ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ ν. OLYMPIC INSURANCE CO LTD, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3950/2012, 13/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3950/2012 Μεταξύ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ Ενάγοντα - και - OLYMPIC INSURANCE CO LTD Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 13/04/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κα Κατερίνα Πετρίδου). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). Για την Εναγομένη: Μ. Ηλιάδης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κα Άντρη Χαραλάμπους). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά
- Η υπόθεση αυτή, αφορά τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα την 26/07/2012 και ώρα 18:00 επί της οδού Αρχιεπισκόπου Αθανάσιου Καρύδη στην Λάρνακα, με ενεχόμενους τους οδηγούς δύο μηχανοκίνητων οχημάτων, ένα εκ των οποίων μοτοσικλέτα. Ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος, ο μοτοσικλετιστής, που είναι ο Ενάγοντας σε αυτή την Αγωγή, ως ισχυρίζεται, υπέστη απώλεια και ζημιές, υλικές και σωματικές, τις οποίες αξιώνει από την Εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, που, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, προσέφερε στην οδηγό του άλλου μηχανοκινήτου οχήματος που ενεπλάκη στο ατύχημα, σχετική ασφαλιστική κάλυψη σύμφωνα με τον νόμο (Άρθρο 16Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000, Νόμος 96(I)/2000), καθότι, όπως υποστηρίζει ο Ενάγων, το ατύχημα προκλήθηκε λόγω της αμέλειας της ασφαλισμένης της Εναγομένης κατά την οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος της. Η Εναγομένη, χωρίς να αμφισβητεί την τυχόν ευθύνη της βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 16Α του Νόμου 96(Ι)/2000, απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, τόσο σε ότι αφορά το ότι η αμέλεια της ασφαλισμένης της ήταν ο λόγος που προκλήθηκε το ατύχημα, όσο και τις ισχυριζόμενες ζημιές του. Αποτελεί θέση της Εναγομένης ότι, το δυστύχημα, προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας του Ενάγοντα, επειδή αυτός υπήρξε αμελής κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας του, μη τηρώντας επίσης τον νόμο και τους σχετικούς βάση αυτού κανονισμούς.
- Στην συνέχεια της απόφασης μου, για σκοπούς συντομίας, χρησιμοποιώ τις ακόλουθες αναφορές: i.Ο Ενάγοντας, Γιώργος Καλαφάτης, ιδιοκτήτης και οδηγός της μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφής LAY 743 κατά το επίδικο ατύχημα: «ο Ενάγων». ii.Η μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής LAY 743 ιδιοκτησίας του Ενάγοντα: «η Μοτοσικλέτα». iii. Η οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KYG 120, Γιαννούλα Λουκά, που κατά του ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένη της Εναγομένης: «η Λουκά». iv.Το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KYG 120 που οδηγείτο από την Λουκά κατά το επίδικο ατύχημα: «το Αυτοκίνητο». v.Η Olympic Insurance Co Ltd, η ασφαλιστής των κινδύνων από την οδήγηση του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KYG 120, ως έχει προαναφερθεί: «η Εναγομένη». vi.Η οδός Αρχιεπισκόπου Αθανάσιου Καρύδη στην Λάρνακα: «η οδός Καρύδη». vii.Η οδός Ανδρέα Στρουθίδη στην Λάρνακα: «η Παράδρομος» ή «η οδός Στρουθίδη». Η υπόθεσης των διαδίκων
- Αρκετά από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης που προέκυπταν ως επίδικα από την δικογραφία, πριν από την δίκη αλλά και κατά την διάρκεια της, συμφωνήθηκαν από τους διαδίκους ως παραδεκτά. Ως εκ τούτου, περιορίζομαι στην συνέχεια να παραθέσω, όλα όσα τελικώς ετέθησαν στην κρίση του Δικαστηρίου. Στα παραδεκτά γεγονότα, θα αναφερθώ εκεί και όπου καθίσταται αναγκαίο για την διαμόρφωση αυτής της κρίσης του Δικαστηρίου, προς επίλυση της εναπομείνασας διαφοράς.
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα, κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία και ώρα, ο Ενάγοντας, οδηγούσε την μοτοσικλέτα του επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Καρύδη, [σε σχέση με την πορεία του], όταν, λόγω ακινητοποίησης της προπορευόμενης τροχαίας κίνησης, προσπέρασε με πολύ χαμηλή ταχύτητα, από δεξιά [τους], αριθμό αυτοκινήτων που ήταν ακινητοποιημένα, ως έχει προαναφερθεί, σε αναμονή [αποσυμφόρησης της κυκλοφοριακής συμφόρησης] στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας που και αυτός οδηγούσε την μοτοσικλέτα του. Κατά την διάρκεια της κινήσεως του αυτής, και ενώ είχε ήδη προσπεράσει και το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο της Λουκά, στο σημείο που η μοτοσικλέτα του βρισκόταν [περίπου] στο ύψος του μπροστινού προφυλακτήρα του αυτοκινήτου της Λουκά και αυτός ακινητοποίησε και/ή ετοιμαζόταν να ακινητοποιήσει εντελώς την μοτοσικλέτα του, η Λουκά έστριψε απότομα και απροειδοποίητα το αυτοκίνητο της δεξιά, επιχειρώντας να εισέλθει, οδηγώντας το, διαγώνια στην παράδρομο της οδού Στρουθίδη που βρισκόταν στα δεξιά της, με αποτέλεσμα να χτυπήσει τον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας, καταλογίζει στην Λουκά αμέλεια, μεταξύ άλλων, λόγω του ότι απέσπασε το αυτοκίνητο της από την σειρά των αυτοκινήτων στην οποία αυτό βρισκόταν ακινητοποιημένο [εν αναμονή αποσυμφόρησης της κυκλοφοριακής συμφόρησης], και επιχείρησε αιφνίδια και απροειδοποίητα, χωρίς να ελέγξει ότι αυτό ήταν ασφαλές, να εισέλθει στην παρακείμενη στα δεξιά της παράδρομο της οδού Στρουθίδη.
- Σύμφωνα με την έκθεση υπεράσπισης της Εναγομένης, η Λουκά, οδηγούσε το αυτοκίνητο της επί της οδού Καρύδη, με πρόθεση όπως, στην συμβολή της με την οδό Στρουθίδη, να στρίψει και να οδηγήσει το όχημα της, [σύμφωνα με την πορεία της], δεξιά, σε αυτήν. Φτάνοντας στην συμβολή των εν λόγω οδών, και αφού προηγουμένως ενεργοποίησε τον φωτεινό σηματοδότη του οχήματος της, καθιστώντας γνωστή την πρόθεση της για στροφή δεξιά, η Λουκά, σταμάτησε το αυτοκίνητο της στην λωρίδα της, και ανέμενε εκεί σταματημένη, μέχρις ότου, η εξ αντιθέτου κινούμενη επί της οδού Καρύδη τροχαία κίνηση, της επέτρεπε να οδηγήσει το αυτοκίνητο της [δεξιά], για να εισέρθει με ασφάλεια στην οδό Στρουθίδη. Αφού έλεγξε την τροχαία κίνηση και βεβαιώθηκε ότι, εξ αντιθέτου και/ή άλλως πως, επί της οδού Καρύδη, δεν υπήρχε διερχόμενη τροχαία κίνηση, επιχείρησε στροφή του αυτοκινήτου της προς τα δεξιά. Και ενώ είχε ξεκινήσει να στρίβει το αυτοκίνητο της προς τα δεξιά, για να εισέρθει στην οδό Στρουθίδη, ο Ενάγοντας, αγνοώντας την πρόδηλη πρόθεση της Λουκά, επιχείρησε να προσπεράσει το αυτοκίνητο της Λουκά από τα δεξιά, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί αυτού και να προκληθεί ελαφριά σύγκρουση. Η Εναγόμενη, καταλογίζει στον Ενάγοντα αμέλεια, μεταξύ άλλων, στο ότι: δεν παρατήρησε την έγκαιρα εκδηλωθείσα πρόθεση της Λουκά να εισέρθει στην παρακείμενη παράδρομο της οδού Στρουθίδη στα δεξιά; οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα; απέτυχε να λάβει μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης; και επειδή, παράνομα και αντικανονικά επιχείρησε να προσπεράσει το αυτοκίνητο της Λουκά. Η προσαχθείσα μαρτυρία
- Για την υπόθεση του Ενάγοντα, ως μάρτυρας κατά την ακρόαση της υπόθεσης, κατέθεσε μόνον ο ίδιος.
- Για την υπόθεση της Εναγομένης, κλήθηκε και κατέθεσε ως μάρτυρας για την υπεράσπιση της, μόνον η Λουκά. Η νομική πτυχή της υπόθεσης
- Στην υπόθεση αυτή, υπό εξέταση είναι οι διατάξεις του Άρθρου 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, που αφορούν το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Ως αναφέρθηκε [και] από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Sam v Atkins [2005] EWCA Civ 1452, η αμέλεια είναι μια σύνθετη έννοια, που αναγκαστικά συνδυάζει τα στοιχεία: (α) της ύπαρξης καθήκοντος επιμέλειας, (β) της παραβίασης αυτού, (γ) της αιτιώδους συνάφειας και (δ) της ζημιάς•, τα οποία στοιχεία, καλό είναι να μην εξετάζονται κατ' απομόνωση. Το ζήτημα που σε κάθε περίπτωση πρέπει να απαντάται σε υποθέσεις όπου υπάρχει ισχυρισμός για την διάπραξη του αστικού αδικήματος της αμέλειας, είναι κατά πόσο η σχέση μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου είναι τέτοια, που επιβάλλει στον τελευταίο την υποχρέωση να μεριμνά για την αποφυγή ή την αποτροπή της ζημίας που ο πρώτος έχει πράγματι υποστεί. Στο ερώτημα αυτό, σημειώνεται, υπάγεται και το ερώτημα, κατά πόσο οι πράξεις ή οι παραλείψεις του εναγομένου προκάλεσαν τη ζημία που ο ενάγων επικαλείται. Αν όχι, τότε δεν τίθεται ζήτημα αμέλειας.
- Η ευθύνη που ένας οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος φέρει να τηρεί την συνήθη επιμέλεια και επιδεξιότητα έναντι των ατόμων που χρησιμοποιούν το οδικό δίκτυο που λογικά θα μπορούσε να προβλέψει ως πιθανώς επηρεαζόμενα από την οδήγηση του, είναι καλά εδραιωμένη περίπτωση στην οποία επιβάλλεται καθήκον επιμέλειας κάτω από το Άρθρο 51 του Κεφ. 148 (βλ. Καλαθά ν Πουλλίτα
(2006)1 Α.Α.Δ. 480, Barrett v Enfield London Borough Council [2001] 2 AC 550 και Sam v Atkins [2005] EWCA Civ 1452). 10. Ως έχει νομολογηθεί, το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος, είναι αντικειμενικό (βλ. ενδεικτικά, Παγκος Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300). Δεν συναρτάται με τους υποκειμενικούς παράγοντες που προσδιορίζουν τις δυνατότητες του οδηγού για επιμελή οδήγηση, αλλά με την ίδια την οδήγηση και τα εξωτερικά της γνωρίσματα. Επέδειξε ή όχι, ο οδηγός, στον ουσιώδη χρόνο, την επιμέλεια για την ασφάλεια των άλλων, που επέβαλλαν εξ αντικειμένου τα γεγονότα της υπόθεσης; (βλ. ενδεικτικά, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160 και Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).
- Αυτό είναι το ερώτημα που σε κάθε περίπτωση πρέπει να απαντάται στη βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Συναρτάται, ως εκ τούτου, ο προσδιορισμός της απαιτούμενης επιμέλειας, από τα δεδομένα της τροχαίας και τη φροντίδα που εύλογα αναμένεται από πρόσωπο που βρίσκεται στη θέση του οδηγού, να επιδείξει, για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά πρόσφατα στην υπόθεση Αριστείδου ν Πολυδώρου, ECLI:CY:AD:2016:A16, Πολιτική Έφεση Αρ. 346/2010, 15/01/2016: «. το κριτήριο για την αμέλεια είναι αντικειμενικό. Ο Εναγόμενος θα πρέπει να έχει συμπεριφερθεί και θα πρέπει να έχει επιδείξει προσοχή και φροντίδα χαμηλότερου επιπέδου, υπό τις περιστάσεις, από το επίπεδο που αναμένεται από έναν λογικό, συνετό, ικανό και έμπειρο οδηγό. Το μέτρο δεν είναι εκείνο του τέλειου οδηγού, αλλά του λογικού, συνετού και ικανού οδηγού.». (βλ. επίσης, Nettleship v Weston [1971] 2 Q.B. 691, Mansfield v Weetabix Ltd [1998] 1 W.L.R. 1263, Stewart v Glaze [2009] EWHC 704 Q.B. και Ahanonu v South East London and Kent Bus Co Ltd [2008] E.W.C.A .Civ. 274). (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου).
- Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του ατυχήματος, αναπαράγονται σε αμέτρητες περιπτώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, και σε τακτικότατη, θα τολμούσα να πω, βάση. Είναι δε, ένα φαινόμενο, που δεν παρατηρείται μόνο στην Κύπρο. Προκύπτουν σε πολλές δικαστικές υποθέσεις και έχουν απασχολήσει δικαστήρια, και μάλιστα σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, τόσο στην Κύπρο, όσο και στο εξωτερικό, και ειδικότερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, η αναπτυσσόμενη στο οποίο νομολογία, μπορεί να αποτελέσει για τα κυπριακά Δικαστήρια, πηγή καθοδήγησης. Ο βασικός κανόνας είναι ο εξής. Η ανάδυσης, μέσω βαριάς τροχαίας κυκλοφορίας, για να στρίψει κάποιος δεξιά, συνεπάγεται κίνδυνο, εξαιτίας της πιθανότητας, μοτοσικλέτες να κινούνται κατά μήκος της εξωτερικής πλευράς των στάσιμων και αργά κινούμενων οχημάτων, ή της μετακίνησης τους μεταξύ των γραμμών τους. Εκείνοι που ξεπροβάλλουν κατά τον τρόπο αυτό και αυτοί που οδηγούν μοτοσικλέτες, έχουν υποχρέωση να έχουν επίγνωση και να είναι προσεκτικοί της δυνατότητας σύγκρουσης, ακριβώς αυτής της φύσης, και να συμπεριφέρονται με τρόπο που ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο (βλ. Parmaxi v Katsiola
(1985)1 C.L.R. 633, Polycarpou a. a. v Adamou
(1988)1 C.L.R. 727, Petrou v Socratous a. a.
(1988)1 C.L.R. 595, Κρόκου ν Συμεού
(1995)1 Α.Α.Δ. 637, Βίκης ν Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345, Χριστοδουλου ν Αγαθοκλεους
(1997)1 Α.Α.Δ. 396, Χρύσω Αχιλλέως κ. α. ν Γρηγόρη Αλέξη
(1998)1 Α.Α.Δ. 952, Ρούσου ν Αλεξάνδρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1060, Κυριάκου ν Λοΐζίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 414, Κυριακούδης ν Μοσχάτου
(2008)1 Α.Α.Δ. 355, Powell v Moody
(1966)110 S.J. 215, Ringe v Eden Springs (UK) Ltd [2012] E.W.H.C. 14, Q.B., Worsfold v Howe [1980] 1 W.L.R. 1175, Smith v Kempson [2011] E.W.H.C. 2680, QB, Burton v Evitt [2011] E.W.C.A. Civ. 1378, Philip Jones v Michael John Lawton [2013] E.W.H.C. 4108, Q.B., Hillman v Tompkins
(1995)CA, unreported - βλ. στο σύγγραμμα, Bingham & Berrymans', Personal Injury and Motor Claims Cases, 13η έκδοση, στην σελίδα 364, στην παράγραφο 10.8). 13. Αυτή η βασική αρχή, αντικατοπτρίζεται σε αριθμό διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (στο εξής καλούμενος «ο Κώδικας»). Ο Κώδικας, ως ένα απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε οδηγό, αποτελεί ένα καλό σημείο από όπου κάποιος μπορεί να ξεκινήσει στην αναζήτηση του για να προσδιορίσει ποιος είναι ο «λογικός, συνετός και ικανός οδηγός», υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, και κατά συνέπεια, εάν ένας συγκεκριμένος οδηγός οδηγώντας το μηχανοκίνητο όχημα του υπό τέτοιες περιστάσεις, υπέπεσε του σχετικού καθήκοντος επιμέλειας του (βλ. ενδεικτικά, Roussou v Aristodemou
(1989)1 C.L.R. 12, Polycarpou a. a. v Adamou
(1988)1 C.L.R. 727 και Charalambous v Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25). Ωστόσο, ως έχει νομολογηθεί, ο Κώδικας, σε υποθέσεις όπως η παρούσα που το ζητούμενο είναι η ευθύνη ενός ή περισσότερων οδηγών για ένα τροχαίο ατύχημα, σε ότι αφορά αυτό, μπορεί να έχει μόνο πειστική αξία, παρά καθοριστική. Όπως ελέχθη από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Goad v Butcher [2011] EWCA Civ 158, δια του Λόρδου Δικαστή Moore-Bick: «A failure to observe the Highway Code might be evidence of negligence causing or contributing to a road traffic accident, but whether it was would depend very much on the circumstances in which the question was committed and who the claimant was.». (βλ. και Wakeling v McDonagh [2007] EWHC 1201, Q.B.) [1]. Όπως υποδείχθηκε δε και από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας στην απόφαση του στην υπόθεση Κώστας Κυπριανού ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 250: «Η παράλειψη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς Τροχαίας δε στοιχειοθετεί, αφ' εαυτής, αμέλεια. Η αμέλεια συναρτάται πάντοτε με το καθήκον επιμέλειας προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο και, σε συσχετισμό με αυτό, την όποια παράλειψη εκπλήρωσής του. Είναι γι' αυτό το λόγο που η απόδειξη της αμέλειας, αναπόφευκτα, συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, προσδιοριστικών του καθήκοντος και της παράβασής του.».
- Έχοντας τις προαναφερόμενες αρχές κατά νου, προχωρώ στην παράθεση των όσων διατάξεων του Κώδικα κρίνω σχετικές με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Κατ' αρχήν, σημειώνεται ότι, στο Κεφάλαιο Α, στο Μέρος Ι του Κώδικα, οι μοτοσικλετιστές κατατάσσονται στους «ευάλωτους χρήστες» του οδικού δικτύου. Και ειδικότερα, ότι, στο Κεφάλαιο Α, στο Σημείο 3.2 του Μέρους Ι του Κώδικα, εφίσταται η προσοχή των μοτοσικλετιστών στο ότι είναι ευάλωτοι χρήστες του οδικού δικτύου. Όπως επίσης εφίσταται η προσοχή τους και στο ότι, οι οδηγοί αυτοκινήτων, μπορεί να μην προσέξουν ή να μην υπολογίσουν σωστά την παρουσία τους στον δρόμο. Στο Σημείο 3.3.1 του Μέρους Ι του Κεφαλαίου Α του Κώδικα, σημειώνονται, μεταξύ άλλων, «ως κανόνες που σώζουν ζωές», ειδικά σε ότι αφορά τους μοτοσικλετιστές, οι ακόλουθοι -τους παραθέτω αυτούσιους-: «- . πριν αλλάξεις πορεία έλεγξε προσεκτικά τον δρόμο για να βεβαιωθείς ότι θα κινηθείς με ασφάλεια. - Έλεγχε συνεχώς το δρόμο μπροστά σου για τυχόν εμπόδια, όπως τρύπες στην άσφαλτο και σταθμευμένα οχήματα, ώστε να αποφεύγεις απότομους και επικινδύνους ελιγμούς. - Πρόβλεπε τις κινήσεις των άλλων χρηστών του οδικού δικτύου και υπολόγιζε για τυχόν απερίσκεπτα λάθη από οδηγούς αυτοκινήτων. - Αποτίμα ορθά την τροχαία κίνηση πριν προσπεράσεις άλλα οχήματα. Παρατήρησε για τυχόν εμπόδια και πηγές κινδύνου και άφηνε αρκετή απόσταση από το όχημα που προσπερνάς. - Κράτα αρκετή απόσταση όταν περνάς δίπλα από σταθμευμένα οχήματα και πρόσεχε για κάποια πόρτα που μπορεί να ανοίξει. - Μην προσπερνάς ποτέ από αριστερά ή μεταξύ των οχημάτων όταν αυτά κινούνται. Αν η τροχαία κίνηση έχει σταματήσει ή κινείται αργά, κινήσου και εσύ μαζί με τα άλλα οχήματα ή κινήσου αργά και προσεκτικά μεταξύ των οχημάτων. - Μην οδηγείς εντός των "τυφλών σημείων" των αυτοκινήτων ή προσπέρασε τα το συντομότερο.».
- Στο Μέρος ΙΙ του Κεφαλαίου Α του Κώδικα, που αφορά την οδήγηση γενικά, στο Σημείο 1.1.1 αυτού, που επιγράφεται «Πριν ξεκινήσετε την οδήγηση», ως κανόνες ασφαλούς οδήγησης, ορίζονται, μεταξύ άλλων και οι εξής -τους παραθέτω αυτούσιους-: «1.1.1 Πριν ξεκινήσετε την οδήγηση: - Ελέγξτε τα καθρεφτάκια του οχήματος σας ότι ο δρόμος είναι ελεύθερος. - Κοιτάξτε γύρω και πίσω από τον ώμο σας για να ελέγξετε τα "τυφλά" σημεία (εκεί που δεν μπορείτε να δείτε με τα καθρεφτάκια). -Δώστε το κατάλληλο σήμα. - Κοιτάξτε μια τελευταία φορά γύρω. -Ξεκινήστε όταν βεβαιωθείτε ότι αυτό είναι ασφαλές.».
- Υποχρέωσης που συνεχίζει και κατά την οδήγηση. Σύμφωνα με το Σημείο 1.1.2 του Μέρους ΙΙ του Κεφαλαίου Α, μεταξύ άλλων -παραθέτω αυτούσιο τον συγκεκριμένο κανονισμό-: «1.1.2 Κατά την οδήγηση: - Να κάνετε χρήση όλων των κατόπτρων του οχήματος σας [καθρεφτάκια]. - Καθ' όλη την διαδρομή, θα πρέπει να: χρησιμοποιείται συχνά τα καθρεφτάκια για να έχετε αντίληψη οτιδήποτε υπάρχει πίσω και στις πλευρές του οχήματος σας; χρησιμοποιείται τα καθρεφτάκια έγκαιρα για να ελέγξετε τον δρόμο πριν σηματοδοτήσετε για να αλλάξετε πορεία ή πριν ελαττώσετε ταχύτητα.».
- Με την προσοχή μάλιστα να εφίσταται στο γεγονός ότι, τα κάτοπτρα του οχήματος, δεν παρέχουν πλήρη ορατότητα και ότι υπάρχουν, τα ούτω καλούμενα «τυφλά σημεία», τα οποία πρέπει να ελέγχονται κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί. Όπως στο ίδιο σημείο (Σημείο 1.1.2) καταγράφεται, «οι οδηγοί πρέπει να είναι πάντοτε σε ετοιμότητα για τυχόν λάθη άλλων χρηστών του οδικού δικτύου και να προσέχουν ιδιαίτερα τους ευάλωτους χρήστες, που δυνατόν να διέρχονται δια μέσου της τροχαίας κίνησης.».
- Σε ότι αφορά την οδική συμπεριφορά σε συμβολές δρόμων μη ελεγχόμενες με φώτα τροχαίας, στο Σημείο 1.1.5.2 του Μέρους ΙΙ του Κεφαλαίου Α, μεταξύ άλλων, εφίσταται η προσοχή των οδηγών στα ακόλουθα -παρατίθενται αυτούσιοι οι σχετικοί για την υπόθεση αυτή κανόνες-: «- Προσέξτε ιδιαίτερα τους ευάλωτους χρήστες (. μοτοσικλετιστές) επειδή: δεν διακρίνονται εύκολα-μπορεί να μην τους έχετε προσέξει αρχικά; μπορεί να μην σας είδαν ή άκουσαν, ιδιαίτερα αν τους προσεγγίζεται από πίσω.».
- Στο ίδιο Σημείο 1.1.5.2 του Μέρους ΙΙ του Κεφαλαίου Α του Κώδικα, στο μέρος του που επιγράφεται, «Όταν σκοπεύετε να στρίψετε δεξιά», αφού παρατίθενται οι Κανονισμοί 66Α και 66Β των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών, Κ. Δ. Π. 66/1984, σύμφωνα με τους οποίους πρέπει να παραχωρείται προτεραιότητα σε οχήματα που έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση και κινούνται με ευθεία πορεία ή προτίθενται να στρίψουν αριστερά, ως κανόνες πριν από ένα τέτοιο στρίψιμο αναφέρονται οι ακόλουθοι -τους παραθέτω αυτούσιους-: «- Χρησιμοποιείστε τα καθρεφτάκια του οχήματος σας για να βεβαιωθείτε για τη θέση και την κίνηση της τροχαίας κίνησης που σας ακολουθεί. - Σηματοδοτείστε για στροφή προς τα δεξιά. - Πάρτε θέση μόλις αριστερά από τη μέση του δρόμου ή στην ειδική λωρίδα με σήμανση για δεξιά στροφή όπου υπάρχει. . - Περιμένετε για ένα ασφαλές κενό στην τροχαία από απέναντι και αφού: ελέγξετε ξανά για ποδηλάτες, μοτοσικλετιστές και πεζούς; ελέγξτε ξανά από τα καθρεφτάκια σας και στο "τυφλό" σημείο στο δεξί πλευρό του οχήματος σας για οχήματα που μπορεί να σας προσπερνούν; τρίψτε με προσοχή.».
- Διατάξεις που αφορούν ειδικά το προσπέρασμα, παρατίθενται στο Σημείο 1.1.6 του Μέρους ΙΙ του Κεφαλαίου Α του Κώδικα. Σχετικές, με την υπό εξέταση υπόθεση, είναι οι ακόλουθες, που, όπως και για άλλες περιπτώσεις, χαρακτηρίζονται επίσης ως «κανόνες που σώζουν ζωές»: «- Αποφασίσετε να προχωρήσετε σε προσπέρασμα μόνο αν χρειάζεται, είναι ασφαλές και επιτρέπεται. Αν το αποφασίσετε, μην πλησιάσετε πολύ το όχημα που θα προσπεράσετε. Αυτό θα σας περιορίσει την ορατότητα απέναντι αλλά και την δυνατότητα γρήγορου και ασφαλισμένου ελιγμού στο προσπέρασμα. - Αρκετά πριν το προσπέρασμα βεβαιωθείτε ότι: ο δρόμος απέναντι είναι ελεύθερος σε αρκετή απόσταση; κανένα όχημα δεν έχει αρχίσει να σας προσπερνά; και υπάρχει αρκετός χώρος για το όχημα σας μπροστά από το όχημα που θα προσπεράσετε, - Πριν το προσπέρασμα: χρησιμοποιείστε ξανά τα καθρεφτάκια, δώστε το κατάλληλο σήμα και ελέγξτε το "τυφλό" σημείο του οχήματος. - Κατά το προσπέρασμα: ολοκληρώστε γρήγορα το προσπέρασμα, αφήνοντας αρκετό διάστημα από το όχημα που προσπερνάτε και επιστρέψτε αμέσως στην αριστερά πλευρά του δρόμου, χωρίς να μπείτε απότομα μπροστά στο άλλο όχημα; όταν προσπερνάτε μοτοσικλετιστές, ποδηλάτες ή αναβάτες ζώων, αφήνετε τόσο διάστημα όσο θα αφήνατε αν προσπερνούσατε αυτοκίνητο.».
- Στο ίδιο Σημείο 1.1.6 του Μέρους ΙΙ του Κεφαλαίου Α του Κώδικα, παρατίθενται και οι πρόνοιες του Κανονισμού 58
(4)(α) των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών, Κ. Δ. Π. 66/1984, κατά τον οποίο, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε να προσπερνά ή να αποπειράται να προσπεράσει όχημα κινούμενο προς την ίδια κατεύθυνση, [μεταξύ άλλων]: σε κάθε σημείο που υπάρχει στη μέση του οδοστρώματος συνεχής άσπρη γραμμή ή σχετικό απαγορευτικό σήμα τροχαίας; σε στροφή με ορατότητα μικρότερη των εκατό μέτρων, σε συμβολή δρόμων εντός δημοτικών ορίων ή ορίων κοινότητας; όταν προσεγγίζει όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε παρέχει δικαίωμα προτεραιότητας σε αυτό. Συμπληρώνοντας, ότι, δεν πρέπει να επιχειρείται το προσπέρασμα, [μεταξύ άλλων]: όπου ο δρόμος στενεύει; όταν ένα προπορευόμενο όχημα δίνει σήμα για στροφή δεξιά, έστω και αν πιστεύει κάποιος οδηγός ότι το σήμα έχει μείνει σε λειτουργία από λάθος.
- Αυτοί, είναι κάποιοι, σχετικοί με την υπόθεση αυτή κανόνες οδήγησης, που, σε αυτή την υπόθεση [η οδήγηση], όπως προκύπτει από την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν έχει αμφισβητηθεί από τους διαδίκους, ήταν υπό συνθήκες αίθριου καιρού, μηνός καλοκαιριού και σε ώρα απογευματινή, με πολύ καλό φυσικό φωτισμό, σε ώρα αιχμής της τροχαίας κινήσεως, σε μία ευθεία οδό εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λάρνακας, που ήταν πολύ καλά γνωστή και στους δύο εμπλεκόμενους στο ατύχημα οδηγούς. Η εκτίμηση της μαρτυρίας, τα πραγματικά ευρήματα, η αξιολόγησης τους και τελικά συμπεράσματα
- Η υπόθεση αυτή, ως προαναφέρθηκε, αφορά τροχαίο ατύχημα σε δημόσια οδό εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λάρνακας, στο οποίο ενεχόμενοι ήταν οι οδηγοί δύο μηχανοκίνητων οχημάτων. Το πραγματικό ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται ουσιαστικά να αποφασίσει σε αυτή την υπόθεση, είναι, ως προαναφέρθηκε, το κατά πόσο οι οδηγοί των εν λόγω οχημάτων που ενεπλάκησαν στο ατύχημα, υπό τις περιστάσεις, υπέπεσαν του επιπέδου που αναμένεται από έναν λογικό, συνετό, ικανό και έμπειρο οδηγό. Οι διάδικοι, αν και για τα περισσότερα από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης συμφωνούν, ή, σε κάθε περίπτωση, προκύπτει ότι συμφωνούν ένεκα μη αμφισβήτησης τους, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο κυρίαρχο και επίδικο για την υπόθεση ζήτημα, υποστήριξαν προς το Δικαστήριο δύο ασυμβίβαστες εκδοχές σε ότι αφορά τα γεγονότα που το αφορούν. Ως εκ τούτου, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου η διαπίστωση της αλήθειας, για να καταλήξει ποιος ευθύνεται για το ατύχημα ή και σε ποιο βαθμό (βλ. Hatton v Cooper [2001] EWCA Civ 623, Cooper v Floor Cleaning Machines [2003] EWCA Civ 1649 και Eyres v Atkinsons Kitchen and Bedrooms Ltd [2007] EWCA Civ 365). Έχοντας όλα τα προαναφερόμενα κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση και αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
- Η Λουκά, δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Για τους λόγους που αναφέρω ενδεικτικά στην συνέχεια της απόφασης μου, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια στην μαρτυρία της για να εξάγω τα συμπεράσματα μου σε ότι αφορά τα επίδικα ζητήματα. Σε αντίθεση με την Λουκά, ο Ενάγοντας, η μαρτυρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από πλευράς Εναγομένης, μου προκάλεσε θετική εντύπωση. Για τα γεγονότα που είναι ουσιαστικά για να αποφασιστούν τα επίδικα ζητήματα ήταν σταθερός στην μαρτυρία του, απαντούσε άνετα στις ερωτήσεις που του ετίθεντο, οι τοποθετήσεις του είχαν λογική, χωρίς υπερβολές ή υπεκφυγές. Αποδέχομαι ως εκ τούτου την μαρτυρία του και στην βάση αυτής, προβαίνω στα σχετικά, σε ότι αφορά τα επίδικα ζητήματα, ευρήματα.
- Στην προκείμενη περίπτωση, η Λουκά, θα έπρεπε να είχε επίγνωση της πιθανότητας ότι κάποια μοτοσικλέτα θα οδηγείτο κατά μήκος της εξωτερικής πλευράς της αργά κινούμενης τροχαίας κυκλοφορίας επί της οδού Καρύδη. Είναι ακριβώς αυτό που κάθε οδηγός πρέπει να περιμένει από έναν μοτοσικλετιστή σε τέτοιες συνθήκες τροχαίας κυκλοφορίας. Ένας μοτοσικλετιστής, είναι απίθανό ότι με τέτοια τροχαία κυκλοφορία που κινείτο πολύ αργά και ήταν στάσιμη μάλιστα κατά διαστήματα, θα ανέμενε στην γραμμή σταματώντας και εκκινώντας κάθε φορά που τα αυτοκίνητα που την συνιστούσαν έπρατταν ακριβώς αυτό για να κινηθούν αργά προς τα εμπρός, όταν είχε την ευχέρεια να περάσει γρηγορότερα μπροστά κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (βλ. Philip Jones v Michael John Lawton [2013] E.W.H.C. 4108, Q.B.). Η Λουκά, δεν έλεγξε, ως οι περιστάσεις το απαιτούσαν, για να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να κινηθεί, οδηγώντας το αυτοκίνητο της δεξιά προς την πάροδο της οδού Στρουθίδη, με ασφάλεια. Απέτυχε δε να προβλέψει την κίνηση του Ενάγοντα να οδηγήσει ως προαναφέρθηκε την μοτοσικλέτα του κατά μήκος της εξωτερικής πλευράς της αργά κινούμενης τροχαίας κυκλοφορίας επί της οδού Καρύδη (βλ. Κυριάκου ν Λοΐζίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 414). 26. Η Λουκά, προτού ξεκινήσει την κίνηση της να οδηγήσει το αυτοκίνητο της προς τα δεξιά, δεν έλεγξε, ως όφειλε και επαρκώς, τα καθρεφτάκια του αυτοκινήτου της (και ειδικότερα αυτό που βρίσκεται στην δεξιά πλευρά του οχήματος της από όπου πορεύθηκε ο Ενάγοντας οδηγώντας την μοτοσικλέτα του, το οποίο δεν έλεγξε καθόλου), ούτε και κοιτάξτε γύρω και πίσω από τον ώμο της για να ελέγξει τα σημεία που δεν μπορούσε να δει με τα καθρεφτάκια της (και ειδικότερα της περιοχής πίσω της δεξιά και στο πλευρό δεξιά του αυτοκινήτου από όπου πορεύθηκε ο Ενάγοντας οδηγώντας την μοτοσικλέτα του), για να βεβαιωθεί ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος. Η Λουκά, παρά το γεγονός ότι η Εναγόμενη με την έκθεση υπεράσπισης της ισχυριζόταν ότι αυτή είχε δεόντως και επιμελώς ελέγξει την τροχαία κίνηση για να βεβαιωθεί ότι δεν διέρχονταν εξ αντιθέτου ή άλλως πως οποιαδήποτε οχήματα επί της οδού Καρύδη προτού πολύ προσεκτικά επιχειρήσει στροφή προς τα δεξιά (βλ. παράγραφο 5.2 του εν λόγω δικογράφου), και παρά τον ισχυρισμό και της ίδιας κατά την κυρίως εξέταση της ως προς αυτό το γεγονός (βλ. παραγράφους 3 και 4 της εν λόγω δηλώσεως, Έγγραφο Β), δεν με έπεισε με την μαρτυρία της για την πραγματικότητα του. Όπως προέκυψε κατά την αντεξέταση της, που ήταν ουσιαστικά το μοναδικό μέρος της δια ζώσης μαρτυρίας της που δόθηκε προφορικά [και εκτός του πλαισίου της γραπτής δηλώσεως της Έγγραφο Β], όταν και μπόρεσα να ελέγξω τις τοποθετήσεις και αντιδράσεις της στο ειδώλιο του μάρτυρα, η Λουκά, για το καίριο αυτό ζήτημα που άπτωτο της πραγματικής υπόστασης της υπεράσπισης της Εναγομένης που αφορά την παρατηρητικότητα που είχε του δρόμου κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ασαφής, πρόδηλα αμήχανη όταν έδιδε τις απαντήσεις της, προσπαθούσε να αποφύγει να τοποθετηθεί ρητά για γεγονότα που αντιλαμβανόταν ότι δεν υποβοηθούσαν την υπόθεση της Εναγομένης επικαλούμενη αδικαιολόγητα απώλεια μνήμης και μου άφησε την εντύπωση ότι δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο τα όσα πραγματικά επισυνέβησαν. Έχοντας δε ακούσει την μαρτυρία της Λουκά και έχοντας εξετάσει αυτήν εντασσόμενη στο σύνολο και της υπόλοιπης μαρτυρίας, καταλήγω ότι, η Λουκά, κατά τον ουσιώδη χρόνο που επιχείρησε την στροφή του αυτοκινήτου της δεξιά για να το οδηγήσει στην παράδρομο της οδού Στρουθίδη, δεν είχε καν στο μυαλό της την πιθανότητα ότι κάποια μοτοσικλέτα θα οδηγείτο κατά μήκος της εξωτερικής πλευράς της αργά κινούμενης τροχαίας κυκλοφορίας επί της οδού Καρύδη στην οποία ήταν ακινητοποιημένο το όχημα της, όταν αυτό θα ήταν κάτι που πρωταρχικά θα έπρεπε να λειτουργήσει στην σκέψη της αφής στιγμής είχε πρόθεση να επιχειρήσει στροφή προς τα δεξιά ξεπροβάλλοντας το όχημα της από την σειρά των οχημάτων στην οποία το αυτοκίνητο της βρισκόταν, και για αυτό το έπραξε και απότομα (βλ. Κρόκου ν Συμεού
(1995)1 Α.Α.Δ. 637). Αυτά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αναδύονται μέσα [και] από την αντεξέταση της Λουκά, στο σημείο της όπου το ζήτημα αυτό είχε διερευνηθεί από πλευράς του Ενάγοντα: «E. Επειδή δεν έρχονταν και αυτοκίνητα από απέναντι, δικαιολογείται ο κύριος Καλαφάτης, ο ενάγων, να βρίσκεται στο πλάι σας και να προσπερνά. Θα συμφωνήσετε μαζί μου; A. Αν δεν υπήρχαν ναι, αλλά δεν θυμούμαι αν έρχονταν αυτοκίνητα. Εγώ περίμενα να καθαρίσει ο δρόμος για να στρίψω. Προσπάθησα να στρίψω δεξιά, για να το έκαμνα δεξιά, σημαίνει δεν έβλεπα να έρχονται αυτοκίνητα, ναι. E. Μόνο από απέναντι σας; A. Κοίταξα και πίσω ναι. E. Πώς και δεν είχατε εντοπίσει τον ενάγοντα πίσω σας; A. Μπορεί τη στιγμή που κοίταξα πάνω, να ήταν ήδη στο πλευρό. Δεν τον είδα. E. Δηλαδή κοιτάξετε μπροστά σας, δεν είχε αυτοκίνητο κοιτάξετε στο πλάι σας δεν είχε αυτοκίνητα; A. Από το καθρεφτάκι πάνω. E. Δεν είχε αυτοκίνητα και η επόμενη κίνηση, ήταν να στρίψετε να πάτε δεξιά; A. Ναι. E. Που το καθρεφτάκι το δεξί κοιτάξετε; A. Δεν θυμούμαι, κοίταξα από το καθρεφτάκι πάνω και δεν υπήρχε κανένας πίσω μου. E. Το βοηθητικό καθρεφτάκι στην πόρτα του οδηγού, κοιτάξετε το; A. Δεν μπορώ να θυμηθώ για τούτο. E. Δεν μπορείτε να θυμηθείτε, διότι δεν έχετε κοιτάξει. Σωστά; A. Δεν μπορώ να απαντήσω σε τούτο το ερώτημα. E. Γιατί αποφεύγετε; A. Δεν μπορώ να απαντήσω, δεν ξέρω αν κοίταξα. Τούντα πράγματα συμβαίνουν στο λεπτό. Εγώ κοίταξα πάνω, δεν είδα κανέναν. Η μοτόρα αν μπήκε στο πλευρό την ώρα που γύριζα το τιμόνι μου, δεν θυμούμαι. Μπορεί να εμφανιστεί η μοτόρα τζιείνη την ώρα, δεν μπορώ να θυμηθώ αν είδα από το καθρεφτάκι. E. Εγώ σας υποβάλλω ότι δεν είδατε από το καθρεφτάκι. A. Δεν μπορώ να σας απαντήσω σε τούτο, γιατί δεν θυμάμαι. E. Αν ήσασταν τόσο προσεκτική οδηγός όσο περιγράφετε και δεν είδατε κανέναν, πώς βρέθηκε ο ενάγων στην πορεία σας μέσα στο αυτοκίνητο σας και χτυπήσετε; Πώς βρέθηκε ο ενάγων να κτυπά; Πέτασε; Πώς; A. Αν τον έβλεπα δεν θα γύριζα το τιμόνι μου, απλώς κοίταζα το τιμόνι. Η μοτόρα μπορεί να σε προσπεράσει μονομιάς. Αν έπιασε στο πλευρό για να προσπεράσει και ήταν την ώρα που κοίταζα πάνω και δεν κοίταζα πίσω μου, μπορούσα να κοιτάζω στο πλευρό μου αφού δεν τον αντιλήφθηκα καθόλου. E. Μιλούμε για μοτοσυκλέτα. A. Ναι. E. Δηλαδή ένας συγκεκριμένος όγκος στον δρόμο, μας λέτε τώρα σαν οδηγός, ότι δικαιολογείται να μην τον έχετε προσέξει; A. Ναι, όταν η μοτόρα μπει στο πλευρό, σίγουρα -- Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Δεν μπορώ να το λέω συνέχεια. Να μιλάτε αργά. Μάρτυρας: Όταν την ώρα που κοιτάζω πάνω για να δω που πίσω μου από τον καθρέφτη, ήταν ήδη στο πλευρό ο ενάγων. Πώς μπορούσα να ξέρω αν ήταν στο πλευρό; Είδα κατά πάνω, δεν είδα τίποτε πίσω, γύρισα ελάχιστα το τιμόνι μου. Μόλις χτύπησε πάνω στον τροχό, σταμάτησα μονομιάς εγώ, ούτε τον έριξα. Κα Πετρίδου: Μάλιστα. Οφείλατε να βεβαιωθείτε ότι ήταν ασφαλισμένη η κίνηση σας να εισέλθετε στην πάροδο. Τι έχετε να πείτε γι' αυτό; A. Εγώ κοίταξα όσο μπορούσα και από μπροστά και από το καθρεφτάκι. E. Συμφωνούμε ότι το όσο μπορούσατε, δεν είδατε ωστόσο τον ενάγων. Σωστά; A. Σίγουρα δεν τον είδα. Αν τον έβλεπα ήταν να του χτυπήσω;». 27. Περαιτέρω, δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό της Λουκά ότι είχε δώσει σήμα για την πρόθεση της να στρίψει δεξιά, προτού τελικά στρίψει για να οδηγήσει το αυτοκίνητο της [δεξιά] προς την οδό Στρουθίδη, που θα μπορούσε να αποτελέσει επαρκή υπό τις περιστάσεις προειδοποίηση της εν λόγω πρόθεσης της για την υπόλοιπη οδική κυκλοφορία. Αυτός ήταν ένας ισχυρισμός που και πάλι είχε δικογραφηθεί στην έκθεση υπεράσπιση της Εναγομένης (βλ. παραγράφους 5.2 και 5.3 του εν λόγω δικογράφου) και προβλήθηκε από την Λουκά κατά την κυρίως εξέταση της δια της γραπτής της δηλώσεως (βλ. παραγράφους 3 και 4 της εν λόγω δηλώσεως, Έγγραφο Β), εντούτοις, και πάλι δεν υποστηρίχθηκε από την Λουκά κατά την αντεξέταση της, εφόσον, αντεξεταζόμενη, αντιφατικά του εν λόγω ισχυρισμού της, υποστήριξε ότι το σήμα της για την εν λόγω κίνηση της, το έκανε αμέσως πριν ξεκινήσει την οδήγηση του οχήματος της σε στροφή στα δεξιά. Δεν υπήρξε δηλαδή σύμφωνα με τον ισχυρισμό της αυτό, ως φαίνεται να υποστήριξε κατά την κυρίως εξέταση της, εκ των προτέρων σηματοδότηση της πρόθεσης της αυτής προτού ξεκινήσει την οδήγηση του οχήματος της από την στάση που αυτό βρισκόταν αναμένοντας στην γραμμή και αφού πρώτα είχε ελέγξει τον δρόμο, παρά μόνο [αν υπήρξε -που δεν το αποδέχομαι-, τουλάχιστον] σχεδόν ταυτόχρονα όταν είχε ξεκινήσει την οδήγηση της και χωρίς να έχει ως εκ τούτου και για δεύτερη φορά ελέγξει τον δρόμο κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε για να ξεκινούσε μόνο και μόνο όταν είχε βεβαιωθεί ότι τούτο ήταν ασφαλές (βλ. Ανθούλης Παπούτα ν Κυριάκου Τούμπα κ. α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1082). Αντεξεταζόμενη για το ζήτημα αυτό, η Λουκά, ανέφερε τα εξής, που σχετίζονται με την προαναφερόμενη εκτίμηση μου: «Κα Πετρίδου: Θα έρθω σε ένα τελευταίο σημείο κύριε Πρόεδρε. Πότε για πρώτη φορά χρησιμοποιήσετε τον φωτεινό σηματοδότη ως ισχυρίζεστε; Μάρτυρας: Τι εννοείτε πότε για πρώτη φορά; Την ώρα που ήταν να στρίψω. Τι εννοείτε πότε για πρώτη φορά; E. Εσείς αντιλαμβάνεστε ότι για πρώτη φορά την ώρα που αποφασίσετε να στρίψετε, δηλώσατε και την πρόθεση σας να στρίψετε δεξιά με τον φωτεινό σηματοδότη. Έτσι συμπεριφερθήκατε εκείνη την ημέρα; Δικαστήριο: Για να αντιληφθεί χρονικά. Αντιλαμβάνομαι η δικηγόρος ρωτά σε σχέση με την κίνηση που εκάμετε λέτε για να στρίψετε, χρονικά, με τον σηματοδότη, πότε δώσατε το σήμα, χρονικά σε σχέση με την κίνηση σας; Μάρτυρας: Εντάξει, λίγο πριν τη στροφή μάλλον, όπως γίνεται συνήθως. Κα Πετρίδου: Εγώ σας λέω ότι ουδέποτε χρησιμοποιήσετε φωτεινό σηματοδότη. A. Διαφωνώ.».
- Εν κατακλείδι, η Λουκά, υπέπεσε σε πταίσμα, διότι δεν έλαβε υπόψη της την πιθανότητα ότι θα μπορούσε να την προσπερνά μία μοτοσικλέτα, και άρχισε την εκτέλεση οδήγησης του οχήματος της προς την παράδρομο της οδού Στρουθίδη, στρίβοντας αυτό απότομα δεξιά και ξεπροβάλλοντας μέσα από πυκνή τροχαία κίνηση, χωρίς να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να μειώσει τον κίνδυνο σύγκρουσης που ενυπήρχε υπό τις περιστάσεις. Οι αποτυχίες της, προκάλεσαν τη σύγκρουση.
- Αν και αποδέχομαι ότι ο Ενάγοντας είχε το δικαίωμα να οδηγήσει την μοτοσικλέτα του για να προσπεράσει τα οχήματα των πολύ αργά κινούμενων ή και ακινητοποιημένων αυτοκινήτων που βρίσκονταν σε γραμμή επί της οδού Καρύδη από την εξωτερική της πλευρά (βλ. Κρόκου ν Συμεού
(1995)1 Α.Α.Δ. 637), εντούτοις, είχε ευθύνη να το πράξει αργά και με ιδιαίτερη επίγνωση του γεγονότος ότι οχήματα που βρίσκονταν στην γραμμή, ως προαναφέρθηκε, πιθανόν να αναδύονταν για να επιχειρήσουν στροφή προς τα δεξιά χωρίς να τον παρατηρήσουν, ιδιαίτερα στα σημεία της οδού Καρύδη, -που ήταν, σημειώνεται, γνωστή στον Ενάγοντα-, όπου συμβάλουν άλλοι δρόμοι που δεν ελέγχονται από φώτα τροχαίας, όπως είναι και η περίπτωση της οδού Στρουθίδη (βλ. Κυριάκου ν Λοΐζίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 414). Κατά την κρίση μου, ο Ενάγοντας, που ισχυρίστηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο πριν από την σύγκρουση της μοτοσικλέτας του και του ιδίου με το αυτοκίνητο της Ενάγουσας, οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με πολύ χαμηλή ταχύτητα, 10 - 15 χιλιομέτρων ανά ώρα, και δεν αμφισβητήθηκε, -πράγμα που σημαίνει ότι η ταχύτητα του θα του επέτρεπε να επιβραδύνεται ή να σταματάει όταν ένα άλλο όχημα τυχόν να αναδυόταν απροσδόκητα από τα αριστερά του, παρ' αυτά-, θα έπρεπε να προέβλεπε ότι οχήματα που βρίσκονταν σε αναμονή, που θα ήθελαν να προβούν σε στροφή δεξιά προς την οδό Στρουθίδη, πιθανόν να το έπρατταν στο σημείο της συμβολής της με την οδό Καρύδη ή και ακόμη λίγο πιο πριν από αυτήν ένεκα της κυκλοφοριακής συμφόρησης, όπως έγινε και στην προκείμενη περίπτωση από την Λουκά, να ήταν ιδιαίτερα προσεχτικός για το ενδεχόμενο μίας τέτοιας κινήσεως και ότι πιθανόν να μην γινόταν αντιληπτός από τον οδηγό ενός οχήματος που θα οδηγείτο με τον τρόπο αυτό, και κατά την προσπέραση των αργά κινούμενων ή στάσιμων οχημάτων με την μοτοσικλέτα του, αν θα το επιχειρούσε σε τέτοιο σημείο της οδού Καρύδη όπου κανονικά δεν επιτρέπετε (σε συμβολή της με άλλο δρόμο που δεν ελέγχεται από φώτα τροχαίας), να κρατούσε αρκετή απόσταση όταν περνούσε δίπλα από τα οχήματα αυτά, ώστε να μπορούσε καλύτερα να τα εποπτεύει κατά το προσπέρασμα και να απέφευγε ότι η τυχόν ανάδυσης οχήματος από την εν λόγω γραμμή, υπό τις περιστάσεις που έγινε στην προκείμενη περίπτωση, θα οδηγούσε σε σύγκρουση (βλ. Χρύσω Αχιλλέως κ. α. ν Γρηγόρη Αλέξη
(1998)1 Α.Α.Δ. 952). Όπως ο ίδιος ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε κατά την δίκη και δεν αμφισβητήθηκε, η οδός Καρύδη έχει αρκετό πλάτος, 10 - 15 μέτρα περίπου (χωρίς διαχωριστική γραμμή σήμανσης των δύο λωρίδων κυκλοφορίας στον δρόμο), που το επέτρεπε. Εξ αντιθέτου δε, της δικής του κατεύθυνσης, οδική κίνηση, όπως αμφότεροι οι διάδικοι ισχυρίστηκαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε, γεγονός που και πάλι επέτρεπε μια τέτοια δράση. Σε ότι αφορά το ζήτημα της απόστασης της μοτοσικλέτας του Ενάγοντα από τα οχήματα που προσπέρασε, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσφέρθηκε από τον Ενάγοντα καμία απολύτως μαρτυρία. Δηλαδή, πέραν της αναφοράς του ότι πέρασε δίπλα από αυτά. Ο Ενάγοντας, παρουσίασε μεν ένα σχεδιάγραμμα που ο ίδιος έφτιαξε, πολύ πρόχειρο όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε, για την σκηνή του δυστυχήματος (βλ. το Τεκμήριο 17, στο πίσω μέρος της φωτογραφίας 2), που όμως, σε ότι αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα, ένεκα ακριβώς της προχειρότητας του αυτής (είναι μόνον ενδεικτικό στα σημεία του, δεν έγινε κατόπιν μετρήσεων και δεν είναι σε κλίμακα) δεν μπορεί να προσφέρει καμία βοήθεια προς επίλυση της υπόθεσης, ως προς αυτή της τουλάχιστον την πτυχή που συζητείται. Σε κάθε περίπτωση, η ζημία στο αυτοκίνητο της Λουκά στο μπροστινό μέρος δεξιά του προφυλακτήρα του, πλησίον του μπροστινού δεξιού του τροχού, συσχετιζόμενη με το γεγονός ότι το όχημα της Λουκά, ως είναι κοινώς παραδεκτό από τους διαδίκους, αμέσως προηγουμένως ήταν σε στάση, σε ευθεία γραμμή σε σχέση με την οδό Καρύδη και με μέτωπο τον κυκλικό κόμβο στο βάθος του δρόμου, υποστηρίζει λογικά αυτό το συμπέρασμα. Αξίζει δε να σημειωθεί περαιτέρω, ότι, η θέση της Λουκά για το εν λόγω γεγονός, ότι δηλαδή, η σύγκρουσης με τον Ενάγοντα και την μοτοσικλέτα του, έγινε κατόπιν ελάχιστης εκτέλεσης της οδήγησης στροφής του οχήματος της δεξιά προς ανάδυση του για να κινηθεί προς την παράδρομο της οδού Στρουθίδη, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της, ούτε και της ετέθη οποιαδήποτε άλλη θέση, διαφορετική για το εν λόγω ισχυριζόμενο γεγονός, για την υπόθεση του Ενάγοντα. Όπως χαρακτηριστικά υποστήριξε: «Εδώ το βλέπω πολύ ότι έκαμε να στρίψει το αυτοκίνητο, εγώ έκαμα ελάχιστο το τιμόνι μου, ούτε καν έστριψε. Επέρναν ακριβώς δίπλα μου και μόλις προσπάθησα να γυρίσω το τιμόνι μου δεξιά για να στρίψω, ελάχιστο το έκαμα. Έδωκε πάνω στον τροχό το αυτοκίνητο μου, δεν έστριψε καν δεξιά όπως φαίνεται εδώ.». Χωρίς, σημειώνω, να αποδέχομαι σε κάθε περίπτωση, τον εν λόγω ισχυρισμό της Λουκά στο μέρος του που αφορά ότι το όχημα της δεν εκτέλεσε καθόλου στροφή, και ότι η επαφή της με τον Ενάγοντα ήταν μόνο με τον δεξιό μπροστινό τροχό του αυτοκινήτου της, καθότι, εκτός του ότι με την έκθεση υπεράσπισης της η Εναγομένη ισχυριζόταν διαφορετικά (ότι είχε ήδη ξεκινήσει να στρίβει το όχημα της προς τα δεξιά για να εισερχόταν στην οδό Στρουθίδη - βλ. την παράγραφο 5.3 του εν λόγω δικογράφου της Εναγομένης), οι ζημιές στο όχημα της, όπως παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 20, καταδεικνύουν διαφορετικά, και επειδή οι επεξηγήσεις της Λουκά σε ότι αφορά αυτές κατά την αντεξέταση της, εκτός του ότι ήταν ασαφής, δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε και λογικά. Π. χ. συσχετίζοντας τον εν λόγω ισχυρισμό της, με το παραδεκτό γεγονός της έκτασης των ζημιών στην μοτοσικλέτα του Ενάγοντα από το ατύχημα, έχοντας πάντοτε υπόψη και την ταχύτητα που ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι την οδηγούσε και δεν αμφισβητήθηκε, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο Ενάγοντας χτυπήθηκε στο γόνατο όταν η μοτοσικλέτα του, όπως ισχυρίστηκε και δεν αμφισβητήθηκε, είναι πιο ψηλή του οχήματος της Λουκά. Ο τρόπος δε που δικογραφήθηκαν από πλευράς Εναγομένης οι λεπτομέρειες αμέλειας του Ενάγοντα, δεν μπορεί να λεχθεί ότι αποκλείουν ένα τέτοιο εύρημα του Δικαστηρίου, αφής στιγμής, το καθιστούσαν, ένα από τα επίδικα ζητήματα προς επίλυση. Βρίσκω συνεπώς ότι, οι προαναφερόμενες ενέργειες του Ενάγοντα, ήταν επίσης λόγος πρόκλησης του δυστυχήματος. 30. Ως εκ της προαναφερόμενης κατάληξης μου, τίθεται ζήτημα επιμερισμού της ευθύνης μεταξύ Ενάγοντος και Λουκά και εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 57
(1)του Κεφ. 148. Η νομολογία που είναι σχετική με το ζήτημα αυτό, καταδεικνύει τις διαφοροποιήσεις που μπορούν να προκύψουν στο ζήτημα της κατανομής της ευθύνης για ένα ατύχημα με την ίδια φυσιογνωμία, λόγω των λεπτών διακρίσεων που μπορούν να υπάρχουν στα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Άρθρου 57
(1)του Κεφ. 148 το Δικαστήριο κατευθύνεται στην μείωση της αποζημίωσης του απαιτητή «κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τo Δικαστήριοo ήθελε κρίvει δίκαιo λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ στη ζημιά». Ο καταμερισμός της ευθύνης, σε περίπτωση συντρέχουσας αμέλειας, -που αντικατοπτρίζει την σχετική ευθύνη [«πταίσμα», ως αναφέρεται στο εδάφιο
(1)του Άρθρου 57 του Κεφ. 148 ([2])] για την ζημιά που έχει προκληθεί-, μπορεί να γίνει, λαμβανομένων υπόψη δύο παραγόντων: «Το μεμπτό της διαγωγής ("blameworthiness"), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημίας η οποία προκύπτει ("causative potency")» (βλ. Baker v Willoughby [1970] A.C. 467, Άδωνης Αλεξάνδρου ν Άντρης Σωτηρίου Λεβέντη κ. α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, Charalambous v Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25, Χάρης Χαριλάου ν Νίκου Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460 και Σταύρος Ορθοδόξου ν Νεόφυτου Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1561). Η προσέγγισης όμως των Δικαστηρίων, σε ότι αφορά το ζήτημα του καταμερισμού της ευθύνης σε περίπτωση συντρέχουσας αμέλειας, είναι περισσότερο πρακτική και αν και λαμβάνουν υπόψη τους κατά την απόφαση τους, τους προαναφερόμενους παράγοντες, δεν αναλώνονται στο να διερευνήσουν αυτούς διεξοδικά. Αυτό διευκρινίστηκε από τον Λόρδο Δικαστή Denning στην υπόθεση Froom v Butcher [1976] QB 286, 295-6 (βλ. επίσης Reeves v Chief Commissioner of the Metropolis [2000] 1 A.C. 360): «Whenever there is an accident, the negligent driver must bear by far the greater share of the responsibility. It was his negligence which caused the accident. It also was a prime cause of the whole of the damage. But in so far as the damage might have been avoided or lessened by wearing a seat belt, the injured person must bear some share. But how much should this be? Is it proper to inquire whether the driver was grossly negligent or only slightly negligent? If such an inquiry could easily be undertaken, it might be as well to do it. In Davies v Swan Motor Co. (Swansea) Ltd [1949] 2 KB 291, 326, the court said that consideration should be given not only to the causative potency of a particular factor, but also its blameworthiness. But we live in a practical world. In most of these cases the liability of the driver is admitted, the failure to wear a seat belt is admitted, the only question is: what damages should be payable? This question should not be prolonged by an expensive inquiry into the degree of blameworthiness on either side, which would be hardly disputed. Suffice it to assess a share of responsibility which will be just and equitable in the great in the great majority of cases.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 31. Στην υπόθεση Άδωνης Αλεξάνδρου ν Άντρης Σωτηρίου Λεβέντη κ. α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., (ως ήταν τότε), Γ. Μ. Πική, συνόψισε τις σχετικές, για το ζήτημα αυτό, αρχές: «Ο επιμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες: Το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημίας η οποία προκύπτει (causative potency). Δυνητικά, η αμέλεια του οδηγού αυτοκινήτου έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις από την αμέλεια του πεζού ή του ποδηλατιστή. Ενώ η ευθύνη του οδηγού αυτοκινήτου και του πεζού μπορεί να είναι ίση σε έκταση, η δυνατότητα πρόκλησης ζημίας είναι πολύ μεγαλύτερη στην περίπτωση του αυτοκινητιστή. Η κατανομή της ευθύνης γίνεται κάτω από ευρεία σκοπιά, με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία (βλ. Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25). Εφόσον η καθοδήγηση ως προς το δίκαιο είναι ορθή, ο καταμερισμός της ευθύνης αποτελεί κατεξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(E) A.A.Δ. 178). Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε την ευθύνη των δύο μερών, καθοδηγούμενο από τις ορθές αρχές δικαίου και με αναφορά, τόσο στο μεμπτό της συμπεριφοράς τους, όσο και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμέλειας και της ζημίας που δυνητικά μπορούσε να προκαλέσει η αμέλεια ενός εκάστου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 32. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, οι υποκείμενες αρχές, περιλαμβάνουν την αξιολόγηση της διαγωγής («blameworthiness») και της αιτιώδους επίδρασης («causative potency») της αμέλειας που διαπιστώθηκε εναντίον του κάθε οδηγού. Σε ότι αφορά το ζήτημα της υπαιτιότητας, υπάρχει, μπορεί να λεχθεί, ένα στοιχείο ευρείας συμμετρίας μεταξύ του τι έπραξε ο κάθε διάδικος. Εντούτοις, η φύσης των σφαλμάτων τους μπορεί να είναι διαφορετική. Κατ' ουσία, η σχετική αρχή του επιμερισμού της ευθύνης αφορά στο ότι, ο κάθε ένας από τους εμπλεκόμενους στο ατύχημα έσφαλλε, προχώρησε υπό περιστάσεις όπου θα έπρεπε να είχε επίγνωση του προφανούς κινδύνου του τι πραγματικά επισυνέβη, αλλά αγνοώντας τον, με την διαφορά ότι η φύσης των σφαλμάτων τους ήταν διαφορετική, επιδρόντας κατά τρόπο διαφορετικό και στην προκληθείσα ζημιά. Το αξιόμεμπτο της διαγωγής Ενάγοντος και Λουκά σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, έχει ήδη συζητηθεί και ως εκ τούτου, δεν θα επανέλθω σε αυτό. Πολύ σύντομα θα σχολιάσω τι θεωρώ ότι από απόψεως του προαναφερόμενου κριτηρίου της αιτιώδους επίδρασης («causative potency») της αμέλειας που διαπιστώθηκε εναντίον του κάθε οδηγού σε ότι αφορά την προκληθείσα ζημιά πρέπει να καταγραφεί, προτού δώσω την κατάληξη μου σε ότι αφορά το ποσοστό της ευθύνης που βρίσκω σε έκαστο από αυτούς, που γέρνει προς όφελος του Ενάγοντος. Κατ' αρχήν, σημειώνεται ότι, η Λουκά ήταν που με την οδήγηση του οχήματος της παρενέβαλε εμπόδιο στην ελεύθερη πορεία της μοτοσικλέτας του Ενάγοντος και δημιούργησε τον κίνδυνο ατυχήματος. Περαιτέρω, ως ο Κώδικας σημειώνει, ο Ενάγοντας ως μοτοσικλετιστής, ανήκει στην κατηγορία των ευάλωτων χρηστών του οδικού δικτύου. Έχει δε αναγνωριστεί και από την νομολογία ότι, σε συγκρούσεις με άλλα μηχανοκίνητα οχήματα, είναι ο μοτοσικλετιστής που δύναται να υποστεί την σημαντικότερη ζημιά και όχι ο οδηγός του άλλου οχήματος. Αυτό έγινε και στην προκείμενη περίπτωση. Λαμβάνοντας υπόψη μου συνεπώς τους προαναφερόμενους παράγοντες στο πλαίσιο της υποκείμενης υπαιτιότητας έκαστου οδηγού, έχω καταλήξει ότι η ευθύνη Ενάγοντος και Λουκά πρέπει να επιμεριστεί 70%:30% υπέρ του Ενάγοντος (βλ. Κρόκου ν Συμεού
(1995)1 Α.Α.Δ. 637, Hillman v Tompkins
(1995)CA, unreported - βλ. στο σύγγραμμα, Bingham & Berrymans', Personal Injury and Motor Claims Cases, 13η έκδοση, στην σελίδα 364, στην παράγραφο 10.8, Philip Jones v Michael John Lawton [2013] EWHC 4108, Q.B., Τασούλα Κυριάκου ν Ανδρέα Λοΐζίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 414, Powell v Moody
(1966)110 S.J. 215, Davis v Schrogin [2006] EWCA Civ 974). 33. Προχωρώ συνεπώς στην επιδίκαση των αποζημιώσεων που ο Ενάγοντας δικαιούται υπό τις περιστάσεις. Οι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων, συνοψίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Paraskevaides (Overseas) Ltd a. ο. v Christofi
(1982)1 C.L.R. 789: «Στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. (Βλ. Fletcher v. Autocar Transporters Ltd [1968]1 All E.R.726, Constantinou v. Salahouris
(1969)1 C.L.R. 416). Με άλλες λέξεις, το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς, η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο μας ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης.».
- Οι αποζημιώσεις, που στοχεύουν την αποκατάσταση του θύματος του αστικού αδικήματος στη θέση στην οποία εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα ευρισκόταν εάν δεν τραυματιζόταν, υπολογίζονται με δεδομένα το φυσικό πόνο, την ταλαιπωρία, την απώλεια των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο Ενάγοντας σαν συνέπεια του τραυματισμού του: γενικές αποζημιώσεις• και την όποια πραγματική του ζημιά: ειδικές αποζημιώσεις. Και αυτά σε γενικές γραμμές, καθότι το ζήτημα με τις επί μέρους πτυχές του, δεν είναι τόσο απλό.
- Έχει νομολογηθεί, ότι, οι ειδικές αποζημιώσεις, πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση, να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Βλ. Παναγή ν Κακόψιτου
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 839, Ανδρέα Πίριλλου ν Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1153 και Αλεξάνδρου ν Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1157). Σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, οι διάδικοι, πριν από την δίκη, στις 07/10/2016, συμφώνησαν το ποσό που ο Ενάγοντας θα δικαιούταν υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων σε περίπτωση επιτυχίας των θέσεων του σε ότι αφορά την ευθύνη της Λουκά για το ατύχημα. Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Spyros Eleftheriades v Cyprus Hotels Ltd
(1985)1 Α.Α.Δ. 677, ο ρόλος του Δικαστηρίου όταν εκδικάζει υποθέσεις αυτού του είδους, είναι απλά διαιτητικός, ώστε, μερικώς ή ολοκληρωτικός συμβιβασμός της μεταξύ των μερών διαφοράς, να εκτοπίζει το Δικαστήριο από την ευχέρεια απόφανσης του επί του ζητήματος που αρχικώς ετέθη ενώπιον του προς απόφανση. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή που οι διάδικοι έχουν συμφωνήσει ότι ο Ενάγοντας υπέστη, συνεπεία του ατυχήματος, τέτοιου είδους ζημιά, αλλά και το ύψος αυτής, περιορίζομαι απλά να καταγράψω την εν λόγω συμφωνία τους και την θέση μου ότι την αποδέχομαι: «Έξοδα μαγνητικής τομογραφίας M. R. I.: €
- Έξοδα εγχειρήσεως χιαστών με μηνισκεκτομή: €4.500 Ζημιά μοτοσικλέτας με αρ. εγγραφής LAY 743: €2.272,90 Έξοδα φυσικοθεραπείας: €750 Έξοδα για φαρμακευτική αγωγή: €101 Έξοδα αιματολογικών αναλύσεων: €58 Έξοδα σχετικά της ιατρικής περίθαλψης: €400 Σύνολο: 8.281,90.».
- Προχωρώ στο ζήτημα των γενικών αποζημιώσεων.
- Οι διάδικοι, έχουν και σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό συμφωνήσει γεγονότα επί των οποίων το Δικαστήριο θα πρέπει να βασίσει την κρίση του (βλ. Spyros Eleftheriades v Cyprus Hotels Ltd
(1985)1 Α.Α.Δ. 677). Έχει εν προκειμένω συμφωνηθεί ότι, ο Ενάγων, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, υπέστη σωματική βλάβη, όπως επίσης συμφωνήθηκαν το είδος αυτής και οι επιπτώσεις της. Στις 16/05/2017, οι διάδικοι, κατέθεσαν εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της, έκθεση που από κοινού ετοίμασαν οι ιατροί, Ηλίας Γεωργίου και Κωνσταντίνος Γεωργίου, ημερομηνίας 28/02/2017, Τεκμήριο 19, οι οποίοι έλαβαν εντολή από τους διαδίκους για σχετική εξέταση του Ενάγοντος. Περαιτέρω, οι διάδικοι συμφώνησαν για την αλήθεια του περιεχομένου των ιατρικών εκθέσεων του ιατρού, Κωνσταντίνου Γεωργίου ημερομηνίας 11/09/2012 και 22/10/2012, Τεκμήρια 7 και 13 αντίστοιχα, και ότι το περιεχόμενο τους συμπληρώνεται από την προαναφερόμενη κοινή ιατρική έκθεση των ιατρών, Ηλία Γεωργίου και Κωνσταντίνου Γεωργίου, ημερομηνίας 28/02/2017, Τεκμήριο
- Όπως επίσης δηλώθηκε μεταξύ τους ως παραδεκτό, το αληθές της ιατρικής έκθεσης του ιατρού Ηλία Γεωργίου ημερομηνίας 25/11/2016, Τεκμήριο 18, στο βαθμό που δεν περιλαμβάνονται από αυτήν στην δήλωση παραδοχής, τα σημεία 8 και 9 των «Συμπερασμάτων / Περίληψη» της εν λόγω εκθέσεως στις σελίδες 5 και 6, τα οποία οι διάδικοι εκ συμφώνου δήλωσαν ότι αντικαθίστανται από τα όσα η προαναφερόμενη κοινή έκθεση των ιατρών, Ηλία Γεωργίου και Κωνσταντίνου Γεωργίου, ημερομηνίας 28/02/2017, Τεκμήριο 19 καταγράφει.
- Από τις προαναφερόμενες ιατρικές εκθέσεις, ως παραδεκτά γεγονότα, σχετικά με το υπό αναφορά εξεταζόμενο ζήτημα, προκύπτουν τα εξής (συμπληρώνω στα γεγονότα αυτά, στο βαθμό που απαιτείται, γεγονότα από την αποδεκτή μαρτυρία) -σημειώνεται εδώ ως σχετικό, για σκοπούς εύκολης αναφοράς, το παραδεκτό από τους διαδίκους γεγονός, ότι το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα 26/07/2012-: i.Ο Ενάγοντας, συνεπεία του ατυχήματος, υπέστη τον εξής τραυματισμό: «Ρήξη πρόσθιου χιαστού συνδέσμου και έσω μηνίσκου του αριστερού γόνατος». ii.Ο Ενάγοντας, δεν είχε, προηγούμενο του επίδικου ατυχήματος, ιστορικό καταγμάτων, τραυματισμών, σοβαρών παθήσεων ή εγχειρήσεων. iii. Η αρχική ιατρική εξέταση του Ενάγοντος, την 26/07/2012, στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, που έλαβε υπόψη μόνο απλές ακτινογραφίες, δεν επέδειξε οποιαδήποτε κάταγμα και ο Ενάγοντας απελύθη. Λόγω εμμονής των ενοχλήσεων που ένιωθε ο Ενάγοντας, εξετάστηκε από τον ιατρό Κωνσταντίνο Γεωργίου την 29/08/2012, ο οποίος έχοντας στην διάθεση του μαγνητική τομογραφία της επίπονης περιοχής του σώματος του Ενάγοντος ημερομηνίας 13/08/2012, προέβη στην προαναφερόμενη διάγνωση αναφορικά με τον τραυματισμό του Ενάγοντος. iv.Ότι για θεραπεία του προαναφερόμενου τραύματος του Ενάγοντα ήταν απαραίτητη η χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη την 20/09/2012, δηλαδή: «αρθροσκοπική αποκατάσταση του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου με μόσχευμα οπίσθιου μηριαίου και μερική έσω μηνισκεκτομή.», σύστασης που του έγινε από τον ιατρό Κωνσταντίνο Γεωργίου την 29/08/
- v.Ως εκ της χειρουργικής επέμβασης, ο Ενάγοντας παρέμεινε ως εσωτερικός ασθενής στην ιατρική κλινική όπου έλαβε χώρα η χειρουργική επέμβαση, για ένα βράδυ. Μετά την εγχείριση και για ένα χρονικό διάστημα πέραν των δύο μηνών, το τραυματισμένο πόδι του Ενάγοντος είχε ακινητοποιηθεί σε μεταλλικό νάρθηκα. Μετά την αφαίρεση του, ο Ενάγων κινείτο με πατερίτσες για περίοδο περίπου ενός μηνός. vi.Ότι για σκοπούς αποθεραπείας, ο Ενάγων ήταν απαραίτητο να ακολουθήσει πρόγραμμα αποκατάστασης, δηλαδή: «εντατική φυσικοθεραπεία και ενδυνάμωση διάρκειας περίπου έξι μηνών.». Αναφέρονται, 60 συνεδρίες φυσικοθεραπείας. vii.Ότι η προαναφερόμενη θεραπεία και αποθεραπεία του Ενάγοντος, ήταν «ορθή» υπό τις περιστάσεις και είχε ως «άριστο τελικό αποτέλεσμα», «την αποκατάσταση της αστάθειας του γόνατος λόγω της ρήξης του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου.». Κοινή διαπίστωσης των ιατρών Ηλία Γεωργίου και Κωνσταντίνο Γεωργίου της 28ης/02/
- viii.Κατά την εξέταση του από τον ιατρό Ηλία Γεωργίου την 15/11/2016, ο Ενάγοντας δήλωνε ότι με την συμπλήρωση της θεραπείας και αποθεραπείας του, δεν χρειάστηκε οποιαδήποτε επανεξέταση ή επιπρόσθετη θεραπεία ή αποθεραπεία και ότι γενικά αισθανόταν πολύ καλά. Ανέφερε επίσης ότι, μετά από έντονο και παρατεταμένο περπάτημα πέραν των 30 λεπτών, αισθανόταν ενόχληση η οποία υποχωρούσε με ανάπαυση. ix.Ο ιατρός Ηλίας Γεωργίου κατά την εξέταση του Ενάγοντος της 15/11/2016, διαπίστωσε επίσης: o πλήρως επουλωμένη χειρουργική ουλή μήκους 4 εκ. στο άνω μέρος της έσω επιφάνειας της αριστερής κνήμης. o ουλή μήκους 2 εκ. στην έξω επιφάνεια της αριστερής επιγονατίδας στο άνω της μέρος. o απουσία της οποιασδήποτε μυϊκής ατροφίας. o πλήρη κάμψη και έκταση του γόνατος του Ενάγοντα που υπεβλήθη στην προαναφερόμενη χειρουργική επέμβαση. o δεν υφίστατο συνδεσμική αστάθεια. o απουσία ενδοαρθρικού υγρού στο γόνατο. o δεν υφίστατο ευαισθησία στις αρθρικές γραμμές. o ο Ενάγων βάδιζε κανονικά χωρίς χωλότητα και ήταν σε θέση να τοποθετήσει το βάρος του στα άκρα των ποδιών του και στις πτέρνες και να επιτελέσει βαθύ κάθισμα. x.Ότι ο Ενάγων, την 28/02/2017, διαπιστώθηκε από τους ιατρούς Ηλία Γεωργίου και Κωνσταντίνο Γεωργίου, ότι «δεν ανέπτυξε οποιαδήποτε μετατραυματική επιπλοκή» και ότι «η συνδεσμική σταθερότητα» στην περιοχή του γόνατος «έχει αποκατασταθεί». xi.Ότι, «ως απώτερη επιπλοκή», κατά την εκτίμηση των ιατρών Ηλία Γεωργίου και Κωνσταντίνο Γεωργίου της 28ης/02/2017, «υπάρχει πιθανότητα μελλοντικής ανάπτυξης οστεοαρθρίτιδας στο γόνατο», η οποία, σε περίπτωση που όντως εμφανιστεί, «θα οφείλεται μερικώς» και «στην φυσική, μέσω του χρόνου φθορά», και «θα αφορά το έσω διαμέρισμα του γόνατος (περιοχή αφαίρεσης του μηνίσκου).». xii.Ότι, η προαναφερόμενη, περιγραφόμενη από τους ιατρούς Ηλία Γεωργίου και Κωνσταντίνο Γεωργίου, ως «απώτερη επιπλοκή», θα έχει σαν αποτέλεσμα «την εμφάνιση συμπτωμάτων άλγους και δυσκαμψίας στο γόνατο, κάτι που θα χρειάζεται ανάπαυση, φυσικοθεραπεία και φαρμακευτική αγωγή». xiii. Και ότι, η συνεχιζόμενη περίοδος, από την ημερομηνία του δυστυχήματος (26/07/2012), μέχρι και το τέλος του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2012, ήταν εντός του αναγκαίου υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις πλαισίου.
- Η αυξανόμενη τάση καταβολής γενικών αποζημιώσεων έχει κατ' επανάληψη επιβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εν προκειμένω, στην υπόθεση Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η πρόσφατη σταθερή νομολογία μας θέλει τις αποζημιώσεις για σωματική αναπηρία, φυσικό και ψυχικό πόνο να αυξάνονται εξελικτικά. Η τάση αυτή της νομολογίας δεν οφείλεται σε συναισθηματική απόκλιση προς τα θύματα. Βασίζεται στις πραγματικότητες της ζωής. Τα Δικαστήρια έχουν επίγνωση της υψηλής αξίας που συνεχώς αποδίδεται από πολιτισμένες κοινωνίες στη σωματική ακεραιότητα και ψυχική υγεία του ατόμου μέλους της. Η πνευματική και σωματική υγεία συναποτελούν το προαπαιτούμενο στοιχείο για την καλή ποιότητα ζωής του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις, που εκφράζονται σε χρήμα αποσκοπούν όσο είναι δυνατό με το υλικό τους στοιχείο να προσφέρουν κάποια ποιότητα ζωής στο θύμα, επαναφέροντας την, όσο είναι δυνατό, στην προ του δυστυχήματος κατάσταση. Γι' αυτό και οι αποζημιώσεις πρέπει να αντικατοπτρίζουν την αγοραστική αξία του χρήματος ώστε να προσεγγίζεται η εύλογη αποκατάσταση ζημιάς.». 40. Με την επισήμανση εδώ, σε σχέση με τα όσα έχουν μόλις προαναφερθεί, που έχει γίνει από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σπύρος Μελής και Ελένη Λτδ ν Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590, ως προς το ότι, «η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις ήταν αποτέλεσμα της ανάγκης εξισορρόπησης υπερβολικά χαμηλών αποζημιώσεων σε κατάλληλες περιπτώσεις και δεν τάσσεται ως χάρτης για αιτιολόγηση παροχής συνεχώς αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση» (ως ελέχθη δια της έντιμης Δ. Α. Δ., Π. Παναγή, στην Παναγιώτης Ανδρέου ν Iacovou Brothers (Constructions) Ltd κ. α. ECLI:CY:AD:2014:A968, Πολιτική Έφεση Αρ. 389/2009, 17/12/2014). 41. Προς τον σκοπό προσδιορισμού του ποσού των γενικών αποζημιώσεων, έχω αντλήσει καθοδήγηση από προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες αποφασίστηκε το ζήτημα των γενικών αποζημιώσεων για τραυματισμό ανάλογο με τον υπό εξέταση, σε ότι αφορά το είδος, την έκταση και τα συνεπακόλουθα του. Και τούτο, προς υποβοήθηση μου στον καθορισμό του ορθού μέτρου αποζημίωσης στη βάση των ιδιαίτερων δεδομένων αυτής της υπόθεσης, αφού συγκριτικές επιδικασθείσες αποζημιώσεις, δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis (βλ. Παναγιώτης Ανδρέου ν Iacovou Brothers (Constructions) Ltd κ. α. ECLI:CY:AD:2014:A968, Πολιτική Έφεση Αρ. 389/2009, 17/12/2014 και Ερωτοκρίτου κ. α. v Καραολή
(1998)1Α Α.Α.Δ. 445). Υπόψη μου, εξετάζοντας το ζήτημα μέσα, ως έχει προαναφερθεί, από συγκριτικές επιδικασθείσες αποζημιώσεις, είχα και το πώς επενεργεί σε αυτό ο παράγοντας χρόνου και η αναπόφευκτη μείωση της αξίας του χρήματος, χωρίς να παραβλέπω το στοιχείο του πληθωρισμού (βλ. Σπύρου ν Χατζηχαραλάμπους
(1988)1Ε Α.Α.Δ. 498, Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ. α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 465, Ορφανίδου ν Πέρναρου
(1994)1 A.A.Δ. 253 και Ανδρέου ν Junguirth
(1995)1 A.A.Δ. 431). 42. Σχετικές με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, βρίσκω να είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Hasan Constantin v Γεώργιου Αντωνιάδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1701 και Γεώργιος Τιτώνη ν Χαρ. Πηλακούτας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 479 στις οποίες παραπέμφθηκα από πλευράς και των δύο διαδίκων. Λαμβάνοντας υπόψη τα ποσά που το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων στις προαναφερόμενες υποθέσεις, σημειώνοντας από αυτές και τα όσα αντίστοιχα καταγράφονται στις σχετικές αποφάσεις του ως οι συνισταμένες του για την απόφαση του σε κάθε υπόθεση από απόψεως πραγματικών δεδομένων (σε σχέση με τα ζητήματα: του τραυματισμού, της θεραπείας αυτού, του πόνου, της ταλαιπωρίας, της χρονικής διάρκειας τους, των καταλοίπων ένεκα του τραυματισμού, των μετέπειτα δυσκολιών ένεκα τούτων στους εκεί απαιτητές είτε στην εργασία τους, είτε στις καθημερινές δραστηριότητες τους και την τυχόν αναγκαιότητα μελλοντικής χειρουργικής θεραπείας τους), τις διαφορές που εντοπίζονται στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης σε σχέση με αυτές, αλλά και τα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την επιδίκαση των προαναφερόμενων ποσών ως αποζημίωση, κρίνω, στην βάση των προαναφερόμενων γεγονότων, ως εύλογο και δίκαιο ποσό, για την αποζημίωση του Ενάγοντα σε αυτή την υπόθεση, για τα τραύματα, τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη από το ατύχημα, το ποσό των €30.000. 43. Περαιτέρω, στην βάση του σκεπτικού του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρυστάλλα Ποντίκη ν Χρίστου Κωνσταντινίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 875 και της αρχής που καθιερώθηκε με αυτήν, επιδικάζω στον Ενάγοντα υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, καίτοι ξεχωριστά (βλ. κατ' αναλογίαν, Hale v London Underground Ltd [1993] P.I.O.R. Q30), ποσό €7.500 για την απώλεια της ευκαιρίας εργοδότησης του, στην βάση των εξής γεγονότων, -από ισχυρισμούς του Ενάγοντα που παρέμειναν αναντίλεκτοι από πλευράς Εναγομένης, τους οποίους και αποδέχομαι, αφής στιγμής τούτοι τεκμηριώθηκαν και από το Τεκμήριο 14Α-: i.Ο Ενάγοντας, τρείς περίπου εβδομάδες πριν από το ατύχημα, στις 02/07/2012, είχε συμφωνήσει με την εταιρεία Compulsiro, ότι, από 01/09/2012 θα εργοδοτείτο ως υπεύθυνος καφετέριας, ιδιοκτησίας της, στην Λευκωσία, με καθαρό μηνιαίο εισόδημα €2.500 (βλ. την συμφωνία εργοδότησης, Τεκμήριο 14Α). Υπήρχε όμως και η προοπτική, λόγω του πλάνου επέκτασης της εν λόγω επιχείρησης με το άνοιγμα και άλλων καφετεριών σε ολόκληρη την Κύπρο, ο Ενάγοντας να ήταν ο υπεύθυνος της αλυσίδας. ii.Ο Ενάγοντας, τον Ιούλιο του έτους 2012, ήταν περίπου 47 ετών, ήταν καλά στην υγεία του και ικανός για εργασία και αντικειμενικά είχε αρκετά χρόνια εργασίας μέχρι, τουλάχιστον, την κατά νόμο συντάξιμη ηλικία. iii. Πριν από το ατύχημα, ο Ενάγοντας εργοδοτείτο από την Nissan Cyprus ως διευθυντής πωλήσεων από το έτος
- Προηγουμένως, εργοδοτείτο και πάλι ως διευθυντής πωλήσεως από την εταιρεία Dome από το έτος
- Και οι δύο αυτές εταιρείες δραστηριοποιούνται στο τομέα της πώλησης αυτοκινήτων. iv.Η εργοδότηση του Ενάγοντα από την Nissan Cyprus σταμάτησε, λόγω της μη αποδοχής του να συνεχίσει την εργασία του με χαμηλότερο μισθό, ένεκα περικοπών. v.Ο Ενάγοντας, την τελευταία εβδομάδα του μηνός Αυγούστου του έτους 2012 και πριν την έναρξη της εργοδότησης του, θα ελάμβανε εκπαίδευση, γενικά για τα της οργάνωσης και λειτουργίας της εταιρείας Compulsiro, που είχε την προαναφερόμενη επιχείρηση και επιχειρηματικό πλάνο. vi.Ο Ενάγοντας, αν και δεν είχε προηγούμενη πείρα στο συγκεκριμένο επιχειρηματικό τομέα, ένοιωθε αυτοπεποίθηση ότι, επειδή και πάλι καλείτο «να πωλήσει κάτι, αυτή την φορά καφέ», θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στα νέα εργασιακά του καθήκοντα. Παρά ταύτα, ο Ενάγοντας, αναγνώρισε την πιθανότητα «κάτι να μην πήγαινε καλά εκεί» και να σταματούσε αυτή την εργασία. vii.Ότι, αν και κατά την κυρίως εξέταση του, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι «έχασε την εν λόγω ευκαιρία και δεν κατάφερε ποτέ να εργαστεί στην εν λόγω θέση», δεν κατέστη ξεκάθαρο κατά πόσο υπήρχε πραγματική δυνατότητα αναβίωσης της εν λόγω προοπτικής εργοδότησης του ή και αν είχε διερευνήσει αυτήν όταν πλέον ήταν ικανός για εργασία. viii.Το οικονομικό πλήγμα που η Κύπρος εδέχθη, από τα γνωστά στο Δικαστήριο γεγονότα, του Μαρτίου του έτους 2013, όχι πολύ μετά από το προαναφερόμενο ατύχημα, που επαναπροσδιόρισαν αρκετά στον τομέα των εργασιακών σχέσεων και είχαν οδηγήσει σε πολλές απολύσεις και σε μειώσεις μισθών ή ακόμη και σε κλείσιμο επιχειρήσεων και τα οποία θα μπορούσαν να είχαν επηρεάσει κατά τον οποιοδήποτε τρόπο και την εν λόγω εργοδότηση του Ενάγοντα. Κατάληξης
- Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, αποφασίζω όπως: Η Αγωγή του Ενάγοντα εναντίον της Εναγομένης επιτυγχάνει, κατ' εφαρμογής των διατάξεων του Άρθρου 16Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000, Νόμος 96(I)/
- Εκδίδεται, ως εκ τούτου, προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης, απόφαση: Α. για το ποσό των €5.797,33, ως ειδικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο επί του ποσού των €2.898,66 ετησίως, από την έγερση του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα την 26/07/2012, μέχρι εξοφλήσεως (Βλ. Φοινικαρίδης ν Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Β. για το ποσό των €26.250, ως γενικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού ετησίως, από την 16/11/2012 (ήτοι από την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας Αγωγής) μέχρι εξοφλήσεως (βλ. Άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και Καμπούρης ν Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ.
(2005)1 (Β) Α.Δ.Δ. 1246). 45. Επιπρόσθετα, τηρουμένων οποιωνδήποτε σχετικών επί του προκείμενου προηγούμενων διαταγών του Δικαστηρίου, επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης, τα έξοδα της Αγωγής πλέον Φ. Π. Α., όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα εξόδων €10.000 - €50.000 (βλ. Παρασκευού Ανδρέου ν Γεώργιου Οικονομίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1501) και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετική πρόνοια εν προκειμένω υπάρχει και στο Road Traffic Act 1988 της Αγγλίας, στο Section 38
(7). [2] Σημειώνεται εδώ, η ερμηνεία που δίδεται από το Άρθρο 57
(7)του Κεφ. 148, στον όρο «πταίσμα», που χρησιμοποιείται στο εδάφιο
(1)του ιδίου. Ότι, δηλαδή, σημαίνει «αμέλεια, παράβαση υπoχρέωσης η oπoία απoρρέει από κάπoιo vόμo ή άλλη πράξη ή παράλειψη από τηv oπoία πηγάζει ευθύvη σε αστικό αδίκημα ή από τηv oπoία θα ηδύvατo vα εδρεωθεί η υπεράσπιση της συvτρέχoυσας αμέλειας, εκτός από τo Νόμo αυτό.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο