← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. TRAMBAKO HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 191/11, 9/1/2018

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. TRAMBAKO HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 191/11, 9/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 191/11 ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγοντες και

  1. TRAMBAKO HOLDINGS LTD
  2. MYVYC CYPRUS HOLDINGS LTD
  3. ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
  4. IPPODAMIA HOTELS LTD Εναγόμενοι Ημερομηνία: 9.1.
  5. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Ζαχαρίου (κα Γ. Δημητρίου για να ακούσει απόφαση). Για τους Εναγόμενους 1-3: κ. Α. Μυλωνάς (κα Δ. Χριστοδούλου για να ακούσει απόφαση). Α Π Ο Φ Α Σ Η Αιτία της αγωγής είναι δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία από τους Ενάγοντες το 2006 (19.12.06) και το 2008 (19.2.08 και 2.6.08) με την εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 και υποθήκες που παραχώρησαν οι Εναγόμενοι 4 (οι οποίοι στις 3.10.17 απεδέχθησαν την έκδοση διατάγματος εκποίησης των υποθηκών). Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 χωρίς να προβάλλουν καμία θετική θέση στην υπεράσπιση τους αρνήθηκαν με γενικό τρόπο όσα διαλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων. Οι Ενάγοντες προς απόδειξη της υπόθεσης τους κάλεσαν 2 μάρτυρες τον κ. Σάββα Άδωνη (Μ.Ε.1) και τον κ. Κωνσταντίνο Χριστοφόρου (Μ.Ε.2), οι οποίοι κατέθεσαν χωρίς ένσταση διάφορα τεκμήρια μεταξύ των οποίων τα επίδικα έγγραφα, συμφωνίες δανείου, καταστάσεις λογαριασμού, τις επίδικες υποθήκες, τις συμφωνίες εγγυήσεων, επιστολές και πιστοποιημένα έγγραφα των εναγόμενων εταιρειών ως και πιστοποιητικό σύμφωνα με το άρθρο 35

(3)του περί Αποδείξεως Νόμου ως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν.32(I)/04 ότι τα κατατεθέντα τεκμήρια αποτελούν μέρος του αρχείου των Εναγόντων. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε στην αντεξέταση του ότι τα έγγραφα είχαν έρθει στην κατοχή του μετά τον τερματισμό του λογαριασμού και δεν είχε εμπλακεί στην υπογραφή τους, ενώ ο Μ.Ε.2 δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Ε.1 ήταν κατηγορηματικός και η μαρτυρία του είναι αποδεκτή (κατά την αντεξέταση του) ότι τα χρήματα των πιστωτικών διευκολύνσεων παραχωρήθηκαν στους πελάτες (Εναγόμενους) και χρησιμοποιήθηκαν από αυτούς και επ΄ αυτού δεν χωρεί καμία αμφιβολία. Οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να αποδείξουν την ύπαρξη των επίδικων συμφωνιών δανείων ως και των επίδικων συμφωνιών εγγυήσεων και υποθηκών, τον τερματισμό του λογαριασμού και το οφειλόμενο υπόλοιπο, πράγμα το οποίο έπραξαν δια της καταθέσεως των τεκμηρίων δια των δύο μαρτύρων που παρουσίασαν στο Δικαστήριο. Ο Μ.Ε.1 Σάββας Άδωνης κατέθεσε ως τεκμήριο πέραν της γραπτής δήλωσης του Έγγραφο Α και τις επίδικες συμφωνίες (Τεκμήρια 1, 2 και 3). Περαιτέρω, τα έγγραφα υποθηκών (Τεκμήριο 13) ως και τις συμφωνίες εγγύησης Τεκμήρια 7 -
  1. Επιπρόσθετα, κατατέθηκαν τα έγγραφα των Εναγόμενων Εταιρειών και επιστολές προς του Εναγόμενους για τερματισμό των λογαριασμών (Τεκμήριο 14). Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε τους επίδικους αναδομημένους λογαριασμούς (Τεκμήριο 19) και πιστοποιητικό σύμφωνα με τον περί Αποδείξεως Νόμο (Τεκμήριο 20) ότι αυτοί αποτελούν μέρος του τηρουμένου από την Τράπεζα αρχείου. Ο Μ.Ε.2 επιβεβαίωσε ότι ο λογαριασμός δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και ότι συνάδει πλήρως με τις πρόνοιες του περί Αποδείξεως Νόμου και αποτελεί τραπεζικό βιβλίο και επιβεβαίωσε ότι είναι ο ίδιος που ετοίμασε τον αναδομημένο λογαριασμό. Γι΄ αυτά τα θέματα, τα οποία ήταν στην απόλυτη προσωπική γνώση του Μ.Ε.2 ουδεμία αντεξέταση υπήρξε από τους Εναγόμενους. Αντ΄ αυτού μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του (κυρίως εξέτασης) στις 15.12.15 υπέβαλλαν συνεχώς αιτήματα αναβολής για ένα και πλέον χρόνο με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της αγωγής. Να σημειωθεί ότι ο Μ.Ε.1 σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν είχε εμπλοκή στον καταρτισμό των συμφωνιών (Τεκμήριο 1, 2 και 3) και ότι - όπως ανέφερε - "η εμπλοκή μας είναι μετά τον τερματισμό, αλλά από εμπειρία γνωρίζω ότι όλα έγιναν σωστά με αιτήματα των πελατών και οι συμφωνίες υπεγράφησαν στην παρουσία των συναδέλφων στην τράπεζα τους έχουν δοθεί τα χρήματα και φαίνονται στους λογαριασμούς. Τα πήραν τα χρήματα, οι λογαριασμοί στέλνονταν, ενημερώνονταν. Ακολουθήθηκαν όλες οι διαδικασίες". Καμία άλλη θέση υπεβλήθη από τους Εναγόμενους, ούτε και υπεβλήθη θέση ότι δεν υπέγραψαν τις συμφωνίες οι Εναγόμενοι ή εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι τους, ούτε και αμφισβήτησαν με οποιοδήποτε τρόπο τους επίδικους λογαριασμούς που παρουσίασε ο Μ.Ε.
  2. Κωνσταντίνος Χριστοφόρου, ο οποίος ούτε καν αντεξετάστηκε. Πρόθεση των Εναγομένων 1, 2 και 3 οι οποίοι δεν κατέθεσαν στο Δικαστήριο δια του δικηγόρου τους ήταν η εξεύρεση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς με την μείωση των οφειλόμενων ποσών και της παραχώρησης χρόνου αποπληρωμής. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 κάλεσαν 2 μάρτυρες, οι οποίοι όμως δεν προσέφεραν καμία μαρτυρία, οι δε Εναγόμενοι 4 αποδέχτηκαν απόφαση μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων της υποθηκευμένης περιουσίας για εκποίηση της και δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 κάλεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης τον κ. Μάριο Μαρκίδη (Μ.Υ.1) δικαστικό γραφολόγο για να καταθέσει έκθεση σε σχέση με τις υπογραφές των συμβάσεων οι οποίες κατά τους ισχυρισμούς τους δεν υπεγράφησαν από το μόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της Εναγόμενης 1 Εταιρείας διευθυντή της, τον Ιωάννη Μιχαηλίδη, αλλά κατόπιν ένστασης του κ. Ζαχαρίου η μαρτυρία του δεν επετράπη γιατί η θέση αυτή δεν ήταν δικογραφημένη (και αν ήταν εγκαταλείφθηκε) και δεν τέθηκε στην αντεξέταση του Μ.Ε.1 Σάββα Άδωνη. Το ίδιο έγινε και με τον Μ.Υ.2 Λούκα Λουκά, εγκεκριμένο λογιστή του οποίου η μαρτυρία που αφορούσε ανάλυση των χρεώσεων και των τόκων των δύο επίδικων δανείων επίσης δεν επετράπη αφού στην υπεράσπιση υπήρχε μία γενική άρνηση και παρά την παρουσία του Μ.Ε.2 Κωνσταντίνου Χριστοφόρου σε επανειλημμένες αναβολές που κατέθεσε τους αναδομημένους λογαριασμούς, αυτός σε καμία αντεξέταση δεν υπεβλήθη από τον κ. Μυλωνά, ο οποίος συνειδητά παρά το ότι προσφέρθηκε για αντεξέταση προτίμησε να παρουσιάσει μετά από πολλές αναβολές δικό του μάρτυρα για να αμφισβητήσει το λογαριασμό παρά να αντεξετάσει τον Μ.Ε.2 Κωνσταντίνου Χριστοφόρου (βλέπε πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 10.5.17 σελίς 1). Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ξεχωριστή υπεράσπιση από τον Εναγόμενο 3 όπου υπερασπιζόμενοι αναφέρουν: "
  3. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 (οι οποίοι θα αναφέρονται πιο κάτω ως «οι εναγόμενοι») αρνούνται την εκτέλεση της συμφωνίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης και θέτουν τους ενάγοντες σ΄ αυστηρή απόδειξη τόσο την εκτέλεση της ισχυριζόμενης συμφωνίας όσο και το περιεχόμενο της. 2.Οι Εναγόμενοι αρνούνται την παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει οιονδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο από την εναγόμενη 1 προς τους ενάγοντες.
  4. Οι Εναγόμενοι αρνούνται την εκτέλεση της συμφωνίας δανείου που περιγράφεται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης και θέτει τους ενάγοντες σ΄ αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους τόσο για την εκτέλεση της ισχυριζόμενης συμφωνίας όσο και για το περιεχόμενο της.
  5. Οι Εναγόμενοι αρνούνται τις παραγράφους 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν οιονδήποτε ποσό προς τους ενάγοντες.
  6. Οι Εναγόμενοι αρνούνται την εκτέλεση της συμφωνίας δανείου που περιγράφεται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης και θέτουν τους ενάγοντες σ΄ αυστηρή απόδειξη τόσο της εκτέλεσης όσο και του περιεχομένου της ισχυριζόμενης συμφωνίας.
  7. Οι Εναγόμενοι αρνούνται τις παραγράφους 8 και 9 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν οιονδήποτε ποσό προς τους ενάγοντες.
  8. Η εναγόμενη 1 αρνείται τις παραγράφους 10, 11, 12, 13, 14 και 15 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και θέτει τους Ενάγοντες σ΄ αυστηρή απόδειξη τόσο της εκτέλεσης των αναφερόμενων στις εν λόγω παραγράφους εγγράφων και/ή συμφωνιών όσο και του περιεχομένου τους.
  9. Η εναγόμενη 2 αρνείται τις παραγράφους 16, 18 και 20 της Έκθεσης Απαίτησης και θέτει τους Ενάγοντες σ΄ αυστηρή απόδειξη τόσο της εκτέλεσης όσο και του περιεχομένου των αναφερόμενων συμφωνιών εγγυήσεων.
  10. Οι εναγόμενοι με κάθε επιφύλαξη προς τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους, ισχυρίζονται τα ακόλουθα: (α) Οι ισχυριζόμενες συμφωνίες δανείου που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 4 και 7 της Έκθεσης Απαίτησης δεν υπογράφτηκαν από τα εξουσιοδοτημένα όργανα των εναγομένων και/ή χωρίς να γίνουν οι αναγκαίες διαδικασίες σύμφωνα με το ιδρυτικό και καταστατικό έγγραφο των εναγομένων και/ή κατά παράβαση των προνοιών του καταστατικού και/ή ιδρυτικού εγγράφου των εναγομένων και/ή ήταν εκτός των εξουσιών (ultra vires) των εναγομένων. (β) Δεν υπήρξε νομότυπη εξουσιοδότηση από τις εναγόμενες και/ή το διοικητικό συμβούλιο των εναγομένων διά την υπογραφή των ισχυριζόμενων πιο πάνω συμφωνιών δανείου. (γ) Το περιεχόμενο των ισχυριζόμενων πιο πάνω συμφωνιών παραβιάζει τη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
  11. Οι Εναγόμενοι αρνούνται την παρ. 25 Α-Ν της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω σε σχέση με το αιτητικό (Ι) οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν μπορούν να αιτούνται τέτοιο διάταγμα από το Δικαστήριο καθώς αιτούνται το ίδιο διάταγμα στο αιτητικό (Ζ). Επιπλέον οι πρόνοιες του ρηθέντος Νόμου αναφέρονται σε διαδικασία εκποίησης ακινήτου χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου.
  12. Οι Εναγόμενοι διά τους πιο πάνω λόγους ζητούν την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους με έξοδα." Ουσιαστικά οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 επικαλούμενοι στην αγόρευση τους την αυθεντία Χαρούς Βασιλική Π, σύζυγος Ηλία Καγιά ν. Χρίστου Π. Χαρούς κ.α.
(2010)1 ΑΑΔ 267 ισχυρίζονται ότι η κατάθεση εγγράφων χωρίς ένσταση δεν οδηγεί και στην αποδοχή των εγγράφων και την απαλλαγή των Εναγόντων να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που οι ίδιοι είχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: "Στη πρωτόδικη απόφαση σελ. 18 το δικαστήριο κάνει αναφορά στην υπόθεση Cypromix Concentrates Co. Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 A.A.Δ. 676, η οποία υιοθέτησε την προηγούμενη υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. v. Ε.Τ. Autospares Enterprise Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 843. Στην προαναφερθείσα υπόθεση Cypromix Concentrates Co. Ltd λέχθηκαν τα πιο κάτω, στις σελ. 682-683: «Διαπιστώνουμε την ύπαρξη εσφαλμένης καθοδήγησης σε σχέση με το βάρος της απόδειξης που αφαιρεί το υπόβαθρο της κρίσης σε σχέση με την αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας που προσάχθηκε. Σε συμφωνία με την εισήγηση των εναγόντων, κρίνουμε πως, στο πλαίσιο των δεδομένων, ήταν οι εναγόμενοι που όφειλαν να αποδείξουν πως τα έγγραφα που εκείνοι επικαλέστηκαν και προσήγαγαν είχαν εκτελεστεί δεόντως, πως δηλαδή, κατά το ισοζύγιο, των πιθανοτήτων, προέρχονταν από τους ενάγοντες. Η απόφαση στην Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ε.Τ. Αutospares Enterprise Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 843, είναι σχετική. Οι ενάγοντες εκεί είχαν διεκδικήσεις στηριγμένες σε γραπτή συμφωνία, την οποία όμως οι εναγόμενοι αρνούνταν ως πλαστογραφημένη. Προσάχθηκε ως τεκμήριο η γραπτή συμφωνία και τίποτε άλλο. Ήταν η άποψη των εναγόντων πως, με την προσαγωγή της, θεμελίωσαν όσα χρειάζονταν και, όπως υποστήριξαν, από εκεί και πέρα ήταν ευθύνη των εναγομένων να αποδείξουν την πλαστογραφία. Δεν έγινε δεκτή αυτή η θέση. Απορρίφθηκε η εισήγηση πως η κατάθεση του εγγράφου χωρίς ένσταση σήμαινε παραδοχή οποιασδήποτε φύσης και κρίθηκε ότι, ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν, ήταν οι ενάγοντες που είχαν το βάρος της απόδειξης. Είναι επίσης σχετική η Doe d. Devine v. Wilson [1855] 10 Moo. P.C.C. 502 (βλ. και English & Empire Digest τόμος 22
(1)σελ. 33 παρ. 319). Στην υπόθεση εκείνη διατάχθηκε επανεκδίκαση γιατί ήταν λανθασμένη η καθοδήγηση προς τους ενόρκους ότι ο διάδικος που ισχυρίζεται πλαστογραφία είχε βάρος απόδειξης, όπως στην περίπτωση ποινικής δίκης. Όπως εξηγήθηκε, στην ποινική δίκη πράγματι ο κατήγορος έχει το βάρος της απόδειξης της πλαστογραφίας που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο αλλά στην αστική δίκη το βάρος απόδειξης της γνησιότητας εγγράφου το φέρει εκείνος που το προσάγει και που επικαλείται την εγκυρότητά του.» Το πρωτόδικο δικαστήριο παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Doe d. Devine v. Wilson [1855] 14 E.R. 581 P.C., στην οποία κάνει αναφορά και το Εφετείο στην υπόθεση Cypromix Concentrates Co. Ltd. (πιο πάνω): «If indeed by the pleadings in a civil case, a direct issue of forgery or not, be raised, the onus would lie on the party asserting the forgery, and this would be more like a criminal proceeding ..." Η έκθεση υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 αποτελεί μια διαρκή και επαναλαμβανόμενη άρνηση "της εκτέλεσης των συμφωνιών" (παρ. 9 έκθεσης υπεράσπισης ανωτέρω) με την έννοια ότι αυτές δεν υπεγράφησαν από εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και είναι ultra vires) ενώ η έκθεση υπεράσπισης του Εναγόμενου 3 αμφισβητεί επιπλέον τους τόκους, το οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο και ισχυρίζεται ότι οι συμφωνίες δανείου είναι παράνομες ως και οι χρεώσεις των τόκων και κατά συνέπεια άκυρες. Διατείνονται οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 στην αγόρευση του δικηγόρου τους ότι ο Σάββας Άδωνης (Μ.Ε.1) δεν ανέλυσε τα έγγραφα που κατέθεσε στο Δικαστήριο και κατά την κυρίως εξέταση του δεν του έχει τεθεί από τον δικηγόρο των Εναγόντων οποιαδήποτε ερώτηση ποιος έχει υπογράψει τις επίδικες συμφωνίες δανείου και/ή τις συμφωνίες εγγυήσεων και/ή υπό ποιο καθεστώς αυτές έχουν υπογραφεί. Κατά συνέπεια οι Ενάγοντες δεν απέσεισαν - σύμφωνα με τους Εναγόμενους - το βάρος απόδειξης της υπόθεσης τους ότι οι συμφωνίες υπογράφησαν από τα εξουσιοδοτημένα (κατάλληλα) πρόσωπα των νομικών οντοτήτων Εναγομένων 1 και 2. Επί τούτου οι Εναγόμενοι παραθέτουν επίσης την αυθεντία Ελληνική Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις ν. ΕΤ Autospares Enterprises Ltd κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 843 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Ούτε μπορούμε να συμφωνήσουμε πως προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση των εφεσειόντων η μή αντεξέταση του μάρτυρά τους. Πολύ λιγότερο δεν υπονοούσε παραδοχή πως υπέγραψαν οι εφεσίβλητοι το έγγραφο. Όχι γιατί δεν είναι δυνατό, όπως αναγνωρίστηκε και στη νομολογία που επικαλέστηκαν οι εφεσείοντες, να προκύψει τέτοιο αποτέλεσμα από την παράλειψη αντεξέτασης. Αλλά γιατί δεν υπήρχε μαρτυρία ουσίας, δηλαδή πάνω στο επίδικο θέμα, σε σχέση με το οποίο θα ήταν νοητό να αντεξεταστεί ο μάρτυρας. Και ακριβώς στην υπόθεση Aloupou and Another (ανωτέρω) εξηγήθηκε πως η μή αντεξέταση δεν ισοδυναμεί με παραδοχή σε σχέση με θέματα για τα οποία δεν κατέθεσε ο μάρτυρας αλλά απλώς προβάλλονται στις γραπτές προτάσεις. Εδώ μάλιστα και οι ίδιοι οι εφεσείοντες, μετά από επί τούτου ένσταση των εφεσιβλήτων, αποσύνδεσαν τη μαρτυρία του μάρτυρά τους από την επίδικη διαφορά." Επίσης οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 προς επίρρωση της θέσης τους προβάλλουν την υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιαννάκη Ανδρέα Σαλούμη κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 1347 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η υποβολή ένστασης ή όχι στην κατάθεση εγγράφου κατά τη δίκη είναι θέμα που συναρτάται προς τους κανόνες που διέπουν την απόδειξη και είναι θέμα ξεχωριστό από την κατ΄ ουσία αποδεικτική του αξία όταν αυτό κατατεθεί με ή χωρίς ένσταση. Αυτά που κατέθεσαν όμως οι μάρτυρες των Εναγόντων αποτελούσαν την ουσία της υπόθεσης προς απόδειξη της βάσης της αγωγής τους, παρέμειναν δε αναντίλεκτα και χωρίς αντεξέταση, κάτι που διαφοροποιεί τις πιο πάνω αυθεντίες από την παρούσα υπόθεση. Οι Ενάγοντες με την κατάθεση των τεκμηρίων (έγγραφων συμφωνιών) τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν απέσεισαν το βάρος της απόδειξης της υπογραφής τους από τους Εναγόμενους οι οποίοι δεν αμφισβήτησαν δια της αντεξέτασης ότι αυτά δεν υπεγράφησαν και/ή υπεγράφησαν αλλά από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα. Η επόμενη θέση που τίθεται από τον δικηγόρο των Εναγομένων είναι ότι ο Μ.Ε.2 Κωνσταντίνος Χριστοφόρου δεν προσφέρθηκε για αντεξέταση από τον δικηγόρο των Εναγόντων όταν κατέθεσε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 19) μετά που η υπόθεση αναβλήθηκε επανειλημμένα για εξώδικη διευθέτηση, κατά παράβαση των όσων διαλαμβάνονται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η προσκόμιση εγγράφων που αναπαράχθησαν από ηλεκτρονικό υπολογιστή δεν σημαίνει παράλληλα και την απόδειξη του περιεχομένου αυτών (βλέπε Μαρσέλ Μπούλος κ.ά ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Θα διαφωνήσω με αμφότερες τις πιο πάνω θέσεις του κ. Μυλωνά για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3. Στον Μ.Ε.1 δεν υπεβλήθη ότι οι συμφωνίες δανείου και εγγυήσεων κατά την αντεξέταση υπεγράφησαν από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα των νομικών οντοτήτων (Εναγομένων 1 και 2 Εταιρειών) και έγινε προσπάθεια παρά τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων και την απουσία αντεξέτασης επί αυτού του ουσιαστικού θέματος να προωθηθεί η θέση ότι οι συμφωνίες ως μη υπογραφείσες από εξουσιοδοτημένα πρόσωπα, είναι άκυρες. Το ίδιο έγινε σε μια προσπάθεια εκτροχιασμού της δίκης από πλευράς του κ. Μυλωνά του οποίου ικανοποιήθηκαν πάρα πολλά αιτήματα αναβολών της συνέχισης της ακρόασης από τις 15.12.15 που ολοκληρώθηκε η κατάθεση (κυρίως εξέταση) του Μ.Ε.2 Κωνσταντίνου Χριστοφόρου μέχρι τις 10.5.17 που η δίκη συνεχίστηκε (12 αναβολές 27.1.16, 2.3.16, 21.4.16, 17.5.16, 27.6.16, 10.10.16, 15.11.16, 13.12.16, 16.1.17, 6.2.17, 28.2.17, 24.4.17) με σκοπό τη διευθέτηση της υπόθεσης για να ισχυριστεί ότι δεν του προσφέρθηκε για αντεξέταση ο Μ.Ε.2 Κωνσταντίνος Χριστοφόρου που κατέθεσε τους αναδομημένους λογαριασμούς του οποίου η κυρίως εξέταση ολοκληρώθηκε στις 15.12.15 και ο οποίος ήταν παρών και προσφέρθηκε για αντεξέταση στις πλείστες ημερομηνίες των αναβολών αν όχι σε όλες, πλην όμως ο κ. Μυλωνάς επέλεξε συνειδητά να μην τον αντεξετάσει στις 10.5.17 και να παρουσιάσει δικό του μάρτυρα (Μ.Υ.1 Μάριο Μακρίδη) προς απόδειξη μη δικογραφημένων ισχυρισμών του. Στην Παναγιώτης Παρλατά ν. Στέλλας Δημητρίου Π.Ε. 387/2009, ημερ. 21.5.14 ο Ναθαναήλ, Δ. αναφέρει: "Η πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου εμφανώς παραγνώρισε τη ρητή παραδοχή που έγινε από την εφεσίβλητη στο δικόγραφο της, η οποία, βεβαίως, όπως είναι σαφώς νομολογημένο καθόριζε την πορεία της υπόθεσης και της μαρτυρίας που ήταν επιτρεπτό να δοθεί. Με την παραδοχή είχε, τρόπον τινά, τοποθετηθεί μια από τις ράγες της σιδηροδρομικής γραμμής επί της οποίας θα κυλούσε το τραίνο της αντιδικίας των διαδίκων. Η δίκη κατά πάγια νομολογία δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και όχι έξω από αυτήν, (Homeros Th. Kourtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180) και Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services) Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 7367, ημερ. 14.1.1990). Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται και να συζητά ή να επιλύει θέματα άλλα από αυτά που είναι ή παραμένουν επίδικα κατά τη συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων ή που νομότυπα προστίθενται κατά την ημέρα ή τη διάρκεια της δίκης, (Παφίτης ν. Κακουρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154 και Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1091). Παραδοχές είτε ρητές, είτε αυτές που λογίζονται ως τέτοιες κατά τη Δ.19 θ.11, (δέστε και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ. 1874), σφραγίζουν την πορεία της δίκης. Ακόμη και γενική άρνηση θετικού ισχυρισμού δεν εξυπακούει την προβολή θετικών ισχυρισμών, (Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670)." Όσον αφορά την παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, ουσιαστικά της μη αμφισβήτησης των κατατεθέντων Τεκμηρίων 1, 2 και 3 και των υπογραφών από μέρους των Εναγομένων, σχετική είναι η υπόθεση Ocean Reef Properties Ltd, μέλος της εταιρείας P & P Philippou Properties Ltd και James Alan Kerr Colville κ.ά. Πολ. Έφεση 203/2010, ημερ. 11.5.15: "Οι άνω διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου στηρίχθηκαν, όπως το ίδιο και πάλιν ορθά αναφέρει, σε μαρτυρία του εφεσίβλητου 1, η οποία όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του αλλά επιβεβαιώθηκε και από υποβολή του συνηγόρου της εφεσείουσας την οποία παραθέτει στην απόφαση του. Συμφωνούμε με την προσέγγιση αυτή την οποία κρίνουμε ως ορθή. Σύμφωνα με τη νομολογία παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας ισοδυναμεί κατά κανόνα με παραδοχή (βλ. Α.C.T. Textiles v. Sodhiatis
(1986)1 C.L.R. 80, Aloupou and Annother v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 C.L.R. 475, Κούρρης ν. Παπαδόπουλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147, Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2010)1 Α.Α.Δ. 128). Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης θ' αναμένετο από την αντεξέταση να προκύψουν στοιχεία τα οποία η εφεσείουσα θεωρούσε ουσιώδη και σχετικά προς έλεγχο της μαρτυρίας του εφεσίβλητου 1. Δεν το έπραξε αλλά αντίθετα με την αντεξέταση του, διευκρίνισε τη μαρτυρία του εφεσίβλητου 1 και με τις τρεις
(3)μοναδικές υποβολές προς αυτόν τέθηκε η θέση της εφεσείουσας ότι οι εφεσίβλητοι είχαν «αυτή την άμεση εμπλοκή με την Λαϊκή Τράπεζα» και ότι «στην προκείμενη περίπτωση κανένας .... δεν φταίει για το ότι δεν δόθηκε το δάνειο, ούτε (οι εφεσίβλητοι) αλλά ούτε και οι εναγόμενοι»." Η παράλειψη αντεξέτασης παράλληλα με την αποδοχή της προσφερθείσας μαρτυρίας των Εναγομένων 1, 2 και 3 δεν αφήνει περιθώρια επιτυχίας της γενικής, αόριστης και διαζευκτικής υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 2 και 3 στους οποίους μετά τη μαρτυρία των Εναγόντων μετετέθη το βάρος απόδειξης της ακυρότητας των κατατεθέντων άνευ ενστάσεως συμφωνιών δανείων και εγγυήσεων ως Τεκμηρίων, οι δε λογαριασμοί που αναπαράχθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των Εναγόντων έχουν αποδεικτική αξία εφ΄ όσον συνοδεύονται με πιστοποιητικό (Τεκμήριο 20) ότι αυτά αποτελούν μέρος του αρχείου των Εναγόντων. Στην αυθεντία Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 479, ο Ηλιάδης Δ. αναφέρει στη σελίδα 493: "Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και 11. Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο." Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και σε βάρος των Εναγομένων 1, 2 και 3, προσωπικά, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με έξοδα εις βάρος τους όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, ως οι παράγραφοι 25 (Α), (Β), (Γ), (Δ), (Στ), (Η), (Θ), (Ι) και (Κ) της έκθεσης απαίτησης. (Υπ.) ........... Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.