← Κύπρος

ΤΖΟΥΛΙΑΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑ ν. ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΠΑΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, άλλως ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΛΥΡΑ, σύζυγος Κωνσταντίνου Λύρα, Αίτηση-Έφεση Αρ.: 4/2014, 26/3/2018

ΤΖΟΥΛΙΑΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑ ν. ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΠΑΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, άλλως ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΛΥΡΑ, σύζυγος Κωνσταντίνου Λύρα, Αίτηση-Έφεση Αρ.: 4/2014, 26/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αίτηση-Έφεση Αρ.: 4/2014 Επί τοις αφορώσι τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, και όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, Άρθρα 11Α και 80, και τους βάσει αυτών εκδοθέντες περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, και όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Μεταξύ: ΤΖΟΥΛΙΑΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑ, Λάρνακα. Αιτήτρια-Εφεσείουσα -και- ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΠΑΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, άλλως ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΛΥΡΑ, σύζυγος Κωνσταντίνου Λύρα, Λάρνακα. Καθ'ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη Ημερομηνία: 26/3/18 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εφεσείουσα: O κ. Τ. Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ης η αίτηση-Εφεσίβλητη: Ο κ. Ν. Δαμιανού για Ν. Δαμιανού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας Αίτησης-Έφεσης είναι το αίτημα της Αιτήτριας-Εφεσείουσας (στο εξής καλούμενη «η Εφεσείουσα») για ακύρωση και/ή τροποποίηση της Απόφασης, ημερομηνίας 31/3/2014, του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής καλούμενος «ο Διευθυντής»), με την οποία αποφασίσθηκε η επίλυση της συνοριακής διαφοράς στην αίτηση που υπέβαλε η Εφεσείουσα προς το Κτηματολόγιο. Με την εν λόγω αίτηση η Εφεσείουσα ζήτησε όπως επιλυθεί η συνοριακή διαφορά που προέκυψε μεταξύ του τεμαχίου γης της με αριθμό 386, Φύλλο/Σχέδιο 40/560603, Τμήμα 8, Ενορία Χρυσοπολίτισσας, Δήμος Λάρνακας, Επαρχία Λάρνακας, Κύπρος (στο εξής καλούμενο «το τεμάχιο 386») και του τεμαχίου με αριθμό 265 (στο εξής καλούμενο «το τεμάχιο 265»), ιδιοκτησίας της Καθ'ής η αίτηση-Εφεσίβλητης (στο εξής «η Εφεσίβλητη»). Με την καταχώρηση της σχετικής αίτησης στο Κτηματολόγιο για διευθέτηση της συνοριακής διαφοράς ανοίχθηκε από το Κτηματολόγιο ο φάκελος με αριθμό 4/ΑΧ/2269/2011 και καθορίσθηκε ως ημέρα της επιτόπιας εξέτασης των επίδικων τεμαχίων η 24/4/

  1. Παρόντες κατά την επιτόπια εξέταση ήταν οι Μαρία Χατζημιχαήλ, Κτηματολόγος Επιτόπιων Ερευνών, ο Χριστάκης Μακρυμάλλης, Τεχνικός Μηχανικός Χωρομετρίας Α' Τάξης, ο Ανώτερος Τεχνικός Αλέκος Αλεξάνδρου, η Εφεσείουσα, η Εφεσίβλητη, ο Παναγιώτης Μενοίκου, Αγρονόμος Τοπογράφος εκ μέρους της Εφεσείουσας και ο Ζαχαρίας Κουκούτσης, επίσης Αγρονόμος Τοπογράφος, εκ μέρους της Εφεσίβλητης. Στην ειδοποίηση του Κτηματολογίου, ημερομηνίας 31/3/2014, (Παράρτημα Α στην Αίτηση-Έφεση) που κοινοποιήθηκε στα εμπλεκόμενα μέρη, βάσει της οποίας επιλύθηκε η συνοριακή διαφορά, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Η έκταση γης που σημειώνεται με μπλε χρώμα στα σχέδια με κλίμακα 1:500, που είναι συνημμένα στην ειδοποίηση αυτή, αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό 386, του κυβερνητικού χωρομετρικού σχεδίου 40/560603 σε κλίμακα 1:1000, με αριθμό εγγραφής 8/444 στο όνομα της Τζιουλιάνας Έλληνα (αιτητής). Η έκταση γης που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στα σχέδια με κλίμακα 1:500, που είναι συνημμένα στην ειδοποίηση αυτή, αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό 265, του κυβερνητικού χωρομετρικού σχεδίου 40/560603 σε κλίμακα 1:1000, με αριθμό εγγραφής 8/347 στο όνομα της Ανδρούλλας Παύλου Χριστοδούλου συζύγου Κωνσταντίνου Λύρα (αντίδικος)». Η παρούσα Αίτηση-Έφεση Προς ακύρωση της πιο πάνω Απόφασης του Διευθυντή η Εφεσείουσα καταχώρησε την παρούσα Αίτηση-Έφεση με την οποία αξιώνει τα ακόλουθα: (α) Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η Απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη και άκυρη (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την Απόφαση του Διευθυντή (γ) Διαζευκτικά Διάταγμα ώστε το διαφιλονικούμενο μέρος που δόθηκε στην Εφεσίβλητη και που εμφαίνεται με κίτρινο χρώμα στο σχέδιο που επισυνάπτεται στην ειδοποίηση να αναγνωριστεί ότι αποτελεί μέρος του τεμαχίου της Εφεσείουσας. (δ) Διαζευτικά Διάταγμα και απόφαση του Δικαστηρίου ότι η επί τόπου κατάσταση και ο επί τόπου διαχωρισμός μεταξύ των τεμαχίων γης 386 και 265 να καθορισθεί ως το εγγεγραμμένο σύνορο των δύο τεμαχίων στο μητρώο και τα αρχεία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας. (ε) Διαζευτικά Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να καθορίζεται σε ποσό χρημάτων, που θα κρίνει δίκαιο το Δικαστήριο, χρηματική αποζημιώση που θα πρέπει να δοθεί από οποιονδήποτε εκ των διαδίκων για το σκοπό υιοθέτησης της επί τόπου κατάστασης ως του εγγεγραμμένου συνόρου μεταξύ των τεμαχίων γης 386 και
  2. Η παρούσα Αίτηση-Έφεση βασίζεται στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ.224, και όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, Άρθρα 50, 58

(1)
(2)
(3)
(4), 80, 81, στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 (στο εξής καλούμενοι «οι Κανονισμοί του 1956»), Κανονισμοί 1, 2, 3, 5
(1)
(2)
(3), 6
(1)
(2)
(3), 7, 8, 9, 10
(1)
(2)
(3), 11, 12, 13, 14, 15, 16 και 17, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Θεσμοί 1-47, 48
(1)-
(4), 49-64, στο Άρθρο 30
(2)του Κυπριακού Συντάγματος, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι λόγοι Έφεσης καταγράφονται στην παρούσα Αίτηση-Έφεση και δεν κρίνω σκόπιμο να τους παραθέσω αυτολεξεί εφόσον κρίνω ότι δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό. Ειδική αναφορά σε αυτούς θα γίνει κατωτέρω στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Η υπό κρίση Αίτηση-Έφεση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας και του κ. Παναγιώτη Μενοίκου, μέλος του ΕΤΕΚ. Παραθέτω συνοπτικά τα όσα οι ενόρκως δηλούντες υποστήριξαν: Α) Ένορκη Δήλωση Εφεσείουσας
  1. Η ομνύουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου
  2. Στο τεμάχιο αυτό γης βρισκόταν κτισμένη εδώ και δεκαετίες ισόγεια κατοικία η οποία μεταβιβάστηκε σε αυτήν από την μητέρα της πριν πολλά χρόνια. Η ίδια ακολούθως, προέβη σε μετατροπές στην εν λόγω κατοικία, προσθέτοντας, μεταξύ άλλων, σε αυτήν ακόμη δύο ορόφους, μετά από σχετική άδεια που εξασφάλισε από το Δήμο Λάρνακας.
  3. Η Εφεσίβλητη είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου
  4. Η Εφεσίβλητη ανήγειρε, εντός του τεμαχίου της, πολυκατοικία κατά το έτος 2008 (με την ονομασία «Μαργαρίτα») (στο εξής καλούμενη «η πολυκατοικία»), μετά από σχετική άδεια, που επίσης εξασφάλισε από το Δήμο Λάρνακας.
  5. Η ανατολική πλευρά του τεμαχίου της συνορεύει με τη δυτική πλευρά του τεμαχίου
  6. Μεταξύ των 2 τεμαχίων γης υπάρχει κοινό σύνορο, ήτοι μεσοτοιχία 45 εκατοστών, που δεν είναι ευθεία γραμμή αλλά δημιουργείται εσοχή 45 εκατοστών.
  7. Κατά την ανέγερση της πολυκατοικίας γκρεμίστηκε μέρος του πετρόκτιστου τοίχου, που ήταν κτισμένος από το 1916 περίπου, και ο οποίος χώριζε το τεμάχιο γης 265 από το δικό της τεμάχιο. Ο πετρόκτιστος αυτός τοίχος στηριζόταν πάνω σε λωρίδα-βάση από πέτρα (ζάμπα) που χώριζε τα 2 τεμάχια γης και τα απομεινάρια της παραμένουν επί τόπου.
  8. Στο τεμάχιο 265, πριν την ανέγερση της πολυκατοικίας, υπήρχε ισόγεια κατοικία που εφαπτόταν της δικής της κατοικίας. Η Εφεσίβλητη προχώρησε και ανέγειρε την πολυκατοικία αφήνοντας ένα διάκενο κενό μεταξύ της πολυκατοικίας και της δικής της κατοικίας. Το εν λόγω διάκενο ουδέποτε σφραγίστηκε και παρέμεινε ανοικτό και ξεσκέπαστο, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνει τη μελλοντική λήψη διορθωτικών μέτρων, αφού η πρόσβαση σε αυτό είναι πολύ δύσκολη. Η Εφεσίβλητη, για να αποποιηθεί της υποχρέωσης να το καθαρίσει, προχώρησε και έκτισε παράνομα τοίχο που ενώνει την πολυκατοικία με την πρόσοψη της δικής της κατοικίας, έτσι ώστε να μην φαίνονται τα μπάζα από το δρόμο.
  9. Ενόψει της πιο πάνω αυθαίρετης και παράνομης συμπεριφοράς της Εφεσίβλητης, προχώρησε το 2011 στην καταχώρηση αίτησης στο Κτηματολόγιο για επίλυση τυχόν συνοριακής διαφοράς. Επίσης προχώρησε και ανάθεσε στον κ. Παναγιώτη Μενοίκου την οριοθέτηση της εξωτερικής περιμέτρου του τεμαχίου 386 και τον έλεγχο για ενδεχόμενη συνοριακή διαφορά του τεμαχίου της με το τεμάχιο
  10. Κατά ή περί τον Απρίλιο 2012, ο Διευθυντής της απέστειλε ειδοποίηση με την οποία την καλούσε τόσο την ίδια όσο και την εφεσίβλητη να παρευρεθούν σε επιτόπια εξέταση που θα γινόταν στις 24/4/
  11. Όντως, στις 24/4/2012, συνεργείο από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας προέβηκε σε επιτόπια έρευνα για να επιλυθεί η συνοριακή διαφορά που υπήρχε στο κοινό σύνορο, στην παρουσία και του τοπογράφου μηχανικού κ. Παναγιώτη Μενοίκου.
  12. Κατά ή περί τον Αύγουστο 2012, η Εφεσίβλητη, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι απουσίαζε με το σύζυγο της στο εξωτερικό, προχώρησε, μέσω του εργολάβου της, και κάλυψε με πέτρα μέρος του τοίχου της πρόσοψης της δικής της κατοικίας. Η επένδυση αυτή με άσπρο μάρμαρο-πέτρα, εκτός του γεγονότος ότι εισχωρεί στον δικό της χώρο, καλύπτει και το ορόσημο που τοποθετήθηκε από τους χωρομέτρες του Κτηματολογίου στις 24/4/2012 (βλέπε Τεκμήριο 1 σχετικές φωτογραφίες).
  13. Μετά από 2 ολόκληρα χρόνια ο Διευθυντής εξέδωσε την Απόφαση βάσει της οποίας αποδίδει στο δικό της τεμάχιο την έκταση γης που φαίνεται με μπλε χρώμα και αποδίδει στην Εφεσίβλητη την έκταση γης που φαίνεται με κίτρινο χρώμα (Τεκμήριο 2), στο επισυνημμένο στην Απόφαση σχέδιο.
  14. Ο κ. Μενοίκου προέβηκε σε όλες τις απαραίτητες μετρήσεις καθώς και σε χωρομετρική εργασία και διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι για την κατασκευή της πολυκατοικίας η Εφεσίβλητη εκμεταλλεύτηκε μέρος της μεσοτοιχίας, μεταξύ των 2 τεμαχίων γης, με αποτέλεσμα το κοινό σύνορο τους, να έχει τροποποιηθεί μερικώς στα πρώτα 4 μέτρα. Ενόψει τούτου, η προαναφερόμενη εσοχή των 45 εκατοστών δεν υπάρχει σήμερα και ό,τι έχει απομείνει πέραν της εν λόγω πολυκατοικίας, εμπίπτει στο τεμάχιο 386, εξ'ου και ο κ. Μενοίκου επισημαίνει ότι η Εφεσίβλητη δεν έχει λόγο να απαιτεί γη πέραν από αυτή που έχει αξιοποιήσει με την ανέγερση της πολυκατοικίας.
  15. Διαφωνεί με την Απόφαση του Διευθυντή και θεωρεί ότι στο κοινό σύνορο των 2 τεμαχίων γης δεν υπάρχει συνοριακή διαφορά. Το σύνορο όπως ορίζεται από την υφιστάμενη επί τόπου κατάσταση, ήτοι από τον τοίχο της Πολυκατοικίας, μπορεί να υιοθετηθεί χωρίς κανένα πρόβλημα ως το εγγεγραμμένο σύνορο. Με την Απόφαση δημιουργούνται επί τόπου ανεφάρμοστα αποτελέσματα, αφού ο Διευθυντής παραχωρεί έκταση γης στην Εφεσίβλητη η οποία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να την αξιοποιήσει, αφού βρίσκεται μέσα στο διάκενο το οποίο η ίδια άφησε κενό όταν ανεγείρετο η εν λόγω πολυκατοικία. Περαιτέρω, ο Διευθυντής χρησιμοποίησε χωρομετρικά δεδομένα με βάση τα οποία η θέση της πολυκατοικίας επεμβαίνει στο δημόσιο δρόμο, γεγονός που εγείρει αμέσως θέμα κατεδάφισης της εν λόγω οικοδομής στο μέρος που επεμβαίνει στο δρόμο.
  16. Είναι η θέση της, επίσης, ότι ο Διευθυντής παρέλειψε να λάβει υπόψη του τα επί τόπου δεδομένα και την επί τόπου κατάσταση έτσι ώστε να αποφευχθούν παράλογα και τραγελαφικά αποτελέσματα. Η Απόφαση του Διευθυντή δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα επί τόπου παρά να επιλύνει τη συνοριακή διαφορά που έχει προκύψει. Β) ΈΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΕΝΟΙΚΟΥ Ο κ. Μενοίκου, προς υποστήριξη των θέσεων της Εφεσείουσας, επισυνάπτει τα ακόλουθα Τεκμήρια:
  17. Ως Τεκμήριο 1 επισυνάπτει αντίγραφο της έκθεσης που ετοίμασε, συνοδευόμενο με επισυνημμένα σχέδια, την οποία απέστειλε στον Χωρομετρικό Λειτουργό του Κτηματολογίου, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί. Στο εν λόγω τεκμήριο καταγράφεται η θέση του για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των πιο πάνω τεμαχίων γης. Η σχετική έκθεση ετοιμάσθηκε πριν την επιτόπια εξέταση. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, στο κοινό σύνορο μεταξύ των δύο τεμαχίων, δεν υπάρχει συνοριακή διαφορά. Το σύνορο όπως ορίζεται από την υφιστάμενη κατάσταση (τοίχος νέας πολυκατοικίας), μπορεί να υιοθετηθεί σαν εγγεγραμμένο σύνορο με την συγκατάθεση των μερών. Η απαίτηση από το τεμάχιο 265 γης, πέραν από αυτή που αξιοποιήθηκε για την ανέγερση της πολυκατοικίας, δεν δικαιολογείται και μόνο προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει.
  18. Ως Τεκμήριο 2 επισυνάπτει αντίγραφο της επιστολής του προς τον Διευθυντή, μέσω της οποίας εκφράζει τις απόψεις και τις θέσεις του μετά την επιτόπια εξέταση. Μέσω αυτής εκφράζει την διαφωνία του σε σχέση με τον τρόπο που το Χωρομετρικό Τμήμα χειρίστηκε την υπόθεση και με την σχετική υπόδειξη που έγινε επί τόπου, εφόσον αυτή μόνο προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει. Είναι η θέση του, επίσης, ότι από τη στιγμή που τα χωρομετρικά δεδομένα επιδέχονται αμφισβήτησης της τάξης μερικών δεκάδων εκατοστών, δεν μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να εκδοθεί απόφαση σε συνοριακή διαφορά της τάξης μόλις των 15 εκατοστών. Το Τμήμα, με το να υποδείξει σύνορα τα οποία διαφοροποιούν την υφιστάμενη κατάσταση, υποδεικνύοντας σύνορα διαφορετικά, ενισχύει την ύπαρξη συνοριακής διαφοράς, και ο ίδιος δεν είναι σε θέση να προβλέψει πώς αυτή μπορεί να επιλυθεί. Η Εφεσίβλητη δεν θα μπορεί να αξιοποιήσει το εμβαδό του μισού τοίχου, αφού ήδη έχει ανεγερθεί σε αυτό πολυκατοικία που εφάπτεται στον προαναφερόμενο τοίχο. Είναι περαιτέρω η θέση του, ότι αν επικαλεστεί κάποιος ότι τα χωρομετρικά δεδομένα είναι απόλυτα ορθά, τότε η πολυκατοικία έχει αρκετές επεμβάσεις ακόμα και στον δημόσιο δρόμο.
  19. Τέλος, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο σχετικής επιστολής που απέστειλε και πάλι προς τον Διευθυντή, μέσω της οποίας εκφράζει τις απόψεις του για την εν λόγω συνοριακή διαφορά, σε συνάρτηση με την πληροφόρηση που έλαβε ότι καταχωρήθηκε εκ μέρους της Εφεσίβλητης αίτηση για οριζόντιο διαχωρισμό του τεμαχίου
  20. Ήταν η θέση του ότι, δεδομένης της εκκρεμότητας της συνοριακής διαφοράς, δεν δικαιολογείται η κατάθεση από την Εφεσίβλητη τέτοιας αίτησης. Η Αιτιολογημένη Απόφαση Ακολούθως την 21/5/14, αποστάληκε, στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή και η οποία καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου με βάση το Άρθρο 6
(2)[1] των Κανονισμών του
  1. Οι Κανονισμοί του 1956, ας σημειωθεί, προβλέπουν την ακολουθητέα διαδικασία για την καταχώρηση και ακρόαση μίας Αίτησης-Έφεσης. Στην Απόφαση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «(α) Η Εφεσείουσα αποτάθηκε στις 5.7.2011, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58 του Κεφ. 224, στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας για επίλυση της συνοριακής διαφοράς που είχε με τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του όμορου τεμαχίου
  2. (β) Αφού στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο στις 4.4.2012 οι σχετικές ειδοποιήσεις που προνοούνται από το άρθρο 58
(1)του Κεφ. 224, σε όλα τα μέρη, δηλαδή στην Εφεσείουσα και στην Εφεσίβλητη έγινε επιτόπια εξέταση στις 24.2.2012 για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς. (γ) Η επιτόπια εξέταση έγινε στις 24.4.2012 από την Κτηματολόγο επιτοπίων ερευνών. (δ) Η Εφεσείουσα δήλωσε ότι έχει συνοριακή διαφορά με την Εφεσίβλητη και προσδιόρισε επιτόπου το διαφιλονικούμενο τμήμα. Η αντίδικος της αμφισβήτησε τις θέσεις της και υποστήριξε ότι τα σύνορα των δύο κτημάτων είναι ορθά, όπως κατέχονται επιτόπου. (ε) Επειδή διαπιστώθηκε η ύπαρξη συνοριακής διαφοράς, οι αρμόδιοι λειτουργοί προχώρησαν στη διαδικασία επίλυσης της. Οι εντεταλμένοι Τεχνικός Μηχανικός Χωρομετρίας Α΄ Τάξης και Ανώτερος Τεχνικός έλαβαν υπόψη προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες και άλλους σχετικούς φακέλους. Αποτυπώθηκαν επιτόπου καταστάσεις που αποτελούν ή σχετίζονται με σύνορα και συσχέτισαν αρμονικά τις καταστάσεις αυτές με το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των εμπλεκόμενων ακινήτων. Με βάση την παραπάνω εργασία ο Τεχνικός Μηχανικός Χωρομετρίας Α΄ Τάξης και ο Ανώτερος Τεχνικός κατέληξαν και υιοθέτησαν σταθερά σημεία ή άλλα χαρακτηριστικά στα οποία βασίστηκαν για να καθορίσουν τα εγγεγραμμένα σύνορα. Η χωρομετρική εργασία έγινε με τον απαραίτητο τεχνικό εξοπλισμό στην παρουσία των εμπλεκομένων μερών και του Κτηματολόγου. (στ) Ως αποτέλεσμα της χωρομετρικής εργασίας, τοποθετήθηκαν τα ορόσημα που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου κοινού συνόρου των ακινήτων και ετοιμάστηκε σχέδιο/σχεδιάγραμμα που δείχνει τόσο τη διαφιλονικούμενη λωρίδα όσο και τα ακίνητα των διαδίκων με τις απαραίτητες καταμετρήσεις. (ζ) Η χωρομετρική εργασία που έγινε ελέγχθηκε από τον τεχνικό μηχανικό χαρτογραφίας και ετοιμάστηκε σχέδιο στην κλίμακα του εν χρήσει κτηματικού σχεδίου σε χαρτί και πλαστικό στα οποία φαίνονται τα σύνορα των τεμαχίων, το διαφιλονικούμενο μέρος και οι επιτόπου καταστάσεις, καθώς επίσης και σχέδιο σε μεγαλύτερη κλίμακα (1:500) για σκοπούς ανάγνωσης αποστάσεων και μεταφέρθηκε από τον Τεχνικό Μηχανικό Χαρτογραφίας, η χωρομετρική εργασία στο εν χρήσει σχέδιο. Ετοιμάστηκε, επίσης, σχέδιο/σχεδιάγραμμα στο οποίο φαίνονται τα προσωρινά ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί επί τόπου για το κοινό σύνορο μεταξύ των ακινήτων της αιτήτριας και της αντίδικου της, όπου με μπλε και κίτρινη σκιαγράφηση φαίνεται το διαφιλονικούμενο μέρος. Το διαφιλονικούμενο μέρος είναι κενό στο μεγαλύτερο μέρος του και ένα μικρό μέρος του τα δύο κτίρια είναι ενωμένα. (η) Στη συνέχεια και αφού επιβεβαιώθηκε ότι έχουν ικανοποιηθεί όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 58 του Κεφ. 224, εκδόθηκε η Απόφαση, ημερομηνίας 31.3.2014, η οποία κοινοποιήθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενη μέρη με συστημένο ταχυδρομείο στις 31.3.2014 στην οποία επισυνάφθηκε σχέδιο / σχεδιάγραμμα όπου σημειωνόταν με μπλε και κίτρινη γραμμοσκίαση η διαφιλονικούμενη έκταση. (θ) Τα εγγεγραμμένα εμβαδά των κτημάτων τόσο της Εφεσείουσας όσο και της Εφεσίβλητης δεν επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο από την Απόφαση διότι τα εγγεγραμμένα σύνορα των ακινήτων παραμένουν αναλλοίωτα». ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ Η Εφεσίβλητη την 12.11.14 καταχώρησε ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προβάλλοντας 15 λόγους ένστασης, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Αναφορά σε αυτούς θα γίνει όταν και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Εφεσίβλητης η οποία μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: 1. Πριν την ανέγερση της πολυκατοικίας στο δικό της τεμάχιο, υπήρχε η δική της πατρική κατοικία, από πολλές δεκαετίες πριν, με δικό της τοίχο πάνω στον τοίχο της ισόγειας κατοικίας του δικού της τεμαχίου, χωρίς να μεσολαβεί κενός χώρος. Η πατρική της οικία εφάπτετο δηλαδή με την κατοικία που βρίσκεται εντός του ακινήτου της Εφεσείουσας. Η πατρική της οικία κατεδαφίστηκε περί το έτος 2007, με σκοπό να ανεγερθεί νέα τριώροφη πολυκατοικία, έξι διαμερισμάτων, της οποίας η ανέγερση ολοκληρώθηκε το 2008. 2. Το 1984, η Εφεσείουσα ανήγειρε ακόμη 2 ορόφους επί της κατοικίας της. Όπως διαπιστώθηκε από το Δήμο Λάρνακας, η Εφεσείουσα, μετά την ανέγερση της πιο πάνω οικοδομής, δεν ακολούθησε τα εγκεκριμένα σχέδια και τους όρους της άδειας οικοδομής που είχε εκδοθεί προς το σκοπό αυτό. Στο σημείο του 1ου ορόφου της οικοδομής, όσο και στο σημείο του 2ου ορόφου, στην πλευρά του συνόρου των δύο τεμαχίων της Εφεσείουσας και της ίδιας, η οικοδομή που ανήγειρε είχε πρόβολο που προεξείχε περί το μισό μέτρο περίπου στην δυτική πλευρά του τεμαχίου της. Το πρόβολο επέμβαινε στον εναέριο χώρο του ακινήτου της. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και σε επιστολή του Δήμου Λάρνακας (Τεκμήριο Γ). 3. Κατά την ανέγερση της πολυκατοικίας διαπιστώθηκε ότι ο πιο πάνω πρόβολος εμπόδιζε την ανέγερση της, με αποτέλεσμα η ανεγειρόμενη οικοδομή να μην μπορούσε να καλύψει ολόκληρο τον χώρο του τεμαχίου της. Λόγω του γεγονότος αυτού αναγκάστηκε να ανεγερθεί η πολυκατοικία πιο ανατολικά, αφήνοντας τον ενδιάμεσο χώρο κενό, με αποτέλεσμα να τους δημιουργεί προβλήματα υγρασίας και ζημιές. Η ίδια διαμαρτυρήθηκε (με σχετικές επιστολές) για τις παρανομίες της Εφεσείουσας στο Δήμο Λάρνακας, πλην όμως η αρμόδια αρχή δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα με αποτέλεσμα να προχωρήσει με την καταχώριση εναντίον της Εφεσίβλητης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. 4. Ακολούθως ανέθεσε την τοπογραφική εργασία και την οριοθέτηση του ακινήτου της και το σύνορο αυτού με το τεμάχιο της Εφεσείουσας, στον Τοπογράφο Μηχανικό κ. Ζαχαρία Κουκούτση. Ο κ Κουκούτσης αποτύπωσε σε σχέδιο την επέμβαση του προβόλου και την κατάσταση στο σύνορο των δύο τεμαχίων, επιβεβαιώνοντας τις πιο πάνω θέσεις της. Η αίτηση για συνοριακή διαφορά που κατάθεσε η Εφεσείουσα, έγινε ουσιαστικά για να οικειοποιηθεί τον χώρο που αφέθηκε κενός με την κατεδάφιση της πατρικής της κατοικίας και ο οποίος βέβαια ανήκε στον δικό της τίτλο ιδιοκτησίας και στο τεμάχιο 265. Η πατρική της κατοικία εφάπτετο με την κατοικία της Εφεσείουσας και δεν υπήρχε οποιοδήποτε κενό προηγουμένως. Ισχυρίζεται δε ότι δεν γκρεμίστηκε κανένας πετρόχτιστος τοίχος ή κοινό σύνορο και ότι η πέτρα που τοποθετήθηκε δεν κάλυψε κανένα ορόσημο. Ενόψει των πιο πάνω, ουδέποτε η ίδια επενέβη σε χώρο της Εφεσείουσας. 5. Σε σχέση με την επιτόπια εξέταση στις 24.4.2012, όπως ενημερώθηκε από τον τοπογράφο-μηχανικό της, ο κ. Κουκούτσης υπέβαλε έκθεση προς το Κτηματολόγιο Λάρνακας (Τεκμήριο ΣΤ). Επίσης ετοίμασε σχέδιο της υπόθεσης συνοριακής διαφοράς (Τεκμήριο Ζ) με ανάλυση των δικών του ευρημάτων. Ο κ. Κουκούτσης ουσιαστικά συμφωνεί με τα όσα έχει αποφασίσει το Κτηματολόγιο. Το εν λόγω σχέδιο δείχνει και τα σημεία επέμβασης της Εφεσείουσας στο τεμάχιο 265 και σε κάθε περίπτωση αυτό δεικνύει ότι ο διάκενος χώρος δεν ανήκει στο τεμάχιο της Εφεσείουσας, αλλά στο δικό της τεμάχιο. 6. Σε σχέση με την ένορκη δήλωση του κ. Μενοίκου που υποστηρίζει την αίτηση, ο ίδιος δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, εφόσον δεν γνώριζε την κατάσταση πριν την συνοριακή διαφορά και πριν την κατεδάφιση του πατρικού της. Τα όσα αναφέρει ο κ. Μενοίκου στην ένορκη του δήλωση δεν ευσταθούν και ούτε χωρομετρικά-τοπογραφικά είναι ορθά. Ουσιαστικά ο κ. Μενοίκου εισηγείται την προσάρτηση του εναπομείναντος κενού χώρου, μετά την ανέγερση της πολυκατοικίας, στο τεμάχιο της Εφεσείουσας, ενώ αυτό ανήκει στο δικό της τεμάχιο. ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ Την 5/6/15 καταχωρίστηκε, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου (υπό διαφορετική σύνθεση τότε), μετά από αιτιολογημένη του απόφαση, συμπληρωματική ένορκη δήλωση από την Εφεσίβλητη. Ακολούθως, στις 18/10/16 καταχωρίστηκε επίσης κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου (υπό διαφορετική σύνθεση και πάλι), μετά από αιτιολογημένη του απόφαση, συμπληρωματική ένορκη δήλωση τόσο από την Εφεσείουσα όσο και από τον κ. Μενοίκου.
  1. i)Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Εφεσίβλητης Μέσα στα πλαίσια αυτής, η Εφεσίβλητη επεσύναψε συμπληρωματικό/ επεξηγηματικό σημείωμα (στο εξής καλούμενο «επεξηγηματικό σημείωμα») που ετοίμασε για την επίδικη συνοριακή διαφορά και την επίλυση της ο Χριστάκης Μακρομάλλης, Τεχνικός Μηχανικός Χωρομετρίας του Κτηματολογίου Λάρνακας (Τεκμήριο Α). Αποτελεί θέση της Εφεσίβλητης ότι το εν λόγω επεγηξηματικό σημείωμα επιβεβαιώνει την ορθότητα της εργασίας του Κτηματολογίου και κατ΄ επέκταση την ορθότητα της Απόφασης του Διευθυντή. Στο εν λόγω επεξηγηματικό σημείωμα κατατέθηκε σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο Α) στο οποίο φαίνονται τα προσωρινά ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί επί τόπου για το κοινό σύνορο των ακινήτων, όπου με μπλε και κίτρινη σκιαγράφηση φαίνεται το διαφιλονικούμενο μέρος. Το διαφιλονικούμενο μέρος είναι κενό στο μεγαλύτερο μέρος του και σε ένα μικρό μέρος του τα δύο κτίρια είναι ενωμένα. Κατατέθηκε επίσης δέσμη εγγράφων από χωρομετρικά βιβλία ως Τεκμήριο Β που χρησιμοποιήθηκαν για τη μελέτη της χωρομετρικής εργασίας στην οποία λήφθηκαν υπόψη χωρομετρικές εργασίες που διεκπεραιώθηκαν, ελέχθησαν και υιοθετήθηκαν σε προγενέστερα χρονικά πλαίσια από σχετικούς φακέλους, καθώς και από τα βιβλία χωρομετρίας. Στα πλαίσια της χωρομετρικής εργασίας, αποτυπώθηκαν επιτόπου καταστάσεις που σχετίζονται με τα σύνορα και συσχετίσθηκαν αρμονικά οι καταστάσεις αυτές με το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των εμπλεκόμενων ακινήτων. Με βάση την παραπάνω εργασία, ο Τεχνικός Μηχανικός Χωρομετρίας, βασιζόμενος στα χωρομετρικά σημεία με βάση τα οποία καθορίζονται τα εγγεγραμμένα σύνορα και σε συνάρτηση με την επιτόπου κατάσταση, κατέληξε και καθόρισε τα εγγεγραμμένα σύνορα. Η χωρομετρική εργασία έγινε με τον απαραίτητο εξοπλισμό (GPS και με την βοήθεια του προγράμματος liscad). Επισυνάφθηκε επιπλέον κατάλογος με τα σημεία και τις συντεταγμένες που ετοιμάσθηκαν κατά την επιτόπια εξέταση της συνοριακής διαφοράς, καθώς και χωρομετρικό σχέδιο που καταγράφηκαν τα χωρομετρικά σημεία με τις συντεταγμένες τους (Τεκμήρια Γ και Δ). Προβάλλεται η θέση από τον κ. Μακρυμάλλη ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει ακολουθηθεί η πρέπουσα διαδικασία χωρίς να υπάρχει καμία παρατυπία, παρανομία ή δολιότητα από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.
  2. ii)Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Μενοίκου Ο κ. Μενοίκου, αφού μελέτησε το επεξηγηματικό σημείωμα του κ. Χριστάκη Μακρυμάλλη και αφού επιθεώρησε σχετικούς φακέλους του Κτηματολογίου, συμπληρωματικά ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Επιθεωρώντας τους εν λόγω φάκελους (Β/908/1987, Β993Α/1987, ΑΧ1818/2007, ΑΧ 2029/2007, ΑΧ 2504/2010), από τους οποίους κάποιοι αφορούσαν οριοθέτηση του τεμαχίου 265 και κάποιοι άλλοι αφορούσαν οριοθέτηση του τεμαχίου 386, διαπίστωσε ότι δεν γίνεται σ΄ αυτούς οποιαδήποτε αναφορά από το Κτηματολόγιο για συνοριακή διαφορά, αλλά ούτε και διαπιστώθηκε οποιαδήποτε επέμβαση από το τεμάχιο 386 στο τεμάχιο 265 και αντιστρόφως. Σχετικά με τον φάκελο με αρ. ΑΧ 1818/2007 που αφορούσε οριοθέτηση του τεμαχίου 386, διαπίστωσε επίσης ότι η όλη εργασία σχεδιάστηκε και ελέγχθηκε από τον κ. Ζαχαρία Κουκούτση, σχεδιαστή τότε στο Τμήμα Χωρομετρίας, χωρίς να εντοπιστεί οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά μεταξύ του τεμαχίου 386 και του τεμαχίου 265. Ο κ. Κουκούτσης, τον οποίο παρουσίασε η Εφεσίβλητη ως δικό της Τοπογράφο Μηχανικό για να ενισχύσει τις θέσεις της, δεν εντόπισε τότε οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά. Μετά από έλεγχο, εκδόθηκε πιστοποιητικό οριοθέτησης (Τεκμήριο Ι) χωρίς επίσης να αναφέρεται οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά μεταξύ των επίδικων τεμαχίων. Ούτε και σε σχέση με τον φάκελο με αρ. ΑΧ 2029/2007, στον οποίο εδόθηκε πιστοποιητικό οριοθέτησης (Τεκμήριο 2), δεν γίνεται αναφορά για οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά. Σε σχέση με τον φάκελο με αρ. ΑΧ 2504/2010 που αφορούσε οριοθέτηση του τεμαχίου 265, διαπίστωσε ότι κ. Ζαχαρίας Κουκούτσης ενήργησε με τρόπο που δημιούργησε πρόβλημα και διόγκωσε το μέγεθος του, εφόσον προέβηκε σε υπόδειξη συνόρων σε αισθητά λανθασμένη θέση, δημιουργώντας συνοριακή διαφορά από το πουθενά. Σε σχέση με την επιθεώρηση του φακέλου με αριθμό ΑΧ2269/11, που αφορούσε την αίτηση της Εφεσίβλητης για επίλυση συνοριακής διαφοράς, είναι η θέση του ότι στην προκειμένη περίπτωση η Εφεσείουσα δεν διεκδίκησε γη πέραν από αυτή που έμεινε μετά την ανέγερση της πολυκατοικίας. Η Εφεσείουσα αποδέχθηκε την υφιστάμενη κατάσταση και εξέφρασε τη θέση όπως γίνει αποδεκτή ως το σύνορο μεταξύ των δύο τεμαχίων γης. Αντίθετα η Εφεσίβλητη διεκδίκησε γη πέραν από αυτή που η ίδια αξιοποίησε. Στην ουσία συνοριακή διαφορά επικαλέστηκε η Εφεσίβλητη, αφού αυτή απαίτησε γη πέραν από αυτή που καταλαμβάνει το τεμάχιο 265. Ουσιαστικά διεκδικεί γη που δεν βρίσκεται, ούτε βρισκόταν αλλά ούτε και μπορεί να βρεθεί στην κατοχή της. Ο κ. Κουκούτσης ο οποίος προέβη στην χωρομετρική εργασία, στηριζόμενος στις απαιτήσεις της Εφεσίβλητης, αγνοώντας τις αδυναμίες των χωρομετρικών δεδομένων τις οποίες επικαλείται ο ίδιος στην ένορκη δήλωση (Τεκμήριο Στ), κατέληξε στο να διεκδικεί η Εφεσίβλητη γη πλάτους δυσανάλογο από αυτό που δικαιολογούν οι αδυναμίες των χωρομετρικών δεδομένων. Ο κ. Κουκούτσης αγνοεί προφανώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ότι η πολυκατοικία της Εφεσίβλητης είχε ανεγερθεί εφαπτόμενη στην κοινή μεσοτοιχία που υπάρχει επιτόπου μεταξύ των δύο τεμαχίων. Διαπίστωσε επίσης, μέσα από την μελέτη των πιο πάνω φακέλων, λάθη εκ μέρους του Κτηματολογίου. Ειδικότερα, το μέγεθος της συνοριακής διαφοράς όπως υποδείχθηκε από το Τμήμα Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, δεν υπερβαίνει πουθενά το πλάτος της κοινής μεσοτοιχίας που είναι τα 45 εκατοστά του μέτρου. O ίδιος διαπίστωσε ότι το πλάτος της κίτρινης λωρίδας που φαίνεται στο εν λόγω Τεκμήριο Α (επεξηγηματικό σημείωμα Μακρυμάλλη), αντιστοιχεί σε 40 εκατοστά επί τόπου, που είναι απόσταση μικρότερη από την κοινή μεσοτοιχία. Ακολούθως, προβαίνοντας σε διάφορες μαθηματικές πράξεις και εφαρμοζόντας διάφορους μαθηματικούς τύπους, κατέληξε στο γεγονός ότι το κοινό σύνορο των δύο τεμαχίων, όπως έχει καθορισθεί με το σημείο 509 επί του Τεκμηρίου Γ και Δ του επεξηγηματικού σημειώματος του κ. Μακρυμάλλη, είναι λανθασμένο αφού συγκρούεται με τα χωρομετρικά δεδομένα που παρατίθενται στο Τεκμήριο Β του εν λόγω επεξηγηματικού σημειώματος. Καταλήγει επίσης στο συμπέρασμα, προβαίνοντας και πάλι σε μαθηματικούς τύπους, ότι το επίδικο σύνορο του τεμαχίου της Εφεσίβλητης μετακινήθηκε δυτικά προς το τεμάχιο 386 κατά 45 εκατοστά, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα στην Εφεσίβλητη να διεκδικεί γη πέραν από αυτήν που έχει δομήσει, ενώ στην πραγματικότητα η Εφεσίβλητη έχει δομήσει και σε γη που τα χωρομετρικά της δεδομένα δεν της επέτρεπαν. Οι πιο πάνω διαφορές τον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Απόφαση του Διευθυντή περιέχει σοβαρότατα λάθη. Με βάση τα αρχικά χωρομετρικά δεδομένα, η νέα πολυκατοικία επεμβαίνει σε γη που δεν της ανήκει. Επίσης τα σημεία του κ. Μακρυμάλλη στο Τεκμήριο Δ, του επεξηγηματικού σημειώματος του, δεν συνάδουν με τα επίσημα χωρομετρικά σχέδια, αφού με βάση τα χωρομετρικά δεδομένα η πολυκατοικία επεμβαίνει στον δημόσιο δρόμο κατά 30 εκατοστά. Διαπίστωσε περαιτέρω ότι το 2008 όλα τα αρχικά κτίρια που υπήρχαν κτισμένα στο τεμάχιο 265 είχαν ήδη κατεδαφιστεί. Αυτό σημαίνει ότι όλη η γη του τεμαχίου 265 ήταν καθαρή προς αξιοποίηση. Επίσημο κτηματικό σχέδιο του 2008 δείχνει το τεμάχιο 265 καθαρό από οποιαδήποτε οικοδομή και με την μεσοτοιχία να υπάρχει και να μην καθορίζεται σε ποιόν ανήκει. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο ΙΧ το εν λόγω κτηματικό σχέδιο του 2008 και ως Τεκμήριο Χ προγενέστερο του 2008 κτηματικό σχέδιο. Είναι επίσης προφανές από το Τεκμήριο ΙΧ ότι με το να μην μπορεί να κατεδαφιστεί η μεσοτοιχία σημαίνει ότι στηρίζει κάποια οικοδομή. Στην παρούσα περίπτωση η μεσοτοιχία υπήρχε και στήριζε την οικοδομή που βρισκόταν στο τεμάχιο 386, ήτοι στο τεμάχιο της Εφεσείουσας. Πάνω από την προαναφερόμενη μεσοτοιχία στο τεμάχιο 386 υπήρχε εδώ και χρόνια πρόβολος που ανήκει στην οικοδομή του τεμαχίου 386, αλλά δεν επενέβαινε στο τεμάχιο 265. Αν υπήρχε επέμβαση, αυτή θα εντοπιζόταν από τις διάφορες χωρομετρικές εργασίες που είχαν προηγηθεί. Σε καμιά χωρομετρική εργασία δεν αναφέρεται η ύπαρξη επέμβασης. Μόνο ο κ. Κουκούτσης εντόπισε και υποστήριξε την ύπαρξη επέμβασης και συνοριακής διαφοράς. Το πρόβλημα κατά την γνώμη του περιορίζεται στην ακρίβεια των χωρομετρικών δεδομένων και στην ερμηνεία της κατοχής του κοινού τοίχου. iii) Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Εφεσείουσας Η Εφεσείουσα ισχυρίζεται συμπληρωματικά, ότι η Εφεσίβλητη παραλείπει να αναφέρει ότι η ισόγεια κατοικία της μητέρας της υπήρχε πολύ πιο πριν κτιστεί η πατρική κατοικία της Εφεσίβλητης. Ο δυτικός τοίχος της πατρικής οικίας της Εφεσίβλητης εφάπτετο με τον δικό της ανατολικό τοίχο. Ο ανατολικός τοίχος της κατοικίας της Εφεσείουσας είχε ζάμπες, κάτι που συνηθιζόταν στις κατασκευές της εποχής εκείνης, έτσι ο δυτικός τοίχος της Εφεσίβλητης, που εφαπτόταν με τον δικό της, δεν ανήκει στο τεμάχιο της. Τα σχέδια του Κτηματολογίου από το 1916 αποδεικνύουν ότι το πατρικό της σπίτι ήταν το μοναδικό στην περιοχή τότε, και το μόνο άλλο που υπήρχε εκεί ήταν δάσος από πεύκα. Ο πρόβολος στον οποίο κάνει αναφορά η Εφεσίβλητη, κατασκευάστηκε για να προστατεύει και να οριοθετεί το σύνορο της και πριν την τελευταία επίσκεψη του Κτηματολογίου, ουδέποτε της επισημάνθηκε από οποιονδήποτε ότι είχε υπερβεί τα όρια του τεμαχίου της. Ο κ. Κουκούτσης δεν ήταν σε θέση να αποτυπώσει πώς ήταν το πατρικό σπίτι της Εφεσίβλητης, ούτε και ήταν σε θέση να γνωρίζει την ύπαρξη ζαμπών που προεξείχαν και στήριζαν τον ανατολικό τους τοίχο. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Ο Κανονισμός 10
(3)των Κανονισμών 1956 ρυθμίζει τον τρόπο που διεξάγεται η ακρόαση τέτοιων αιτήσεων όπως η παρούσα. Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει ότι: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.." Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει την αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι καταχώρησαν ικανές και εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Τα όσα και οι δύο συνήγοροι ανέφεραν, έχουν μελετηθεί με προσοχή και έχουν δεόντως ληφθεί υπόψη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ουσιαστικά η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στο άρθρο 80 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ.224), μετά των συναφών τροποποιήσεων του, το οποίο διαλαμβάνει, ότι: «Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό.». Η εξουσία του Διευθυντή να επιλύει συνοριακή διαφορά ακινήτων παρέχεται μέσα από τα άρθρα 50 και 58 του Κεφ.224. Το άρθρο 50 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "Η έκταση γης που καλύπτεται από εγγραφή τίτλου επί ακίνητης ιδιοκτησίας είναι η έκταση του τεμαχίου με το οποίο δύναται να συσχετιστεί η εγγραφή πάνω σε οποιοδήποτε Κυβερνητικό χωρομετρικό σχέδιο ή πάνω σε οποιοδήποτε άλλο σχέδιο που καταρτίστηκε πάνω σε κλίμακα από το Διευθυντή. Νοείται ότι όταν η εγγραφή δεν δύναται να συσχετιστεί με οποιοδήποτε τέτοιο σχέδιο η έκταση αυτή είναι η έκταση της γης στην οποία δικαιούται ο κάτοχος του τίτλου λόγω εχθρικής κατοχής, αγοράς ή κληρονομιάς." Το δε άρθρο 58 διαλαμβάνει ότι:
(1)Όταν αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης, ο Διευθυντής επιλύει τη διαφορά αυτή, σε πρώτο στάδιο, κατόπι ειδοποίησης που δίνεται στα μέρη τουλάχιστο δεκατέσσερις ημέρες προηγουμένως, η οποία πληροφορεί αυτά για το χρόνο κατά τον οποίο θα επιθεωρηθούν τα υπό αμφισβήτηση σύνορα και κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή άλλης διαδικασίας αναφορικά με τη διαφορά αυτή, εκτός αν αυτή επιλύθηκε σε πρώτο στάδιο όπως προνοείται στο άρθρο αυτό.
(2)...
(3)Μόλις ο Διευθυντής αποφασίσει επί διαφοράς συνόρων, δίνει ειδοποίηση στα εμπλεκόμενα στη διαφορά μέρη για την απόφαση του και τοποθετεί τέτοια ορόσημα ως ήθελε θεωρήσει σκόπιμο για κατάδειξη της γραμμής των συνόρων όπως αυτή αποφασίστηκε από αυτόν και προβαίνει σε τέτοιες καταμετρήσεις και σημειώσεις όπως δυνατό να απαιτούνται προς διακρίβωση της θέσης των οροσήμων.
(4)..». Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Χ''Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362, επεξηγήθηκε, με παραπομπή στην παλαιά υπόθεση Ibrahim v. Souleyman
(1953)19 C.L.R. 237, τί αποτελεί συνοριακή διαφορά για τους σκοπούς του πιο πάνω Νόμου. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Το Κτηματολόγιο είναι τεχνικό τμήμα του Κράτους.Η φύση των διαφορών, ως προς τα σύνορα, στην οποία αναφέρεται το Άρθρο 58, έχει καθοριστεί στην υπόθεση Sherife Moustafaf Moulla Ibrahim v. Mehmed Salih Souleyman 19 C.L.R. 237. Στη σελ. 239 ειπώθηκε: - "We consider that the kind of dispute to which section 56 (To Άρθρο 56 αναριθμήθηκε σε Άρθρο 58) applies is one in which the boundary is described in the title-deed or delineated on a plan, and the dispute is as to where the physical boundary should actually run on the land so as to conform with the deed or the plan. It does not apply where there is a dispute as to whether the description in a deed or delineation in a plan is correct or not." Παρομοίως στην αμέσως μεταγενέστερη υπόθεση Χ''Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 844, επαναβεβαιώθηκε ότι ως συνοριακή διαφορά, με την έννοια του άρθρου 58, θεωρείται η αμφισβήτηση ως προς την τοποθέτηση των συνόρων ακινήτου επί του εδάφους, με τρόπο που να ανταποκρίνεται προς το σύνορο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εγγραφής ή καθορίζεται σε σχέδιο. Δεν εμπίπτει στον όρο η αμφισβήτηση ως προς το κατά πόσο η περιγραφή του ακινήτου στο πιστοποιητικό εγγραφής ή ο καθορισμός των συνόρων του σε σχέδιο είναι ορθός ή εσφαλμένος. Βέβαια δεν αποκλείεται η περίπτωση όπου ένα φυσικό σύνορο ή φυσικό όριο μπορεί να αποτελέσει βοήθεια στην επίλυση συνοριακής διαφοράς (Theodorou v. Hadjiantoni
(1961)C.L.R. 203, Παναγιώτας Ονησιφόρου Δημοσθένους
(2011)1 Α.Α.Δ. 885). Στην υπόθεση Θεονίτσα Σωφρονίου Σολομώντος ν. Παναγιώτα Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906, παρατέθηκαν οι αρχές που διέπουν τις εξουσίες του Διευθυντή και στη συνέχεια του Δικαστηρίου στα πλαίσια Αίτησης-Έφεσης με βάση το άρθρο 80 του Κεφ. 224. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «Ο Διευθυντής είναι διοικητικό όργανο στο οποίο, με τις πρόνοιες του Κεφ. 224 αλλά και άλλων νόμων, ανατέθηκε ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων. Οι ενέργειές του, ανάλογα με την περίπτωση, εντάσσονται σε δυο γενικές κατηγορίες. Πρώτα είναι εκείνες που έχουν ως αντικείμενο ζητήματα που εμπίπτουν στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Αυτές οι ενέργειες, εφόσον συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, ελέγχονται από το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του σύμφωνα με το άρθρο 146.1 του Συντάγματος. Μετά, είναι εκείνες που εμπίπτουν στην σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου ως αποσκοπούσες στη ρύθμιση ιδιωτικών δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητη περιουσία και που, επομένως, εκ-φεύγουν της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ Ieropoulos v. District Lands Officer Limassol
(1987)3 CLR 830, Westpark Ltd v. Republic
(1987)3 CLR 1473, Machlouzarides v. Republic
(1985)3 CLR 2342, Antoniou and Others v. Republic
(1984)3 CLR 623, Republic v. M.D.M. Estate
(1982)3 CLR 642 Constantinos Nicolaou Georghiou v. Evangelia HjiGeorghiou HjiPhesa
(1970)1 CLR 58, Djemal Moulla Moustafa v. Republic (Minister of Interior and Another
(1973)3 CLR 47, George Asproftas v. Republic (Ministry of Interior
(1973)3 CLR 366, Christakis Christodoulou v. Republic (Minister of Interior and Another,)
(1970)3 CLR 377, White Hills Ltd and Others v. Republic (Minister of Interior and Another)
(1970)3 CLR 132 Theocharis Charalambides v. The Republic (District Lands Officer and Another) 4 RSCC 24, Savvas Yianni Valana v. The Republic of Cyprus through the Director of Lands and Surveys 3 RSCC 91.)» «To άρθρο 80 του Κεφ. 224 προσφέρει το μηχανισμό για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων, διαταγών και γνωστοποιήσεων του Διευθυντή που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Όπως έχει νομολογηθεί με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η αναθεώρηση της προσβαλλόμενης ενέργειας του Διευθυντή γίνεται με βάση τις αρχές που διέπουν την αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο των ενεργειών του που εμπίπτουν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. (Bλ.Peyiotis ν. Polemidis
(1982)1 CLR 442, Kafieros and Another v. Theocharous and Others
(1978)1 CLR
  1. Οπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Μενέλαος Γ. Αθανάση και άλλοι ν. Μάμας Βαρνάβα Χατζημάμα και άλλος, Πολ. Εφ. 7545 -20.3.90, η έρευνα στα πλαίσια της άσκησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 80, δεν περιορίζεται στο εύλογο αλλά επεκτείνεται και στην ουσία της απόφασης του Διευθυντή. Δεν έχει εγερθεί, και δεν είναι του παρόντος το ζήτημα της καθόλου συνταγματικότητας του άρθρου
  2. (Βλ. σχετικά Achilleas Hadjikyriakou v. Theologia HadjiApostolou and Another 3 RSCC 89, Κυριακού Νικήτα Παναγιώτου ν. Σόνια Ανδρέα Χ"Κυριάκου και άλλης
(1991)1 AAA 362 Fatsita v. Fatsita and Another
(1988)1 CLR 210, Παναγιωτού Α Φιλίππου ν. Θεόδωρος Πλάτωνος Στυλιανού
(1992)1 A.A.Δ. 448». Όπως ξεκαθαρίσθηκε στην υπόθεση Pitsillides v. Nasif
(1982)1 C.L.R. 426, η Απόφαση του Διευθυντή, δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ. 224, αναφορικά με συνοριακές διαφορές, αποτελεί θέμα ιδιωτικού δικαίου. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση Δημοσθένους Παναγιώτα Ονησιφόρου, σύζυγος Βάσου Βασιλείου, Σωφρόνιος Χρίστου Χατζησωφρονίου, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Αντώνη Χρίστου Χατζησωφρονίου και Άλλος, Πολιτική Έφεση 111/2008, ημερομηνίας 20.05.11, η οποία αφορούσε έφεση έναντι της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου για επίλυση συνοριακής διαφοράς. Περαιτέρω λέχθηκε ότι: «.Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή πρέπει να εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. Ωστόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα την δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. Kafieros (πιο πάνω) σελ. 643, 644, Peyiotis and Another v. Polemides
(1982)1 C.L.R. 442, 450, Λιασίδης v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. 185, Αθανάση κ.ά. v. Χατζημάμα κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, 210, Σολομώντος v. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906, 912, Παύλου κ.ά. v. Νεοφύτου μέσω Kλείτου Kαζαφανιώτη ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, 977. Βλ. και Georghiou v. Hjiphesa
(1970)1 C.L.R. 58).» Επίσης στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε περαιτέρω ότι λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο για ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, όπως για παράδειγμα παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και σε υποθέσεις που αφορούν τον έλεγχο αποφάσεων του Διευθυντή. Το Κτηματολόγιο, όμως, είναι ο φυσιολογικός φορέας επίλυσης θεμάτων που εμπίπτουν στον τομέα πραγματογνωμοσύνης του. Το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή το φέρει ο εφεσείοντας (Αριστοτέλους v. Χ''Κυριάκου και άλλου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 100, Παπαχρυσοστόμου v. Παπασταύρου και άλλος
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 546 και Κτωρίδη v. Επάρχου Λεμεσού και άλλων
(2005)1 Α.Α.Δ. 541). Επιπρόσθετα, η απόφαση του Διευθυντή πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Η υποχρέωση του Διευθυντή να δικαιολογήσει την απόφαση του πηγάζει από τη φύση της διαδικασίας που είναι οιονεί δικαστική και από τις ρητές πρόνοιες του Κανονισμού 6
(2)και
(3)των σχετικών Κανονισμών (Παύλου κ.α. ν. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973 και Χειμώνας v. Γεωργίου κ.α.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 108). Οι κτηματολογικές αρχές είναι αναρμόδιες να επιλύουν περιουσιακές διαφορές, κάτω από οποιαδήποτε διάταξη του νόμου (Κραμβιάς και άλλης v. Θεοδοσίου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 267). Στην υπόθεση Φανή ν. Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος κ.ά.,
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1760, λέχθηκε ότι τα περιουσιακά δικαιώματα αποτελούν μέρος των αστικών δικαιωμάτων του ατόμου, η διάγνωση των οποίων ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΞΕΤΑΣΗ ΛΟΓΩΝ ΕΦΕΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας παραθέσει τη νομική πτυχή που διέπει την παρούσα Αίτηση-Έφεση, προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τους λόγους έφεσης που επικαλείται η Εφεσείσουσα προς ακύρωση της Απόφασης του Διευθυντή. Σημειώνω εξ αρχής ότι λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, κρίνεται ορθό, όπως το Δικαστήριο περιοριστεί στα απολύτως επίδικα αναγκαία θέματα, ούτως ώστε να μην υπεισέλθει σε λεπτομερή γεγονότα, τα οποία ούτως ή άλλως δεν είναι σημαντικά στην εξέταση της παρούσας αίτησης. Για παράδειγμα, ανατρέχοντας τόσο στην ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας αλλά και της Εφεσίβλητης, προβάλλονται ισχυρισμοί ότι τα υποστατικά τους υπέστησαν ζημιές, επιρρίπτοντας ευθύνες για τις ζημιές αυτές η μία στην άλλη. Αντικείμενο και μόνο της παρούσας διαδικασίας είναι κατά πόσο η Απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή και και αν έχουν προβληθεί τέτοιοι λόγοι που να δικαιολογούν την ακύρωση της. Οι Λόγοι Έφεσης 1,3,4,7,8,11 και 12 είναι συναφείς, οπόταν θα εξεταστούν μαζί. Όλοι αφορούν βασικά τον ισχυρισμό ότι η Απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη εφόσον στηρίχθηκε πάνω σε λανθασμένα χωρομετρικά δεδομένα και σε λανθασμένες μετρήσεις, με αποτέλεσμα αυτή να είναι αποτέλεσμα πλάνης (1ος, 3ος, 11ος και 12ος λόγος έφεσης). Eπίσης προβάλλεται ο ισχυρισμός από την Εφεσείουσα ότι ο Διευθυντής παρέλειψε να λάβει υπόψη του τα επί τόπου δεδομένα και την επί τόπου κατάσταση, έτσι ώστε να αποφευχθούν παράλογα και τραγελαφικά αποτελέσματα (4ος λόγος έφεσης). Περαιτέρω, είναι η θέση της Εφεσείουσας ότι η Απόφαση του Διευθυντή δεν επιλύει τη συνοριακή διαφορά, αλλά δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα και ότι αυτή είναι άδικη και ζημιογόνα σε βάρος της περιουσίας της Εφεσίβλητης (7ος λόγος έφεσης). Μέσα από την ανασκόπηση της πιο πάνω αναφερόμενης νομολογίας, προκύπτει ότι καθοριστικό ρόλο, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, έχει η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων ώστε να αξιολογηθεί και κριθεί η ορθότητα της Απόφασης του Διευθυντή. Ο ρόλος και τα καθήκοντα των εμπειρογνωμόνων έχουν επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Πιττάλης και άλλων v. Ianira enterprises Ltd
(1997)1(B) A.A.Δ.814, λέχθηκε ότι ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Είναι σαφές, ότι, η Εφεσείουσα επιχειρεί να οικοδομήσει τη θέση της ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι εσφαλμένη, στηριζόμενη κυρίως στη μαρτυρία του κ. Μενοίκου. Για λόγους που θα παραθέσω κατωτέρω, θεωρώ ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν ήταν αντικειμενικός, αξιόπιστος και βοηθητικός. Η εικόνα που έχω αποκομίσει είναι ότι επιστρατεύθηκε από την Εφεσείουσα, όχι για να θέσει ενώπιόν μου τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα με βοηθήσουν να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα, για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο, που ασφαλώς είναι ο έλεγχος της ορθότητας και νομιμότητας της εκκαλούμενης Απόφασης, αλλά, για να με οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτή είναι εσφαλμένη, απλώς και μόνο επειδή ένα τέτοιο συμπέρασμα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της πελάτιδας του. Στο πλαίσιο αυτό, μεταξύ άλλων, σε κάποια σημεία υπήρξε αντιφατικός, δεν παρουσίασε μία τεκμηριωμένη και επιστημονική θέση για ποιο λόγο η Απόφαση του Διευθυντή δεν είναι ορθή, παρά αρκέστηκε στο να παραθέσει νομικά και άλλα επιχειρήματα που δεν εμπίπτουν εντός της σφαίρας αρμοδιότητας του, ενώ, αρκετοί από τους ισχυρισμούς του διαψεύδονται πλήρως, με την ίδια την Απόφαση και την εκτελεσθείσα εργασία που επιτελέσθηκε από τους λειτουργούς του Κτηματολογίου. Το εν λόγω πρόσωπο, επιπρόσθετα δεν παρουσιασε επί τεχνικής πλευράς μια ολοκληρωμένη εικόνα για ποιό λόγο η Απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν πέτυχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαραίτητα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν για το Δικαστήριο να αποτελέσουν εργαλείο για την ορθότητα των ισχυρισμών του. Το περισσότερο μέρος της μαρτυρίας του είναι γενικό και αόριστο και στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη στην προκειμένη περίπτωση η υφιστάμενη κατάσταση και να υιοθετηθούν όπως είναι, σήμερα, τα εγγεγραμμένα σύνορα. Πολύ σημαντικό στοιχείο το οποίο διαδραμάτισε βαρυσήμαντο ρόλο στην κατάληξη μου αυτή, είναι και το γεγονός ότι ο ίδιος ο κ. Μενοίκου, ως σχολιάζω κατωτέρω, δεν έδωσε μία ξεκάθαρη και επιστημονική θέση για το πού θα έπρεπε, με βάση τις ειδικές του γνώσεις, να τοποθετηθούν τα σύνορα του κάθε τεμαχίου, πέραν βεβαίως της θέσης του ότι θα πρέπει τα εγγεγραμμένα σύνορα να καθοριστούν με βάση την επί τόπου κατάσταση. Προτού όμως σχολιάσω τις θέσεις του κ. Μενοίκου, θεωρώ σκόπιμο να σχολιάσω τις θέσεις της Εφεσείουσας σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα και και το τί επικαλείται η ίδια προς ανατροπή της Απόφασης του Διευθυντή, αντιπαραβάλλοντας αυτές με τις θέσεις της Εφεσίβλητης. Αποτελεί βασική θέση της Εφεσείουσας, ότι μεταξύ του τεμαχίου της και του τεμαχίου της Εφεσίβλητης υπάρχει κοινό σύνορο, δηλαδή μία μεσοτοιχία 45 εκατοστών που δεν είναι ευθεία γραμμή αλλά δημιουργείται εσοχή 45 εκατοστών. Η Εφεσίβλητη γκρέμισε μέρος του πετρόκτιστου τοίχου, ο οποίος χώριζε τα τεμάχια τους, με σκοπό να ανεγείρει την πολυκατοικία. Κατά την ανέγερση της πολυκατοικίας η Εφεσίβλητη επενέβη αυθαίρετα στο δικό της τεμάχιο, γκρεμίζοντας την μεσοτοιχία με αποτέλεσμα να αφήσει ένα διάκενο κενό μεταξύ της πολυκατοικίας και της δικής της κατοικίας. Θέση της είναι, όπως το κενό αυτό διάκενο εγγραφεί στο δικό της τεμάχιο, λόγω του ότι η Εφεσίβλητη δεν μπορεί να το αξιοποιήσει, εφόσον είναι περίκλειστο από τον τοίχο πολυκατοικίας της Εφεσίβλητης και του τοίχου που και πάλι ανέγειρε η Εφεσίβλητη στον τοίχο της κατοικίας της Εφεσείουσας. Αντίθετα η Εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι πριν την ανέγερση της πολυκατοικίας στο δικό της τεμάχιο, υπήρχε η δική της πατρική κατοικία από πολλές δεκαετίες πριν, με δικό της τοίχο πάνω στον τοίχο της ισόγειας κατοικίας του δικού της τεμαχίου, χωρίς να μεσολαβεί κενός χώρος. Το διάκενο κενό δημιουργήθηκε λόγω του ότι το πρόβολο που ανήγειρε η Εφεσείουσα επέμβαινε στον εναέριο χώρο του ακινήτου της. Κατά την ανέγερση της πολυκατοικίας στο δικό της τεμάχιο, ο πρόβολος εμπόδιζε την ανέγερση της και δεν μπορούσε να αξιοποιήσει πλήρως τον χώρο του τεμαχίου της. Λόγω του γεγονότος αυτού, αναγκάστηκε να ανεγερθεί η πολυκατοικία πιο ανατολικά, αφήνοντας τον ενδιάμεσο χώρο κενό. Ο διάκενος χώρος εμπίπτει εντός του τεμαχίου της και εντός του τίτλου ιδιοκτησίας της. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή, ότι ο αιτητής έχει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, αρχή που βεβαίως εφαρμόζεται και στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Η Εφεσείουσα όφειλε και είχε το βάρος να πείσει το Δικαστήριο ότι ο διάκενος αυτός χώρος, ο οποιος παρέμεινε κενός, εμπίπτει στο δικό της τεμάχιο και στον δικό της τίτλο ιδιοκτησίας. Με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα, δεν έχει προσκομιστεί τέτοια μαρτυρία ικανή και πειστική σε τέτοιο βαθμό, που θα οδηγούσε το Δικαστήριο να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ούτε και η Εφεσείουσα παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να ανατρέψει τα ευρήματα των λειτουργών του Κτηματολογίου. Οι λειτουργοί του Κτηματολογίου, όπως προκύπτει μέσα από την Απόφαση, αλλά και από το ίδιο το επεξηγηματικό σημείωμα του κ. Μακρυμάλλη, αποτύπωσαν «. επιτόπου καταστάσεις που αποτελούν ή σχετίζονται με σύνορα και συσχέτισαν αρμονικά τις καταστάσεις αυτές με το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των εμπλεκόμενων ακινήτων. Με βάση την παραπάνω εργασία ο Τεχνικός Μηχανικός Χωρομετρίας Α΄ Τάξης και ο Ανώτερος Τεχνικός κατέληξαν και υιοθέτησαν σταθερά σημεία ή άλλα χαρακτηριστικά στα οποία βασίστηκαν για να καθορίσουν τα εγγεγραμμένα σύνορα...». (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι νομολογημένο ότι κατά την επίλυση συνοριακών διαφορών, τα εν χρήσει σχέδια αποτελούν αυθεντικό οδηγό, ανεξαρτήτως του βαθμού ακρίβειας που μπορεί να έχουν (Ρωσσίδου ν. Κυπριανού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1695). Όμως οι επί τόπου μετρήσεις αποτελούν προϋπόθεση για τον έλεγχο της ορθότητας απόφασης του Διευθυντή (Κυριάκου ν. Παπαστεφάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 496). Δεν έχει παρατεθεί ο,τιδήποτε από την Εφεσείουσα ότι τα εγγεγραμμένα σύνορα είναι άλλα από αυτά που φαίνονται στο εν χρήσει κτηματικό σχέδιο και στους τίτλους ιδιοκτησίας εκάστου τεμαχίου. Η θέση της Εφεσίβλητης ότι η Εφεσείουσα επενέβη παράνομα στο δικό της τεμάχιο, επιβεβαιώνονται και από την επιστολή του Δήμου Λάρνακας (Τεκμήριο Γ στην ένσταση της), στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «... η κα Ηλιάνα Καραπίτα Έλληνα, ιδιοκτήτρια της εν λόγω οικοδομής, κατά παράβαση της πιο πάνω άδειας με αρ. 42/84, έχει προχωρήσει σε παράνομη κατεδάφιση προβόλου ανατολικά, παραβιάζοντας τον εναέριο χώρο του παραμείμενου τεμαχίου με αρ. 265, ιδιοκτησία της κας Χριστοδούλου Ανδρούλλας Λύρα.» Ως εκ τούτου, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, το οποίο ταυτόχρονα αποτελεί και εύρημα μου, ο λόγος που η Εφεσίβλητη αναγκάστηκε να ανεγείρει την πολυκατοικία της ανατολικότερα ήταν λόγω του ότι εμποδίζετο από τον πρόβολο της Εφεσείουσας. Συνεπώς δεν μπορούσε να αξιοποιήσει πλήρως το τεμάχιο της με επακόλουθο να παραμείνει διάκενος κενός χώρος. Υποστηρικτικά επίσης της θέσης της Εφεσίβλητης είναι τα όσα δηλώνει ο κ. Κουκούτσης στην επιστολή του (Τεκμήριο Στ στην ένορκη δήλωση της Εφεσίβλητης). Το εν λόγω πρόσωπο ισχυρίζεται ότι με βάση τα χωρομετρικά σχέδια διαπιστώνεται ξεκάθαρα ότι ο τοίχος του τεμαχίου 386, δηλαδή του τεμαχίου της Εφεσείουσας, αποτελούσε το κοινό σύνορο. Σε καμία χωρομετρική σελίδα δεν φαίνεται το τεμάχιο 386 να καταλαμβάνει γη πέραν του συγκεκριμένου τοίχου. Το γεγονός αυτό έχει παραμείνει αναντίλεκτο κατά την άποψη μου και δεν τέθηκε οποιαδήποτε ικανή μαρτυρία να ανατρέψει την θέση αυτή, είτε από την Εφεσείουσα, είτε από τον κ. Μενοίκου. Αντίθετα, το Τεκμήριο Γ στο οποίο γίνεται αναφορά ανωτέρω, διαψεύδει τόσο την Εφεσείουσα όσο και τον κ. Μενοίκου, που ισχυρίζονται ότι ουδεμία επέμβαση έχει λάβει χώρα από την Εφεσείουσα στο τεμάχιο της Εφεσίβλητης και ουδέποτε περιήλθε το γεγονός αυτό στην αντίληψη της. Πέραν τούτου ο κ. Μενοίκου διαψεύδεται σε σχέση με τη θέση του ότι ουδείς εντόπισε οποιαδήποτε επέμβαση, παρά μόνο ο κ. Κουκούτσης, με σκοπό να υποστηρίξει τις θέσεις της Εφεσίβλητης. Όμως το Τεκμήριο Γ ομιλεί από μόνο του. Ανατρέχοντας, περαιτέρω, στα όσα ανέφερε η Εφεσείουσα, αλλά και ο κ. Μενοίκου, δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε χωρομετρικό δεδομένο ή οποιοδήποτε σχέδιο που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της για το γεγονός ότι το σύνορο των δύο τεμαχίων ήταν ο τοίχος του τεμαχίου 386. Περαιτέρω, στο επεξηγηματικό σημείωμα Μακρυμάλλη, επισυνάφθηκαν οι χωρομετρικές εργασίες σε χωρομετρικά βιβλία, και οι συντεταγμένες, που ισχυροποιούν ακόμη περισσότερο τις θέσεις της Εφεσίβλητης και κατ΄επέκταση του Διευθυντή, και που σε καμία περίπτωση δεν έχουν ανατραπεί από την Εφεσείουσα, έχοντας βεβαίως το βάρος απόδειξης στους ώμους της. Η Εφεσίβλητη, όπως προκύπτει, αμφισβήτησε τις θέσεις της Εφεσείουσας στην ολότητά τους. Όμως η Εφεσείουσα δεν άσκησε το δικαίωμα της να την αντεξετάσει επί των αμφισβητούμενων αυτών γεγονότων. Ο Κανονισμός 10
(3)είναι πανομοιότυπος με τη Δ.48, θ.4
(2)και ως εκ τούτου θα πρέπει να ερμηνευθεί κατ'ανάλογο τρόπο ως η Δ.48 θ.4
(2). Προκύπτει ότι από τη στιγμή που η Εφεσίβλητη έχει αμφισβητήσει τις θέσεις της, οι ισχυρισμοί της Εφεσείουσας παρέμειναν γενικοί και ατεκμηρίωτοι. Η ίδια είχε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της αυτών και ευσεβάστως αναφέρω ότι δεν το έχει αποσείσει. Ούτε και μέσα από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρισε η Εφεσείουσα, σε μία προσπάθεια της να αντικρούσει τα όσα η Εφεσίβλητη έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέτρεψε τα όσα ισχυρίζεται η Εφεσίβλητη. Ανατρέχοντας σε αυτή και μελετώντας την προσεκτικά, θεωρώ ότι δεν δίδονται ικανοποιητικές και επαρκείς εξηγήσεις που να καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς της Εφεσίβλητης. Τα όσα επιπρόσθετα αναφέρει η Εφεσείουσα δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι οι θέσεις της είναι ορθές. Το πιο ουσιώδες όμως, είναι ότι δεν απορρίπτει τον ισχυρισμό της Εφεσίβλητης ότι η ίδια έχει ανεγείρει δικό της τοίχο που εφαπτόταν του τοίχου της Εφεσείουσας, αλλά και για ποιό λόγο τα επίσημα κτηματικά σχέδια δείχνουν ως κοινό σύνορο, τον τοίχο του τεμαχίου της. Ο ισχυρισμός της ότι υπήρχαν ζάμπες από τον δικό της τοίχο που χρησιμοποίησαν οι γονείς της Εφεσίβλητης για να ανεγείρουν τον δικό τους τοίχο, δεν επιβεβαιώνεται από πουθενά, είναι ατεκμηρίωτοι και αποτελούν γενικούς ισχυρισμούς. Ούτε και έχει παρουσιασθεί τίτλος ιδιοκτησίας εκ μέρους της Εφεσείουσας, που να τεκμηριώνει και επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της, ότι ο κενός αυτός χώρος εμπίπτει στο δικό της τεμάχιο. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Άννα Μιλτιάδου Ιωάννου v. Σοφίας Kωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 749, το πιστοποιητικό εγγραφής δεν είναι ο αυθεντικός οδηγός της ιδιοκτησίας, αλλά η εκ πρώτης όψεως απόδειξη της, αφού αυθεντικό οδηγό της ιδιοκτησίας αποτελεί ο συσχετισμός τεμαχίου προς το κτηματολογικό σχέδιο, σύμφωνα και με το άρθρο 50 του Κεφ.224. Με άλλα λόγια, η γη η οποία καλύπτεται από το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, προδιορίζεται από το άρθρο 50 του Κεφ. 224, το οποίο και έχω παραθέσει ανωτέρω. Αυτό έπραξαν και οι λειτουργοί του Κτηματολογίου στην προκειμένη περίπτωση. Συσχέτισαν τα πιστοποιητικά ιδιοκτησίας με το επίσημο κτηματολογικό σχέδιο, με αποτέλεσμα ο Διευθυντής να καταλήξει στην Απόφαση του. Εν πάση περιπτώσει, η Εφεσείουσα δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι το σύνορο του τεμαχίου της Εφεσίβλητης εφάπτεται του δικού της τοίχου, αλλά και ούτε απέδειξε, έχοντας το βάρος απόδειξης, ότι τα σύνορα των δύο τεμαχίων είναι ορθά, όπως κατέχονται επί τόπου. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τους ίδιους τους λειτουργούς του Κτηματολογίου, οι οποίοι κατά την επί τόπου εξέταση, οριοθέτησαν τα σύνορα των δύο ακινήτων (παραπέμπω στην σελίδα 2 της Απόφασης), οπου αναφέρειται επί λέξη ότι οι λειτουργοί έλαβαν υπόψη «προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες και άλλους σχετικούς φακέλλους. Αποτυπώθηκαν καταστάσεις που αποτελούν ή σχετίζονται με σύνορα και συσχέτισε αρμονικά τις καταστάσεις αυτές με το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των εμπλεκομένων ακινήτων. Με βάση την παραπάνω εργασία ... κατέληξαν και υιοθέτησαν σταθερά σημεία ή άλλα χαρακτηριστικά στα οποία βασίστηκε για να καθορίσει τα εγγεγραμμένα σύνορα». Περαιτέρω, στο επεξηγηματικό σημείωμα Μακρυμάλλη, αναφέρεται ότι κατά την επί τόπου επίσκεψη ετοιμάσθηκε σχέδιο με τα προσωρινά ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί και μετά την χωρομετρική εργασία καθορίσθηκαν τα εγγεγραμμένα σύνορα. Ούτε και η Εφεσίουσα έχει αποδείξει πώς και με ποιό τρόπο η Εφεσίβλητη, κατά την ανέγερση της πολυκατοικίας εντός του τεμαχίου της, επενέβη αυθαίρετα στο δικό της τεμάχιο της. Ούτε και επιεβαιώνεται περαιτέρω από πουθενά ο ισχυρισμός της Εφεσείουσας ότι υπήρχε πετρόκτιστος τοίχος που χώριζε τα δύο τεμάχια και πλέον έχει καταρριφθεί από την Εφεσίβλητη με αποτέλεσμα να παραμείνουν απομεινάρια. Εύλογα διερωτάται κανείς, για ποιο λόγο, εφόσον έχουν μείνει απομεινάρια, η Εφεσείουσα δεν παρουσιάσε οποιαδήποτε φωτογραφία ή ακόμη να παραπέμψει το Δικαστήριο στις φωτογρφίες που ήδη κατέθεσε με σκοπό να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν έχει τεθεί κάτι ενώπιον μου που να επιβεβαιώνει και αποδεικνύει ότι το εγγεγραμμένο σύνορο της Εφεσείουσας δεν ήταν αυτό που έχει υποδειχθεί από τους λειτουργούς του Κτηματολογίου και ότι το τεμάχιο της Εφεσείουσας επεκτείνετο μέχρι τον διάκενο χώρο που έμεινε κενός μετά την ανέγερση της πολυκατοικίας στο τεμάχιο της Εφεσίβλητης. Αντίθετα η Εφεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, αναγκάστηκε να αφήσει το διάκενο κενό και να μην αξιοποιήσει πλήρως το τεμάχιο της εξαιτίας του προβόλου που είχε ανεγείρει η Εφεσείουσα. Στρεφόμενος τώρα στα όσα υποστηρίζει ο κ. Μενοίκου, προς ανατροπή της εκαλλούμενης Απόφασης, σχολιάζω τα ακόλουθα: (α) Πριν την επιτόπια εξέταση των λειτουργών του Κτηματολογίου, η βασική του θέση ήταν ότι η υφιστάμενη κατάσταση διαφέρει μερικώς από τα εγγεγραμμένα σύνορα και ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς της κοινής μεσοτοιχίας δεν είναι απόλυτα διασαφηνισμένο. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του αυτόν, όπως προκύπτει από τα χωρομετρικά σχέδια και με βάση τις διαπιστώσεις των ίδιων των λειτουργών του Κτηματολογίου, ο τοίχος του τεμαχίου 386, δηλαδή του τεμαχίου της Εφεσείουσας, αποτελούσε το κοινό σύνορο με το τεμάχιο της Εφεσίβλητης. Προκύπτει επομένως, ότι ο διάκενος χώρος που έμεινε κενός μετά την ανέγερση, ενέπιπτε εντός του τεμαχίου της Εφεσίβλητης. Αντίθετα ο κ. Μενοίκου δεν αναφέρει για ποιό λόγο το καθεστώς της μεσοτοιχίας δεν είναι απόλυτα διασαφηνισμένο και ότι η υφιστάμενη κατάσταση διαφέρει μερικώς από το εγγεγραμμένο σύνορο. Πώς και με ποιό τρόπο διαφέρει η υφιστάμενη κατάσταση, ουδεμία επιστημονική εξήγηση δίδεται από αυτόν. Δεν έχει παραθέσει οτιδήποτε με σκοπό να καταδείξει το γεγονός ότι τα σύνορα του τεμαχίου της Εφεσείουσας είναι πέραν από αυτά που καταγράφονται στα χωρομετρικά σχέδια και στο επίσημο σχέδιο του Κτηματολογίου. Ο κ. Μενοίκου προφανώς δεν έλαβε υπόψη του και αγνόησε την προηγούμενη υφιστάμενη κατάσταση του τεμαχίου της Εφεσίβλητης, το τί υπήρχε εντός αυτού, αλλά και μέχρι πού έφθαναν τα σύνορα του. Εύλογα, επίσης, διερωτάται κανείς για ποιό λόγο η Εφεσείουσα ουδέποτε στο παρελθόν είχε εκφράσει οποιαδήποτε διαμαρτυρία σε σχέση με την κατάσταση που προϋπήρχε πριν την ανέγερση της πολυκατοικίας. Εάν ο κενός χώρος που ισχυρίζεται, ανήκει εντός του τεμαχίου της, γιατί δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα προηγουμένως ότι το υποστατικό της Εφεσίβλητης με τον δικό του τοίχο επενέβαιναν στο ακίνητο της; Περαιτέρω, αποτελεί κοινή διαπίστωση, ότι από την όλη μαρτυρία του κ. Μενοίκου, ο ίδιος παραλείπει να αναφέρει, να λάβει υπόψη αλλά και να μελετήσει το προηγούμενο υπάρχον καθεστώς σε σχέση με το σύνορο των τεμαχίων, παρά μόνο επικαλείται την τωρινή υφιστάμενη κατάσταση, μετά την κατεδάφιση της πατρικής οικίας της Εφεσίβλητης και της ανέγερσης της πολυκατοικίας, με σκοπό να δικαιολογήσει ότι η τελευταία δεν μπορεί να αξιοποιήσει άλλη γη, πέραν από αυτήν που έχει αξιοποιήσει. Προκύπτει επίσης ότι ο ίδιος δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, εφόσον δεν γνώριζε την κατάσταση πριν την συνοριακή διαφορά και πριν την κατεδάφιση του πατρικού της Εφεσίβλητης. Η παράλειψη του αυτή, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένας αντικειμενικός εμπειρογνώμονας. Παραλείπει να αναφέρει το γεγονός ότι πριν την ανέγερση της πολυκατοικίας υπήρχε η πατρική κατοικία της Εφεσίβλητης από πολλές δεκαετίες πριν, με δικό της τοίχο πάνω στον τοίχο της ισόγειας κατοικίας του δικού της τεμαχίου, χωρίς να μεσολαβεί κενός χώρος. Ο λόγος παράβλεψης της προηγούμενης κατάστασης, είναι κατά τη γνώμη μου απλός. Η προηγούμενη υφιστάμενη κατάσταση διαψεύδει πλήρως τις θέσεις της Εφεσείουσας. (β) Περαιτέρω, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Εφεσίβλητη διεκδικεί γη πέραν από αυτήν που έχει αξιοποιήσει με την ανέγερση της πολυκατοικίας. Η απαίτηση της αυτή, σύμφωνα με τον κ. Μενοίκου, είναι παράλογη εφόσον δεν μπορεί να αξιοποιηθεί άλλη γη πέραν από αυτή που έχει οικοδομηθεί και ως εκ τούτου ο διάκενος χώρος θα πρέπει να εγγραφεί επ'ονόματι της Εφεσείουσας. Αποτελεί δηλαδή βασική του θέση ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί η υφιστάμενη κατάσταση. Ο ισχυρισμός του αυτός, ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί η πραγματική υφιστάμενη κατάσταση ως είναι επί τόπου και όχι αυτή που προκύπτει από τα χωρομετρικά σχέδια, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε τεχνικά μέσα ως θα ανέμενε κανείς από έναν εμπειρογνώμονα, ώστε να καταδείξουν το εσφαλμένο της Απόφασης. Θέση του είναι ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί η υφιστάμενη κατάσταση, μόνο και μόνο για πρακτικούς λόγους, γιατί οποιαδήποτε απόφαση θα οδηγήσει σε τραγελαφικά αποτελέσματα. Οι ισχυρισμοί του αυτοί όμως δεν είναι λόγοι οι οποίοι θα ήταν ικανοί να ανατρέψουν την Απόφαση του Διευθυντή. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η επί τόπου κατάσταση αναμφίβολα είναι ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη. Όμως, χωρίς επαρκή λόγο, το στοιχείο αυτό δεν θα μπορούσε να υπερισχύσει των εν χρήσει σχεδίων, τα οποία στις περισσότερες των υποθέσεων αποτελούν έναν αυθεντικό οδηγό σε υποθέσεις συνοριακών διαφορών. Μόνο όπου καταδειχθεί ότι αυτά είναι λανθασμένα, διαφοροποιείται η σημασία τους. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρχε τέτοια αξιόπιστη και πειστική μαρτυρία που να θέσει υπό αμφισβήτηση τα εν χρήσει σχέδια. Κάθε άλλο. Και τούτο γιατί στην ειδοποίηση (Παράρτημα Α της Αίτησης) αναφέρεται ότι «οι εγγραφές με αριθμό 8/444 και 8/347, που καλύπτουν τα τεμάχια 386 και 265 αντιστοιχα, βασίζονται στο επίσημο κυβερνητικό χωρομετρικό σχέδιο 40/560603 και συνεπως η έκταση γης που καλύπτουν είναι η έκταση των τεμαχίων 386 και 265 με τα οποία συσχετίζονται, όπως προβλέπεται στο άρθρο 50 του Κεφ.224 και όχι αυτή που τυχόν 'κατέχεται' επί τόπου». Αποτελεί επίσης, ισχυρισμό του κ. Μενοίκου, ότι οι διαφορές του μεγέθους της παρούσας υπόθεσης πρέπει να παραβλέπονται και να υιοθετείται η υφιστάμενη κατάσταση. Δηλαδή, ισχυρίζεται και πάλι ότι θα πρέπει να αγνοηθούν τα επίσημα σχέδια και οι χωροετρικές εργασίες και στην προκειμένη περίπτωση να υπερισχύσει η υφιστάμενη κατάσταση. Εν πάση περιπτώσει, ως έχω αναφέρει ανωτέρω, η επί τόπου κατάσταση λήφθηκε δεόντως υπόψη από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου (βλέπε Παράγραφο 8 της Απόφασης). Στην υπόθεση Χρυσάνθη Ευσταθίου Χαραλάμπους v. Έλενας Ευρυπίδη Κωνσταντίνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1972, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η ύπαρξη παλαιάς υφιστάμενης κατοικίας και τοίχου, καθώς και το γεγονός ότι η συνοριακή γραμμή περνά μέσα από το υπνοδωμάτιο της κατοικίας της Εφεσίβλητης, δεν είναι αρκετά για να ανατρέψουν τα εν χρήσει σχέδια και όλες τις υπόλοιπες μετρήσεις στις οποίες προέβη το κτηματολόγιο με τη χρήση μετροταινίας, έρευνας σε παλαιούς φακέλους διαχωριζόμενων τεμαχίων και σταθερή έρευνα στην γύρω περιοχή. Επομένως, ο τρόπος που το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία τόσο του Α. Ιεζεκιήλ όσο και αυτή του Α. Ιωσήφ, ήταν καθόλα εύλογος. Από την ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία, δεν υπήρξαν ικανοποιητικές ενδείξεις ότι η επί τόπου κατάσταση ήταν και ένδειξη των πραγματικών συνόρων των δύο κτημάτων. Όπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Ρωσσίδου v. Κυπριανού κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1695 και Ε.Κ. Kατεκος Λτδ v. Διευθυντή Κτηματολογίου κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 256, η επί τόπου κατάσταση αναμφίβολα είναι ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη. Όμως, χωρίς επαρκή λόγο το στοιχείο αυτό δεν θα μπορούσε να υπερισχύσει των εν χρήσει σχεδίων τα οποία στις περισσότερες των υποθέσεων αποτελούν ένα αυθεντικό οδηγό σε υποθέσεις συνοριακών διαφορών. Μόνο όπου καταδειχθεί ότι αυτά είναι λανθασμένα, διαφοροποιείται η σημασία τους. Εδώ όμως δεν υπήρχε τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία που να θέσει υπό αμφισβήτηση τα εν χρήσει σχέδια». Απόλυτα σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Ρωσσίδου ν. Κυπριανού κ.ά. (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «.Θα λέγαμε ότι όποια και αν μπορεί να ήταν η σημασία της επί του εδάφους κατάστασης στον αρχικό καθορισμό του συνόρου, δεν θα μπορούσε η εμφάνιση των πραγμάτων αργότερα να υπερίσχυσε έναντι του εν χρήσει σχεδίου το οποίο με τις όποιες τροποποιήσεις τις οποίες θα μπορούσε να υποστεί, αποτελεί αυθεντικό οδηγό. Συνεπώς, το αποτέλεσμα που προκύπτει από τις μετρήσεις πρέπει εξ ανάγκης να θεωρηθεί ικανοποιητικό, ανεξάρτητα από το βαθμό ακρίβειας που το ίδιο το σχέδιο επιτρέπει. Και αυτό είναι που έγινε στην παρούσα περίπτωση». Ούτε αποτελεί ικανό στοιχείο, κατά τη γνώμη μου, προς ανατροπή της Απόφασης του Διευθυντή, η στοιχειοθέτηση και μόνο του λόγου ότι δεν δικαιολογείται η απαίτηση από το τεμάχιο της Εφεσίβλητης, γης που δεν μπορεί να αξιοποιήσει. Παραβλέπει όμως ο κ. Μενοίκου, εσκεμμένα και προς υποβοήθηση της Εφεσείουσας, ένα πολύ σημαντικό στοιχείο. Ότι ο διάκενος χώρος ανήκει στην Εφεσίβλητη και ότι αυτός παρέμεινε κενός λόγω του ότι η πολυκατοικία κτίστηκε ανατολικότερα, απλά και μόνο γιατί εμπόδιζε ο πρόβολος που ανήγειρε η Εφεσείουσα, ως αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δεν υπήρξαν ικανοποιητικές ενδείξεις και απτές αποδείξεις ότι η υφιστάμενη κατάσταση αποτελεί τα πραγματικά σύνορα των δύο τεμαχίων. Αντίθετα, όλα τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, συνηγορούν στο γεγονός ότι το εγγεγραμμένο σύνορο του τεμαχίου της Εφεσείουσας δεν επεκτείνεται μέχρι τον διάκενο κενό χώρο. Ο κ. Μενοίκου, μετά την διεξαγωγή της επί τόπου εξέτασης από τους λειτουργούς του Κτηματολογίου, βασική του θέση (ως διαγράφεται από το Τεκμήριο 2), ήταν ότι διαφωνεί με τον τρόπο που χειρίστηκε το Κτηματολόγιο το όλο ζήτημα και με την σχετική υπόδειξη που έχει γίνει επί τόπου. Οι λειτουργοί του Κτηματολογίου προφανώς τοποθέτησαν, μετά από σχετικές έρευνες και μετρήσεις, προσωρινά ορόσημα βάσει των οποίων το κενό διάκενο καθορίσθηκε εντός του τεμαχίου της Εφεσίβλητης. Εδώ παρεμβάλλω να αναφέρω ότι ο ίδιος ο κ. Μενοίκου δεν συγκεκριμενοποιεί ως προς τί και με ποιό τρόπο διαφωνεί με τους λειτουργούς του Κτηματολογίου και με την υπόδειξη που έχει γίνει. Οι εν λόγω λειτουργοί, όπως διαπιστώνεται από την ίδια την Απόφαση, προτού υποδείξουν τα εγγεγραμμένα σύνορα των δύο τεμαχίων, προέβησαν σε ενδελεχή έρευνα και έλαβαν υπόψη στοιχεία τα οποία ανέφερα ανωτέρω. Ο κ. Μενοίκου δεν δίδει επιστημονικές εξηγήσεις, ως θα ανέμενε κανείς από έναν εμπειριγνώμονα, ώστε να δικαιολογήσει τις θέσεις του. Οι θεωρητικές προσεγγίσεις του κ. Μενοίκου, επ'ουδενί λόγο δεν μπορούν να είναι ικανές ώστε να ανατρέψουν την εργασία που επιτελέσθηκε από τους λειτουργούς του Κτηματολογίου. Αποτελεί επίσης θέση του ότι κατόπιν μελέτης των χωρομετρικών δεδομένων, διαπίστωσε ότι η πραγματική υφιστάμενη κατάσταση διαφέρει από την θεωρητική. Με βάση την πραγματική υφιστάμενη κατάσταση, δεν υπάρχει συνοριακή διαφορά στο κοινό σύνορο των τεμαχίων. Το σύνορο θα πρέπει να ορισθεί με βάση την υφιστάμενη κατάσταση (τοίχος νεάς πολυκατοικίας) με την συγκατάθεση των μερών. Σε σχέση με τη θέση του αυτή, διαπιστώνω ότι υπάρχει παραδοχή για το γεγονός ότι από μελέτη που προέβη στα χωρομετρικά σχέδια, αυτά διαφέρουν από την πραγματική υφιστάμενη κατάσταση. Δηλαδή, εμμέσως παραδέχεται ότι με βάση τα χωρομετρικά σχέδια και δεδομένα, ο τοίχος του τεμαχίου της Εφεσείουσας αποτελούσε το κοινό σύνορο με το τεμάχιο της Εφεσίβλητης. Επίσης προκύπτει με βάση τα λεγόμενα του, ότι ο διάκενος χώρος που αφέθηκε κενός, εμπίπτει στο σύνορο της Εφεσίβλητης. Επομένως, δεν μπορώ να αντιληφθώ για ποιό λόγο θα πρέπει να υιοθετηθεί η πραγματική υφιστάμενη κατάσταση και όχι η κατάσταση όπως αποτυπώνεται από τα επίσημα χωρομετρικά σχέδια, τα οποία επιβαιώθηκαν και από την νέα χωρομετρική εργασία με την μέθοδο που περιγράφεται στην εκκαλούμενη Απόφαση. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι η υπόδειξη του Τμήματος κατά την επιτόπια εξέταση, μόνο προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει αντί να επιλύσει. Ποιά προβλήματα όμως δημιουργεί και με ποιό τρόπο δεν καθορίζει. Εκφράζει τον προβληματισμό του επίσης ότι το Κτηματολόγιο προτίμησε να αγνοήσει την δική του άποψη για υιοθέτηση της υφιστάμενης κατάστασης και υπέδειξε σύνορα διαφορετικά από αυτήν, ενισχύοντας έτσι την ύπαρξη της συνοριακής διαφοράς. Ο Διευθυντής όμως, έχει καθήκον να εξετάσει και να επιλύσει συνοριακή διαφορά, από τη στιγμή που τέθηκε ενώπιον του τέτοια αίτηση. Και μάλιστα, φαίνεται να διαφεύγει το γεγονός στον κ. Μενοίκου, ότι την αίτηση την έχει υποβάλει η ίδια η Εφεσείουσα και όχι η Εφεσίβλητη. Ο Διευθυντής είχε καθήκον να προβεί σε όλες τις αναγκαίες και δέουσες ενέργειες, όπως άλλωστε έπραξε, προς οριστική επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Και αφού έλαβε υπόψη τα χωρομετρικά σχέδια, την επί τόπου κατάσταση, το επίσημο σχέδιο και αφού έγιναν διάφορες μετρήσεις με νέα χωρομετρική εργασία, κατέληξε στην Απόφαση του. Προς ενίσχυση, περαιτέρω, των θέσεων, δεν διστάζει επίσης να ισχυριστεί το γεγονός ότι αν υιοθετηθούν τα χωρομετρικά δεδομένα ότι είναι απόλυτα, τότε η πολυκατοικία επεμβαίνει στον δρόμο. Με κάθε σεβασμό προς τον κ. Μενοίκου, η θέση του αυτή ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα θέματα και το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Δεν τον αφορά ποιο είναι η θέση της πολυκατοικίας και αν αυτή επεμβαίνει στον δημόσιο δρόμο. Αν οποιοδήποτε πρόσωπο έχει παράπονο για το γεγονός αυτό, συμπεριλαμβανομένου και της Εφεσείουσας, υπάρχουν οι νομικές και θεσμοθετημένες διαδικασίες να εξεταστεί το ζήτημα αυτό και να επιλυθεί. Δεν είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο και δεν είναι θέμα που θα έπρεπε να εξετάσει ο Διευθυντής επιλύοντας την συνοριακή διαφορά που έχει προκύψει. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι εκδόθηκαν οι προβλεπόμενες άδειες ανέγερσης της πολυκατοικίας από όλα τα αρμόδια Τμήματα, διαψεύδει τις θέσεις του κ. Μενοίκου. Εκφεύγει, όμως, η θέση του αυτή, των δικών του αρμοδιοτήτων και των σκοπών του ως εμπειρογνώμονα, που στόχο έχει να βοηθήσει το Δικαστήριο. Όχι μόνο δεν το επιτυγχάνει αυτό, αλλά αντίθετα περιπλέκει την όλη κατάσταση, με σκοπό βεβαίως να βοηθήσει την Εφεσείουσα ως προς το νόμιμο των ισχυρισμών της. Περαιτέρω, καταφεύγει, ελλείψει επιχειρημάτων, σε διάφορα γεγονότα που κατ'ισχυρισμόν του έλαβαν χώρα, ότι δηλαδή η θέση της Εφεσίβλητης πως η υφιστάμενη κατάσταση δεν μπορούσε να υιοθετηθεί και ότι υπάρχει και άλλη γη που εμπίπτει στο τεμάχιο 265, προήλθε μετά από υπόδειξη του Χωρομετρικού Λειτουργού. Πέραν του γεγονότος ότι η θέση του αυτή δεν μπορεί να τεκμηριωθεί από πουθενά και αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, είναι αόριστη και γενική και δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Θα πρόσθετα δε, ότι για να προχωρήσει η Εφεσείουσα σε αίτηση προς το Κτηματολόγιο για επίλυση της συνοριακής διαφοράς, συνάγεται ότι υπήρξε πρόβλημα με την Εφεσίβλητη ως προς τα σύνορα των τεμαχίων τους. Δεν είναι η Εφεσίβλητη που διεκδικεί γη, όπως ο κ. Μενοίκου προσπαθεί να εισηγηθεί, αλλά η ίδια η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι τα εγγεγραμμένα σύνορα του τεμαχίου της βρίσκονται μέχρι το κενό διάκενο. Ούτε και η θέση του, που προέκυψε μετά την επιτόπια εξέταση, ότι η Εφεσίβλητη δεν είχε κανένα δικαίωμα να προχωρήσει με αίτηση για οριζόντιο διαχωρισμό, δεδομένου ότι εκκρεμούσε η επίδικη συνοριακή διαφορά, έχει σχέση με το αντικείμενο της παρούσας αίτησης. Δεν είναι θέματα που άπτονται των αρμοδιοτήτων του. Είναι επιχειρήματα τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με την εμπειρογνωμοσύνη του. Δεν μπορώ να αντιληφθώ την σχετικότητα αυτών με το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης και πώς το γεγονός αυτό επηρέασε ή διαδραμάτισε ρόλο στην Απόφαση του Διευθυντή και ειδικότερα πώς η ενέργεια αυτή της Εφεσίβλητης καταδεικνύει το λανθασμένο της Απόφασης. Εξάλλου, η αιτηση αυτή καταχωρίστηκε μετά την επί τόπου εξέταση, αφού καθορίσθηκαν προσωρινά σύνορα. Ελλείψει επιχειρημάτων, ο κ. Μενοίκου καταφεύγει σε διάφορα άλλα επιχείρηματα, που σε καμία περίπτωση δεν είναι τεχνικά, για να επιχειρηματολογήσει για τις θέσεις του. Ο ίδιος, εξ΄όσων έχω αντιληφθεί, είναι Χωρομέτρης Τοπογράφος και οι πάνω θέσεις του δεν εμπίπτουν εντός των αρμοδιοτήτων του και ουδεμία σχέση έχουν με την εκαλλούμενη Απόφαση. Συνεπώς τις απορρίπτω και θα πρόσθετα ότι οι θέσεις αυτές σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ανατρέψουν την Απόφαση του Διευθυντή. Σε σχέση με το γεγονός ότι διαφωνεί με τις υποδείξεις των λειτουργών του Κτηματολογίου που έγιναν κατά την επιτόπια εξέταση, ο ίδιος δεν εξειδικεύει, όπως θα ανέμενε εύλογα κανείς από ένα εμπειρογνώμονα, με ποιό τρόπο διαφωνεί και πού, ώστε η θέση του να τεκμηριωθεί, αλλά και το τί ο ίδιος εισηγείται ώστε να βοηθήσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί για ποιό λόγο οι εν λόγω υποδείξεις είναι λανθασμένες. Ούτε και ο ίδιος έχει σαφή θέση για το πού κατά την γνώμη του είναι τα εγγεγραμμένα σύνορα των τεμαχίων και δεν εξηγεί επιστημονικά γιατί θα πρέπει να υιοθετηθεί η δική του θέση. Συνοψίζοντας την αρχική του ένορκη δήλωση και τα κατατεθειμένα Τεκμήρια, αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι ο κ. Μενοίκου δεν αναφέρει οτιδήποτε τεχνικά και επιστημονικά τεκμηριωμένο, το οποίο θα ήταν ικανό να ανατρέψει την εκκαλούμενη Απόφαση. Βασικός του ισχυρισμός, όπως συνάγεται, είναι ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί ως εγγεγραμένο σύνορο των δύο επίδικων τεμαχίων η υφιστάμενη κατάσταση, για πρακτικούς λόγους και μόνον, εφόσον η Εφεσίβλητη δεν μπορεί να αξιοποιήσει γη πέραν από αυτή που έχει αξιοποιήσει, θέση η οποία για τους λόγους που έχω εξηγήσει δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επιπρόσθετα ο κ. Μενοίκου, έστω και για πλήρη τεκμηρίωση των θέσεων του, παραλείπει να αναφέρει με ποιό τρόπο η ίδια η Εφεσείουσα μπορεί να αξιοποιήσει την διαφιλονικούμενη γη. Μελετώντας τις σχετικές φωτογραφίες (Τεκμήριο X1, συμπληρωματική ένορκη δήλωση Μενοίκου), πραγματικά αδυνατώ να καταλάβω με ποιο τρόπο η εντολέας του είναι σε καλύτερη θέση από την Εφεσίβλητη να αξιοποιήσει το εν λόγω διάκενο. Πρακτικοί λόγοι δεν είναι ικανοί, κατά τη γνώμη μου, προς ανατροπή της Απόφασης του Διευθυντή. Πόσο μάλλον όταν αυτοί δεν είναι πλήρως και επιστημονικά τεκμηριωμένοι. Στρεφόμενος στη συνέχεια να εξετάσω τα όσα επικαλείται ο κ. Μενοίκου, προς ανατροπή της εκκαλούμενης Απόφασης, μέσω της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης, παρατηρώ τα ακόλουθα: Αποτελεί θέση του κ. Μενοίκου ότι, μετά την επιθεώρηση των φακέλων, διαπίστωσε πως ουδέποτε τέθηκε στο παρελθόν ζήτημα συνοριακής διαφοράς μεταξύ των επίδικων τεμαχίων και ότι αν υπήρχε τέτοιο ζήτημα οι λειτουργοί του Κτηματολογίου θα το εντόπιζαν κατά την οριοθέτηση των τεμαχίων. Επίσης διαπίστωσε ότι ουδέποτε τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα επέμβασης είτε από το τεμάχιο 386 είτε από το τεμάχιο 265. Τα πιο πάνω, καταλήγει, επιβεβαιώνουν τη θέση του ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί η υφιστάμενη κατάσταση ως έχει πλέον δημιουργηθει μετά την ανέγερση της πολυκατοικίας. Σε σχέση με τις πιο πάνω θέσεις του σημειώνω κατ΄αρχάς μία αντιφατικότητα. Ενώ ο ίδιος, στην αρχική του ένορκη δήλωση (βλέπε Τεκμήριο 1), προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η διαφορά που προέκυψε μεταξύ της Εφεσείουσας και της Εφεσίβλητης, από τη στιγμή που δεν υπάρχουν οι συγκαταθέσεις των διαδίκων ώστε να γίνει αποδεκτή η υφιστάμενη κατάσταση, θέση του ήταν ότι η διαφορά τους θα πρέπει να επιλυθεί μέσω της διαδικασίας του άρθρου 58. Ακολούθως, μέσω της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης, σε μία ύστατη προσπάθεια για ανατροπή της εκκαλούμενης Απόφασης, ισχυρίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ζήτημα συνοριακής διαφορά και ουδέποτε θα έπρεπε να τεθεί τέτοιο ζήτημα. Προφανώς η θέση του κ. Μενοίκου μεταβλήθηκε λόγω της μετέπειτα Απόφασης του Διευθυντή, η οποία δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της Εφεσείουσας που δεν ήταν άλλες από την προσάρτηση του διάκενου χώρου το οποίο, ως έχω αναφέρει, δεν έχει τεκμηριωθεί ότι δεν ανήκει εντός του τεμαχίου της Εφεσίβλητης. Παρεμβάλλω εδώ να αναφέρω ότι η οριοθέτηση των συνόρων των ακινήτων, γίνεται μετά από αίτηση των ιδιοκτητών των ακινήτων από Χωρομέτρες του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ή από ιδιώτες Χωρομέτρες με βάση το εν χρήσει Επίσημο Κτηματικό Σχέδιο και τις σχετικές πληροφορίες που υπάρχουν σε έγγραφα του Κτηματολογίου. Όταν όμως αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης, ως η προκειμένη περίπτωση, η διαδικασία της οριοθέτησης αντικαθίσταται από την διαδικασία επίλυσης συνοριακής διαφοράς. Ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ενός ακινήτου, ο οποίος πιστεύει ότι κάποιος ή καποιοι από τους ιδιοκτήτες των συνορευόμενων ακινήτων έχουν μετακινήσει το εγγεγραμμένο σύνορο προς όφελος του δικού του ακινήτου, μπορεί να αποταθεί στον Διευθυντή για επίλυση της συνοριακής διαφοράς που έχει προκύψει (Κυπριακό Δίκαιο Ακίνητης Ιδιοκτησίας, Χρ.Ιωάννου 2014, Σελίδα 63). Συνεπώς προκύπτει ότι κατά την οριοθέτηση των τεμαχίων της Εφεσείουσας και της Εφεσίβλητης και πριν την αίτηση της Εφεσείουσας στο Κτηματολόγιο, για επίλυση της συνοριακής διαφοράς, δεν τέθηκε από την Εφεσείουσα προηγούμενως οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με συνοριακή διαφορά. Αντιθέτως η Εφεσείουσα ήταν σύμφωνη με την υφιστάμενη κατάσταση. Άλλο η οριοθέτηση και άλλο η επίλυση συνοριακής διαφοράς. Η απαίτηση της Εφεσείουσας δημιουργήθηκε αμέσως μετά που παρέμεινε κενό το διάκενο μετά την ανέγερση της πολυκατοικίας. Επιπλέον κάποιες από τις οριοθετήσεις διεκπαιρεώθηκαν πριν την ανάγερση αυτής. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς οι πιο πάνω ισχυρισμοί του κ. Μενοίκου σχετίζονται άμεσα με την Απόφαση του Διευθυντή, και πώς αυτοί αποδεικνύουν το λανθασμένο της Απόφασης του. Θεωρώ ότι ούτε το επιχείρημα του αυτό, όπως και να ιδωθεί, αποτελεί ικανό και ισχυρό λόγο για την ανατροπή της εκκαλούμενης Απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, καθοδηγητική είναι η υπόθεση Μάρκου v. Πασχάλη
(2001)1(B) Α.Α.Δ.
  1. Εκεί ο Εφεσίβλητος υπέβαλε αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ του δικού του ακινήτου και του εφαπτόμενου ακινήτου της Εφεσείουσας. Στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης, κτηματολόγος επισκέφθηκε το μέρος, προέβη σε επιτόπια εξέταση και τοποθέτησε ορόσημα, καθορίζοντας το κοινό σύνορο. Ωστόσο η αίτηση δεν κατέληξε σε απόφαση του Διευθυντή επί της διαφοράς συνόρων, αφού τα μέρη συνομολόγησαν γραπτή συμφωνία επί του προκειμένου, την οποία μάλιστα υπέγραψαν στην παρουσία του κτηματολόγου. Σε κάποια στιγμή φαίνεται να υπαναχώρησε η εφεσείουσα από τα συμφωνηθέντα, με αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος να αποταθεί εκ νέου στον Διευθυντή για επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Στα πλαίσια αυτής της αίτησης, ο Διευθυντής πήρε απόφαση δικαιώνοντας τις θέσεις του εφεσίβλητου. Η εφεσείουσα προφανώς δυσαρεστημένη από την εξέλιξη, καταχώρησε αίτηση/έφεση προβάλλοντας τη θέση, πως ο εφεσίβλητος ενόψει της προηγηθείσας συμφωνίας και των όσων επακολούθησαν, εμποδιζόταν να υποβάλει νέα αίτηση επίλυσης συνοριακής διαφοράς και κατ' επέκταση ο Διευθυντής εμποδιζόταν από του να επιληφθεί εκ νέου της διαφοράς και να πάρει απόφαση. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως και το Εφετείο, μετά από εκτενή νομική ανάλυση του εγερθέντος ζητήματος, απέρριψαν τη θέση της αιτήτριας, υποδεικνύοντας πως τα μέρη δεν μπορούσαν με συμφωνία να αποκλείσουν την υποχρέωση του Διευθυντή να ενεργήσει δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ.
  2. Ο Διευθυντής, επεσήμαναν, όχι μόνο δεν κωλυόταν, αλλά είχε υποχρεωτικό καθήκον (mandatory duty), να επιλύσει τη διαφορά. Στην προκειμένη περίπτωση, η θέση της Εφεσείουσας είναι πολύ πιο αδύνατη από την αντίστοιχη της Εφεσείουσας όπως έχω περιγράψει στην πιο πάνω υπόθεση. Εδώ δεν παρουσιάστηκε καμία γραπτή συμφωνία. Ούτε και υπήρξε απευθείας συμφωνία μεταξύ των μερών. Απλά έγινε αίτηση οριοθέτησης των τεμαχίων τους, που έτσι κι αλλιώς δεν αποτελεί κώλυμα να υποβληθεί αίτηση για συνοριακή διαφορά. Περαιτέρω, στα πλαίσια οριοθέτησης των τεμαχίων, δεν επιλύθηκε οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά της Εφεσείουσας με την Εφεσίβλητη. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός πως κατά τις αιτήσεις που υπέβαλε η Εφεσείουσα και η Εφεσίβλητη για οριοθέτηση των τεμαχίων τους, δεν λήφθηκε καμία απόφαση από τον Διευθυντή, επιλύουσα συνοριακή διαφορά μεταξύ των μερών στη βάση του άρθρου
  3. Αυτό έχει ως επακόλουθο, τα αποτελέσματα της οπιασδήποτε οριοθέτησης να μην αποτελούν κώλυμα στην επίλυση του όλου θέματος από τον Διευθυντή και μάλιστα σε αίτηση που δεν υπέβαλε η Εφεσίβλητη αλλά η ίδια η Εφεσείουσα. Το γεγονός ότι κατά την οριοθέτηση δεν τέθηκε ζήτημα συνοριακής διαφοράς, πρόκειται για ανεξάρτητο ζήτημα και ο Διευθυντής ουδόλως εμποδίζεται να εξετάσει την πιο πάνω διαφορά. Επίσης διαπίστωσε, μετά και πάλι από την επιθεώρηση των σχετικών φακέλων, το λανθασμένο της Απόφασης του Διευθυντή αλλά και την λανθασμένη προσέγγιση του Κτηματολογίου στο υπό εξέταση ζήτημα. Διαπίστωσε ειδικότερα ότι, στο επεξηγηματικό σημείωμα του κ. Μακρυμάλλη (Τεκμήριο Α στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Εφεσίβλητης), το μέγεθος της συνοριακής διαφοράς, όπως υποδείχθηκε από το Τμήμα Χωρομετρίας, δεν υπερβαίνει πουθενά το πλάτος της κοινής μεσοτοιχίας που είναι τα 45 εκατοστά. Αντίθετα, με βάση το σχέδιο που ετοίμασε ο κ. Μακρυμάλλης, το μέγιστο μέγεθος της κοινής μεσοτοιχίας είναι 40 εκατοστά. Kαι αν ακόμη υιοθετηθεί η θέση αυτή του κ. Μενοίκου, δεν μπορώ να αντιληφθώ με ποιό τρόπο, η απειροελάχιστη αυτή διαφορά, μπορεί να οδηγήσει το Δικαστηριο στο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Απόφαση του Διευθυντή είναι λαθασμένη αλλά και ότι αυτή στηρίχθηκε πάνω σε λανθασμένα δεδομένα. Πρόκεται για μια ασήμαντη απόκλιση, η οποία, υπό τις περιστάσεις, δεν θεωρώ ότι είναι ικανή να ανατρέψει την εκκαλούμενη Απόφαση. Περαιτέρω ο κ. Μενοίκου, μέσω της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης, προβάλλει την θέση ότι η χωρομετρική εργασία που έλαβε χώρα και ειδικότερα τα σταθερά σημεία διαφέρουν στην Απόφαση του Διευθυντή από τα χωρομετρικά δεδομένα που παρουσίασε ο κ. Μακρυμάλλης. Το συμπέρασμα του αυτό προέκυψε μετά την εφαρμογή διαφόρων μαθηματικών τύπων τους οποίους καταγράφει με λεπτομέρεια στην συμπληρωματική του ένορκη δήλωση. Το γεγονός αυτό, δηλαδή οι λανθασμένες αυτές μετρήσεις, έδωσε το δικαίωμα στην Εφεσίβλητη να διεκδικεί γη πέραν από αυτήν που έχει δομήσει, εφόσον τα σύνορα του τεμαχίου της μετακινήθηκαν δυτικά κατά 45 εκατοστά και ότι η Εφεσίβλητη έχει δομήσει γη που τα χωρομετρικά δεδομένα δεν της επέτρεπαν. Προκύπτει, δηλαδή, μέσα από την έρευνα του και μέσα από τις διάφορες μετρήσεις του, ότι η Απόφαση του Διευθυντή δεν ταυτίζεται με τα επίσημα χωρομετρικά δεδομένα, τα οποία διαψεύδουν τον Διευθυντή. Περαιτέρω, από τις διάφορες μετρήσεις του, προκύπτει το γεγονός ότι τα σημεία του κ. Μακρυμάλλη, ως έχουν αποτυπωθεί στα σχέδια του, δεν συνάδουν με τα επίσημα χωρομετρικά δεδομένα και η πολυκατοικία επεμβαίνει στον δημόσιο δρόμο κατά 30 εκατοστά. Η τεκμηρίωση των θέσεων του κ. Μενοίκου στηρίζεται αυστηρά σε μαθηματικές πράξεις και μαθηματικούς τύπους που δεν είναι εύκολο να γίνουν κατανοητοί από το Δικαστήριο. Ανεξαρτήτως τούτου, όμως, διαπιστώνω ότι οι ισχυρισμοί του αυτοί και πάλι δεν δικαιολογούνται επαρκώς και δεν είναι ικανοί που να ανατρέπουν την όλη χωρομετρική εργασία που επιτελέσθηκε. Οι πιο πάνω χωρομετρικές εργασίες, στις οποίες παραπέμπει ο κ. Μενοίκου, λήφθηκαν υπόψη από τον Διευθυντή ώστε η χωρομετρική εργασία που αποδόθηκε στο έδαφος να ταυτίζεται με το εν χρήσει σχέδιο με όλες τις απαραίτητες αναλογίες. Δεν έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι υπήρξε λάνθασμένη εφαρμογή των χωρομετρικών δεδομένων από τον Διευθυντή. Ούτε και επί τόπου τα μέρη διαφώνησαν με τα ορόσημα που είχαν τοποθετηθεί. Ούτε ο κ. Μενοίκου με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία δεν παρουσίασε οποιαδήποτε χωρομετρική εργασία, πέραν των μαθηματικών του τύπων, για να αποδείξει τα όσα ισχυρίζεται. Οι μαθηματικοί τύποι που εφάρμοσε δεν αποτελούν χωρομετρική εργασία ανάλογης βαρύτητας που να μπορούν να ανατρέψουν την Απόφαση του Διευθυντή. Στην υπόθεση Δ. Παπαχρυσοστόμου v.
  4. Χρίστου Παπασταύρου κ.α.
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 546, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η εισήγηση αυτή ετέθη και πρωτοδίκως και απαντήθηκε με αναφορά στο ότι το βάρος απόδειξης ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν ήταν ορθή έφερε ο Εφεσείων (ίδε και Kafieros v. Theocharous
(1978)1 C.L.R. 619) και ότι το βάρος αυτό δεν απεσείσθη. Και τούτο διότι το Δικαστήριο αφ΄ ενός μεν απεδέχθη τη μαρτυρία του Λιάτσου και την ορθότητα της εργασίας που διεξήγαγε αφ΄ ετέρου δε ο Εφεσείων δεν παρουσίασε μαρτυρία που να καταδείκνυε ότι η εργασία την οποία διεξήγαγε ο Λιάτσος ήταν εσφαλμένη. Η παρουσίαση της υπόθεσης του είχε την εγγενή αδυναμία ότι η πλευρά του δεν παρουσίασε χωρομετρική εργασία που να καταδεικνύει πως η γενόμενη, δια τον διευθυντή, από τον Α. Λιάτσο περιείχε σφάλμα. Επιχείρησε ουσιαστικά να πολεμήσει την υπόθεση του προσφέροντας μαρτυρία για συγκεκριμένη μέτρηση που διαφέρει από την κατάληξη του Α. Λιάτσου, δεν έπεισε όμως η μαρτυρία των μαρτύρων του πως αυτοί είχαν υπολογίσει ορθά την απόσταση και όχι ο μάρτυρας Α. Λιάτσος που και έμπειρος και ειλικρινής, το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι ήταν, και προέβηκε στη σχετική μέτρηση επί του αρχικού κτηματικού σχεδίου με τον ενδεδειγμένο τρόπο μέτρησης με χάρακα τόσο σε μέτρα όσο και σε πόδια."». (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Αντίθετα, τόσο ο Διευθυντής, μέσω της Απόφασης του, όσο και ο κ. Μακρυμάλλης, μέσω του επεξηγηματικού σημειώματος του, έδωσαν πλήρη εξήγηση ως προς την εκτελεσθείσα εργασία που διεξήγαγαν οι λειτουργοί για να προβούν στις ενδεικνυόμενες μετρήσεις. Η όλη δε προσπάθεια του κ.Μενοίκου στην ουσία, όπως και φαίνεται και από τα όσα πιο πάνω αναφέρονται, δεν ήταν να πείσει ότι το σύνορο δεν συνάδει με βάση το εν χρήσει σχέδιο, αλλά να πείσει ότι το σύνορο λανθασμένα τοποθετήθηκε με βάση λανθασμένα χωρομετρικά δεδομένα που εφαρμόσθηκαν. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα και στην απουσία οποιουδήποτε λόγου που να καθιστά λανθασμένη ή ανακριβή την απόφαση του χωρομέτρη και την εφαρμογή αυτής στην Απόφαση του Διευθυντή, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για ακύρωση της Απόφασης, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται μέσα από την Απόφαση αλλά και από τα όσα ο κ. Μακρυμάλλης αναφέρει στο επεξηγηματικό του σημείωμα. Ο κ. Μενοίκου δεν παρουσίασε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία, πέραν κάποιων μαθηματικών τύπων που δεν υποβοηθούν ιδιαίτερα το Δικαστήριο και που προπαντός δεν τεκμηριώνουν ότι χρησιμοποιήθηκαν λανθασμένα χωρομετρικά δεδομένα, που να καταδεικνύει το λανθασμένο των εν λόγω μετρήσεων και της μεθοδολογίας που χρησιμοποιήθηκε. Η αναφορά του κ. Μενοίκου σε μαθηματικά λάθη και πράξεις για να καταδείξει το λανθασμένο της Απόφασης, χωρίς να καθορίζει με ακρίβεια ποιό θα πρέπει να είναι το εγγεγραμμένο σύνορο, πέραν της ήδη εκφρασθείσας θέσης του ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί η υφιστάμενη κατάσταση που ήδη έχει απαντηθεί από το Δικαστήριο, και χωρίς να υπάρχει η δική του θέση επί του εγγεργαμμένου συνόρου, δεν επαρκεί να ανατρέψει, με τα δεδομένα αυτά, την Απόφαση του Διευθυντή. Θεωρώ επομένως ότι ο κ. Μενοίκου ουδεμία τεκμηριωμένη αναφορά κάνει στην συμπληρωματική του ένορκη δήλωση γιατί ο Διευθυντής στηρίχθηκε πάνω σε λανθασμένα χωρομετρικά δεδομένα. Η χωρομετρική εργασία του κ. Μακρυμάλλη πηγάζει από επιτόπια εξέταση και στηρίζεται από το εν χρήσει επίσημο κτηματικό σχέδιο και από πληροφορίες που έλαβε από τα χωρομετρικά βιβλία του Τμήματος στο οποίο εργάζεται. Με αυτόν τον τρόπο και σε συνδυασμό με διάφορες μετρήσεις και έρευνες που έγιναν από τον ίδιο, καθορίσθηκαν τα εγγεγραμμένα σύνορα. Από την άλλη, ο κ. Μενοίκου προβαίνει σε μαθηματικές πράξεις, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες που είναι καταχωρημένες στο βιβλίο του Τμήματος. Δεν προέβη ο ίδιος σε οποιαδήποτε χωρομετρική εργασία την οποία και παρουσίασε στο Δικαστήριο. Απλώς προσπαθεί με βάση τα όσα ανάφερε ο κ. Μακρυμάλλης να εντοπίσει λάθη για να δικαιολογήσει τις θέσεις του. Οι θέσεις του και η εργασία του περαιτέρω δεν στηρίζεται στη λήψη επίσημων στοιχείων από το χωρομετρικό βιβλίο και επίσημο αρχείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Χωρίς να δίδει οποιεσδήποτε εξηγήσεις, χωρίς να παραθέτει τις μετρήσεις που έλαβε (αν έλαβε), χωρίς καν να αναφέρει κατά πόσο ο ίδιος προέβηκε σε μετρήσεις και με ποιά όργανα μέτρησης τις έλαβε, ο κ. Μενοίκου απλά καταλήγει λεκτικά στο ότι οι ο Διευθυντής στηρίχθηκε σε λανθασμένα χωρομετρικά δεδομένα τα οποία διαφέρουν από το επίσημο εν χρήσει σχέδιο. Η δε εργασία του δεν ελέγχθηκε από κανέναν, σε αντίθεση με τη χωρομετρική εργασία του κ. Μαυρομάλλη, η οποία ελέγχθηκε από τον Κλάδο Χαρτογραφίας και θεωρήθηκε απόλυτα ορθή. Αντίθετα, όπως συνάγεται από την Απόφαση, οι λειτουργοί του Κτηματολογίου προέβησαν σε διάφορες μετρήσεις με το GPS καθώς εφάρμοσαν και το πρόγραμμα Liscard. Ούτε και αναφέρει ο κ. Μενοίκου κατά πόσο προς επίτευξη του σκοπού του χρησιμοποίησε σταθερά σημεία. Συνεπώς, η μαρτυρία του δεν φαίνεται να πηγάζει μέσα από αξιόπιστα στοιχεία και δεδομένα, ενώ παράλληλα δεν παραθέτει τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και ούτε τα τεχνικά ευρήματα και τα αποτελέσματα της εργασίας του, τα οποία αν εκτίθονταν θα δικαιολογούσαν ή όχι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε και για το οποίο παρεμπιπτόντως τελικά ουδεμία εξήγηση δίδει στο πώς κατέληξε. Τα δε τεκμήρια που κατέθεσε, δεν αλλάζουν την εικόνα που έχω αποκομίσει. Επικεντρώθηκε σε αριθμούς και μαθηματικές πράξεις για να καταδείξει το γεγονός ότι ο Διευθυντής, εκδίδοντας την Απόφαση του, βασίσθηκε σε λανθασμένα στοιχεία. Όμως ο Διευθυντής στηρίχθηκε τόσο σε προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες, όπου αποτυπώθηκαν επί τόπου καταστάσεις που αποτελούν ή σχετίζονται με τα σύνορα και συσχέτισε αρμονικά τις καταστάσεις αυτές με το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των κτημάτων. Με βάση τα πιο πανω, υιοθετήθηκαν σταθερά σημεία για να καθορισθούν τα εγγεγραμμένα σύνορα. Ενόψει των πιο πάνω, δεν έχει καταδειχθεί ότι η χωρομετρική εργασία του Κτηματολογίου είναι λανθασμένη. Επί των πιο πάνω θέσεων αναφέρω ότι σε υποθέσεις που αφορούν συνοριακή διαφορά, εκείνο που το Δικαστήριο ουσιαστικά εξετάζει είναι κατά πόσο έχει καταδειχθεί από τον Αιτητή ότι η επί τόπου χωρομετρική εργασία και ο έλεγχος της δεν έγιναν ορθά (Πίτσα Γεωργίου Είκοσι κ.α. v. Βύρωνα Αργυρού Αργυρίδη
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1859). Στην εν λόγω απόφαση λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα τούτου, σε σχέση με τα δύο κτήματα, καμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε που να θέτει υπό αμφισβήτηση τη Χωρομετρία του 1932, έστω και αν το συγκεκριμένο θέμα δεν ήταν επίδικο σ' εκείνη τη διαδικασία, δυνάμει των Άρθρων 58 και 80. Ακόμα και ο Τοπογράφος-Μηχανικός κ. Δ. Μακρυγιάννης (Μ.Ε.2), ο οποίος κατάθεσε για λογαριασμό των Εφεσειουσών, δεν διαφώνησε ούτε με την ακρίβεια των μετρήσεων του Κτηματολογίου, ούτε με τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν όπως για παράδειγμα την επαλήθευση που έγινε με τη χρήση του δορυφορικού συστήματος GPS, το οποίο, όπως είχε αναφερθεί, είχε υψηλό ποσοστό ακρίβειας. Ως προς τη Χωρομετρία, ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν διαφώνησε «καμιά φορά με το Κτηματολόγιο για την οριοθέτηση του 1932». Το Κτηματολόγιο για επίλυση της συνοριακής διαφοράς δυνάμει του Άρθρου 58, όφειλε να εφαρμόσει το εν χρήσει επίσημο σχέδιο. Αν οι Αιτήτριες θεωρούσαν ότι τα εν χρήσει σχέδια που στηρίζονταν στη Χωρομετρία του 1932 ήταν εσφαλμένα, τότε θα έπρεπε να προβούν σε διαβήματα π.χ. δυνάμει του Άρθρου 61, ώστε αφού εντοπιστεί το λάθος και διορθωθεί, τότε να υποβάλουν την αίτηση τους για συνοριακή διαφορά, δυνάμει του Άρθρου 58 .Στην προκειμένη περίπτωση ισχύει η κυρίως πρόνοια του Άρθρου 50 εφ' όσον και τα δύο ακίνητα ήσαν εγγεγραμμένα και συσχετιζόμενα προς το κτηματολογικό σχέδιο. Ως εκ τούτου, η έκταση κάθε κτήματος ήταν εκείνη η οποία καθορίζετο από το σχέδιο. Ορθώς λοιπόν ο Διευθυντής είχε βασισθεί στο σχέδιο, δυνάμει του Άρθρου 50, για να αποφασίσει.» Σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι η πλευρά της Εφεσείουσας δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο, όπως συνάγεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, τις προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες πάνω στις οποίες στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, η νέα χωρομετρική εργασία βάσει της οποίας εκδόθηκε η Απόφαση του Διευθυντή. Συνεπακόλουθα, δεν αποδέχομαι την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Μενοίκου ως ορθή και αξιόπιστη, αφού από αυτήν απουσιάζουν τα τα πιο πάνω στοιχεία. Αντίθετα, τα όσα αναφέρει ο κ. Μακρυμάλλης, σε συνάρτηση πάντοτε βεβαίως με την αιτιολογία της εκαλλούμενης Απόφασης δικαιολογεί την ορθότητα των διαπιστώσεων της. Αξιοσημείωτο είναι ακόμη το γεγονός ότι η όλη εργασία που διεξήχθη στα πλαίσια επίλυσης της συνοριακής διαφοράς, πραγματοποιήθηκε με βάση τα επίσημα εγγεγραμμένα εμβαδά των επιδίκων ακινήτων, τα οποία παρέμειναν και παραμένουν αναλλοίωτα. Με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα και ελλείψει οποιουδήποτε στοιχείου περί του αντιθέτου, δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω την νομιμότητα αλλά και ορθότητα της Απόφασης του Διευθυντή. Ο Διευθυντής, ορθά και ως όφειλε, μετέφερε, μέσω των μετρήσεων του (Ρωσσίδου ν. Κυπριανού κ.α. (ανωτέρω), Ε.Κ. Κατέκος Λτδ ν. Δ/ντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομτρίας κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 256, Προκοπίου ν. Ryan κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1982 και Ανδρέας Ιωάννου Χριστοδούλου Χαρίτου κ.α. ν. Αναστασία Κυριάκου Σάββα κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 2535), το εν λόγω σχέδιο επί τόπου και καθόρισε τα προκύπτοντα σύνορα, τα οποία και καθόρισαν και την έκβαση της συνοριακής διαφοράς. Στην υπόθεση Παναγιώτης Ηρακλή Κωμοδρόμου v. Όλγας Χριστάκη Κόκου, Πολ. Έφεση Αρ. 293/2007, ημερομηνίας 18/7/2013, αναφέρθηκε ότι ο Διευθυντής έχει επιτακτική υποχρέωση να επιλύσει μια συνοριακή διαφορά υπό το φως του διαθέσιμου υλικού και των μητρώων του Κτηματολογίου. Και αυτό έπραξε ο Διευθυντής με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα. Περαιτέρω, ο κ. Μενοίκου, δεν μπορεί από τη μιά να επικαλείται το εν χρήσει σχέδιο (όπου παραπέμπει το Δικαστήριο στο επίσημο κτηματικό σχέδιο του 2008 για να τεκμηριώσει τη θέση του ότι το κοινό σύνορο των επίδικων τεμαχίων ήταν ο πετρόκτιστος τοίχος της Εφεσίβλητης) προκειμένου να με πείσει για το εσφαλμένο της χωρομετρικής εργασίας που οδήγησε στην επίλυση της συνοριακής διαφοράς, και από την άλλη, να αμφισβητεί και πάλιν την ορθότητα του εν χρήσει σχεδίου, γεγονός το οποίο αποτελεί ασφαλώς αντίφαση και όχι μόνο. Πολύ σημαντικό κατά τη γνώμη μου, αποτελεί και το γεγονός ότι ο ίδιος ο κ.Μενοίκου δεν εισηγείται οποιαδήποτε συγκεκριμένη ορθή θέση του συνόρου την οποία θεωρεί αδύνατη. Μέσα από την όλη μαρτυρία που παρέθεσε η ίδια η Εφεσείουσα, αλλά ειδικότερα ο κ. Μενοίκου δεν εισηγείται βάση των κτηματολογικών και χωρομετρικών στοιχείων μια άλλη συγκεκριμένη θέση του συνόρου. Ούτε και παρουσιάσθηκε οποοδήποτε άλλο σχέδιο από τον κ. Μενοίκου, που να εισηγείται κάτι άλλο, παρά προσπάθησε, ανεπιτυχώς κατά την κρίση μου, να εντοπίσει λάθη και παραλείψεις του Κτηματολογίου με σκοπό να πλήξει την Απόφαση του Διευθυντή. Στο σημείο αυτό δεν παραβλέπω το γεγονός ότι τα όσα ο κ. Μενοίκου παρουσίασε μέσω της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης, έχουν παραμείνει αναπάντητα από το Κτηματολόγιο. Ουδέποτε έχει επιδοθεί η συμπληρωματική του ένορκη δήλωση στο Κτηματολόγιο, ώστε να θέσει αν επιθυμεί τις απόψεις του τεκμηριωμένα και με επιστημονικό τρόπο, κατά παράβαση του Κανονισμού 5
(3)[2] των Κανονισμών του 1956. Θεωρώ ότι η Εφεσείουσα με βάση τον πιο πάνω Κανονισμό είχε υποχρεώση να επιδώσει και την εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό του κ. Μενοίκου, ότι το διαφιλονικούμενο μέρος είναι μικρό που καθιστά έτσι τη συνοριακή διαφορά αμελητέα, παρόλο που μπορεί να μην απέχει από την πραγματικότητα, εντούτοις δεν παύει από του να αποτελεί συνοριακή διαφορά την οποία ο Διευθυντής, με βάση το άρθρο 58 του Κεφ. 224, είναι υποχρεωμένος να εξετάσει και επιλύσει με την έκδοση της Απόφασης του (Pitsillides and another v. Nasif and another
(1982)1 C.L.R. 426). Ο Διευθυντής είχε υποχρέωση να εξετάσει την αίτηση για επίλυση της συνοριακής διαφορά, μετά από αίτηση που η ίδια η Εφεσείουσα υπέβαλε, ασχέτως της έκτασης της. Βεβαίως όμως η θέση αυτή του κ. Μενοίκου έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την αίτηση που η εντολέας του κατέθεσε στο Κτηματολόγιο προς επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Περαιτέρω ο κ. Μενοίκου καταλήγει στο συμπέρασμα και πάλι μέσω της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης ότι δεν λήφθηκε υπόψη η επί τόπου κατάσταση των τεμαχίων, χωρίς όμως να επεξηγεί γιατί ήταν λανθασμένες όλες οι προηγούμενες χωρομετρικές έρευνες του Κτηματολογίου που στηρίζονταν σε μετρήσεις και σε εν χρήσει σχέδια του Κκτηματολογίου. Τα όσα η ίδια η Εφεσείουσα και ο ίδιος επικαλούνται, ότι δηλαδή η Εφεσίβλητη δεν μπορεί να αξιοποιήσει την γη της δική της που ανήκει στο δικό της τεμάχιο, δεν είναι αρκετά για να ανατρέψουν τα εν χρήσει σχέδια και όλες τις υπόλοιπες μετρήσεις στις οποίες προέβη το Κτηματολόγιο με τη χρήση αριθμητικών δεδομένων, παλαιότερες χωρομετρικές μετρήσεις και βιβλία, καθώς και έρευνα μετά από την επί τόπου κατάσταση. Στην υπόθεση Χαρίτου Ανδρέας Ιωάννου Χριστοδούλου και Άλλοι v. Αναστασίας Κυριάκου Σάββα και Άλλων (ανωτέρω), λέχθηκε ότι: «Η επίδικη απόφαση του Διευθυντή συνάδει με την ορθότητα της διεξαχθείσας κτηματολογικής εργασίας που είχε ως έρεισμα τα εν χρήσει σχέδια τα οποία καθορίζουν τα πραγματικά σύνορα των τεμαχίων στα οποία αφορούσε η συνοριακή διαφορά (βλ.Ρωσσίδου ν. Κυπριανού κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1695 και Ε.Κ. Κατέκος Λτδ ν. Δ/ντή Τμημ. Κτηματ. & Χωρομετρίας κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 256.) Ενόψει των πιο πάνω, θεωρούμε ότι οι εφεσείοντες οι οποίοι είχαν το βάρος απόδειξης ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη απέτυχαν να αποδείξουν με θετική μαρτυρία την εκδοχή τους. Θεωρούμε επίσης ότι δεν συντρέχει λόγος που μπορεί να δικαιολογήσει επέμβαση προς ανατροπή των ευρημάτων του πρωτόδικου δικαστηρίου που κυρίως είχαν ως έρεισμα τα εν χρήσει σχέδια του Κτηματολογίου και τη μαρτυρία των εφεσιβλήτων που κρίθηκε αξιόπιστη. Βλ. Πελεκάνου ν. Πελεκάνου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 912». Ανάλογη αναφορά γίνεται και στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Προκοπίου ν. Ryan κ.ά (ανωτέρω), στην οποία προστίθεται ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης λάθους στην Απόφαση του Διευθυντή βρίσκεται στον αιτητή, ως επίσης και ότι η κτηματολογική εργασία είναι εξειδικευμένη και ότι αμφισβήτησή της μπορεί να γίνει με παρουσίαση αναλόγου βαρύτητας πραγματογνωμοσύνης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, οι θέσεις τόσο της Εφεσείουσας όσο και του κ. Μενοίκου απορρίπτονται. Δεν έχει καταδειχθεί από την Εφεσείουσα, η οποία έχει το βάρος απόδειξης στους ώμους της, ότι η Απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη και ότι στηρίχθηκε σε λανθασμένα δεδομένα. Συνεπακόλουθα, οι Λόγοι Έφεσης 1,3,4,7,8, 11 και 12 απορρίπτονται. Σε σχέση με τον 10ο λόγο έφεσης, ότι τυχόν εφαρμογή της Απόφασης του Διευθυντή θα προκαλέσει στην Εφεσείουσα τεράστια ζημιά, διαπιστώνω ότι η Εφεσείουσα δεν εξειδικέυει ακριβώς την ζημιά που θα υποστεί. Πέραν τούτου, η ζημιά αυτή δεν αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας της Απόφασης του Διευθυντή. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορώ να αντιληφθώ τη ζημιά που θα υποστεί η Εφεσείουσα από την Απόφαση του Διευθυντή. Όπως προκύπτει, ο Διευθυντής με βάση την Απόφαση του, επιλύοντας τη συνοριακή διαφορά απέδωσε στην Εφεσείουσα περίπου 20 εκατοστά από το διαφιλονικούμενο μέρος. Συνεπώς ούτε και ο 10ος λόγος Έφεσης ευσταθεί. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Εφεσείουσας ότι από την Απόφαση έχουν επηρεαστεί τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα, αναφέρω ότι η διεκδίκηση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του αρμοδίου δικαστηρίου και όχι του Διευθυντή. Προωθείται δε αποκλειστικά με πολιτική αγωγή (Κραμβιάς κ.α v. Θεοδοσίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 267, Αλκιβιάδου κ.α v. Κωνσταντίνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2153). Εδώ, ωστόσο, δεν έχουμε να κάνουμε με τη ρύθμιση και τον επηρεασμό ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, αλλά με την επίλυση συνοριακής διαφοράς. Αν οι ισχυρισμοί της Εφεσείουσας είναι ότι με την ανέγερση της πολυκατοικίας υπάρχει επέμβαση στο τεμάχιο της από την Εφεσίβλητη, είναι θέμα που θα αποφανθούν και ρυθμίσουν τα πολιτικά Δικαστήρια σε μία μελλοντική αγωγή που ενδεχομένως θα εγερθεί από αυτήν. Ανατρέχοντας επίσης στα αιτητικά Γ, Δ και Ε, θεωρώ ότι οι αιτούμενες θεραπείες εκφεύγουν του δικαιοδοτικού πλαισίου και αντικειμένου της παρούσας διαδικασίας, που είναι η ανατροπή της εκκαλούμενης Απόφασης του Διευθυντή. Επί της ουσίας, μέσα από τα αιτητικά αυτά, η Εφεσείουσα ζητά διόρθωση του τίτλου της, καθώς και αύξηση του εμβαδού του τεμαχίου της, με την προσάρτηση της διαφιλονικούμενης λωρίδας, που δεν μπορεί να δοθεί μέσω της διαδικασίας του Άρθρου 58, αλλά τέτοια θεραπεία μπορεί να δοθεί, εφόσον αφορά διεκδίκηση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, μόνο μέσα στα πλαίσια πολιτικής αγωγής και όχι στα πλαίσια Αίτησης-Έφεσης. Η επίλυση συνοριακής διαφοράς δεν αλλοιώνει και δεν αφαιρεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα από τα εμπλεκόμενα μέρη. Απλώς αποσαφηνίζει και αποκρυσταλλώνει το υφιστάμενο, βάσει της εγγραφής και του σχεδίου, σύνορο. Στρεφόμενος στον 3ο λόγο έφεσης, ότι η Απόφαση του Διευθυντή δεν είναι αιτιολογημένη, σημειώνω τα ακόλουθα: Ο λόγος αυτός, αν και έχει εγκαταλειφθεί, αφού δεν αναπτύχθηκε καθόλου από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εφεσείουσας στο πλαίσιο των αγορεύσεων του, εντούτοις είναι εντελώς αβάσιμος, αστήριχτος και ατεκμηρίωτος. Και εξηγώ: Ο Κανονισμός 6 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 προβλέπει τα ακόλουθα: «6.
(1)The Director shall, when so requested by a person aggrieved by any order, notice or decision of the Director made or given under the provisions of the Law who signifies his intention to appeal against such order, notice or decision, furnish such person with a statement of his reasons thereof, which statement shall be filed with the Registrar together with the summons". Η αναγκαιότητα για αιτιολόγηση της Απόφασης του Διευθυντή επιβάλλεται από την ίδια τη φύση της διαδικασίας αλλά και από το λεκτικό του Κανονισμού 6
(1). Στην υπόθεση Γεωργίου v. Χ"Φεσσά
(1970)1 Α.Α.Δ. 58, έχει υποδειχθεί ότι ο υπάλληλος του Κτηματολογίου ενεργεί υπό οιονεί δικαστική ιδιότητα (quasi judicial capacity). Επομένως οι αποφάσεις του πρέπει να είναι αιτιολογημένες με τοΝ τρόπο που επίσης πρέπει να είναι αιτιολογημένες οι αποφάσεις των Δικαστηρίων. Η ανάγκη για αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων εδράζεται όχι μόνο στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, αλλά όπως έχει υποδειχθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ουσιώδης και για τα συμφέροντα της δικαιοσύνης (Πέτσας v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 84). Απλή ανάγνωση του περιεχόμενου της εκκαλούμενης Απόφασης καταδεικνύει ότι αυτή περικλείει όλα τα αναγκαία στοιχεία που την καθιστούν απόλυτα ορθή και πλήρως αιτιολογημένη και οποιοσδήποτε αντίθετος ισχυρισμός απορρίπτεται. Παραπονιέται η Εφεσείουσα επίσης με τον 6ο λόγο έφεσης ότι ο Διευθυντής παρέλειψε να αποστείλει με συστημένο ταχυδρομείο τις ειδοποιήσεις που προβλέποντο από το άρθρο 58. Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι σύμφωνα με το άρθρο 58
(1)του Νόμου, Κεφ.224, απαιτείται, για σκοπούς έγκυρης και έγκαιρης ενημέρωσης των ενδιαφερομένων μερών εκ μέρους του Διευθυντή, αναφορικά με την πρόθεσή του να επιλύσει συνοριακή διαφορά, να τους δώσει ειδοποίηση, τουλάχιστον 14 μέρες προηγουμένως. Με την ειδοποίηση αυτή, τους πληροφορεί για τον χρόνο κατά τον οποίο θα γίνει η επιτόπια εξέταση για σκοπούς επίλυσης της διαφοράς. Εάν αυτό συμβεί, το γεγονός ότι οποιοδήποτε από τα ενδιαφερόμενα μέρη απουσιάζει κατά τη διεξαγωγή της επιτόπιας εξέτασης, δεν εμποδίζει τον Διευθυντή να αποφασίσει επί της συνοριακής διαφοράς (εδάφιο 2 του άρθρου 58 του Νόμου, Κεφ. 224). Η Εφεσείουσα, με τα όσα παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, απέτυχε να αποδείξει, ως όφειλε, τον υπό αναφορά λόγο ακύρωσης της επίδικης απόφασης. Προκύπτει, από τα ενώπιον μου δεδομένα και με πειστικό τρόπο, ότι ο Διευθυντής, όχι μόνο την ενημέρωσε δεόντως για τη μέρα διεξαγωγής της επιτόπιας εξέτασης, αλλά και ότι αυτή παρευρέθηκε σ' αυτή. Παραπέμπω ενδεικτικά στο περιεχόμενο της Απόφασης, όπου στο Τεκμήριο Δ.1 περιέχεται απόδειξη της συστημένης επιστολής που αποστάληκε στην Εφεσείουσα. Προκύπτει, περαιτέρω, ότι από την ειδοποίηση του Διευθυντή (Παράρτημα Α της Αίτησης-Έφεσης), ότι πριν την επιτόπια εξέταση αποστάλησαν με ασφαλισμένο ταχυδρομείο οι σχετικές προειδοποιήσεις. Επίσης από την παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης της Εφεσείουσας, η ίδια παραδέχεται εξάλλου ότι αποστάληκε από τον Διευθυντή σχετική ειδοποίηση τόσο στην ίδια όσο και στην Εφεσίβλητη, να παρευρεθούν στην επιτόπια εξέταση. Η ίδια, επίσης, παραδέχεται ότι ήταν παρούσα κατά την επιτόπια εξέταση με σκοπό να διαφυλάξει τα συμφέροντα της. Επομένως, ο ισχυρισμός της Εφεσείουσας καταρρίπτεται πλήρως με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα γεγονότα. Αδυνατώ επομένως να εντοπίσω το ο,τιδήποτε από τα ενώπιον μου στοιχεία το οποίο θα έδιδε έρεισμα στην Εφεσείουσα για προβολή αυτής της θέσης. Έπεται ότι και αυτός ο λόγος Έφεσης απορρίπτεται. Σε σχέση με τον 9ο λόγο έφεσης, ότι μεσολάβησαν δύο χρόνια από την επί τόπου εξέταση μέχρι την έκδοση της Απόφασης του Διευθυντή, γεγονός που καταδεικνύει και την ανεπάρκεια της, σημειώνω τα ακόλουθα: Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι η επί τόπου εξέταση διενεργήθηκε στις 4/4/12, ενώ η ειδοποίηση της Απόφασης του Διευθυντή εκδόθηκε στις 31/3/2014. Προκύπτει δηλαδή ότι έχουν παρέλθει δύο σχεδόν χρόνια. Ισχυρίζεται η Εφεσείουσα ότι η καθυστέρηση αυτή δεικνύει την ανεπάρκεια της Απόφασης. Ο ισχυρισμός της, με κάθε σεβασμό, είναι αόριστος και γενικός και δεν εξειδικεύει για ποιό λόγο το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα διαδραμάτισε ρόλο στο να είναι ανεπαρκής η Απόφαση. Στην απουσία ειδικών λόγων που να συνδέουν την καθυστέρηση με την ανεπάρκεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα. Εξάλλου, η Εφεσείουσα δεν ισχυρίστηκε ότι από την καθυστέρηση της έκδοσης της Απόφασης υπέστη οποιαδήποτε ζημιά ή επηρεάστηκαν με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της. Στην υπόθεση Κουντουρίδης Λτδ ν. Awadalla κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 852, η καθυστέρηση στην έκδοση απόφασης ήταν περίπου 15 μηνών και το Εφετείο έκρινε ότι, στην περίπτωση εκείνη, δεν είχε επηρεάσει την τελική ετυμηγορία του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Λουκαϊδης ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 22, η καθυστέρηση ήταν περίπου 16 μηνών και το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι και πάλι η καθυστέρηση δεν έιχε προκαλέσει αδικία στον εφεσείοντα. Τέλος, στην υπόθεση Andrei Pechtchanske v. Raide M. Keogh
(2013)1 Α.Α.Δ. 978, στην οποία υπήρξε καθυστέρηση 26 μηνών στην έκοδση επιφυλαχθείσας απόφασης, επισημάνθηκε το γεγονός ότι παρά το ότι η καθυστέρηση δε δικαιολογείτο, κρίθηκε ότι αυτό δε δικαιολογούσε την ακύρωση της απόφασης, έχοντας υπόψη ότι από την ίδια την απόφαση η καθυστέρηση δεν επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου και την απονομή της δικαιοσύνης. Με βάση τις πιο πάνω αρχές, η Εφεσείουσα δεν παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως όφειλε, ότι η καθυστέρηση αυτή συνέβαλε ή επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο την Απόφαση του Διευθυντή. Συνεπώς, απορρίπτεται και ο 9ος λόγος Έφεσης. Ενόψει της απόρριψης όλων των λόγων έφεσης, οποιδήποτε εξέταση των λόγων ένστασης της Εφεσίβλητης, όσων δεν καλύπτονται βεβαίως από το πιο πάνω σκεπτικό του Δικαστηρίου, παρέλκει. Για τους λόγους που έχω αναφέρει, είμαι της άποψης ότι τα όσα έχουν προσκομισθεί από πλευράς Εφεσείουσας δεν μπορούν να ανατρέψουν την Απόφαση του Διευθυντή. Η Απόφαση είναι καθ' όλα ορθή, νόμιμη, δικαιολογημένη και πλήρως τεκμηριωμένη. Παρά το γεγονός ότι η Εφεσείουσα είχε το απόλυτο βάρος να αποδείξει το εσφαλμένο της Απόφασης του Διευθυντή, εν τούτοις δεν το απέσεισε, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη μου είναι ότι η παρούσα Αίτηση δεν δύναται να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης-καθ'ής η Αίτηση και εναντίον της Εφεσείουσας-Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογισθούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] « 6.-
(2)Where an office copy of the summons (Form 2) is served on the Director under the provisions of Rule 5, he shall, within fourteen days after the date of such service, file with the Registrar a statement of the reasons for the order, notice or decision appealed against, unless he shall have previously supplied such statement to the person aggrieved under the provisions of paragraph
(1)of this rule: Provided that the Director may, within the aforesaid period of fourteen days, apply to the Court ex parte for an extension of time, and shall forthwith give notice of any extension allowed by the Court to all parties to the proceedings". [2] Proceedings by summons 5.-
(1)Except as hereinbefore in these Rules or by Law otherwise expressed, all appeals and apllicatios to the Court under the Law shall be made by summons in Form 2, with such variations as circumstances may require, and shall be supported by affidavit or affidavits of the facts relied upon, and filed with the Registrar together with a copy of the Director's order, notice or decision appealed against.
(2)All interested parties shall be joined as parties to the proceedings: Provided that, unless otherwise directed by the Court, the Director shall not be joined as a party except in proceedings under sections 41, 43, 58, 59, 68, 69 and 69A of the Law.
(3)Where the Director is not a party to the proceedings, the applicant shall, nevertheless, cause an office copy of the summons (Form 2) to be served on him. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.