράμματος που επικαλέστηκε ο κ. Χατζηπέτρου, ώστε να επιτρέπεται και να επιβάλλεται η ακύρωση του επίδικου εντάλματος μέσω του αιτούμενου διατάγματος certiorari. Εξ άλλου, στη συνέχεια του αποσπάσματος που έχω παραθέσει πιο πάνω αναφέρεται ότι στους χρήσιμους σκοπούς που εξυπηρετεί η ακύρωση παράνομων διαδικασιών περιλαμβάνεται και η δικαστική επιβεβαίωση της ακυρότητάς τους. Εφόσον, με βάση την έννομη τάξη όπως ισχύει στη Δημοκρατία μας, λαμβανομένης υπόψη της δικαιοδοσίας των Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των Δικαστών των Επαρχιακών Δικαστηρίων, ο μοναδικός τρόπος άσκησης δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας ενταλμάτων συλλήψεως και ερεύνης που εκδίδονται από τα Επαρχιακά Δικαστήρια είναι μέσω της δικαιοδοσίας που παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο από το άρθρο 155.4 του Συντάγματος, και λαμβανομένου ακόμα υπόψη του γεγονότος ότι η ισχύς των ενταλμάτων αυτών τερματίζεται τη στιγμή που η ύπαρξη τους έρχεται για πρώτη φορά σε γνώση του ενδιαφερόμενου πολίτη, και όχι νωρίτερα, έχω τη γνώμη ότι, τυχόν υιοθέτηση εκ μέρους μου της εισήγησης του κ. Χατζηπέτρου, θα συνιστούσε στην ουσία άρνηση ασκήσεως της δικαιοδοσίας μου, θα έθετε τα εντάλματα αυτά τώρα και στο διηνεκές έξω από οποιοδήποτε δικαστικό έλεγχο και θα μετέτρεπε τις πρόνοιες του Μέρους II του Συντάγματος σε γράμμα κενό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχω παραθέσει, απορρίπτω την ένσταση και εγκρίνω την αίτηση. Εκδίδω διαταγή της φύσεως certiorari και ακυρώνω το επίδικο δικαστικό ένταλμα συλλήψεως του Αιτητή. Δεν εκδίδω οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Τα πιο πάνω αποφασισθέντα δεν θα άφηναν κανένα περιθώριο στο παρόν επαρχιακό Δικαστήριο να ασκήσει οποιονδήποτε δικαστικό έλεγχο για τη νομιμότητα ή/και ισχύ του επίδικου εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε κατά του Αιτητή, εάν αυτό είχε εκδοθεί δυνάμει των άρθρων 18 και 19 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ανεξάρτητα του αν επιζητείτο ο έλεγχος της νομιμότητάς του κατά το χρόνο έκδοσης του εντάλματος ή καθ'οιονδήποτε μετέπειτα χρόνο μέχρι και σήμερα. Ωστόσο, το επίδικο ένταλμα σύλληψης, όπως περιγράφεται στην παρα. 6 της ένορκης δήλωσης του κ. Αντώνη Γεωργίου, ημερ. 18.10.2017, που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, και το οποίο ένταλμα επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως το Τεκμήριο Γ, αναφέρεται ρητά ότι εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 8
(1)(α)
(2)του Ν.97/
- Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω αν δικαιολογείται οποιαδήποτε διαφοροποίηση ή διεύρυνση στα όρια της δικαιοδοσίας του παρόντος επαρχιακού Δικαστηρίου, έτσι που αυτό να δύναται να ακυρώσει το επίδικο ένταλμα σύλληψης για το μόνο λόγο ότι εκδόθηκε δυνάμει του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου 97/
- Παραθέτω στο σύνολό τους τις διατάξεις του άρθρου 8 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970, Ν.97/1970, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε: «8
(1)Δύναται να εκδοθή ένταλμα συλλήψεως προσώπου διωκομένου δι' αδίκημα, δι' ό δύναται να χωρήση έκδοσις, ή προσώπου καταζητουμένου προς έκτισιν ποινής επιβληθείσης αυτώ μετά καταδίκην αυτού δια τοιούτον αδίκημα - (α) άμα τη λήψει εξουδιοδοτήσεως δια την έναρξιν της διαδικασίας της εκδόσεως, υπό δικαστού του Επαρχιακού Δικαστηρίου, εν τη δικαιοδοσία του οποίου ευρίσκεται ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται το ως άνω πρόσωπον· (β) άνευ τοιαύτης εξουσιοδοτήσεως, ύπό του Προέδρου τοιούτου Επαρχιακού Δικαστηρίου, άμα ώς ήθελε ληφθή καταγγελία δτι τό ώς είρηται πρόσωπον ευρίσκεται έν τη Δημοκρατία ή πιστεύεται δτι ευρίσκεται έν τη Δημοκρατία ή καθ' όδόν προς τήν Δημοκρατίαν, ένταλμα δέ εκδοθέν δυνάμει της παραγράφου (β) ανωτέρω, έν τω παρόντι Νόμω αναφέρεται ώς προσωρινόν ένταλμα.
(2)Δύναται να εκδοθή ένταλμα συλλήψεως δυνάμει του παρόντος άρθρου επί τη προσκομίσει τοιούτων αποδεικτικών στοιχείων, ως κατά την κρίσιν του δικαστού ή του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου, θα εδικαιολόγουν την έκδοσιν εντάλματος συλλήψεως προσώπου διωκομένου διά την διάπραξιν αναλόγου αδικήματος ή, αναλόγως της περιπτώσεως, προσώπου καταζητουμένου δι' έκτισιν ποινής, μετά καταδίκην αυτού δι' αδίκημα τι, εντός της δικαιοδοσίας του δικαστού ή του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου.
(3)Έν αις περιπτώσεσιν ήθελεν έκδοθη προσωρινόν ένταλμα δυνάμει του παρόντος άρθρου, ή έκδοΰσα τούτο αρχή θέλει γνωστόποιήσει αμελλητί τό γεγονός είς τόν Ύπουργόν καί διαβιβάσει ούτω τήν καταγγελίαν, καί τά αποδεικτικά στοιχεία, έφ' ών εδράζεται ή έκδοσις του εντάλματος ή κεκυρωμένον άντίγραφον τούτων· ό Υπουργός δύναται έν πάση περιπτώσει νά διάταξη τήν άκύρωσιν τοΰ εντάλματος καί, έάν ένηργήθη δυνάμει τοΰ εντάλματος ή σύλληψις τοΰ προσώπου είς δ άφορα τοΰτο, νά διάταξη τήν άπόλυσίν αύτοΰ, οφείλει δέ νά πράξη οϋτω έν αις περιπτώσεσιν ήθελεν αποφασίσει δπως μή προβή είς τήν έκδοσιν εξουσιοδοτήσεως δι' έναρξιν της διαδικασίας της εκδόσεως άναφορικώς προς τό πρόσωπον, έίς δ άφορα τό ένταλμα.
(4)Ένταλμα συλλήψεως εκδιδόμενον δυνάμει τοΰ παρόντος άρθρου δύναται νά έκτελεσθη παρά τοΰ προσώπου, προς δ τοΰτο απευθύνεται παρ' οιουδήποτε αστυνομικού.
(5)Έν ή περιπτώσει ήθελεν έκδοθη ένταλμα δυνάμει του παρόντος άρθρου διά τήν σύλληψιν προσώπου διωκομένου διά κλοπήν ή κλεπταποδοχήν ή οιονδήποτε έτερον αδίκημα κατά της περιουσίας, πας Επαρχιακός Δικαστής, εις οιονδήποτε μέρος της Δημοκρατίας, κέκτηται την αύτήν έξουσίαν προς έκδοσιν εντάλματος έρεύνης προς άνεύρεσιν τών τοιούτων περιουσιακών στοιχείων, ώς έάν τό αδίκημα είχε διαπραχθή έν περιοχή έμπιπτούση εις τήν δικαιοδοσίαν του ώς εΐρηται Δικαστού.». Είναι εμφανές ότι με τις πιο πάνω διατάξεις προβλέπονται δύο διαφορετικές περιπτώσεις ενταλμάτων σύλληψης꞉ (α) εκεί όπου έχει ήδη εκδοθεί εξουσιοδότησης του αρμόδιου Υπουργού της Κυπριακής Δημοκρατίας για την έναρξη διαδικασίας έκδοσης ενός φυγοδίκου εκδίδεται ένταλμα σύλληψης (το οποίο θα μπορούσε ίσως να χαρακτηρισθεί ως τελικό ή οριστικό σε αντιδιαστολή προς το προσωρινό ένταλμα που αφορά η περίπτωση (β) πιο κάτω)· (β) εκεί όπου εκκρεμεί ακόμη η έκδοσης της εξουσιοδότησης του αρμόδιου Υπουργού της Κυπριακής Δημοκρατίας για την έναρξη διαδικασίας έκδοσης ενός φυγοδίκου εκδίδεται «προσωρινό» ένταλμα σύλληψης. Στην περίπτωση που εκδίδεται ένταλμα σύλληψης κατόπιν έκδοσης εξουσιοδότησης του Υπουργού για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του φυγοδίκου, ο Ν.97/70είναι σιωπηρός σε ό,τι αφορά τη χρονική διάρκεια ισχύος του εν λόγω εντάλματος ή/και το ποιος δύναται να το ακυρώσει. Απεναντίας, στην περίπτωση που εκδίδεται προσωρινό ένταλμα σύλληψης (βλ. αντίστοιχα το άρθρο 8
(1)(β) του Ν.97/70), χορηγείται στον αρμόδιο Υπουργό η εξουσία να ακυρώσει το προσωρινό ένταλμα σύλληψης, ενώ οφείλει να το ακυρώσει εάν αποφασίσει να μην προχωρήσει με την έκδοση εξουσιοδότησης για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του φυγοδίκου. Είναι σιωπηρός ο Ν. 97/70για οποιαδήποτε εξουσία του Δικαστηρίου να ακυρώσει ένα τέτοιο ένταλμα σύλληψης. Ασφαλώς, τα Δικαστήρια διατηρούν εκείνες τις εξουσίες που τους χορηγεί το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο υπερέχει και υπερισχύει του Νόμου 97/70, γι' αυτό και η εν γένει αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου να ακυρώνει οποιοδήποτε ένταλμα σύλληψης με προνομιακό ένταλμα δυνάμει του Άρθρου 155 του Συντάγματος είναι δεδομένη. Όπως επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι, τα επαρχιακά Δικαστήρια δεν έχουν οποιαδήποτε εξουσία που δεν τους χορηγείται είτε από το Σύνταγμα είτε από τον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, ή από τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155, ή από οποιοδήποτε άλλο ειδικό Νόμο και εν προκειμένω από το Ν.97/70. Στην παρούσα υπόθεση, το επίδικο ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε, όπως φαίνεται στην όψη του (βλ. το Τεκμήριο Γ της ένορκης δήλωσης, ημερ. 18.10.2017, που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση), ως τελικό μετά την έκδοση της εξουσιοδότησης του Υπουργού για την έκδοση φυγοδίκου που ρητά αναφερόταν στο επίδικο ένταλμα ως ευρισκόμενος στην Επαρχία Λάρνακας, δυνάμει του άρθρου 8
(1)(α) του Ν.97/70. Δεν επρόκειτο για προσωρινό ένταλμα σύλληψης, όπως εσφαλμένα φαίνεται να περιγράφεται στο αιτητικό «Α» της υπό κρίση αίτησης. Δεν υφίσταται στο Νόμο 97/70, όπως ούτε και στο σώμα του επίδικου εντάλματος σύλληψης, οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός της διάρκειας ισχύος του εν λόγω τελικού εντάλματος σύλληψης. Δεν προβλέπεται στο Ν.97/70οποιαδήποτε συνάρτηση της διάρκειας ισχύος του εντάλματος σύλληψης με το κατά πόσον ο φυγόδικος συνεχίζει να ευρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας της Δημοκρατίας μετά την έκδοση του εντάλματος σύλληψης ή αν έχει διαφύγει εκτός της δικαιοδοσίας της ενόσω εκκρεμούσε για εκτέλεση το ήδη εκδοθέν ένταλμα σύλληψης. Εν πάση περιπτώσει, δεν προβλέπεται στο Ν.97/70οποιαδήποτε ειδική εξουσία Επαρχιακού Δικαστηρίου να ακυρώσει ένα τέτοιο εκδοθέν ένταλμα σύλληψης για λόγο που ανάγεται χρονικά είτε στην έκδοσή του είτε καθ' οιονδήποτε χρόνο μετέπειτα ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεσή του είτε ακόμη και μετά από αυτή. Ακολουθώντας κατ' αναλογίαν όσα αποφασίστηκαν στην προμνησθείσα απόφαση Γεώργιου Πολυκάρπου, κρίνω ότι ο έλεγχος της νομιμότητας και της ισχύος του επίδικου εντάλματος, όπως και η εξουσία ακύρωσής του, καθ' οιονδήποτε χρόνο άπαξ της έκδοσής του ή/και μετέπειτα ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεσή του, είτε ακόμη και μετά που αυτό αυτό ήθελε για οιονδήποτε λόγο θεωρηθεί ως εκπνεύσαν, εμπίπτει στη σφαίρα της αποκλειστικής δικαιοδοσίας που χορηγεί στο Ανώτατο Δικαστήριο το Άρθρο 155 του Συντάγματος. Η απόφαση, ημερ. 18.7.1995, στην Πολιτική Έφεση Αρ. 9169, Επί τοις αφορώσι την αίτηση του Τζεννάρο Περρέλλα (Αρ. 2) για Άδεια Καταχώρησης Αιτήσεως για Έκδοση Διατάγματος Certiorari
(1995)1 ΑΑΔ 692, επιβεβαιώνει ότι εντάλματα σύλληψης που εκδίδονται δυνάμει του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970, Ν.97/70, όπως τροποποιήθηκε, ελέγχονται ή/και ακυρώνονται εντός του πλαισίου της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 155 του Συντάγματος. Η αλληλουχία των γεγονότων στην προαναφερόμενη υπόθεση προσομοιάζει με αυτά που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, γι' αυτό και παρουσιάζει ενδιαφέρον η πιο πάνω απόφαση. Στην προμνησθείσα υπόθεση, ο εφεσείων, που ήταν Ιταλός, συνελήφθη στις 9 Φεβρουαρίου 1994 στην Κύπρο κατ' επίκληση των διατάξεων του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970, όπως τροποποιήθηκε. Η σύλληψή του σηματοδότησε την έναρξη διαδικασίας η οποία, την 9 Φεβρουαρίου 1994, απέληξε σε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για έκδοσή του στην Ιταλία ώστε να εκτίσει το υπόλοιπο ποινής φυλάκισης η οποία, καθώς προέκυψε, του είχε επιβληθεί από Δικαστήριο της χώρας του. Στις 15 Φεβρουαρίου 1994, ο εφεσείων αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 10 του Νόμου, για ένταλμα habeas corpus. Προέβαλε τρεις λόγους με τους οποίους προσέβαλλε το διάταγμα έκδοσης του. Ο ένας, επί του οποίου και κρίθηκε εν τέλει το ζήτημα, στρεφόταν εναντίον της εξουσιοδότησης την οποία είχε υπογράψει ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ως την προϋπόθεση για έναρξη της διαδικασίας. Η διαπίστωση ότι η εξουσιοδότηση εστερείτο του προβλεπομένου ερείσματος, δεδομένου ότι δεν είχε προηγηθεί σχετική αίτηση από το εκζητούν Κράτος, οδήγησε στην ακύρωση της διαδικασίας ως παράνομης και στην ως εκ τούτου απόλυση του εφεσείοντος. Λειτουργός του αρμόδιου Υπουργείου και αστυνομικός που παρακολουθούσαν τη διαδικασία, μόλις αντιλήφθηκαν πως ο εφεσείων επρόκειτο να απολυθεί, αποχώρησαν από την αίθουσα του Δικαστηρίου και αμέσως μερίμνησαν ώστε να εκδοθεί από Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας νέο ένταλμα σύλληψης στη βάση νέας εξουσιοδότησης την οποία είχαν στην κατοχή τους, αφού στο μεταξύ είχε υποβληθεί από το εκζητούν Κράτος αίτηση για έκδοση. Ως αποτέλεσμα, ο εφεσείων επανασυνελήφθη αμέσως μετά που διατάχθηκε η απόλυσή του από το Ανώτατο Δικαστήριο. Άρχισε έτσι νέα διαδικασία προς εκδοσή του. Ο εφεσείων, λίγο αργότερα την ίδια ημέρα της δεύτερης σύλληψης, αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο για να του παρασχεθεί άδεια να καταχωρήσει αίτηση για ένταλμα certiorari με το οποίο να αχθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και να ακυρωθεί το εν λόγω ένταλμα σύλληψης. Το διάβημά του αυτό το προώθησε προβάλλοντας πρώτο, ότι το ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε "παράνομα και χωρίς εξουσία" και, δεύτερο, ότι το ένταλμα σύλληψης εξασφαλίστηκε υπό συνθήκες μεμπτότητας από άποψης χρόνου και τρόπου, που το καθιστούσαν έκνομο με την έννοια, όπως αναπτύχθηκε στην επιχειρηματολογία, ότι ευρισκόταν εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστή που το εξέδωσε. Σε σχέση με την πρώτη πτυχή, ο εφεσείων βασίστηκε σε ό,τι εμφαινόταν στην όψη του ιδίου του εντάλματος το οποίο εν τέλει αποτέλεσε το μόνο "πρακτικό". Ενώ σε σχέση με τη δεύτερη πτυχή, εφόσον αυτή συνίστατο σε κατάληξη επί πραγματικών θεμάτων, ο εφεσείων προσήγαγε μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης του συνηγόρου ο οποίος τον είχε αντιπροσωπεύσει στην αίτηση για habeas corpus. Πρωτόδικα, τo Ανώτατο Δικαστήριο (σε μονομέλεια) κατέληξε ότι δεν καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για χορήγηση της αιτούμενης άδειας για το προνομιακό ένταλμα. Εφεσίβληθηκε εκείνη η απόφαση. Κατ' έφεση το Ανώτατο Δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία στο πλαίσιο του Άρθρου 155 του Συντάγματος και για τους λόγους που εξήγησε, παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση και εξέδωσε ένταλμα certiorari, ακυρώνοντας το επίδικο ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 10 Μαΐου 1994. Η Απόφαση ημερ. 26 Σεπτεμβρίου, 1996 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 9608, Επί τοις αφορώσι την αίτηση του Τζεννάρο Περρέλλα (Αρ. 2) για Άδεια Καταχώρησης Αιτήσεως για Έκδοση Διατάγματος Certiorari
(1995)1 ΑΑΔ 692
(1996)1 ΑΑΔ 1009, είχε ως αφετηρία την πιο πάνω αναφερόμενη ακύρωση του εντάλματος σύλληψης ημερ. 10 Μαΐου 1994, από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 18 Ιουλίου 1995, με διάταγμα της φύσης certiorari (βλ. την προμνησθείσα In Re Τζεννάρο Περέλλα (Αρ.2)
(1995)1 Α.Α.Δ. 692). Ο εφεσείων, ο οποίος ήταν στο στάδιο εκείνο ελεύθερος υπό όρους δυνάμει διαταγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στο πλαίσιο των εξουσιών του δυνάμει του Άρθρου 9 του Νόμου, με επιστολή του δικηγόρου του προς το Γενικό Εισαγγελέα ζήτησε την επιστροφή του διαβατηρίου του, γιατί ήταν η πρόθεσή του να αναχωρήσει την ίδια μέρα για τη Βιέννη. Όπως ανέφερε, θεωρούσε ότι μετά την ακύρωση του εντάλματος σύλληψης ήταν πλέον ελεύθερος. Είχε την ίδια άποψη και ο Γενικός Εισαγγελέας και με υφιστάμενη την αίτηση έκδοσης που είχε υποβάλει η Ιταλία και την εξουσιοδότηση που είχε εκδώσει ο Υπουργός, ζήτησε την έκδοση νέου εντάλματος συλλήψεως. Αυτή τη φορά, όμως, από Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Παράλληλα, με επιστολή ημερομηνίας 19 Ιουλίου 1995, ο δικηγόρος του αιτητή πληροφορήθηκε πως ενώ η διαδικασία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας "έπαυσε υφισταμένη" αυτή θα αποσυρόταν "εκ περισσού". Πράγμα το οποίο και έγινε μεταγενέστερα παρά την ένσταση του εφεσείοντα. Προσάχθηκε ενώπιον Δικαστή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού η εξουσιοδότηση και μαρτυρία, κρίθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και την ίδια μέρα, δηλαδή στις 18 Ιουλίου 1995, ο εφεσείων συνελήφθη στη Λεμεσό όπου βρισκόταν. Την έναρξη της διαδικασίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στις 19 Ιουλίου 1995, ακολούθησε αίτηση για παροχή άδειας προς έκδοση διατάγματος της φύσης certiorari. Αντικείμενό της ήταν το ένταλμα συλλήψεως που είχε εκδοθεί στις 18 Ιουλίου 1995. Ο εφεσείων είχε στο μεταξύ αφεθεί εκ νέου ελεύθερος υπό όρους με διαταγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και πρωτοδίκως αναπτύχθηκαν επιχειρήματα ως προς τις επιπτώσεις από αυτή την εξέλιξη. Χορηγήθηκε άδεια όμως τελικά η αίτηση που υποβλήθηκε απερρίφθη αφού θεωρήθηκε πως ο μόνος λόγος για τον οποίο επιζητήθηκε παρέμβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με προνομιακό διάταγμα, δεν ευσταθούσε. Ο λόγος που μνημονεύω την Απόφαση, ημερ. 26.9.1996 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 9608, Επί τοις αφορώσι την αίτηση του Τζεννάρο Περρέλλα (Αρ. 2) για Άδεια Καταχώρησης Αιτήσεως για Έκδοση Διατάγματος Certiorari
(1995)1 ΑΑΔ 692
(1996)1 ΑΑΔ 1009, έγκειται στο εξής απόσπασμα από αυτήν꞉ «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με την εισήγηση του εφεσείοντα πως η εξουσιοδότηση για την έναρξη διαδικασίας έκδοσης συνιστά τρόπο έγερσης "αγωγής". Το Άρθρο 7
(1)που επικαλέστηκε, δεν υποστηρίζει τέτοια εξομοίωση ή αναλογία. Καθορίζει πως, τηρουμένων των διατάξεων που αφορούν στα προσωρινά εντάλματα σύλληψης, οι διατάξεις του Νόμου "δεν θα τυγχάνωσιν εφαρμογής αναφορικώς προς οιονδήποτε πρόσωπον ειμή δυνάμει εντολής του Υπουργού" που περιγράφεται ως "εξουσιοδότησις προς έναρξιν της διαδικασίας της εκδόσεως". Η εξουσιοδότηση συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση για την ανάληψη δικαιοδοσίας είτε προς έκδοση εντάλματος σύλληψης από Επαρχιακό Δικαστή δυνάμει του Άρθρου 8
(1)(α) είτε, για την προώθηση της διαδικασίας εκδόσεως όταν εκδόθηκε προσωρινό ένταλμα σύλληψης δυνάμει του Άρθρου 8
(1)(β) [βλ. άρθρο 9
(4)] αλλά δεν είναι είδος δικονομικού μέσου έναρξης διαδικασίας, με την έννοια που της προσδίδει ο εφεσείων. Όπως καταδεικνύει και η ίδια η περιγραφή της, εξουσιοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας εκδόσεως. Τα περί τη διαδικασία εκδόσεως καθορίζονται στο Άρθρο 9 το οποίο και έχει ακριβώς τον παράτιτλο "Διαδικασία Εκδόσεως". Σύμφωνα με το Άρθρο 9
(1), "παν πρόσωπον, όπερ ήθελε συλληφθή κατόπιν εντάλματος εκδοθέντος δυνάμει του Άρθρου 8, θέλει προσαχθή το ταχύτερον δυνατόν (εκτός εάν προηγουμένως αφεθή ελεύθερον δυνάμει του εδαφίου
(3)του εν λόγω άρθρου ενώπιον δικαστού του εν τω εντάλματι οριζομένου Επαρχιακού Δικαστηρίου (εν τω παρόντι Νόμω αναφερομένου ως "το επιληφθέν της εκδόσεως Δικαστήριον"). Δεν αναφέρεται ο Νόμος σε άλλη ενέργεια (π.χ. επίδοση κάποιου εναρκτήριου μέσου ή κλήσης) που θα διάνοιγε τη δυνατότητα ανάληψης δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο. Ο Νόμος καθορίζει διαδικασία sui generis και η προσαγωγή συλληφθέντος με ένταλμα σύλληψης που εκδίδεται δυνάμει του Άρθρου 8, συνιστά όρο sine qua non για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο. Χωρίς συλληφθέντα κατόπιν τέτοιου εντάλματος, δεν υπάρχει πρόσωπο σε σχέση προς το οποίο θα μπορούσε να διεξαχθεί διαδικασία έκδοσης. Αλλά ούτε και Δικαστήριο το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι το "επιληφθέν της εκδόσεως Δικαστήριο" θα υπήρχε χωρίς ένταλμα σύλληψης δυνάμει του Άρθρου 8 αφού τέτοιο Δικαστήριο, δικαστής του οποίου έχει αρμοδιότητα πάνω στο θέμα, σύμφωνα και πάλιν με το Άρθρο 9
(1), είναι το "εν τω εντάλματι" οριζόμενο. Από την άλλη, ο Νόμος αναγνωρίζει Δικαστήριο "επιληφθέν της εκδόσεως" χωρίς την ύπαρξη εξουσιοδότησης, στην περίπτωση συλληφθέντος κατόπιν προσωρινού εντάλματος που εκδίδεται δυνάμει του Άρθρου 8
(1)(β) που είναι και πάλιν το "εν τω εντάλματι" οριζόμενο. Αφού, όπως κρίθηκε στην Πολιτική Έφεση 9169, ουδέποτε εκδόθηκε έγκυρο ένταλμα δυνάμει του Άρθρου 8 του Νόμου, αφαιρέθηκε το υπόβαθρο για την ανάληψη δικαιοδοσίας από δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Διαφορετικά θα αναγνωριζόταν έννομο αποτέλεσμα από την έκδοσή του χωρίς να συνυπάρχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου, αφού θα κτιζόταν στη βάση του η περαιτέρω πορεία. Συμφωνούμε, λοιπόν, με την κατάληξη στην οποία άχθηκε ο συνάδελφός μας που εκδίκασε την υπόθεση σε πρώτο βαθμό πως η διαδικασία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας τερματίστηκε με την έκδοση της απόφασης στην Πολιτική Έφεση Αρ. 9169. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας βρισκόταν πλέον στην ίδια θέση με κάθε άλλο Επαρχιακό Δικαστήριο στη Δημοκρατία. Και εφόσον η ακύρωση του εντάλματος σύλληψης, ως εκ του λόγου που οδήγησε σ'αυτή, δεν αποτελούσε κώλυμα για την έκδοση νέου, αυτό δεν θα μπορούσε να εκδοθεί παρά δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, ειδικά του Άρθρου 8
(1)(α) το οποίο διέπει την περίπτωση. Από Δικαστή δηλαδή του Επαρχιακού Δικαστηρίου "εν τη δικαιοδοσία του οποίου ευρίσκεται ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται το ως άνω πρόσωπον", εννοείται κατά το χρόνο εκείνο. Ο εφεσείων βρισκόταν τότε στη Λεμεσό και το αίτημα για την έκδοση εντάλματος συλλήψεως ορθά απευθύνθηκε προς Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στο οποίο και προσάχθηκε η εξουσιοδότηση του Υπουργού για έναρξη διαδικασίας εκδόσεως. Το γεγονός ότι προηγουμένως παρουσιάστηκε εξουσιοδότηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, δεν μπορούσε παρά να ήταν η απλή συνέπεια του ότι ο εφεσείων βρισκόταν ή πιστευόταν ότι βρισκόταν τότε στη δικαιοδοσία του. Η σημασία του οποίου και χάθηκε με την ακύρωση του εντάλματος και τη μετακίνηση του εφεσείοντα στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η έφεση απορρίπτεται.». Δύο πολύ σημαντικά σημεία αναδεικνύονται, κατά την κρίση μου, από το πιο πάνω απόσπασμα꞉ (α) ότι ο ουσιώδης χρόνος για να αποφασισθεί αν έγκυρα ανέλαβε ένα Δικαστήριο δικαιοοσία για την έκδοση εντάλματος σύλληψης κατά φυγοδίκου είναι ο χρόνος κατά την έκδοση του εντάλματος σύλληψης, επομένως, το ζητούμενο είναι αν όντως βρισκόταν στη Λάρνακα ο φυγόδικος καθ' ον χρόνο εκδόθηκε εναντίον του το επίδικο ένταλμα σύλληψης και όχι οποτεδήποτε αργότερα. (β) ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αρμοδιότητα να επιληφθεί οποιασδήποτε διαδικασίας που άπτεται της έκδοσης ενός φυγοδίκου ή/και να ακυρώσει μια τέτοια διαδικασία (όπως είναι η αξίωση του Αιτητή βάσει του αιτητικού «Β» της υπό κρίση αίτησης), εφόσον ο επηρεαζόμενος φυγόδικος δεν έχει ακόμη συλληφθεί και δεν βρίσκεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Το ότι ο Αιτητής, που δεν συνελήφθηκε ακόμη, καταχώρησε την υπό κρίση γενική αίτηση, ζητώντας από το παρόν Δικαστήριο να αναλάβει ακυρωτική δικαιοδοσία είναι αντιφατικό και προς την ίδια την εισήγησή του περί έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου λόγω του ότι κατ' ισχυρισμόν ο ίδιος βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του. Το διάβημα του Αιτητή είναι «μάλλον ασυνήθιστο». Τούτο εύστοχα παρατήρησε το Έντιμο μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γιασεμής, Δ., στην απόφαση, ημερ. 21.8.2017, στην Πολιτική Aίτηση Αρ. 105/2017, Αναφορικά με την αίτηση του DMITRY GERASIMENKO από την Ελβετία, Αιτητή στη Γενική Αίτηση υπ' αρ. 9/2017 του Ε.Δ. Λάρνακας, για Άδεια Καταχώρησης Αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος της φύσεως CERTIORARI και/ή PROHIBITION δυνάμει του άρθρου 155.4 του Συντάγματος, όταν επιχείρησε και τότε ο ίδιος Αιτητής με την καταχώριση της Γενικής Αίτησης Αρ. 9/2017 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου (με άλλη σύνθεση) να ακυρώσει το ίδιο ένταλμα σύλληψης, ημερ. 27.12.2016, που εκκρεμούσε εναντίον του, ως αυτό που είναι επίδικο στην παρούσα γενική αίτηση στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας έκδοσής του. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Γιασεμή, Δ.꞉ «Γιασεμής, Δ.꞉ Η υπόθεση αυτή άρχισε με αφορμή ένα, μάλλον, ασυνήθιστο δικονομικό διάβημα, το οποίο ο αιτητής έλαβε στις 7.2.2017, με γενική αίτηση, όπως την αποκαλεί, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Με αυτή, ζητούσε την ακύρωση εντάλματος σύλληψής του, το οποίο είχε εκδοθεί στις 27.12.2016, δυνάμει του άρθρου 8
(1)(α)[1] του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970, (Ν. 97/1970), προς το σκοπό προώθησης διαδικασίας έκδοσής του στη Ρωσική Ομοσπονδία, καθώς, επίσης, την απόρριψη της διαδικασίας αυτής. Της γενικής αίτησης, ανωτέρω, είχε προηγηθεί η καταχώριση στο προαναφερθέν Δικαστήριο της, υπ' αρ. 6/2016, διαδικασίας έκδοσης του αιτητή στην πιο πάνω χώρα. Στις 27.12.2016, όμως, η εν λόγω διαδικασία διακόπηκε, με πρωτοβουλία της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα, για λόγο που δεν ενδιαφέρει εδώ. Μετά δε και την εξέλιξη αυτή, εκδόθηκε, την ίδια ημέρα, το προαναφερθέν ένταλμα σύλληψης, το οποίο, όμως, μέχρι σήμερα, δεν κατέστη δυνατό να εκτελεστεί. Ο λόγος γι' αυτό, όπως ο αιτητής ισχυρίζεται, είναι επειδή ο ίδιος δε βρίσκεται, πλέον, στην Κύπρο, έχοντας μεταβεί στην Ελβετία, όπου διαμένει μονίμως. Είναι, βασικά, την απουσία του αυτή από τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, που προβάλλει, με τη γενική αίτησή του, ανωτέρω, ως λόγο για την ακύρωση του προαναφερθέντος εντάλματος σύλληψής του, θεωρώντας την παραμονή του σε ισχύ καταχρηστική, όπως και την παραμονή σε εκκρεμότητα της συναφούς διαδικασίας έκδοσής του.». Επιβάλλεται να διευκρινισθεί ότι στην πιο πάνω Πολιτική Αίτηση Αρ. 105/2017, ο Έντιμος Γιασεμής, Δ., δεν χρειάσθηκε να αποφανθεί επί του δικαιοδοτικού ζητήματος που ήγειρε το παρόν Δικαστήριο στην υπό κρίση, νέα, γενική αίτηση του ίδιου Αιτητή, αφού δεν είχε εγερθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο με εκείνη τη σύνθεση ανάλογος προβληματισμός. Δεν αποφάσισε ο Έντιμος Γιασεμής Δ. αν ήταν κατάλληλο διάβημα η καταχώριση γενικής αίτησης για την εξασφάλιση από τον Αιτητή πανομοιότυπων θεραπειών με αυτές που εξαιτείται στην παρούσα υπό κρίση αίτηση. Η πρωτοδίκως εκδοθείσα απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε η αίτηση για Certiorary στην πιο πάνω Πολιτική Αίτηση Αρ. 105/2017 δεν αφορούσε επί της ουσίας των αιτούμενων θεραπειών, παρά μόνον αφορούσε στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου (με άλλη σύνθεση) να παραμερίσει για διαδικαστικούς λόγους (δυνάμει της Δ.33, Κ. 5[2] των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στη βάση των κριτηρίων που καθιέρωσε η νομολογία στις παρόμοιας φύσεως πρόνοιες της Δ.17, Κ. 10 και της Δ.26, Κ. 14 των πιο πάνω Κανονισμών) την προηγουμένως μονομερώς εκδοθείσας απόφασή του επί της Γενικής Αίτησης 9/2017, με την οποία χορηγούσε τις ζητούμενες θεραπείες στον Αιτητή. Αποκαλυπτικό το ακόλουθο απόσπασμα꞉ «Η πιο πάνω γενική αίτηση, αφού επιδόθηκε στο Γενικό Εισαγγελέα, ως καθ' ου η αίτηση, ορίστηκε στις 5.5.2017 για ακρόαση, με οδηγίες να καταχωριστεί, στο μεταξύ, ένσταση. Κανένα, όμως, από αυτά δε συνέβη. Στις 5.5.2017, λόγω και της απουσίας της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα, οι συνήγοροι του αιτητή ζήτησαν και έλαβαν απόφαση, ως οι θεραπείες που έχουν προαναφερθεί. Ακολούθησε, στις 16.5.2017, αίτηση από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα για παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης, η οποία, παρά την ένσταση που υποβλήθηκε, στο μεταξύ, από μέρους του αιτητή, είχε θετική κατάληξη, όπως διαπιστώνεται από τη σχετική απόφαση του εκδικάσαντος την υπό αναφορά αίτηση Δικαστηρίου, ημερομηνίας 30.6.
- Παραμερίστηκε, έτσι, η απόφαση ημερομηνίας 5.5.2017 και, συνακόλουθα, η γενική αίτηση του αιτητή ορίστηκε για ακρόαση, ενώ, συγχρόνως, δόθηκε άδεια στο Γενικό Εισαγγελέα να προβάλει τις θέσεις του έναντι αυτής, προς υποστήριξη της ένστασής του. Το εκδικάσαν την προαναφερθείσα ενδιάμεση αίτηση Δικαστήριο οδηγήθηκε στην εν λόγω απόφασή του, ασκώντας την εξουσία που του παρέχει η Δ.33, Κ. 5[2] των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στη βάση των κριτηρίων που καθιέρωσε η νομολογία στις παρόμοιας φύσεως πρόνοιες της Δ.17, Κ. 10 και της Δ.26, Κ. 14 των πιο πάνω Κανονισμών. Στο πλαίσιο, ανωτέρω, αποφάσισε ότι ο καθ' ου η αίτηση Γενικός Εισαγγελέας απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση επί της ουσίας, έναντι της γενικής αίτησης του αιτητή, γεγονός που δικαιολογούσε να του επιτραπεί να προβάλει την ένστασή του σε αυτή. Της απόφασης του εκδικάσαντος Δικαστηρίου σε σχέση με την πιο πάνω πτυχή, προηγήθηκε η διαπίστωσή του ότι η παράλειψη της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα να εμφανιστεί στις 5.5.2017 ενώπιόν του, όταν η γενική αίτηση του αιτητή ήταν ορισμένη για ακρόαση, δε συνιστούσε περιφρόνηση του Δικαστηρίου. Ο αιτητής, με την παρούσα μονομερή αίτηση, ζητά άδεια για καταχώριση διά κλήσεως αίτησης. Με αυτή, θα επιδιώξει, κατ' επίκληση της εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του ΄Αρθρου 155.4 του Συντάγματος, την έκδοση εντάλματος certiorari, για ακύρωση της προαναφερθείσας απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 30.6.2017». Μόνον παρεπιπτόντως, έμμεσα δηλαδή, χωρίς μάλιστα την αναγκαία σαφήνεια, ήταν που προωθήθηκαν στο πλαίσιο της Πολιτικής Aίτησης Αρ. 105/2017, λόγοι ακύρωσης της πρωτόδικης απόφασης που άπτονταν της ουσίας των αιτούμενων από τον Αιτητή θεραπειών για ακύρωση του εντάλματος σύλληψης και της διαδικασίας έκδοσης του Αιτητή, οι οποίοι λόγοι άπτονται της εφαρμογής του Ν.97/
- Η αίτηση απερρίφθη από τον Γιασεμή, Δ., αφού επεσήμανε ότι αυτοί οι λόγοι ακύρωσης δεν προωθήθηκαν με επαρκή σαφήνεια «όπως θα έπρεπε να είναι, ειδικά, δεδομένης της εξαιρετικότητας του ληφθέντος διαβήματος και της θεραπείας που ζητείται με αυτό», αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο, ότι δεν υπήρχε ακόμη ενώπιον του πρωτόδικη απόφαση επ' αυτών ώστε να χωρεί έλεγχος με προνομιακό ένταλμα. Εν τέλει, αμέσως μετά την πιο πάνω απόφαση του Έντιμου Γιασεμή, Δ., ο Αιτητής απέσυρε τη Γενική Αίτηση αρ. 9/2017 ενώπιον του αδελφού Δικαστή που της επιλαμβανόταν πρωτόδικα και έτσι ουδέποτε εκδόθηκε πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με τις επίμαχες θεραπείες που αξίωνε ο Αιτητής. Η απόσυρση της αίτησης έγινε, όμως, άνευ βλάβης, με δικαίωμα καταχώρισης νέας αίτησης. Επανήλθε ο Αιτητής με την παρούσα, υπό κρίση αίτηση αρ. 124/2017, για να αξιώσει τις ίδιες επίμαχες θεραπείες. Πάντως, ακόμη και η απόφαση ημερ. 21.8.2017 στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 97/2017, Αναφορικά με την Αίτηση του STANISLAV PALIEI για έκδοση εντάλματος Certiorari, στην οποία με παρέπεμψαν οι συνήγοροι του Αιτητή στη γραπτή αγόρευσή τους, δείχνει ότι το κατάλληλο διάβημα για την ακύρωση εντάλματος σύλληψης φυγοδίκου είναι η αίτηση για την έκδοση εντάλματος certiorari. Τονίσθηκε εκεί ότι꞉ «[δ]ικαστήριο, εξετάζον αίτημα για έκδοση εντάλματος σύλληψης δυνάμει του άρθρου 8
(1)του Ν. 97/1970, αποφασίζει, στη βάση των αποδεικτικών στοιχείων που τίθενται ενώπιόν του, κατά πόσο αυτά δικαιολογούν ή όχι την έκδοση τέτοιου εντάλματος, ως η απαίτηση του εδαφίου
(2)του ιδίου άρθρου. Δεν έχει, το ίδιο, υποχρέωση να διερευνήσει για την ύπαρξη τυχόν και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως εισηγήθηκε, επί μέρους, ο συνήγορος του αιτητή. [...] Εν κατακλείδι, διαπιστώνεται ότι, κατά τον εν λόγω ουσιώδη χρόνο, υπήρχαν ενώπιον του Προέδρου αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δικαιολογούσαν την έκδοση του υπό αναφορά προσωρινού εντάλματος σύλληψης του αιτητή και ορθώς αυτός αποφάσισε την έκδοσή του. Η κατάληξη δε αυτή προδιαγράφει και την τύχη της υπό εξέταση αίτησης.». ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, επισημαίνω ότι꞉ Το επίδικο ένταλμα σύλληψης ημερ. 27.12.2016, εκδόθηκε κατόπιν εξουσιοδότησης του αρμοδίου Υπουργού δυνάμει του άρθρου 8
(1)(α) του Ν.97/70 και άρα δεν πρόκειται για προσωρινό ένταλμα σύλληψης, κατά την έννοια του άρθου 8
(1)(β) του εν λόγω Νόμου, όπως αναφέρεται εσφαλμένα στο αιτητικό «Α» της αίτησης. Το επίδικο ένταλμα σύλληψης δεν έχει κατά Νόμο ημερομηνία λήξης και, συνεπώς, η εκτέλεσή του δεν περιορίζεται χρονικά, άρα εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση ότι «δεν εκτελέστηκε έγκαιρα». Το επίδικο ένταλμα σύλληψης θα παύει να ισχύει μόλις εκτελεστεί, εκτός εάν ακυρωθεί ενωρίτερα από αρμόδιο Δικαστήριο. Στο δικαιϊκό σύστημα της Κύπρου, η έκδοση εντάλματος σύλληψης αποτελεί δικαστική πράξη, τον έλεγχο νομιμότητας της οποίας καθ' οιονδήποτε χρόνο μετά την έκδοσή του δύναται να ασκεί αποκλειστικά το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 155 του Συντάγματος, το οποίο δύναται να ακυρώσει ένταλμα σύλληψης βάσει προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari (βλ. Πολυκάρπου
(1991)1 ΑΑΔ 207). Κατά την κρίση μου, εναπόκειται στον Αιτητή, εφόσον καταχωρήσει αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για την έκδοση εντάλματος certiorari να αποδείξει αν το ένταλμα σύλληψης έπασχε κατά την έκδοσή του επειδή ο Αιτητής είχε ήδη εγκαταλείψει το έδαφος της επαρχίας Λάρνακας ή/και της Κύπρου ή αν μεταγενέστερα της έκδοσής του εγκατέλειψε το έδαφος αυτό και πώς τούτο επιδρά στη νομιμότητα ή/και εγκυρότητα ή/και τη συνέχιση της ισχύος του εντάλματος σύλληψης. Δεν χορηγείται με βάση το Σύνταγμα ή/και το Νόμο τέτοια εξουσία στο παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο να ακυρώσει το επίδικο ένταλμα σύλληψης για λόγους που άπτονται της νομιμότητάς του ή/και εγκυρότητάς του καθ'οιονδήποτε χρόνο μετά την έκδοσή του, ακόμη και μετά από τυχόν εκτέλεσή του (βλ. Πολυκάρπου
(1991)1 ΑΑΔ 207). Η προσαγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου συλληφθέντος με ένταλμα σύλληψης που εκδίδεται δυνάμει του Άρθρου 8, συνιστά όρο sine qua non για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο. Χωρίς συλληφθέντα κατόπιν τέτοιου εντάλματος, δεν υπάρχει πρόσωπο σε σχέση προς το οποίο θα μπορούσε να διεξαχθεί διαδικασία έκδοσης (βλ. Τζεννάρο Περρέλλα (Αρ. 2)
(1995)1 ΑΑΔ 692
(1996)1 ΑΑΔ 1009) Ουδεμία διαδικασία έκδοσης του Αιτητή εκκρεμεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εφόσον ο Αιτητής δεν έχει ακόμη συλληφθεί και δεν βρίσκεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ουδεμία αρμοδιότητα δύναται, υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, να αναληφθεί από το παρόν Δικαστήριο, για να ακυρώσει διαδικασία έκδοσης του Αιτητή προς τις Ρωσσικές διωκτικές αρχές ως το αιτητικό «Β» της αίτησης. Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, καταλήγω να κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αίτησης ή/και να εκδώσει τις αιτούμενες θεραπείες, γι' αυτό και αναστέλλεται η διαδικασία εξέτασης της αίτησης. Ενόψει της μη εμφάνισης του Καθ' ου η αίτηση κατά την ακρόαση, δεδομένου και του αποτελέσματος, κρίνω δίκαιο να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (υπ.)............................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η σύλληψη ή η κράτηση όμως οποιουδήποτε προσώπου προς το σκοπό έκδοσης ή παράδοσής του δεν είναι δυνατή εάν το αρμόδιο κατά νόμο όργανο ή αρχή έχει ουσιώδη λόγο να πιστεύει ότι το αίτημα της έκδοσης ή παράδοσης έγινε με σκοπό την ποινική δίωξη ή την τιμωρία προσώπου συνεπεία της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της εθνοτικής καταγωγής, των πολιτικών πεποιθήσεων ή των νόμιμων κατά το διεθνές δίκαιο διεκδικήσεων συλλογικών ή ατομικών δικαιωμάτων. [2]"11.8. Ο κατά παράβαοιν των διατάξεων του παρόντος άρθρου συλληφθείς ή κρατηθείς έχει αγώγιμον δικαίωμα προς αποζημίωσιν." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο