THEODOROS PIRILLIS ENTERPRISES LIMITED ν. TELEMACHOS HOTELS LTD κ.α., Αρ.Αγωγής 2366/2011, 7/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 2366/2011 Μεταξύ: THEODOROS PIRILLIS ENTERPRISES LIMITED Ενάγουσας Και
- TELEMACHOS HOTELS LTD
- Γιάννη Ε. Παναγή
- Αντώνη Πασχάλη Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση ημερ. 22/2/17 για προσωρινό Διάταγμα Ημερ.: 7 Μαΐου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες /Αιτητές: Δρ Α. Ποιητής για Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 1/Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Σωτηρίου για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή-Αιτούμενη θεραπεία Με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες/Αιτητές αιτήθηκαν την έκδοση διατάγματος που να εμποδίζει τους Εναγόμενους από του να μεταβιβάσουν, πωλήσουν, υποθηκεύσουν ή άλλως επιβαρύνουν ή αποξενώσουν οποιαδήποτε περιουσία τους ευρισκόμενη στο Παραλίμνι και συγκεκριμένα τα τεμάχια υπ΄ αρ. 299 και 300 Φ/Σχ. 2-295κ-378, Τεμ.15 στην περιοχή Φουκάς και τα τεμάχια υπ΄ αρ. 341/2 και 342/2 Φ/Σχ. 33/64, Τοποθεσία Περνέρα, στο Παραλίμνι μέχρι εκδικάσεως της παρούσας υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την Αίτηση μονομερώς εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα. Στο πλαίσιο της παρούσας επιδιώκεται από πλευράς Αιτητών η οριστικοποίηση του ενώ από πλευράς Εναγόμενης 1 η ακύρωση του. Νομική Βάση Αίτησης Νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης είναι το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4 - 9 του Κεφ.6 και η Δ.48, θ.θ. 1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Θεόδωρου Πιρίλλη, διευθύνοντα συμβούλου και μετόχου της Ενάγουσας Εταιρείας στην οποία, όπως μπορώ να συνοψίσω, αναφέρονται τα ακόλουθα: · Στις 19/11/1993 ο εκ των διευθυντών των Εναγόντων Ενόρκως Δηλών και ιδιοκτήτης των τεμαχίων 341/2 και 342/2 Φ/Σχ. 33/64 (εφεξής «το ακίνητο») συμφώνησε γραπτώς με την Εναγόμενη 1 την ανάπτυξη του ακινήτου διά της ανέγερσης εντός αυτού 47 διαμερισμάτων. Σύμφωνα με την εν λόγω συμφωνία η Εναγόμενη 1 θα ανέπτυσσε το ακίνητο και θα επιβαρύνετο με όλες τις αναγκαίες δαπάνες για ανέγερση εντός αυτού 47 διαμερισμάτων. Εις αντάλλαγμα ο Ενόρκως Δηλών θα μεταβίβαζε το ½ του ακινήτου στην Εναγόμενη 1 και θα παραχωρούσε σε αυτή την αποκλειστική κατοχή και εκμετάλλευση των διαμερισμάτων για περίοδο οκτώ ετών, ήτοι από 1/11/1994 έως 31/10/
- Η Εναγόμενη 1 για την αποκλειστική εκμετάλλευση των διαμερισμάτων θα κατέβαλλε στον Ενόρκως Δηλούντα για την περίοδο από 1/11/1991 έως 31/10/1998 ποσό Λ.Κ.13.000 ετησίως και για την περίοδο από 1/11/1998 έως 30/10/2002 Λ.Κ.15.000 ετησίως. Η Εναγόμενη 1 θα ήταν υποχρεωμένη να οικοδομήσει τα διαμερίσματα, να τα επιπλώσει και εξοπλίσει ώστε αυτά να είναι σε θέση να λειτουργήσουν ως οργανωμένα διαμερίσματα Κατηγορίας Α΄ συμφώνως των όρων του ΚΟΤ και επίσης να εξασφαλίσουν όλες τις απαραίτητες από τις αρμόδιες αρχές άδειες. Συμφωνήθηκε επίσης ότι ο ενόρκως δηλών θα ίδρυε εταιρεία στην οποία θα μεταβίβαζε το ½ του ακινήτου και η οποία εταιρεία θα δεσμευόταν από τους όρους της συμφωνίας, η δε Εναγόμενη 1 θα ήταν υπόχρεη να αποδεχτεί την υποκατάσταση του Ενόρκως Δηλούντα από την Εταιρεία. · Ακολούθως ο Ενόρκως Δηλών μεταβίβασε το ½ του ακινήτου, που παρέμεινε δηλαδή στην ιδιοκτησία του, στην Ενάγουσα Εταιρεία εκχωρώντας προς αυτούς όλα τα δικαιώματα που προέκυπταν από τη Συμφωνία 19/11/1993, γεγονός το οποίο περιήλθε σε γνώση της Εναγόμενης και η τελευταία συμφώνησε. · Στις 22/12/1999 οι διάδικοι υπέγραψαν επιπρόσθετη και τροποποιητική συμφωνία (εφεξής «η τροποποιητική συμφωνία»), ρητοί όροι της οποίας ήταν όπως η Ενάγουσα παραχωρήσει και ενοικιάσει το μερίδιο της στο ακίνητο για επιπρόσθετη περίοδο οκτώ ετών, ήτοι μέχρι 31/10/2010 και εις αντάλλαγμα συμφωνήθηκε ως ενοίκιο για την περίοδο από 1/11/1999 έως 31/10/2010 ποσό €63.218,25 ετησίως, το οποίο θα καταβάλλετο σε δύο δόσεις. · Η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να τηρήσει τις υποχρεώσεις της με αποτέλεσμα την 31/10/2010, που έληξε η τροποποιητική συμφωνία και μέχρι σήμερα, τα διαμερίσματα να μην είναι αποπερατωμένα, επιπλωμένα και εξοπλισμένα ώστε να μπορούν να λειτουργήσουν ως οργανωμένα διαμερίσματα Κατηγορίας Α΄ και δεν έχουν εξασφαλιστεί οι απαραίτητες άδειες. Επιπλέον, τα διαμερίσματα δεν έχουν οικοδομηθεί με βάση τους όρους των επίδικων συμφωνιών. · Ενόψει των ανωτέρω οι Ενάγοντες αξιώνουν την ειδική εκτέλεση των συμφωνιών ημερ. 19/11/1993 και 22/12/1999 ως επίσης και αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες που υπέστησαν ήτοι: (α) €260.000 ειδικές ζημιές (διαφορά ενοικιαστικής αξίας από 31/10/2010 έως 31/12/2012, ήτοι 26 μήνες επί €10.000). (β) €10.000 μηνιαίως από 1/1/2013 μέχρι παράδοσης του ½ των διαμερισμάτων προς την Ενάγουσα. (γ) €1.682.575,00 ως ειδικές αποζημιώσεις. · Στις 7/2/2017 ο Ενόρκως Δηλών πληροφορήθηκε ότι η Εναγόμενη κατήρτισε συμφωνία πώλησης του μεριδίου της. · Αν αφεθεί να προχωρήσει η πώληση θα υποστεί τεράστια ζημιά για το λόγο ότι η Εναγόμενη δεν θα μπορεί να αποζημιώσει διότι δεν έχει οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο. · Επίσης ο Ενόρκως Δηλών δεν έχει μετρητά δια να ασκήσει το δικαίωμα option και να αγοράσει ο ίδιος το επίδικο μερίδιο. Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση με παρόμοια νομική βάση, στην οποία εξειδικεύεται αριθμός λόγων ένστασης, μεταξύ των οποίων είναι και οι ακόλουθοι: · Οι αιτητές δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ως όφειλαν όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση του Δικαστηρίου. · Οι Αιτητές/Ενάγοντες παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο την Υποθήκη 1667/07, ημερ.20/06/2007, η οποία βαρύνει τα τεμαχ. 299 και 300, Φ/Σχ. 2-295κ-378, τμ. 15 στην περιοχή Φούκας ή/και αρ. τεμ. 341/2 και 342/2, Φ/Σχ. 33/64, τοποθεσία Περνέρα στα διοικητικά όρια του Δήμου Παραλιμνίου. · Οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν την αξία των τεμαχίων 299 και 300, Φ/Σχ. 2-295κ-378, τμ. 15 στην περιοχή Φούκας ή/και αρ. τεμ. 341/2 και 342/2, Φ/Σχ. 33/64, τοποθεσία Περνέρα στα διοικητικά όρια του Δήμου Παραλιμνίου. · Το εκδοθέν μονομερώς προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 23/02/2017 με το οποίο εμποδίζεται η μεταβίβαση, πώληση, υποθήκευση ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση ή αποξένωση των πιο πάνω τεμαχίων, ιδιοκτησίας των Καθ' ων η αίτηση/Εναγομένων 1, εκδόθηκε επί ματαίω αφού ήδη αυτά πωλήθηκαν στις 18/1/
- · Η πώληση των μεριδίων των τεμαχίων η οποία έγινε δυνάμει γραπτής σύμβασης, η οποία ήδη βαρύνει τα μερίδια των Καθ' ων η αίτηση/Εναγομένων 1, κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και σε καμία περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε για να εμποδιστούν οι Ενάγοντες/Αιτητές σε περίπτωση που πετύχει η αγωγή να ικανοποιηθούν, καθότι και τα δύο τεμάχια βαρύνονται με προγενέστερη υποθήκη που ξεπερνά τα €2.500.000,00, γεγονός το οποίο οι Ενάγοντες/Αιτητές γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν και παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο. · Οι αιτητές/ενάγοντες δεν έχουν εισάξει επαρκή μαρτυρία που να αποδεικνύεται η ισχυριζόμενη αφερεγγυότητα και/ή η ισχυριζόμενη δεινή οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση/εναγομένων
- · Δεν δικαιολογείτο το κατεπείγον της αίτησης για να εκδοθεί μονομερώς το προσωρινό Διάταγμα του οποίου ζητείται η οριστικοποίηση. · Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου Ν.14/
- Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 2 μοναδικού διευθυντή της Εναγόμενης 1, στην οποία αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: § Ο ισχυρισμός ότι η πώληση των μεριδίων ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1 στην ετ. Arpa Suite θα έχει ως συνέπεια, εάν κερδίσει την υπόθεση η Ενάγουσα, να μην μπορεί να εισπράξει δεν είναι αποδεκτός. Αμφότερα τα μερίδια είναι βεβαρημένα με την Υποθήκη 1667/07 ημερ. 20/6/07 προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου για ποσό που ξεπερνά τα €2.500.000 για οφειλή της ετ. Napaland Estates Ltd, γεγονός το οποίο η Ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο. § Η Εναγόμενη ως ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας είχε δικαίωμα να πωλήσει την περιουσία της και ειδικότερα κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης πώλησης των δύο πιο πάνω τεμαχίων αφού δεν εμποδίζετο χωρίς να περιορίζεται καθ΄οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα της Ενάγουσας, κατά το στάδιο της μεταβίβασης στους αγοραστές, να εξασκήσει το δικαίωμα που ο νόμος της παρέχει. § Η εταιρεία Napaland Estates Ltd προς όφελος της οποίας η Εναγόμενη 1/Καθ' ης η Αίτηση ενέγραψε την υποθήκη Υ1667/07 ζήτησε από την Τράπεζα Κύπρου να εξετάσει αίτημα της για αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων της, αίτηση η οποία εγκρίθηκε και ένας από τους όρους, ήταν, μεταξύ των άλλων, τα μερίδια της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η Αίτηση τα οποία βαρύνοντο με την υποθήκη Υ166707 να προσφερθούν και να μεταβιβαστούν στην Τράπεζα Κύπρου για το συνολικό ποσό των €917.000,00, παρά το ότι εξασφάλιζαν ποσό πέραν των €2.500.000,
- § Η Εναγόμενη 1/Καθ' ης η Αίτηση στη βάση του σχεδίου της Τράπεζας Κύπρου προς την εταιρεία Napaland Estates Ltd και συγκεκριμένα στη βάση του ότι η Τράπεζα θα δεχόταν να αποκτήσει τα μερίδια της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η Αίτηση επί των δύο πιο πάνω ακινήτων αντί του ποσού των €917.000,00, προκειμένου να περισώσει την περιουσία της, συζήτησε με εταιρεία της οικογένειας Arpa Suite και η τελευταία προσφέρθηκε να αγοράσει τα μερίδια της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η Αίτηση αντί του ποσού των €800.000,00 το οποίο να καταβάλει απευθείας στην Τράπεζα Κύπρου νοουμένου ότι με την εξόφληση η Τράπεζα θα συναινούσε να αποδεσμευτούν τα τεμάχια από την υποθήκη. § Με δεδομένο ότι η πώληση ήδη έχει γίνει και απλώς παραμένει ο τρόπος αποπληρωμής, η αδυναμία που εκφράζεται από τον ενόρκως δηλούντα στην Αίτηση να εξασκήσει το δικαίωμα του (option) για να αγοράσει τα πωλούμενα μερίδια είναι άνευ σημασίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στο Άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6. Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ΄όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο Άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το άρθρο αυτό κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων[4]. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στην παράγρ. 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:- (Ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής. (ΙΙ) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ.6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[5]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[6]. Το στοιχείο του κατεπείγοντος Πριν όμως το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.
- Το Άρθρο 9
(1)του ΚΕΦ.6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Όπως έχει νομολογηθεί το υπαρκτό του στοιχείου του κατ' επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Παραπέμπω σχετικά στην Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ 1475[7], η οποία αναφέρεται και στις υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 και Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179:- «Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ 203, 207[8] ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- «... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά ώμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντίδικου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Για το θέμα του κατεπείγοντος σχετικές είναι οι παραγράφοι
(11),
(12)και
(13)από τις οποίες προκύπτει ότι αφού ο ενόρκως δηλών Διευθύνων Σύμβουλος της Ενάγουσας πληροφορήθηκε στις 7/2/17 για την κατάρτιση της γραπτής Συμφωνίας, Τεκμήριο 1, προχώρησε στις 22/2/17 με την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Όπως έχει νομολογηθεί, το κρίσιμο στοιχείο για την Αίτηση και την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος δεν είναι ο χρόνος έγερσης της Αγωγής και ο χρόνος που προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα ενός Αιτητή, αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του Αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία[9]. Στην προκειμένη περίπτωση το θέμα κατέστη κατεπείγον από τη στιγμή της πληροφόρησης της Ενάγουσας/Αιτήτριας περί της πρόθεσης της Εναγόμενης 1/Καθ΄ ης η Αίτηση να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή άλλως αποξενώσουν το επίδικο ακίνητο, το οποίο, με βάση τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας,[10] αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο των Εναγομένων, Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, θεωρώ ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος έχει καταδειχθεί. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Η Εναγόμενη 1/Καθ΄ης η Αίτηση μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλείται για σκοπούς ακύρωσης των Προσωρινών Διαταγμάτων που εκδόθηκαν στην παρούσα υπόθεση είναι αυτός που αφορά την από πλευράς Εναγόντων/Αιτητών μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτείτο την έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού Διατάγματος να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι κατά το στάδιο της έκδοσης του δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων η οποία ενδεχομένως να επηρέασε το Δικαστήριο. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί[11]. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, 601-602: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ..... .................. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. ..... Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Οι αρχές που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Bloczek Limited v. Vianova Holding Limited
(2013)1 Α.Α.Δ. 1460 ως ακολούθως: «Είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου της επιεικείας ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή, την υποχρέωση αποκάλυψης στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Τέτοιες αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως και γι' αυτό ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή οποιαδήποτε γεγονότα θα εγνώριζε αν ασκούσε εύλογη επιμέλεια, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (τον αντίδικο του) και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό... Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την ύψιστη καλή πίστη που ο αιτητής πρέπει να επιδείξει ερχόμενος στο δικαστήριο και ζητώντας θεραπεία σύμφωνα με το δίκαιο της επιεικείας....» Επιπλέον να σημειώσω ότι ο Αιτητής οφείλει να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα και δεν εναπόκειται σε αυτόν να κρίνει ποια έχουν σημασία και ποια όχι. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την αίτηση. Ως ζητήματα που αφορούν μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων η πλευρά των Εναγομένων επικαλείται τα ακόλουθα: i. Παράλειψη αποκάλυψης της ύπαρξης της υποθήκης Υ1667/07 ημερ. 20/6/07 η οποία βαρύνει τα δύο ακίνητα. ii. Παράλειψη αποκάλυψης ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια είναι συνιδιοκτήτες των δύο ακινήτων μαζί με τους Εναγόμενους κατά το ½ μερίδιο. iii. Παράλειψη αποκάλυψης ότι η πώληση του ακινήτου προηγήθηκε της Αίτησης. Αναφορικά με το (ι) ανωτέρω, σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας, λέω ότι η ύπαρξη υποθήκης προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου επί του μεριδίου της Εναγόμενης 1 ήταν ένα επουσιώδες γεγονός η αποκάλυψη του οποίου δεν θα μπορούσε να επενεργήσει θετικά ή αρνητικά στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της Αίτησης για έκδοση του Διατάγματος. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι οι αρχές που διέπουν την μη αποκάλυψη γεγονότων αφορούν σε ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή επί της κρίσης του Δικαστηρίου κατά το μονομερές στάδιο εξέτασης της Αίτησης[12]. Όπως τονίζεται στο Σύγγραμμα Διατάγματα (Injunctions) Ερωτοκρίτου & Αρτέμη
(2016)στο οποίο έχω παραπεμφθεί (σελ. 166): «..Η έμφαση πλέον είναι στη μη αποκάλυψη γεγονότων τα οποία κρίνονται «ουσιώδη». Ιδιαίτερα όταν η παράλειψη δεν αποσκοπεί στο να παραπλανήσει το δικαστήριο ή όταν τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν δεν κρίνονται ουσιώδη, τότε το δικαστήριο προσεγγίζει την παράβαση με διαφορετική βάση, εφόσον δεν τίθεται θέμα αδικίας στον εναγόμενο.323 Το ίδιο στις περιπτώσεις που η μη αποκάλυψη οφείλεται σε αμέλεια.324 Όμως, όπου διαφαίνεται οποιαδήποτε σκοπιμότητα στην απόκρυψη, τότε το δικαστήριο προχωρεί, χωρίς δισταγμό, στην άμεση ακύρωση του διατάγματος..» Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Γεωργίου v. Σταύρου κ.ά Έφεση Αρ. 32/2012, ημερ. 8/12/15 (από τον Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στ. Ναθαναήλ) και ισχύει, κατά την εκτίμηση μου, και στην παρούσα υπόθεση, το γεγονός της ύπαρξης της υποθήκης προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου για οφειλή της Napaland Estates Ltd η οποία εν πάση περιπτώσει λειτουργούσε εναντίον του συμφέροντος της Ενάγουσας/Αιτήτριας διότι περιόριζε, στην πραγματικότητα, την αξία του ακινήτου που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς όφελος της απαίτησης της, δεν θα μπορούσε, εν προκειμένω, να δικαιολογήσει την ακύρωση του εκδοθέντος Διατάγματος. Καθόσον αφορά το (ιι) ανωτέρω θεωρώ ότι ουδόλως ισχύει με βάση τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε στην παρούσα Αίτηση. Η αναφορά εξάλλου στο δικαίωμα προαγοράς της Ενάγουσας (option) στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης της Αίτησης είναι στη βάση του ότι η Ενάγουσα είναι συνιδιοκτήτης στο ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου. Τέλος σε σχέση με το (ιιι) ανωτέρω διαπιστώνεται ότι η πλευρά της Ενάγουσας μέσω των όσων αναφέρει στην ένορκη της δήλωση αλλά και μέσω της επισύναψης του Τεκμηρίου 1 ξεκάθαρα έχει αποκαλύψει το γεγονός της κατάρτισης στις 18/1/2017 Γραπτής Πώλησης του ακινήτου με αποτέλεσμα να μην προκύπτει οποιαδήποτε απόκρυψη ή παράλειψη αποκάλυψης του εν λόγω γεγονότος. Κατ΄ακολουθίαν των πιο πάνω είναι η κρίση μου πως ουδεμία μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων υπήρξε στην παρούσα υπόθεση και, ως εκ τούτου, η αντίθετη θέση της Εναγόμενης 1 απορρίπτεται. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται στην παρούσα υπόθεση οι προϋποθέσεις που προνοούνται από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 και το Άρθρο 5 του Κεφ.6. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32
(1)για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση ως και την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής που θέτει το Άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 και επαναλαμβάνοντας ότι το θέμα αυτό κρίνεται από τα δικόγραφα, διαπιστώνω ότι εγείρεται θέμα μη εκπλήρωσης από την Εναγόμενη 1 συμβατικών υποχρεώσεων που ανέλαβε στη βάση γραπτών Συμβάσεων που συνήψε με την Ενάγουσα με συνέπεια την πρόκληση ζημιών στην Ενάγουσα. Συγκεκριμένα, με βάση τα όσα εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης, συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 η ανάπτυξη του ακινήτου με την ανέγερση εντός αυτού 47 διαμερισμάτων και ακολούθως η Ενάγουσα συμφώνησε να ενοικιάσει το μερίδιο της στο ακίνητο. Οι δε Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν την τήρηση των επίδικων Συμφωνιών. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και έτσι υπέστη ζημιές ή και απώλειες. Αξιώνει, μεταξύ άλλων ειδική εκτέλεση των επίδικων Συμφωνιών, το ποσό των €260.000.- ως ειδικές ζημιές, το ποσό των €10.000.- μηνιαίως από 1.1.13 και μέχρι την παράδοση των διαμερισμάτων στην Ενάγουσα και το ποσό €1.682.575 ως ειδικές ζημιές αναφορικά με το κόστος των εργασιών που απαιτούνται για συμπλήρωση και αποπεράτωση των διαμερισμάτων. Υπενθυμίζω ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Εκείνο το οποίο προκύπτει, με βάση το σύνολο της Έκθεσης Απαίτησης και τις αιτούμενες θεραπείες που περιέχονται, είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά την κατ΄ ισχυρισμό παράβαση Συμφωνίας από μέρους της Εναγομένης 1 και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό η Ενάγουσα να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Η Ενάγουσα πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και την προφορική μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων εκατέρωθεν. Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση αμφότεροι οι διάδικοι έχουν περιοριστεί στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Η πλευρά της Ενάγουσας, μέσω της ενόρκου δηλώσεως της που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, βασικά επαναλαμβάνει και υιοθετεί το περιεχόμενο της Έκθεση Απαίτησης. Από την άλλη η Εναγόμενη 1, αφού αρνείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας και ειδικότερα το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, εις απάντηση επικαλείται την τροποποιημένη Υπεράσπιση που καταχώρησε υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο της. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι με τα όσα η πλευρά του Ενάγοντα έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 και τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 5 του Κεφ.6. εγείρεται προς εξέταση κατά πόσο η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε κάποιο τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ της. Επισημαίνεται ότι η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης[13]. Στην ένορκη του δήλωση ο Διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας έχει ισχυριστεί ότι οι Εναγόμενοι δεν θα μπορούν να τον αποζημιώσουν διότι δεν έχουν οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο εκτός από το μερίδιο τους στο ακίνητο. Η Εναγόμενη 1 παραπονείται ότι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι δεν θα μπορούν να την αποζημιώσουν εάν προχωρήσει η μεταβίβαση και θα υποστεί τεράστια ζημιά διότι δεν έχουν άλλο περιουσιακό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται με πραγματική μαρτυρία. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό ότι το Άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 προνοεί για δέσμευση τόσης περιουσίας, όσο θα επαρκεί για ικανοποίηση της απαίτησης, μαζί με τα έξοδα. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου ότι στην υπό εξέταση περίπτωση η Ενάγουσα δεν ανέφερε την αξία του επίδικου ακινήτου του οποίου προώθησε τη δέσμευση ενώ δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε εκτίμηση αναφορικά με την αξία του επίδικου ακινήτου. Τα μόνα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να έχουν κάποια σημασία και να δώσουν κάποια ένδειξη σε σχέση με αυτό το θέμα είναι το συμφωνηθέν τίμημα αγοράς του επίδικου ακινήτου με βάση τη Συμφωνία Πώλησης ημερ. 18/1/17 η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη Δήλωση της υπό κρίση Αίτησης. Όπως προκύπτει και είναι παραδεκτό και από την πλευρά της Εναγόμενης 1, αυτό ανέρχεται στο ποσό των €800.000. Να ξεκαθαρίσουμε ότι το ποσό που, συμφωνήθηκε για την αγορά του επίδικου ακινήτου δεν ταυτίζεται πάντοτε και σε κάθε περίπτωση με την ίδια την αξία ενός ακινήτου. Θα μπορούσε, ωστόσο, να αποτελέσει κάποιου είδους ένδειξη. Από την άλλη η Εναγόμενη 1 δεν έχει ισχυριστεί ότι δεσμεύτηκε με περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας. Έπειτα πέραν της γενικής άρνησης από τον Διευθυντή της Εναγόμενης 1 της παραγράφου 13 της ένορκης δήλωσης του Διευθύνοντα Συμβούλου της Ενάγουσας αυτής στο σύνολο της - στην οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν άλλο περιουσιακό στοιχείο - ουδεμία πληροφόρηση δίδεται από την Εναγόμενη 1 αναφορικά με την ευρύτερη περιουσία της. Ούτε αποκαλύπτεται κατά πόσο έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία. Έχω τη γνώμη ότι η πλευρά της Ενάγουσας έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου αρκετό υλικό που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση μη δέσμευσης του επίδικου ακινήτου, η απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ της πιθανόν να μείνει στο τέλος ανικανοποίητη. Η Εναγόμενη 1 μπορούσε δε κάλλιστα να αμφισβητήσει τις πιο πάνω αναφορές της Ενάγουσας και να ζητήσει να αντεξετάσει την Ενάγουσα, γεγονός που δεν επέλεξε να πράξει. Απ΄ όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει το τρίτο κριτήριο τόσο με συγκεκριμένη μαρτυρία για την πρόθεση αποξένωσης του επίδικου ακινήτου - εφόσον ο καταρτισμός Συμφωνίας Πώλησης του μεριδίου της Εναγόμενης 1 με βάση το Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης της Αίτησης δεν έχει αμφισβητηθεί αλλά, αντίθετα, με βάση τα όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση της Ένστασης, αποτέλεσε κοινό έδαφος - όσο και σε συνάρτηση με την πιθανή επίδραση που τέτοια αποξένωση θα είχε επί της απαίτησης της Ενάγουσας. Eπισημαίνεται ότι δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγόμενου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον διαδραματισθούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί.[14] Στην προκειμένη περίπτωση με δεδομένη την κατάρτιση Συμφωνίας Πώλησης του ακινήτου αντικείμενο του υπό κρίση Διατάγματος ο κίνδυνος μεταβίβασης και αποξένωσης του δεν είναι πλέον θεωρητικός αλλά αντίθετα ορατός και αναμενόμενος. Ως εκ τούτου η θέση των Εναγομένων ότι εφόσον η πώληση του έχει λάβει χώρα το Διάταγμα είναι άνευ σημασίας είναι σαφέστατα ανεδαφική. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη.[15] Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του «status quo»[16]. Ένα διάταγμα εκδίδεται αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και προς εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης, δηλαδή τη διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν, ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Στην M. & M. Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, αφού γίνεται αναφορά στις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση, υποδεικνύεται μεταξύ άλλων στη σελ. 609 ότι: "When the above requirements are satisfied, the Court must proceed to examine whether the balance of convenience favours the grant or refusal of the interlocutory relief sough. In balancing matters relevant to convenience an important consideration centres round the need to preserve the status quo. By the expression "preservation of the status quo" we mean the position prevailing when the defendant embarked on the activity sough to be restrained. (The Cyanamid case; Smith and Others v. Inner London Education Authority, [1978] 1 All E.R.411; Bryanston Finance Ltd. v. de Vries (No.2), [1976] 1 All E.R. 25)." Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας υπόψη τη φύση της παρούσας υπόθεσης το ισοζύγιο της ευχέρειας θεωρώ ότι κλίνει υπέρ της Ενάγουσας, ότι, δηλαδή, είναι δίκαιο και πρόσφορο να εγκριθεί η Αίτηση και να εκδοθεί το αιτούμενο στην παράγραφο
(1)της Αίτησης Διάταγμα. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το εν λόγω Διάταγμα και η Ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της εναντίον των Εναγομένων υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων της. Συγκεκριμένα στην περίπτωση που η Ενάγουσα/Αιτήτρια επιτύχει στις διεκδικήσεις της και η πλευρά της Εναγομένης 1 στο μεταξύ δεν εμποδιστεί να αποξενώσει το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο, τότε ο κίνδυνος να παραμείνει ανικανοποίητη η όποια απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας είναι ορατός. Η έκδοση του Διατάγματος στην υπό συζήτηση περίπτωση ενέχει, συνεπώς, τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Από την άλλη δεν φαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε ζημιά ή δυσμενής επηρεασμός σε βάρος των Εναγομένων με την έκδοση του Διατάγματος αυτού. Εν πάση δε περιπτώσει η Εναγόμενη 1 δεν αναφέρει στην ένορκο δήλωση της οτιδήποτε ως προς το ενδεχόμενο πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς στην ίδια αν εκδοθεί το αιτούμενο στην παράγρ.
(1)της υπό κρίση Αίτησης Διάταγμα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξή μου ότι η Ενάγουσα πέτυχε να στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 σε συσχετισμό με εκείνες του Άρθρου 32 του Ν.14/60 με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η οριστικοποίηση του Διατάγματος της παραγράφου 1 της υπό κρίση Αίτησης. Ως αποτέλεσμα το προσωρινό Διάταγμα που εξεδόθη στη βάση της παραγράφου 1 της Αίτησης καθίσταται απόλυτο με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας/Ενάγουσας και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση/Εναγόμενης 1 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο κατά το πέρας της υπόθεσης. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Demades Overseas v. Studio Ma.st Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 799 και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692 σελ. 701: «Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. ............................................... Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». [5] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [6] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [7] Δέστε Αναστασία Κιτρομιλίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ Π.Ε. 11927 και 11928 ημερ. 22.9.05 και Κώστας Καλογήρου ν. C.C.F. CREDIT CAPITAL FINANCE LTD Π.Ε. 11895 ημερ. 28.9.05, Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investment) Ltd,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2029 [8] Δέστε και την απόφαση Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd
(2011)1.Α.Α.Δ.1377. [9] Δέστε Χριστοδούλου v. Vraets
(1999)1 ΑΑΔ 1475, στη σελ. 1481. [10] Δέστε παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης της Αίτησης: «Αν αφεθεί να προχωρήσει η πώληση θα υποστώ τεράστια ζημιά για τον λόγο ότι οι εναγόμενοι δεν θα μπορούν να με αποζημιώσουν διότι δεν έχουν οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο..» [11] Δέστε Louis Vuitton v. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463. [12] Δέστε την υπόθεση Σάββα v. Τηλεμάχου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2081. [13] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [14] Δέστε Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση ης δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία..» Δέστε επίσης LARTICON LTD. v. DETERGENTA DEVELOPMENTS LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121 [15] Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle." [16] Δέστε Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 με αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another
(1979)F.S.R. 571. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο