ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ACCAPPELA MUSIC STORE LTD κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3642/2012, 27/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3642/2012 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας - και -
- ACCAPPELA MUSIC STORE LTD
- ΛΑΜΠΡΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ
- ΦΩΤΕΙΝΗ ΧΑΡΙΛΑΟΥ
- ΛΑΜΠΡΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΛΤΔ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 27/04/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Αντώνης Ανδρέου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κα Δέσποινα Μιχαήλ). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). Για τον Εναγόμενο: κα Χριστίνα Χριστοφή (Κατά την δίκη: κ. Πέτρος Χατζηπέτρος και κα Έλενα Μαζέρη). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αξιώσεις και η υπόθεση της Ενάγουσας
- Με την Αγωγή της αυτή, η Ενάγουσα, ενήγαγε την Εναγομένη 1, καθώς και τους Εναγομένους 2, 3 και 4, αξιώνοντας από αυτούς, αλληλεγγύως και/ή καχωρισμένως, το ποσό των €35.963,58, πλέον τόκους επί του εν λόγω ποσού, που αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο λογαριασμού το οποίο προήλθε από δάνειο που παραχωρήθηκε στην Εναγομένη 1 και το οποίο εξασφαλίστηκε: (α) από τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4, (β) με υποθήκη επί ενός ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγομένης 4, (γ) με ενεχυρίαση διαφόρων μετοχικών τίτλων ιδιοκτησίας των Εναγομένων 2, 3 και 4 και (δ) με ομόλογο επιβαρύνσεως, συγκεκριμένης αξίας, της περιουσίας της Εναγομένης
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, το προαναφερόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγομένης 1, αν και κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 παραλείπουν να το εξοφλήσουν. Στις αξιώσεις της Ενάγουσας, περιλαμβάνονται και αξιώσεις για θεραπείες που απορρέουν από τις προαναφερόμενες εξασφαλίσεις, τις οποίες αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4, αναλόγως της περίπτωσης. Κάποιες από τις θεραπείες που αξιώνονται από την Ενάγουσα, ως προαναφέρθηκε, αξιώνονται εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως. Η υπόθεση των Εναγομένων 2, 3 και 4
- Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4, εξ αρχής της διαδικασίας μέχρι και τέλους, -με εξαίρεση την περίπτωση της Εναγομένης 1 που, μετά την 22/10/2015 που υπήρξε αλλαγή στην νομική εκπροσώπηση των Εναγομένων 2, 3 και 4, δεν είχε εκπρόσωπο των θέσεων της κατά την ακροαματική διαδικασία και η υπόθεση εναντίον της προχωρούσε απλά σε απόδειξη, μέχρι και την 22/03/2017 που η Αγωγή αυτή της Ενάγουσας εναντίον της διεκόπη-, εκπροσωπούνταν από τον ίδιο συνήγορο και είχαν καταχωρήσει κοινό δικόγραφο με τις, ως προκύπτει, κοινές θέσεις τους προς υπεράσπιση τους. Με το εν λόγω δικόγραφο τους, οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4, δεν αμφισβητούσαν ότι η Εναγομένη 1 είχε την προαναφερόμενη χρηματοπιστωτική συναλλαγή με την Ενάγουσα. Αποδέχονταν δηλαδή ότι η Εναγομένη 1 έλαβε το συγκεκριμένο ποσό που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δάνεισε την Εναγομένη 1, καθώς επίσης αποδεχόταν και το γεγονός ότι το προαναφερόμενο υπόλοιπο του σχετικού λογαριασμού της Εναγομένης 1 κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και δεν εξοφλήθη από την Εναγομένη
- Ισχυρίζονταν όμως ότι, η μη εκπλήρωσης της εν λόγω υποχρεώσεως της Εναγομένης 1, δεν οφειλόταν στην Εναγομένη 1, αλλά, ότι προκλήθηκε αδίκως, λόγω κακών χειρισμών του τότε δικηγόρου της, από το γεγονός ότι, εναντίον της Εναγομένης 1, καταχωρήθηκε από κάποιο τρίτο πρόσωπο, αίτηση για την εκκαθάριση της. Όπως περαιτέρω υποστήριξαν, η Ενάγουσα, που ήταν πλήρως ενήμερη για το προαναφερόμενο γεγονός, «αντί να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να βοηθήσει και να τιμήσει την πολύχρονη και ορθή μεταξύ τους συνεργασία, παρά ταύτα προχώρησε σε τερματισμό του λογαριασμού της, όχι λόγω της μη λειτουργίας του, αλλά λόγω της καταχώρισης της αίτησης διάλυσης εναντίον της Εναγομένης 1». Σε ότι αφορούσε τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι το δάνειο της Εναγομένης εξασφαλίστηκε από τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4, οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4, με το εν λόγω δικόγραφο τους, δήλωναν την άγνοια τους και την ως εκ τούτου άρνηση τους. Συμπλήρωναν δε επί του εν λόγω ισχυρισμού τους, ότι, η Ενάγουσα, είχε «εκ των προτέρων εξασφαλίσει άλλης μορφής εγγυήσεις προς εξασφάλιση και κάλυψη των λογαριασμών της Εναγομένης 1». Σε ότι αφορούσε τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι το δάνειο της Εναγομένης εξασφαλίστηκε με υποθήκη επί ενός ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγομένης 4, δια του προαναφερόμενου δικογράφου των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, η Εναγομένη 1 δήλωνε την άγνοια της και την ως εκ τούτου άρνηση της για το εν λόγω γεγονός, η δε Εναγομένη 4 δήλωνε την άρνηση της. Συμπληρωματικά, και υπό τύπο διαζευκτικής τοποθέτησης της σε περίπτωση που το εν λόγω γεγονός αποτελεί πραγματικότητα, η Εναγομένη 4 υποστήριζε ότι, «η εξασφάλιση μιας τέτοιας προσφοράς αποτελεί καταχρηστική ρήτρα της μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1, αφού η Ενάγουσα έχει εξασφαλιστεί άλλως πως, με άλλης μορφής εγγυήσεις.». Σε ότι αφορούσε τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι το δάνειο της Εναγομένης εξασφαλίστηκε με ενεχυρίαση διαφόρων μετοχικών τίτλων ιδιοκτησίας των Εναγομένων 2, 3 και 4, η Εναγομένη 1 δήλωνε την άγνοια της και την ως εκ τούτου άρνηση της για το εν λόγω γεγονός, οι δε Εναγομένη 2, 3 και 4 δήλωναν έκαστος την άρνηση του. Συμπληρώνοντας σε αυτό τον ισχυρισμό τους, ως προκύπτει από την σύνταξη των σχετικών παραγράφων του εν λόγω δικογράφου των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, υπό τύπο διάζευξης σε περίπτωση που σε ότι αφορά την περίπτωση έκαστου το εν λόγω γεγονός αποτελεί γεγονός, ότι «η Ενάγουσα είχε άλλως πως εξασφαλιστεί έναντι των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 και ότι η προαναφερόμενη δέσμευση και/ή ενεχυρίαση των μετοχών, αποτελεί καταχρηστικό μέτρο εξασφάλισης.». Παρόμοια θέση προέβαλλε και η Εναγομένη 1 σε ότι αφορούσε τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι το δάνειο της Εναγομένης εξασφαλίστηκε με ομόλογο επιβαρύνσεως συγκεκριμένης αξίας της περιουσίας της Εναγομένης
- Η Εναγομένη 1 υποστήριξε ότι η εν λόγω εξασφάλιση «αποτελεί καταχρηστική, εκ μέρους της Εναγομένης 1, εξασφάλιση της οποιασδήποτε οφειλής της Εναγομένης 1, . εφόσον, δια των πιστωτικών διευκολύνσεων που έχει παραχωρήσει προς την Εναγομένη 1, η Ενάγουσα έχει εξασφαλίσει άλλες εγγυήσεις οι οποίες υπερκαλύπτουν οποιοδήποτε εκάστοτε ποσό οφειλής της». Η αξίωση της Ενάγουσας
- Πιο συγκεκριμένα, η Ενάγουσα, στην βάση των προαναφερόμενων ισχυρισμών της για τα γεγονότα, με την Αγωγή της αυτή, αξίωνε εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 ως ακολούθως: «Α. [εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και αλληλεγγύως και/ή καχωρισμένως] Ποσό €35.963,58 σεντ πλέον τόκον 9,75% επί του ποσού των €35.540,05 σεντ από 13/08/2012 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Β. [εναντίον της Εναγομένης 4] Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την πώληση του . ενυπόθηκου κτήματος της Εναγομένης 4 έναντι και/ή προς ικανοποίηση της ως άνω δια της υποθήκης εξασφαλισμένου χρέους μετά τόκων και εξόδων. Γ. [εναντίον έκαστου από τους Εναγομένους 2, 3 και 4 ξεχωριστά] Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η πώληση των . μετοχών και/ή οποιοδήποτε αριθμό εξ αυτών και όπως τα εκ τοιαύτης πωλήσεως έσοδα διατεθούν έναντι και ή προς εξόφληση του λαβείν της Ενάγουσας πλέον έξοδα. Δ. . [εναντίον έκαστου από τους Εναγομένους 2, 3 και 4 ξεχωριστά] Διάταγμα δυνάμει του οποίου η Ενάγουσα και/ή ο ενεχυροδανειστής, να εξουσιοδοτήσει και/ή δύναται να εκτελέσει όλα τα αναγκαία έγγραφα και πράξεις με βάση οποιοδήποτε ισχύοντα νόμο, για σκοπούς πώλησης ή μεταβίβασης των επίδικων αξιών και/ή οποιουδήποτε μέρους αυτών. Ε. [εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και αλληλεγγύως και/ή καχωρισμένως] Έξοδα πλέον Φ. Π. Α.».
- Εντούτοις, η απαίτηση της Ενάγουσας, την 11/05/2017 και κατά την εξέλιξη της δίκης, περιορίστηκε με δήλωση της συνηγόρου της. Με αυτήν, δεν διεκδικήθηκε τελικώς, η απόδοσης από το Δικαστήριο προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4, των προαναφερόμενων θεραπειών υπό τα στοιχεία Γ και Δ του απαιτητικού της έκθεσης απαίτησης της. Η προσαχθείσα κατά την δίκη μαρτυρία
- Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, τα ακόλουθα πέντε πρόσωπα: Ο Νίκος Νικολάου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ1»), Η Λουκία Πογιατζή (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ2»), Η Λουίζα Παπαγιάννη (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ3»), Ο Δήμος Αντωνιάδης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ4»), και Ο Μιχάλης Στυλιανού (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ5»).
- Προς υποστήριξη της υπόθεσης των Εναγομένων 2, 3 και 4, μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δόθηκε από τα ακόλουθα δύο πρόσωπα: Ο Εναγόμενος 2, Λάμπρος Χαριλάου, και Ο Σοφοκλής Παπαβαρνάβα (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2»). Η εκτίμηση της μαρτυρίας, η αξιολόγηση της αποδεκτής και παραδεκτής μαρτυρίας, τα ευρήματα και τα τελικά συμπεράσματα
- Σε ότι αφορά, τόσο την πραγματική, όσο και την νομική υπόσταση της υπόθεσης, οι διάδικοι τοποθετούνται διαφορετικά. Επιβάλλεται, ως εκ τούτου, η εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, για καταλήξει το Δικαστήριο επί ποιών γεγονότων θα γίνει η αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων προς επίλυση της διαφοράς τους (βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015, Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212). Οι μάρτυρες που παρουσίασαν γεγονότα για την υπόθεση της Ενάγουσας κρίνονται ως αξιόπιστοι και μάρτυρες της αλήθειας. Η μαρτυρία τους ήταν σταθερή, χωρίς ουσιαστικές αντιφάσεις, λογική και υποστηρίζεται και από τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από πλευράς Ενάγουσας προς υποστήριξη της υπόθεσης της. Σε αντίθεση με την μαρτυρία του Εναγομένου 2, ο οποίος, κρίνω, δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Λεπτομερέστερη αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία γίνεται στην συνέχεια της απόφασης μου. Στο σημείο αυτό, περιορίζομαι γενικά να αναφέρω τις παρατηρήσεις μου, που με έχουν οδηγήσει σε απόρριψη της μαρτυρίας του Εναγομένου
- Κύριος, ως προκύπτει ισχυρισμός των Εναγομένων 2, 3 και 4, για την υπόθεση τους, ήταν ότι η Εναγομένη 1 καθυστέρησε με την πληρωμή των συμφωνημένων δόσεων για την αποπληρωμή του δανείου της, Τεκμήριο 6 , λόγω του ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, όπου τελικά επήλθε ο τερματισμός του και η απαίτησης της Ενάγουσας για εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού του υπολοίπου, η Εναγομένη 1 είχε τεθεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης. Ο τερματισμός του δανείου, κατά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, έλαβε χώρα 20/02/
- Εντούτοις, ως υποστηρίχθηκε κατά την δίκη από πλευράς Ενάγουσας δια του ΜΕ4, ο οποίος παρουσίασε στο Δικαστήριο και το Τεκμήριο 32 προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του και δεν αμφισβητήθηκε, η Εναγομένη 1 ετέθη υπό εκκαθάριση με διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/11/2014, με ισχύ από 08/06/2012 που η σχετική αίτησης είχε καταχωρηθεί (βλ. και Άρθρο 218
(2)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, που υποστηρίζει αυτό το γεγονός και νομικά). Με αυτά τα δεδομένα, ο ισχυρισμός της Εναγομένης 1 (ως προβαλλόταν δια της έκθεσης υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4) δεν μπορεί παρά να είναι ψευδής και ο Εναγόμενος 2, ο οποίος, κατά την αντεξέταση του υποστήριζε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε χρονικά έλαβε χώρα το εν λόγω γεγονός, μη πιστευτός. Ήταν προφανές από την αντίδραση του και τον τρόπο που είχε τοποθετηθεί στην αντεξέταση του για το εν λόγω ζήτημα, ότι δεν έλεγε την αλήθεια. Ο Εναγόμενος 2, υποστήριξε ότι, η Εναγομένη 1, ήταν τακτική στην καταβολή των δόσεων που είχαν συμφωνηθεί προς εξόφληση του δανείου, Τεκμήριο 6 και ότι η Ενάγουσα ψεύδεται όταν ισχυρίζεται το αντίθετο. Επικαλέστηκε μάλιστα προς υποστήριξη τούτου, την κατάσταση του λογαριασμού του δανείου της Εναγομένης 1, Τεκμήριο 22, ισχυριζόμενος, γενικά και μόνον, ότι δείχνει πληρωμές δια εμβάσματος, τακτικής εξόφλησης, χωρίς ουσιαστικές καθυστερήσεις, των συμφωνημένων δόσεων. Εντούτοις, εξετάζοντας κάποιος το Τεκμήριο 22, αυτός ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 δεν βρίσκει πραγματική ανταπόκριση. Εκτενέστερη αναφορά για το σημείο αυτό κάνω στην συνέχεια της απόφασης μου. Ψέματα στο Δικαστήριο, ο Εναγόμενος 2, κατέθεσε και για την διεύθυνση της Εναγομένης 1 και για το κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 έλαβαν γνώση της απαίτησης της Ενάγουσας, κατόπιν τερματισμού του δανείου, για άμεση εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του σχετικού με αυτό λογαριασμού. Έρευνα της Ενάγουσας στο μητρώου που τηρεί η Εναγομένη 1 στον Έφορο Εταιρειών (βλ. Τεκμήριο 1), κατέδειξε ότι, ο Εναγόμενος 2 κατέθεσε ψέματα ότι, κατά την σύναψη της σύμβασης δανείου Τεκμήριο 6, την 12/06/2009, η Εναγομένη είχε ως διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της, την Βύρωνος 50, 6023 Λάρνακα και όχι την Κέννετυ 64, 1076 Λευκωσία, αφής στιγμής η συγκεκριμένη αλλαγή έλαβε χώρα, πολύ μεταγενέστερα, την 15/11/
- Ως εκ των προαναφερόμενων παρατηρήσεων μου, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Εναγομένου 2, ο οποίος, γενικότερα ως μάρτυρας, δια ζώσης δεν μου έκανε καλή εντύπωση και απορρίπτω αυτήν στο σύνολο της. Για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου, σε ότι αφορά τα επίδικα ζητήματα, αποδέχομαι την μαρτυρία όλων των μαρτύρων που παρουσίασαν γεγονότα για την υπόθεση της Ενάγουσας. Προβαίνω, ως εκ τούτου, βάσει αυτής, στα σχετικά ευρήματα. Σε γενικές γραμμές, η υπόθεσης των Εναγομένων 2, 3 και 4, δεν είχε συνοχή, παρατηρήθηκαν εναλλαγές στις θέσεις τους για τα γεγονότα κατά την εξέλιξη της δίκης, πολλές από αυτές μάλιστα ήταν και εκτός των δικογραφημένων τους θέσεων, ήταν αόριστοι και γενικοί, κατά τρόπον που θα μπορούσαν, έκριναν, κατά την εξέλιξη της δίκης, να μεταβάλλουν τις θέσεις τους. Δεν έγιναν όμως πιστευτοί.
- Όπως προκύπτει μέσα από την τελική αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων 2, 3 και 4, αποτελούν θέση τους τα ακόλουθα: Η θέση περί της μη παραβίασης των συμφωνηθέντων
- Αποτελεί θέση των Εναγομένων 2, 3 και 4, ότι δεν υπήρξε πραγματικά, παραβίασης των συμφωνηθέντων της Ενάγουσας με τους Εναγομένους 1, 2, 3 και
- Υποστηρίζουν ότι, η προσκομισθείσα από πλευράς Ενάγουσας μαρτυρία, δεν καταδεικνύει ότι η Εναγομένη 1 «δεν ήτο συνεπής και αξιόχρεη ως προς τις πιστοληπτικές της υποχρεώσεις και ότι υπήρξε παράβαση των όρων της συμφωνίας δανείου».
- Κατ' αρχήν, η θέση αυτή των Εναγομένων 2, 3 και 4, δεν έχει δικογραφηθεί. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, εξ αυτής της διαπίστωσης του και μόνον, μπορεί να απορρίψει την εισήγηση αυτή των Εναγομένων 2, 3 και 4, χωρίς περαιτέρω εξέταση του ζητήματος (βλ. Κάτζιη ν Φουκαρίδης & Σια Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοψρωματιστές, ECLI:CY:AD:2017:A258, Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2011, 11/07/2017, Βοσκού κ. α. ν Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695 και Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826).
- Η Ενάγουσα, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, στην έκθεση απαίτησης της, με την παράγραφο 8, δήλωνε ότι «η Εναγομένη 1 και/ή όλοι οι Εναγόμενοι κατά παράβαση των όρων της . συμφωνίας παρέλειψαν να συμμορφωθούν με αυτούς και/ή παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους όρους αποπληρωμής του δανείου και όφειλαν μέχρι και την 13/08/2012 πόσον εκ €35.963,58 σεντ πλέον τόκον προς 9,75% επί ποσού €35.540,05 σεντ από 13/08/2012 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους, ποσό το οποίο έχει καταστεί πληρωτέο και απαιτητό.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, που εισαγωγικά των δικογραφημένων θέσεων τους, με την παράγραφο 1 της έκθεσης υπεράσπισης τους, δήλωναν ότι «αγνοούν και συνεπώς αρνούνται όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας εκτός στον βαθμό και στην έκταση που τους παραδέχονται ρητά .» (η υπογράμμιση είναι δική μου), πουθενά στο εν λόγω δικόγραφο τους δεν πραγματεύονται τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της Ενάγουσας της παραγράφου 8 της έκθεσης απαίτησης της.
- Αποτελεί βασικό κανόνα της σύνταξης δικογράφου έκθεσης υπεράσπισης, ότι, με αυτό, ο εναγόμενος πρέπει να αντιμετωπίζει, και μάλιστα μεμονωμένα, κάθε ισχυρισμό που προβάλλεται από πλευράς του ενάγοντα, δια της εκθέσεως απαίτησης του, σε ότι αφορά τα γεγονότα επί των οποίων βασίζει τις αξιώσεις του. Ο βασικός αυτός κανόνας, είναι αυστηρός. Αν ο ενάγοντας προβεί σε κάποιο ισχυρισμό και ο εναγόμενος δεν ανταποκριθεί σε αυτόν, ο τελευταίος εκλαμβάνεται ότι τον παραδέχεται. Έπεται ως εκ τούτου, ότι, οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, πρέπει να εξετάζονται ένας προς ένας, και κάθε ένας, είτε να γίνεται παραδεκτός, είτε να απορρίπτεται, είτε να ζητείται η απόδειξης του. Μόνο δύο εξαιρέσεις έχουν αναγνωριστεί στον κανόνα αυτό. Η πρώτη αφορά την περίπτωση όπου ένας ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί απώλεια και αξιώνει να αποζημιωθεί για την ζημιά του, στην οποία απαιτείται από αυτόν πάντοτε να αποδεικνύει την ζημιά του, εκτός και αν ο εναγόμενος ρητά την παραδεχθεί. Αρχή που έχει καθιερωθεί, για να καταστήσει εφικτή την παραδοχή από πλευράς εναγομένου, ισχυρισμού του ενάγοντος ότι υπέστη απώλεια, χωρίς να εκλαμβάνεται ότι αποδέχεται το εύρος της. Και υπάρχει και η δεύτερη εξαίρεση στον προαναφερόμενο κανόνα κατά την οποία, ένας εναγόμενος, ο οποίος αναφέρει στο δικόγραφο του τη φύση της υπόθεσής του σε σχέση με ένα ζήτημα, κατά τρόπο που να υποδηλώνει ότι δεν το παραδέχεται, χωρίς όμως να το αμφισβητήσει ρητά, θεωρείται ότι απαιτεί από τον ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του που το αφορούν. Στην προκείμενη περίπτωση, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, όχι μόνο δεν πραγματεύτηκαν και αντίκρουσαν ειδικά τον εν λόγω ισχυρισμό της Ενάγουσας της παραγράφου 8 της έκθεσης απαίτησης της, με τις παραγράφους 7 και 26 της έκθεσης υπεράσπισης τους φαίνεται να υποδηλώνουν ότι τον παραδέχονται. Ότι δηλαδή, υπήρξε παράβασης των ορών αποπληρωμής του δανείου από πλευράς Εναγομένης 1, λόγω του ότι, αίτηση που είχε καταχωρηθεί εναντίον της για την εκκαθάριση της, είχε οδηγήσει σε παγιοποίηση των λογαριασμών της. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 7 της έκθεσης υπεράσπισης τους, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, αφού παραδέχονται την ισχυριζόμενη από πλευράς Ενάγουσας σύμβαση δανείου με την Εναγομένη 1, αναφέρουν ότι, «η μη τήρηση της αποπληρωμής της τελευταίας δόσης για την οποία εν πάση περιπτώσει έγινε μερική πληρωμή, γεγονός που καταδεικνύεται και από το αιτητικό της παρούσας αγωγής ., έγινε λόγω παγιοποίησης όλων των λογαριασμών της Εναγομένης 1 στα πλαίσια αίτησης διάλυσης που καταχωρήθηκε εναντίον της.». Ενώ, στην παράγραφο 26 της έκθεσης υπεράσπισης αναφέρουν «. η αδυναμία λειτουργίας του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού εκ μέρους της Εναγομένης 1, ., που προκύπτει, σε καμία περίπτωση δεν οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σε αυτήν. Για τις αναφερόμενες στις πιο πάνω παραγράφους λεπτομέρειες και γεγονότα η Ενάγουσα είχε πλήρη ενημέρωση και γνώση για τα όσα συνέβαιναν στην Εναγομένη 1 και εν τούτοις αντί να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να βοηθήσουν και να τιμήσουν την πολύχρονη και ορθή μεταξύ τους συνεργασία, αυτοί παρά ταύτα προχώρησαν σε τερματισμό των λογαριασμών, όχι λόγω της μη λειτουργίας αυτού αλλά λόγω καταχώρησης της αίτησης διάλυσης εναντίον της Εναγομένης 1.».
- Στα προαναφερόμενα, πρέπει να σημειωθεί ότι, το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης 1, δεν διαφοροποιεί την προαναφερόμενη κατάληξη μου. Και αυτό γιατί, με αυτήν, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντικρούουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, έστω και γενικά. Και επεξηγώ την σκέψη μου για αυτή την κατάληξη μου. Αν και πλέον, για τους λόγους που αναφέρω στην συνέχεια, αυτή η τακτική δικογράφισης δεν είναι αποτελεσματική, συνηθίζεται ακόμη, στην πρώτη ή τελευταία παράγραφο του δικογράφου της έκθεσης υπεράσπισης, να εισάγεται μία παράγραφος «γενικής αντίκρουσης» («general traverse») των ισχυρισμών του ενάγοντος, η οποία, παλαιότερα, συνήθως είχε το εξής λεκτικό: «Με την επιφύλαξη των όσων ρητά παραδέχεται ή δεν παραδέχεται στο δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης του, ο εναγόμενος αμφισβητεί κάθε ισχυρισμό που περιλαμβάνεται στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα, ως αν αυτοί να είχαν εδώ εκτεθεί και αντικρουστεί διαδοχικά» («Save as hereinbefore specifically admitted or not admitted the defendant denies each and every allegation contained in the particulars of claim as if the same were herein set out and traversed seriatim»). Στην προκείμενη περίπτωση, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, ως προαναφέρθηκε, με την παράγραφο 1 της έκθεσης υπεράσπισης τους, δήλωναν ότι «αγνοούν και συνεπώς αρνούνται όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας εκτός στον βαθμό και στην έκταση που τους παραδέχονται ρητά .» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Ως έχει προαναφερθεί, ο εναγόμενος έχει υποχρέωση παραδοχής, άρνησης ή απαίτησης από τον ενάγοντα απόδειξης των ισχυρισμών του που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης του. Παραδοχή πρέπει να γίνεται, όταν ένας ισχυρισμός ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ή όταν σε σχέση με αυτόν ο εναγόμενος έχει στοιχεία ενώπιον του που καταδεικνύουν ότι αληθεύει και καθόλου στοιχεία για το αντίθετο. Μπορεί να γίνει επίσης παραδεκτός, όταν ο εναγόμενος, αν και δεν γνωρίζει κατά πόσο αληθεύει, δεν επιθυμεί να τον καταστήσει επίδικο. Άρνησης ενός ισχυρισμού του ενάγοντος, πρέπει να γίνεται, όταν ο εναγόμενος γνωρίζει ότι αυτός δεν αληθεύει και επιθυμεί να προβάλει κατά την δίκη θετικούς ισχυρισμούς για το αντίθετο. Εκθέτοντας δηλαδή, την δική του εκδοχή για τις περιστάσεις. Όταν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να παραδεχθεί ή να αρνηθεί τον ισχυρισμό του ενάγοντα, λόγω «άγνοιας», (δηλαδή, σε ότι αφορά γεγονότα για τα οποία ο εναγόμενος δεν γνωρίζει και σε σχέση με τα οποία δεν έχει μαρτυρία, είτε που να τα στοιχειοθετεί, είτε που να τα αντικρούει), μπορεί να καλέσει τον ενάγοντα να αποδείξει τον ισχυρισμό του. Αυτό, κατ' ουσία, σημαίνει ότι, ο εναγόμενος δηλώνει στον αντίδικο του ότι, αν και ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο το ισχυριζόμενο γεγονός ευσταθεί ή δεν ευσταθεί, παρά το γεγονός ότι δεν προτίθεται να το αμφισβητήσει κατά την δίκη, δεν το παραδέχεται ως πραγματικό γεγονός και ως εκ τούτου, ο ενάγοντας, εάν επιθυμεί να βασιστεί σε αυτό, πρέπει να αποδείξει, με τον ίδιο να επιφυλάσσει το δικαίωμα του να επιχειρηματολογήσει τελικώς ως προς το εάν αυτό απεδείχθη στον απαιτούμενο βαθμό. Συνεπώς, και ως εκ των προαναφερομένων κανόνων δικογράφισης, η παράγραφος 1 της έκθεσης υπεράσπισης των Εναγομένων 2, 3 και 4, που αναφέρει ότι «αγνοούν και συνεπώς αρνούνται όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας» δεν μπορεί δικογραφικά να έχει καμία αξία.
- Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει νομολογηθεί, η γενική αντίκρουσης ισχυρισμών από τους διαδίκους με την δικογραφία τους, δεν είναι αποδεκτή. Η δικογραφία στην αστική δίκη, αποτελεί σαφή και αναντίλεκτο οδηγό για το εκδίκαζαν Δικαστήριο. Είναι νομολογημένο ότι, τα δικόγραφα των διαδίκων, καθορίζουν την πορεία της υπόθεσης και της μαρτυρίας που είναι επιτρεπτό να δοθεί. Αυτός είναι και ο λόγος, που, όπως έχει κατ' επανάληψη διατυπωθεί από τη νομολογία, χρειάζεται σαφής προσδιορισμός στη δικογραφία των εκατέρωθεν προβαλλόμενων ισχυρισμών, ώστε να καταστεί γνωστό ποια ζητήματα είναι που το Δικαστήριο καλείται να επιλύσει και σε σχέση με τα οποία θα ακούσει μαρτυρία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων αποκλείει τον αιφνιδιασμό και παρέχει στους αντιδίκους την πρέπουσα ευκαιρία να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου την υπόθεση τους (βλ. Homeros Th. Kourtis a. o. v Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Christakis Loucaides v CD. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134, Charalambous v Metalco Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 636, G.I.P. Constructions v Neophytou a. a.
(1983)1(B) C.L.R. 669, Γεώργιος Παπαγεωργίου ν Λούη Κλάππα (Investments Services) Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Παπακοκκίνου ν Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Λυσιώτης ν Αχιλλέως
(1998)1 Α.Α.Δ. 1567, Mindoras Estates Ltd v Αποστόλου Ποταμού κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1729). 15. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην υπόθεση Παναγιώτης Παρλάτα ν Στέλλας Δημητρίου, ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, 21/05/2014, με αναφορά στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Παφίτης ν Κακουρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154 και Μερκής ν Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1091, «το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται και να συζητά ή να επιλύει θέματα άλλα από αυτά που είναι ή παραμένουν επίδικα κατά τη συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων ή που νομότυπα προστίθενται κατά την ημέρα ή τη διάρκεια της δίκης». Προσθέτοντας στην συνέχεια, με αναφορά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Latifundia Properties Ltd v Ψακή κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, ότι «ακόμη και γενική άρνηση θετικού ισχυρισμού δεν εξυπακούει την προβολή θετικών ισχυρισμών.» (βλ. επίσης Γεώργιος Παπαγεωργίου ν Λούη Κλάππα (Investments Services) Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Μελάς v Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Αθηνά Βαριάνου ν Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541). 16. Πρόκειται για την αρχή που θέλει, οποιοδήποτε ισχυρισμό που γίνεται σε δικόγραφο οποιουδήποτε διαδίκου, να εκλαμβάνεται ως παραδεκτός από τον αντίδικο, εκτός και εάν αυτός τον έχει αντικρούσει ουσιαστικά («positive traverse») στο δικόγραφο του (βλ. Χρίστου ν Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ. 1874 και Παναγιώτης Παρλάτα ν Στέλλας Δημητρίου, ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, 21/05/2014). Ουσιαστική αντίκρουσης ισχυρισμών, μπορεί να γίνει, είτε με άρνηση, είτε με δήλωση περί μη αποδοχής, και είτε ρητά, είτε συμπερασματικά. Αυτό που αναμένεται, είναι, η άρνησης γεγονότων, να συνοδεύεται από λόγους για την άρνηση τους και εκεί και όπου υπάρχει μία διαφορετική εκδοχή ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, αυτή να παρατίθεται, από την στιγμή που το δικόγραφο της υπεράσπισης εξυπηρετεί, τόσο ως προς το να απαντηθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, όσο και ως προς το να δηλωθεί (θετικά / «positively») η υπόθεσης του εναγομένου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Odgers On Civil Court Actions, 24 έκδοση, στις παραγράφους 13.07 και 13.08: «Every allegation of fact made in a statement of claim or counterclaim which the party on whom it is served does not intend to admit must be specifically traversed by him in his defence or defence to counterclaim as the case may be; and a general denial of such allegations, or a general statement of non-admission of them, is not a sufficient traverse of them. The effect of the rules is to prevent a defendant pleading the general issue, as it was called, and to make him "take matter by matter, and traverse each of them separately". ...». 17. Υπό την επιφύλαξη πάντοτε [σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα] της αρχής, ότι, εκεί και όπου οι ισχυρισμοί στην έκθεση υπεράσπισης, χαρακτηρίζονται, ως προαναφέρθηκε, από κάποια γενικότητα στη διατύπωση, - με την έννοια ότι δεν εκτίθενται πλήρως οι λεπτομέρειες των λόγων άρνησης θετικών ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης, αλλά, προσδιορίζουν ικανοποιητικά τους λόγους για την άρνηση - και ο ενάγοντας διάδικος δεν αναζήτησε σε σχέση με αυτούς λεπτομέρειες, ως είχε την δικονομική ευχέρεια να πράξει, το Δικαστήριο υποχρεούται να αποδεχθεί την εισαγωγή μαρτυρίας για τα επί μέρους γεγονότα, προς απόδειξη τέτοιων ισχυρισμών (βλ. Κουρσουμά ν Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973, Παναγή κ. α. ν Κακόψιτου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 839 και Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου κ. α. ν Rawnswello Trading Co Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1570).
- Καταλήγω συνεπώς, ότι, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, που δεν αντίκρουσαν τον ισχυρισμό της παραγράφου 8 της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, -ώστε να εκλαμβάνεται ότι παραδέχονται ότι η Εναγομένη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τους όρους αποπληρωμής του δανείου της, κάτι που ως έχει προαναφερθεί υποδηλώνεται και από τα όσα προέβαλλαν δια των παραγράφων 7 και 26 της έκθεσης υπεράσπισης τους-, δεν μπορούν τελικώς να επιχειρηματολογούν για το αντίθετο, αφής στιγμής το ζήτημα αυτό δεν ήταν θέμα προς επίλυση από το Δικαστήριο.
- Σε κάθε περίπτωση όμως, θα εξετάσω αυτή την θέση των Εναγομένων 2, 3 και 4 και στην βάση της προσαχθείσας από πλευράς Ενάγουσας μαρτυρίας.
- Σύμφωνα με την συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 6, που είναι παραδεκτή από τους διαδίκους, η Ενάγουσα, βάσει του όρου 3 αυτής, είχε το εξής δικαίωμα: «
- Το δάνειο/διυκόλυνση θα είναι πληρωτέο: Εκτός αν η Τράπεζα ζητήσει άμεση εξόφληση, το δάνειο θα αποπληρωθεί σε περίοδο 48 μηνών με 48 μηνιαίες δόσεις εκ EUR 4,881,92 η κάθε μία με έναρξη ένα μήνα μετά τη χορήγηση του δανείου. . Νοείται ότι πάντοτε η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του προαναφερόμενου δανείου ή οποιουδήποτε υπολοίπου αυτού, οπότε το προαναφερόμενο δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο αυτού καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό. Σε τέτοια περίπτωση και/ή σε περίπτωση που το δάνειο παρουσιάσει καθυστερήσεις στην αποπληρωμή του κεφαλαίου ή του τόκου πέραν των τριών μηνών η Τράπεζα δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της να μετατρέψει το νόμισμα του δανείου κα/ή πίστωσης και/ή άλλης Τραπεζικής ή πιστωτικής διευκόλυνσης στο νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατία. Νοείται ότι με τη μετατροπή του νομίσματος, η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να τροποποιήσει τον αριθμό του λογαριασμού. Σε περίπτωση που καθίσταται αναγκαίο να κλείσει ο λογαριασμός και να ανοίξει νέος, η Τράπεζα εξουσιοδοτείται να το πράξει και αναγνωρίζεται ότι ο λογαριασμός που θα προκύψει από την τροποποίηση/την πράξη αυτή θα είναι συνέχεια του υφιστάμενου λογαριασμού ο αριθμός του οποίου φαίνεται πιο πάνω. Σε περίπτωση συμβάντος έκτακτης φύσης (περιλαμβανομένης, χωρίς επηρεασμό της γενικότητας της παρούσας παραγράφου, της ελεύθερης μετατρεψιμότητας του νομίσματος στο οποίο οφείλεται το δάνειο), το οποίο θα επηρέαζε ουσιαστικά ή δυσμενώς την ικανότητα της Τράπεζας να εκτελέσει τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με το παρόν και/ή να συνεχίσει να παρέχει την διευκόλυνση, η Τράπεζα μπορεί με γραπτή ειδοποίηση στον Πελάτη, να ακυρώσει την Συμφωνία και/ή να απαιτήσει άμεση αποπληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου υπολοίπου του δανείου και όλων των δεδουλευμένων τόκων και όλων των εξόδων και δαπανών και άλλων ποσών που οφείλονται σύμφωνα με το παρόν και η Τράπεζα μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα της επί οποιασδήποτε εξασφάλισης που κατέχει.» η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου για σκοπούς της συζήτησης που θα ακολουθήσει). Προκύπτει συνεπώς ότι, Ενάγουσα και Εναγομένη 1, είχαν συμφωνήσει ότι, η Ενάγουσα, είχε το δικαίωμα, οποτεδήποτε, και κατά την απόλυτη κρίση της, να απαιτήσει την άμεση εξόφληση του δανείου ή οποιουδήποτε υπολείπου αυτού, οπόταν και αυτό θα καθίστατο αμέσως πληρωτέο και απαιτητό. Και τούτο, ως προκύπτει, ανεξαρτήτως του κατά πόσο υπήρχε ή δεν υπήρχε οποιαδήποτε παράλειψη ή άρνηση της Εναγομένης 1 να καταβάλει τις συμφωνηθείσες δόσεις, ή του κατά πόσο η συμφωνία λειτουργούσε κανονικά. Ως εκ τούτου, η συμφωνία, μπορούσε να τερματιστεί και ενωρίτερα της ημερομηνίας για την καταβολή της τελευταίας συμφωνηθείσας δόσης -δηλαδή, ακόμη και αν λειτουργούσε κανονικά- και το δάνειο να ήταν πληρωτέο και απαιτητό, αν η Ενάγουσα υπέβαλλε σχετική προς τούτο απαίτηση προς την Εναγομένη
- Συνεπώς, βάσει των όσων είχαν μεταξύ τους συμφωνηθεί, δεν ετίθετο ζήτημα, κατά πόσο η Εναγομένη 1 ήταν, είτε συνεπής με την αποπληρωμή του δανείου βάσει των συμφωνημένων δόσεων, είτε αξιόχρεη ως προς τις πιστοληπτικές της υποχρεώσεις, ως προϋπόθεση για την απαίτηση της Ενάγουσας. Το δάνειο, είχε συμφωνηθεί ότι ήταν πληρωτέο, σε πρώτη ζήτηση. Βλ. M. A. Goodvalue Suppliers Ltd κ. α. ν Barclays Bank Plc
(2001)1 Α.Α.Δ. 1038 [[i]], Χρήστος Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059 και Αντώνης Κόμπου ν Εθνικής Τράπεζας Της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ., ECLI:CY:AD:2016:D225, Πολιτική Έφεση Αρ. 173/2011, 27/04/
- Είναι δε ξεκάθαρο ότι, η προϋπόθεση της καθυστέρησης αποπληρωμής του κεφαλαίου ή του τόκου για περίοδο τριών μηνών, αφορούσε τα δικαίωμα της Ενάγουσας να μετατρέπει δάνειο που είχε δοθεί σε ξένο νόμισμα στο νόμιμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ακόμη και σε περίπτωση μη τερματισμού του δανείου. Ρήτρα που δεν επηρέαζε το δικαίωμα της να απαιτήσει την πληρωμή του δανείου σε πρώτη ζήτηση. Δικαίωμα, σε ότι αφορούσε την μετατροπή του νομίσματος του δανείου, το οποίο είχε συμφωνηθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, η Ενάγουσα θα είχε με τον τερματισμό του δανείου.
- Ωστόσο, η Ενάγουσα υποστήριξε ότι, η Εναγομένη 1, παρέλειψε όντως να τηρήσει τους συμφωνηθέντες όρους αποπληρωμής του δανείου, Τεκμήριο 6, ως αποτέλεσμα του οποίου ήταν η αποστολή των επιστολών της προειδοποιήσεως των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 περί τούτου, ημερομηνίας 17/01/2012, Τεκμήριο 17 (Τεκμήριο 17.1 έως 17.4), καλώντας την Εναγομένη 1 σε συμμόρφωση, η οποία δεν επήλθε, με αποτέλεσμα τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού και την απαίτηση της Ενάγουσας για πληρωμή ολόκληρου του χρεωστικού του υπολοίπου, δια της επιστολής της προς τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, ημερομηνίας 20/02/2012, Τεκμήριο 18 (Τεκμήριο 18.1 έως 18.4). Για τα προαναφερόμενα γεγονότα, μαρτυρία κατά την δίκη, δόθηκε από τον ΜΕ1, ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, τόσο την συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 6 (και την τροποποίηση αυτής, Τεκμήριο 7.2), όσο και τις προαναφερόμενες επιστολές, Τεκμήρια 17 και
- Σημειώνεται εδώ, ότι, στις επιστολές προειδοποιήσεως της Ενάγουσας των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, ορίζεται ως παράλειψη τους, η καθυστέρηση πληρωμής ποσού €13.048,
- Δηλαδή, με βάση την συμφωνηθείσα δόση και πότε έκαστη ήταν πληρωτέα χρονικά, ότι καθυστερούσαν την πληρωμή κάποιων δόσεων. Ο ισχυρισμός αυτός του ΜΕ1, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένων 2, 3 και 4, αλλά, ως προκύπτει μέσα από την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθηκε ο εν λόγω μάρτυρας από τον συνήγορο τους, φαίνεται ότι υιοθετήθηκε από αυτούς, αφής στιγμής είχε υποβληθεί στον ΜΕ1 ως θέση τους για τα γεγονότα, ότι, η Εναγομένη 1, σταμάτησε να καταβάλλει στην Ενάγουσα τις συμφωνηθείσες δόσεις, λόγω του καθεστώτος της εκκαθάρισης στο οποίο ετέθη. Δεν μπορούν συνεπώς τώρα οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, να ισχυρίζονται ότι αυτό το γεγονός δεν αποδείχθηκε, όταν οι ίδιοι κατά την δίκη το υιοθετούσαν ως θέση τους (βλ. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013, Παυλίνα Γρηγορίου ν Νικόλα Γρηγορίου Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263, Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138). Αυτό, φυσικά, οδηγεί σε απόρριψη της προαναφερόμενης θέσης τους, καθώς επίσης πλήττει ουσιαστικά και την αξιοπιστία των θέσεων τους σε ότι αφορά τα γεγονότα γενικότερα. Ας σημειωθεί εδώ περαιτέρω και το εξής. Ότι, ο ισχυρισμός του ΜΕ1, σε ότι αφορά το ζήτημα της παράλειψης συμμόρφωσης της Εναγομένης 1 με τους όρους αποπληρωμής του δανείου της και καθυστέρησης πληρωμής ποσού €13.048,60, τεκμηριώνεται και από τις καταχωρήσεις στην κατάσταση λογαριασμού του δανείου της Εναγομένης 1 που τηρεί η Ενάγουσα ως μέρος των τραπεζικών της βιβλίων, Τεκμήριο 22, αντίγραφο της οποίας ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, στην 7η σελίδα του Τεκμηρίου 22, στο μέρος της καταστάσεως λογαριασμού που επιγράφεται «Ανάλυση Καθυστερήσεων», υπάρχει καταχώρησης των σχετικών καθυστερήσεων, με αναφορά στην σχετική ημερομηνία, ποσό και επιβάρυνση. Καταχωρούνται εκεί καθυστερήσεις ημερομηνίας 29/10/2011, 29/11/2011 και 29/12/2011, που καθιστούν λογικό τον ισχυρισμό της Ενάγουσας περί αποστολής προς τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 της επιστολής προειδοποιήσεως, Τεκμήριο 17, με ημερομηνία 17/01/2012, για τα του γεγονότος της καθυστέρησης πληρωμής ποσού €13.048,
- Σε ότι αφορά αυτά τα στοιχεία μαρτυρίας, σημειώνεται, η πλευρά των Εναγομένων 2, 3 και 4 δεν αντεξέτασε τον ΜΕ1, ούτε και υπέβαλε σε αυτόν την οποιαδήποτε αντίθετη δική της εκδοχή για τα γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα Της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, 17/10/2014 και Φρουταρία Το Πανέρι Λτδ. κ. α. ν Hellenic Bank Public Company Ltd ECLI:CY:AD:2017:A432, Πολιτική Έφεση Αρ. 426/2011, 29/11/2017). Είχαν δε, ως προαναφέρθηκε, υποβάλει στον ΜΕ1 θέσεις για τα γεγονότα, που καταδεικνύουν την συμφωνία τους με το εν λόγω γεγονός. Το γεγονός, ότι, ο Εναγόμενος 2, όταν στην συνέχεια κατέθεσε στο Δικαστήριο, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η Εναγομένη 1, δεν είχε καθυστερήσει στην αποπληρωμή των δόσεων της, εκτός του ότι, ως παρατηρήθηκε και ενωρίτερα, αυτός είναι ένας ισχυρισμός εκτός των δικογραφημένων θέσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4, ως ισχυρισμός που δεν είχε υποβληθεί στους μάρτυρες που παρουσίασαν τα γεγονότα για την υπόθεση της Ενάγουσας (και ειδικότερα στον ΜΕ1, που η ίδιοι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, υποστήριξαν, δια τους συνηγόρου τους, στην τελική τοποθέτηση τους ενώπιον του Δικαστηρίου για αυτή την υπόθεση, ότι ήταν ο ουσιαστικότερος μάρτυρας για την υπόθεση της Ενάγουσας) δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο, ο δε τρόπος παρουσίασης του, αφαιρεί από την μαρτυρία του Εναγομένου 2, αξιοπιστία. Έχοντας πάντοτε δεδομένο ότι, ο Εναγόμενος 2, είναι διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης 1 και πρόσωπο που, ως εκ τούτου, ταυτίζεται με αυτήν. (βλ. M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016).
- Σε ότι αφορά το αντίγραφο της καταστάσεως λογαριασμού της Εναγομένης 1, Τεκμήριο 22, ο συνήγορος των Εναγομένων 2, 3 και 4, υποστήριξε κατά την τελική του αγόρευση, ότι, αυτή «έπρεπε να εκτυπωθεί έως την ημέρα της δικασίμου» και ότι αυτή, ήταν μία θέση των Εναγομένων 2, 3 και 4 που είχε υποβληθεί στον ΜΕ1 που την κατέθεσε, για να αμφισβητηθεί «η εγκυρότητα και ορθότητα του περιεχομένου» της. Πέραν το όσων έχουν προαναφερθεί, σε ότι αφορά το γεγονός της μη δικογράφισης στην έκθεση υπεράσπισης των Εναγομένων 2, 3 και 4, οποιασδήποτε θέσης που να θέτει υπό αμφισβήτηση το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, για αυτή την θέση των Εναγομένων 2, 3 και 4, πρέπει να αναφερθούν τα εξής. Επίδικο ζήτημα στην υπόθεση αυτή, στην περίπτωση όπου ήθελε υποτεθεί ότι δικογραφικά υπήρξε σχετική αμφισβήτησης, ήταν κατά πόσο, κατά τον τερματισμό, ο εν λόγω λογαριασμός της Εναγομένης 1 είχε το ισχυριζόμενο από την Ενάγουσα χρεωστικό υπόλοιπο (βλ. Γεώργιος Γρηγορίου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
(2010)1 Α.Α.Δ. 846). Ο ΜΕ1, με την μαρτυρία του, είχε θέσει το αναγκαίο υπόβαθρο ώστε, κατά την δίκη, αντίγραφο της καταστάσεως λογαριασμού να κατατίθετο, όπως και κατατέθηκε (ως Τεκμήριο 22) στο Δικαστήριο ως μέρος της μαρτυρίας του και για την αλήθεια του περιεχομένου του, ως το αντίγραφο καταχωρίσεων από τα βιβλία της Ενάγουσας τράπεζας σχετικά με το δάνειο που είχε δώσει στην Εναγομένη 1 και την κίνηση αυτού. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι, κατά τον χρόνο που γίνονταν οι σχετικές καταχωρήσεις από την Ενάγουσα στο μηχανογραφημένο της σύστημα στην κατάσταση λογαριασμού της Εναγομένης 1, αυτό αποτελούσε ένα από τα βιβλία της Ενάγουσας τράπεζας και ότι, οι καταχωρήσεις της σε αυτό, γίνονταν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. Επιβεβαιώνοντας σε σχέση με το Τεκμήριο 22, ότι, είχε ελέγξει το περιεχόμενο του και οι καταχωρήσεις του συμφωνούσαν πλήρως με τις καταχωρήσεις στο εν λόγω μηχανογραφημένο σύστημα της Ενάγουσας, δηλαδή, με τις αρχικές καταχωρήσεις. Οι ισχυρισμοί αυτοί του ΜΕ1, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Εναγομένων 2, 3 και 4, αφής στιγμής ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τους εν λόγω ισχυρισμούς του. Αντεξεταζόμενος μάλιστα, σε ότι αφορά το ζήτημα της ετοιμασίας του αντιγράφου της καταστάσεως λογαριασμού, Τεκμήριο 22, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι, αυτό αφορά την περίοδο από 29/06/2009 που αυτός ανοίχτηκε, μέχρι κα την 20/10/2016 που είναι και η ημερομηνία της τελευταίας καταχώρισης σε αυτόν και η ημερομηνία ετοιμασίας του. Διευκρινίζοντας, ότι, έκτοτε, δηλαδή, από την 20/10/2016 μέχρι και την δίκη, δεν υπήρξε καμία μεταβολή σε αυτόν ένεκα οποιασδήποτε καταχωρήσεως και ότι το χρεωστικό του υπόλοιπο εξακολουθούσε να ήταν το ίδιο. Στον ΜΕ1, εκτός του ότι αυτός δεν αντεξετάστηκε περαιτέρω σε ότι αφορούσε τις εν λόγω θέσεις του για τα γεγονότα, δεν υποβλήθηκε οποιασδήποτε άλλης ειδική θέσης των Εναγομένων 2, 3 και 4 που να αφορούσε την «εγκυρότητα» ή «ορθότητα» του, παρά μόνο του είχε υποβληθεί ότι όφειλε να είχε παρουσιάσει κατάσταση λογαριασμού «με ημερομηνία μέχρι και την ημέρα της δίκης». Η προαναφερόμενη μαρτυρία του ΜΕ1 σε ότι αφορούσε το Τεκμήριο 22 και το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, κατ' εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, συνιστούσε εκ πρώτης όψεως απόδειξη των ισχυρισμών της Ενάγουσας, την οποία οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 όφειλαν να αντικρούσουν (στην περίπτωση όπου ήθελε υποτεθεί ότι η δικογραφία τους επέτρεπε την επιδίωξη αυτή) και απέτυχαν (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ. κ. α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ. α. ν Εθνικής Τράπεζας Της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ., ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση Αρ. 1/2010, 08/07/2014, Εθνική Τράπεζα Της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, 17/10/2014 και Φρουταρία Το Πανέρι Λτδ. κ. α. ν Hellenic Bank Public Company Ltd ECLI:CY:AD:2017:A432, Πολιτική Έφεση Αρ. 426/2011, 29/11/2017). Παράνομος τερματισμός
- Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, προβάλλουν ότι δεν υπήρξε ποτέ νόμιμος τερματισμός της σύμβασης δανείου στην οποία προσήλθαν Ενάγουσα και Εναγομένη 1 από πλευράς Ενάγουσας. Δεν έλαβαν, ισχυρίζονται, τις επιστολές που η Ενάγουσα επικαλείται προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγομένης 1 κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
- Και αυτός ο ισχυρισμός των Εναγομένων 2, 3 και 4 δεν αποτελεί δικογραφημένη τους θέση. Ως εκ τούτης της διαπίστωσης και μόνον, η προαναφερόμενη θέση της Ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, δεν αντίκρουσαν τον ισχυρισμό της παραγράφου 19 της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, με τον οποίο η Ενάγουσα προέβαλλε την θέση ότι με την επιστολή της προς τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 ημερομηνίας 20/02/2012, Τεκμήριο 18, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου κατέστη οφειλόμενο και απαιτείτο. Ως εκ τούτου, αυτός εκλαμβάνεται από το Δικαστήριο ότι είναι παραδεκτός από πλευράς τους. Ειδικότερα, αν ληφθεί υπόψη ότι, αυτό υποδηλώνει και η παράγραφος 26 της έκθεσης υπεράσπισης των Εναγομένων 2, 3 και 4, με την οποία αντικρίστηκαν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας της προαναφερόμενης παραγράφου 19 της έκθεσης απαίτησης της. Με την εν λόγω παράγραφο, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, δεν αρνούνταν το γεγονός του τερματισμού της συμφωνίας δανείου και την απαίτηση της Ενάγουσας εξόφλησης του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του, ή ότι έλαβαν γνώση αυτού του γεγονότος. Από αυτήν προκύπτει ότι, αποδέχονταν την πραγματικότητα του γεγονότος αυτού και ότι προέβαλλαν κάποιους ισχυρισμούς που αφορούσαν, στο γιατί η συμφωνία της Εναγομένης 1 με την Ενάγουσα δεν λειτουργούσε κανονικά με αποτέλεσμα τον τερματισμό από πλευράς της Ενάγουσας. Για την σημασία της δικογραφίας, έχω κάνει ήδη εκτενή αναφορά και δεν θα επαναληφθώ. Κατ' αναλογία, ισχύουν τα ίδια και εδώ. Ειδικά για το υπό συζήτηση θέμα, βλ. και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ. α. ν Εθνικής Τράπεζας Της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ., ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση Αρ. 1/2010, 08/07/
- Σε κάθε όμως περίπτωση, μαρτυρία για το ζήτημα αυτό εδόθη κατά την δίκη από τους ΜΕ1, ΜΕ4 και ΜΕ
- Ο ΜΕ1 μαρτύρησε ότι, στα πλαίσια της τακτικής παρακολούθησης του λογαριασμού της Εναγομένης 1 από την Ενάγουσα, εντοπίστηκε παράλειψης της Εναγομένης 1 να τηρήσει τους όρους της συμφωνίας του για αποπληρωμή του δανείου. Λόγω τούτου, ετοιμάστηκαν από την Ενάγουσα και εστάλησαν στους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, ξεχωριστά στην διεύθυνση του κάθε ενός, οι επιστολές προειδοποιήσεως ημερομηνίας 17/01/2012, Τεκμήριο 17 (Τεκμήρια 17.1 έως 17.4), αναφορικά με την καθυστέρηση καταβολής των δόσεων και της απαίτησης της Ενάγουσας απάλειψης της γιατί διαφορετικά θα απαιτείτο ολόκληρο το υπόλοιπο του δανείου. Αυτές, εστάλησαν στους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, με συνηθισμένο ταχυδρομείο και παρελήφθησαν από τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, αφής στιγμής δεν επεστράφησαν στην Ενάγουσα. Λόγω της μη συμμόρφωσης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, με την προειδοποίηση της Ενάγουσας, ετοιμάστηκε από την Ενάγουσα και εστάλη στους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, η επιστολή ημερομηνίας 20/02/2012, Τεκμήριο 18 (Τεκμήρια
- 1 έως 18.4) με την οποία τερματίστηκε το δάνειο και η λειτουργία του σχετικού με αυτόν λογαριασμού της Εναγομένης 1 και απαιτήθηκε η εξόφλησης του χρεωστικού του υπολοίπου. Και σε αυτή την περίπτωση εστάλησαν ξεχωριστές επιστολές σε κάθε ένα από τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 με συνηθισμένο ταχυδρομείο οι οποίες παρελήφθησαν από τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, αφής στιγμής αυτές δεν επεστράφησαν στην Ενάγουσα. Σε ότι αφορά τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του, ο ΜΕ1 δεν αντεξετάστηκε ουσιαστικά από πλευράς Εναγομένων 2, 3 και
- Σε αυτά, πρόσθεσε με την μαρτυρία του ο ΜΕ4, ο οποίος ήταν το πρόσωπο στου οποίου την αρμοδιότητα ήταν η ετοιμασία και αποστολή προς τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 των προαναφερόμενων επιστολών προειδοποιήσεως και τερματισμού, Τεκμήρια 17 και 18 αντίστοιχα. Είναι δε, ως υποστήριξε ο ΜΕ4, το πρόσωπο που τις υπογράφει για την Ενάγουσα. Ο ΜΕ4, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, αναφέρθηκε στην γενική πρακτική της Ενάγουσας, την οποία είχε ακολουθήσει και στην περίπτωση αυτή, για να επιβεβαιώσει την ετοιμασία, έλεγχο και ταχυδρόμηση τους και ότι αυτές, σύμφωνα με έλεγχο του στο αρχείο της Ενάγουσας για αυτή την υπόθεση, δεν επεστράφησαν, αλλά παρελήφθησαν από τους Εναγομένους 1, 2, 3 και
- Ο ΜΕ4 αντεξετάστηκε από πλευράς των Εναγομένων 2, 3 και 4 σε ότι αφορούσε τους εν λόγω ισχυρισμούς του. Διευκρίνισε ότι, οι επιστολές προειδοποιήσεως, Τεκμήριο 17, εστάλησαν στους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 με συστημένο ταχυδρομείο («registered post») και ότι, οι επιστολές τερματισμού, Τεκμήριο 18, εστάλησαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο. Στον ΜΕ4 υποβλήθηκε από πλευράς Εναγομένων 2, 3 και 4, ότι ουδέποτε παρέλαβαν τις εν λόγω επιστολές και ότι, η διεύθυνση που αναγράφεται για την Εναγομένη 1 στα Τεκμήρια 17 και 18 δεν είναι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της. Η διεύθυνση του εγγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 1, υποβλήθηκε στον ΜΕ4, από πλευράς Εναγομένων 2, 3 και 4, είναι αυτή που καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού της Εναγομένης 1, Τεκμήριο
- Ο ΜΕ5, αναφέρθηκε επίσης για το ζήτημα των προαναφερόμενων επιστολών Τεκμήρια 17 και
- Διευκρίνισε, σε ότι αφορά την διεύθυνση που οι επιστολές Τεκμήρια 17 και 18 απεστάλησαν, ότι είναι η διεύθυνσης που είχε δοθεί στην Ενάγουσα σε ότι αφορούσε τον κάθε ένα από τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, από τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, κατά την υποβολή του αιτήματος για δανειοδότηση της Εναγομένης
- Στην βάση αυτών των στοιχείων, ανέφερε, ετοιμάστηκαν η συμφωνία δανείου και εγγύησης και η τροποποιητική αυτής, Τεκμήρια 6 και 7.2 αντίστοιχα, στα οποία έγγραφα παρουσιάζεται η συγκεκριμένη διεύθυνση των Εναγομένων 1, 2, 3 και
- Που είναι, ως προκύπτει, η ίδια με αυτήν που καταγράφεται ως διεύθυνση αποστολής για τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 και στις επιστολές Τεκμήρια 17 και
- Οι διευθύνσεις αυτές, επεξήγησε ο ΜΕ5, εξασφαλίζονται από τους πελάτες της Ενάγουσας, για να λειτουργούν «ως η διεύθυνση επίδοσης ή ενημέρωσης των πελατών της για την αλληλογραφία τους». Ουδέποτε, σύμφωνα με το αρχείο της επιχείρησης της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 και ειδικότερα η Εναγομένη 1, δήλωσαν αλλαγή της εν λόγω διευθύνσεως τους. Υποστήριξε όμως, ότι, κατά παράκληση της Εναγομένης 1, για σκοπούς ταχύτερης ενημέρωσης της, αντίγραφα της καταστάσεως του λογαριασμού της, της αποστέλλονταν σε διαφορετική από την δηλωθείσα για σκοπούς επίδοσης ή ενημέρωσης, ως προαναφέρθηκε, διεύθυνση. Στον ΜΕ5 υπεβλήθη από πλευράς Εναγομένων 2, 3 και 4 ότι, οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 δεν παρέλαβαν ποτέ τις επιστολές, Τεκμήρια 17 και 18, ούτε και έλαβαν ποτέ γνώση του περιεχομένου τους. Θέσης των Εναγομένων 2, 3 και 4 είναι ότι υπήρξε αλλαγή της διεύθυνσης της Εναγομένης 1, που, όπως επιμαρτυρεί η διεύθυνση που καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 22 κοινοποιήθηκε στην Ενάγουσα, αλλά η Ενάγουσα, «αμελώς» απέστειλε τις εν λόγω επιστολές στην προηγούμενη της διεύθυνση. Ο Εναγόμενος 2, για το ζήτημα αυτό της διευθύνσεως της Εναγομένης 1, υποστήριξε ότι η διεύθυνση της Εναγομένης 1, που καταγράφεται στη σύμβαση δανείου Τεκμήριο 6, στην τροποποίηση της, Τεκμήριο 7.2 και στις επιστολές προειδοποιήσεως και τερματισμού, Τεκμήρια 17 και 18 αντίστοιχα, ήταν παλαιότερα η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης
- Την διεύθυνση αυτή, δεν την δήλωσε η Εναγομένη 1 στην Ενάγουσα, αλλά μόνη της η Ενάγουσα την εξασφάλισε από τον έφορο εταιρειών. Ο Εναγόμενος 2, κάποιες ημέρες μετά την υπογραφή της σύμβασης δανείου, είχε εντοπίσει το λάθος αναφορικά με την διεύθυνση της Εναγομένης 1 και είχε ενημερώσει για αυτό σχετικά την τραπεζικό της Εναγομένης
- Η σωστή διεύθυνση, για την οποία είχε ενημερωθεί και η τραπεζικός της Εναγομένης 1, είναι η διεύθυνση που καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού της Εναγομένης 1, Τεκμήριο
- Η θέσης αυτή του Εναγομένου 2 για τα γεγονότα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους εξής λόγους. Κατ' αρχήν, παρατηρώ, ότι, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, παρά την γενική αμφισβήτηση που προέβαλαν σε ότι αφορούσε το γεγονός της παραλαβής των επιστολών Τεκμήρια 17 και 18 προς τους ΜΕ4 και ΜΕ5, δεν είχαν, σε καμία περίπτωση, τοποθετηθεί κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της Ενάγουσας, ρητά για την θέση τους αυτή. Μη δίδοντας, ως εκ τούτου, την ευκαιρία στην Ενάγουσα αντιμετώπισης της ουσιαστικά. Ως εκ τούτου, η θέσης αυτή του Εναγομένου 2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016). Θέσης των Εναγομένων 2, 3 και 4 για τα γεγονότα, που δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή επειδή δεν είναι λογική. Κατ' αρχήν, η θέση αυτή, δεν επεξηγεί λογικά, πως η Ενάγουσα, που είχε από μόνη της εξασφαλίσει την διεύθυνση της Εναγομένης 1 από τον Έφορο Εταιρειών, χωρίς δηλαδή να είχε η Εναγομένη 1 ερωτηθεί σχετικά για να προβεί προς αυτήν σε σχετική δήλωση, είχε εξασφαλίσει τις προσωπικές διευθύνσεις των Εναγομένων 2 και 3, που είναι φυσικά πρόσωπα. Επίσης, ο Εναγόμενος 2, δεν είναι λογικό να υποστηρίζει ότι, κάποιες ημέρες μετά την υπογραφή της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 6, είχε ενημερώσει για το λανθασμένο της διεύθυνσης της Εναγομένης 1, την τραπεζικό της Εναγομένης 1 και αντιπρόσωπο της Ενάγουσας, αυτό να έγινε την 12/06/2009, αλλά την 02/02/2010 να υπέγραφε αποδοχή της πρότασης της Ενάγουσας, Τεκμήριο 7.1 για την τροποποίηση της, Τεκμήριο 7.2, σε αυτό να καταγράφεται και πάλι η ίδια, λανθασμένη κατά τον ίδιο διεύθυνση και να μην το επισημαίνει. Δεν μπορώ άλλωστε να βρω λογική εξήγηση, πως η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 1, να είχε τουλάχιστον μία δεκαετία προηγουμένως αλλάξει (όπως ανέφερε ο Εναγόμενος 2 μαρτυρώντας στο Δικαστήριο) και η έρευνα της Εναγομένης 1 στον έφορο εταιρειών, λίγο πριν την 12/06/2009 που υπογράφτηκε η συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 6, να κατεδείκνυε την λανθασμένη διεύθυνση της Εναγομένη 1 και όχι την ορθή. Το λογικό θα ήταν ότι θα έδειχνε την ορθή. Άλλωστε, αυτός ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2, καταρρέει ως ψευδής, εν όψει των στοιχείων που καταγράφει το αποτέλεσμα της έρευνας στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών από την Ενάγουσα, δια της Infocredit, Τεκμήριο 1, που καταδεικνύουν αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 1 την 15/11/
- Το έγγραφο αυτό, σημειώνεται, εισήχθη ως μαρτυρία κατά την δίκη από τον ΜΕ1, χωρίς ένσταση από πλευράς των Εναγομένων 2, 3 και 4, η πλευρά των οποίων δεν αμφισβήτησε επ' ουδενί το περιεχόμενο του. Παράλογο, σε κάθε περίπτωση, βρίσκω, η πλευρά των Εναγομένων 1, 2, 3, και 4, να αμφισβητεί, όχι μόνο την κανονικότητα του τερματισμού, αλλά και το γεγονός ότι αυτοί έλαβαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, γνώση των εν λόγω επιστολών προειδοποιήσεως και τερματισμού. Και αυτό, πολύ απλά, επειδή είναι ένα γεγονός ότι, οι εν λόγω επιστολές, είχαν αποσταλεί στους Εναγομένους 2 και 3, σε διαφορετική διεύθυνση. Πως τότε, αυτοί, υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν έλαβαν γνώση για τις εν λόγω επιστολές; Σημειώνεται εδώ, ότι, ως είναι παραδεκτό από αμφότερους τους διαδίκους, ο Εναγόμενος 2, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν διοικητικός σύμβουλος, τόσο της Εναγομένης 1, όσο και της Εναγομένης 4 και σύζυγος της Εναγομένης
- Η δε ορθότητα της διεύθυνσης που καταγράφουν τα Τεκμήρια 17 και 18 σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 2 (ή και για τους υπόλοιπους Εναγομένους 3 και 4), δεν φαίνεται να έχει αμφισβητηθεί κατά την δίκη. Βλ. τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ergatides G. & P. Co. Ltd. κ. α. v Hellenic Bank Public Company Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A220, Πολιτική Έφεση Αρ. 20/2011, 14/06/2017 και Χρήστος Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ.
- Όπως προαναφέρθηκε, η σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 6, είναι παραδεκτή από αμφότερους τους διαδίκους. Δυνάμει του όρου 10 της σύμβασης δανείου: «Οποιαδήποτε ειδοποίηση βάσει της παρούσας συμφωνίας μπορεί να δοθεί στον πελάτη γραπτώς με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή με το χέρι στην διεύθυνση που δηλώνεται στην παρούσα συμφωνία ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση ήθελε δώσει ο πελάτης προς την τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση.». Έπεται συνεπώς, ότι, η Ενάγουσα, είχε το δικαίωμα να αποστείλει τις προαναφερόμενες επιστολές προειδοποιήσεως και τερματισμού, Τεκμήρια 17 και 18 αντίστοιχα, με συνηθισμένο ταχυδρομείο, στις διευθύνσεις που τις είχαν δηλωθεί από κάθε ένα από τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 και περιλήφθησαν στην σύμβαση δανείου και εγγύησης. Αφής στιγμής αυτές δεν της επιστράφηκαν, ενεργοποιείται το τεκμήριο της ορθής παραλαβής από τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, στους οποίους απευθύνονταν. Για το ζήτημα αυτό, βλ. Αντώνης Κόμπου ν Εθνικής Τράπεζας Της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ., ECLI:CY:AD:2016:D225, Πολιτική Έφεση Αρ. 173/2011, 27/04/2016, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ. κ. α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Χρήστος Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059, Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ. α. ν Εθνικής Τράπεζας Της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ., ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση Αρ. 1/2010, 08/07/2014, M.I.T. Global Data Solutions Ltd κ. α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ., ECLI:CY:AD:2015:A815, Πολιτική Έφεση Αρ. 21/2011, 04/12/2015, Ergatides G. & P. Co. Ltd. κ. α. v Hellenic Bank Public Company Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A220, Πολιτική Έφεση Αρ. 20/2011, 14/06/2017 και Ελευθερία Χατζηγιάννη ν Υπουργείου Εργασίας & Κοιν. Ασφαλίσεων, ECLI:CY:AD:2015:D644, Υπόθεση Αρ. 914/2014, 30/09/2015. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, η απαίτηση της Ενάγουσας αυτής της Αγωγής, αφορά χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμό δανείου και όχι τρεχούμενου λογαριασμού, οπότε, η ίδια η καταχώριση αυτής της Αγωγή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επενεργεί ως τερματισμός της σύμβασης δανείου και κανονική απαίτηση εξόφλησης του οφειλόμενου υπολοίπου (Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 2029). Ακυρότητα των συμβάσεων
- Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, υποστηρίζουν ότι, οι συμβάσεις στις οποίες προσήρθαν με την Ενάγουσα, εγγυήσεως των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 βάσει της συμβάσεως δανείου στην οποία προσήρθε με την Ενάγουσα, ήταν «μη δεσμευτικές και συνεπώς άκυρες». Συσχετίζοντας αυτή τους την θέση, όπως τουλάχιστον μπορεί να γίνει αντιληπτό από την τοποθέτηση του συνηγόρου των Εναγομένων 2, 3 και 4, με το κατά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 γεγονός, ότι, «εν σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν προς την Εναγομένη 1 από την Ενάγουσα, αυτή είχε εκ των προτέρων λάβει εξασφαλίσεις άλλης μορφής, οι οποίες κάλυπταν τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1.».
- Ένας χρηματοδότης, που λαμβάνει εξασφάλιση για μία πίστωση που δίδει, ενδιαφέρεται να διασφαλίσει ότι, εάν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη του, είναι ανεπαρκή για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του συνόλου των πιστωτών του, αυτός θα είναι τουλάχιστον σε θέση να προσμένει ότι από την εξασφάλιση του θα εξοφληθεί πλήρως ή έστω, μερικώς. Συνεπώς, μία εξασφάλισης, αποσκοπεί στο να μειώσει τον πιστωτικό κίνδυνο (ένα ή περισσότερους κινδύνους που σχετίζονται με μία χρηματοπιστωτική συναλλαγή) και στην λήψη προτεραιότητας έναντι άλλων πιστωτών στην περίπτωση όπου ο οφειλέτης πτωχεύσει ή εκκαθαριστεί, εκεί και όπου κάτι τέτοιο επιτρέπεται και επιβάλλεται νομικά από το είδος της εξασφάλισης. Και αυτό, στην βάση της γενικής αρχής που ορίζει ότι, ένας εξασφαλισμένος πιστωτής, λαμβάνει προτεραιότητα έναντι ενός άλλου ανεξασφάλιστου πιστωτή. Μία δευτερεύουσα, αλλά σημαντική παράμετρος, είναι αυτή που αφορά στο ότι, μία εξασφάλισης, παρέχει στον πιστωτή, κάποιου βαθμού επιρροή ή και έλεγχο επί γεγονότων και εξελίξεων που επηρεάζουν την δυνατότητα του να ανακτήσει την χρηματοδότηση που παρείχε. Όπως είναι, για παράδειγμα, το δικαίωμα πιστωτή, κατόχου ως εξασφάλιση, ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί ολόκληρης της περιουσίας ενός νομικού προσώπου, να διορίσει διοικητικό διαχειριστή, εξουσιοδοτημένο να αναλάβει την διαχείριση του στην θέση του διοικητικού του συμβουλίου, για συνέχιση των επιχειρήσεων του ή την πώληση των περιουσιακών του στοιχείων, προς εξόφληση της πίστωσης, ακόμη και στην περίπτωση που τεθεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης (αναλόγως πάντοτε περιστάσεων). Δίδεται, συνεπώς, με αυτό τον τρόπο στον πιστωτή, ως έχει προαναφερθεί, κάποιου βαθμού επιρροή και έλεγχος, σε περίπτωση εκκαθάρισης του οφειλέτη. Περαιτέρω, οι εξασφαλίσεις, σε ότι αφορά πρόσωπα που ασκούν τραπεζικές εργασίες, αποτελούν πλέον κριτήριο, βάσει Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξέτασης του κινδύνου που σχετίζεται με την κεφαλαιακή επάρκεια τους, που μπορεί να έχει σημαίνοντα ρόλο και στην ίδια την ικανότητα του πιστωτή να αντλήσει κεφάλαια. Από την άλλη, η ευχέρεια ενός δανειολήπτη να παράσχει εξασφαλίσεις, του δίδει την ευχέρεια να έχει πρόσβαση σε κεφάλαια που διαφορετικά δεν θα του γίνονταν διαθέσιμα από τον δανειστή, ή τα οποία θα μπορούσαν να του προσφέρονταν με μεγαλύτερο κόστος. Συνεπώς, το ζήτημα των εξασφαλίσεων ή η δόμησης των εξασφαλίσεων σε μία χρηματοπιστωτική συναλλαγή, είναι πολυδιάστατο. Ενώ, σε ότι αφορά ειδικότερα το μέγεθος των εξασφαλίσεων, σημειώνεται ότι, αυτό, εξαρτάται από το πώς ο πιστωτικός κίνδυνος εκτιμάται, αξιολογείται και επιχειρείται η διαχείρισης του στην συναλλαγή. Συνεπώς, η εκτίμησης του πιστωτικού κινδύνου, είναι στενά συνδεδεμένη με τη διαδικασία λήψης της εξασφάλισης, καθώς η μορφή και το μέγεθος της εξασφάλισης που απαιτείται, σχετίζεται, μεταξύ άλλων, με την αντίληψη που διαμορφώνεται του κινδύνου μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου δανειζόμενου. Βλ. στο σύγγραμμα Goode on Legal Problems of Credit and Security, 5η έκδοση, στις παραγράφους 01 και 02 και στο σύγγραμμα Hudson The Law of Finance, 2η έκδοση, στις παραγράφους 22-01 έως 22-
- Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, προέβαλαν την θέση, και μάλιστα σε σχέση με κάθε μία από τις εξασφαλίσεις που δικογραφεί η Ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης της, ότι, η Ενάγουσα, είχε και άλλες εξασφαλίσεις που αρκούσαν στην κάλυψη των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 κάτω από το δάνειο. Αυτό, υποστηρίζουν, συνιστά κατάχρηση και επιφέρει στις σχετικές συμβάσεις ακυρότητα. Αυτή, ήταν μία γενική τοποθέτησης, η οποία, στην απουσία μαρτυρίας που να την υποστηρίζει κατά τον οποιονδήποτε τρόπο, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση στην απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον τους. Όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, η Ενάγουσα, είχε, δια της διεύθυνσης πιστωτικού κινδύνου διοίκησης, εγκρίνει, στις 21/05/2009, την αίτηση της Εναγομένης 1 ημερομηνίας 06/05/2009, για να της παρασχεθεί δάνειο, θέτοντας προς την Εναγομένη 1 και τις εξασφαλίσεις που υπό τις περιστάσεις έκρινε απαραίτητες για την συναλλαγή τους. Η Εναγομένη 1, συμφώνησε με τις εισηγήσεις της Ενάγουσας, υπέγραψε το σχετικό έγγραφο δια του οποίου είχε ειδοποιηθεί για την απόφαση της Ενάγουσας, Τεκμήριο 5 και με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου εξουσιοδοτήθηκε ο Εναγόμενος 2 να προσέλθει για αυτήν στην σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 6, με την Ενάγουσα (βλ. Τεκμήριο 3). Η ίδια διαδικασία επαναλήφτηκε σε ότι αφορούσε την τροποποίηση της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 5, με την σύμβαση για την τροποποίηση της Τεκμήριο 7.
- Η Ενάγουσα, και πάλι δια της διεύθυνσης πιστωτικού κινδύνου διοίκησης, εγκρίνει στις 15/12/2009, την αίτηση της Εναγομένης 1 ημερομηνίας 02/12/2009, μεταξύ άλλων, για τροποποίηση των όρων που αφορούσαν την χρέωση του δανείου, θέτοντας προς την Εναγομένη 1 και τις εξασφαλίσεις που υπό τις περιστάσεις έκρινε απαραίτητες για την συναλλαγή τους (βλ. Τεκμήριο 7.1). Η Εναγομένη 1, συμφώνησε με τις εισηγήσεις της Ενάγουσας, υπέγραψε το σχετικό έγγραφο δια του οποίου είχε ειδοποιηθεί για την απόφαση της Ενάγουσας, Τεκμήριο 5 και προσήλθε στην σύμβαση τροποποίησης της σύμβασης δανείου την 02/02/2010, Τεκμήριο 7.
- Οι δε Εναγόμενοι 2, 3 και 4, προσήλθαν στις συμβάσεις ή εκτέλεσαν έγγραφα, αντικείμενο της παρούσας Αγωγής, για την εξασφάλιση της Ενάγουσας.
- Έχοντας υπόψη μου τον σκοπό των εξασφαλίσεων, ως αυτός έχει προαναφερθεί, δεν βλέπω πως, στις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, θα δικαιολογείτο να μην αποδεχθώ την απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4, στην βάση των εξασφαλίσεων, την εφαρμογή των οποίων η Ενάγουσα επιδίωξε μέχρι τέλους με αυτή της την Αγωγή, η παροχή των οποίων προκύπτει ότι ήταν με την συναίνεση τους. Ως προς τούτο, μνεία γίνεται στην σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 6, στην οποία οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 προσήλθαν με την Ενάγουσα, με την οποία ρητά συμφώνησαν ότι: «Η παρούσα εγγύηση είναι επιπρόσθετη εξασφάλιση προς οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση ή εγγύηση την οποία η Τράπεζα έχει ή δυνατόν να έχει στο μέλλον από τον Πρωτοφειλέτη ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. .». Ενώ, σε ότι αφορά την εξασφάλιση του δανείου της Εναγομένης 1 με υποθήκη επί ακινήτου της Εναγομένης 4, στο έγγραφο της υποθήκης στο οποίο η Ενάγουσα προσήρθε με την Εναγομένη 1, με τον όρο 3 αυτής, ορίζεται ότι: «Η παρούσα υποθήκη είναι επιπρόσθετη εξασφάλιση από οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις τις οποίες η Τράπεζα έχει σήμερα ή δυνατό να έχει μελλοντικά από εμένα ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή άλλα πρόσωπα σχετικά με τις υποχρεώσεις τις οποίες αυτή εξασφαλίζει. Η Τράπεζα μπορεί να συναλλάσσεται, ανταλλάσσει, ακυρώνει, τροποποιεί ή να απέχει από του να τελειοποιεί ή να θέτει σε εφαρμογή οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις χωρίς να επηρεάζεται οποιοδήποτε δικαίωμα της βάσει αυτής της συμφωνίας.». Άλλα ζητήματα
- Τα προαναφερόμενα ζητήματα, ήταν αυτά που τελικά προωθήθηκαν από τον συνήγορο των Εναγομένων 2, 3 και 4, δια της γραπτής του αγόρευσης. Ως εκ τούτου, άλλα ζητήματα τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης από τους Εναγομένους 2, 3 και 4 κατά την εξέλιξη της δίκης (λαμβάνοντας κάποιος υπόψη τις υποβολές που έγιναν από πλευράς των Εναγομένων 2, 3 και 4 για τα γεγονότα, που και αυτές παρατηρώ ότι δεν ήταν σταθερές), θεωρώ ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Θα τα σχολιάσω μόνο πολύ σύντομα.
- Σε ότι αφορά το ζήτημα της ενεχυρίασης των μετοχών ιδιοκτησίας των Εναγομένων 2, 3 και 4 προς εξασφάλιση του δανείου της Ενάγουσας και κατά πόσο η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να πωλήσει αυτές σε κατάλληλο χρόνο ώστε να καθίστατο εφικτή η εξόφλησης του δανείου ή η κατά το μέγιστο εξόφλησης του, σημειώνω τα εξής.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 134 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «134.-
(1)Αν ο ενεχυριαστής καταστεί υπερήμερος για την κατοβολή του χρέους ή την εκπλήρωση της υπόσχεσης, για την οποία έγινε το ενέχυρο, ο ενεχυροδανειστής δύναται να λάβει δικαστικά μέτρα κατά του ενεχυριαστή βάσει του χρέους ή της υπόσχεσης, και να κατακρατήσει τα αγαθά που έχουν ενεχυριαστεί ως παράλληλη ασφάλεια, ή να πωλήσει αυτά αφού δώσει προηγουμένως στον ενεχυριαστή εύλογη ειδοποίηση για την πώληση.
(2)Αν το προϊόν της πώλησης είναι κατώτερο από το οφειλόμενο δυνάμει του χρέους ή της υπόσχεσης, ο ενεχυριαστής εξακολουθεί να ευθύνεται για το υπόλοιπο. Αν το προϊόν της πώλησης υπερβαίνει το εν λόγω οφειλόμενο ο ενεχυροδανειστής οφείλει να καταβάλει στον ενεχυριαστή το πλεόνασμα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 34. Όπως καθίσταται σαφές από το λεκτικό του προαναφερόμενου Άρθρου 134 του Κεφ. 149 και έχει αποφασιστεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο, ένας ενεχυροδανειστής, έχει δικαίωμα να πωλήσει την περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο του ενεχύρου, και όχι υποχρέωση. Η μοναδική του υποχρέωση είναι, σε περίπτωση που αποφασίσει να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης της ενεχυριασμένης περιουσίας, να το πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή της αγοράς, τη δεδομένη στιγμή. (βλ. Νίκος Ανδρέου ν Τραπέζης Κύπρου Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ. 740, Μαρία Συρίμη ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1131, Γιαννάκης Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238, Μαρία Νικολάου ν Ellinas Finance Ltd κ. α.
(2013)1 Α.Α.Δ. 2392, Γιώργος Κουλλαπής ν Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A751, Πολιτική Έφεση Αρ. 141/2010, 13/11/2015, Αντώνης Γεωργίου ν Ellinas Finance Ltd κ. α., ECLI:CY:AD:2015:A764, Πολιτική Έφεση Αρ. 351/2010, 19/11/2015, Παναγιώτης Ιωάννου ν Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ. α., ECLI:CY:AD:2018:A151, Πολιτική Έφεση Αρ. 181/2010, 03/04/2018, China & South Sea Bank Ltd v Tan Soon Gin [1989] 3 All E.R. 839, P.C.). Στην προκείμενη περίπτωση, στα σχετικά έγγραφα ενεχυρίασης κινητών αξιών, Τεκμήρια 12, 13, 14 και 15, δια του όρου 8 (ίδιος σε κάθε έγγραφο), οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, αποδέχθηκαν ότι: «Σε περίπτωση μη πληρωμής από τον Πρωτοφειλέτη των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται με την ενεχυρίαση αυτή κατόπιν αξίωσης της Τράπεζας προς τον σκοπό αυτό, συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει το απόλυτο δικαίωμα και εξουσιοδότηση (όχι όμως την υποχρέωση) να πωλεί αμέσως είτε με πλειστηριασμό είτε με απευθείας συμφωνία με πιθανούς αγοραστές τις ενεχυριασμένες κινητές αξίες και/ή μέρος αυτών .». Ως εκ των προαναφερομένων, η προαναφερόμενη θέσης, η οποία σε κάθε περίπτωση, ήταν και εκτός των δικογραφημένων θέσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4, θα απορριπτόταν. 35. Σε ότι αφορά το ζήτημα της εξασφάλισης του δανείου της Εναγομένης 1 με υποθήκη σε ακίνητο της Εναγομένης 4, Τεκμήριο 11, που συστάθηκε ενωρίτερα του δανείου, που θίχτηκε σε κάποιο στάδιο της ακρόασης από τους Εναγομένους 2, 3 και 4. Κατ' αρχήν, σε ότι αφορά το εν λόγω ζήτημα, σημειώνεται και πάλι ότι, αυτό, είναι ένα ζήτημα που δεν είχαν δικογραφήσει οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ως υπεράσπιση τους [της Εναγομένης 4]. Εν πάση περιπτώσει, πολύ σύντομα, αναφέρω τα εξής. Σύμφωνα με την νομολογία, μία σύμβαση υποθήκης, δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια (βλ. Άγγελος Αγγελίδης ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1771). Βάσει των όρων της υπό εξέταση υποθήκης και των διατάξεων του Άρθρου 22 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965, κρίνω την απαίτηση της Ενάγουσας για εκποίηση της υπό αναφορά υποθήκης, Τεκμήριο 11, δικαιολογημένη. Η μαρτυρία που η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο δια της κτηματολογικής λειτουργού, ΜΕ2, σε ότι αφορά το ότι η επίδικη υποθήκη επί του ακινήτου της Εναγομένης 4, ακόμη διαρκεί, δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς των Εναγομένων 2, 3 και 4. Περαιτέρω, στο έγγραφο της υποθήκης (μέρος του Τεκμηρίου 11) δια του όρου 2, συμφωνήθηκε το εξής: «Η παρούσα υποθήκη αποτελεί πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση για κάθε υποχρέωση του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα, άμεση ή έμμεση, είτε αυτή έγινε ή πιθανό να γίνει απαιτητή και είτε είναι προσωπική ή κοινή ή αλληλέγγυα με άλλο ή άλλα πρόσωπα και/ή μαζί μου.» (η υπογράμμισης είναι δική μου). Συνεπώς, βάσει των όρων της, η υποθήκη, δεν τελούσε υπό την αίρεση επέλευσης οποιουδήποτε γεγονότος ή τελούσε υπό οποιαδήποτε άλλη αίρεση που θα δικαιολογούσε υπό τις περιστάσεις να μην διαταχθεί η εκποίησης της. Το μέγιστο της δυνατής υποχρέωσης, καθορίζεται στην σύμβαση υποθήκης και αυτό είναι που έχει σημασία. (βλ. Όλγα Πολυκάρπου Ιωάννου κ. α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ κ. α.
(2002)1 ΑΑΔ 1688 και Χ"Οικονόμου v Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949). 36. Και τέλος, σε ότι αφορά το κατά πόσο η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να συνενώσει λογαριασμούς της Εναγομένης 1 και να συμψηφίσει άλλο πιστωτικό λογαριασμό της Εναγομένης 1 έναντι του επίδικου χρεωστικού λογαριασμού δανείου της Εναγομένης 1 προς μερική εξόφληση του, -αν και, πάλι, αυτό ήταν ένα ζήτημα που δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ζήτημα προς επίλυση σε αυτή την Αγωγή από το Δικαστήριο λόγω μη δικογράφισης του από πλευράς Εναγμένων 2, 3 και 4-, βρίσκω ότι, δια των όρων 6 και 7 της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 6, η Ενάγουσα είχε αυτό το δικαίωμα και ως εκ τούτου, θα απέρριπτα αυτή τη θέση σε κάθε περίπτωση (βλ. Νικόλαος Αντωνίου ν The Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 720): «
- Νοείται ότι καθ' όλη τη διάρκεια των δοσοληψιών του Πελάτη µε την Τράπεζα και μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης όλων των ποσών που οφείλονται στην Τράπεζα, η Τράπεζα θα έχει κατά προτεραιότητα οποιουδήποτε άλλου, Γενικό Δικαίωμα Επισχέσεως (General Preferential Lien) πάνω σε όλα και οποιαδήποτε ποσά χρημάτων, διαπραγματεύσιμων εγγράφων καθώς και πάνω σε ενεργητικό κάθε φύσης, που ανήκουν στον Πελάτη, τα οποία σε οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να περιέλθουν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της Τράπεζας ή οποιουδήποτε από τα καταστήματα της, στη χώρα αυτή ή στο εξωτερικό, προς εξασφάλιση ή εγγύηση οποιωνδήποτε χρημάτων και υποχρεώσεων που οφείλονται σήμερα ή δυνατό να οφείλονται στο μέλλον από τον Πελάτη προς την Τράπεζα ή οποιοδήποτε κατάστημα της Τράπεζας ή για τα οποία ο Πελάτης δυνατό να είναι ή να καταστεί υπόχρεος στην Τράπεζα, υπό οποιαδήποτε μορφή (είτε προσωπικά είτε από κοινού µε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και µε οποιαδήποτε ονομασία ή επωνυμία).
- Η Τράπεζα δικαιούται οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς προειδοποίηση προς τον Πελάτη να ενώνει ή συνενώνει όλους ή οποιουσδήποτε λογαριασμούς του Πελάτη µε τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζαν και να συµψηφίζει ή µεταφέρει οποιοδήποτε ποσό ή ποσά τα οποία θα βρεθούν σε πίστη του σε οποιοδήποτε λογαριασµό ή λογαριασµούς προς εξόφληση µέρους ή όλων των υποχρεώσεων του Πελάτη προς την Τράπεζα οποιασδήποτε φύσης δυνάµει οποιουδήποτε άλλου λογαριασµού ή από οποιοδήποτε άλλο λόγο είτε οι υποχρεώσεις αυτές κατέστησαν ή δυνατό να καταστούν απαιτητές, είτε είναι άµεσες ή έµµεσες είτε είναι προσωπικές ή κοινές. Ο Πελάτης εξουσιοδοτεί ανέκκλητα την Τράπεζα όπως σε οποιαδήποτε στιγµή και χωρίς προειδοποίηση µεταφέρει και καταθέτει έναντι ή προς εξόφληση του προαναφερόµενου δανείου οποιοδήποτε ποσό βρεθεί σε πίστη του σε οποιοδήποτε λογαριασµό ή λογαριασµούς µε αυτή, εξουσιοδοτεί δε ανέκκλητα την Τράπεζα όπως προβαίνει σε οποιαδήποτε τέτοια µεταφορά.». Κατάληξης
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, βρίσκω ότι η Ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 στον απαιτούμενο βαθμό. Εκδίδω, ως εκ τούτου, απόφαση: Α. υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €46.338,13, πλέον τόκο επί του ποσού των €44.971,80 από 02/11/2015 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Β. υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 4, ως η παράγραφος Β του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης.
- Τηρουμένων προηγούμενων, ενδιάμεσων διαταγών του Δικαστηρίου σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Στην υπόθεση M. A. Goodvalue Suppliers Ltd κ. α. ν Barclays Bank Plc
(2001)1 Α.Α.Δ. 1038 το Ανώτατο Δικαστήριο, σε ότι αφορούσε πανομοιότυπο πραγματικά ζήτημα και ισχυρισμό εναγομένου χρεώστη, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. ως (ήταν τότε) Φ. Νικολαϊδη, ανέφερε τα εξής: «O εφεσείων 3 Μιχαλάκης Αλωνεύτης, διευθυντής των εφεσειόντων 1 και 4, συμφωνούσε ότι ελήφθη το ποσό των £250.000 ως δάνειο και ότι έναντι καταβλήθηκε, σε διάφορες ημερομηνίες, £115.328, αρνείτο όμως ότι οφειλόταν οποιοδήποτε ποσό, ισχυριζόμενος ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν παράνομος, μια και η συμφωνηθείσα δόση με το σχετικό τόκο είχε καταβληθεί κανονικά. Ο ισχυρισμός αυτός μας φέρνει και στον επόμενο λόγο έφεσης σύμφωνα με τον οποίο το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι οι εφεσίβλητοι νόμιμα τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου και νόμιμα αξίωσαν την αποπληρωμή ολόκληρου του ποσού. Οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η συμφωνία δανείου (τεκμήριο 1) προνοούσε ως χρόνο αποπληρωμής του δανείου περίοδο πέντε ετών, με καταβολή δέκα ίσων εξαμηνιαίων δόσεων, υποχρέωση που οι εφεσείοντες τηρούσαν. Κάθε άλλη ερμηνεία των όρων της συμφωνίας, συνεχίζουν οι εφεσείοντες, θα απέληγε σε βάρος του αδύνατου μέρους, ήτοι των εφεσειόντων, θέση νομικά ανεπίτρεπτη. Ούτε η θέση αυτή ευσταθεί. Στο τεκμήριο 1 ρητά προνοείται ότι η παροχή της διευκόλυνσης των £250.000 υπόκειται σε αναθεώρηση καθ' οιονδήποτε χρόνο κατά την απόλυτη επιλογή των εφεσίβλητων. Το δάνειο κατά πάντα χρόνο ήταν αποπληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Οι εφεσίβλητοι για τους δικούς τους λόγους επέλεξαν να ενεργοποιήσουν την πρόνοια αυτή και να απαιτήσουν την αποπληρωμή των οφειλομένων, παρά το γεγονός ότι οι εφεσείοντες εκπλήρωναν μέχρι τότε τις υποχρεώσεις τους.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο