← Κύπρος

ΕΛΕΑΝΑ ΖΑΝΝΕΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ZOLTAN ROZSA, Αρ. Αγωγής? 951/17, 27/4/2018

ΕΛΕΑΝΑ ΖΑΝΝΕΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ZOLTAN ROZSA, Αρ. Αγωγής? 951/17, 27/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιονː Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγήςː 951/17 Μεταξύː ΕΛΕΑΝΑ ΖΑΝΝΕΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, από Λάρνακα Ενάγουσας -και- ZOLTAN ROZSA, από Ουγγαρία Εναγόμενου Ημερομηνία꞉ 27 Απριλίου, 2018 Εμφανίσειςː Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κ. Νικόλας Γ. Νικολάου Για τον Εναγόμενο, μέσω της Κοινοπραξίας Ασφαλιστών Οχημάτων Δημόσιας Χρήσης και Μη Αποδεκτών Κινδύνων - Αιτητή: κ. Αλέξανδρος Κουκούνης, για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με αίτηση του Ενάγοντος - Αιτητή, ημερομηνίας 2.11.2017 Στις 30.6.2018 καταχωρήθηκε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2,R.1) από την ως άνω Ενάγουσα εναντίον του ZOLTAN ROZSA, Αρ. Διαβ. ΒΕ1629871 από Ουγγαρία, αξιώνοντας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και τραυματισμούς, πόνο και ταλαιπωρία, μόνιμες βλάβες και/ή μερική ανικανότητα, απώλεια και ζημιές που η Ενάγουσα υπέστηκε συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που επισυνέβηκε κατά ή περί την 9.12.2016 καθ'ον χρόνο η Ενάγουσα ήταν οδηγός στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KVT108 και το οποίο ατύχημα επεσυνέβη στην Γέφυρα Πύλας της Επαρχίας Λάρνακας συνεπεία της αποκλειστικής και/ή της σε μέγιστο βαθμό συντρέχουσας αμέλειας του Εναγόμενου, ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΖΚΧU282 επί του ιδίου δρόμου με αντίθετη κατεύθυνση έχοντας εισέλθει και/ή οδηγώντας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα τη μετωπική σύγκρουση των δύο ενεχόμενων οχημάτων, πλέον νόμιμο τόκο από 9.12.2016 και δικηγορικά έξοδα, πλέον ΦΠΑ. Στις 18.7.2017 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση από τον Εναγόμενο μέσω του δικηγορικού γραφείου Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., με την οποία ζητούσε άδεια του Δικαστηρίου όπως ο Εναγόμενος καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή υπό αίρεση (conditional appearance) επί τω ότι ο Εναγόμενος είχε πρόθεση να αιτηθεί τον παραμερισμό και/ή τη διαγραφή και/ή την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής και της σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου αυτής, λόγω κακής επίδοσης και/ή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και/ή λόγω μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος. Στις 27.9.2017 το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της πιο πάνω αίτησης, ενέκρινε το αίτημα για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης υπό αίρεση (conditional appearance) και καθόρισε σε 45 ημέρες από την καταχώριση του εν λόγω σημειώματος το χρόνο εντός του οποίου θα έπρεπε να καταχωρηθεί τυχόν αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου ή/και της σφράγισής του ή/και της επίδοσής του. Στις 11.10.2017 καταχωρήθηκε το Σημείωμα Εμφάνισης υπό διαμαρτυρία αναφέροντας ότι η εμφάνιση γίνεται για τον Εναγόμενο «ZOLTAN ROZSA, μέσω της Κοινοπραξίας Ασφαλιστών Οχημάτων Δημόσιας Χρήσης και Μη Αποδεκτών Κινδύνων». Στις 2.11.2017 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο Εναγόμενος - Αιτητής αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες꞉ «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον παραμερισμό (set aside) ή/και την ακύρωση ή/και την διαγραφή ή/και απόρριψη του γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ημερομηνίας 30/6/2017. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον παραμερισμό (set aside) ή/και την ακύρωση της σφράγισης του γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ημερομηνίας 30/6/2017. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον παραμερισμό (set aside) ή/και την ακύρωση της επίδοσης του γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ημερομηνίας 30/6/2017 στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών Οχημάτων Δημόσιας Χρήσης και μη Αποδεκτών Κινδύνων. Δ. Οποιαδήποτε άλλο Διάταγμα ή/και θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει πρέπον υπό τις περιστάσεις. Στ. Έξοδα συν Φ.Π.Α. (αρ. μητρώου 10247705Ν) και το τέλος επίδοσης.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8

(1)(e)(f)(r.1), 9, 9(h)(j)(o)(u),10-13, Δ.16.Θ.9, Δ.17.Θ.10, Δ.27.Θ.1, 2, 3, Δ.2 Θ.1, 2, 3-5, 6, 7-8, 9, 10-15, Δ.5.Θ.1-10, Δ.5Α, Δ.5Β, Δ.6 Θ.1(a)-(h), 2-3, 4, 5-9, Δ.19.Θ.26, Δ.39.Θ.1-21, Δ.57 Θ.1-4, Δ.59-Θ.1-35, Δ.64.Θ1-2, Δ.9.Θ.1-12, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6 άρθρα 1, 2, 3, 4-101, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, N.14/60, άρθρα 1, 2, 2-3-28, 29
(1)(α-)(ε)
(2)-
(4), 30-73, στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ.1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007, άρθρα 1-26, στον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμο του 2000, Ν. 96 (Ι)/2000, άρθρα 1, 2, 3-15, 16-22, 23
(1)
(2)
(3), 27, 28
(1)
(2), 29 (α) (β) (γ), 30, 32, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, άρθρα 1-69, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και του Κοινοδικαίου, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης καθώς επίσης στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγovότα στα oπoία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 2.11.2017, της κας Τατιάνας Λοϊζίδου, και στα γεγονότα που διαφαίνονται από το φάκελο της παρούσας υπόθεσης. Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Λοϊζίδου παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιο꞉
  1. «Είμαι Προϊστάμενη Τμήματος Απαιτήσεων της Κοινοπραξίας Ασφαλιστών Οχημάτων Δημόσιας Χρήσης και μη Αποδεκτών Κινδύνων, η οποία είναι η ασφαλιστική εταιρεία στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος-αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής. Γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από ιδία και προσωπική γνώση και από το φάκελο της υπόθεσης που έχω στην κατοχή μου και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση. Για όσα θέματα είναι νομικής φύσεως έχω λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του εναγόμενου-αιτητή, Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., από τη Λάρνακα.
  2. Στις 30/6/2017 καταχωρήθηκε από την ενάγουσα το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ημερομηνίας 30/6/2017 εναντίον του εναγόμενου-αιτητή ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος Ουγγαρίας.
  3. Στις 6/7/2017 επιδόθηκε το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ημερομηνίας 30/6/2017 στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών Οχημάτων Δημόσιας Χρήσης και μη Αποδεκτών Κινδύνων, η οποία είναι η ασφαλιστική εταιρεία στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος-αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής.
  4. Στις 27/9/2017 μετά από μονομερή αίτηση ημερ. 18/7/2017, εκδόθηκε Διάταγμα με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στον εναγόμενο-αιτητή να καταχωρήσει εμφάνιση υπό αίρεση (conditional appearance) στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εντός 7 μερών από τη σύνταξη του διατάγματος και καθορίστηκε χρόνος 45 μερών από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, για την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού από τον εναγόμενο.
  5. Στις 11/10/2017 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία εκ μέρους του εναγόμενου.
  6. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι του εναγόμενου-αιτητή, η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η σφράγιση του ρηθέντος γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ημερομηνίας 30/6/2017 και η επίδοση του πάσχει από σωρεία παρατυπιών και είναι αντικανονική και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ή/και διαγραφεί ή/και παραμεριστεί ή/και ακυρωθεί για τους πιο κάτω λόγους: (α) Κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ημερομηνίας 30/6/2017 καταχωρήθηκε και σφραγίστηκε χωρίς προηγουμένως να ληφθεί η άδεια του Δικαστηρίου καθ' ότι προοριζόταν για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, μια και ο εναγόμενος-αιτητής είναι υπήκοος Ουγγαρίας και καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο της έγερσης της παρούσας αγωγής ήταν και είναι μέχρι σήμερα κάτοικος Ουγγαρίας εκτός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. (β) Κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ημερομηνίας 30/6/2017, επιδόθηκε στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών Οχημάτων Δημόσιας Χρήσης και μη Αποδεκτών Κινδύνων χωρίς να ληφθεί προηγουμένως άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, μια και ο εναγόμενος-αιτητής είναι υπήκοος Ουγγαρίας και καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο της έγερσης της παρούσας αγωγής ήταν και είναι μέχρι σήμερα κάτοικος Ουγγαρίας, εκτός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. (γ) Κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ημερομηνίας 30/6/2017, επιδόθηκε στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών Οχημάτων Δημόσιας Χρήσης και μη Αποδεκτών Κινδύνων χωρίς να ληφθεί προηγουμένως άδεια του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση σύμφωνα με τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμο του 2000, Ν. 96 (Ι)/
  7. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι του εναγόμενου-αιτητή και ενόψει των ανωτέρω, πιστεύω ότι είναι ξεκάθαρο, ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις και για την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης στην παρούσα υπόθεση όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα όπως αναφέρονται στο αιτητικό Α-Δ της αίτησης του εναγόμενου-αιτητή, τα οποία υιοθετώ ως αναπόσπαστο μέρος της παρούσας ένορκης δήλωσής μου για σκοπούς μη επανάληψης τους και όπως εγκριθεί η παρούσα αίτηση με έξοδα υπέρ του εναγόμενου-αιτητή και εναντίον της ενάγουσας-καθ'ής η αίτηση.
  8. Για τους πιο πάνω λόγους εξαιτούμαι ως η αίτηση του εναγόμενου-αιτητή.». Η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση του Αιτητή στις 21/12/2017 προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης:
  9. «Η επίδικη αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
  10. Η επίδικη αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και προωθείται καταχρηστικά. Συγκεκριμένα, οι Αιτητές αιτούνται τον παραμερισμό και/ή ακύρωση και/ή διαγραφή και/ή απόρριψη του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο κλητηρίου εντάλματος ενώ η Ενάγουσα/Καθής η Αίτηση έχει ήδη εξασφαλίσει Διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης του κλητηρίου στους Αιτητές.
  11. Η επίδικη αίτηση προτρέχει των διαβημάτων που η Ενάγουσα/Αιτήτρια νενομισμένα δικαιούται να προωθήσει στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το στοιχείο (Γ) του αιτητικού της επίδικης αίτησης ημερομηνίας 02-11-2017, οι Αιτητές αιτούνται τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος ενώ το Διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης του σε αυτούς εκδόθηκε κατά την 20-11-
  12. Η ιδιωτική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή που έλαβε χώρα κατά την 06-07-2017 δεν έγινε για λογαριασμό του Εναγόμενου. Οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις προνοούν την αποστολή και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο γνωστοποίηση της δικαστικής διαδικασίας στους Αιτητές. Η δε Ενάγουσα/Αιτήτρια επέλεξε την ιδιωτική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Αιτητές χωρίς ωστόσο να εξαλείφεται c και να εκμηδενίζεται το δικαίωμα της σε εξασφάλιση Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στους Αιτητές μεταγενέστερα.
  13. Οι Αιτητές δεν δικαιούνται στην προώθηση της παρούσας αίτησης καθότι με την ιδιωτική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτούς επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε η βέβαιη γνωστοποίηση σε αυτούς ότι η Ενάγουσα/Καθής η Αίτηση καταχώρησε την παρούσα αγωγή και ότι ουσιαστικά προτίθετο να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για υποκατάστατη επίδοση του στον Εναγόμενο.
  14. Η επίδικη αίτηση προωθείται επί σκοπώ καθυστέρησης εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.
  15. Σύμφωνα με το Άρθρο 23 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου) Νόμο και δεδομένης της μη διαμονής του Εναγόμενου εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας και επομένως αδυναμίας επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος, κατόπιν του Διατάγματος που εξασφαλίστηκε κατά την 20-11-2017 η επίδοση στους Αιτητές λογίζεται και/ή θεωρείται ως επίδοση στον Εναγόμενο. Επομένως, η παρούσα δικαστική διαδικασία προωθείται νόμω και ουσία βάσιμα.» Η Ένσταση στηρίζεται στα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 21.12.2017, της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση από τη Λάρνακα. Παραθέτω αυτούσια την Ε/Δ της꞉
  16. «Είμαι η Ενάγουσα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης ώστε να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. Όπου αναφέρομαι σε νομικά ζητήματα, τυγχάνω πληροφόρησης από τον δικηγόρο μου κ. Νικόλα Γ. Νικολάου.
  17. Απορρίπτω το αιτητικό της επίδικης αίτησης των Αιτητών υπό τα στοιχεία (Α), (Β), (Γ), (Δ) και (ΣΤ) και τη νομική της βάση ως ελλιπή και λανθασμένη.
  18. Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της ενόρκου δηλώσεως της Τατιάνας Λοϊζίδου που συνοδεύει την επίδικη αίτηση.
  19. Αποδέχομαι το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της ενόρκου δηλώσεως της Τατιάνας Λοϊζίδου που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Ωστόσο οφείλω να εξηγήσω εν συντομία πως προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα μου εναντίον του Εναγόμενου και κατ' επέκταση εναντίον της Κοινοπραξίας Ασφαλιστών Δημόσιων Οχημάτων - Αιτητών. Κατά την 09-12-2016 ήμουν οδηγός του οχήματος με αριθμό εγγραφής KVT108 το οποίο ενεπλάκηκε σε τροχαίο ατύχημα όταν ο Εναγόμενος οδηγώντας αμελώς το όχημα ενοικιάσεως με αριθμούς εγγραφής ZKXlJ282 στον ίδιο δρόμο από την αντίθετη κατεύθυνση επί της γέφυρας Πύλας της Επαρχίας Λάρνακας, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι στην δική μου κατεύθυνση κυκλοφορίας με αποτέλεσμα την μετωπική σύγκρουση του οχήματος του με το όχημα που οδηγούσα. Προς επιβεβαίωση όσων αναφέρω επισυνάπτω ως Τεκμήριο (Α) αντίγραφο της αστυνομικής έκθεσης που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Τροχαίας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρνακας, τα γεγονότα της οποίας υιοθετώ αναφορικά με το ατύχημα. Εξ όσων γνωρίζω προσωπικά με βάση τα γεγονότα που βίωσα κατά το ατύχημα αλλά και ως συμβουλεύομαι τον Δικηγόρο μου, την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα την φέρει ο ίδιος ο Εναγόμενος και εξ αυτού του λόγου άλλωστε καταχώρησα και προώθησα την παρούσα αγωγή. Όπως πληροφορηθήκαμε από τον αστυνομικό που διερεύνησε την υπόθεση για το Τμήμα Τροχαίας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρνακας, κ. Κακουλλή, ο Εναγόμενος είναι κάτοικος Ουγγαρίας και κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές. Παραπέμπω στο σημείο (Ια) της ανωτέρω αστυνομικής έκθεσης Τεκμήριο (Α). Μετά το ατύχημα ο Εναγόμενος αναχώρησε από την Κύπρο, ωστόσο καμία ποινική δίωξη δεν ασκήθηκε εναντίον του πριν την αναχώρηση του από την Κύπρο. Το εν λόγω γεγονός καταγράφεται και στο σημείο
(9)στην αστυνομική έκθεση που επισυνάπτω ως Τεκμήριο (Α). Είναι ισχυρισμός μου ότι λόγω της μη διαμονής του Εναγόμενου στην Κύπρο, ήταν αδύνατο να επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα της ως άνω αγωγής σε αυτόν εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας και εξ αυτού του λόγου προώθησα αίτηση για την έκδοση Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης στην Κοινοπραξία — Αιτητές. Σημειωτέον ότι στο σημείο
(8)της αστυνομικής έκθεσης — Τεκμήριο (Α) διαφαίνεται ότι το όχημα ενοικιάσεως που οδηγούσε ο Εναγόμενος ήταν ασφαλισμένο στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Δημόσιων Οχημάτων — Cyprus High Risk ΡοοΙ. Διευκρινίζω ότι σύμφωνα με το Μέρος (IV) της αστυνομικής έκθεσης — Τεκμήριο (Α), η συγκεκριμένη έκθεση με όλα τα στοιχεία που διευκρινίζει, αποστάλθηκε στο δικηγόρο μου μετά τις 25-08-2017, ενώ το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο κατά την 30-06-
  1. Κατά συνέπεια, οποιοδήποτε στοιχείο σε σχέση με το καθεστώς παραμονής του Εναγόμενου στην Κύπρο, δεν ήταν σε γνώση του δικηγόρου μου κατά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος.
  2. Αποδέχομαι το περιεχόμενο της παραγράφου 3 της ενόρκου δηλώσεως της Τατιάνας Λοϊζίδου που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Υιοθετώ και επαναλαμβάνω τη θέση μου ότι σύμφωνα με το σημείο
(8)της αστυνομικής έκθεσης — Τεκμήριο (Α) διαφαίνεται ότι το όχημα ενοικιάσεως που οδηγούσε ο Εναγόμενος ήταν ασφαλισμένο στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Δημόσιων Οχημάτων — Cyprus High Risk ΡοοΙ. Ωστόσο, όσον αφορά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δια ιδιώτη επιδότη κατά την 06-07-2017 αναφέρω ότι σκοπός του δικηγόρου μου ήταν η βέβαιη γνωστοποίηση της δικαστικής διαδικασίας στην Κοινοπραξία. Θα μπορούσαμε να είχαμε προωθήσει αυτήν την γνωστοποίηση και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ωστόσο επιλέξαμε την ιδιωτική επίδοση προκειμένου να είμαστε βέβαιοι ότι θα λάβουν γνώση της απαίτησης μου και πως εκκρεμεί η συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία. Εξάλλου, μετά από αυτήν την ενέργεια προώθησα μονομερή αίτηση μου για την έκδοση Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και εκδόθηκε σχετικά Διάταγμα ημερομηνίας 20-11-
  1. Διευκρινίζω ότι η ενόρκως δηλούσα κυρία Τατιάνα Λοϊζίδου παρέλαβε προσωπικά το κλητήριο ένταλμα στις 06-07-2017 χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο (Β) αντίγραφο της ένορκης δήλωσης του Ιδιώτη επιδότη κύριου Γεώργιου Τζούρρου ημερομηνίας 07-07-2017 η οποία μιλά από μόνη της. Ακολούθως ο δικηγόρος μου δεν προέβηκε σε κάποιο δικαστικό διάβημα βασιζόμενος στην επίδοση προς την Κοινοπραξία μέχρι και την 11-10-2017 που καταχωρήθηκε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία εκ μέρους των Αιτητών. Είναι προφανές ότι αν η επίδοση που έγινε κατά την 06-07-2017 προς την Κοινοπραξία γινόταν για λογαριασμό του Εναγόμενου, ο δικηγόρος μου θα προχωρούσε σε περαιτέρω δικαστικά μέτρα. Το γεγονός ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο και παρήλθαν τρείς και πλέον μήνες για να καταχωρηθεί το σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, αποδεικνύει ότι η επίδοση στην Κοινοπραξία έγινε καθαρά για λόγους γνωστοποίησης προς την ίδια της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος.
  2. Αποδέχομαι το περιεχόμενο των παραγράφων 4 και 5 της ενόρκου δηλώσεως της Τατιάνας Λοϊζίδου που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Ωστόσο οφείλω να αναφέρω ότι οι Αιτητές προώθησαν όλα τα δικαστικά μέτρα που καταγράφονται επί των εν λόγω παραγράφων προτού προωθήσω εγώ το ενδεικνυόμενο νομικό διάβημα για την έκδοση Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στους Αιτητές. Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, η παρούσα αίτηση προωθείται από τους Αιτητές καθόλα νόμω και ουσία αβάσιμα και καταχρηστικά ένεκα του γεγονότος ότι έχω ήδη εξασφαλίσει Διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης στους Αιτητές κατά την 20-11-
  3. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο (Γ) αντίγραφο του εν λόγω Διατάγματος το οποίο μιλά από μόνο του. Συνεπώς, είναι παντελώς άσκοπο και άνευ αντικειμένου η προσπάθεια των Αιτητών να επιτύχουν παραμερισμό και/ή ακύρωση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Περαιτέρω, η ιδιωτική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Αιτητές που έλαβε χώρα κατά την 06-07-2017 δεν έγινε για λογαριασμό του Εναγόμενου, αλλά για γνωστοποίηση του κλητηρίου εντάλματος στην Κοινοπραξία. Όπως περαιτέρω με ενημερώνει ο κ. Νικολάου οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις προνοούν την αποστολή και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο γνωστοποίηση της δικαστικής διαδικασίας στους Αιτητές. Εμείς επιλέξαμε την ιδιωτική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Αιτητές χωρίς ωστόσο η επιλογή μας αυτή να εξαλείφει και να εκμηδενίζει το δικαίωμα μου σε εξασφάλιση Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στους Αιτητές.
  4. Απορρίπτω εμφαντικά και κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς και θέσεις των Αιτητών όπως αυτές καταγράφονται επί της παραγράφου 6(α), (β) και (γ) της ενόρκου δηλώσεως της Τατιάνας Λοϊζίδου που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της κυρίας Λοϊζίδου επί της υποπαραγράφου 6(α) ότι δεν δικαιούμουν στην καταχώρηση και σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου, είναι θέση του Δικηγόρου μου ότι δεν είναι νομικά ορθή και κατ' επέκταση δεν ευσταθεί. Η θέση της κυρίας Λοϊζίδου ότι το κλητήριο ένταλμα προοριζόταν για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι εντελώς λανθασμένο και αυθαίρετο. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος είναι αλλοδαπό πρόσωπο δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εναντίον του θα έπρεπε κατ' ανάγκην να γίνει εκτός δικαιοδοσίας. Επαναλαμβάνω τη θέση μου ότι τα στοιχεία που αφορούσαν το καθεστώς παραμονής του Εναγόμενου στη Κύπρο, ήρθαν σε γνώση του δικηγόρου μου πολύ μεταγενέστερα από την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος. Επιπλέον, ως με συμβουλεύει και ο δικηγόρος μου, εφόσον η σχετική νομοθεσία μου δίνει τη δυνατότητα να επιδώσω το κλητήριο ένταλμα κατευθείαν στην Κοινοπραξία για λογαριασμό του Εναγόμενου, τότε σε καμία περίπτωση δεν απαιτείτο η εκ των προτέρων άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος.
  5. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της κυρίας Λοϊζίδου επί της υποπαραγράφου 6(β) παραπέμπω σε όσα αναφέρω ανωτέρω επί της παραγράφου 7 της παρούσας ενόρκου δηλώσεως μου. Περαιτέρω, είναι θέση μου ότι προώθησα αίτηση για υποκατάστατη επίδοση μετά την γνωστοποίηση στους Αιτητές της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 30-06-
  6. Ωστόσο, δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια που να με υποχρέωνε να προωθήσω αίτηση για έκδοση Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης πριν την σχετική γνωστοποίηση της απαίτησης μου στους Αιτητές. Η αίτηση για υποκατάστατη επίδοση μπορούσε να προωθηθεί και μετά από την γνωστοποίηση στους Αιτητές, πράγμα το οποίο έγινε δια μονομερούς αίτησης και εγκρίθηκε μάλιστα από το Δικαστήριο με Διάταγμα ημερομηνίας 20-11-
  7. Τέλος και όσον αφορά τους ισχυρισμούς της κυρίας Λοϊζίδου επί της υποπαραγράφου 6(γ) υιοθετώ και επαναλαμβάνω όλα όσα ανωτέρω αναφέρω επί των παραγράφων 7 και 8 της παρούσας ενόρκου δηλώσεως μου. Οι ισχυρισμοί της κυρίας Λοϊζίδου όπως αυτοί καταγράφονται επί της υποπαραγράφου 6(γ) αποτελούν επανάληψη όλων όσων καταγράφονται επί των υποπαραγράφων 6(α) και (β).
  8. Απορρίπτω το περιεχόμενο των παραγράφων 7 και 8 της ενόρκου δηλώσεως της Τατιάνας Λοϊζίδου που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Υιοθετώ όλα όσα ανωτέρω αναφέρω σχετικά προς υπεράσπιση της επίδικης αίτησης των Αιτητών. Επαναλαμβάνω δε τη θέση μου ότι η επίδικη αίτηση των Αιτητών είναι άνευ αντικειμένου καθότι έχω ήδη εξασφαλίσει Διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο κλητηρίου εντάλματος κατά την 20-11-2017 δια μονομερούς αίτησης μου ημερομηνίας 13-11-2017 και επιπλέον επειδή η επίδοση για λογαριασμό του Εναγόμενου θα γίνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του ανωτέρω Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης.
  9. Ορκίζομαι ότι όλα τα ανωτέρω είναι ορθά και αληθή και όπως καλύτερα τα γνωρίζω και πιστεύω και πληροφορούμαι.». Επισημαίνω ότι δεν υπήρξε αίτημα από πλευράς των συνηγόρων για αντεξέταση των ομνυόντων επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεών τους. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση με τις γραπτές αγορεύσεις των δύο συνηγόρων, τις οποίες μελέτησα με προσοχή και θα αποφανθώ αναφορικά με τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, αφού προηγουμένως αναλύσω τη νομική πτυχή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ O περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 (N.96(I)/2000) καθιέρωσε ως υποχρεωτική την ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 3
(1)του εν λόγω Νόμου προβλέπει ότι απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να - (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού, (β) προκαλεί ή επιτρέπει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το άλλο αυτό πρόσωπο, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού. Σε περίπτωση που επισυμβεί κάποιο ατύχημα κατά την οδήγηση, ο ζημιωθείς από αυτό έχει τις εξής εναλλακτικές επιλογές όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα αξιώσει αποζημιώσεις κατά του υπευθύνου για την πρόκληση του δυστυχήματος꞉ (α) Να κινηθεί απευθείας με αγωγή κατά του ασφαλιστή του οχήματος που ενέχεται στην πρόκληση του δυστυχήματος δυνάμει του άρθρου 16Α του Ν.96(Ι)/2000.[1] Σε τέτοια περίπτωση, ο ζημιωθείς δεν υποχρεούται να στραφεί και κατά του υπευθύνου οδηγού, αφού ο ασφαλιστής υποκαθίσταται στη θέση του οδηγού. Ο όρος «ασφαλιστής» περιλαμβάνει και τον Αντιπρόσωπο για διακανονισμό απαιτήσεων, καθώς και το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων, αν πρόκειται για ατύχημα που διακανονίζεται από το σύστημα εθνικών γραφείων ασφαλίσεων και για την καταβολή αποζημιώσεων ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 16Β του Ν.96(Ι)/2000.[2] (β) Να κινηθεί με αγωγή κατά του υπευθύνου οδηγού του ασφαλισμένου οχήματος και στη συνέχεια να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να πληρώσει την απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον του υπευθύνου οδηγού δυνάμει του άρθρου 14 του Ν.96(Ι)/2000.[3] Σε τέτοια περίπτωση, πρέπει να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 του Ν.96(Ι)/2000.[4] Αξίζει να σημειωθεί ότι οι πρόνοιες που περιέχει ο Ν.96(Ι)/2000σκοπούν στην εναρμόνιση με το κοινοτικό κεκτημένο. Συγκεκριμένα, η Οδηγία 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής έχει θεσπιστεί με το εξής σκεπτικό το οποίο αναδύεται στο Προοίμιό της꞉ · Ότι η ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων (ασφάλιση αυτοκινήτων) έχει ιδιαίτερη σημασία για τους ευρωπαίους πολίτες, είτε ως ασφαλισμένους είτε ως θύματα ατυχήματος. · Ότι η ασφάλιση αυτοκινήτων έχει επίσης επιπτώσεις στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των οχημάτων. · Ότι κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση. Οι καλυπτόμενες ζημίες καθώς και οι όροι της ασφάλισης αυτής καθορίζονται στα πλαίσια των μέτρων αυτών. · Ότι ο ζημιωθείς μπορεί να έχει έννομο συμφέρον να γνωρίζει την ταυτότητα του ιδιοκτήτη του οχήματος ή του συνήθους οδηγού του ή του εγγεγραμμένου ως κατόχου του, π.χ. εάν μπορεί να αποζημιωθεί μόνον από τα πρόσωπα αυτά διότι το όχημα δεν είναι δεόντως ασφαλισμένο, ή εάν η ζημία υπερβαίνει το ασφαλισμένο ποσόν, οπότε θα πρέπει να παρέχονται και οι πληροφορίες αυτές. · Ότι ορισμένα παρεχόμενα στοιχεία, όπως το όνομα και η διεύθυνση του ιδιοκτήτη ή του συνήθους οδηγού του οχήματος και ο αριθμός του ασφαλιστηρίου ή ο αριθμός κυκλοφορίας του οχήματος, αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, γι' αυτό και η επεξεργασία των στοιχείων αυτών που απαιτείται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα εθνικά μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ. Το όνομα και η διεύθυνση του συνήθους οδηγού θα πρέπει να γνωστοποιούνται μόνον εάν το προβλέπει η εθνική νομοθεσία. Στο πλαίσιο της εναρμόνισης με την πιο πάνω οδηγία, βάσει του άρθρου 16Γ του Ν.96(Ι)/2000 έχει ιδρυθεί το Κυπριακό Κέντρο Πληροφοριών όπου τηρούνται τα προσωπικά δεδομένα και όπως προβλέπεται στο άρθρο 16Δ του ιδίου Νόμου ο ζημιωθής από το δυστύχημα δύναται να αναζητεί και να λαμβάνει από το Κέντρο αυτό πληροφορίες που εμπίπτουν στην έννοια των προσωπικών δεδομένων και τα οποία προσδιορίζονται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 16Δ, ήτοι πληροφορίες σε σχέση με το όνομα και τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη κάθε οχήματος που εμπλέκεται στο σχετικό τροχαίο ατύχημα και/ή του συνήθους οδηγού του οχήματος αυτού. Έννομο συμφέρον να ζητήσει και να λάβει τα εν λόγω προσωπικά δεδομένα είναι δυνατόν να έχει (βλ. άρθρο 16Δ
(2)του Ν.96(Ι)/2000)꞉ (α) οποιοδήποτε πρόσωπο εμπλεκόμενο σε τροχαίο ατύχημα, που προκλήθηκε από μηχανοκίνητο όχημα με τόπο συνήθους στάθμευσης, έδαφος κράτους μέλους· (β) οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει το συνήθη τόπο διαμονής του στη Δημοκρατία και που εμπλέκεται σε ατύχημα στη Δημοκρατία· (γ) οποιοσδήποτε ασφαλιστής, του οποίου ασφαλισμένος εμπλέκεται σε ατύχημα με μηχανοκίνητο όχημα του οποίου ο οδηγός ή ο ιδιοκτήτης, η ασφαλιστική κάλυψη ή η διεύθυνσή τους είναι άγνωστη· (δ) το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων σε περίπτωση που αυτό, με βάση τον παρόντα Νόμο, ή τη συμφωνία του με τον Υπουργό Οικονομικών όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 28, πιθανόν να έχει υποχρέωση να καταβάλει αποζημιώσεις σε ζημιωθέντες. Το δικαίωμα αναζήτησης και λήψης των στοιχείων αυτών υπόκειται σε χρονική προθεσμία που τίθεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 16Δ ως εξής꞉ «16Δ.-
(1)Εντός χρονικής περιόδου επτά ετών από την ημερομηνία του ατυχήματος, ο ζημιωθείς δικαιούται να λάβει, χωρίς καθυστέρηση, είτε από το Κυπριακό Κέντρο Πληροφοριών είτε από το κέντρο πληροφοριών του κράτους μέλους διαμονής του, αν δε διαμένει στη Δημοκρατία, είτε από το κέντρο πληροφοριών του κράτους μέλους του τόπου συνήθους στάθμευσης του μηχανοκινήτου οχήματος είτε από το κέντρο πληροφοριών του κράτους μέλους όπου συνέβη το ατύχημα, τα καθοριζόμενα με απόφαση του Υπουργού που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, στοιχεία, εφόσον ο ζημιωθείς έχει έννομο συμφέρον να λάβει τα στοιχεία αυτά: Νοείται ότι το Κυπριακό Κέντρο Πληροφοριών συνεργάζεται με όλα τα κέντρα πληροφοριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου: [...]». Όταν ο ζημιωθείς αποφασίζει να κινήσει την αγωγή του είτε εναντίον του υπευθύνου οδηγού είτε εναντίον του ασφαλιστή του υπευθύνου οχήματος, είναι φυσικό να χρειάζεται να γνωρίζει τα στοιχεία που αφορούν στο όνομα και τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του υπευθύνου οχήματος που εμπλέκεται στο σχετικό τροχαίο ατύχημα και/ή του υπευθύνου οδηγού του οχήματος αυτού. Εκεί όπου η διεύθυνση του υπευθύνου οδηγού είναι εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά είναι γνωστή στον ζημιωθέντα, γι'αυτό και προτίθεται να προωθήσει κανονικά την αγωγή του κατά του εν λόγω οδηγού με επίδοσή της στη διεύθυνσή του στο εξωτερικό, τότε εφόσον η διεύθυνσή του είναι στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επίδοση του κλητηρίου επιβάλλεται να γίνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις («επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων») και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου. Ο εν λόγω Κανονισμός καθορίζει τον τρόπο διαβίβασης μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων που επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προς ενίσχυση της ενιαίας αγοράς. Ωστόσο, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2 του ιδίου Κανονισμού καθορίζει ρητά ότι αυτός «δεν εφαρμόζεται όταν η διεύθυνση του παραλήπτη της πράξης είναι άγνωστη». Δεδομένου ότι δεν είναι πάντοτε ευχερές να ευρίσκονται τα στοιχεία διεύθυνσης ενός προσώπου ή/και λόγω της δυσκολίας που δυνατόν να αντιμετωπισθεί αν χρειασθεί να εντοπισθεί εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας ο υπεύθυνος οδηγός προκειμένου να του επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα μιας αγωγής, ο Κύπριος Νομοθέτης, εν τη σοφία του, προέβλεψε μία υπαλλακτική επιλογή για τον ζημιωθέντα οδηγό σε ό,τι αφορά τον τρόπο προώθησης της αγωγής του κατά του υπευθύνου οδηγού που διαμένει εκτός της Δημοκρατίας. Η συγκεκριμένη πρόνοια εντοπίζεται στο άρθρο 23 του Ν.96(Ι)/2000, την οποία και παραθέτω꞉ «23.-
(1)Για τους σκοπούς του Νόμου αυτού όπου, λόγω μη διαμονής του εναγόμενου στη Δημοκρατία, δεν είναι δυνατή η επίδοση σε αυτόν στη Δημοκρατία του κλητηρίου εντάλματος σε σχέση με οποιαδήποτε αγωγή, επίδοση στον ασφαλιστή, που διατάσσεται από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης για τέτοια επίδοση, λογίζεται ως επίδοση στον εναγόμενο. Σε τέτοια περίπτωση ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα καταχώρησης εμφάνισης και διορισμού δικηγόρου εκ μέρους και για λογαριασμό του εναγομένου: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού, ο όρος "ασφαλιστής" περιλαμβάνει και το Ταμείον Ασφαλιστών, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υπάρχει σε ισχύ ασφαλιστήριο που να καλύπτει τον εναγόμενο.
(2)Οποιαδήποτε απόφαση που εκδίδεται σε αγωγή που έχει επιδοθεί με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δε θα είναι εκτελεστή εναντίον του εναγομένου, αλλά ο ενάγων θα έχει έναντι του ασφαλιστή τα ίδια δικαιώματα τα οποία θα είχε, αν η αγωγή είχε επιδοθεί προσωπικά στον εναγόμενο.
(3)Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στην περίπτωση όπου ο εναγόμενος ενάγεται για ευθύνη η οποία προέκυψε, είτε ολικά είτε μερικά, από ή σε σχέση με τη χρήση μηχανοκίνητου οχήματος που καλύπτεται από οποιοδήποτε από τα πιστοποιητικά που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 6 του Νόμου αυτού ή που δε διαθέτει οποιαδήποτε ασφαλιστική κάλυψη: Νοείται ότι, σε τέτοια περίπτωση και για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ασφαλιστής λογίζεται και το Κυπριακό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης: Νοείται περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος "κλητήριο ένταλμα" περιλαμβάνει και ειδοποίηση τριτοδιαδίκου, ο όρος "εναγόμενος" περιλαμβάνει και τον τριτοδιάδικο και ο όρος "ενάγων" περιλαμβάνει και τον εναγόμενο που υποβάλλει αίτηση τριτοδιαδίκου.». Συνεπώς, η περίπτωση που προβλέπει το άρθρο 23 δεν είναι εκείνη της αγωγής απευθείας κατά του ασφαλιστή (σύγκρινε με το άρθρο 16Α του Ν.96(Ι)/2000). Εξακολουθεί να αποτελεί αγωγή κατά του υπευθύνου οδηγού, πλην όμως ο τρόπος επίδοσής της είναι επιτρεπτός ως περιγράφεται στο άρθρο 23
(1)και η εκτέλεση της όποιας απόφασης εκδοθεί στο πλαίσιο τέτοιας αγωγής θα είναι επιτρεπτή μόνο έναντι του ασφαλιστή (όχι του υπευθύνου οδηγού) όπως διευκρινίζεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 23. Στην περίπτωση όπου είναι άγνωστη για τον ζημιωθέντα η διεύθυνση της συνήθους διαμονής του υπευθύνου οδηγού του ασφαλισμένου οχήματος που προκάλεσε το δυστύχημα, εφόσον όπως εξήγησα πιο πάνω ο Κανονισμός (ΕΚ) 1393/2007 δεν τυγχάνει εφαρμογής, το άρθρο 23 του Ν.96(Ι)/2000 παρέχει δυνητικά τη λύση στο διαδικαστικό πρόβλημα. Τέλος, κρίνω σκόπιμο να διευκρινίσω ότι, από δικονομικής απόψεως, η τήρηση των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 δεν απαλείφει τις εσωτερικές δικονομικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στα κράτη μέλη. Εν προκειμένω, στην Κύπρο εξακολουθούν να εφαρμόζονται, στο βαθμό που δεν είναι ασυμβίβαστες με τον εν λόγω Κανονισμό, οι πρόνοιες της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.[5] Έτσι, όταν πρόκειται να υπάρξει επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, προαπαιτείται η αίτηση στο Δικαστήριο για τη χορήγηση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Αντίστοιχα, όταν το Δικαστήριο επιτρέψει δυνάμει του άρθρου 23 του Ν.96(Ι)/2000 την επίδοση στον ασφαλιστή στην Κύπρο ενός κλητηρίου που στρέφεται εναντίον του υπευθύνου οδηγού που διαμένει εκτός Κύπρου σε άγνωστη διεύθυνση, τότε εφαρμοστέες είναι οι δικονομικές διατάξεις της Δ.5 και 5Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η σφράγιση του κλητηρίου, είτε πρόκειται να επιδοθεί στην Κύπρο είτε πρόκειται να επιδοθεί εκτός Κύπρου, είναι πάντοτε αναγκαία όπως προβλέπεται στη Δ.2, διότι πρόκειται για την πράξη που σηματοδοτεί την έγερση της αγωγής.[6] Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Πολιτική Έφεση 252/2009, Αναφορικά με την αίτηση της Ναταλίας Πατσαλίδου
(2010)1 Α.Α.Δ. 587 ꞉ «Η σφράγιση ενός κλητηρίου εντάλματος είναι σημαντικής σημασίας ενέργεια του αρμοδίου πρωτοκολλητή, γιατί με αυτήν ενεργοποιείται η γένεση μιας αγωγής και πιστοποιείται η καταχώρηση της στο Μητρώο Πολιτικών Αγωγών. (Civil Cause Book) (Δ.2, θ.12 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Στο συγκεκριμένο θεσμό η χρήση της λέξης «θα» (shall) υποδηλοί την αναγκαιότητα συμμόρφωσης προς τη σχετική οδηγία. Αναφέρεται δε το εξής: «θα πρέπει μετά να σφραγίσει το κλητήριο με τη σφραγίδα του Δικαστηρίου (he shall then seal the writ with the seal of the Court).». ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ - ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Με βάση το πραγματικό υπόβαθρο που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν και επί των οποίων ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε ώστε να κλονισθεί η αλήθεια των δηλώσεών του, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ή/και παρατηρεί τα εξής꞉ · H Ενάγουσα καθ' ον χρόνο καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ενήργησε στη βάση των εξής δεδομένων꞉ (α) ότι ο Εναγόμενος κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα ενοικιάσεως με αρ. εγγραφής ΖΚΧU282, και (β) ότι το εν λόγω όχημα ήταν ασφαλισμένο στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών Δημόσιων Μηχανοκίνητων Οχημάτων — Cyprus High Risk ΡοοΙ. · Κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής, η Ενάγουσα γνώριζε, επίσης, ότι ο Εναγόμενος είχε καταγωγή από την Ουγγαρία, αλλά αγνοούσε τα στοιχεία της διεύθυνσης μόνιμης διαμονής του. · Εφόσον η Ενάγουσα δεν γνώριζε τα στοιχεία της διαμονής του Εναγομένου στο εξωτερικό, θεωρούσε αδύνατο να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα της ως άνω αγωγής σε αυτόν. Γι' αυτό και δεν είχε πρόθεση να ζητήσει άδεια για την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. · Ο Εναγόμενος - Αιτητής δεν έχει αντικρούσει ως ανυπόστατο ή ψευδή ή παραπλανητικό τον πιο πάνω ισχυρισμό που προέβαλε η Ενάγουσα στην ένορκη δήλωσή της, ως προς το ότι το μόνο στοιχείο που διέθετε η ίδια ήταν την χώρα καταγωγής του, αλλά όχι τα στοιχεία διεύθυνσής του στο εξωτερικό. · Επισημαίνω, λοιπόν, υπό το φως των ανωτέρω ελλειπών στοιχείων, ότι πράγματι η Ενάγουσα δεν θα μπορούσε να είχε αποταθεί στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσει άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας κατ' εφαρμογήν του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, εφόσον το άρθρο 1, παρα. 2 του Κανονισμού αυτού ρητά προβλέπει ότι «Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται όταν η διεύθυνση του παραλήπτη της πράξης είναι άγνωστη.». · Επομένως, είναι ευλόγως επιτρεπτή η θέση της Ενάγουσας ότι, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, αντί άδειας για επίδοση της αγωγής στο εξωτερικό προσωπικά στον Εναγόμενο, πρόθεση της Ενάγουσας ήταν να αιτηθεί δυνάμει του άρθρου 23 του Ν.96(Ι)/2000 την άδεια του Δικαστηρίου να επιδώσει την αγωγή σε αυτόν στην Κύπρο, παραδίδοντας το κλητήριο στο νομικό πρόσωπο με το οποίο ήταν ασφαλισμένο το επίδικο όχημα, ήτοι στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών Δημόσιων Μηχανοκίνητων Οχημάτων — Cyprus High Risk ΡοοΙ. Την αίτηση αυτή η Ενάγουσα την υπέβαλε όντως στο Δικαστήριο στις 13.11.2017. Η πιο πάνω αίτηση, ημερ. 13.11.2017, η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς όπως επιτρέπει η Δ.5, θ.9 σε συνδυασμό με τη Δ.48, θ.8 και Δ.5Α [7] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εξετάστηκε το Δικαστήριο και εγκρίθηκε μόλις στις 20.11.2017. Είναι, πράγματι, σημαντικό το γεγονός ότι στις 6.7.2017, καθ' ον χρόνο έγινε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών Οχημάτων Δημόσιας Χρήσης και μη Αποδεκτών Κινδύνων, η Ενάγουσα δεν είχε ακόμη εξασφαλίσει αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο. Αυτό, όπως εξηγεί η Ενάγουσα μαρτυρεί το γεγονός ότι η επίδοση που έγινε στην εν λόγω Κοινοπραξία Ασφαλιστών δεν προοριζόταν ως επίδοση του κλητηρίου εντός της έννοιας του άρθρου 23 του Ν.96(Ι)/2000, παρά μόνο ως γνωστοποίηση προς την ασφαλιστική του γεγονότος της έγερσης της αγωγής εναντίον του υπευθύνου οδηγού του επίδικου ασφαλισμένου οχήματος για σκοπούς τήρησης της υποχρέωσης που θέτει στους ώμους της Ενάγουσας το άρθρο 15
(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000, προκειμένου αυτή να μπορεί να αντλήσει στο μέλλον το όφελος που της παρέχει το άρθρο 14 του Ν.96(Ι)/2000 για εκτέλεση της απόφασης που τυχόν θα εξασφαλίσει έναντι του Εναγομένου λαμβάνοντας μέτρα εκτέλεσης κατά της ασφαλιστικής εταιρείας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 15
(1)(α) τάσσει ανατρεπτική προθεσμία 14 ημερών από την έγερση της αγωγής, εντός της οποίας ο Ενάγων οφείλει να ειδοποιήσει γραπτώς την ασφαλιστική για την καταχώριση της αγωγής. Διαφορετικά, θα στερείτο της ευκαιρίας να αξιώσει εναντίον της ασφαλιστικής την πληρωμή της όποιας απόφασης θα εξασφαλίσει στο μέλλον κατά του Εναγομένου οδηγού. Θυμίζω ότι βάσει του άρθρου 23
(2)η απόφαση που τυχόν θα εκδοθεί σε αγωγή κατά του υπευθύνου οδηγού, η οποία όμως αγωγή επιδόθηκε προς την ασφαλιστική, είναι εκτελεστή μόνον έναντι της ασφαλιστικής και όχι κατά του οδηγού. Αν όμως δεν τηρηθούν τα προαπαιτούμενα του άρθρου 15
(1)(α), η ασφαλιστική ενδέχεται να ενστεί ή να αρνηθεί την εκτέλεση της απόφασης εναντίον της. Πάντως, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμπόδιζε την Ενάγουσα να επιλέξει να επιδώσει το ίδιο το κλητήριο στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών για σκοπούς τήρησης της υποχρέωσης του άρθρου 15
(1)(α), αντί να αποστείλει απλώς μία γραπτή επιστολή με την οποία να ενημερώνει για την καταχώριση του κλητηρίου. Το ότι η Κοινοπραξία Ασφαλιστών, αφότου έλαβε γνώση στις 6.7.2017 για την έγερση της αγωγής έσπευσε στις 18.7.2017 να λάβει μέτρα για την εμφάνιση του Εναγομένου στην αγωγή, δεν εξυπακούει απαραιτήτως ότι η αγωγή είχε ήδη επιδοθεί στον ίδιο τον Εναγόμενο με οποιοδήποτε τρόπο. Ούτε παρουσίασε ο Εναγόμενος - Αιτητής τί ακριβώς του επιδόθηκε, ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο στο στάδιο που επέτρεπε την καταχώριση του Σημειώματος Εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, να μορφώσει άποψη αναφορικά με την επίδοση που έγινε. Η επίδοση στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών του κλητηρίου για σκοπούς γνωστοποίησης σε αυτήν της έγερσης της αγωγής βάσει του άρθρου 15
(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000, δεν απάλλασσε την Ενάγουσα από τις δικονομικές της υποχρεώσεις σε ό,τι αφορά την επίδοση του κλητηρίου στον Εναγόμενο (ο οποίος είναι ο οδηγός ως φυσικό πρόσωπο και όχι η ασφαλιστική προσωπικά, εφόσον η αγωγή όπως φαίνεται από τον τίτλο της δεν στρέφεται ονομαστικά κατά της Κοινοπραξίας Ασφαλιστών). Εάν η Ενάγουσα ήθελε να καταχωρούσε την αγωγή απευθείας κατά της ασφαλιστικής, θα μπορούσε να το είχε πράξει δυνάμει του άρθρου 16Α του Ν.96(Ι)/2000.[8] Ωστόσο, η Ενάγουσα δεν εκδήλωσε τέτοια πρόθεση ή επιθυμία, όπως άλλωστε δείχνει ο τίτλος της αγωγής. Έτσι, η καταχώρηση της αίτησης για υποκατάσταστο επίδοση δυνάμει του άρθρου 23 του Ν.96(Ι)/2000 και της Δ.5Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εξακολουθούσε να είναι αναγκαία, ανεξαρτήτως της επίδοσης που έγινε από την Ενάγουσα για σκοπούς τήρησης της ξεχωριστής υποχρέωσής της που αναφύεται από τις πρόνοιες του άρθρου 15
(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000. Το ότι, άλλωστε, η Ενάγουσα δεν προώθησε οποιαδήποτε μέτρα για έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου λόγω παράλειψης εμφάνισης στην αγωγή στη λήξη των 10 ημερών από τις 6.7.2017 που έγινε η γνωστοποίηση του κλητηρίου στην Κοινοπραξία, είναι στοιχείο που επιμαρτυρεί ότι όντως η Ενάγουσα διενήργησε ή/και αντιμετώπισε την εν λόγω επίδοση ως γνωστοποίηση για τους σκοπούς του άρθρου 15
(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000 και όχι για επίδοση με οποιοδήποτε τρόπο του κλητηρίου προς τον Εναγόμενο. Τέλος, παρατηρώ ότι το να αναγκάζεται ένας Ενάγων να αποτείνεται πάντα πρώτα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, πριν δοκιμάσει να εφαρμόσει τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Ν.96(Ι)/2000, δεν συνάδει με τη λογική του Νομοθέτη, ο οποίος εν τη σοφία του, σχεδίασε την ειδική νομοθετική διάταξη του άρθρου 23 του Ν.96(Ι)/2000 για να αποκλείσει το φαινόμενο ζημιωθέντα άτομα να έμεναν χωρίς προοπτική αποζημίωσης για το μόνο λόγο ότι αγνοούσαν τα ακριβή στοιχεία διεύθυνσης του υπαίτιου οδηγού του οποίου η συνήθης διαμονή είναι σε κράτος άλλο από εκείνο όπου επισυνέβη το δυστύχημα. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 3/7/2014, στην Πολιτική Έφεση Αρ. 362/2009 ANS SECRETARIES LTD v ORIANDA MANAGEMENT FZ LLC κ.α. δεν είχε να αντιμετωπίσει το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 23 του Ν.96(Ι)/2000. Ούτε οι αποφάσεις στη Philippou v. Philippou and others
(1986)1 CLR 689 και Φραγκέσκου κ.α. ν. Γρηγορίου
(2000)1 ΑΑΔ 1765, πραγματεύονται την εφαρμογή του άρθρου 23 του Ν.96(Ι)/2000. Όλες αυτές είναι αποφάσεις σε περιπτώσεις όπου επιχειρήθηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, χωρίς να προηγηθεί τέτοια άδεια του Δικαστηρίου, ενώ στην παρούσα υπόθεση ουδέποτε επιχειρήθηκε η επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, μέχρι και τη μέρα που ο Εναγόμενος καταχώρησε το Σημείωμα Εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Επομένως, οι προμνησθείσες αυθεντίες στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου εκδόθηκαν υπό διαφορετικές συνθήκες. Είναι μεν ορθή η θέση που διατυπώθηκε στις πιο πάνω αυθεντίες ότι «When a writ cannot legally be served upon a defendant, the Court can exercise no jurisdiction over him.», πλην όμως αυτό είναι που διαφοροποιεί το άρθρο 23 του Ν.96(Ι)/2000, αφού καθιστά νόμιμη την επίδοση στην Κύπρο στον ασφαλιστή του ενεχόμενου οχήματος, ενός κλητηρίου που στρέφεται κατά του υπευθύνου οδηγού ο οποίος δεν βρίσκεται στην Κύπρο και κατ' επέκταση νόμιμη την ανάληψη της δικαιοδοσίας. Κατάληξη Καταλήγοντας, κρίνω ότι καθ' ον χρόνο καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, δεν είχε ακόμη επιχειρηθεί η επίδοση του κλητηρίου προς τον Εναγόμενο. Είχε γνωστοποιηθεί απλώς στην ασφαλιστική η έγερση της αγωγής ως προνοεί το άρθρο 15
(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000 δια επίδοσης του κλητηρίου σε αυτήν. Η ασφαλιστική είχε δικαίωμα να σπεύσει να καταχωρήσει εμφάνιση εκ μέρους του Εναγομένου, εφόσον έλαβε γνώση για την αγωγή. Αλλά, για τους όλους τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, η αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου ή/και της σφράγισής του θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Εναγομένου - Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (υπ.)................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] 16Α-
(1)Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου: Νοείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας του ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, τότε στη δικαστική διαδικασία πρέπει να συμμετέχει και ο ασφαλισμένος.
(2)Στην περίπτωση του εδαφίου
(1)ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου.
(3)Ο διορισμός αντιπροσώπου για διακανονισμό απαιτήσεως δεν εμποδίζει τον ζημιωθέντα ή τον ασφαλιστή του, να στρέφονται απευθείας κατά του προσώπου που φέρει την ευθύνη για το ατύχημα ή του ασφαλιστή δυνάμει του εδαφίου
(1).
(4)Δικαστική απόφαση η οποία εξασφαλίζεται δυνάμει του άρθρου αυτού λογίζεται ως δικαστική απόφαση για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.
(5)Οι διατάξεις των άρθρων 14, 15 και 16 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και στην περίπτωση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1). [2] 16Β-
(1)Εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο ζημιωθείς κοινοποίησε την απαίτησή του για αποζημίωση, είτε απευθείας στον ασφαλιστή του προσώπου που ευθύνεται για το ατύχημα, είτε στον αντιπρόσωπο για διακανονισμό απαιτήσεων, είτε στο Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων, αν πρόκειται για ατύχημα που διακανονίζεται από το σύστημα εθνικών γραφείων ασφαλίσεων - (α) Ο ασφαλιστής του προσώπου που φέρει την ευθύνη για το ατύχημα ή ο αντιπρόσωπός του για διακανονισμό απαιτήσεων ή το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων οφείλει να υποβάλει αιτιολογημένη προσφορά αποζημίωσης, σε περίπτωση που η ευθύνη δεν αμφισβητείται και η αποζημίωση για το θάνατο ή για τη σωματική βλάβη ή για τη ζημία σε περιουσία έχει αποτιμηθεί, ή (β) ο ασφαλιστής στον οποίο υποβλήθηκε η απαίτηση για αποζημίωση ή ο αντιπρόσωπός του για διακανονισμό απαιτήσεων ή το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων οφείλει να δώσει αιτιολογημένη απάντηση στα σημεία που εγείρονται στην απαίτηση, σε περίπτωση που η ευθύνη αμφισβητείται ή δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί σαφώς ή σε περίπτωση που η αποζημίωση για το θάνατο ή τη σωματική βλάβη ή για τη ζημία σε περιουσία δεν έχει πλήρως αποτιμηθεί: Νοείται ότι ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις και τα δικαιώματα που διαθέτει έναντι του ασφαλισμένου. [3] 14.-
(1)Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που, μετά την έκδοση και παράδοση πιστοποιητικού ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 5, εξασφαλίζεται δικαστική απόφαση σε σχέση με ευθύνη που απαιτείται να καλύπτεται από ασφαλιστήριο σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου αυτού και η οποία είτε- (α) Αποτελεί ευθύνη που καλύπτεται από τους όρους του σχετικού ασφαλιστηρίου και η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο αυτό, είτε (β) αποτελεί ευθύνη, εκτός από εξαιρούμενη ευθύνη, η οποία θα καλυπτόταν εάν το ασφαλιστήριο παρείχε κάλυψη σε οποιοδήποτε πρόσωπο και η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου άλλου από αυτό που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο. [4] 15.-
(1)Κανένα ποσό δεν πληρώνεται από ασφαλιστή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14- (α) Σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, εκτός εάν πριν ή εντός δεκατεσσάρων ημερών από την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε τέτοια απόφαση, ο ασφαλιστής ειδοποιήθηκε γραπτώς για την έγερση της διαδικασίας, ή (β) σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση που αφορά ζημιά σε περιουσία, εκτός εάν μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία δημιουργήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση, το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε τέτοια απόφαση- (
  1. i)είχε ειδοποιήσει γραπτώς τον ασφαλιστή για την πρόθεση του να υποβάλει απαίτηση, και (
  2. ii)είχε ειδοποιήσει γραπτώς τον ασφαλιστή ώστε να παρέχεται σε αυτόν εύλογος χρόνος για να επιθεωρήσει τη σχετική ζημιά πριν από την επιδιόρθωση της ή την αντικατάσταση οποιωνδήποτε εξαρτημάτων και/ή ανταλλακτικών που υπέστησαν ζημιά: Νοείται ότι, η προθεσμία των έξι μηνών δεν αρχίζει να υπολογίζεται, σε περίπτωση που το πρόσωπο προς όφελος του οποίου έχει δημιουργηθεί το αγώγιμο δικαίωμα δεν ήταν σε θέση, εξαιτίας σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής βλάβης την οποία υπέστη εξαιτίας του συμβάντος που δημιούργησε το δικαίωμα αυτό ή άλλης εύλογης αιτίας, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή για την πρόθεση του να υποβάλει απαίτηση ή (γ) σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, εφόσον η εκτέλεση της απόφασης αυτής έχει ανασταλεί ενώ εκκρεμεί έφεση ή (δ) σε σχέση με οποιαδήποτε ευθύνη, αν πριν την επέλευση του συμβάντος, που ήταν η αιτία του θανάτου ή της σωματικής βλάβης ή της ζημιάς σε περιουσία, που προκάλεσε την ευθύνη, το ασφαλιστήριο ακυρώθηκε με αμοιβαία συγκατάθεση ή με βάση οποιαδήποτε διάταξη που περιέχεται σε αυτό και είτε- (
  3. i)πριν την επέλευση του συμβάντος αυτού, το πιστοποιητικό ασφάλισης επεστράφηκε στον ασφαλιστή, ή το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το πιστοποιητικό ασφάλισης προέβηκε σε ένορκη δήλωση ότι αυτό χάθηκε ή καταστράφηκε και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να επιστραφεί ή (
  4. ii)μετά την επέλευση του συμβάντος, αλλά πριν από την πάροδο δεκατεσσάρων ημερών από την έναρξη ισχύος της ακύρωσης του ασφαλιστηρίου, το πιστοποιητικό ασφάλισης επεστράφηκε στον ασφαλιστή, ή το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το πιστοποιητικό ασφάλισης προέβηκε σε ένορκη δήλωση ότι αυτό χάθηκε ή καταστράφηκε και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να επιστραφεί ή (iii) είτε πριν ή μετά την επέλευση του συμβάντος, αλλά εντός περιόδου δεκατεσσάρων ημερών από την έναρξη ισχύος της ακύρωσης του ασφαλιστηρίου, ο ασφαλιστής άρχισε διαδικασία βάσει του Νόμου αυτού σχετικά με την παράλειψη επιστροφής του πιστοποιητικού ασφάλισης.
(2)Κανένα ποσό δε θα είναι πληρωτέο από ασφαλιστή βάσει των διατάξεων του άρθρου αυτού, αν, σε αγωγή που άρχισε πριν ή εντός τριών μηνών μετά την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε η απόφαση, ο ασφαλιστής εξασφαλίσει δήλωση του Δικαστηρίου ότι, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιλαμβάνεται στο ασφαλιστήριο, δικαιούται να το ακυρώσει λόγω του ότι το ασφαλιστήριο εξασφαλίσθηκε απο τη μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος, ή από παρουσίαση γεγονότος το οποίο ήταν ψευδές σε ουσιώδη του λεπτομέρεια, ή αν ακύρωσε το ασφαλιστήριο λόγω του ότι εδικαιούτο να το πράξει ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιέχεται σε αυτό: Νοείται ότι, ασφαλιστής ο οποίος εξασφάλισε τέτοια δήλωση σε αγωγή, δε θα δικαιούται με τη δήλωση αυτή να τύχει του οφέλους των διατάξεων του εδαφίου αυτού σχετικά με οποιαδήποτε απόφαση που εξασφαλίσθηκε σε διαδικασία που άρχισε πριν από την έναρξη της αγωγής αυτής, εκτός αν πριν ή εντός δεκατεσσάρων ημερών μετά την έναρξη της αγωγής αυτής έδωσε ειδοποίηση στο πρόσωπο που είναι ενάγων στην αγωγή βάσει του ασφαλιστηρίου, η οποία ειδοποίηση καθορίζει τη μη αποκάλυψη ή την ψευδή παράσταση πάνω στην οποία σκοπεύει να στηριχθεί και ότι προτίθεται να ζητήσει δήλωση και οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο δίνεται ειδοποίηση τέτοιας αγωγής, αν επιθυμεί, μπορεί να γίνει διάδικος σε αυτή.
(3)Για τους σκοπούς του άρθρου 14 και του παρόντος άρθρου, οι πιο κάτω όροι ερμηνεύονται ως ακολούθως: (α) "ευθύνη που καλύπτεται από τους όρους του ασφαλιστηρίου" σημαίνει ευθύνη η οποία καλύπτεται από το ασφαλιστήριο ή η οποία θα καλυπτόταν με τον τρόπο αυτό παρά το γεγονός ότι ο ασφαλιστής δικαιούται να αναιρέσει ή να ακυρώσει ή αναίρεσε ή ακύρωσε το ασφαλιστήριο, (β) "ουσιώδες" σημαίνει τέτοιας φύσης ώστε να επηρεάζει την απόφαση συνετού ασφαλιστή στο να αποφασίζει κατά πόσο θα αποδεχθεί τον κίνδυνο και, αν θα τον αποδεχθεί, με ποιο ασφάλιστρο και με ποιους όρους. [5] ORDER 6 : SERVICE OUT OF THE JURISDICTION
  1. Subject to section 15 of the Courts of Justice Law, Cap. 11, service out of the jurisdiction of a writ of summons or notice of a writ of summons may be allowed by the Court or a, Judge whenever- (f) the action is founded on a civil wrong committed in Cyprus; [2.,3.]
  2. Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge that the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order.
  3. Any order giving leave to effect such service or give such notice shall limit a time after such service or notice within which such defendant is to enter an appearance, such time to depend on the place or country where or within which the writ is to be served or the notice given. Such order shall also contain a direction that, if the defendant does not enter an appearance within the appointed time, notice of any application in the action may be given by posting a copy on the Court notice board. [6] ORDER 2 : FORM AND COMMENCEMENT OF ACTION
  4. Save where other provision is made, any action before a District Court shall be commenced by a writ of summons. (Forms 1 and 2.)
  5. No writ of summons for service out of Cyprus, or of which notice is to he given out of Cyprus, shall be sealed without the leave of the Court or a Judge.
  6. When presented for sealing every writ of summons shall contain the name of the Court and the year in which the action is being instituted, the name in full of the plaintiff and the defendant, the address in full and occupation of the plaintiff and, so far an they can be ascertained, of the defendant, and the plaintiff's address for service within the municipal limits of the town or village in which is situated the registry in which the writ is being filed. The writ shall be indorsed with a statement of the nature of the claim made, or of the relief or remedy required in the action, but it shall not be essential to set forth in such indorsement the precise ground of complaint, or the precise remedy or relief to which the plaintiff considers himself entitled. The writ shall be signed by the plaintiff or his advocate at the foot of such statement. [
  7. - 11.]
  8. If the writ is such as may be sealed the registrar shall enter the action in the Civil Cause Book and give the writ a enumber showing the order in which the action is so entered; he shall mark the writ " Filed and sealed on the . day of ., 19.", naming the date on which it is filed; he shall then seal the writ with the seal of the Court, and thereupon the writ shall be deemed to be issued and the action to be commenced. [7] [Δ.Κ. 12.2.2016]
  9. Σε κάθε περίπτωση που ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στο θεσμό 2 της παρούσας Διαταγής, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για την υποκατάσταση της ειδοποίησης επίδοσης με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε φανεί σ΄αυτό δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις, περιλαμβανομένης και δημοσίευσης σε οποιοδήποτε μέσο με ηλεκτρονική μορφή, ή άλλο ευλόγως προσφερόμενο από την εκάστοτε τεχνολογία, τρόπο꞉ Νοείται ότι ειδοποίηση έγερσης αγωγής ή άλλης διαδικασίας η οποία θα εκδοθεί δυνάμει της Δ.5 θ.9 και θα συνάδει με τον Τύπο 5Α, δεν είναι αναγκαίο όπως περιλάβει όλο το κείμενο της αγωγής ή άλλης διαδικασίας αλλά θα είναι αρκετό να περιλαμβάνει τον αριθμό αγωγής ή διαδικασίας, το Δικαστήριο στο οποίο η αγωγή ή διαδικασία εκκρεμεί, τους διάδικους και με συνοπτικό τρόπο τη φύση της διαφοράς και την αξίωση που διατυπώνεται. Είναι επίσης απολύτως αναγκαίο να προσδιορίζεται είτε η προθεσμία στην οποία ο διάδικος πρέπει να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, ή ένσταση ή άλλης δικονομικής φύσεως ενέργεια και αν υπάρχει ανάγκη εμφάνισης στο Δικαστήριο, να καθορίζεται σαφώς η ημερομηνία και ώρα εμφάνισης. Πρόσθετα στην ειδοποίηση πρέπει να αναφέρεται ότι όλα τα σχετικά έγγραφα είναι διαθέσιμα προς παραλαβή από το αρμόδιο πρωτοκολλητείο. Για το σκοπό αυτό ο ενάγων φροντίζει ώστε να υπάρχει στο πρωτοκολλητείο, δεόντως πιστοποιημένο, αντίγραφο αγωγής και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο είναι αναγκαίο να δοθεί στο διάδικο. ORDER 5A : SUBSTITUTED SERVICE Every application to the Court or a Judge for an order for substituted or other service, or for the replacement of notice for service, shall be supported by an affidavit setting forth the grounds upon which the application is made. [8] Απευθείας αγώγιμο δικαίωμα κατά του ασφαλιστή 16Α-
(1)Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου: Νοείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας του ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, τότε στη δικαστική διαδικασία πρέπει να συμμετέχει και ο ασφαλισμένος.
(2)Στην περίπτωση του εδαφίου
(1)ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου.
(3)Ο διορισμός αντιπροσώπου για διακανονισμό απαιτήσεως δεν εμποδίζει τον ζημιωθέντα ή τον ασφαλιστή του, να στρέφονται απευθείας κατά του προσώπου που φέρει την ευθύνη για το ατύχημα ή του ασφαλιστή δυνάμει του εδαφίου
(1).
(4)Δικαστική απόφαση η οποία εξασφαλίζεται δυνάμει του άρθρου αυτού λογίζεται ως δικαστική απόφαση για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.
(5)Οι διατάξεις των άρθρων 14, 15 και 16 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και στην περίπτωση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.