← Κύπρος

3FIFTY7 MERCHANDISE LTD ν. ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 2056/2011, 13/4/2018

3FIFTY7 MERCHANDISE LTD ν. ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 2056/2011, 13/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 2056/2011 Μεταξύ: 3FIFTY7 MERCHANDISE LTD Ενάγουσας - και - ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 13/04/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Γιώργος Φ. Πιττατζης Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κα Μαρία Χατζηκωνσταντη και κ. Μάριος Μαρκουλλής). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). Για τον Εναγόμενο: κ. Ανδρέας Μ. Κλεάνθους (Κατά την δίκη: κ. Ανδρέας Μ. Κλεάνθους). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της Ενάγουσας και η ανταπαίτησης του Εναγομένου

  1. Με αυτή της την Αγωγή, η Ενάγουσα, αξιώνει από τον Εναγόμενο €4.173,64, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού μέχρι εξόφλησης και έξοδα διαδικασίας.
  2. Ανταπαιτητικά, ο Εναγόμενος αξίωνε από την Ενάγουσα, συνολικά, €12.915,15, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού μέχρι εξόφλησης και έξοδα διαδικασίας. Εντούτοις, η απαίτησης του αυτή, αποσύρθηκε την 01/12/
  3. Δηλαδή, μετά την έναρξη της δίκης και αφού είχε ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα για την υπόθεση της Ενάγουσας, Ιωσήφ Πέτρου. Η υπόθεσης των διαδίκων
  4. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος, στη βάση συμφωνίας στην οποία είχαν προσέρθει αρχές του έτους 2010, ανέλαβε την πώληση διαφόρων αεριούχων κρασιών ή και άλλων ποτών της εμπορίας της Ενάγουσας, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος. Πιο συγκεκριμένα, είχε συμφωνηθεί όπως ο Εναγόμενος παραλάμβανε από την Αγία Νάπα, όπου είχε την έδρα της η Ενάγουσα, το προαναφερόμενο εμπόρευμα, για να το πωλήσει σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο στην Κύπρο επιθυμούσε την αγορά του και να εισπράξει το τίμημα αγοράς. Η Ενάγουσα, θα του «χρέωνε» τα εμπορεύματα βάσει των τιμών τους και ο Εναγόμενος από τις πωλήσεις τους θα είχε δικαίωμα, ως αντάλλαγμα της προαναφερόμενης υπηρεσίας του, στο 25% της τιμής έκαστου, το οποίο και θα κατακρατούσε. Σε περίπτωση που τα προϊόντα θα παρέμεναν απούλητα, ο Εναγόμενος «άμεσα» θα τα επέστρεφε στην Ενάγουσα. Περί τον μήνα Μάιο του έτους 2010, ο Εναγόμενος, στην βάση της προαναφερόμενης συμφωνίας του με την Ενάγουσα, παρέλαβε από αυτήν εμπόρευμα, μέρος του οποίου πούλησε σε τρίτα πρόσωπα, το δε απούλητο εμπόρευμα το επέστρεψε στην Ενάγουσα. Από το εμπόρευμα που πούλησε, ο Εναγόμενος εισέπραξε το ποσό των €6.049,58, συμπεριλαμβανομένου και του σχετικού Φ. Π. Α., από το οποίο είχε δικαίωμα να κρατήσει ως το συμφωνηθέν αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες του, το προαναφερόμενο ποσοστό επί των τιμών πώλησης των εμπορευμάτων, 25%, και να επιστρέψει στην Ενάγουσα το υπόλοιπο ποσό των €4.173,64, συμπεριλαμβανομένου και του σχετικού Φ. Π. Α. Παρά ταύτα και παρά τις σχετικές προς τούτο οχλήσεις της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος δεν της κατέβαλε το εν λόγω ποσό.
  5. Ο Εναγόμενος, δεν αποδέχεται την απαίτηση της Ενάγουσας. Μάλιστα, ως προαναφέρθηκε, ανταξίωνε από αυτήν, ποσό €9.155,15, ως η αξία 4 μηχανών που η Ενάγουσα παράνομα του κατακρατεί, πλέον €3.760, που αποτελεί την ζημιά του λόγω παράβασης από πλευράς Ενάγουσας, συμφωνίας στην οποία προσήλθαν για την χρήση των εν λόγω 4 μηχανών, για την καλοκαιρινή περίοδο των ετών 2010 και 2012, και/ή λόγω απώλειας της χρήσεως τους και/ή ως διαφεύγοντα κέρδη. Δηλαδή, συνολικό ποσό, €12.915,
  6. Προς υπεράσπιση του, δια του σχετικού δικογράφου του, κατ' αρχήν, ο Εναγόμενος ήγειρε, ως εκεί χαρακτηρίζεται, προδικαστική νομική ένσταση, ως προς το ότι, ο ίδιος ουδέποτε προσήρθε σε συμφωνία με την Ενάγουσα, ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται. Ο Εναγόμενος, ως αξιωματούχος και μέτοχος της «Αγαθάγγελος Μ.Κωνσταντίνου & Υιοί Λτδ» με έδρα την Λευκωσία, η οποία εμπορεύεται και με την επωνυμία «Angelos United Distributors», δεν μπορεί να ευθύνεται προσωπικά για τις οποιεσδήποτε εμπορικές συναλλαγές της εν λόγω εταιρείας με την Ενάγουσα. Η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη από πλευράς Ενάγουσας συμφωνία, έγινε με την εν λόγω εταιρεία και όχι με τον ίδιο προσωπικά. Εξ ου και το γεγονός ότι, κανένα σχετικό, με την ισχυριζόμενη υπόθεση της Ενάγουσας, έγγραφο, δεν εξεδόθη στο όνομα του ιδίου. Ο Εναγόμενος, ασκεί όλες του τις εμπορικές δραστηριότητες και/ή συναλλαγές, δια της εν λόγω εταιρείας. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας για την υπόθεση της, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται προς υπεράσπιση του, επιπρόσθετα, τα εξής. Κατά ή περί τα τέλη του μηνός Μαρτίου και/ή αρχές του μηνός Απριλίου του έτους 2010, λόγω της εμπειρίας, φήμης και πελατολογίου της Αγαθάγγελος Μ.Κωνσταντίνου & Υιοί Λτδ στην Κύπρο, στον τομέα του εμπορίου των οινοπνευματοδών ποτών, κατόπιν παράκλησης του Ιωσήφ Πέτρου για την Ενάγουσα, που ήθελε να αυξήσει τις πωλήσεις της στην Κύπρο του προϊόντος σαμπάνιας «Armand De Brignag» για να αποκτήσει την αντιπροσωπεία πωλήσεως και διανομής του στην Κύπρο, «συμφωνήθηκε με την Angelos United Distributors, η οποία ανήκει στην . Αγαθάγγελος Μ.Κωνσταντίνου & Υιοί Λτδ» και την Ενάγουσα, όπως αυτός «αγοράζει το προϊόν αυτό από την Ενάγουσα και το μεταπωλεί». Είχε συμφωνηθεί ότι, για τα εμπορεύματα που θα αγοράζονταν, θα εκδίδονταν τιμολόγια επί πιστώσει και ότι, σε περίπτωση που αυτά δεν πωλούνταν, θα επιστρέφονταν στην Ενάγουσα και η αξία αγοράς τους θα πιστωνόταν στον λογαριασμό του Εναγομένου. Μεταξύ των διαδίκων, για τα τρία διαφορετικά είδη σαμπάνιας Armand De Brignag: Blang De Blangs, Rose και Gold, συμφωνήθηκε και η τιμή αγοράς, από την οποία η Ενάγουσα είχε συμφωνηθεί ότι θα έκανε έκπτωση το 30%. Περαιτέρω, είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους και «ο τρόπος τοποθέτησης του προϊόντος», εξ ου και τους 5 πρώτους πελάτες στους οποίους αυτό πωλήθηκε, «ως εμφαίνεται και στο Way Bill 0004-0005-0006-0007-0008», η επίσκεψης του Εναγομένου έγινε με αντιπροσώπους της Ενάγουσας. Επί αυτής της συμφωνηθείσας βάσης, ο Εναγόμενος «αγόραζε» από την Ενάγουσα και παραλάμβανε το εν λόγω προϊόν και προς τούτο, η Ενάγουσα εξέδιδε στο όνομα της εμπορικής επωνυμίας Angelos United Distributors, φορτωτικές («way bills»), χωρίς όμως να εκδίδει, παρά την συμφωνία τους και τις κατ' επανάληψη σχετικές προς τούτο απαιτήσεις του Εναγομένου, τα ανάλογα τιμολόγια επί πιστώσει. Ο Εναγόμενος, στη βάση της προαναφερόμενης συμφωνίας τους, αγόρασε από την Ενάγουσα εμπόρευμα συνολικής αξίας €4.909,
  7. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων τους, υποστηρίζει περαιτέρω ο Εναγόμενος, η Ενάγουσα επενέβηκε στις πωλήσεις του [Εναγομένου] με τους πελάτες του, με αποτέλεσμα αυτός να απολέσει τις πωλήσεις του, η δε Ενάγουσα να έχει στο μεταξύ αποκτήσει, λόγω της προώθησης του εν λόγω προϊόντος στην κυπριακή αγορά από τον Εναγόμενο, την αντιπροσωπεία διανομής και πώλησης του στην Κύπρο. Ένεκα τούτου, υποστηρίζει ο Εναγόμενος, η Ενάγουσα συναλλασσόταν απευθείας με τους αγοραστές του προϊόντος, πρώην πελάτες του Εναγομένου, και «ανέλαβε» η ίδια την είσπραξη από αυτούς συνολικού ποσού €2.574, αξία εμπορεύματος της που τους είχε τοποθετήσει ο Εναγόμενος. Ο Εναγόμενος, αρνείται ότι οφείλει στην Ενάγουσα, από πωλήσεις εμπορευμάτων της στην βάση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, ποσό €4.173,64, ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Ως αυτός ισχυρίζεται, «το ποσό που πιθανόν να οφείλεται, δεν ξεπερνά το ποσό των €818,30». Κατά τον Εναγόμενο, αυτός πώλησε εμπόρευμα της Ενάγουσας συνολικής αξίας €1.169 και ως εκ τούτου, μετά από αφαίρεση του ποσοστού 30% συμφωνηθείσας έκπτωσης, οφείλει στην Ενάγουσα ποσό, ως προαναφέρθηκε, €818,
  8. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι επέστρεψε στην Ενάγουσα εμπόρευμα συνολικής αξίας €2.175 και ως εκ τούτου, μετά από αφαίρεση του ποσοστού 30% της συμφωνηθείσας έκπτωσης, η Ενάγουσα όφειλε να πιστώσει στον λογαριασμό του («έναντι των αγορών του») €1.522,
  9. Επιπρόσθετα, λόγω της προαναφερόμενης συμφωνίας τους, οι διάδικοι συμφώνησαν περαιτέρω ότι, ο Εναγόμενος θα προμήθευε στην Ενάγουσα για να τοποθετήσει στο Water Park Ayias Napas, 3 διπλές μηχανές παρασκευής γρανίτας και 1 μηχανής παρασκευής μαλακού παγωτού κατά την καλοκαιρινή περίοδο του έτους 2010, υπό τον όρο ότι τα υλικά για τις παρασκευές από τις εν λόγω μηχανές η Ενάγουσα θα τα προμηθευόταν αποκλειστικά από την συνεργάτη του Εναγομένου, A&N Petra Trading Ltd. Στο τέλος της προαναφερόμενης περιόδου, είχε συμφωνηθεί ότι οι εν λόγω μηχανές θα επιστρέφονταν στην εν λόγω συνεργάτη του Εναγομένου. Κατά παράβαση των εν λόγω συμφωνηθέντων τους, η Ενάγουσα κατακράτησε τις εν λόγω μηχανές, με συνακόλουθο της ενέργειας της αυτής, την πρόκληση ζημιάς στον Εναγόμενο από την απώλεια της αξίας και επικερδούς χρήσης των εν λόγω μηχανών. Ζημιά την οποία ο Εναγόμενος αποτιμά στις €12.915,15 και την αξίωνε από την Ενάγουσα δια ανταπαιτήσεως, ως έχει προαναφερθεί.
  10. Η Ενάγουσα, στους ισχυρισμούς του Εναγομένου, απαντητικά, δια του σχετικού δικογράφου της, ισχυρίστηκε ότι οι συναλλαγές της με τον Εναγόμενο ήταν προσωπικές και ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε της αποκάλυψε ότι ενεργούσε για λογαριασμό της Αγαθάγγελος Μ.Κωνσταντίνου & Υιοί Λτδ. Εξ ου και, κατ' αντίθεση των ισχυρισμών του Εναγομένου, σε σωρεία εγγράφων που αφορούν μεταξύ τους συναλλαγές, ισχυρίζεται η Ενάγουσα, παρουσιάζεται το όνομα του Εναγομένου. Σε όλα αυτά τα έγγραφα, ο Εναγόμενος υπέγραφε για τον εαυτό του και όχι για λογαριασμό κάποιου νομικού προσώπου. Σε ότι αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Εναγομένου, η Ενάγουσα τους απορρίπτει και ειδικά σε ότι αφορά την ανταπαίτηση του, υποστηρίζει ότι, με το Water Park Ayias Napas η ίδια δεν έχει καμία σχέση και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ευθύνεται για την όποια ενέργεια τρίτων σε ότι αφορά τις μηχανές του Εναγομένου, για τις οποίες η Ενάγουσα δεν προσήλθε σε καμία συμφωνία μαζί του. Η προσαχθείσα μαρτυρία
  11. Για την υπόθεση της Ενάγουσας, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν ως μάρτυρες κατά την δίκη: Ο Ιωσήφ Πέτρου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ1»), και Ο Μάριος Χαννή (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2»).
  12. Για την υπόθεση του Εναγομένου, ως μάρτυρας κατά την ακρόαση της υπόθεσης, κατέθεσε μόνον ο ίδιος. Η νομική πτυχή της υπόθεσης
  13. Σχετικές με τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και την απαίτηση της Ενάγουσας, είναι οι πρόνοιες του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994, Νόμος 10(I)/1994 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 10(I)/1994»). Σημειώνεται, συναφώς, ότι, ως είναι παραδεκτό από τους διαδίκους, αμφότεροι, σε ότι αφορά την επίδικη διαφορά, ενεργούσαν για λόγους που εμπίπτουν στην εμπορική ή/και επιχειρηματική τους δραστηριότητα, ώστε να μην εγείρονται στην υπόθεση αυτή ζητήματα σχετιζόμενα με δικαιώματα καταναλωτή.
  14. Σύμφωνα με το Άρθρο 4 του Νόμου 10(I)/1994: «4.-

(1)Σύμβαση πώλησης αγαθών είναι η σύμβαση με την οποία ο πωλητής μεταβιβάζει ή συμφωνεί να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα αγαθών έναντι τιμήματος. Σύμβαση πώλησης δύναται να υπαρξει και μεταξύ κύριου μέρους των αγαθών και άλλου.
(2)Σύμβαση πώλησης δύναται να είναι απόλυτη ή με όρους.
(3)Όταν δυνάμει σύμβασης πώλησης η κυριότητα των αγαθών μεταβιβάζεται από τον πωλητή στον αγοραστή, η σύμβαση καλείται πώληση, αλλά όταν η μεταβίβαση της κυριότητας των αγαθών πρόκειται να γίνει σε μελλοντικό χρόνο ή υπόκειται σε κάποιο όρο που πρόκειται να εκπληρωθεί μεταγενέστερα, η σύμβαση καλείται συμφωνία πώλησης.
(4)Συμφωνία πώλησης καθίσταται πώληση μόλις παρέλθει ο χρόνος ή εκπληρωθούν οι όροι υπό τους οποίους η κυριότητα των αγαθών πρόκειται να μεταβιβασθεί.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Benjamin's Sale of Goods, 10η έκδοση, μέρος 1, κεφάλαιο 1, ενότητα 3, στην παράγραφο 1-056, που επιγράφεται «παράδοση για πώληση ή επιστροφή»: «A person to whom goods are delivered on sale or return has a true option to buy, in the sense that there is a choice to buy or not. In such a transaction the goods are bailed to a prospective buyer on the understanding that they may bought at a stated price or returned. By the terms of the agreement, or in accordance with the presumed intention of the parties set out in the Sale of Goods Act 1979 s.18 r.4, a recipient of the goods, who does not give notice of rejection, will be deemed to have bought them in certain events. Since the property remains in the bailor until there is an election to buy, and the bailee is not until such time under any obligation to buy, there is no contract of sale within the meaning of the Act. Nevertheless, the Act does contain certain provisions concerning the passing of the property in these transactions. It is of course competent for the parties to enter into a quite different bargain. They may agree that the property shall pass on or before delivery, subject to the right of the person taking the goods to return them and revest the property in the seller should they not suit, either within a fixed time or a reasonable time. In this case, there is a sale subject to a condition subsequent, and the transaction comes within the scope of the Sale of Goods Act. Where, however, the obligation is to return goods different from those supplied, this will constitute two separate contracts of sale—a sale and resale. Where the agreement includes a retention of title clause but the "buyer" has liberty to consume the goods before payment, this will be a sui generis supply contract, not a sale contract, comprising a bailment coupled with a licence to consume. Confusion may be caused by the practice in the US where the term "sale or return" is used to describe the latter transaction and sale on approval the former. In this country there is no recognised name for a sale with condition subsequent, while the expressions "on sale or return", "on approval", "on trial" and "on approbation" are all commonly treated as equivalent. Each transaction must be construed by reference to all the facts and circumstances in order to ascertain the true intention of the parties; but the wording of s.18 makes it plain that, unless a different intention appears, the delivery will be presumed to have been made on the terms set out in r.4 of that section.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Όταν αγαθά προμηθεύονται, ως έχει προαναφερθεί, στην βάση διευθέτησης για «πώληση τους ή επιστροφή», σύμφωνα με τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 4
(1)του Νόμου 10(I)/1994, συνάπτεται σύμβασης. Μία τέτοια σύμβασης, περιγράφηκε από τον Λόρδο Δικαστή MR, Esher, στην υπόθεση Kirkham v Attenborough [1897] 1 Q.B. 201, 203: «This contract is so common in business that it is well known to the courts, and has been interpreted, and all courts will now adopt the interpretation which has been put upon it. In the absence of other terms the contract does not pass the property in the goods directly it is made. The person who has received them may return them, but the person who has entrusted them to another cannot demand their return, and his only remedy is to sue for their price or value.». [[i]]. (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Ο χαρακτήρας μιας τέτοιας σύμβασης, εξετάστηκε και σχετικά πιο πρόσφατα από το αγγλικό εφετείο, στην υπόθεση Atari Corporation (U.K.) Ltd v Electronics Boutique Stores (U.K.) Ltd [1998] Q.B. 539, CA. Δια του Λόρδου Δικαστή Auld, αναφέρθηκαν εν προκειμένω τα εξής (βλ. στην σελίδα 551): «Where under a contract goods are delivered on sale or return the prospective buyer is entitled to return them without incurring a contractual liability to pay for them at any time within the period fixed by the contract for return. Until acceptance or return within that period or, failing either, until the end of the period, the potential buyer remains a contractual bailee of the goods. Acceptance within the period or failure to return them before the end of it converts the contract into one of sale and the prospective buyer and bailee into a buyer and owner of the goods. Return of the goods or, if the contract so provides, notice of their rejection within the period ends both the contractual bailment and any contingent contractual liability to buy.».
  2. Από τις προαναφερόμενες αυθεντίες, προκύπτει ότι, το Άρθρο 4 του Νόμου 10(I)/1994, σκοπό έχει, η κυριότητα των αγαθών να μεταβιβάζεται, αμέσως μόλις η σύμβαση πώλησης των αγαθών ολοκληρωθεί. Μέχρι και εκείνη την στιγμή, δεν υπάρχει σύμβαση πώλησης κατά την έννοια του Νόμου 10(Ι)/1994, καθότι, ο «αγοραστής», δεν έχει ακόμη αγοράσει ή συμφωνήσει να αγοράσει τα αγαθά. Το πρόσωπο, συνεπώς, που στο πλαίσιο αυτό κατονομάζεται ως «ο αγοραστής», στην πραγματικότητα είναι απλά θεματοφύλακας («bailee») των αγαθών, δεδομένου ότι δεν αγόρασε ή συμφώνησε την αγορά των αγαθών, αλλά απλώς έχει την επιλογή για την αγορά τους. Η δε θέσης του πωλητή, είναι ότι έχει κάνει μια αμετάκλητη προσφορά πώλησης των αγαθών και έτσι δεν μπορεί να απαιτήσει την επιστροφή τους, εκτός και αν, η πορεία των συναλλαγών των μερών, δικαιολογεί διαφορετικά. Ως εκ τούτου, πριν από την συνομολόγηση σύμβασης πώλησης, τα αγαθά κρατούνται από τον αγοραστή με συμβατικούς όρους παρακαταθήκης («bailment») (βλ. το Μέρος ΧΙΙ του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149). Μία από τις συνέπειες της αμετάκλητης προσφοράς πώλησης των αγαθών από τον πωλητή, είναι ότι, ως παρακαταθέτης τους («bailor»), δεν μπορεί να αποσύρει την προσφορά πώλησης των αγαθών στον θεματοφύλακα τους («bailee»), εν αναμονή της αποδοχής τους από αυτόν, με έναν από τους τρόπους που περιγράφονται στο Άρθρο 24 του Νόμου 10(Ι)/1994, στο οποίο θα αναφερθώ αμέσως μετά.
  3. Το ότι η φύση μίας σύμβασης για την προμήθεια αγαθών στην βάση διευθέτησης για «πώληση τους ή επιστροφή», δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο αγοραστής των αγαθών προμηθεύεται τα αγαθά με σκοπό την μεταπώληση τους σε δικούς του πελάτες και σε περίπτωση αποτυχίας πώλησης τους την επιστροφή τους, όπως είναι παραδεκτό ότι έγινε και στην υπόθεση αυτή, αποφασίστηκε από το αγγλικό εφετείο στην υπόθεση Poole v Smith's Car Sales (Balham) Ltd [1962] 1 W.L.R. 744, (748 και 751).
  4. Το Άρθρο 24 του Νόμου 10(Ι)/1994, προνοεί τα εξής σε ότι αφορά την μεταβίβαση της κυριότητας αγαθών μεταξύ πωλητή και αγοραστή, στις περιπτώσεις προμήθειας αγαθών στην βάση διευθέτησης για «πώληση τους ή επιστροφή»: «
  5. Όταν αγαθά αποστέλλονται στον αγοραστή για έγκριση, ή "για σκοπούς πώλησης ή επιστροφής" ή για άλλους παρόμοιους όρους, η κυριότητα τους μεταβιβάζεται στον αγοραστή- (α) Όταν αυτός εκδηλώσει την έγκριση ή την αποδοχή του στον πωλητή ή προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που υιοθετεί τη συναλλαγή• (β) αν αυτός δεν εκδηλώσει την έγκριση ή την αποδοχή του στον πωλητή, αλλά κρατήσει τα αγαθά, χωρίς να δώσει ειδοποίηση απόρριψης, τότε, αν ορίστηκε χρόνος για την επιστροφή των αγαθών, με την παρέλευση του χρόνου αυτού, και αν δεν ορίστηκε χρόνος, με την παρέλευση εύλογου χρόνου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  6. Στην προαναφερόμενη υπόθεση Atari Corporation (U.K.) Ltd v Electronics Boutique Stores (U.K.) Ltd [1998] Q.B. 539, CA, το αγγλικό Εφετείο, δια του Λόρδου Δικαστή Phillips, ανέφερε τα εξής σε ότι αφορά το Section 18 του Sale of Goods Act 1979, -που είναι ανάλογο σε πρόνοιες με το προαναφερόμενο Άρθρο 24 του Νόμου 10(Ι)/1994-, και τον χαρακτήρα μίας συμφωνίας για την προμήθεια αγαθών για «πώληση ή επιστροφή» (βλ. στην σελίδα 549): «An ordinary agreement for the supply of goods on sale or return thus has the following features: the seller cannot withdraw his offer to sell the goods; the buyer can accept by signifying acceptance to the seller, or by an act adopting the transaction, or by keeping the goods beyond the agreed period or, absent agreement, a reasonable period; the buyer can give a notice of rejection. In my judgment the notice of rejection referred to by the Act of 1979 is no more than the notice that an offeree can always give that a contractual offer is rejected. Until the property passes, the prospective buyer holds the goods as bailee. The Act makes no provision as to what he has to do with the goods if he gives notice of rejection. It seems to me that his duty at this point must depend upon the express or implied terms of the contract. He may simply have to hold the goods at the seller's disposal or he may have to return them to the seller. To be effective, a notice of rejection must be given before the property in the goods has passed. If a buyer so acts as to render it impossible for him to perform whatever the contract requires after rejection, e.g. if he ships the goods overseas to a potential subpurchaser, such conduct is likely to constitute an act adopting the transaction, so that he cannot thereafter give a valid notice of rejection. [[ii]] It is open to the parties to agree that the prospective buyer is not entitled to give a notice of rejection but will be deemed to have accepted the goods unless he returns them physically to the buyer within the "sale or return" period. Such a case was Omstein v. Alexandra Furnishing Co.
(1895)12 T.L.R.
  1. The plaintiffs accept that no such term falls to be implied in the present case.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Στην υπόθεση, Kirkham v Attenborough [1897] 1 Q.B. 201, στην οποία έχω επίσης προαναφερθεί, που είναι η αυθεντία επί του ζητήματος, το αγγλικό εφετείο, εξέτασε την θέση ενός «αγοραστή» κατά την έννοια του προαναφερόμενου Άρθρου 24 του Νόμου 10(Ι)/
  3. Αρχικά, δια του Λόρδου Δικαστή MR, Esher ελέχθησαν τα εξής: «By the Act the property is to pass to the buyer when "he signifies his approval or acceptance to the seller or does any other act adopting the transaction." The transaction mentioned cannot mean the delivery of the goods on sale or return, because that had been done already, and it must mean that part of the transaction which makes the buyer the purchaser of the goods—in other words, the transaction adopted is that the goods have been sold to and bought by the person who received them originally on sale or return. There must be some act which shews that he adopts the transaction; but any act which is consistent only with his being the purchaser is sufficient. The act done by Winter, who was a possible purchaser under this contract, was that he pawned the goods. He could not get them back from the pawnbroker without repaying the sum advanced, and such a situation is inconsistent- with his free power to return them. He ought not to have done this unless he meant to treat himself as purchaser, and by doing it he made himself purchaser; and the only right of the person who has entrusted him with the goods is to sue for the price of them.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  4. Και στην συνέχεια, δια του Λόρδου Δικαστή Lopes, προσετέθησαν στον δικαστικό λόγο του εφετείου και τα ακόλουθα: «The position of a person who has received goods on sale or return is that he has the option of becoming the purchaser of them, and may become so in three different ways. He may pay the price, or he may retain the goods beyond a reasonable time for their return, or he may do an act inconsistent with his being other than a purchaser. The words of the Act are difficult to construe; but it seems to me that if the recipient of the goods retains them for an unreasonable time he does something inconsistent with the exercise of his option to return them, and thereby adopts the transaction. So if he does any other act inconsistent with their return, as if he sells them or pledges them, because if he pledges them he no longer has the free control over them so as to be in a position to return them. In all these cases he brings himself within the words of the section by adopting the transaction, and the property in the goods passes to him.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  5. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, το ζήτημα του τι συνιστά «ενέργεια που υιοθετεί τη συναλλαγή», εξετάζεται με γνώμονα, [και] του κατά πόσο, η ενέργεια ή οι ενέργειες του αγοραστή σε σχέση με τα αγαθά, σε συνέχεια της προμήθειας τους από τον πωλητή, στην βάση της μεταξύ τους συμφωνίας για την πώληση τους, ήταν ασυμβίβαστη/ες της αδέσμευτης / ελεύθερης εξουσίας του αγοραστή για επιστροφή τους στον πωλητή («inconsistent with his free power to return the goods»). Κλασσικό τέτοιο παράδειγμα, αποτελούν τα γεγονότα της υπόθεσης Genn v Winkel
(1912)107 L.T. 434, στην οποία εκρίθη, ότι, άπαξ και τα αγαθά προσφέρονται από τον αγοραστή υπό συνθήκες υπο-παρακαταθήκης («sub-bailment») και υπό όρους που επιτρέπουν στον υπό-θεματοφύλακα («sub-bailee») να κατακρατήσει τα αγαθά πέραν του χρόνου αποδοχής που δίδεται στον αγοραστή από τον πωλητή για σκοπούς της μεταξύ τους συμφωνίας για πώληση των αγαθών, τότε ο αγοραστής θεωρείται ότι έχει υιοθετήσει την συναλλαγή, κατά τα διαλαμβανόμενα του Άρθρου 24(α) του Νόμου 10(Ι)/1994 (βλ. τον σχολιασμό του ζητήματος αυτού και στο σύγγραμμα του M. G. Bridge, The Sale of Goods, επανέκδοσης 2003, στις σελίδες 71 και 72).
  1. Τι, κατά την έννοια του προαναφερόμενου Άρθρου 24 του Νόμου 10(Ι)/1994, συνιστά «εύλογο χρονικό διάστημα», εξετάστηκε από το αγγλικό εφετείο στην υπόθεση Poole v Smith's Car Sales (Balham) Ltd [1962] 1 W.L.R. 744, (749 και 751). Το εύλογο του χρόνου, ως αποφασίστηκε, είναι ζήτημα πραγματικό, και ως τέτοιο, εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην εν λόγω υπόθεση, το γεγονός, μεταξύ άλλων στην υπόθεση, ότι ο πωλητής των αγαθών είχε ζητήσει επανειλημμένως την επιστροφή τους από τον αγοραστή τους και ότι, μετά πάροδο συγκεκριμένης προθεσμίας που είχε τεθεί [και] σε σχετική γραπτή ειδοποίηση του πωλητή προς τον αγοραστή (στην οποία ο πωλητής είχε καθορίσει τελικώς τους όρους του σχετικά με το εν λόγω ζήτημα), ο αγοραστής δεν είχε ανταποκριθεί, είτε δια της επιστροφής των αγαθών, είτε δια της οποιασδήποτε απάντησης του στην επιστολή του πωλητή, εκρίθη ότι είχε σηματοδοτήσει την παρέλευση εύλογου χρόνου κατά την έννοια του Άρθρου 24(β) του Νόμου 10(Ι)/1994, και την πώληση των αγαθών και την μεταβίβαση της κυριότητας αυτών από τον πωλητή στον αγοραστή κατά την έννοια του Άρθρου 4 του Νόμου 10(Ι)/1994: «So we are thrown back on rule
  2. By that rule if the parties have fixed a time for the property to pass, then the property will pass at that time. In this case there is no suggestion that any time had been fixed. Failing that, and it is a question of fact, the time for the property to pass is at the expiry of a reasonable time, and the question which arises is what is a reasonable time. It has been argued with some force in this case that there was no evidence before the court to show what was a reasonable time, and, in the circumstances, it is impossible to say that a reasonable time has expired. For my part, I cannot accept that. There is an appreciable amount of evidence. There is the evidence of the plaintiff, who said that he was asking continually for the return of the car; that on November 7, 1960, he wrote a letter setting out his final terms relating to it, and the plaintiff is entitled to pray in aid the passage in the affidavit of the defendants's managing director on the summons under R.S.C., Ord. 14, where he said that in early October at the latest the time, in his view, had gone by for selling the car as no purchaser was forthcoming, and he accordingly instructed the sales manager to return the car. That I would have thought to be cogent evidence on the question of what is a reasonable time, but I think that there is a further matter which must be taken into account. The motorcar in these days is a chattel in almost universal use and in consequence, of course, dealers in motor-cars, either new or secondhand, abound, and there is no reason why they should not. As a result, it appears that certain habits have either been formed or have come to the surface as a result of the practice of using motor-cars. It is a well-known fact that people go on holidays in the months of July, August and September. It has become obvious, I think, in recent years that when people go on holidays, they like to take their cars with them. It may be that many people, when the holidays are over, like to sell those cars and, therefore, it may be a well-recognised fact, and I think it is, that the sellers's market for secondhand motor-cars in October and November is not so good as it is before the holiday season begins or is still in its early stages. In any event, I see no reason why in these days a court should not take judicial notice of the way the market in secondhand cars is carried on and come to a conclusion as to what is a reasonable time. For my part I am fully satisfied, both on the knowledge which has come to me in the ordinary course of life and through sitting in these courts, and from the evidence before the court in this case, that a reasonable time had expired, certainly in November, for the return of this car; and if that reasonable time had expired, it is clear by reason of the operation of section 18 of the Act of 1893 that the property in the car had passed from the plaintiff to the defendants. If that be so, it is immaterial what happened afterwards or what was said afterwards by the parties or what action they chose to take.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  3. Από τις αυθεντίες, προκύπτει, ότι, σε περιπτώσεις διάθεσης αγαθών βάσει διευθέτησης για «πώληση τους ή επιστροφή» κάτω από τις πρόνοιες του Άρθρου 24 του Νόμου 10(Ι)/1994, ο αγοραστής έχει μία ενεργό υποχρέωση επιστροφής των αγαθών («active duty to return goods on sale or return»), ο χρόνος για την οποία [επιστροφή] κρίνεται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης ξεχωριστά.
  4. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, αφετηρία για την εξέταση του Δικαστηρίου, πρέπει να είναι η ερμηνεία του όρου ή όρων της συγκεκριμένης σύμβασης που προνοεί ή προνοούν για την προμήθεια αγαθών για «πώληση ή επιστροφή», για να αποφασιστεί το τι συγκεκριμένα έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών (βλ. Atari Corporation (U.K.) Ltd v Electronics Boutique Stores (U.K.) Ltd [1997] [1998] Q.B. 539, CA - βλ. την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Waller στην σελίδα 544). Και στην συνέχεια, αναλόγως κατάληξης στο προαναφερόμενο ζήτημα, κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, η κυριότητα των εμπορευμάτων μεταβιβάστηκε στον αγοραστή τους, δηλαδή στον Εναγόμενο, από τον πωλητή τους, ήτοι την Ενάγουσα, κατά την έννοια του Άρθρου 24(α) του Νόμου 10(Ι)/1994, επειδή ο Εναγόμενος υιοθέτησε την συναλλαγή, ή σε κάθε περιπτώσει, και επειδή ο Εναγόμενος δεν είχε, κατά την έννοια του Άρθρου 24(β) του Νόμου 10(Ι)/1994, ειδοποιήσει τον πωλητή των προϊόντων, δηλαδή την Ενάγουσα, για την απόρριψη τους (βλ. Poole v Smith's Car Sales (Balham) Ltd [1962] 1 W.L.R. 744). Η εκτίμηση της μαρτυρίας, τα πραγματικά ευρήματα, η αξιολόγησης τους και τελικά συμπεράσματα
  5. Αρκετά από τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, ουσιαστικά για να αποφασιστεί η Αγωγή αυτή της Ενάγουσας, είναι παραδεκτά. Το τι ουσιαστικά αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης μεταξύ των διαδίκων, -σε γενικές εδώ γραμμές-, ήταν: (α) κατά πόσο, ο Εναγόμενος, προσήλθε στην επίδικη συμφωνία, υπό την ιδιότητα του ως αντιπρόσωπος συγκεκριμένου νομικού προσώπου, στο όνομα και για λογαριασμό του και όχι ο ίδιος προσωπικά και (β) υπό ποιους όρους είχαν προσέρθει τα μέρη στην επίδικη συμφωνία, σε ότι αφορούσε την πώληση ή επιστροφή των εμπορευμάτων με τα οποία η Ενάγουσα προμήθευσε τον Εναγόμενο.
  6. Ως εκ του αντικρουόμενου των ισχυρισμών των διαδίκων για αυτά τα ουσιαστικά για την υπόθεση αυτή γεγονότα, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα (βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015), βάσει των οποίων, στην συνέχεια, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης (και σε σχέση με τι), το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212). Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού (βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974). Όπως επίσης, έχει αναγνωριστεί ως επιτρεπτό, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο αυτό, που ως έχει προαναφερθεί εκτιμά την μαρτυρία για να διαπιστώσει την αλήθεια ώστε εν συνεχεία να αξιολογήσει αυτήν που θα κάνει αποδεκτή για να καταλήξει στα συμπεράσματα του, οποιαδήποτε μαρτυρία παρουσιάστηκε κατά την διάρκειά της δίκης, ακόμα και χωρίς ένσταση του αντιδίκου, που δεν είχε κατά το στάδιο της προσαγωγής της αποκλειστεί από το Δικαστήριο, η οποία εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων, να μην την λάβει υπόψη (βλ. Κάτζιη ν Φουκαρίδης & Σια Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοψρωματιστές, ECLI:CY:AD:2017:A258, Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2011, 11/07/2017, Βοσκού κ. α. ν Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695 και Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826).
  1. Προτού όμως αναφερθώ στους παράγοντες που επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να προχωρήσω στην σχετική αξιολόγηση της, πρέπει να σημειωθούν και τα εξής, που αφορούν τόσο το ζήτημα του καθορισμού των επίδικων ζητημάτων κατά την δίκη, όσο και το ζήτημα της εκτίμησης και αξιολόγησης της μαρτυρίας, δια της υποβολής της θέσης των διαδίκων στους μάρτυρες που παρουσιάζουν γεγονότα για την υπόθεση του αντιδίκου. Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται ([1]) και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [[iii]] [[iv]]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, ανεξαρτήτως δικογράφησης [[v]] [[vi]]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [[vii]]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[viii]]. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014, σε περίπτωση, όπου, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα (ο αντίδικος δηλαδή, επιλέγει να μην παρουσιάσει μαρτυρία), τότε, συνήθως, αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο (δεδομένης και της προαναφερόμενης μαρτυρίας που αφορά τις υποβολές θέσεων περί τα γεγονότα), εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους, είναι, αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο [[ix]].
  2. Με αυτές τις παρατηρήσεις κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του. Έτσι και ο Δικαστής του Εφετείου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, R. A. Posner, στο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, γράφει στην σελίδα 123: «No legal catchphrase is more often repeated than that determinations by a trial judge whether to believe or disbelieve a witness can be overturned on appeal in only extraordinary circumstances. The reason is said to be the inestimable value, in assessing credibility, of seeing and hearing the witness rather than reading a transcript of his testimony, since the transcript eliminates clues to veracity that are supplied by tone of voice, hesitation, body language, and other non-verbal expressions.». (η έμφασης είναι δική μου)
  3. Αυτή ήταν και η γραμμή αντιμετώπισης στην υπόθεση Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, μία σχετικά πρόσφατη απόφαση του Privy Council, στην οποία ο Λόρδος Δικαστής Hodge παρέπεμψε, σχετικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά στην υπόθεση Housen v Nikolaisen [2002] 2 SCR 235, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «The trial judge has sat through the entire case and his ultimate judgment reflects this total familiarity with the evidence. The insight gained by the trial judge who has lived with the case for several days, weeks or even months may be far deeper than that of the Court of Appeal whose view of the case is much more limited and narrow, often being shaped and distorted by the various orders and rulings being challenged.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  4. Στην ίδια απόφαση παρατέθηκε και η γνωστή ρήση του Δικαστή, ως ήταν τότε, Hoffmann, στην υπόθεση Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1: «The need for appellate caution in reversing the trial judge's evaluation of the facts is based upon much more solid grounds than professional courtesy. It is because specific findings of fact, even by the most meticulous judge, are inherently an incomplete statement of the impression which was made upon him by the primary evidence. His expressed findings are always surrounded by a penumbra of imprecision as to emphasis, relative weight, minor qualification and nuance . of which time and language do not permit exact expression, but which may play an important part in the judge's overall evaluation.». (η υπογράμμισης και έμφασης είναι δική μου)
  5. Επιπρόσθετα, στην προαναφερόμενη απόφαση Beacon Insurance Company Ltd, αναφέρθηκε και ο ακόλουθος σχολιασμός του ζητήματος αυτού από τον Λόρδο Neuberger του Abbotsbury, στην υπόθεση In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911: «This is traditionally and rightly explained by reference to good sense, namely that the trial judge has the benefit of assessing the witnesses and actually hearing and considering their evidence as it emerges. Consequently, where a trial judge has reached a conclusion on the primary facts, it is only in a rare case, such as where that conclusion was one (i) which there was no evidence to support, (ii) which was based on a misunderstanding of the evidence, or (iii) which no reasonable judge could have reached, that an appellate tribunal will interfere with it. This can also be justified on grounds of policy (parties should put forward their best case on the facts at trial and not regard the potential to appeal as a second chance), cost (appeals can be expensive), delay (appeals on fact often take a long time to get on), and practicality (in many cases, it is very hard to ascertain the facts with confidence, so a second, different, opinion is no more likely to be right than the first).». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  6. Είναι για τους προαναφερόμενους λόγους, που, αυτό το χαρακτηριστικό, της αξιοπιστίας, που συναρτάται [και] με την γενικότερη εντύπωση που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη σημασία κατά την διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο, λόγοι που έχουν υιοθετηθεί από καιρό τώρα και από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας στην νομολογία του (βλ. αποφάσεις ανωτέρω).
  7. Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι, ως προαναφέρθηκαν, «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα
  8. Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα. Αξίζει πιστεύω, στο σημείο αυτό, να αναφερθεί απόσπασμα από το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), το οποίο, πολύ εύστοχα, αλλά και συνοπτικά, αναδεικνύει το εύλογο και βάσιμο της προαναφερόμενης επιφύλαξης: «I do not believe that the legal system has sufficiently absorbed the lessons of a century of psychological research into the nature of memory and the unreliability of eyewitness testimony. One of the most important lessons of such research is that in everyday life we are not aware of the extent to which our own and other people's memories are unreliable and believe our memories to be more faithful than they are. Two common (and related) errors are to suppose:
(1)that the stronger and more vivid is our feeling or experience of recollection, the more likely the recollection is to be accurate; and
(2)that the more confident another person is in their recollection, the more likely their recollection is to be accurate. Underlying both these errors is a faulty model of memory as a mental record which is fixed at the time of experience of an event and then fades (more or less slowly) over time. In fact, psychological research has demonstrated that memories are fluid and malleable, being constantly rewritten whenever they are retrieved. This is true even of so-called 'flashbulb' memories, that is memories of experiencing or learning of a particularly shocking or traumatic event. (The very description 'flashbulb' memory is in fact misleading, reflecting as it does the misconception that memory operates like a camera or other device that makes a fixed record of an experience.) External information can intrude into a witness's memory, as can his or her own thoughts and beliefs, and both can cause dramatic changes in recollection. Events can come to be recalled as memories which did not happen at all or which happened to someone else (referred to in the literature as a failure of source memory). Memory is especially unreliable when it comes to recalling past beliefs. Our memories of past beliefs are revised to make them more consistent with our present beliefs. Studies have also shown that memory is particularly vulnerable to interference and alteration when a person is presented with new information or suggestions about an event in circumstances where his or her memory of it is already weak due to the passage of time. The process of civil litigation itself subjects the memories of witnesses to powerful biases. The nature of litigation is such that witnesses often have a stake in a particular version of events. This is obvious where the witness is a party or has a tie of loyalty (such as an employment relationship) to a party to the proceedings. Other, more subtle influences include allegiances created by the process of preparing a witness statement and of coming to court to give evidence for one side in the dispute. A desire to assist, or at least not to prejudice, the party who has called the witness or that party's lawyers, as well as a natural desire to give a good impression in a public forum, can be significant motivating forces. Considerable interference with memory is also introduced in civil litigation by the procedure of preparing for trial. A witness is asked to make a statement, often (as in the present case) when a long time has already elapsed since the relevant events. The statement is usually drafted for the witness by a lawyer who is inevitably conscious of the significance for the issues in the case of what the witness does nor does not say. The statement is made after the witness's memory has been "refreshed" by reading documents. The documents considered often include statements of case and other argumentative material as well as documents which the witness did not see at the time or which came into existence after the events which he or she is being asked to recall. The statement may go through several iterations before it is finalised. Then, usually months later, the witness will be asked to re-read his or her statement and review documents again before giving evidence in court. The effect of this process is to establish in the mind of the witness the matters recorded in his or her own statement and other written material, whether they be true or false, and to cause the witness's memory of events to be based increasingly on this material and later interpretations of it rather than on the original experience of the events. It is not uncommon (and the present case was no exception) for witnesses to be asked in cross-examination if they understand the difference between recollection and reconstruction or whether their evidence is a genuine recollection or a reconstruction of events. Such questions are misguided in at least two ways. First, they erroneously presuppose that there is a clear distinction between recollection and reconstruction, when all remembering of distant events involves reconstructive processes. Second, such questions disregard the fact that such processes are largely unconscious and that the strength, vividness and apparent authenticity of memories is not a reliable measure of their truth.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  1. Ως πιο λακωνικά ετέθη η ίδια αυτή άποψης από τον Λόρδο Δικαστή Browne σε μία εξωδικαστική ομιλία του αναφορά της οποίας εντοπίζεται σε σχετικές επί του ζητήματος αυτού εκθέσεις του Λόρδου Δικαστή Bingham: «The human capacity for honestly believing something which bears no relation to what actually happened is unlimited.». Και αυτό, πολύ απλά, γιατί, δεν είναι δυνατόν κάθε δεδομένο ενός περιστατικού να είναι στην ανάμνηση μας. Το περιστατικό, ως γεγονός, μπορεί ολόκληρο να ήταν στην ανάμνηση μας αμέσως μετά που επισυνέβη, κάποια όμως χρόνια μετά, κάποια γεγονότα που το συναποτελούν, φυσιολογικό είναι, λησμονούνται. Και επειδή η διήγησης του περιστατικού, και μάλιστα μέσα από εξέταση στο πλαίσιο μίας δικαστικής διαδικασίας, απαιτεί την «συναρμολόγηση» και «αποσυναρμολόγηση» γεγονότων, είναι αυξημένη η πιθανότητα, η, ως εκλαμβάνεται, ανάμνησης μας, να αστοχήσει, χωρίς κατ' ανάγκη αυτό να γίνεται ηθελημένα, στοχευόμενα και ανέντιμα.
  2. Ο, καθόλα τα άλλα, εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα, ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
  3. Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
  4. Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους. Όπως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Δικαστή Pearce στην απόφαση της Ανώτατης Δικαστικής Επιτροπής στην Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL: «'Credibility' involves wider problems than mere 'demeanour' which is mostly concerned with whether the witness appears to be telling the truth as he now believes it to be. Credibility covers the following problems. First, is the witness a truthful or untruthful person? Secondly, is he, though a truthful person, telling something less than the truth on this issue, or, though an untruthful person, telling the truth on this issue? Thirdly, though he is a truthful person telling the truth as he sees it, did he register the intentions of the conversation correctly and, if so, has his memory correctly retained them? Also, has his recollection been subsequently altered by unconscious bias or wishful thinking or by over-much discussion of it with others? Witnesses, especially those who are emotional, who think that they are morally in the right, tend very easily and unconsciously to conjure up a legal right that did not exist. It is a truism, often used in accident cases, that with every day that passes the memory becomes fainter and the imagination becomes more active. For that reason a witness, however honest, rarely persuades a Judge that his present recollection is preferable to that which was taken down in writing immediately after the accident occurred. Therefore, contemporary documents are always of the utmost importance. And lastly, although the honest witness believes he heard or saw this or that, it is so improbable that it is on balance more likely that he was mistaken? On this point it is essential that the balance of probability is put correctly into the scales in weighing the credibility of a witness. And motive is one aspect of probability. All these problems compendiously are entailed when a Judge assesses the credibility of a witness; they are all part of one judicial process. And in the process contemporary documents and admitted or incontrovertible facts and probabilities must play their proper part.».
  5. Ίδιο ήταν το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην προαναφερόμενη υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), στην οποία ανέφερε: «In the light of these considerations, the best approach for a judge to adopt in the trial of a commercial case is, in my view, to place little if any reliance at all on witnesses' recollections of what was said in meetings and conversations, and to base factual findings on inferences drawn from the documentary evidence and known or probable facts. This does not mean that oral testimony serves no useful purpose - though its utility is often disproportionate to its length. But its value lies largely, as I see it, in the opportunity which cross-examination affords to subject the documentary record to critical scrutiny and to gauge the personality, motivations and working practices of a witness, rather than in testimony of what the witness recalls of particular conversations and events. Above all, it is important to avoid the fallacy of supposing that, because a witness has confidence in his or her recollection and is honest, evidence based on that recollection provides any reliable guide to the truth.».
  6. Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
  7. Ως έχει προαναφερθεί, η Ενάγουσα, με την έκθεση απαίτησης της, προδικαστικά, υποστήριζε ότι, «κατά ή περί τις αρχές του 2010, ο Εναγόμενος συμφώνησε να πωλήσει εκ μέρους της» τα συγκεκριμένα εμπορεύματα. Καθώς επίσης υποστήριζε, ότι, ο Εναγόμενος, θα παραλάμβανε από αυτήν τα εμπορεύματα για να τα πωλήσει, ως προαναφέρθηκε, εκ μέρους της, σε τρίτα πρόσωπα και ότι, σε περίπτωση μη πώλησης τους, θα τα επέστρεφε «άμεσα» στην Ενάγουσα. Ως περαιτέρω υποστηριζόταν από την Ενάγουσα, προδικαστικά, ο Εναγόμενος, θα «χρεωνόταν» από την Ενάγουσα, και στην βάση αυτής της τιμής χρεώσεως του για έκαστο εμπόρευμα, θα ελάμβανε από την Ενάγουσα ως αντάλλαγμα για τις «υπηρεσίες» του προς αυτήν, «προμήθεια» από τις πωλήσεις, το 25% της τιμής έκαστου εμπορεύματος.
  8. Κατά την δίκη, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί της Ενάγουσας για τα γεγονότα, υποστηρίχθηκαν από τον ΜΕ1, ο οποίος, ως ανέφερε στην μαρτυρία του και δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένου, είναι διοικητικός σύμβουλος της Ενάγουσας και το πρόσωπο με το οποίο ο Εναγόμενος είχε διαπραγματευθεί την επίδικη συμφωνία, -οι όροι της οποίας είναι αυτό που απασχολούν στην υπόθεση αυτή και όχι το γεγονός της σύναψης της-. Ο ΜΕ1, αναφερόμενος στην συμφωνία της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο, υποστήριξε ότι, στα πλαίσια αυτής, ο Εναγόμενος παρέλαβε από την Ενάγουσα συγκεκριμένα εμπορεύματα, σε σχέση με τα οποία εξεδόθη φορτωτική («waybill») που υπεγράφη από τον Εναγόμενο (Τεκμήριο 1), καθώς επίσης και τιμολόγιο «on consignment» (Τεκμήριο 2), το οποίο επίσης παρελήφθη από τον Εναγόμενο. Το τιμολόγιο «on consignment», εξεδόθη, ως υποστήριξε ο ΜΕ1, επειδή τα εμπορεύματα είχαν παραδοθεί στον Εναγόμενο «με παρακαταθήκη για πώληση». Ως περαιτέρω υποστήριξε ο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του, είχε συμφωνηθεί μεταξύ του Εναγομένου και της Ενάγουσας, ότι θα ενεργούσε «ως agent» για την πώληση των εμπορευμάτων. Κληθείς να επεξηγήσει αυτή την θέση της Ενάγουσας κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι, παράδοσης εμπορευμάτων με παρακαταθήκη, -που έγινε και στην περίπτωση αυτής της υπόθεσης από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο, παρά της «ακρίβειας» των συγκεκριμένων εμπορευμάτων, λόγω της εμπιστοσύνης που είχε στον Εναγόμενο-, σημαίνει ότι τα εμπορεύματα παραδίδονται στο πρόσωπο που τα λαμβάνει με σκοπό την μεταπώληση τους και όταν επιτευχθεί από το εν λόγω πρόσωπο η πώλησης τους εντός μίας λογικής περιόδου 6 μηνών, του τιμολογούνται. Διαφορετικά, τα εμπορεύματα, επιστρέφονται στην κατάσταση που ήταν όταν αρχικά αυτά παραλήφθηκαν. Όπως υποστήριξε, η τιμολόγησης των αγαθών, δεν γίνεται, κατ' ανάγκη, όταν παρέλθει η περίοδος που δίδεται για να επιτευχθεί η πώλησης ή να επιστραφεί το απούλητο εμπόρευμα. Τα εμπορεύματα, είναι δυνατόν να τιμολογηθούν, αμέσως όταν αυτά παραδοθούν και στην περίπτωση επιστροφής τους, να εκδοθεί πιστωτικό σημείωμα («credit note»). Η προαναφερόμενη μαρτυρία του Εναγόμενου, αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένου, ο οποίος, δια του συνηγόρου υπεράσπισης του, υπέβαλε την θέση του ότι, ναι μεν τα εμπορεύματα του είχαν παραδοθεί, υπό την ιδιότητα του «ως agent», για να προωθήσει την πώληση τους, εντούτοις, ο Εναγόμενος δεν τιμολογήθηκε για αυτά -υποβάλλοντας ότι το τιμολόγιο Τεκμήριο 2 μεταγενέστερα εξεδόθη από την Ενάγουσα για να υποστηρίξει αυτή της την υπόθεση-, παρά μόνο του εξεδόθη η φορτωτική («waybill»), Τεκμήριο
  9. Θέσης του Εναγομένου, η οποία και υποβλήθηκε στον ΜΕ1, είναι ότι εξεδόθη από την Ενάγουσα η φορτωτική («waybill»), Τεκμήριο 1, όταν αυτός παρέλαβε από αυτήν τα εμπορεύματα ως εκεί καταγράφονται και ότι αυτός, μετά που θα τοποθετούσε αυτά τα εμπορεύματα στην αγορά ως πωλητής, θα εξέδιδε σχετικές με την τοποθέτηση τους φορτωτικές («waybills») και θα ενημέρωνε και την Ενάγουσα σχετικά -δια της παραδόσεως των εν λόγω φορτωτικών («waybills») στο λογιστήριο της Ενάγουσας και συγκεκριμένα στον ΜΕ2- για να γίνει η τιμολόγησης του, -αναλόγως πάντοτε πωλήσεως, αφής στιγμής θα μπορούσε εμπορεύματα να παρέμεναν και απούλητα- και να λάβει την προμήθεια του. Και τούτο, προς αποφυγή της Ενάγουσας, της υποχρέωσης της να πληρώσει αμέσως τον επιβαλλόμενο από την πώληση των εμπορευμάτων, φόρο προστιθέμενης αξίας. Περαιτέρω, ήταν θέσης του Εναγομένου, που υπεβλήθη στον ΜΕ1, ότι δεν υπήρξε όρος στην συμφωνία του με την Ενάγουσα, ότι εντός 6 μηνών, αν τα εμπορεύματα δεν πουλιόνταν από αυτόν σε τρίτους και δεν επιστρέφονταν στην Ενάγουσα, θα τιμολογείτο από την Ενάγουσα για αυτά. Παρά το γεγονός ότι στη μαρτυρία του ΜΕ1, σχετικά με την έκδοση και παράδοση στον Εναγόμενο, αυθημερόν της παραλαβής των εμπορευμάτων που καταγράφει η φορτωτική («waybill») Τεκμήριο 1, του τιμολογίου Τεκμήριο 2, εντοπίζεται αντίφασης με την μαρτυρία του ΜΕ2, εφόσον ο πρώτος υποστήριξε ότι το τιμολόγιο Τεκμήριο 2 εκδόθηκε και παραδόθηκε στον Εναγόμενο την ίδια στιγμή με την φορτωτική («waybill») Τεκμήριο 1, ενώ ο δεύτερος υποστήριξε ότι αυτό είχε εκδοθεί μεν αυθημερόν, αλλά δεν είχε παραδοθεί στον Εναγόμενο δια χειρός την στιγμή της παραλαβής των εμπορευμάτων, αλλά του είχε αποσταλεί ταχυδρομικώς, εντούτοις, αυτή η αντίφασης, δεν αφορά κάτι το τόσο ουσιαστικό για την υπόθεση αυτή, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε απόρριψη ολόκληρη την μαρτυρία των προσώπων αυτών. Άλλωστε, η βάση της απαίτησης της Ενάγουσας, δεν είναι το εν λόγω τιμολόγιο, Τεκμήριο
  10. Το οποίο, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την νομολογία δεν έχει αυτοδύναμη αποδεικτική αξία. Ενώ, ξενίζει η σημασία που αποδόθηκε στον Εναγόμενο σε αυτό, από την στιγμή, που, σύμφωνα με την έκθεση υπεράσπισης του, είναι παραδεκτό ότι είχε συμφωνηθεί με την Ενάγουσα ότι αυτή θα ήταν η πρακτική στην συναλλαγή τους. Η έκδοσης, δηλαδή, τιμολογίου επί πιστώσει, με την παραλαβή του εμπορεύματος και η έκδοσης πιστωτικής σημείωσης σε περίπτωση επιστροφής του. Πρακτική, που, ως αναλύεται και στο σύγγραμμα του καθηγητή R. Goode, Commercial Law, 3η έκδοση, στις σελίδες 162 και από 742 έως και 744, δεν είναι άγνωστη στις εμπορικές συναλλαγές.
  11. Ο Εναγόμενος, με την σειρά του, ως έχει προαναφερθεί, προδικαστικά, στην δικογραφία του, ισχυριζόταν ότι, υπήρξε συμφωνία με την Ενάγουσα, στην οποία είχαν προσέρθει προφορικά, τέλη του μηνός Μαρτίου ή αρχές του μηνός Απριλίου του έτους 2010, δια της οποίας συμφωνήθηκε όπως «αναλάβει την αγορά και μεταπώληση» των εμπορευμάτων της Ενάγουσας, ώστε να την βοηθήσει με τις πωλήσεις της, εφόσον, στόχος της Ενάγουσας, ήταν να εξασφαλίσει την αντιπροσωπεία για την διανομή και πώληση τους στην Κύπρο. Σύμφωνα με τα όσα είχαν συμφωνηθεί, ο Εναγόμενος «θα αγόραζε και θα μεταπωλούσε» τα εμπορεύματα της Ενάγουσας και για αυτή τους την συναλλαγή η Ενάγοντα θα του εξέδιδε «ανάλογα τιμολόγια επί πιστώσει». Περαιτέρω, ήταν ισχυρισμός του Εναγομένου στην έκθεση υπεράσπισης του, ότι, είχε συμφωνηθεί με την Ενάγουσα, ότι, σε περίπτωση που τα εμπορεύματα δεν πωλούνταν, «θα επιστρέφονταν στην Ενάγουσα και θα πιστώνονταν στον λογαριασμό του». Στην βάση της προαναφερόμενης συμφωνίας, υποστήριζε περαιτέρω ο Εναγόμενος, παρέλαβε από την Ενάγουσα εμπορεύματα, όμως, σε αντίθεση με τα όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους, η Ενάγουσα, και παρά τις κατ' επανάληψη, σχετικές προς τούτο απαιτήσεις του, δεν του εξέδωσε, σε ότι αφορά τα εμπορεύματα αυτά, τα ανάλογα τιμολόγια επί πιστώσει.
  12. Μαρτυρώντας στο Δικαστήριο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ο Εναγόμενος αποδέχθηκε τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της Ενάγουσας, ότι η προώθησης της πώλησης των εμπορευμάτων της Ενάγουσας, θα γινόταν από αυτόν με την μέθοδο «on consignment». Ότι δηλαδή, είχε συμφωνηθεί με την Ενάγουσα, ότι θα παραλάβανε τα εμπορεύματα από αυτήν με την έκδοση φορτωτικής («waybill») προς τον σκοπό μεταπώλησης τους. Εντούτοις, εκτός των δικογραφημένων θέσεων του και για πρώτη φορά κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας του, χωρίς μάλιστα να είχε προηγουμένως υποβληθεί τούτο ως θέση του στους μάρτυρες που παρουσίασαν τα γεγονότα για την υπόθεση της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος υποστήριξε περαιτέρω ότι, ακολούθως της παραλαβής των εμπορευμάτων από την Ενάγουσα, είχε συμφωνηθεί με την Ενάγουσα ότι και αυτός θα τα «τοποθετούσε προς πώληση σε διάφορους πελάτες» του και ότι, «με την πώληση τους, θα εκδιδόταν και τιμολόγιο πωλήσεως». Περαιτέρω, κατά την εξέταση του, ο Εναγόμενος αποδέχθηκε ότι, την 20/04/2010 παρέλαβε από την Ενάγουσα τα εμπορεύματα που εμφαίνονται στη φορτωτική («waybill»), Τεκμήριο
  13. Εντούτοις, αρνήθηκε ότι του είχε εκδοθεί και παραδοθεί το τιμολόγιο, Τεκμήριο 2, επειδή κάτι τέτοιο δεν είχε συμφωνηθεί. Η συμφωνία τους με την Ενάγουσα ήταν ότι θα τιμολογούνταν, αφότου αυτά θα πωλούνταν από τα σημεία που θα τοποθετούνταν [σε πελάτες του] προς πώληση. Όπως για παράδειγμα έγινε και με την περίπτωση της πώλησης που έκαμε, που δεικνύει το τιμολόγιο του Τεκμήριο
  14. Δεν θα πλήρωνε, υποστήριξε, το τίμημα τους αμέσως, ήτοι, με την παραλαβή των εμπορευμάτων. Θέση, που πρέπει να σημειωθεί, είναι αντίθετη με αυτήν της έκθεσης υπεράσπισης του, σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος θα αγόραζε από την Ενάγουσα τα εμπορεύματα για σκοπούς μεταπώλησης και ότι η Ενάγουσα θα του εξέδιδε για αυτή τους την συναλλαγή τιμολόγια επί πιστώσει και ότι σε περίπτωση επιστροφής τους, η αξία τους θα πιστωνόταν στον λογαριασμό του. Τα εν λόγω εμπορεύματα, υποστήριξε περαιτέρω ο Εναγόμενος, τοποθετήθηκαν σε πελάτες του, ως εμφαίνεται από τις σχετικές φορτωτικές («waybills») που εξέδωσε, Τεκμήρια 9.1 - 9.5, συνοδεία του ΜΕ1 και του συμβούλου της Ενάγουσας, Αντώνη Μελά. Όπως είχε συμφωνηθεί με την Ενάγουσα, τις εν λόγω φορτωτικές («waybills»), Τεκμήρια 9.1 - 9.5, τις παρέδωσε δια χειρός στον λογιστή της Ενάγουσας, ΜΕ
  15. Και τούτο προς απόδειξη, ως είχε συμφωνηθεί, ότι τα εμπορεύματα τοποθετήθηκαν σε πελάτες του προς πώληση «on consignment». Θέση που ξενίζει, αν λάβει κανείς υπόψη την θέση του, ότι, προς τον σκοπό της εν λόγω ενημέρωσης της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος, σε κάποιο στάδιο, απροσδιόριστο χρονικά, είχε ενημερώσει για το ζήτημα αυτό την Ενάγουσα με σχετική χειρόγραφη σημείωση του. Δεν είναι άλλωστε αυτό λογικό, αν λάβει υπόψη κανείς και τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ότι, όλες οι προαναφερόμενες τοποθετήσεις των εμπορευμάτων της Ενάγουσας σε πελάτες του, είχαν προσυμφωνηθεί με την Ενάγουσα και η σχετική τοποθέτησης είχε γίνει συνοδεία των προαναφερόμενων αντιπροσώπων της Ενάγουσας. Ερωτηθείς, κατά την κυρίως εξέταση του, ο Εναγόμενος, να επεξηγήσει, τι κατά τον ίδιο «σήμαινε εμπορικά», η ορολογία, «on consignment», ανέφερε ότι σήμαινε «την παραλαβή εμπορευμάτων από την Ενάγουσα on consignment και την τοποθέτηση τους σε πελάτες του προς πώληση on consignment και την τιμολόγηση τους αφού θα πωλούνταν από το σημείο τοποθέτησης τους». Ως υποστήριξε, με την μέθοδο αυτή, εξυπηρετείτο η προώθηση της πώλησης των εμπορευμάτων, με δύο τρόπους. Ο ίδιος δεν πλήρωνε αμέσως το αντάλλαγμα για τα εμπορεύματα που παραλάμβανε και παράλληλα, διευκολυνόταν η τοποθέτησης τους σε υποψήφιους πελάτες, αφής στιγμής, ούτε και οι πελάτες του επιθυμούσαν την άμεση πληρωμή του ανταλλάγματος. Κατά τον Εναγόμενο, η «συναλλαγή» του με την Ενάγουσα, θα ολοκληρωνόταν με την πώληση του εμπορεύματος από τον δικό του πελάτη και την τιμολόγηση του τελευταίου από αυτόν. Όπως έγινε και με τον πελάτη του, στον οποίο τοποθετήθηκαν τα προϊόντα που δεικνύει η φορτωτική, Τεκμήριο 9.4 και το τιμολόγιο που στην συνέχεια του εξέδωσε όταν έγινε σχετική πώλησης, Τεκμήριο
  16. Εντούτοις, ως έχει προαναφερθεί, αυτή είναι μία μη δικογραφημένη θέση του Εναγομένου, η οποία κρίνω ότι εκ των υστέρων δημιουργήθηκε για να αντιμετωπίσει το γεγονός της μη επιστροφής των εμπορευμάτων στην Ενάγουσα και την μη καταβολή του τιμήματος τους. Ερωτηθείς ο Εναγόμενος κατά την αντεξέταση του, τι είχε συμφωνήσει με την Ενάγουσα, μέσω του ΜΕ1, ενέμεινε στους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του της κυρίως εξέτασης του. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος, αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι, από τις 18 μπουκάλες σαμπάνιας που παρέλαβε από την Ενάγουσα βάσει της φορτωτικής («waybill») Τεκμήριο 1, επέστρεψε στην Ενάγουσα βάσει του πιστωτικού σημειώματος («credit note») Τεκμήριο 4, 5 μπουκάλια σαμπάνιας. Συμπληρώνοντας, όταν είχε ερωτηθεί σχετικά, ότι, η εναπομείνασα ποσότητα των 13 μπουκαλιών σαμπάνιας, παραδόθηκε σε πελάτες του προς τον σκοπό πώλησης τους από αυτούς σε τρίτους. Μάλιστα, προς τούτο, η Ενάγουσα ενημερώθηκε με χειρόγραφη σημείωση του που της εστάλη, σε προσοχή του ΜΕ2, με φαξ, ως προαναφέρθηκε. Ως κατέγραφε η εν λόγω σημείωση, μέχρι και την στιγμή που αυτή εστάλη στην Ενάγουσα, τα εμπορεύματα αυτά που βρίσκονταν σε πελάτες του, δεν είχαν ακόμη πωληθεί από αυτούς. Εδώ, πρέπει να σημειωθεί, ότι, ο Εναγόμενος, αν και του υπεβλήθη ότι ουδέποτε απέστειλε στην Ενάγουσα ένα τέτοιο σημείωμα, δεν το παρουσίασε στο Δικαστήριο. Ενώ, ερωτηθείς για το πότε χρονικά έλαβε χώρα το συγκεκριμένο περιστατικό, απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί. Ερωτηθείς περαιτέρω, πόσα από αυτά τα εμπορεύματα πωλήθηκαν, υποστήριξε ότι όσα πωλήθηκαν, τιμολογήθηκαν και ότι μπορεί να πωλήθηκε 1 μπουκάλι σαμπάνιας ή και περισσότερα. Θέσεις, που πρέπει να σημειωθεί, δεν συνάδουν με τις δικογραφημένες θέσεις του, αφής στιγμής, με το δικόγραφο της υπεράσπισης του, υποστήριξε ότι είχε πωλήσει εμπόρευμα αξίας, πολύ μεγαλύτερης του ενός μπουκαλιού σαμπάνιας. Του υποβλήθηκε από πλευράς Ενάγουσας, ότι, είχε υποχρέωση επιστροφής του εμπορεύματος ή καταβολής του τιμήματος του, αλλά διαφώνησε με την θέση αυτή. Επέμεινε στην θέση του ότι, παρέλαβε αυτά «on consignment», για να τα τοποθετήσει στους πελάτες του «on consignment» και ότι, όταν αυτά θα πωλούνταν από τους πελάτες του, θα γινόταν και η σχετική τιμολόγησης για να λάβει και αυτός την προμήθεια του. Ερωτηθείς, τι θα γίνονταν τα απούλητα εμπορεύματα, απάντησε: «Αν μου ζητείτο να τα επιστρέψω θα τα επέστρεφα. Αυτά που παραμένουν τοποθετημένα δεν μου ζητήθηκε να τα επιστρέψω». Μετά την αποστολή προς την Ενάγουσα της χειρόγραφης σημείωσης δια της οποίας την ενημέρωνε για τα σημεία τοποθέτησης των εμπορευμάτων για σκοπούς πώλησης, δεν αναζήτησε να δει τι αυτά απέγιναν, επειδή, η Ενάγουσα, δια του ΜΕ1, του είχε αποστείλει την επιστολή, Τεκμήριο 5, με την οποία «ουσιαστικά διέκοπτε την συνεργασία τους». Εντούτοις, διαβάζοντας κάποιος την εν λόγω επιστολή, δεν είναι αυτό που αντιλαμβάνεται, και δημιουργεί αίσθηση, γιατί ο Εναγόμενος δεν ενήργησε ως του ζητούσε η Ενάγουσα, δηλαδή, να επιστρέψει το εμπόρευμα, αν κατά τα άλλα, αν του ζητείτο να το πράξει, θα το έπραττε. Κατά τον Εναγόμενο, δεν είχε υποχρέωση επιστροφής των εμπορευμάτων. Υποχρέωσης του, ήταν η τοποθέτησης των εμπορευμάτων σε πελάτες του προς πώληση. Μάλιστα, ως υποστήριξε, ήταν προσυμφωνημένα με την Ενάγουσα τα σημεία που θα τοποθετούσε τα εμπορεύματα προς πώληση και ότι, η τοποθέτησης τους «on consignment» στους δικούς του πελάτες, δεν ήταν κάτι που δεν αφορούσε την Ενάγουσα. Στην θέση της Ενάγουσας που του υπεβλήθη. ότι, η Ενάγουσα δεν είχε καμία υποχρέωση να αναζητήσει τα εμπορεύματα από τους πελάτες του, ο Εναγόμενος διερωτήθηκε «τι τους εμπόδιζε». Για να προσθέσει, όταν του υποβλήθηκε ότι ο λόγος έγκειτο στο γεγονός ότι το ζήτημα αφορούσε δικές του συμφωνίες με τρίτους στις οποίες η Ενάγουσα δεν είχε λόγο, ότι, μετά που παρέλαβε την επιστολή της Ενάγουσας, Τεκμήριο 5, εισηγήθηκε στην Ενάγουσα, μέσω του ΜΕ1, «να επισκέπτονταν τους πελάτες του και εκεί που υπήρχαν φορτωτικές του («waybills»), να ακυρώνονταν, για να εκδίδονταν, αν η Ενάγουσα το επιθυμούσε, δικές της, ή να παραλάμβαναν τα εμπορεύματα» και ότι η Ενάγουσα αρνήθηκε. Θέση άκρως αντίθετη με αυτήν που δικογράφησε προδικαστικά, σύμφωνα με την οποία η Ενάγουσα είχε αναλάβει την είσπραξη του τιμήματος από τους πελάτες του η ίδια. Τοποθέτησης, που γενικότερα ξενίζει, κυρίως επειδή δεν συνάδει λογικά με την φύση της συναλλαγής της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο. Δεν βρίσκω για ποιο λόγο η Ενάγουσα θα συμφωνούσε και θα αποδεχόταν ο Εναγόμενος, τα εμπορεύματα που του προμήθευε η Ενάγουσα με παρακαταθήκη, ο ίδιος να τα προμήθευε με παρακαταθήκη σε τρίτους, κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, προς επίτευξη τούτου να συνόδευε τον Εναγόμενο σε κάθε ένα από τους εν λόγω πελάτες του και στην συνέχεια, η Ενάγουσα, που είχε δικαίωμα να πληρωθεί το τίμημα των εμπορευμάτων σε περίπτωση που δεν της επιστρέφονταν, που παρ' αυτά είχε ειδοποιήσει τον Εναγόμενο για την επιστροφή τους με την εν λόγω επιστολή της Τεκμήριο 5 στην οποία ο Εναγόμενος δεν είχε ανταποκριθεί, να είχε εισήγηση του για να τις επιστραφούν τα εν λόγω εμπορεύματα, όπως υποστήριξε ο Εναγόμενος και να αρνείτο.
  17. Αρνητικές, ως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, παρατηρήσεις, υπάρχουν, τόσο σε ότι αφορά την μαρτυρία του κύριου μάρτυρα που παρουσίασε τα γεγονότα για την υπόθεση της Ενάγουσας, ΜΕ1, όσο και για αυτήν του Εναγόμενου. Εντούτοις, η διαφορά των διαδίκων επιλύεται υπέρ των θέσεων της Ενάγουσας, καθότι, αρκετά από τα γεγονότα, ουσιαστικά για την απαίτηση της Ενάγουσας, ως αναφέρονται στην συνέχεια, είναι παραδεκτά και επειδή κρίνω, ότι, οι αρνητικές, ως προαναφέρθηκε, παρατηρήσεις μου για την μαρτυρία του Εναγομένου, αφορούν την ουσία της διαφοράς και είναι του είδους και έχουν την έκταση που με οδηγούν σε απόρριψη της στην ολότητα της. Σε αντίθεση με την μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, που, παρά τις ορισμένες αρνητικές παρατηρήσεις μου σε ότι αφορά αυτήν, με έπεισαν ότι για τα ουσιαστικά για την υπόθεση αυτή γεγονότα, κατέθεσαν την αλήθεια. Σε ότι αφορά την σημασία που έχει η γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας του, έχω προαναφερθεί και μάλιστα σε έκταση. Σε ότι αφορά τον Εναγόμενο, έχοντας τον παρατηρήσει στο ειδώλιο του μάρτυρα και έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, αντιπαραβάλλοντας αυτό και με την υπόλοιπη μαρτυρία, σημειώνω ότι δεν μου έχει αφήσει θετική εντύπωση ώστε να αποδεχθώ την μαρτυρία του ως αξιόπιστη.
  18. Κατ' αρχήν, σημειώνεται ότι, από τα παραδεκτά γεγονότα, μεταξύ των διαδίκων, δεν υπήρχε σχέσης αντιπρόσωπου - αντιπροσωπευόμενου, κατά την έννοια του περί Ρύθμισης των Σχέσεων Εμπορικού Αντιπροσώπου και Αντιπροσωπευομένου Νόμου του 1992, Νόμος 51(I)/1992 και του περί Εμπορικών Αντιπροσώπων Νόμου του 1986, Νόμος 76/1986, ώστε να τίθεται ζήτημα εφαρμογής των νομοθετημάτων αυτών κατά την εξέταση της υπόθεσης αυτής. Αμφότεροι, Ενάγουσα και Εναγόμενος, υποστήριξαν ότι, ο Εναγόμενος, στην βάση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, θα αγόραζε και θα μεταπωλούσε τα εμπορεύματα της Ενάγουσας σε τρίτους και όχι ότι θα διαπραγματευόταν την σύναψη συμβάσεων για την πώληση τους στο όνομα και για λογαριασμό της Ενάγουσας (βλ. Mercantile International Group Plc v Chuan Soon Huat Industrial Group Ltd [2002] E.W.C.A. Civ. 288).
  19. Σύμφωνα και πάλι με τα παραδεκτά γεγονότα, Ενάγουσα και Εναγόμενος, συμφώνησαν όπως η Ενάγουσα θα προμήθευε τον Εναγόμενο εμπορεύματα στην βάση διευθέτησης για πώληση τους σε τρίτους, ή επιστροφής τους στην Ενάγουσα σε περίπτωση που αυτά παρέμειναν απούλητα (βλ. Atari Corporation (U.K.) Ltd v Electronics Boutique Stores (U.K.) Ltd [1998] Q.B. 539, CA ανωτέρω). Είναι ως εκ τούτου παραδεκτό, ότι, Ενάγουσα και Εναγόμενος, προσήλθαν σε συμφωνία για την πώληση των εμπορευμάτων της Ενάγουσας στον Εναγόμενο, ως αυτό το είδος της συμφωνίας ορίζεται από το Άρθρο 4
(3)του Νόμου 10(Ι)/1994, που καθόριζε νομικά την σχέση, τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών (βλ. Kirkham v Attenborough [1897] 1 Q.B. 201 και Atari Corporation (U.K.) Ltd v Electronics Boutique Stores (U.K.) Ltd [1998] Q.B. 539, CA ανωτέρω). Ο ΜΕ1, υποστήριξε ότι, ένα χρονικό διάστημα 6 μηνών, ήταν λογικό για τον σκοπό της πώλησης ή επιστροφής των εμπορευμάτων και ότι κάτι τέτοιο είχε συμφωνηθεί με τον Εναγόμενο ρητά. Με την δικογραφία της όμως, η Ενάγουσα, υποστήριζε ότι η επιστροφή των εμπορευμάτων από τον Εναγόμενο στην Ενάγουσα σε περίπτωση μη πώλησης τους, θα γινόταν «άμεσα». Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να αποδεχθώ (βλ. Νικολάου ν Αιμιλίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1339 και Κουρρης ν Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147) ότι είχε καθοριστεί ρητά από τους διαδίκους, συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την πώληση ή επιστροφή των εμπορευμάτων από τον Εναγόμενο και ότι, ένεκα τούτου, επενεργούν οι πρόνοιες του Άρθρου 24(β) του Νόμου 10(Ι)/1994 για την μεταβίβαση της κυριότητας των αγαθών από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο βάσει των προνοιών του Άρθρου 4[
(1)και
(4)] του Νόμου 10(Ι)/1994, όταν ο τελευταίος δεν επέστρεψε τα εμπορεύματα στην Ενάγουσα [τουλάχιστον] εντός του εύλογου, υπό τις περιστάσεις, χρονικού διαστήματος, των 14 ημερών που του ετέθη από την Ενάγουσα με την επιστολή της ημερομηνίας 06/12/2010, Τεκμήριο 5 (βλ. Poole v Smith's Car Sales (Balham) Ltd [1962] 1 W.L.R. 744 ανωτέρω). Ο Εναγόμενος, σημειώνεται, δεν είχε προγενέστερα επιστρέψει τα εμπορεύματα στην Ενάγουσα, ή έστω ειδοποιήσει την Ενάγουσα ότι δεν επιθυμούσε την αγορά τους ή ότι επιθυμούσε την επιστροφή τους (βλ. Atari Corporation (U.K.) Ltd v Electronics Boutique Stores (U.K.) Ltd [1998] Q.B. 539, CA ανωτέρω), ενώ με την ενέργεια του να προμηθεύσει τα εμπορεύματα σε τρίτους, ήτοι, στους δικούς του πελάτες, υπό συνθήκες υπο-παρακαταθήκης («sub-bailment») και υπό όρους που επέτρεπαν σε αυτούς, ως υπό-θεματοφύλακες («sub-bailees») των εμπορευμάτων, να κατακρατήσουν αυτά για ακαθόριστο χρονικό διάστημα, και ειδικότερα, χωρίς να διατηρεί αδέσμευτη εξουσία στην βάση της σχετικής ενεργής υποχρέωσης του για επιστροφή τους στην Ενάγουσα ως έχει προαναφερθεί, [βρίσκω ότι], υιοθέτησε την συναλλαγή του με την Ενάγουσα [αγοράς των εμπορευμάτων] κατά τα διαλαμβανόμενα του Άρθρου 24(α) του Νόμου 10(Ι)/1994 και αποδέχθηκε την μεταβίβαση της κυριότητας τους (βλ. Genn v Winkel
(1912)107 L.T. 434 ανωτέρω). Εν προκειμένω, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Εναγομένου, ότι είχε συμφωνηθεί ρητά με την Ενάγουσα ότι αυτός θα προμήθευε τα εμπορεύματα σε πελάτες του υπό συνθήκες υπο-παρακαταθήκης («sub-bailment»). Αυτός, είναι ένας ισχυρισμός που δεν περιελήφθη στην έκθεση υπεράσπισης του και ο οποίος παρουσιάστηκε από τον Εναγόμενο σε ένα προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του, χωρίς να είχε τεθεί σε κανένα από τους μάρτυρες που παρουσίασαν τα γεγονότα για την υπόθεση της Ενάγουσας προς σχολιασμό [ή αντίκρουση της] της και ειδικότερα προς τον ΜΕ1 που είχε την ουσιαστικότερη εμπλοκή στα όσα γεγονότα της υπόθεσης αυτής είναι επίδικα. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός του Εναγομένου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός (βλ. M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016). Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, η Ενάγουσα βάσιμα διεκδίκησε με αυτή της την Αγωγή από τον Εναγόμενο το συμφωνηθέν για τα εμπορεύματα τίμημα (βλ. Kirkham v Attenborough [1897] 1 Q.B. 201).
  1. Καταλήγω με την θέση και ισχυρισμό του Εναγομένου ότι, στην επίδικη συμφωνία με την Ενάγουσα, προσήλθε ένα νομικό πρόσωπο του οποίου είναι διοικητικός σύμβουλος και όχι ο ίδιος προσωπικά. Ο ισχυρισμός αυτός του Εναγομένου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ξεκινώ από την δικογραφία. Ο Εναγόμενος, με την έκθεση υπεράσπισης του, ήγειρε την ένσταση του αναφορικά με το γεγονός της έγερσης αυτής της Αγωγής εναντίον του προσωπικά, επειδή, ως ισχυριζόταν, ο ίδιος ουδέποτε προσήρθε σε συμφωνία με την Ενάγουσα, ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται. Υποστηρίζοντας σχετικά, ότι, ο ίδιος, ως αξιωματούχος και μέτοχος της «Αγαθάγγελος Μ.Κωνσταντίνου & Υιοί Λτδ», η οποία εμπορεύεται και με την επωνυμία «Angelos United Distributors», δεν μπορεί να ευθύνεται προσωπικά για τις οποιεσδήποτε εμπορικές συναλλαγές της εν λόγω εταιρείας με την Ενάγουσα. Και τούτο, αφής στιγμής, κατά τον Εναγόμενο, η ισχυριζόμενη από πλευράς Ενάγουσας συμφωνία, έγινε με την εν λόγω εταιρεία και όχι με τον ίδιο προσωπικά. Εντούτοις, εντελώς αντιφατικά της θέσεως του αυτής, στην έκθεση υπεράσπισης του, σε διάφορα της σημεία, στην συνέχεια της, ο Εναγόμενος αναφερόταν σε συμφωνία στην οποία ο ίδιος προσωπικά προσήρθε με την Ενάγουσα (βλ. τις παραγράφους 5(α), 5(γ), 5(δ), 5(ε), 6, 7, 13, 15, 16 και 17). Η δε αναφορά του της παραγράφου 5 της έκθεσης υπεράσπισης του, ως προς το ότι, «κατά ή περί τα τέλη Μαρτίου και/ή αρχές Απριλίου του 2010 συμφωνήθηκε με την Angelos United Distributors η οποία ανήκει Αγαθάγγελος Μ.Κωνσταντίνου & Υιοί Λτδ» (η υπογράμμιση είναι δική μου για να επισημανθεί η συγκεκριμένη αναφορά), είναι η πιο χαρακτηριστική τούτου και καταδεικνύει κάτι που διαφάνηκε και από την μαρτυρία που δόθηκε από τον Εναγόμενο κατά την δίκη; ότι δηλαδή, το γεγονός ότι ο Εναγόμενος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της συγκεκριμένης εταιρείας, αν τέτοια ήταν όντως η περίπτωση, δεν είχε αποκαλυφθεί στην Ενάγουσα κατά τον χρόνο που αυτή προσήλθε στην επίδικη συμφωνία μαζί του, δια του ΜΕ
  2. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης και την αντεξέταση των προσώπων που παρουσίασαν τα γεγονότα για την υπόθεση της Ενάγουσας, είναι άξιο να σημειωθεί ότι, από πλευράς Εναγομένου, αν και καταληκτικά υπεβλήθη ξεκάθαρα η θέσης του ότι, είχε προσέλθει στην επίδικη συμφωνία με την Ενάγουσα, έχοντας αποκαλύψει ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Αγαθάγγελος Μ.Κωνσταντίνου & Υιοί Λτδ και ότι η εμπορική επωνυμία Angelos United Distributors ανήκε στο εν λόγω νομικό πρόσωπο και όχι στον ίδιο προσωπικά; κατά την διάρκεια της αντεξέτασης τους, οι θέσεις του για το ζήτημα αυτό δεν ήταν ξεκάθαρες. Βρίσκω ότι, αντίθετα του τι καταληκτικά είχε τεθεί ως θέσης του Εναγομένου για το ζήτημα αυτό, ο τρόπος που ετίθεντο οι ερωτήσεις της αντεξέτασης στους μάρτυρες για την υπόθεση της Ενάγουσας, ειδικότερα κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, έκαναν αναφορά και παρουσίαζαν ως δεδομένη την προσωπική συμφωνία του Εναγομένου με την Ενάγουσα και ότι, το ζήτημα της εν λόγω εμπορικής επωνυμίας, ήταν κάτι το οποίο απλά αναφέρθηκε και μάλιστα εκ των υστέρων της σύναψης της επίδικης συμφωνίας. Μάλιστα, ως έγινε αντιληπτό από την αντεξέταση των προσώπων αυτών από πλευράς της υπεράσπισης του, ο Εναγόμενος, παραδέχεται ότι η Ενάγουσα, δια του ΜΕ1, τον προσέγγισε λόγω της πείρας που ήταν γνωστός ότι είχε στην αγορά του συγκεκριμένου εμπορεύματος και όχι ένεκα της φήμης ή της εμπειρίας στον τομέα οποιασδήποτε εταιρείας ετύγχανε αυτός να ήταν διοικητικός σύμβουλος. Ο ΜΕ1, είχε αντεξεταστεί από πλευράς υπεράσπισης του Εναγομένου, κατά πόσο γνώριζε ή είχε περιέλθει σε γνώση του, στα όσα χρόνια γνωρίζονταν με τον Εναγόμενο, ότι ο Εναγόμενος «είχε εταιρεία που πωλούσε ποτά». Ο ΜΕ1, εμμένοντας στην θέση του ότι ο Εναγόμενος, σε ότι αφορούσε την επίδικη συναλλαγή, «του ήταν γνωστός» μόνον προσωπικά, δεν αρνήθηκε ότι γνώριζε ότι ο Εναγόμενος «κάποτε είχε δική του εταιρεία». Ερωτήθηκε τότε, ο ΜΕ1, από τον συνήγορο υπεράσπισης του Εναγομένου, εν όψει της απάντησης του αυτής, «κατά πόσο ήταν τυχαίο το ότι, όταν είχε ζητηθεί από τον Εναγόμενο, σε ποιον να εκδοθεί η φορτωτική («waybill»), Τεκμήριο 1, εδόθη από αυτόν στην Ενάγουσα η επωνυμία Angelos United Distributors». Προεκτείνοντας το ερώτημα του ο συνήγορος, διερευνώντας και το «τι σήμαινε σε αυτόν [για τον ΜΕ1 δηλαδή], ως επιχειρηματία, η εν λόγω επωνυμία». Ερωτήσεις, από τις οποίες, δεν φαίνεται ότι η θέση του Εναγομένου ήταν ότι είχε προσέλθει στην επίδικη συμφωνία με την Ενάγουσα ως αντιπρόσωπος της Αγαθάγγελος Μ.Κωνσταντίνου & Υιοί Λτδ και αποκαλύπτοντας τούτο στην Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο ΜΕ1 στις εν λόγω ερωτήσεις του Εναγομένου, απάντησε υποστηρίζοντας ότι, η εν λόγω επωνυμία, είχε απλά αναφερθεί από τον Εναγόμενο στην Ενάγουσα σε κάποιο στάδιο και ότι αυτό δεν σήμαινε ότι αποκάλυπτε την ύπαρξη εταιρείας ή ότι η Ενάγουσα είχε συμβληθεί με εταιρεία και όχι με τον Εναγόμενο προσωπικά. Ο ΜΕ1, υποστήριξε περαιτέρω, ότι, επειδή γνώριζε τον Εναγόμενο προσωπικά, δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο ζήτημα αυτό. Στον ίδιο, υποστήριξε περαιτέρω, δεν ελέχθη τότε (δηλαδή, κατά την σύναψη της συμφωνίας) από τον Εναγόμενο, ούτε και γνώριζε αν ο Εναγόμενος «είχε εταιρεία». Ο Εναγόμενος, όταν στην συνέχεια κατέθεσε στο Δικαστήριο, ήταν ακόμη πιο ασαφής για την υπόθεση του αυτή. Κατά την κυρίως εξέταση του, ο Εναγόμενος υποστήριξε ρητά ότι η επίδικη συμφωνία είχε συναφθεί μεταξύ της Ενάγουσας και «της εταιρείας του» (βλ. παράγραφο 8 της γραπτής του δήλωσης Έγγραφο Γ). Εντούτοις, ερωτηθείς για το ζήτημα αυτό κατά την αντεξέταση του, έδωσε την ακόλουθη απάντηση, από την οποία, όπως προαναφέρθηκε, διαφαίνεται ότι, ο ισχυρισμός του περί ρητής και ξεκάθαρης αποκάλυψης στην Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο της σύναψης της επίδικης συμφωνίας, ότι προσερχόταν σε αυτήν, ως αντιπρόσωπος της Αγαθάγγελος Μ.Κωνσταντίνου & Υιοί Λτδ, στο όνομα και για λογαριασμό της, δεν ευσταθεί: «Σαν επιχειρηματίας και ανώτατο στέλεχος εμπορικής εταιρείας, ο κ. Ιωσήφ Πέτρου [ο ΜΕ1, δηλαδή], γνώριζε πολύ καλά μέσω της επαγγελματικής κάρτας που του παρέδωσα, ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα γινόταν για διανομή της σαμπάνιας, θα ήταν μέσω αυτής της εταιρείας και της εμπορικής της επωνυμίας.». Από την μαρτυρία αυτή του ΜΕ1, φαίνεται ότι, η θέσης του τελικά, είναι ότι «εξυπακουόμενα», -από το γεγονός ότι παρέδωσε την επαγγελματική του κάρτα στον ΜΕ1 (ισχυρισμός που, ας σημειωθεί, δεν έγινε αποδεκτός από τον ΜΕ1)-, προκύπτει ότι η επίδικη σύμβασης συνάφθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της εν λόγω εταιρείας, αντί με τον ίδιο. Σε κάθε περίπτωση, ο Εναγόμενος, δεν ήταν ξεκάθαρος για το ζήτημα αυτό. Και αναφέρω αυτό, καθότι, ενώ είχε αναφερθεί, ως προαναφέρθηκε, για το ζήτημα της εμπορικής επωνυμίας της Αγαθάγγελος Μ.Κωνσταντίνου & Υιοί Λτδ, σχεδόν αμέσως μετά, και πάλι κατά την αντεξέταση του, υποστήριξε ότι, κατά την συνάντηση που κατέληξε στην επίδικη συμφωνία, «είχε ξεκαθαρίσει» στον ΜΕ1 ότι, η όποια συμφωνία «θα περνούσε μέσα από τις διαδικασίες της δικής του εταιρείας». Για να επανέλθει και πάλι στην προαναφερόμενη θέση του περί γνώσης του γεγονότος από την Ενάγουσα μέσω της επαγγελματικής του κάρτας, όταν του είχε υποβληθεί από την συνήγορο της Ενάγουσας, ότι, τα όσα ανέφερε σχετικά με την εμπορική επωνυμία Angelos United Distributors, η Ενάγουσα δεν τα γνώριζε. Η απάντησης που έδωσε: «το γνώριζε μέσω της επαγγελματικής κάρτας που τους παρέδωσα», καταδεικνύει, κατά την άποψη μου, και του λόγου το αληθές, περί της ασάφειας στην μαρτυρία του Εναγομένου για το ζήτημα αυτό και της αντιφατικότητας της μαρτυρίας του. Το ίδιο, πιστεύω, καταδεικνύει και ο σχολιασμός της θέσης της Ενάγουσας, που του υπεβλήθη καταληκτικά της αντεξέτασης του, αναφορικά με το ότι, ο ΜΕ1 δεν γνώριζε για την «εταιρεία του Εναγομένου που είχε εγγραφεί από το έτος 2003», που ήταν ο εξής: «Δεν ήταν υποχρεωμένος να γνωρίζει αν το 2003 είχα εταιρεία. Γνώριζε από την επαγγελματική μου κάρτα, που κατά την πρώτη μας συνάντηση τον Μάρτιο του έτους 2010 του παρέδωσα, τι εταιρεία είχα και τι εργασίες έκανε. Εξ ου και η πρόσκληση, μέσω της εταιρείας μου, να τον βοηθήσω να τοποθετήσει την σαμπάνια στην αγορά.».
  3. Σύμφωνα με το Άρθρο 190 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα έγερσης αγωγής εναντίον αντιπροσώπου όταν σύμβαση στην οποία προσέρχεται υπό αυτή του την ιδιότητα δεν εκτελεστεί: «
(1)Ελλείψει συμβατικού όρου για αυτό, ο αντιπρόσωπος δεν δύναται να εκτελέσει προσωπικά σύμβαση που συνάφθηκε από αυτόν για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ούτε δεσμεύεται προσωπικά από αυτή.
(2)Τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει στις ακόλουθες περιπτώσεις- (α) όταν η σύμβαση καταρτίζεται από αντιπρόσωπο για την πώληση ή την αγορά αγαθών, για λογαριασμό εμπόρου που διαμένει στην αλλοδαπή~ (β) όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου~ (γ) όταν ο αντιπροσωπευόμενος, παρόλο ότι αποκαλύφτηκε το όνομα του, δεν δύναται να εναχθεί.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Η συνομολόγηση σύμβασης με τη μεσολάβηση αντιπροσώπου, είναι μια από τις μεθόδους περιορισμού της αρχής του «privity of contract» [[x]]. Στην Κύπρο, το ζήτημα αυτό της αντιπροσωπείας, ρυθμίζεται, από το Μέρος ΧΙΙΙ του Κεφ.
  2. Η γενική αρχή είναι, ότι, ο αντιπρόσωπος, αποσύρεται από την όλη συναλλαγή στην οποία ο εντολέας του προσέρχεται με τρίτο πρόσωπο και ως εκ τούτου, ο ίδιος, δεν ευθύνεται για την σύμβαση ή έχει εξουσία να την εφαρμόσει [[xi]]. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, ως έχει προαναφερθεί, αλλά και άλλες ως έχουν αναγνωρισθεί νομολογιακά από το κοινό δίκαιο, όπου, ένας αντιπρόσωπος, μπορεί να ευθύνεται προσωπικά ή και προσωπικά, παρά το γεγονός ότι προσέρχεται στην σύμβαση υπό αυτή του την ιδιότητα. Αποφασιστικής σημασίας παράγοντας, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι, ως έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά, η πρόθεσης των μερών. Το κριτήριο, εν προκειμένω, είναι αντικειμενικό και βασίζεται στο τι δύο λογικά συναλλασσόμενα πρόσωπα που θα προσέρχονταν σε μία συμφωνία αυτής της φύσης, υπό τους συγκεκριμένους όρους και υπό τις συγκεκριμένες περιβάλλουσες περιστάσεις, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποσκοπούσαν [[xii]]. Το ζήτημα φυσικά απλοποιείται, όταν η πρόθεσης αυτή των μερών έχει αποτυπωθεί γραπτώς σε κείμενο συμφωνίας, οπόταν και η διαφορά ως προς την ευθύνη ή την εξουσία εφαρμογής της από αντιπρόσωπο, συνήθως, περιορίζεται σε ζήτημα ερμηνείας της σύμβασης. Αντιπρόσωπος, δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη, αν, από την σύμβαση, ερμηνευμένη ως σύνολο, φαίνεται ότι, αυτός, προσήλθε στην συμφωνία ως αντιπρόσωπος, χωρίς την ανάληψη οποιασδήποτε προσωπικής υποχρέωσης.
  3. Στην προκείμενη περίπτωση, ως προκύπτει από την ανάλυση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης, τίθεται ζήτημα εφαρμογής των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 190
(2)(β) του Κεφ. 149, καθότι, η αντιπροσωπευτική ιδιότητα του Εναγομένου, -ότι δηλαδή είχε προσέρθει στην επίδικη συμφωνία με την Ενάγουσα στο όνομα και για λογαριασμό της Αγαθάγγελος Μ.Κωνσταντίνου & Υιοί Λτδ-, και κατά πόσο αυτή είχε αποκαλυφθεί στην Ενάγουσα, είναι ζήτημα αμφισβητούμενο. 51. Για το ζήτημα αυτό, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, τόμος 2
(1), 4η έκδοση (επανέκδοση), στην σελίδα 128, στην παράγραφο 184, αναφέρονται τα εξής: «Where an agent is making a contract discloses the existence, but not the name, of a principal on whose behalf he is acting he is not made liable by the mere fact of not disclosing the name, for that is only a relevant factor in deciding whether the agent contracted personally or not, although he may become liable, for example, by trade usage. The issue of liability depends upon the terms in which the agent contracted, and the fact of non-disclosure of the identity of the principal will not be conclusive either way. Prima facie a party is personally liable on a contract if he puts his unqualified signature to it. In order therefore, to exonerate the agent from liability, the contract must show, when construed as a whole, that he contracted as agent only, and did not undertake any personal liability. It is not sufficient that he should have described himself in the contract as an agent, for the contract and the surrounding circumstances may indicate that he is liable. If he states only on behalf of a principal, he is not liable, unless the rest of the contract clearly involves his personal liability, or unless he is shown to be the real principal. The words 'as agents', 'on account of', 'on behalf of' and 'for' are conclusive when qualifying the signature to qualify responsibility of the signatory as principal whether the identity of the actual principal is disclosed or not, and notwithstanding that the contract may impose active obligations upon the agent towards the other contracting party. If the addition to the signature is merely 'agent' the effect will depend on whether the term is used as a description or as a qualification. The mere addition of the words 'secretary' or 'director' to the signature of a company's agent will not be sufficient to avoid his personal responsibility. When on the construction of a written contract, the agent is held not to have contracted personally, evidence of usage may be admissible to make him liable, unless the usage is inconsistent with the express contract. No oral evidence of intention is, however admissible to exonerate him from liability contrary to the terms of the contract, except that by way of defence he may set up an express agreement between himself and the other contracting party to that effect. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Περαιτέρω, για το ίδιο ζήτημα, στο σύγγραμμα Bowstead & Reynolds on Agency, 19η έκδοση, στις σελίδες 552, 553 και 554, στην παράγραφο 9-016, αναφέρονται επίσης τα εξής: «Difficult problems must frequently occur in the case of unidentified principals. Where the agent gives the third party to understand that he acts for another, as by reference to "our principals", "our clients", etc., there may indeed be cases where the third party can be regarded as being willing to deal with the principal, whoever he is. Indeed it has been said that in an ordinary commercial transaction such willingness may be assumed by the agent in the absence of other indications. But this may sometimes be an improbable construction to put on the situation; at the other end of the scale, therefore, such facts may give rise, or assist in giving rise, to the inference that the third party deals only with the agent (the problem of the agent's position vis-a-vis his principal being irrelevant to the third party). But there is a middle course. The Restatement, Third provides that when the agent acts for a principal whose existence is known but who is not identified at the time of contracting, the agent is unless otherwise agreed a party to the contract, and the inference is that he is in addition to and not in substitution for the principal (though sometimes his liability may cease on disclosure of the principal's identity). Though the fact that the agent does not name his principal is obviously relevant in determining whether he contracts personally, such a general proposition has actually been rejected in England in respect of unwritten contracts, and in the Supreme Court of Canada in respect of a written contract. In view of the weakness, or at least uncertainty, of the law as to demanding to know the identity of the principal, this is perhaps unfortunate. But the wording of written contracts may certainly give rise to the agent being a party to the contract in such a case. And there are many cases showing that in such situations the court will recognise a trade usage that a commercial agent, e.g. a broker, is personally liable, particularly if his principal is unidentified. Here again the exact terms of the agent's engagement with the third party require careful analysis. The trade custom cases, which arise mostly in the context of the rules of evidence, on the whole do seem to assume that the agent's liability is additional to that of his principal: a collateral contract and suretyship are also sometimes suggested. ... ».
  2. Σε κάθε περίπτωση, όπως υπεδείχθη από τον Λόρδο Δικαστή Scarman, στην απόφαση του στην υπόθεση Yeung Kai Yung v Hong Kong and Shanghai Banking Corp [1981] A.C. 787, 795: « It is not the law that, if a principal is liable, his agent cannot be. The true principal of law is that a person is liable for his engagements (as for his torts) even though he is acting for another, unless he can show that by the law of agency he is to be held to have expressly or impliedly negatived his personal liability.» (η υπογράμμισης είναι δική μου).
  3. Για το ζήτημα αυτό, βλέπε επίσης στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, τόμος 2, τις παραγράφους 31-083, 31-084 και 31-
  4. Σχετική, εν προκειμένω, είναι και η νομολογία στην οποία παραπέμφθηκα από τον συνήγορο της Ενάγουσας κατά την τελική του αγόρευση, στην οποία εξετάστηκε το ζήτημα αυτό.
  5. Στην υπόθεση Ιάκωβος Γεωργιάδης ν The Bernoulli Trading Co. Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 629, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Ο εφεσείων αρνήθηκε πως είχε προσωπική ευθύνη να το εξοφλήσει. Η υπεράσπιση του είναι πως κατά τον κρίσιμο χρόνο ενεργούσε υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα. Συγκεκριμένα πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι οι δοσοληψίες του με την εφεσίβλητη έγιναν για λογαριασμό της εταιρείας Meljay Estates Ltd και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα. Συνεπώς οποιεσδήποτε έννομες συνέπειες από τις αυτοπρόσωπες ενέργειες του δεν τον αφορούν. Η ευθύνη, αν υπάρχει, βαρύνει την εν λόγω εταιρεία. Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο εφεσείων ήταν μέτοχος και διοικητικός σύμβουλος της Meljay Estates. Ας σημειωθεί ότι σ' αυτή ανήκει η εμπορική επωνυμία Corinthia Beach Hotel την οποία είχε εγγράψει νομότυπα από το 1982 στον Έφορο των Εταιρειών• και ότι ήταν ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου γνωστού σαν Corinthia Hotel Apartments στη Λάρνακα, το οποίο διαθέτει πισίνα. Όμως ο διευθυντής της εφεσίβλητης που ήταν και ο μόνος μάρτυρας που κατέθεσε εκ μέρους της είπε - και έγινε πιστευτός - ότι δε γνώριζε τίποτε από όλα αυτά. Ούτε ο ίδιος ο εφεσείων του ανέφερε ποτέ ότι ενεργούσε για άλλο πρόσωπο φυσικό ή νομικό. Ουσιαστικά ο εφεσείων, που στη μαρτυρία του είπε πως η εφεσίβλητη δε ζήτησε ποτέ να μάθει ποίος ήταν ο πραγματικός χρεώστης, επιβεβαιώνει την παραπάνω εκδοχή του μάρτυρα της εφεσίβλητης. Το πρωτόδικο δικαστήριο, ενόψει του γεγονότος ότι ο εφεσείων δικαιοπρακτήσας υπέγραψε όλα τα τιμολόγια χωρίς να δηλώσει ή υπαινιχθεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι ήταν αντιπρόσωπος της Meljay Estates, θεώρησε πως αυτός υπείχε προσωπική ευθύνη για το χρέος που ο ίδιος, ομολογουμένως, συνήψε• και ότι κατά τις διατάξεις του άρθρου 190 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, μπορούσε να εναχθεί προσωπικά γι' αυτό. Και παρατήρησε ότι υπό τις συνθήκες και περιστάσεις που έγινε η δοσοληψία η εφεσίβλητη δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε έρευνα για να ανακαλύψει ποίοι ήταν οι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου. Ο δικηγόρος του εφεσείοντα υποστήριξε ότι επιβαλλόταν τέτοια έρευνα δεδομένου ότι με τα τιμολόγια χρεώθηκε για τα εμπορεύματα το ξενοδοχείο Corinthia Hotel Apartments και παράλληλα ο εφεσείων τα είχε υπογράψει σαν παραλήπτης και όχι σαν αγοραστής. Για την ακρίβεια είχε θέσει την υπογραφή του κάτω από τις τυπωμένες λέξεις "ο λαβών". Τα στοιχεία αυτά δείχνουν πως άλλος ήταν ο πραγματικός αγοραστής, ο οποίος έπρεπε να αναζητηθεί από την εφεσίβλητη. Οι περιστάσεις λοιπόν έδειχναν το αντίθετο συμπέρασμα απ' εκείνο που κατέληξε η πρωτόδικη απόφαση. Είναι βολικό να δούμε από τώρα πώς αντιμετώπισε το ζήτημα ο πρωτόδικος δικαστής: "Όπως έχω εκτιμήσει τα πράγματα βρίσκω ότι οι ενάγοντες εξέδιδαν τα τιμολόγια τους στο όνομα του ξενοδοχείου προφανώς χάριν ευκολίας πιστεύοντας λογικά ότι ο αγοραστής και χρεώστης των εμπορευμάτων ήταν ο εναγόμενος εφόσον υπόγραφε ο ίδιος προσωπικά τα σχετικά τιμολόγια και χωρίς να δηλώνει ότι υπόγραφε υπό άλλην εκτός την προσωπική του ιδιότητα." Περαιτέρω ο κ. Αντωνιάδης υπέβαλε ότι εφόσον υπήρχε εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία η αγωγή έπρεπε απαραίτητα να στραφεί κατά της Corinthia Beach Hotel όπως επιτάσσει ο Θ. 11 της Δ.7 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας. Θα παρατηρούσαμε ευθύς αμέσως ότι η διάταξη, αν φυσικά εφαρμοζόταν στο προκείμενο, παρέχει απλώς τη δυνατότητα σε περίπτωση που πρόσωπο διεξάγει επιχείρηση υπό όνομα άλλο από το δικό του να ενάγεται στο όνομα εκείνο όπως συμβαίνει με εμπορικό οίκο (firm name). Μία τέτοια ερμηνεία δικαιολογείται από τη χρήση του δυνητικού "may" στο αγγλικό κείμενο της διάταξης. Επομένως δε δημιουργείται υποχρέωση, όπως έγινε εισήγηση, παραβίαση της οποίας προκαλεί δικονομικό ή άλλο πρόσκομμα. Το κύριο όμως θέμα κατά την πρωτόδικη διαδικασία και τη συζήτηση της έφεσης ήταν η απόδοση ευθύνης για τη σύμβαση του εφεσείοντα με την εφεσίβλητη εταιρεία στον ίδιο. Το άρθρο 190 του Κεφ. 149 ενσωματώνει την αρχή ότι στην περίπτωση που ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει στον τρίτο με τον οποίο συναλλάσσεται το όνομα του αντιπροσωπευομένου δεσμεύεται προσωπικά ο ίδιος και μπορεί να διωχθεί δικαστικά. Οι Cheshire & Fifoot "The Law of Contract" 9η έκδοση, 1976, αναφέρουν σχετικά στη σελ. 472: "Where an agent, having authority to contract on behalf of another, makes the contract in his own name, concealing the fact that he is a mere representative, the doctrine of the undisclosed principal comes into play. By this doctrine either the agent, or the principal when discovered, may be sued; and either the agent or the principal may sue the other party to the contract." Εδώ ο εφεσείων όχι μόνο δεν αποκάλυψε το όνομα του αντιπροσωπευομένου αλλά ούτε καν την ύπαρξη αντιπροσώπευσης. Το εύρημα του δικάσαντος δικαστηρίου, που παραθέσαμε, απαντά στις αιτιάσεις του εφεσείοντα και υπό τις περιστάσεις κρίνεται απρόσβλητο. Θα μπορούσε να αναφερθεί ακόμη ότι ενισχύεται από την αλληλογραφία των διαδίκων. Ο δικηγόρος της εφεσίβλητης έγραψε στον εφεσείοντα προσωπικά ζητώντας αποπληρωμή του χρέους. Στην απάντηση του ο εφεσείων δεν έκαμε καμιά νύξη πως το χρέος δεν ήταν δικό του. Είναι πράγματι δύσκολο σε μιά τέτοια περίπτωση ο αντιπρόσωπος να απεκδυθεί των ευθυνών του εκτός αν καταστήσει σαφή την πρόθεση του όπως φαίνεται από το παρακάτω απόσπασμα από τον Α.C.Dutt "The Indian Contract Act" 4η έκδοση, 1969, σελ. 1005: "The effect of S. 230 cl.
(2)read with S. 92 is that, if on the face of a written contract an agent appears to be personally liable, he cannot escape liability by evidence of any disclosure of his principal's name apart from the contract. The presumption is not rebutted by the agent merely writing the words "for principal" after his signature." Αναφέρεται εδώ διευκρινιστικά ότι το άρθρο 230 της Ινδικής νομοθεσίας είναι ακριβώς το ίδιο με το κυπριακό άρθρο 190.». 57. Περαιτέρω, μνεία γίνεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παύλος Ευαγγελίδης ν Νίκου Κοσμά κ. α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 932, στην οποία, με αναφορά και στην απόφαση στην Ιάκωβος Γεωργιάδης ν The Bernoulli Trading Co. Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 629 ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα εξής: «Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 190 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 ελλείψει συμβατικού όρου προς το σκοπό αυτό, ο αντιπρόσωπος δεν δεσμεύεται προσωπικά από σύμβαση. Μεταξύ άλλων όμως τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου και σε τέτοια περίπτωση καθίσταται και ο ίδιος υπεύθυνος. Σχετική είναι και η απόφαση στην Γεωργιάδης ν. Bernoulli Τrading Co. Ltd
(1994)1 A.A.Δ. σελ. 629, όπου σε παρόμοια υπόθεση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 633: "Είναι πράγματι δύσκολο σε μιά τέτοια περίπτωση, ο αντιπρόσωπος να απεκδυθεί των ευθυνών του εκτός αν καταστήσει σαφή την πρόθεση του όπως φαίνεται από το παρακάτω απόσπασμα από τον A.C. Dutt "The Indian Contract Act" 4η έκδοση, 1969, σελ. 1005: 'Τhe effect of S. 240 cl.
(2)read with S. 92 is that, if on the face of a written contract an agent appears to be personally liable, he cannot escape liability by evidence of any disclosure of his principal' s name apart from the contract. The presumption is not rebutted by the agent merely writing the words "for principal" after his signature'. Aναφέρεται εδώ διευκρινιστικά ότι το άρθρο 230 της Ινδικής νομοθεσίας είναι ακριβώς το ίδιο με το κυπριακό άρθρο 190." Καθίσταται έτσι σαφές ότι στην παρούσα περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο αντιπρόσωπος, δηλαδή ο εφεσείων-εναγόμενος, είχε προσωπική ευθύνη με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 190. Περαιτέρω, σχετικές είναι και οι πρόνοιες του άρθρου 193 του Κεφ.149 που προνοεί τα ακόλουθα: "Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αντιπρόσωπος έχει προσωπική ευθύνη, το πρόσωπο που συναλλάττεται με αυτό δύναται να στραφεί είτε εναντίον αυτού είτε εναντίον του αντιπροσωπευομένου, είτε εναντίον και των δύο". Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 1, στην παράγρ. 853 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Where a person makes a contract in his own name without disclosing either the name or the existence of a principal, he is personally liable on the contract to the other contracting party, though he may be in fact acting on a principal' s behalf. He will continue to be liable even after the discovery of the agency by the other party, unless and until there has been an unequivocal election by the other contracting party to look to the principal alone." Καθίσταται έτσι σαφές ότι, ασχέτως οποιασδήποτε μεταγενέστερης γνώσης περί αντιπροσωπείας και να είχαν οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες δεν επηρεαζόταν το δικαίωμά τους να επιλέξουν να εγείρουν την αγωγή εναντίον του αντιπροσώπου, όπως έπραξαν στην παρούσα περίπτωση. (Bλ. και Ευθυμίου ν. Philippides Spring Co. Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1107). Αναφορικά με το παράπονο του εφεσείοντα ότι το Δικαστήριο δεν εξέτασε το κατά πόσο υπήρχε εγγεγραμμένη επωνυμία "Isiro Hotel Association" ή όχι, θεωρούμε ότι το γεγονός αυτό ουδόλως θα επηρέαζε την έκβαση της υπόθεσης. Αφ' ης στιγμής ο εναγόμενος-εφεσίβλητος υπέγραψε προσωπικά τη σύμβαση (τεκμ.1), η επωνυμία που χρησιμοποίησε δεν επηρεάζει τη νομική θέση της ευθύνης του.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 58. Και τέλος, παραπομπή γίνεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Προκόπης Άκης Προκοπίου ν Αδελφοί Τύμβιοι Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 903, στην οποία ελέχθησαν τα εξής: «Μελετώντας την ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία και εξετάζοντας αυτή κάτω από το φως των άρθρων 190-193 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, καταλήγουμε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ορθή. Το γεγονός ότι ο εφεσείων και/ή η σύζυγος του (εναγόμενη 1) είχαν πει στον Μ.Ε.1 ότι έχουν εταιρεία, της οποίας εν πάση περιπτώσει το όνομα δεν ανάφεραν, δεν είναι αρκετό από μόνο του να δείξει ότι ο εφεσείων συνεβάλλετο ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της εταιρείας. Απλή γνώση από πλευράς του ενός των συμβαλλομένων ότι ο αντισυμβαλλόμενος είναι μέτοχος και διευθυντής μιας εταιρείας, δεν είναι αρκετή για να απαλλάξει τον πρώτο από προσωπική ευθύνη, όταν τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η σύμβαση την οποία συνήψε δεν έγινε εκ μέρους του ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Bernoulli Trading Co. Ltd.
(1994)1 Α.Α.Δ. 629, σελ. 633 "είναι πράγματι δύσκολο σε μία τέτοια περίπτωση, ο αντιπρόσωπος να απεκδυθεί των ευθυνών του εκτός αν καταστήσει σαφή την πρόθεση του όπως φαίνεται από το παρακάτω απόσπασμα από την A.C. Dutt "The Indian Contract Act" 4η έκδοση, 1969, σελ. 1005".». (η υπογράμμιση είναι δική μου) 59. Στην προκείμενη περίπτωση, αξιολογόντας την αποδεκτή μαρτυρία, με κριτήριο, ως προαναφέρθηκε, το τι δύο λογικά συναλλασσόμενα πρόσωπα που θα προσέρχονταν σε μία συμφωνία αυτής της φύσης, υπό τους συγκεκριμένους όρους και τις συγκεκριμένες περιβάλλουσες περιστάσεις, πρέπει να θεωρεί ότι αποσκοπούσαν, καταλήγω ότι, ο Εναγόμενος, στην βάση και των προνοιών του Άρθρου 190
(2)(β) του Κεφ. 149, ευθύνεται προσωπικά για την μη εκτέλεση της επίδικης σύμβασης, -ως προς το μέρος της που αφορά την μη καταβολή του τιμήματος πώλησης των εμπορευμάτων που δεν επεστράφησαν από αυτόν στην Ενάγουσα ως έχει προαναφερθεί- και ότι η Αγωγή αυτή της Ενάγουσας, βάσιμα ηγέρθη εναντίον του βάσει των διατάξεων και του Άρθρου 193 του Κεφ.
  1. Ευθύνη την οποία βρίσκω ότι, υπό τις περιστάσεις, είχε αναλάβει προσωπικά. Βρίσκω συναφώς, ότι ο Εναγόμενος, δεν είχε αποκαλύψει στην Ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο που συνάφθηκε η επίδικη συμφωνία, είτε το γεγονός της αντιπροσωπευτικής του ιδιότητας, είτε το όνομα του αντιπροσωπευόμενου του. Ως έχω προαναφέρει, η επαφή της Ενάγουσας, με σκοπό να προσέρθουν σε σύμβαση, έγινε με τον Εναγόμενο προσωπικά, λόγω της προσωπικής εμπειρίας του Εναγομένου στον συγκεκριμένο τομέα του εμπορίου στην κυπριακή αγορά. Ο Εναγόμενος, δεν ανέφερε ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Αγαθάγγελος Μ.Κωνσταντίνου & Υιοί Λτδ, και το γεγονός αυτό επιμαρτυρείτε και από το ότι, στην φορτωτική («waybill»), Τεκμήριο 1, όταν παραλάμβανε τα εμπορεύματα, αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας, αμέσως μετά την σύναψη της, έθεσε την υπογραφή του, άνευ οποιασδήποτε επιφύλαξης ή περιορισμού της προσωπικής του ευθύνης. Το τι μεταγενέστερα μπορεί να αναφέρθηκε από τον Εναγόμενο στους αντιπροσώπους της Ενάγουσας εν προκειμένω, σύμφωνα και με την προαναφερόμενη νομολογία, δεν μπορεί να απαλλάξει τον Εναγόμενο από την προσωπική ευθύνη, που, ως έχει προαναφερθεί, φέρει σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή έναντι της Ενάγουσας. Και ειδικότερα, αφής στιγμής, και με αυτό το πραγματικό υπόβαθρο, η Ενάγουσα, δεν ενήργησε προς επιλογή, και μάλιστα αδιαμφισβήτητη, του παρουσιαζόμενου σε αυτήν μεταγενέστερα, εντολέα, που θα δημιουργούσε κώλυμα στην διεκδίκηση της αυτή, εναντίον του Εναγομένου. Ούτε και το γεγονός ότι, μεταγενέστερα της σύναψης της σύμβασης, ο Εναγόμενος είχε αναφέρει την συγκεκριμένη εμπορική επωνυμία, Angelos United Distributors, στον ΜΕ2 ή και στον ΜΕ1, ή ότι είχε χρησιμοποιήσει αυτήν σε δικά του έντυπα για σκοπούς που αφορούσαν την εργασία του, μπορεί να διαφοροποιήσει την κατάσταση, αφής στιγμής, προσερχόμενος στην επίδικη συμφωνία, δεν είχε αναφέρει στην Ενάγουσα οτιδήποτε σχετικά και το έπραξε ενεργώντας προσωπικά. Η δε Ενάγουσα και ειδικότερα μεταγενέστερα της σύναψης της επίδικης συμφωνίας, δεν είχε υποχρέωση να διερευνήσει το ζήτημα που αφορούσε τον ιδιοκτήτη της συγκεκριμένης εμπορικής επωνυμίας, επειδή αυτή είχε δοθεί στον αντιπρόσωπο της ΜΕ2 προς τον σκοπό εκδόσεως της φορτωτικής («waybill»), Τεκμήριο 1 ή επειδή παρουσιάστηκε σε διάφορα έγγραφα του Εναγομένου των οποίων έτυχε να λάβει γνώση. Κατάληξης
  2. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, βρίσκω ότι η Ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του Εναγομένου στον απαιτούμενο βαθμό. Εκδίδω, ως εκ τούτου, απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, για το ποσό των €4.173,64, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημερομηνία καταχώρισης αυτής της Αγωγής μέχρι εξόφλησης. Τηρουμένων προηγούμενων, ενδιάμεσων διαταγών του Δικαστηρίου σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
  3. Η Ανταπαίτησης του Εναγομένου, στην βάση της δήλωσης του συνηγόρου του ημερομηνίας 01/12/2016 και το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Έχει παρουσιαστεί ή θα παρουσιαστεί, αναλόγως της περίπτωσης που αφορά την υπόθεση ενός ενάγοντα ή ενός εναγομένου, αντίστοιχα, και το στάδιο παρουσίασης μαρτυρίας εκατέρωθεν, κατά την ακροαματική διαδικασία. [i] Βλ. επίσης, Moss v Sweet and Another
(1851)16 Queen's Bench Reports 493; 117 E.R.
  1. [ii] Βλ. επίσης, το σκεπτικό του Λόρδου Αρχιδικαστή Alverstone,στην υπόθεση Weiner v Gill [1906] 2 K.B. 574, CA,
  2. [iii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση ζήτημα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [v] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Βλ. επίσης, Παυλίνα Γρηγορίου ν Νικόλα Γρηγορίου Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [vii] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». [viii] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1508. [ix] Αναφέρει το Εφετείο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014: «Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138). Συνήθως τέτοια θέματα εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος, όπως ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Barry Wynne (πιο πάνω). Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία, μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατάθεση του Τεκμηρίου 21, το οποίο αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου και περιείχε όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν άφηνε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν σ΄ αυτόν.». [x] Στην απόφαση της πλειοψηφίας του Εφετείου στην υπόθεση Eurogal Surveys Ltd v D. Trade International Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2009, 17/10/2014, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η σημασία των πιο πάνω στην παρούσα περίπτωση είναι εμφανής. Όπως θα εξηγηθεί στην πορεία, η αρχή της δημιουργίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων («privity of contract»), υπόκειται σε εξαιρέσεις και μια κλασσική εξαίρεση είναι η συνομολόγηση συμφωνίας μέσω αντιπροσώπου («agency»). Όπως αναφέρεται και εξηγείται στο σύγγραμμα των Koffman & Macdonald: The Law of Contract, 6η έκδ., σελ. 498-499, παρ. 18.43-18.47, η συνομολόγηση σύμβασης με τη μεσολάβηση αντιπροσώπου είναι μια από τις μεθόδους περιορισμού της αρχής του «privity of contract». Όμως τα Δικαστήρια είναι διστακτικά στο να εφαρμόσουν σύμβαση με εξυπακουόμενη αντιπροσώπευση, απλώς και μόνο για να εξαγάγουν τέτοια σύμβαση. Πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία ότι ο αντιπρόσωπος έχει εξουσία από τον αντιπροσωπευόμενο να ενεργεί εκ μέρους του είτε ρητά είτε εξυπακουόμενα ως αποτέλεσμα της σχέσης των διαδίκων. Όταν υπάρχει αυτή η ρητή ή εξυπακουόμενη σχέση δημιουργείται «πραγματική» εξουσία αντιπροσώπευσης. Διαφορετικά μπορεί η αντιπροσώπευση να εγερθεί και υπό το φως των άλλων συνθηκών όποτε και μπορεί να ομιλεί κάποιος για «φαινομενική» («apparent») αντιπροσώπευση. Και περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ewan Mckendrick: Contract Law, 6η έκδ., σελ. 163, αναφέρεται ότι: «It would cause great commercial hardship if a businessman who appointed an agent to enter into a contract on his behalf was prevented by the doctrine of privity from suing upon that contract himself. So the doctrine of agency exists to give the businessman such a right of action. An agency relationship arises where one party, the agent, is authorised by another, the principal, to negotiate and to enter into contracts on behalf of the principal. Once an agency relationship is created, the agent is thereby authorised to commit the principal to contractual relationships with third parties. Agency is now a specialised area of law ....». (η υπογράμμιση είναι δική μου) [xi] Βλ. Thunder Shipping Co. Ltd v Lloyd Triestino DI.NAV. S.P.A. κ. α.
(1984)1 Α.Α.Δ.
  1. [xii] Βλ. σχετικά τα αναφερόμενα από τον Λόρδο Δικαστή Brandon στην υπόθεση The Swan [1968] 1 Lloyd's Rep 5,
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.