← Κύπρος

Κωνσταντίνος Γ. Λόρδος ν. Γεωργία Πιερή, Αρ. Αγωγής: 670/2016, 13/3/2018

Κωνσταντίνος Γ. Λόρδος ν. Γεωργία Πιερή, Αρ. Αγωγής: 670/2016, 13/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 670/2016 Μεταξύ: Κωνσταντίνος Γ. Λόρδος Ενάγοντας -και- Γεωργία Πιερή Εναγόμενη Ημερομηνία: 13 / 03 /

  1. Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη-Αιτήτρια: Ο κ. Χ. Τσέλιγκας Για τον Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση: Ο κ. Σ. Α. Σπύρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με την Έκθεση Απαιτήσεως) Με γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.r 2.1) ο ενάγοντας-καθ'ού η αίτηση (στο εξής καλούμενος «ο καθ'ού η αίτηση») αξιώνει εναντίον της εναγομένης-αιτήτριας (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια») γενικές και ειδικές αποζημιώσεις στη βάση λιβέλου και/ή συκοφαντικής δυσφήμησης και/ή επιζήμιας ψευδολογίας. O καθ'ού η αίτηση καταχώρησε την Έκθεση Απαίτησης του στις 18/10/
  2. Ακολούθησε από την αιτήτρια αίτηση με την οποία εξαιτείτο από το Δικαστήριο διάταγμα για διαγραφή μέρους της Έκθεσης Απαιτήσεως. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, με αιτιολογημένη απόφαση του, υπό διαφορετική τότε σύνθεση. ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ Ακολούθως η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: (Α) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Ενάγων όπως παραδώσει στο δικηγόρο του Εναγόμενου περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης ως ο επισυνημμένος κατάλογος μέσα σε 20 ημέρες από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Β) Διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή μέχρι να δοθούν πλήρως οι αιτούμενες περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19, θ.4, θ.6-θ.9 και Δ.48 θ.1, 2, 3, 6, 7, και 9(ι) και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης και έχουν ως εξής: ι. Ο Ενάγοντας καταχώρησε Έκθεση Απαίτησης στις 18/10/
  3. ιι. Η Εναγόμενη, με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 31/3/2017 - η οποία επιδόθηκε την ίδια μέρα στους δικηγόρους του Ενάγοντα - ζήτησε περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης ως ο επισυνημμένος κατάλογος. ιιι. Οι ζητούμενες λεπτομέρειες είναι απαραίτητες για την ετοιμασία της Υπεράσπισης εκ μέρους της Εναγόμενης καθότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο γενικό και αόριστο χωρίς να συγκεκριμενοποιούνται οι λεπτομέρειες των γεγονότων στα οποία βασίζονται οι αξιώσεις του Ενάγοντα σε βαθμό που προκαλούν σύγχυση και που καθίσταται αδύνατο για την Εναγόμενη να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και να προβάλει αποτελεσματικά την Υπεράσπιση της. ιν. Ο Ενάγοντας παρέλειψε, μέχρι σήμερα, να εφοδιάσει την Εναγόμενη με τις ζητούμενες λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η σύνταξη Υπεράσπισης εκ μέρους της τελευταίας. Με τον επισυνημμένο κατάλογο η αιτήτρια καταγράφει τα σημεία της Έκθεσης Απαιτήσεως για τα οποία επιζητεί την παροχή, εκ μέρους του καθ'ού η αίτηση, περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. Σημειώνω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, κατά το στάδιο των αγορεύσεων περιόρισε το αίτημα του σε σχέση με τα σημεία στα οποία η αιτήτρια ζητεί την παροχή τέτοιων λεπτομερειών, επισυνάπτοντας τον ακόλουθο αναθεωρημένο κατάλογο. ΕΠΙΣΥΝΗΜΕΝΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΩΝ
  4. (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 6) 1.
  5. Σε τι συνίστανται οι 'δυσφημιστικές δηλώσεις' (πότε έλαβαν χώρα και που, ποιος προέβη σε αυτές και ποιο το ακριβές περιεχόμενο τους) για τις οποίες γίνεται αναφορά στην 5η γραμμή. 1.
  6. Σε τι συνίστανται οι 'δυσφημιστικές ... παραστάσεις' (πότε έλαβαν χώρα και που, ποιος προέβη σε αυτές, ποια μορφή είχαν και ποιο το ακριβές περιεχόμενο τους) για τις οποίες γίνεται αναφορά στην 5η γραμμή. 1.
  7. Ποια είναι, συγκεκριμένα, τα 'διάφορα μέσα μαζικής επικοινωνίας' στα οποία γίνεται αναφορά στην 6η γραμμή. 1.
  8. Ποια είναι, συγκεκριμένα, τα έντυπα που αναφέρετε στην ίδια γραμμή. 1.
  9. Πόσες ήταν οι 'εκδηλώσεις' για τις οποίες γίνεται αναφορά στην 7η γραμμή, πότε και που έλαβε χώρα η κάθε μια από αυτές.
  10. (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 7) 2.
  11. Σε τι συνίστανται τα άλλα (εκτός των γραπτών συνθημάτων) στα οποία γίνεται αναφορά στη 2η γραμμή και από ποιόν, συγκεκριμένα, χρησιμοποιήθηκαν.
  12. (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 8) 3.
  13. Πόσες ήταν οι ' παρόμοιες εκδηλώσεις' για τις οποίες γίνεται αναφορά στην 3η γραμμή, πότε και πού έλαβε χώρα η κάθε μία από αυτές.
  14. (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 13) 4.
  15. Σε τι συνίστανται οι 'διάφορες δημοσιεύσεις' (πότε έλαβαν χώρα και που, ποιος προέβη σε αυτές και ποιο το ακριβές περιεχόμενο τους) για τις οποίες γίνεται αναφορά στην 2η και 3η γραμμή. 4.
  16. Ποιες είναι, συγκεκριμένα, οι 'πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης' που αναφέρετε στην τρίτη γραμμή. 4.
  17. Ποια είναι, συγκεκριμένα, τα 'μέσα' που αναφέρετε στην ίδια γραμμή. 4.
  18. Σε τι συνίστανται οι 'διάφορες αρνητικές και/ή παρόμοιες δυσφημιστικές δηλώσεις και/ή φράσεις' (πότε έλαβαν χώρα και που, ποιος προέβη σε αυτές και ποιο το ακριβές περιεχόμενο τους) για τις οποίες γίνεται αναφορά στην 3η και 4η γραμμή.
  19. (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 14) 5.
  20. Σε τι συνίστανται τα επίδικα δημοσιεύματα (πότε έλαβαν χώρα και που, ποιος προέβη σε αυτά και ποιο το ακριβές περιεχόμενο τους) για τα οποία γίνεται αναφορά στη 2η γραμμή. 5.
  21. Πότε, που από ποιον και με ποιο τρόπο έγινε η 'δημοσίευση' των επίδικων δημοσιευμάτων στην οποία γίνεται αναφορά στην ίδια γραμμή. 5.
  22. Σε τι συνίστανται οι προσβλητικές και/ή αρνητικές και ή ψευδείς δηλώσεις και/ή συνθήματα (ποτέ έλαβαν χώρα και που, ποιος προέβη σε αυτά και ποιο το ακριβές περιεχόμενο τους) στα οποία γίνεται αναφορά στην 3η γραμμή. 5.
  23. Πότε, που, με ποιο τρόπο, από ποιους, προς ποιους και σε ποια μέσα έγινε η παρουσίαση και/ή ανάρτηση και/ή φώναγμα και/ή επανάληψη και/ή αναπαραγωγή και/ή κοινοποίηση στην οποία γίνεται αναφορά στην 4η και 5η γραμμή.
  24. (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 17) 6.
  25. Ποιο είναι το περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων και συμπεριφορών και των επαναλήψεων αυτών' στο οποίο γίνεται αναφορά στη 2η και 3η γραμμή.
  26. (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 18) 7.
  27. Σε τι συνίστανται 'τα δυσφημιστικά δημοσιεύματα' (πότε έλαβαν χώρα και που, ποιος προέβη σε αυτά και ποιο το ακριβές περιεχόμενο τους) στα οποία γίνεται αναφορά στη 2η γραμμή. 7.
  28. Σε τι συνίστανται οι 'συμπεριφορές' στις οποίες γίνεται αναφορά στην ίδια γραμμή (πότε έλαβαν χώρα και που, πως εκδηλώθηκαν και από ποιους). 7.
  29. Ποια είναι τα 'άλλα γεγονότα' για τα οποία γίνεται αναφορά στην 3η γραμμή. 7.
  30. Δώστε λεπτομέρειες της συνεχόμενης και/ή διαρκούς επανάληψης για την οποία κάνετε λόγο στην 4η γραμμή. 7.
  31. Ποιος είναι, συγκεκριμένα, ο 'τύπος' που αναφέρετε στην ίδια γραμμή. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του καθ'ού η αίτηση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους:
  32. Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  33. Η Αιτήτρια δε νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα Αίτηση.
  34. Η Αιτήτρια δεν δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες.
  35. Η προώθηση της Αίτησης της Αιτήτριας καθυστερεί και/ή δημιουργεί περαιτέρω ταλαιπωρία και αχρείαστα δικονομικά μέτρα και ενέργειες.
  36. Η Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  37. Η Αίτηση καταχωρήθηκε με ασαφή και/ή χωρίς επαρκή δικαιολογία.
  38. Η Αίτηση καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς.
  39. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  40. Το αιτούμενο διάταγμα επιδιώκει την πρόκληση καθυστέρησης. 10.Δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 11.Η Αίτηση δεν συνοδεύεται με οποιαδήποτε ένορκη δήλωση, που να επεξηγεί τους λόγους του επιδιώκεται το αιτούμενο διάταγμα.
  41. Η αναφερόμενη νομική βάση δεν προβλέπει την αιτούμενη θεραπεία. Η ένσταση στηρίζεται στη Δ.27 Θ.1-4, Δ.35 Θ.
  42. Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30

(2), στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε, από την ένορκη δήλωση της κας Ευτυχίας Ευαγγέλου, ασκούμενης δικηγόρου. Αναφέρει η ομνύουσα, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
  1. H αίτηση της αιτήτριας προσδοκεί στην αναστολή της διαδικασίας μέχρι να δοθούν οι αιτούμενες περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες.
  2. Η υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στο ψάρεμα μαρτυρίας και δεν θα έπρεπε να επιτραπεί από το Σεβαστό Δικαστήριο, ειδικότερα στο παρόν στάδιο που δεν έχει ακόμα καταχωρηθεί η Υπεράσπιση. Αντιθέτως, η αίτηση θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο ως τέτοια και να απορριφθεί, αφού τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος πιθανόν να επηρεάσει δυσμενώς την πλευρά του καθ'ού η αίτηση.
  3. Στην περίπτωση που εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι απαιτούμενες λεπτομέρειες που θα αναγκαστεί να παρέχει ο καθ'ού η αίτηση, θα αποτελούν υλικό μαρτυρίας. Ως εκ τούτου, πιθανόν να προκαλείται αδικία εις βάρος του, αφού στο παρόν στάδιο δεν θα έπρεπε να παρέχονται στοιχεία της μαρτυρίας που θα στοιχειοθετήσουν μελλοντικά την υπόθεσή του και εν πόση περιπτώση, είναι πάγια νομολογημένο ότι η μαρτυρία δεν πρέπει να αποτελεί μέρος ενός δικογράφου.
  4. Περαιτέρω, η έκδοση διατάγματος για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών πριν την καταχώρηση Υπεράσπισης, όπως αυτή καθορίζεται στην Δ.19 Θ. 8 στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας η οποία διέπει το θέμα, είναι εξαιρετικό δικονομικό μέτρο και είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την εφαρμογή του. Παρόλα αυτά, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα λειτουργήσει μόνο υπέρ της πλευράς της αιτήτριας καθώς το μέτρο των λεπτομερειών υπό τις περιστάσεις κρίνεται υπερβολικό, νοούμενου ότι δεν έχει ακόμα καταχωρηθεί Υπεράσπιση.
  5. Επιπλέον, είναι η θέση του καθ'ού η αίτηση ότι έχει καταχωρηθεί σωρεία αιτήσεων από την πλευρά της αιτήτριας και πιθανόν ο σκοπός των διαδοχικών αιτήσεων να είναι η πρόκληση καθυστέρησης της διαδικασίας, κάτι που μερικώς επιτυγχάνεται, καθώς, αν και έχει παρέλθει περισσότερο από ένας χρόνος από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης, η αιτήτρια δεν έχει ακόμα προβεί στην καταχώρηση της Υπεράσπισής της.
  6. Το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους αιτήσεις, το φέρει η Αιτήτρια και δεν το έχει αποσείσει με την παρούσα Αίτηση ως έχει, και η απουσία οποιαδήποτε συνοδευτικής ένορκης δήλωσης, καθιστά την Αίτηση γενική και αόριστη και δε δίδει κανένα στοιχείο και/ή λόγο για να μπορέσει να αποφασίσει το Δικαστήριο επί του αιτήματος της άλλης πλευράς. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με την κατάθεση προς το Δικαστήριο, από κάθε έκαστη πλευρά, γραπτών αγορεύσεων, επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους και παραπέμποντας στο Δικαστήριο σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Οι εμπεριστατωμένες και ικανές γραπτές αγορεύσεις από τους ευπαίδευτους συνήγορους έχουν μελετηθεί και ληφθεί δεόντως υπόψη και αναφορά σε αυτές θα γίνει όταν και εφόσον αυτό κρίνεται σκόπιμο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα Αίτηση στηρίζεται στη Δ.19, θ.6, 7 και 8 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοούν τα ακόλουθα: «
  7. Περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή Υπεράσπισης ή περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οιονδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία που απαιτεί λεπτομέρειες , μπορεί σε όλες τις περιπτώσεις να διαταχθεί με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα και οτιδήποτε άλλο που θα ήθελε φανεί δίκαιο.
  8. Προτού ένας διάδικος αποταθεί για διάταγμα για λεπτομέρειες μπορεί να τις ζητήσει με επιστολή. Τα έξοδα της επιστολής και οιονδήποτε λεπτομερειών που θα παραδοθούν σύμφωνα με την επιστολή θα επιτρέπονται κατά την ψήφιση. Όταν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής ασχολείται με τα έξοδα οιασδήποτε Αίτησης για διάταγμα για λεπτομέρειες οι πρόνοιες αυτού του κανονισμού θα λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο ή δικαστή.
  9. Λεπτομέρειες μιας απαίτησης δεν μπορεί να διατάσσονται, σύμφωνα με τον κανονισμό 6 αυτής της Διάταξης όπως παραδίδονται πριν την Υπεράσπιση εκτός αν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής θα είναι της γνώμης ότι είναι αναγκαίες ή επιθυμητές για να μπορέσει ο Εναγόμενος να απαντήσει ή ότι πρέπει να παραδοθούν για ειδικό λόγο». Ο γενικός κανόνας, όπως προκύπτει από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία, είναι ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση. Επίσης τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες για να μπορεί η άλλη πλευρά να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεων και τετελεσμένων γεγονότων. Έτσι, όταν ο θεμελιώδης αυτός κανόνας παραβιάζεται, η άλλη πλευρά δικαιούται πάντοτε να απευθύνεται στο Δικαστήριο και να επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να την εφοδιάσει με τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ ν. Credit Libanais SAL
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, 652, Αβραάμ Μαρία v. Investylia Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 892). Η σημασία των δικογράφων και ο θεμελιώδης σκοπός τους έχουν επεξηγηθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Mαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Tα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεσή τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others
(1983)1 C.L.R. 669, 680). Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο». Στην υπόθεση Χριστοδούλου Κ. Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 157, έχει επισημανθεί ότι η Δ.19 Θ.6 θα πρέπει να αντικρίζεται υπό το πρίσμα της Δ.19 Θ.4. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα της Δ.19, θ.6 και της Δ.19, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ακολουθεί και η αρχή που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν». Όπως συνάγεται από την απόφαση Σάββα v. Κυπριακών Αερογραμμών (Αρ.2)
(1992)1 Α.Α.Δ, διάταγμα παροχής λεπτομερειών εκδίδεται μόνο σε σχέση με τα ουσιώδη στοιχεία που συνθέτουν την απαίτηση. Σκοπεί επίσης στον εντοπισμό και όπου επιβάλλεται στη διευκρίνιση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά στοιχειοθετούνται από τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα. Θα συνιστούσε εκτροπή η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα. Ουσιώδης, σημειώνεται, είναι ο ισχυρισμός που είναι αναγκαίος για τη διατύπωση πλήρους βάσης αγωγής (Vector Onega A.G. ν Του πλοίου Μ/V Girvas κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 16, Γεωργίου v. Γεωργίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1592 και Λούης Κωνσταντίνου ν Apollo Investment Fund Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1045. Σχετικό και διαφωτιστικό είναι το απόσπασμα από την απόφαση Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Λτδ v. Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244 το οποίο και παραθέτω: «Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα - και όχι μαρτυρία - δίδονται για σκοπούς διασάφησης των γενομένων ισχυρισμών. Μια τέτοια διασάφηση υπαγορεύεται για διάφορους λόγους μεταξύ των οποίων και η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς περί της φύσης της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της έκπληξης κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξη ως προς τη μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά.» Επιπλέον στο σύγγραμμα Odger's Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελ. 148, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Particulars will be ordered whenever the master is satisfied that without them the applicant cannot tell what is going to be proved against him at the trial. But how his opponent will prove it is a matter of evidence of which particulars will not be ordered." Από την άλλη, όμως, η εξειδίκευση γεγονότων στα δικόγραφα δεν θα πρέπει να οδηγεί στην αποκάλυψη και αλίευση μαρτυρίας. Εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι η αίτηση καταχωρίστηκε αποκλειστικά και μόνον για να επιτευχθεί ο πιο πάνω σκοπός, τότε η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Το Δικαστήριο ζυγίζοντας τις πιο πάνω αρχές ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά την ενάσκηση αυτής, θα πρέπει να λάβει υπόψη την βάση και φύση της απαίτησης, καθώς και τους ισχυρισμούς που την στοιχειοθετούν. Με βάση την Δ.19, θ. 8, παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα για περαιτέρω λεπτομέρειες, ακόμη και πριν την καταχώρηση της έκθεσης Υπεράσπισης του εναγομένου (όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση), όταν υπό τις περιστάσεις τις υπόθεσης είναι απαραίτητο ή επιθυμητό για την ετοιμασία της ή όταν άλλες ειδικές περιστάσεις το καθιστούν απαραίτητο. Για το πότε θεωρείται απαραίτητο ή επιθυμητό να δοθούν από τον αντίδικο οι παρεχόμενες λεπτομέρειες ώστε να είναι σε θέση ο εναγόμενος να απαντήσει, σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Cyprus Airways Ltd v. Savva (Αρ.1)
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 1: «In order to prevent a request for particulars of the statement of claim being used as an instrument of delay, an order for particulars will not be made before the service of the defence, unless in the opinion of the court, the order is necessary or desirable to enable the defendant to plead or for some other special reason. Particulars before defence are necessary or desirable where otherwise the defendant would be prejudiced or embarrassed in his pleading, or to enable the defendant to decide how to plead. Thus, where the defendant genuinely desires to consider making a payment into court, particulars of special damage will ordinarily be ordered before defence, as, for example, in actions for wrongful dismissal. On the other hand, although the defendant may be entitled to the particulars requested, they will not be ordered before the defence if they are not necessary or desirable at that stage, as for example, where the defendant intends to contest the issue of whether he is an accounting party, particulars of the sums alleged to have been paid to him will not be ordered before the defence». (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το τι αποτελεί 'ειδικός λόγος', όρος για τον οποίο γίνεται αναφορά στην εν λόγω Διάταξη, σχετικό είναι το απόσπασμα από την απόφαση Vector Onega A.G. ν. Του πλοίου Μ/V Girvas κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 986: «Ο όρος 'ιδιαίτερος λόγος' (special reason) εξετάστηκε από τον Πική, Π.Ε.Δ., (όπως ήταν τότε) στην Alte Maritime Compania Naviera S.A. v. Toubia Kmeid
(1982)2 J.S.C. 226, όπου στη σελ. 228 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «However there is nothing restricting the discretion of the Court to direct particulars at this early stage in the light of special reasons. Special reasons may be found in the face of uncommon or extraordinary circumstances making it necessary, in the interests of justice, to order particulars before defence. (On the meaning of special circumstances see Clarks of Hove Ltd v. Bakers' Union [1979] 1 All E.R. 152)». Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης, το Δικαστήριο θα εγκρίνει αίτηση για καλύτερες και περαιτέρω λεπτομέρειες μόνο αν: (α) συντρέχουν ιδιαίτεροι ή ειδικοί λόγοι, ή (β) όταν οι λεπτομέρειες αυτές είναι αναγκαίες για να μπορέσει ο εναγόμενος να ετοιμάσει την Έκθεση Υπεράσπισης του. Ιδιαίτεροι λόγοι, υπάρχουν όταν συντρέχουν περιστατικά τόσο ασυνήθιστα ή ιδιάζοντα ώστε η χορήγηση λεπτομερειών στο στάδιο αυτό να είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Επίσης, η χορήγηση λεπτομερειών πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι αναγκαία ή επιθυμητή αν αυτές θα υποβοηθήσουν τον εναγόμενο να αποφασίσει πώς θα συντάξει την Έκθεση Υπεράσπισης του, ή στην περίπτωση που αυτές δεν δοθούν, θα προκληθεί στον εναγόμενο αμηχανία ή θα τον επηρεάσουν δυσμενώς στην ετοιμασία της Υπεράσπισης του. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Έχοντας αντλήσει καθοδήγηση από τις πιο πάνω νομικές αρχές και το νομικό πλαίσιο που διέπει το υπό εξέταση ζήτημα, προχωρώ ακολούθως να εξετάσω κατά πόσο το Δικαστήριο θα ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της αιτήτριας. Προτού ενδιατρίψω στην ουσία της αίτησης, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω πρώτα, υπό τύπο προδικαστικής ένστασης, τον λόγο ένστασης που ήγειρε η πλευρά του καθ'ού η αίτηση ότι αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική, και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. Ο λόγος είναι ότι αυτή δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση, κατά παράβαση των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αντίθετα, θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της αιτήτριας είναι ότι η παρούσα αίτηση καλύπτεται από την Δ.19, Θ.6 και με βάση την Δ.48, Θ.9(
  1. i)δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Εν πάση περιπτώσει, θέση του είναι ότι τα γεγονότα που δικαιολογούν το αίτημα της αιτήτριας εμφαίνονται από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Ως έχει προαναφερθεί, η αιτήτρια δεν καταχώρησε, μέχρι στιγμής, την Έκθεση Υπεράσπισης της. Ως εκ τούτου, η νομική βάση της αίτησης ουσιαστικά έχει έρεισμα την Δ.19, Θ.8, εφόσον η εν λόγω Διαταγή ρητά καθορίζει ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα για την παροχή λεπτομερειών, πριν την υπεράσπιση, εκτός αν συντρέχουν μία εκ των δύο προϋποθέσεων που η ίδια η Διάταξη καθορίζει. Δεν συμφωνώ στο σημείο αυτό, με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας, ότι η παρούσα αίτηση εδράζεται στην Δ.19, Θ.6 και επομένως με βάση την Δ.48, Θ.9(
  2. i)δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Η εν λόγω Διαταγή θα τύγχανε εφαρμογής στην περίπτωση που η αιτήτρια είχε καταχωρήσει την Υπεράσπισης της. Επομένως δεν χωρεί αμφιβολία ότι η παρούσα αίτηση στηρίζεται στη Δ.19, θ.8. (Ανατρέχοντας ακολούθως στην Δ.48,Θ.9, διαπιστώνω ότι στις αιτήσεις που δεν χρειάζονται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση, δεν συμπεριλαμβάνεται η Δ.19, Θ.8). Σύμφωνα με την Διαταγή 48, Θεσμός 8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, οι αιτήσεις που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α) έως (
  3. ss)της παραγράφου 1 του πιο πάνω Θεσμού, μπορούν να υποβληθούν μονομερώς. Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του πιο πάνω Θεσμού, οι μονομερείς αιτήσεις δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκο δήλωση εκτός (α) στις περιπτώσεις εκείνες που εξειδικεύονται στην παράγραφο 2, με αναφορά σε συγκεκριμένες υποπαραγράφους της παραγράφου 1 του πιο πάνω Θεσμού και (β) στις περιπτώσεις εκείνες που ρητά προνοείται ότι η αίτηση θα συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Σημειώνεται, επίσης, ότι σύμφωνα με την παράγραφο 2, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής έχουν την εξουσία να απαιτήσουν όπως μια μονομερής αίτηση που δύναται, σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο να μην συνοδεύεται από ένορκο δήλωση, να συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Η αίτηση στη βάση της Δ.19, Θ.8, όπως είναι η νομική βάση της αίτησης, ως εξηγώ κατωτέρω, δεν περιλαμβάνεται στην παράγραφο 1 του Θεσμού 8 της Διαταγής 48, ως αίτηση που δύναται να υποβληθεί μονομερώς. Επίσης, σύμφωνα με τον Θεσμό 9 της Διαταγής 48, όλες οι αιτήσεις εκτός από αυτές που αναφέρονται στον Θεσμό 8, πρέπει να γίνονται διά κλήσεως και να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση στην οποία να εκτίθενται τα γεγονότα στα οποία αυτές βασίζονται. Στις παραγράφους δε (
  4. a)έως (
  5. v)του πιο πάνω Θεσμού παρατίθενται οι περιπτώσεις στις οποίες αιτήσεις που πρέπει να γίνονται διά κλήσεως δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκο δήλωση. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τον πιο πάνω Θεσμό, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής έχουν την εξουσία να απαιτήσουν όπως αίτηση διά κλήσεως που δύναται να υποβληθεί χωρίς ένορκο δήλωση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Η αίτηση στη βάση Δ.19, Θ.8, δεν περιλαμβάνεται σε καμία από τις πιο πάνω παραγράφους (
  6. a)έως (v). Τέλος, ο Θεσμός 9 προνοεί ότι μια αίτηση διά κλήσεως δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στις περιπτώσεις εκείνες που ρητά προνοείται ότι μια τέτοια αίτηση δεν θα συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Τίποτα τέτοιο, όμως, δεν αναφέρεται στην Δ.19, Θ.8. Επομένως, με βάση την Δ.48 Θ.9, διαπιστώνεται ότι στις αιτήσεις που δεν χρειάζονται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση, δεν συμπεριλαμβάνεται η Δ.19 Θ.8. Συνεπακόλουθα, αποτελεί κατάληξη μου ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να συνοδεύετο από ένορκη δήλωση. Θα πρόσθετα περαιτέρω ότι δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας επιβάλλουν όπως τέτοιου είδους αιτήσεις θα πρέπει να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση. Ο λόγος προφανώς είναι επειδή ο εναγόμενος θα πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω ένορκης δήλωσης, όλα τα γεγονότα καθώς και τους λόγους που ισχυρίζεται ότι συντρέχουν, που να δικαιολογούν το αίτημα του ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την δικαστική του κρίση. Θα πρέπει, δηλαδή, ο εναγόμενος να αποδείξει ότι συντρέχουν ιδιαίτεροι ή ειδικοί λόγοι ή όταν οι λεπτομέρειες αυτές είναι αναγκαίες για να μπορέσει ο εναγόμενος να ετοιμάσει την Υπεράσπιση του. Σημειώνω ότι το Δικαστήριο είναι με πολύ μεγαλύτερη φειδώ που αντιμετωπίζει αίτημα παροχής λεπτομερειών πριν την καταχώρηση υπεράσπισης από την άλλη πλευρά. Ακολουθεί ότι η υπό κρίση αίτηση μη συνοδευόμενη από ένορκο δήλωση αντιβαίνει στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και για τον λόγο αυτό είναι παράτυπη και αντικανονική. Ο λόγος ένστασης που έχει εγείρει ο καθ'ού η αίτηση ευσταθεί. Έχοντας καταλήξει στο πιο πάνω συμπέρασμα, το κρίσιμο ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει είναι αν η παρατυπία αυτή καταδικάζει αυτομάτως και την αίτηση σε αποτυχία. Σημειώνω ότι ο συνήγορος του καθ'ού η αίτηση υποστήριξε ότι η υπό κρίση αίτηση είναι απλά παράτυπη. Όχι ότι είναι τέτοιας φύσης που επιφέρει ακυρότητα στην όλη διαδικασία. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 48, Θ.1, όταν μια αίτηση βασίζεται σε γεγονότα, τα οποία δεν φαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης ή στα πρακτικά του Δικαστηρίου, πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Κατά συνέπεια, τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 825, όσον αφορά την Δ.48, Θ.4
(1), στην οποία η ένσταση δεν συνοδεύετο από ένορκη δήλωση, θεωρώ κατ' αναλογία ότι έχουν εφαρμογή και στην παρούσα, στη βάση και του λεκτικού της Δ.48, Θ.1. Συγκεκριμένα στην εν λόγω υπόθεση, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε ότι: «Αυτός ο λόγος έφεσης δεν μπορεί να ευσταθήσει εφόσον σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 κ.4
(1)δεν είναι απαραίτητο όπως μια ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, παρά μόνο σε ένορκη δήλωση παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία η ένσταση βασίζεται και τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας. Επομένως, αυτή καθ' αυτή η παράλειψη καταχώρησης συνοδευτικής ένορκης δήλωσης δεν είναι μοιραία, πλην όμως θα είχε ως αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη κατ' ένσταση μόνο όσα γεγονότα ήταν εμφανή από το φάκελο της αγωγής.» Περαιτέρω, απόλυτα σχετικό είναι και το παρακάτω απόσπασμα στην υπόθεση Μάριος Φιλίππου ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλουριώτισσας
(1997)1 .Α.Α.Δ. 1755, το οποίο και παραθέτω: « ..ανάγκη για στοιχειοθέτηση της αίτησης με ένορκη δήλωση παρίσταται μόνο σε περίπτωση που ο αιτητής επικαλείται γεγονότα τα οποία δεν εμφαίνονται στα μητρώα ή τα πρακτικά του Δικαστηρίου (books or records). Στην προκειμένη περίπτωση το γεγονός της εγγραφής της απόφασης καταφαίνεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου συνεπώς, μπορούσε να γίνει αναφορά σ' αυτά και το Δικαστήριο να τα σημειώσει ανεξάρτητα από τη μη έκθεση τους στην ένορκη ομολογία.» Στην υπόθεση Lord Jeans Ltd v. Orbit-Kazoulis Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 808, λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 48, θ.1, 2 και 3 τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την αίτηση που δεν καταφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται σε ένορκη ομολογία ή ένορκες ομολογίες που συνοδεύουν την αίτηση.Μια αίτηση πρέπει να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση ή δηλώσεις όταν τα απαραίτητα στοιχεία που θα δικαιολογήσουν την έκδοση ενός διατάγματος δεν περιέχονται στο φάκελο της υπόθεσης». Όπως προκύπτει από την παράγραφο III που στηρίζει τα γεγονότα της αίτησης, ο σκοπός για τον οποίο επιζητούνται από την αιτήτρια οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες είναι ότι αυτές «είναι απαραίτητες για την ετοιμασία της Υπεράσπισης της καθότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο γενικό και αόριστο χωρίς να συγκεκριμενοποιούνται οι λεπτομέρειες των γεγονότων στα οποία βασίζονται οι αξιώσεις του Ενάγοντα σε βαθμό που προκαλούν σύγχυση και που καθίσταται αδύνατο για την Εναγόμενη να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και να προβάλει αποτελεσματικά την Υπεράσπιση της». Θα ήταν βεβαίως επιθυμητό, για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης των λόγων που επικαλείται η αιτήτρια να καταχωρούσε ένορκη δήλωση. Θεωρώ όμως ότι η παράλειψη αυτή, δηλαδή της μη καταχώρησης ένορκης δήλωσης, δεν είναι μοιραία στην προκειμένη περίπτωση, εάν βεβαίως τα γεγονότα που δικαιολογούν το αίτημα της μπορούν να συναχθούν και εμφαίνονται από το περιεχόμενο του φακέλου. Και εξηγούμαι. Ο λόγος για τον οποίο επιζητεί η αιτήτρια την παροχή λεπτομερειών, περιορίζεται στο γεγονός μόνον ότι οι ζητούμενες λεπτομέρειες είναι αναγκαίες ώστε να προετοιμάσει ορθά την υπεράσπιση της και όχι για οποιουσδήποτε ειδικούς λόγους που αποτελεί την έτερη προϋπόθεση της Δ.19, Θ.
  1. Το αίτημα της όμως αυτό, κρίνω, ότι μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο του φακέλου και μπορεί να καταδειχθεί ότι οι ζητούμενες λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για την ετοιμασία της Υπεράσπισης της αιτήτριας. Πιθανόν να είχε διαφορετική αντιμετώπιση μια τέτοια αίτηση, όπως η παρούσα, αν η αιτήτρια στήριζε το αίτημα της στο ότι προκύπτουν ειδικοί λόγοι. Από μία απλή ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης, σε συσχετισμό με τον επισυνημμένο κατάλογο, θεωρώ βάσιμο, ορθό και δίκαιο, εν μέρει, όπως εξηγώ κατωτέρω, το αίτημα της αιτήτριας. Το αγώγιμο δικαίωμα του καθ΄ού η αίτηση στηρίζεται, κατ΄ ουσία, στο λίβελλο, τη δυσφήμιση και την επιζήμια ψευδολογία. Οι βασικές αρχές δικογράφησης που αφορούν υποθέσεις λίβελλου και δυσφήμησης καταγράφονται στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, Section 37: Libel and Slander, Σελίδες 696-700, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «37-
  2. Libel and slander distinguished. Actions for defamation divide into libel and slander, the distinction being broadly between publications in permanent form and publications by the spoken word or other transient means (see below for the meaning of permanent form). 37-
  3. Libel: meaning of permanent form. Defamatory statements broadcast by means of radio and television programmes for general reception and actionable in libel (s.166 of the Broadcasting Act 1990). Words spoken in the public performance of a play (s.4
(1)of the Theatres Act 1968) and on the soundtrack of a film (Youssoupoff v. Metro-Goldwyn-Mayer Pictures Ltd
(1934)50 T.L.R. 581) are actionable in liber. Words published by most electronic means, such as digital recordings and via the internet are, or are almost certainly, actionable in libel and not slander and Eady J's dicta in Smith v. ADVFN Plc [2008] EWHC 1797 (QB) that bulletin board postings are "akin to slander" does not alter that conclusion. It appears from the context that he was considering the correct approach to determining the meaning of the words. Actions founded on internet publications have proceeded without argument, in libel, e.g. Applause Store Productions Ltd v. Raphael [2008] EWHC 1781 (QB) 9re a Facebook profile) and Cairns v. Modi [2010] EWHC (QB) (re a tweet). 37-
  1. Damage. Although a claimant needs to satisfy s.1, libel is actionable without proof of special damage. In contrast, slander is not actionable without proof of special damage, unless the words complained of. (a) charge the claimant with the commission of an crime.(b)are calculate to disparage the claimant in any office, profession, calling, trade or business held or carried on by him at the time of publication. 37-
  2. Libel and slander generally. The claimant must prove publication in order to establish a cause of action in libel or slander. . Publication means the making known of defamatory matter to some person other than the person of whom it is written or spoken. . . 37-
  3. Libel. The words must be set out verbatim in the particulars of claim. It is not enough to set out their substance or effect (Harris v. Warre
(1879)4 C.P.D. 125 at 127; Collins v. Jones [1995] 1 Q.B. 564). See generally Wissa v. Associated Newspapers [2014] EWHC1518 (QB). Where the defamatory words form only part of a longer article or programme, the claimant must set out in his particulars of claim only the particular passages of which he complains as being defamatory of him (DDSA \pharma-ceuticals Ltd v. Times Newspapers Ltd [1973] 1 A.B. 21 (CA)). Question and answer must be set out if the libel is contained in both together (Bromage v. Prosser
(1825)4 B. & C. 247). In considering whether an article, or any extract from it, is defamatory, the contents of the entire article must be considered (Charleston v. News Group Newspapers Ltd [1995] 2 A.C. 65). In cases in which the material complained of is so long that it cannot reasonable be pleaded in the body of the particulars of claim, the material may be included as a schedule to the particulars of claim. 37-
  1. Slander. As in libel, the precise words allegedly used must be set out in the particulars of claim in direct speech (see Collins v. Jones [1955] 1 Q.B. 564 and para. 2.4 of the Practice Direction to PT 53 of the CPR). At the very least the words must be set out with reasonable precision so that the defendant knows how to formulate his case (Best v. Charter Medical of England Ltd [2001] EWCA Civ. 1588). However, at trial it is sufficient to prove that the words spoken were substantially the same as those pleaded in the particulars of claim (Tournier v. National Provincial and Union Bank of England [1924] 1 K.B. 461 at 488, per Atkin LJ). . 37-
  2. Libel. The book, newspaper or other document from which the words are taken should be identified by date and/or description, as appropriate. In a book each page complained of should be identified by its page number. In respect of internet publications, identification by way of URL may be sufficient, . 37-
  3. Slander. The names of the persons to whom the words were spoken must be set out in the particulars of claim .». Βάσει του άρθρου 17
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το αστικό αδίκημα της «δυσφήμησης» συvίσταται στη δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo- (α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα͘ ή (β) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση͘ ή (γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ͘ ή (δ) εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη͘ ή (ε) εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς. Βάσει του άρθρου 17
(3)του ίδιου Νόμου, χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεv είvαι δυvατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η oπoία εvεργήθηκε με χειρovoμίες, με λόγια ή άλλoυς ήχoυς, με εξαίρεση τηv εκπoμπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταv oι χειρovoμίες, τα λόγια ή άλλoι ήχoι- (α) Απoδίδoυv έγκλημα πoυ δύvαται vα επισύρει στov εvάγovτα σωματική πoιvή ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη͘ (β) σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘ (γ) απoδίδoυv στov εvάγovτα μεταδoτική ή μoλυσματική vόσo͘ (δ) απoδίδoυv σε γυvαίκα ή κoρασίδα μoιχεία ή ασέλγεια. Στην απόφαση Γαληνιώτης Eλευθέριος ν. Eκδοτικός Oίκος Δίας Λτδ και Άλλης
(2011)1 Α.Α.Δ. 474, παρατέθηκε, μεταξύ άλλων, ποια είναι η ορθή δικογράφηση σε αξιώσεις που πηγάζουν από υποθέσεις δυσφήμισης. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «Το δημοσίευμα θα πρέπει να παρατίθεται αυτούσιο και διαδοχικά να καταγράφεται η δυσφημιστική έννοιά του είτε στη συνήθη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούνται, ή, όπου υπάρχει ισχυρισμός για υπαινιγμό, να παρατίθενται σε ξεχωριστή παράγραφο με λεπτομέρειες, οι έννοιες κατά τις οποίες το κείμενο θεωρείται δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Ακόμη να καταγράφονται εκείνα τα εξωγενή γεγονότα που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το δημοσίευμα αναφέρεται στον ενάγοντα». Στην υπόθεση Χατζηλαμπρή Ανδρέας ν. Μάριου Πετεινού
(2010)1 Α.Α.Δ. 1022, λέχθηκε ότι: «Λόγω της φύσης του αγώγιμου δικαιώματος, κατά τη δικογράφηση της κατ' ισχυρισμόν δυσφήμισης, είναι όντως επάναγκες όπως χρησιμοποιούνται οι ακριβείς λέξεις που συνιστούν τη δυσφήμιση καθώς και το όνομα ή τουλάχιστον η περιγραφή του κάθε ατόμου στο οποίο δημοσιεύτηκε ο λίβελος. Επίσης θα πρέπει να αναφέρεται η ημερομηνία της δημοσίευσης. Σχετικά επί του θέματος είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 28, παρά. 175 και Bullen and Leake and Jacob' s, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, στη σελίδα 626 όπου τονίζεται ότι το δυσφημιστικό υλικό θα πρέπει να παρατίθεται στην έκθεση απαίτησης κατά λέξη («verbatim»), καθώς επίσης και η ημερομηνία της κάθε δημοσίευσης στην οποία στηρίζεται το κάθε αγώγιμο δικαίωμα. Θα πρέπει επίσης να αναφέρεται το όνομα κάθε ατόμου στο οποίο έγινε η δημοσίευση και αν το όνομα του δεν είναι γνωστό, θα πρέπει να δοθεί κάποια άλλη περιγραφή ώστε να μπορεί να αναγνωριστεί. Σε διαφορετική περίπτωση, εκτός αν υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις, πιθανώς να μην επιτραπεί στον Ενάγοντα κατά την ακρόαση της υπόθεσης, να αποδείξει τη δημοσίευση σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είχε προηγουμένως περιγραφεί στο δικόγραφο, αφού κάτι τέτοιο θα θεωρείτο εκτός δικογράφου (βλ. Barham v. Lord Huntingfield (CA) [1913] [1911-13] All E.R. Rep. 663 και Russell and Another v. Stubbs Ltd. (HL) [1908] [1913] 2 KB 200)». Επί ορισμένων δημοσιευμάτων προβάλλεται ότι αυτά συνιστούν επιβλαβές ψεύδος. Η επιζήμια ψευδολογία έχει έρεισμα στο Αρ.25 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Για ό,τι αφορά εδώ το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι: «25.-
(1)Επιζήμια ψευδoλoγία συvίσταται στηv κακόβoυλη δημoσίευση ψευδoύς δήλωσης, πρoφoρικά ή άλλως πως πoυ αφoρά- (α) Τo επάγγελμα, τo επιτήδευμα, τηv εργασία, εvασχόληση ή τη θέση άλλoυ ή (β) τα αγαθά άλλoυ ή(γ) τov τίτλo κυριότητας άλλoυ: Νoείται ότι, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ εδαφίoυ
(2), καvέvας δεv τυγχάvει απoζημίωσης για επιζήμια ψευδoλoγία, εκτός αv εξαιτίας αυτής υπέστη ειδική ζημιά». Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο το παρόν δικαστήριο υιοθετεί πλήρως, από την απόφαση του Ναθαναήλ Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Ματσάκη ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά, Αρ. Αγωγής 1089/04, στις σελ. 6-7, όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: «Η αγωγή βασίζεται, σύμφωνα με το γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο, σε δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία. Η συμπερίληψη αυτή στη γενική οπισθογράφηση είναι δυνατή, όμως στην έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε μετά η σύζευξη της δυσφήμισης και της επιζήμιας ψευδολογίας είναι λανθασμένη διότι απαντάται μόνο ως μέρος της θεραπείας κάτω από την παρ. 16Α και ως εναλλακτική μάλιστα θεραπεία. Καμία απολύτως εξειδίκευση ή αναφορά στο ίδιο το σώμα της έκθεσης απαίτησης δεν υπάρχει για την επιζήμια ψευδολογία σε αντιδιαστολή με το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Οι δύο θεραπείες όμως είναι εντελώς ξεχωριστές διότι η μεν δυσφήμιση ορίζεται στο άρθρο 17 του Κεφ. 148, η δε επιζήμια ψευδολογία ορίζεται στο άρθρο 25 του Κεφ. 148. Χρειαζόταν επομένως η επιζήμια ψευδολογία να εμπεριέχετο σε ξεχωριστές παραγράφους με τις αναγκαίες λεπτομέρειες της, ώστε ως θέμα ορθής δικογράφησης να καθιστούσαν δυνατή την εξέταση της και δεν επαρκεί η απλή αναφορά στο καταληκτικό αιτητικό.» Αφού έχω παραθέσει τις βασικές αρχές δικογράφησης στις οποίες ο καθ'ού η αίτηση στηρίζει την απαίτηση του, προχωρώ ακολούθως να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογούνται να δοθούν από αυτόν οι παρεχόμενες λεπτομέρειες. Σε σχέση με την παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαιτήσεως, η αιτήτρια ζητεί περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ως προς το «τι συνίστανται οι 'δυσφημιστικές δηλώσεις' (πότε έλαβαν χώρα και που, ποιος προέβη σε αυτές και ποιο το ακριβές περιεχόμενο τους), σε τί συνίστανται οι 'δυσφημιστικές παραστάσεις' (πότε έλαβαν χώρα και που, ποιος προέβη σε αυτές, ποια μορφή είχαν και ποιο το ακριβές περιεχόμενο τους) για τις οποίες γίνεται αναφορά στην 5η γραμμή, ποια είναι συγκεκριμένα, τα 'διάφορα μέσα μαζικής επικοινωνίας' και ποια είναι συγκεκριμένα, τα έντυπα που αναφέρετε στην ίδια γραμμή καθώς και πόσες ήταν οι 'εκδηλώσεις' για τις οποίες γίνεται αναφορά , πότε και που έλαβε χώρα η κάθε μια από αυτές. Με βάση την εν λόγω παράγραφο της Έκθεσης Απαιτήσεως, αποτελεί ισχυρισμό του καθ'ού η αίτηση, ότι η αιτήτρια «άρχισε συστηματικό και οργανωμένο πόλεμο εναντίον του, με δυσφημιστικές δηλώσεις και παραστάσεις σε διάφορα μέσα μαζικής επικοινωνίας, όσο και μέσω εντύπων». Από μία απλή ανάγνωση της σχετικής παραγράφου, ο καθ'ού η αίτηση δεν δίνει επαρκείς λεπτομέρειες και στοιχεία, ως είναι η υποχρέωση του με βάση τους ορθούς κανόνες δικογράφησης, για το ποια είναι αυτά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που, κατ'ισχυρισμό του, η αιτήτρια έχει προβεί σε δυσφημιστικές δηλώσεις εναντίον του, ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο των δυσφημιστικών αυτών δημοσιευμάτων και πότε αυτά δημοσιεύθηκαν. Θεωρώ ότι οι ζητούμενες λεπτομέρειες δεν έχουν ως σκοπό και στόχο, είτε να ψαρέψουν είτε να εκμαιεύσουν μαρτυρία, ως διατείνει ο καθ'ού η αίτηση. Αποτελούν ουσιώδεις ισχυρισμούς που η αιτήτρια θα πρέπει να γνωρίζει για το τί ακριβώς της καταλογίζεται, ώστε να συντάξει ορθώς την υπεράσπιση της και αναλόγως με βάση αυτά που της καταλογίζονται να προωθήσει τις ειδικές υπερασπίσεις που προβλέπονται σχετικά. Σύμφωνα με τους κανόνες δικογράφησης που αφορούν λίβελο, θεωρείται ανεπαρκής υπεράσπιση η από μέρους του εναγομένου πρόταξη γενικής άρνησης επί των ισχυρισμών του ενάγοντα. Θα πρέπει, με βάση την υπεράσπιση σε υποθέσεις λιβέλου, το δικόγραφο να συντάσσεται με τέτοιο τρόπο ώστε να παρουσιάζεται συγκεκριμένη και εξειδικευμένη υπεράσπιση (Gatley on Libel and Sandler, 8η έκδοση, παράγραφος 1104). Εξειδικευμένες υπερασπίσεις σε αγωγή λίβελου είναι η υπεράσπιση της αλήθειας (Justification) (άρθρο 19(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου), όπου ο εναγόμενος θα πρέπει να δικαιολογήσει τις ακριβές λέξεις που παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης (Νικολαίδης v. Ανδρέα Δημητριάδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1683), η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου (fair comment) (άρθρο 19(β) του πιο πάνω Νόμου), (Πετρίδης Ανδρέας v. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ και Άλλων
(2013)1 Α.Α.Δ. 1464) και ότι η δημοσίευση ήταν προνομιούχα (privilege) (άρθρο 19(γ) του πιο πάνω Νόμου) και η οποία θα πρέπει να δικογραφείται ειδικά και με επαρκείς λεπτομέρειες. Κάτω απ' αυτό το πρίσμα, η αιτήτρια δικαιούται όπως της παρασχεθούν καλύτερες και περαιτέρω λεπτομέρειες και το γεγονός αυτό συνάγεται και εμφαίνεται από το περιεχόμενο του φακέλου. Η αιτήτρια δικαιούται να λάβει γνώση αυτών, με σκοπό την ορθή σύνταξη της υπεράσπισής της και για να μην βρεθεί σε μειονεκτική θέση κατά τη δίκη. Ενόψει των δεδομένων αυτών, οι ζητούμενες λεπτομέρειες σε σχέση με την παράγραφο 6 θεωρούνται αναγκαίες. Σε αντίθετη περίπτωση, αν αυτές δεν παρασχεθούν, είμαι της γνώμης ότι πιθανόν να επηρεάσουν την αιτήτρια δυσμενώς στην ετοιμασία της Υπεράσπισης της και ίσως της προκαλέσουν και αμηχανία. Είναι επίσης αναγκαίο για την αιτήτρια να γνωρίζει ποια υπόθεση αναμένει, αλλά και για να μην καταληφθεί εξ' απίνης. Με βάση τα στοιχεία αυτά και υπό το σύνολο των περιστάσεων, θεωρώ ότι δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτούμενων διαταγμάτων. Παρομοίως και για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, οι ζητούμενες λεπτομέρειες σε σχέση με την παράγραφο 13 και 14 της Έκθεσης Απαιτήσεως είναι απαραίτητες και αναγκαίες για την ορθή σύνταξη της υπεράσπισης, ώστε η αιτήτρια να μην βρεθεί εξ'απίνης. Η αιτήτρια, θεωρώ ορθό και δίκαιο να λάβει γνώση των δημοσιεύσεων που έλαβαν χώρα στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και τα μέσα που παρήγαγαν τις εν λόγω δυσφημιστικές δηλώσεις, καθώς και ποιες είναι αυτές και τέλος πότε αυτές έχουν δημοσιευθεί. Δεν θεωρώ ορθό και δίκαιο, με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης, να δοθούν οι πιο πάνω λεπτομέρειες κατά την ακρόαση της αγωγής, ως ο καθ'ού η αίτηση ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης του. Δεν είναι θέμα μαρτυρίας αλλά πρόκειται περί ουσιωδών στοιχείων. Σε σχέση όμως με την παράγραφο 7 και τις λεπτομέρειες που ζητεί η αιτήτρια, θεωρώ ότι το αίτημα της δεν είναι βάσιμο. Στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαιτήσεως, περιέχονται αυτολεξεί οι δυσφημιστικές φράσεις μέσω των γραπτών συνθημάτων και δεν είναι αναγκαία υπό τις περιστάσεις οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω και καλύτερη λεπτομέρεια. Δεν θεωρώ, πως, οι αιτούμενες λεπτομέρειες, υπό τις περιστάσεις, είναι αναγκαίες για την ορθή σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης της. Η φράση 'μεταξύ άλλων' που παρατίθεται για τα γραπτά συνθήματα, θα έλεγα ότι ίσως να είναι εκ του περισσού, εφόσον ο καθ'ού η αίτηση έχει καταγράψει, ως όφειλε, τα γραπτά συνθήματα, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του είναι κακόβουλα και δυσφημιστικά. Δεν βλέπω, λοιπόν, πώς υπό τις περιστάσεις θα βρισκόταν η αιτήτρια σε δυσμενή θέση ή σε αμηχανία στην ετοιμασία του δικογράφου της, ή πώς χωρίς την αιτούμενη λεπτομέρεια θα εμποδιζόταν να απαντήσει στους ισχυρισμούς του καθ'ού η αίτηση ή να εκθέσει την υπεράσπισή της. Παρομοίως και οι ζητούμενες λεπτομέρειες στην παράγραφο 8 δεν μπορούν να τύχουν έγκρισης. Και τούτο, γιατί οι πληροφορίες αυτές δεν είναι αναγκαίες για την ετοιμασία της υπεράσπισης της αιτήτριας και απλά η αναφορά σε αυτές ενισχύει τις θέσεις και τους ισχυρισμούς του καθ'ού η αίτηση ως αναγράφονται στην παράγραφο 7. Ούτε και αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν ουσιώδης ισχυρισμοί. Σε σχέση με την παράγραφο 17, οι ζητούμενες λεπτομέρειες θεωρώ ότι εντάσσονται στις λεπτομέρειες που καταγράφονται στις παραγράφους 6, 13 και 14, επομένως θεωρώ ότι η αιτήτρια καλύπτεται πλήρως από τις παρασχεθείσες λεπτομέρειες που ο καθ'ού η αίτηση θα παράσχει σε σχέση με αυτές. Παρομοίως και οι ζητηθείσες λεπτομέρειες στην παράγραφο 18, καλύπτονται από τις λεπτομέρειες των παραγράφων 6, 13 και 14 και δεν χρειάζεται να παρασχεθεί στην αιτήτρια οποιαδήποτε επιπρόσθετη λεπτομέρεια. Ανακεφαλαιώνοντας, η αίτηση της αιτήτριας επιτυγχάνεται μερικώς. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Ο καθ'ού η αίτηση διατάσσεται όπως εντός 20 ημερών από σήμερα, παραδώσει στον συνήγορο της αιτήτριας περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με τις παραγράφους 6, 13 και 14 του αναθεωρημένου καταλόγου που καταχώρησε η αιτήτρια στα πλαίσια της γραπτής της αγόρευσης που παρέδωσε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Β, για αναστολή της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή μέχρι να δοθούν οι πιο πάνω περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Η Δ.19, Θ.9 δίδει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας ταυτόχρονα με την έκδοση Διατάγματος για Λεπτομέρειες. Σε σχέση με τα έξοδα, θεωρώ ορθότερο, ενόψει και της μερικής επιτυχίας της αίτησης, όπως αυτά επιδικασθούν κατά ½ υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ'ου η αίτηση, ως αυτά υπολογισθούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα δε μετά την αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.