← Κύπρος

Χρήστου Λοφίτη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1396/15, 19/3/2018

Χρήστου Λοφίτη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1396/15, 19/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1396/15 Μεταξύ: Χρήστου Λοφίτη Ενάγοντος -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου --------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ.28/9/17 για Περαιτέρω Αποκάλυψη Εγγράφων Ημερομηνία: 19 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: Κ. Γεωργιάδης για Chrysses Demetriades & Co LLC. Για Εναγόμενο: Δ. Παπαστεφάνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αιτούμενες θεραπείες Με την υπό κρίση αίτηση ο Ενάγων/Αιτητής επιδιώκει την έκδοση των ακολούθως διαταγμάτων: (Α) Διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος να διατάσσεται όπως αποκαλύψει ενόρκως όλα τα έγγραφα και αποδείξεις που βρίσκονται στην κατοχή ή φύλαξη ή έλεγχο του τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας της πιο πάνω αιτούμενης θεραπείας, αποκάλυψη του πορίσματος της πειθαρχικής έρευνας που έγινε από την Εθνική Φρουρά, για το οποίο ο Ενάγων έδωσε δύο γραπτές καταθέσεις ημερομηνίας 11.1.2012 και 26.7.2012. (Β) Διάταγμα που να επιτρέπει στον Ενάγοντα να επιθεωρήσει και/ή λάβει αντίγραφο του πορίσματος που αναφέρεται στο Αιτητικό (Α) πιο πάνω ως θα καθοριστεί από το Δικαστήριο. Νομική Βάση Αίτησης Η Αίτηση στηρίζεται στην Δ.28, θ.θ.1-15 και Δ.48, θ.θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και στις εγγενείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα, στην οποία αναφέρει ότι στη βάση της πληροφόρησης που τυγχάνει από τους δικηγόρους του και από μελέτη των δικογράφων και της αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων του και λειτουργών του Κράτους, η αιτούμενη αποκάλυψη είναι απόλυτα αναγκαία να δοθεί πριν την δίκη για τη σωστή και δίκαιη προετοιμασία της υπόθεσης. Εκφράζει δε την ειλικρινή πίστη του ότι το πόρισμα το οποίο ζητείται με την παρούσα αίτηση βρίσκεται στην κατοχή του Εναγόμενου ότι αυτό προκύπτει από μία σειρά επιστολών τις οποίες περιγράφει στην παράγραφο 3 της Ένορκης Δήλωσης του και τις οποίες επισυνάπτει ως Τεκμήρια Α - Θ. Επισημαίνει δε ότι παρά την αναφερόμενη αλληλογραφία, ο Εναγόμενος παραλείπει μέχρι και σήμερα να εφοδιάσει τους δικηγόρους του με το πόρισμα που αναφέρεται στο Αιτητικό (Α) ανωτέρω. Τέλος, αναφέρει ότι στη βάση της πληροφόρησης που έχει από τους δικηγόρους του, προκύπτει ότι το πόρισμα βρίσκεται στην κατοχή του Εναγόμενου και από τον ίδιο τον κατάλογο εγγράφων που αποκαλύφθηκε στις 23/3/17 στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων της κας Έλλης Φλωρέντζου. Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται μεταξύ άλλων, και στην Δ.48, θ.θ.1-15 και Δ.48, θ.θ.1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως και στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Η Αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και καταχρηστική · Δεν δίδεται επαρκής αιτιολογία για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων · Τα έγγραφα τα οποία προτίθεται να χρησιμοποιήσει ο Εναγόμενος έχουν ήδη τύχει αποκάλυψης διά της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 23.3.17 της κας Ε. Φλωρέντζου · Όλα τα έγγραφα τα οποία είναι αναγκαία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου · Με το αιτούμενο διάταγμα επιδιώκεται ψάρεμα μαρτυρίας · Ο αιτών διάδικος δεν χάνει το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη, ούτε τίθεται θέμα αιφνιδιασμού του · Ο αιτών διάδικος δεν ζήτησε επιθεώρηση εγγράφων · Δεν διενεργήθηκε πειθαρχική έρευνα και ούτε υπάρχει πόρισμα πειθαρχικής έρευνας · Το πόρισμα στρατιωτικής ανάκρισης καλύπτεται από προνόμιο, και · Το πόρισμα στρατιωτικής ανάκρισης δεν δεσμεύει με οποιονδήποτε τρόπο το Δικαστήριο. Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Στέλλας Πίπη, δημόσιας κατηγόρου, στην οποία, αφού υιοθετούνται οι λόγοι Ένστασης, αναφέρεται ότι από τον φάκελο της στρατιωτικής ανάκρισης διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει έγγραφο με τίτλο «Πόρισμα Πειθαρχικής Έρευνας» ως αναφέρεται στην παράγραφο (Α) της υπό κρίση Αίτησης και ότι εκείνο που υπάρχει είναι «Συνοπτική Έκθεση Ανάκρισης» η οποία αποτελείται από 12 σελίδες και η οποία έχει την εξής δομή: Α. Τμήμα: Ταυτότητα υπόθεσης, Κατηγορούμενος: ουδείς, Κατηγορία: ουδεμία, Χρόνος και Τόπος Τέλεσης, μάρτυρες. Β. Τμήμα: Ιστορικό, Γ: Τμήμα Περίληψης Μαρτυριών, Δ. Τμήμα: Συμπέρασμα. Η ενόρκως δηλούσα προσθέτει ότι με βάση τα πιο πάνω δεν έγινε οποιαδήποτε πειθαρχική έρευνα και ότι, συνακόλουθα, δεν υπάρχει οποιοδήποτε πόρισμα. Επιπλέον αναφέρει ότι το Συμπέρασμα της Συνοπτικής Έκθεσης Ανάκρισης σε καμία περίπτωση δεσμεύει το Δικαστήριο ενώ δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να υποκαταστήσει την δικανική του πεποίθηση. Αναφέρεται, περαιτέρω, ότι σκοπός των στρατιωτικών ανακρίσεων είναι η διακρίβωση του αν έχει διαπραχθεί αδίκημα στον στρατό και ότι η όλη έρευνα γίνεται με σκοπό την προαγωγή ενός δημοσίου συμφέροντος που είναι η ομαλή λειτουργία του Στρατού και γι΄ αυτό οι έρευνες στις οποίες προβαίνει ο στρατιωτικός ανακριτής θα πρέπει να διαφυλάσσονται. Η ενόρκως δηλούσα εκφράζει, ακόμη, την πεποίθηση της ότι η συνοπτική Έκθεση Ανάκρισης καλύπτεται από προνόμιο, προσθέτοντας ότι οι Εκθέσεις εξέτασης μαρτύρων, δηλαδή το μαρτυρικό υλικό στη βάση του οποίου κατέληξε σε συμπέρασμα ο στρατιωτικός ανακριτής, έχουν ήδη τύχει σχετικής αποκάλυψης με αποτέλεσμα να μην αποστερείται ο Ενάγων του δικαιώματος της δίκαιης δίκης. Τέλος, αναφέρεται ότι δεν τίθεται θέμα αιφνιδιασμού του Ενάγοντα, αφού ο Εναγόμενος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει στη δίκη του μη αποκαλυφθέν έγγραφο. Νομική Πτυχή Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αποκάλυψης εγγράφων έχουν αποκρυσταλλωθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[1]. Η αποκάλυψη εγγράφου στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διάδικους. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία[2]. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 13, παράγραφο 1 σελίδα 2, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The function of the discovery of documents is to provide the parties with the relevant documentary material before the trial so as to assist them in appraising the strength or weakness of their respective cases, and thus to provide the basis for the fair disposal of the proceedings before or at the trial. Each party is thereby enabled to use before the trial or to adduce in evidence at the trial relevant documentary material to support or rebut the case made by or against him, to eliminate surprise at or before the trial relating to documentary evidence and to reduce the costs of the litigation." Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί, κάτω από τις περιστάσεις, ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας[3], ή για να πάρει ο διάδικος πληροφορίες που σχετίζονται με ζητήματα εκτός των επιδίκων θεμάτων της αγωγής ή οι οποίες θα τον καθιστούσαν ικανό να θεμελιώσει μια νέα υπόθεση[4]. Το Δικαστήριο έχει πραγματική διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να αποδεκτεί ή να περιορίσει ένα διάταγμα για αποκάλυψη εγγράφων αν τίποτε το θετικό δεν αναμένεται να προκύψει από την έκδοση του. Διάταγμα αποκάλυψης δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια για να αποφασίσει τον τρόπο άσκησης της διακριτικής του εξουσίας να κάνει αναφορά στα δικόγραφα, στις ένορκες δηλώσεις και σε οποιαδήποτε διαδικασία μέσα στην ίδια την αγωγή[5]. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη[6]. Εκτός από σχετικά, τα έγγραφα για να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων, θα πρέπει να είναι ή να ήταν σε κάποιο στάδιο στο παρελθόν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου από τον οποίο απαιτείται η αποκάλυψη. Αναφορικά με τη «σχετικότητα» όπως και την «κατοχή» των εγγράφων από την άλλη πλευρά είναι αρκετό για τον αιτητή να αποδείξει την υπόθεση του εκ πρώτης όψεως. Κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για σκοπούς αποκάλυψης είναι ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο και όχι από το συγκεκριμένο διάδικο γιατί ο τελευταίος δεν μπορεί να είναι δικαστής της ίδιας της υπόθεσής του. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα[7]. Η αποκάλυψη εγγράφων δυνατόν να είναι είτε γενική βάσει της Δ.28, θ.1 που αντιστοιχεί με την Αγγλική διάταξη O.31, r.12 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, είτε ειδική βάσει της Δ.28, θ.11 που αντιστοιχεί με την O.31, r.19A

(3). Στην προκειμένη περίπτωση όπως εξάλλου αναφέρεται και από την πλευρά του Αιτητή, η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται, κυρίως, στην Δ.28, θ.11.[8] Αντίθετα με την γενική αποκάλυψη εγγράφων δυνάμει της Δ.28,θ.1, ένας διάδικος μπορεί να ζητήσει την αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων (ειδική αποκάλυψη) δυνάμει της Δ.28, θ.11. Αυτό μπορεί να γίνει μετά την γενική αποκάλυψη όταν υποστηριχθεί από διάδικο ότι συγκεκριμένα έγγραφα δεν αποκαλύφθηκαν από τον αντίδικο του. Μπορεί, όμως, να ζητηθεί και πριν από την ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης όπου ένας διάδικος κρίνει ότι η ειδική αποκάλυψη εγγράφων, είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και θα βοηθήσει την υπόθεση του. Το στοιχείο αυτό, προκύπτει από το λεκτικό της ίδιας της Δ.28,θ.11 όπου αναφέρεται ότι η σχετική αίτηση μπορεί να καταχωρηθεί, ανεξάρτητα του αν έχει προηγηθεί ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου A.E κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 153 η οποία και αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην πιο πάνω Αγγλική απόφαση, η Δ.28, θ.11 χρησιμοποιείται εφόσον η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων που με έρεισμα πλέον την θ.11 μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Παρατέθηκε δε το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Astra - Nat Productions v. Neo - Art Productions [1928] W.N.218. ως αποκαλυπτικό του σκοπού της πανομοιότυπης διάταξης O.31, r.19 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών αλλά και της κοινής αντιμετώπισης με τη δική μας Διάταξη: "The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient. ........................................................................................................... In his Lordhip's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents" Στην Σελ. 713 της Ετήσιας Πρακτικής (Annual Practice) του 1958 αναφέρεται υπό τον τίτλο «Upon application for further affidavit» ότι: "The Court is not restricted to requiring from a party one affidavit of documents only: it may require at any time if it is not unreasonable to suppose, from certain sources, or there is a reasonable probability or presumption or ground for suspicion derived from such sources that he has other relevant documents in his possession....". Συνεπώς θα πρέπει είτε να μην είναι παράλογο να υποτεθεί με βάση τις συγκεκριμένες πηγές (certain sources), είτε να υπάρχει εύλογη πιθανότητα ή τεκμήριο ή υπόβαθρο για υποψία προερχόμενη από τις εν λόγω πηγές, ότι ο Καθ' ου η Αίτηση έχει και άλλα σχετικά έγγραφα στην κατοχή του. Εάν δεν καταδειχθεί με αυτό τον τρόπο ότι η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης είναι ανεπαρκής δεν διατάσσεται περαιτέρω Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης (Further Affidavit). Ως πηγές εννοούνται μόνον η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, τα τυχόν προσκομισθέντα έγγραφα και τα δικόγραφα. Όπως αναφέρεται στη σελ. 685 του Annual Practice 1958: "For the purpose of considering whether a further affidavit of documents should be ordered, the affidavit of documents, the documents therein referred to (any documents produced) . . . . and the pleadings were, according to Jones v. Montevideo Co., 5 Q. B. D. p. 558; . . . . . the only sources". Όπως δε προκύπτει περαιτέρω από τη σελ. 713: "Unless the affidavit is shown from these sources to be insufficient no further affidavit can be ordered;" Στο Annual Practice 1958 (σελ. 725)[9], αναφέρεται επίσης ότι μια εκ πρώτης όψεως περίπτωση σχετικότητας και κατοχής των εγγράφων είναι αρκετή για να επιτραπεί στον Αιτητή το διάταγμα. Όπως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, η πλευρά του Εναγόμενου προέβη σε Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων ημερ. 23/3/17 στην οποία αποκάλυψαν ότι έχουν στην κατοχή τους ένα Κατάλογο με 32 συνολικά έγγραφα. Εντός του Καταλόγου αυτού συμπεριλαμβάνονται και έγγραφα τα οποία τιτλοφορούνται ως Έκθεση Εξέτασης του Ενάγοντα και διαφόρων μαρτύρων. Επιπλέον στο πλαίσιο αλληλογραφίας που αντηλλάγη μεταξύ των δικηγόρων του Ενάγοντα και λειτουργών του Κράτους γίνεται αναφορά σε «πόρισμα πειθαρχικής έρευνας» (Τεκμήριο Β), «φάκελο της ανάκρισης» που διενεργήθηκε για διερεύνηση των συνθηκών και αιτιών κάτω από τις οποίες τραυματίστηκε ο Ενάγων (Τεκμήρια ΣΤ και Η), ως επίσης και «πόρισμα δικογραφίας» (Τεκμήριο Δ). Η πλευρά του Ενάγοντα μέσω της Ένστασης που καταχώρησε, ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν υφίσταται έγγραφο με τίτλο «πόρισμα πειθαρχικής έρευνας» εντούτοις δεν αμφισβήτησε ότι εκείνο το οποίο υπάρχει στο φάκελο της στρατιωτικής ανάκρισης είναι το έγγραφο με τίτλο «Συνοπτική Έκθεση Ανάκρισης» το οποίο μάλιστα και περιέγραψε. Με δεδομένο ότι στην προκειμένη περίπτωση εκείνο το οποίο επιζητείται είναι η αποκάλυψη συγκεκριμένου εγγράφου (ειδική αποκάλυψη) απαραίτητη προϋπόθεση είναι να προκύπτει εκ πρώτης όψεως όχι μόνο ότι το συγκεκριμένο έγγραφο σχετίζεται με τα επίδικα θέματα αλλά και ότι αυτό βρίσκεται στην κατοχή του αντιδίκου. Το ότι το υπό συζήτηση έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή της πλευράς του Εναγόμενου δεν αμφισβητήθηκε. Είναι το αντίθετο που έγινε λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνόδευσε την Ένσταση που καταχωρήθηκε στην παρούσα Αίτηση, όπως πιο πάνω έχει επισημανθεί. Σε ό,τι αφορά τη σχετικότητα του εγγράφου αυτού λαμβάνοντας υπόψη τα επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή λέω, σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο κ. Γεωργιάδης, ότι η «Συνοπτική Έκθεση Ανάκρισης» ενδέχεται να περιέχει πληροφορίες που μπορούν είτε άμεσα, είτε έμμεσα να βοηθήσουν τον Αιτητή είτε να προωθήσει την υπόθεση του ή να βλάψει εκείνη του Καθ΄ου η Αίτηση. Τούτου δοθέντος κρίνω ότι η προϋπόθεση της σχετικότητας πληρείται. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό τη νομολογιακή αρχή ότι σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια να οδηγήσουν σε μια σειρά έρευνας η οποία μπορεί να έχει μια από τις δύο αυτές συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Τα όσα έχουν αναφερθεί και από τις δύο πλευρές σε σχέση με την ένσταση του Καθ΄ ου η Αίτηση η οποία εδράζεται στο ότι η «Συνοπτική Έκθεση» καλύπτεται από προνόμιο δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Θα εξηγήσω. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι παρά το γεγονός ότι η διαδικασία της αποκάλυψης και η διαδικασία της προσαγωγής εγγράφων και/ή επιθεώρηση ή λήψη αντιγράφων είναι δύο αλληλένδετες διαδικασίες που καλύπτονται κάτω από το κεφάλαιο της αποκάλυψης, εντούτοις παραμένουν αυτοτελείς. Οι Θεσμοί προβλέπουν τρία διαδοχικά στάδια για τη διαδικασία αποκάλυψης εγγράφων, που είναι τα πιο κάτω: Α. Η έγγραφη αποκάλυψη προς το άλλο μέρος των εγγράφων που το ένα μέρος έχει ή είχε στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του. Β. Η άδεια στον αντίδικο να επιθεωρήσει εκείνα τα έγγραφα εκτός από εκείνα για τα οποία διεκδικεί προνόμιο για την μη αποκάλυψη τους ή εγείρει άλλη ένσταση για την προσαγωγή τους. Γ. Η προσαγωγή τους για επιθεώρηση από τον αντίδικο ή στο Δικαστήριο. Στο πρώτο στάδιο σε περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων με βάση τη Δ.28, θ.1 έπεται συμμόρφωση με τις πρόνοιες του θ.2 της Δ.28 η οποία διαλαμβάνει τον τρόπο με τον οποίο θα ετοιμαστεί η ένορκη δήλωση από διάδικο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα αλλά και το περιεχόμενο μιας τέτοιας ένορκης δήλωσης με βάση τον Τύπο 22 (affidavit as to documents). Τον παραθέτω για σκοπούς εύκολης αναφοράς: "
  1. The affidavit to be made by a party against whom such order as is mentioned in rule 1 of this Order has been made shall be in Form 22 and shall specify which (if any) of the documents therein mentioned such party objects to produce."[10] Η επιθεώρηση εγγράφων είναι δυνατή και μέσα από άμεση συνεννόηση μεταξύ των μερών. Συγκεκριμένα ένα μέρος της διαδικασίας μπορεί να δώσει ειδοποίηση στο άλλο μέρος να παρουσιάσει τα διάφορα έγγραφα στα οποία έκαμε αναφορά στα δικόγραφα του, στις λεπτομέρειες του ή στις ένορκες δηλώσεις του και να του επιτρέψει να πάρει αντίγραφα τους[11]. Όσον αφορά το θέμα της προσαγωγής για σκοπούς επιθεώρησης των εγγράφων που αναφέρονται σε ένορκη δήλωση σχετικός είναι ο θ.7 της Δ.28 ο οποίος διαλαμβάνει τον τύπο και το περιεχόμενο της ειδοποίησης που αποστέλλεται με βάση τον Τύπο 23 των Θεσμών (notice to produce documents for inspection). Το παραθέτω και αυτό: "
  2. Notice to any party to produce any documents referred to in his pleading, particulars or affidavits shall be in Form 23." Η συνέχεια στη διαδικασία διαλαμβάνεται στο θ.8 της Δ.28 που καθορίζει την υποχρέωση του διάδικου από τον οποίο επιζητείται προσαγωγή εγγράφων για σκοπούς επιθεώρησης να παραδώσει στον αντίδικο ειδοποίηση στην οποία να καθορίζει το χρόνο και τον τόπο όπου μπορεί να γίνει η επιθεώρηση των εγγράφων με βάση τον Τύπο 24 των Θεσμών (Notice to inspect documents). Ταυτόχρονα σε τέτοια ειδοποίηση καθορίζονται και τα έγγραφα για τα οποία ο διάδικος ενίσταται να προσαγάγει προς επιθεώρηση μαζί με τους λόγους τους οποίους επικαλείται. Σε περίπτωση άρνησης του μέρους στο οποίο δίδεται ειδοποίηση για επιθεώρηση εγγράφων να επιτρέψει επιθεώρηση η επιθεώρηση μπορεί να διαταχθεί από το Δικαστήριο με αίτηση του διαδίκου που την επιθυμεί εκτός και πάλι αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι η επιθεώρηση δεν είναι αναγκαία για τη δίκαιη επίλυση της υπόθεσης ή για την εξοικονόμηση εξόδων[12]. Συνεπώς αν ένας διάδικος επιθυμεί να ισχυριστεί ότι οποιαδήποτε από τα έγγραφα για τα οποία έχει διαταχθεί να αποκαλύψει καλύπτονται από προνόμιο καθ΄ όσον αφορά την προσαγωγή τους για επιθεώρηση αυτός ο ισχυρισμός θα πρέπει να γίνει στην ένορκη δήλωση που θα ετοιμάσει με βάση το θ.2 της Δ.
  3. Σε μια τέτοια περίπτωση όπου ο ισχυρισμός είναι ότι οποιαδήποτε έγγραφα είναι προνομιούχα θα πρέπει να περιέχει επαρκή αναφορά στους λόγους του προνομίου. Ένας διάδικος πρέπει να αποκαλύψει όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία έχει ή είχε παρόλο ότι, σε σχέση με ισχυρισμό για προνόμιο, δεν είναι υποχρεωμένος να αποκαλύψει όλες τις λεπτομέρειες των εγγράφων οι οποίες έμμεσα θα καταστήσουν δυνατό για τον αντίδικο του να βγάλει συμπεράσματα για το περιεχόμενό τους.[13] Το γεγονός ότι ένα έγγραφο καλύπτεται από προνόμιο ή άλλως πως προστατεύεται από επιθεώρηση δεν συνιστά λόγο για να μην αποκαλυφθεί η ύπαρξή του[14]. Η δυνατότητα για επιθεώρηση εγγράφων προδιαγράφεται από το θ.5 της Δ.28 ο οποίος αναφέρεται σε υποβολή αίτησης για έκδοση διατάγματος επιθεώρησης εγγράφων και της δυνατότητας του Δικαστηρίου να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα. Η επιθεώρηση εγγράφων καθίσταται δυνατή μετά από αίτηση η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Η ένορκη δήλωση πρέπει να εξειδικεύει τα έγγραφα των οποίων επιδιώκεται η επιθεώρηση. Πρέπει επίσης να αναφέρει ότι ο αιτητής δικαιούται να επιθεωρήσει τα έγγραφα και ότι βρίσκονται υπό την κατοχή ή έλεγχο του άλλου μέρους. Περαιτέρω εκεί όπου σε αίτηση που εκκρεμεί για επιθεώρηση προβάλλεται ως λόγος ένστασης προνόμιο για οποιοδήποτε έγγραφο το Δικαστήριο δύναται να επιθεωρήσει το έγγραφο για τους σκοπούς εξέτασης της βασιμότητας ενός τέτοιου λόγου ένστασης. Αυτό διαλαμβάνεται στο θ.10 της Δ.28 και τον παραθέτω πιο κάτω: "
  4. Where on an application for an order for inspection privilege is claimed for any document, it shall be lawful for the Court or a Judge to inspect the document for the purpose of deciding as to the validity of the claim of privilege." Συνεπώς εκεί όπου ένας διάδικος αρνείται να παρουσιάσει έγγραφα για επιθεώρηση επικαλούμενος ότι αυτά καλύπτονται από προνόμιο μια τέτοια ένσταση μπορεί να αντιμετωπιστεί με αίτηση που υποβάλλεται στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος παρουσίασης/προσαγωγής των εγγράφων. Θεωρώ χρήσιμο εδώ να παραθέσω περικοπή από το Σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 52, παράγραφος 63: "
  5. Claim to protection. When a party refuses to produce documents for inspection on the ground that they are protected from inspection, the claim to protection can be challenged by application to the court to order their production." Όπως επισημαίνεται στο Annual Practice του 1958 (σελ.725) ζήτημα ύπαρξης προνομίου μπορεί να εγερθεί στο στάδιο της αίτησης για έκδοση διατάγματος επιθεώρησης εγγράφων και όχι κατά το στάδιο της αίτησης για ειδική αποκάλυψη. Η σχετική αναφορά γίνεται στο πλαίσιο των σχολίων κάτω από το O.31, r.19A
(3)και έχει ως ακολούθως: "Nor does the question of privilege arise on this application but on the subsequent application for inspection". Υπενθυμίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής επιδιώκει πέραν της έκδοσης Διατάγματος Αποκάλυψης και Διατάγματος Επιθεώρησης και/ή Παράδοσης του εγγράφου που περιγράφεται ως «Πόρισμα Πειθαρχικής Έρευνας». Είναι, θεωρώ, αντιληπτό στη βάση όλων των πιο πάνω, πως δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να εκδοθεί Διάταγμα για Επιθεώρηση και/ή Προσαγωγή εγγράφων εφόσον πριν την αποκάλυψη το αίτημα αυτό είναι πρόωρο[15]. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει εν μέρει και εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος/Καθ΄ου η Αίτηση διατάσσεται όπως εντός 21 ημερών από σήμερα καταχωρήσει Περαιτέρω Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης κατά πόσο είχε ή έχει υπό την κατοχή ή έλεγχο του το έγγραφο «Συνοπτική Έκθεση Ανάκρισης». Το αίτημα ως η παράγραφος (Β) της υπό κρίση Αίτησης απορρίπτεται. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της Αίτησης επιδικάζεται υπέρ του Ενάγοντα/Αιτητή και εναντίον του Εναγόμενου/Καθ΄ου η Αίτηση το ½ των εξόδων της Αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος διαδικασίας. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 A.A.Δ. 1624, 1629, Ανδρέας Χρ. Τηλλυρής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271, 2274, VECTOR ONEGA A.G. v. Το Πλοίο M/V GIRVAS κ.α. (αρ.4)
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 823, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)1 C.L.R. 40, Lagos Yachting Center Ltd v. Το Πλοίο F/T Zolotes κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 600 [2] Δέστε The Peruvian Guano Company
(1883)11 Q.B. 55 και ειδικότερα το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Brett L.J. στη σελίδα 63: «. It seems to me that every document relates to the matters in question in the action, which not only would be evidence upon any issue, but also which, it is reasonable to suppose, contains in formation which may - not which must - either directly or indirectly enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary. I have put in the words "either directly or indirectly" because, as it seems to me, a document can properly be said to contain information which may enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary, if it is a document which may fairly lead him to a train of inquiry, which may have either of these two consequences. .» [3] Δέστε Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431. [4] Δέστε Edmiston v. British Transport Commission
(1955)3 All E.R.
  1. [5] Δέστε το Annual Practice του 1959 στη σελίδα
  2. [6] Δέστε O'Rourke v. Darbishre
(1920)A.C. 581, H.L. 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431, Lagos Yachting Center Ltd v. Το Πλοίο F/T Zolotes κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 660, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)C.L.R. 40. [7] Δέστε Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 12, παράγραφος 26: "Whilst the court has jurisdiction to order discovery at any stage of the proceedings such an order is not usually made until after close of pleadings since it is not until then that it is known what are the matters in dispute." Όπως αναφέρεται στη σελίδα 683 του Annual Practice (πιο πάνω): "Time or stage of discovery. The Court will not, save in very exceptional circumstances, order a defendant to produce documents in his possession before the plaintiff has delivered his statement of claim. (Gale v. Denman Picture Houses Ltd
(1930)1 K.B. 588, C.A.; Speyside Estate and Trust Co Ltd v. Wreymond Freeman (Blenders) Ltd
(1949)65 T.L.R. 681), and nor is it the practice to allow a plaintiff discovery before defence: see Union Bank v. Manby 13 Ch.D. 239, explaining Hancock v. Guerin 4 Ex.D. 3; Harbord v. Monk 9 Ch. D. 616, and Augustinus v. Nerinckx, 13 Ch. D. 13. The issues must be defined (British Thomson - Houston Co Ltd v. Duran
(1915)1 Ch.823, C.A.)". [8] "
  1. The Court or a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether an affidavit of documents shall or shall not have already been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them". [9] "A prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order". [10] Χρήσιμη είναι στο σημείο αυτό η ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 36, παρα.40 στην οποία σχολιάζονται οι αντίστοιχες με τις δικές μας δικονομικές πρόνοιες: "
  2. The list of documents. The party required or ordered to give discovery must make a list of documents in the prescribed form in which he must enumerate the documents in a convenient order and as shortly as possible, but describing each of them, or in the case of bundles of documents of the same nature, each bundle, sufficiently to enable it to be identified. Accordingly, the person making the list of documents is required to state:
(1)what documents relating to the matters in question are in his possession, custody or power;
(2)whether he objects to produce for inspection any of these documents, and, if so, on what ground;
(3)what documents he has had in his possession, custody or power relating to the matters in question and when they were last so, what has became of them and in whose possession they now are; and
(4)that he has not and never had any other document relating to the matters in question in his possession, custody or power or in the possession, custody or power of his solicitor or of any other person on his behalf. The documents must be set forth in two schedules. The first schedule must contain all the documents that are in the possession, custody or power of the party, and must be subdivided into two parts, one part containing all the documents he is willing to produce, and the other containing all the documents he objects to produce. The second schedule must contain all the documents that have been but are not then in his possession, custody or power." [11] Δέστε Δ.28 θ.6 η οποία έχει ως εξής: "
  1. Where any party to a cause or matter has in his pleadings particulars or affidavits referred to any document he may be required by any other party thereto by notice in writing to produce such document for the inspection of the party giving such notice or of his advocate and to permit him or them to take copies thereof. Any party failing to comply with such notice shall not afterwards be at liberty to put any such document in evidence on his behalf in such cause of matter, unless he shall satisfy the Court that such document relates only to his own title, he being a defendant to the cause or matter, or that he had some other cause or excuse which the Court shall deem sufficient for not complying with the notice, in which case the Court may allow the same to be put in evidence on such terms as to costs and otherwise as the Court shall think just." [12] Δέστε Δ.28, θ.9 [13] Δέστε Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 74, παράγραφος 92: "«
  2. Privilege against incrimination of self or spouse. ........................................ The proper course is to disclose the document in the list and therein raise the ground of objection to produce it. ......................" [14] Δέστε Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 33, παράγραφος 37: "
  3. Nature and extent of disclosure. ......................................... The fact that a document is privileged or otherwise protected from inspection is no reason for not disclosing its existence." [15]Δέστε Vector Onega A.G. v. του Πλοίου M/V GIRVAS
(2000)1 Α.Α.Δ. 823. «Είναι προφανές από τον πιο πάνω Κανονισμό ότι η παρουσίαση με ένορκη δήλωση που αναφέρεται σε αυτόν αφορά την αποκάλυψη με ένορκη δήλωση των εγγράφων και όχι την προσαγωγή τους, όπως επιπρόσθετα ζητούν στην αίτηση τους οι αιτητές. Τούτο είναι προφανές από το αγγλικό κείμενο όπου γίνεται αναφορά σε "discovery, by affidavit". Κατά συνέπεια δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να εκδοθεί διάταγμα για προσαγωγή εγγράφων καθόσον πριν την αποκάλυψη το αίτημα αυτό είναι πρόωρο». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.