← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΚΗ ν. N CIVIL CONSTRUCTION LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής? 769/17, 19/4/2018

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΚΗ ν. N CIVIL CONSTRUCTION LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής? 769/17, 19/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιονː Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγήςː 769/17 Μεταξύː ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΚΗ, εκ Λάρνακας Ενάγοντα Ενάγοντας και

  1. N CIVIL CONSTRUCTION LIMITED (ΗΕ 110522)
  2. ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΦΑΚΑΣ (ΑΔΤ 700372)
  3. ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΣΙΑΡΗΣ Εναγομένων Ημερομηνία꞉19 Απριλίου, 2018 Εμφανίσειςː Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Μάρκος Οικονόμου, για Α.ΤΕΚΚΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ. Για τους Εναγόμενους αρ. 1 - καθ' ων η αίτηση: κ. Γεώργιος Αδαμίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με αίτηση του Ενάγοντος - Αιτητή, ημερομηνίας 19.10.2017 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει, εναντίον των Εναγομένων αρ.1 μόνο, απόφαση ως το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, πλέον έξοδα και Φ.Π.Α., επί τω ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 στερούνται υπεράσπισης. Η αξίωση επί του κλητηρίου εντάλματος είναι ως εξής꞉ «Α. €10.000.- ποσό οφειλόμενο δυνάμει γραμματίου και/ή γραμματίου συνήθους τύπου και/ή συναλλαγματικής και/ή δανείου και/ή συμφωνίας και/ή εγγράφου αναγνωρίσεως χρέους ή/και υπόσχεσης πληρωμής ημερομηνίας 29.05.2014 έναντι νόμιμου ανταλλάγματος ή/και δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως money had and received και/ή άλλως πως. Β. Γενικές και/ή Ειδικές Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή άλλως πως. Γ. €100.- Τόκος προς 1% ετησίως από 29.05.2014 μέχρι 28.05.2015 επί του ποσού των €10.
  4. Δ. Νόμιμο τόκο επί του ποσού των €10.100 προς 5.5% από την 28.05.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Ε. Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή καλύτερη και/ή άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμη και/ή αναγκαία και/ή δίκαιη. Στ. Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον ΦΠΑ.» Η αίτηση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ως ανωτέρω, βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.
  5. Θ.θ.1, 2, 9 και Δ.
  6. θθ. 1-9, επι της πρακτικής των Δικαστηρίων και των γενικών αρχών του Νόμου και της Νομολογίας και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση φαίνονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση, ημερ. 19.10.2017, του Δημήτρη Κακή από τη Λάρνακα, ο οποίος δηλώνει τα εξής꞉
  7. «Είμαι ο Ενάγοντας στη υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και προβαίνω στην παρούσα ένορκο δήλωση γνωρίζοντας προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
  8. Έχω διαβάσει το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της πιο πάνω αγωγής και επιβεβαιώνω το αληθές του περιεχομένου της.
  9. Την 29/05/2014 στη Λάρνακα οι Εναγόμενοι 1 μέσω του νόμιμου εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου της, έναντι νόμιμου ανταλλάγματος, υπέγραψαν και μου παρέδωσαν το γραμμάτιο συνήθους τύπου ημερ. 29/05/2014, δια το ποσό των €10.000, εντόκως προς 1% ετησίως από 29/05/2014 μέχρι 28/05/2015 επί κάθε χρεωστικού υπολοίπου και νόμιμο τόκο προς 5,5% από την λήξη του Γραμματίου μέχρι την εξόφληση αυτού. Το πιο πάνω ποσό ήταν πληρωτέο την 28/05/
  10. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 το Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου ημερ. 29/05/
  11. Ήταν ρητός όρος του ως άνω Γραμματίου Συνήθους Τύπου ημερ. 29/05/2014 ότι παράλειψη πληρωμής του ποσού των €10.000 στις 28/05/2015 θα καθιστούσε το γραμμάτιο ληξιπρόθεσμο και κάθε οφειλόμενο ποσό άμεσα απαιτητό μαζί με τους σχετικούς τόκους και τα δικηγορικά και δικαστικά έξοδα.
  12. Οι Εναγομένοι 1 παρά το γεγονός ότι ειδοποιήθηκαν επανειλημμένα από εμένα όπως προσέλθουν και εξοφλήσουν το ως άνω χρέος τους, μέχρι σήμερα παραλείπουν να εξοφλήσουν την οφειλή τους όπως πιο πάνω αναφέρεται μαζί με τους σχετικούς τόκους και συνεπώς το πιο πάνω ποσό πλέον τόκοι και έξοδα εξακολουθεί να οφείλεται μέχρι σήμερα.
  13. Την 01/06/2017 οι δικηγόροι μου καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο η οποία επιδόθηκε στους Εναγομένους 1 στις 15/06/
  14. Οι Εναγόμενοι 1 στις 20/06/2017 καταχώρησαν εμφάνιση μέσω του δικηγόρου τους.
  15. Οι Εναγόμενοι 1 στις 04/10/2017, έπειτα από αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 07/07/2017, καταχώρησαν την Υπεράσπιση τους.
  16. Πιστεύω ότι οι Εναγόμενοι 1 δεν έχουν υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και δεν αποκαλύπτουν τέτοια γεγονότα που δύνανται να θεωρηθούν επαρκής Υπεράσπιση και καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης και Έκθεση Υπεράσπισης μόνο για σκοπούς καθυστέρησης.
  17. Για τους πιο πάνω λόγους ζητώ την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 ως οι παράγραφοι Α έως ΣΤ της Έκθεσης Απαίτησής μου.». Οι Εναγόμενοι αρ.1 καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση του Αιτητή στις 11/01/2018 προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης:
  18. «Οι Εναγόμενοι 1 - Καθ' ων η Αίτηση έχουν καλή υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή.
  19. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης με συνοπτική διαδικασία όπως προβάλλονται στην Δ.18 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.». Η Ένσταση στηρίζεται στα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 11.1.2018, του κ. Νεκτάριου Φάκα από την Λευκωσία. Παραθέτω αυτούσια την Ε/Δ του꞉ «Είμαι στην υπηρεσία της Εναγόμενης 1 - Καθ'ης η αίτηση, είμαι εξουσιοδοτημένος από αυτή όπως προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση και έχω προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που αφορούν την παρούσα αγωγή. Εχω αναγνώσει την αίτηση της Ενάγουσας - Αιτήτριας και την επισυναπτόμενη ένορκη δήλωση και αναφέρω τα ακόλουθα. Η Εναγόμενη 1 - Καθ'ης η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή για τους ακόλουθους λόγους:

(1)Το επίδικο γραμμάτιο δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 για τον λόγο ότι η Εναγόμενη 1 δεν έλαβε νόμιμο αντάλλαγμα το ποσόν των 10,000 ΕΥΡΩ από τον Ενάγοντα.
(2)Το επίδικο γραμμάτιο υπογράφηκε από την Εναγόμενη 1 κατόπιν εξαναγκασμού από μέρος του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη 1 και κατά συνέπεια είναι άκυρο για τους πιο κάτω λόγους: (A) O Ενάγοντας κατά ή περί την 16/10/2012 κατεχώρησε την ποινική υπόθεση με αριθμό 19465/2012 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εναντίον της Εναγομένης 1 για την έκδοση των επιταγών με αριθμούς 20250772, 20250773, 20250774, 20250775 χωρίς αντίκρυσμα για το συνολικόν ποσόν των 6,500 ΕΥΡΩ. Καταθέτω την ποινική υπόθεση με αριθμό 19465/2012 ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  1. (Β) Ο Ενάγοντας κατεχώρησε την ανωτέρω ποινική υπόθεση καταχρηστικά και εκβιαστικά καθότι οι επιταγές με αριθμούς 20250773 και 20250774 διά το συνολικόν ποσόν των 3,000 ΕΥΡΩ δεν είχαν σφραγίδα της Τράπεζας και κατά συνέπεια δεν υπήρχε οιονδήποτε ποινικό αδίκημα. Καταθέτω τις επιταγές με αριθμούς 20250773 και 20250774 ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ
  2. (Γ) Ο Ενάγοντας κατά ή περί την 29/5/2014 εξανάγκασε την Εναγόμενη 1 να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο για το ποσόν των 10,000 ΕΥΡΩ αντί για το ποσόν των 3,500 ΕΥΡΩ που ήταν οι επιταγές με αριθμούς 20250772 και 20250775 για να αποσύρει την ανωτέρω ποινική υπόθεση. (Δ) Η Εναγόμενη 1 ουδέποτε εγγυήθηκε την πληρωμή του επίδικου γραμματίου με τους όρους που αναγράφονται σε αυτό ως αναφέρεται Παραγράφου 3 των Λεπτομερειών της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Περαιτέρω ως με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μας, δεν πληρούνται οι προκαταρκτικές προυποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση, καθότι ο Ενάγοντας δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύσουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται καθότι δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα καθότι το επίδικο γραμμάτιο υπογράφηκε στην απουσία του και δόθηκε στους Δικηγόρους του Ενάγοντα.
  3. Για όλους τους ανωτέρω λόγους η Εναγόμενη 1 αιτείται την απόρριψη της παρούσας αίτησης με έξοδα.». Επισημαίνω ότι δεν υπήρξε αίτημα από πλευράς των συνηγόρων για αντεξέταση των ομνυόντων επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεών τους. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση με τις γραπτές αγορεύσεις των δύο συνηγόρων, τις οποίες μελέτησα με προσοχή και θα αποφανθώ αναφορικά με τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, αφού προηγουμένως αναλύσω τη νομική πτυχή της αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης με συνοπτική διαδικασία καθορίζονται στη Δ.18, θ.
  4. Συγκεκριμένα, η Δ.18 έχει ως ακολούθως: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγων μπορεί σε ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και να πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται και να αναφέρει ότι από ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης με ή χωρίς ενοίκιο ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.». Στην απόφαση, ημερομηνίας 4.9.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθύμισε τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της πιο πάνω διάταξης Δ.18, θ.
  5. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον Εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεσή του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co. Ltd v Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAD 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v Persona Advertising Ltd
(1996)1 AAD 1074, Subotic v Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν Environvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818). Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18, θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθαː
  1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο
  2. Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και
  3. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Spyros Stavrinides, σελ. 136 - 138 και Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790 - 794, ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO. LTD v Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co. Ltd, ανωτέρω). Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.18, θ.3(α)).». Όσον αφορά την προϋπόθεση αρ. 3 ανωτέρω, κρίνω κατάλληλο να σημειώσω ότι εκείνο που απαιτείται να αποδειχθεί στο πλαίσιο της Δ.18, θ.1 είναι ότι ο ομνύων έχει «θετική» και όχι απαραιτήτως «προσωπική» γνώση των γεγονότων. Για το τί η νομολογία αναγνωρίζει ως «θετική γνώση» παραπέμπω στις αποφάσεις στις υποθέσεις Αθηνούλας Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ 782, 792 και συγκεκριμένα την αναφορά στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Limited v. United Electric Theatres Limited
(1914)3 Κ.Β.1253). Υποδεικνύεται εδώ ότι, στην περίπτωση νομικών προσώπων, ο όρος «θετική γνώση» τυγχάνει λογικής ερμηνείας και όχι αυστηρής σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και παράλογα αποτελέσματα (βλ. Marketrends v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ.223 ). Όπου οι Ενάγοντες είναι νομικό πρόσωπο είναι λογικό και αποδεκτό η ένορκη δήλωση να γίνεται από φυσικό πρόσωπο που είναι υπάλληλός τους (βλ., μεταξύ άλλων, την Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, σελ. 136 - 138, την προμνησθείσα απόφαση Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790 - 794,). Όσον αφορά το βάρος που έχει να ικανοποιήσει ο Εναγόμενος για να αποκτήσει το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους, επισημαίνω ότι, όπως έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408 και πιο πρόσφατα στην απόφαση ημερ. 14.11.2011 στην Πολιτική Έφεση 322/2008, J& M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, αυτό δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του. Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. A mere general denial that the defendant is indebted will not suffice (Wallingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas., per Lord Blackburn, at p. 704: Re General Rail, Syndicate, Whitsley´s Case,
(1900)1 Ch., per Lindley, M.R., at p. 369; Anon.,
(1875)W.N. 249, per Quain, J., at p. 250), unless the grounds on which the defendant relies as showing that he is not indebted are stated (ibid.)......................................................................................................... If the defence relied on is fraud the affidavit should state the particulars of the fraud (Wellingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas. 685). A mere vague general allegation of fraud is useless (ibid). Similarly, if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.». Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν Άριστου Καναουρίδη, Πολ. Έφ.10015, αποφαση ημερ. 26/4/99. Υπεράσπιση που είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστά συζητήσιμη ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας. (βλ. Ανδρέας Ιωάννου και Το Σκάφος «Veronika» Αγωγή Ναυτοδικείου 6302, απόφαση ημερ. 16/4/03, K.C.P. Commission Agents & Importers LTd v Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ - ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Δεδομένης της πιο πάνω ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης, προχωρώ να εξετάσω αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων αρ.
  1. Παρατηρώ ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις πληρούνται, εφόσον το κλητήριο ένταλμα είναι όντως ειδικά οπισθογραφημένο και έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης από τους Εναγόμενους αρ. 1 στις 20.6.
  2. Αμφισβητείται από τους Εναγόμενους η τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης. Ισχυρίζονται (βλ. το λόγο ένστασης 2 σε συνδυασμό με την παρα. 4 της Ε/Δ του κ. Ν. Φάκα), ότι ο κ. Δημήτρης Κακή, δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα ούτε μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα, καθ' ότι το επίδικο γραμμάτιο υπογράφηκε στην απουσία του και δόθηκε στους δικηγόρους του Ενάγοντος Κρίνω ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Ο κ. Δημήτρης Κακή είναι ο Ενάγων και είναι το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το επίδικο γραμμάτιο, όπως ρητά αναγράφεται σε αυτό (βλ. το Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωσή του). Είναι, επίσης, το πρόσωπο που κατέχει το πρωτότυπο έγγραφο του εν λόγω γραμματίου και άρα αυτός ο οποίος δύναται να το παρουσιάσει για να αποδείξει τη βάση αγωγής που εδράζεται επί του εν λόγω γραμματίου. Η δική του υπογραφή δεν ήταν αναγκαία επί του γραμματίου και επομένως η παρουσία του κατά την έκδοσή του δεν ήταν αναγκαία, για να μπορούσε να θεωρηθεί ουσιώδες γεγονός για την επιτυχία ή μη της αγωγής. Το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, που καθορίζει τί είναι το γραμμάτιο συνήθους τύπου, απαιτεί απλώς την υπογραφή του εκδότη στην παρουσία δύο ικανών μαρτύρων. Το παραθέτω: "
  3. 'Bond in customary form' is a promise in writing made by one person to another signed by the maker in the presence of at least two witnesses themselves competent to contract, engaging to pay, on demand or at a fixed or determinable future time, a sum of money to a person specified therein, together with interest at a rate fixed therein not exceeding nine per centum per annum and, in the event of any legal proceedings thereon, the costs thereof, and stating therein the consideration for which it is given." Σε μετάφραση: «Γραμμάτιο συνήθους τύπου» είναι έγγραφη υπόσχεση, που γίνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο και υπογράφεται από τον εκδότη, στην παρουσία δύο τουλάχιστον, ικανών για να συμβάλλονται, μαρτύρων, για την πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε καθορισμένο ή μελλοντικό χρόνο που προσδιορίζεται, στο πρόσωπο που καθορίζεται στο γραμμάτιο ποσού χρημάτων, πλέον τόκον που ορίζεται σ' αυτό κατ' ανώτατο όριο προς εννέα τα εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων πάνω σ' αυτό τα συναφή έξοδα, και που να φαίνεται σ' αυτό η αντιπαροχή για την οποία γίνεται η υπόσχεση." Με βάση το άρθρο 78, το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται "οφειλέτης χρέους" ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται "πιστωτής". Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη ότι, με βάση το άρθρο 80 του ιδίου Νόμου, «Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό». Επομένως, ο Ενάγων, εφόσον στηρίζει την αξίωσή του σε γραμμάτιο συνήθους τύπου, δεν φέρει το βάρος να αποδείξει οποιαδήποτε γεγονότα αναφέρονται στο γραμμάτιο. Το μόνο άλλο γεγονός για το οποίο ορκίστηκε ο κ. Κακή (βλ. την παρα. 5 της Ε/Δ του) αφορά στις οχλήσεις που έκανε προς τους Εναγομένους μετά την ημερομηνία λήξης του γραμματίου για να το αποπληρώσουν. Εφόσον ήταν προσωπικές του ενέργειες, είχε σίγουρα τη θετική γνώση να ορκιστεί για αυτές. Τα υπόλοιπα γεγονότα που αναφέρονται στην ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής και των διαβημάτων των διαδίκων στο πλαίσιο αυτής προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου του Δικαστηρίου. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, κρίνω ότι ο Ενάγων ήταν και είναι πρόσωπο ικανό για να ορκιστεί για τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωσή του προς υποστήριξη της αίτησης. Επομένως, το βάρος μετατίθεται στους ώμους των Εναγομένων να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή ή καλόπιστη υπεράσπιση ή/και ότι υφίστανται γεγονότα ικανά ν' αποκαλύψουν τέτοια υπέράσπιση. Η πρώτη γραμμή υπεράσπισης που προβάλλεται αφορά στον ισχυρισμό ότι το επίδικο γραμμάτιο δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Κατ' αρχάς, επισημαίνω ότι, στην απόφαση, ημερομηνίας 22.6.1990, στην Πολιτική Έφεση Αρ.7432, Βαρνάβας Παύλου κ.α. -ν- Ελληνικής Τράπεζας Λτδ.
(1990)1 ΑΑΔ 483 σημειώθηκε ότι το ζήτημα κατά πόσο ένα γραμμάτιο αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου, αποφασίζεται αναλόγως του αν αυτό πληροί τις προϋποθέσεις του προπαρατεθέντος άρθρου 78 του Κεφ. 149. Περαιτέρω, στην περίπτωση Παπαστράτης ν Οικονόμου
(1970)1 Α.Α.Δ. 11 διευκρινίστηκε ότι απαιτείται πιστή τήρηση των προνοιών του άρθρου 78, για να θεωρείται ένα γραμμάτιο συνήθους τύπουː "In our view the provisions of section 78 have to be strictly complied with if a bond is to be a bond in customary form; and this view is strengthened by the kind of provisions set out in sections 79 and 80 of Cap.
  1. Moreover, it has to be borne in mind, that a bond in customary form is granted by the Limitation of Actions Law (Cap.15) a much longer lease of life, for purposes of proceedings based on it, than ordinary bonds, and for this reason, too, we think that it is quite important that formalities regarding a bond in customary form should be fully complied with." Σε μετάφραση: "Κατά τη γνώμη μας οι πρόνοιες του άρθρου 78 πρέπει να τηρούνται αυστηρά για να θεωρηθεί ένα γραμμάτιο ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Και αυτή η άποψη ενισχύεται από τις πρόνοιες των άρθρων 79 και 80 του Κεφ.
  2. Πρόσθετα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι στο γραμμάτιο συνήθους τύπου δίδεται από τον περί Παραγραφής Νόμο (Κεφ.15) μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ισχύος, για σκοπούς αγωγής πάνω σε αυτό, παρά στα συνήθη γραμμάτια, και επομένως και γι' αυτό το λόγο είμαστε της γνώμης ότι είναι πολύ σημαντικό οι τυπικότητες που αφορούν την έκδοση γραμματίου συνήθους τύπου να τηρούνται απολύτως." Τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία είναι꞉ (α) να έχει υπογραφεί το γραμμάτιο από τον εκδότη του στην παρουσία δύο μαρτύρων ικανών για το συμβάλλεσθαι, (β) να προσδιορίζεται το πρόσωπο προς όφελος του οποίου ο εκδότης αναλαμβάνει την υπόσχεση πληρωμής του χρέους (γ) να προσδιορίζεται ο χρόνος αποπληρωμής του χρέους (δ) να προσδιορίζεται το ποσοστό του τόκου που θα χρεώνεται, κατ' ανώτατο όριο εννέα τοις εκατό κατ' έτος, (ε) να καθορίζεται ότι, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων πάνω σ' αυτό, τα συναφή έξοδα θα τα επωμίζεται ο οφειλέτης του χρέους, και (στ) να φαίνεται στο γραμμάτιο η αντιπαροχή για την οποία γίνεται η υπόσχεση. Στην παρούσα υπόθεση, το επίδικο γραμμάτιο Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα - Αιτητή, εμφανίζει τα εξής στοιχείαː (α) Φέρει την υπογραφή του οφειλέτη, ήτοι των Εναγομένων αρ. 1 και αναφέρεται στην παρουσία 2 μαρτύρων κατά την υπογραφή του. Δεν αμφισβητείται από τον κ. Νεκτάριο Φάκα στην Ε/Δ του η υπογραφή των Εναγομένων αρ. 1 ή/και των μαρτύρων ή/και η ικανότητα των μαρτύρων για το συμβάλλεσθαι. (β) Καθορίζεται ότι το ποσό του γραμματίου οφείλεται προς τον κ. Δημήτρη Κακή και δίδονται στοιχεία διεύθυνσής αυτού. (γ) Προσδιορίζεται το ποσό της οφειλής και ο χρόνος που τάσσεται για αποπληρωμή του ποσού. Δεν αμφισβητείται η τήρηση αυτών των συστατικών στοιχείων. Συγκεκριμένα, προσδιορίζεται ως οφειλόμενο το ποσό των €10.000, το οποίο ο εκδότης του γραμματίου αναλαμβάνει να το εξοφλήσει εντός ενός έτους από 28.5.
  3. (δ) Προσδιορίζεται το ποσοστό του τόκου, στο 1% το χρόνο από την ημερομηνία υπογραφής του γραμματίου επι κάθε χρεωστικού υπολοίπου και νόμιμος τόκος 5,5% από την λήξη του γραμματίου. Δεν εγείρεται λόγος ένστασης που να συσχετίζεται με το ποσοστό του τόκου. (ε) Καθορίζεται ότι, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων πάνω σ' αυτό, τα συναφή έξοδα θα τα επωμίζεται ο οφειλέτης του χρέους. (στ) Αναφέρεται ότι «η αξία του [ποσού του γραμματίου που ανέρχεται σε «€10.000 Ευρώ (Δέκα Χιλιάδες Ευρώ] προέρχεται από χρέος». Αυτή είναι η περιγραφή της αντιπαροχής για την οποία δόθηκε το γραμμάτιο. Παρατηρώ ότι, αυτό που αμφισβητούν οι Εναγόμενοι αρ. 1 δεν είναι την τήρηση της προϋπόθεσης που θέτει ο Νόμος, το ν' αναγράφεται στο γραμμάτιο ποια είναι η υπόσχεση για την αντιπαροχή. Αμφισβητείται «η νομιμότητα της εν λόγω αντιπαροχής». Υπό το φως όλων των ανωτέρω παρατηρήσεων, κρίνω πως δεν υπάρχει οτιδήποτε στην όψη του περιεχομένου του επίδικου γραμματίου που να δημιουργεί συζητήσιμη υπεράσπιση στη βάση του ότι αυτό δεν εμπίπτει στην έννοια του όρου «γραμμάτιο συνήθους τύπου» εντός των προνοιών του άρθρου
  4. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω, αν ο λόγος ένστασης που συσχετίζεται με την ισχυριζόμενη έλλειψη νομιμότητας της αντιπαροχής, εμπίπτει σε οποιαδήποτε άλλη υπεράσπιση, η οποία δύναται να εγερθεί καλόπιστα και βάσιμα. Είναι εκ του Νόμου περιορισμένες οι υπερασπίσεις που δύναται να επικαλεστεί ένας Εναγόμενος, όταν η απαίτηση του Ενάγοντα απορρέει από γραμμάτιο συνήθους τύπου. Σε αυτήν την περίπτωση ισχύουν μόνο οι υπερασπίσεις που προβλέπονται από την επιφύλαξη του άρθρου 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (βλ. Raif v Dervish
(1971)1 CLR 158, Χριστοφόρου κ.α. ν Paneuropean Insurance Co. Ltd
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1644) που έχει ως ακολούθωςː «80. Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.» (η έμφαση είναι δική μου) Επομένως οι μόνες υπερασπίσεις που μπορούν να εγερθούν είναι: Α) Η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι Β) Η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη Η μόνη άλλη υπεράσπιση που η νομολογία έχει αναγνωρίσει τη δυνατότητα να εγερθεί είναι η υπεράσπιση της εξόφλησης του χρέους (Κανναουρίδης ν. Οικοδομικής Εταιρείας Τακτικών Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου «Η Μέριμνα» Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1390), εφόσον η εξόφληση αποσβένει την οφειλή. Τούτο επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από τον Στ. Ναθαναήλ, Δ. στην απόφαση ημερ. 22.1.2013 στην Πολιτική Έφεση αρ. 230/2009, Κώστας Κυριάκου ν Θεράποντα Αναστασίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην προμνησθείσα απόφαση στην Πολιτική Έφεση 230/2009 διασαφηνίστηκε ότι «δεν μπορεί το Δικαστήριο να υπεισέλθει στη δεδηλωμένη στο ίδιο το γραμμάτιο αντιπαροχή»: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο συζήτησε, όπως ήδη λέχθηκε, την υπόθεση στη βάση του ότι το έγγραφο ήταν γραμμάτιο συνήθους τύπου και βέβαια η σχετική νομολογία είναι ότι ένα γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί αμάχητη απόδειξη και δεν μπορεί το Δικαστήριο να υπεισέλθει στη δεδηλωμένη στο ίδιο το γραμμάτιο αντιπαροχή (Raif v. Dervish
(1971)1 Α.Α.Δ. 158).». Συνεπώς, δεν παρέχεται η ευχέρεια για άσκηση δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας της αντιπαροχής. Εκείνο όμως που μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά είναι αν η ίδια η έκδοση του γραμματίου έγινε υπό συνθήκες που συνιστούν, υπό τη νομική έννοια του όρου, εξαναγκασμό ή απάτη. Ο όρος «εξαναγκασμός» σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κεφ. 149 ορίζεται ως εξής: «15.-
(1)Εξαναγκασμός είναι η διάπραξη ή η απειλή διάπραξης πράξης απαγορευμένης από τον Ποινικό Κώδικα ή από τροποποίηση του, ή η παράνομη κατακράτηση, ή η απειλή κατακράτησης, περιουσιακού στοιχείου, προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου, η οποία γίνεται με πρόθεση να αναγκαστεί άλλος να συνάψει συμφωνία.
(2)Είναι αδιάφορο κατά πόσο ο Ποινικός Κώδικας ή οποιαδήποτε τροποποίηση του, είναι σε ισχύ ή όχι στον τόπο όπου ασκείται ο εξαναγκασμός.» Ο ισχυρισμός των Εναγομένων αρ. 1, αναλύεται από τον κ. Νεκτάριο Φάκα στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση (βλ. παρ. 2(Α), (Β), (Γ)), λέγοντας ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 εξαναγκάστηκαν από τον Ενάγοντα να εκδώσουν και να υπογράψουν το επίδικο γραμμάτιο για το ποσό των €10.000, προκειμένου να αποσύρει ο Ενάγων την ποινική υπόθεση αρ. 19465/2012 που είχε καταχωρήσει προηγουμένως εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 αναφορικά με την έκδοση τεσσάρων ακάλυπτων επιταγων, η συνολική αξία των οποίων ανερχόταν σε €6.500. Ισχυρίζεται ο κ. Φάκας ότι για τις δύο εξ αυτών των επιταγών που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €3.000, δεν υπήρχε οιονδήποτε ποινικό αδίκημα και ότι καταχωρήθηκε καταχρηστικά και εκβιαστικά η προαναφερθείσα ποινική υπόθεση. Διερωτάται ο συνήγορος του Ενάγοντος στη γραπτή του αγόρευση, γιατί τότε οι Εναγόμενοι αρ. 1 δεν διεκδίκησαν στο Ποινικό Δικαστήριο την αθωότητά τους, για να απαλλαγούν από τις σχετικές κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου; Έπειτα, ο συνήγορος του Ενάγοντος λέγει ότι ο ομνύων προβαίνει σε διάφορους αόριστους ισχυρισμούς σε μια προσπάθεια πρόκλησης εντυπώσεων και αποπροσανατολισμού του Δικαστηρίου. Τέλος, ο συνήγορος του Ενάγοντος εντοπίζει ότι꞉ «Πουθενά, όμως, μέσω της Ένορκης Δήλωσης του ομνύοντα δεν διαπιστώνεται ούτε αποκαλύπτεται η διάπραξη ή η απειλή διάπραξης πράξης απαγορεύμενης από τον Ποινικό Κώδικα ή παράνομης κατακράτησης ή απειλής κατακράτησης περιουσιακού στοιχείου προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου, η οποία γίνεται με πρόθεση να αναγκαστούν οι Εναγόμενοι 1 να συνάψουν το επίδικο γραμμάτιο συνήθους τύπου. Να υπενθυμίσουμε ότι ως ανωτέρω έχει επεξηγηθεί, το Σεβαστό Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεσέλθει και να αναλύσει ή να εξετάσει πως προέκυψε το εν λόγο ποσό του γραμματίου. Αλλά ακόμα και σε περίπτωση που το Σεβαστό Δικαστήριο θα εξέταζε την ουσία της υπόθεσης, να αναφέρουμε ότι οι Εναγομένοι 1 εξέδωσαν συνολικά έξι
(6)επιταγές προς όφελος του Ενάγοντα, συνολικού ποσού €10.000, οι οποίες όλες επεστράφησαν ανεκτέλεστες. Για λόγους που αφορούν το πρόσωπο του Ενάγοντα καταχώρησε ποινική υπόθεση μόνο για τις τέσσερις
(4)από αυτές. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι 1 διαμέσου του Εναγόμενου 2, παρακάλεσαν τον Ενάγοντα να αποσύρει την ποινική υπόθεση εναντίον τους καθότι ο Εναγόμενος 2 στην εν λόγω ποινική υπόθεση θα τιμωρείτο πιθανόν και με ποινή φυλάκισης. Έτσι για να αποφύγει την ενδεχόμενη ποινή, ο Εναγόμενος 2 (πληρεξούσιος των Εναγομένων 1 - βλ. παρ. 1 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση), πλησίασε τον Ενάγοντα και τον παρακάλεσε όπως αποδεκτεί, αντί την συνέχιση της ποινικής υπόθεσης, οι Εναγόμενοι 1 να υπογράψουν γραμμάτιο σύνηθους τύπου, έναντι των ακάλυπτων επιταγών που εξέδωσαν. Επομένως, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι οι Εναγόμενοι 1 δεν εξαναγκάστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κεφ. 149, να υπογράψουν το επίδικο γραμμάτιο συνήθους τύπου. Το υπέγραψαν με σκοπό να αποφύγουν τις οποιεσδήποτε ποινές που πιθανόν να τους επέβαλλε το Δικαστήριο στην ποινική υπόθεση 19465/2012 και ως εκ τούτου υποβάλλουμε ότι και αυτός ο λόγος ένστασης είναι αβάσιμος και άκυρος.». Το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να υπενθυμίσει ότι δεν είναι επιτρεπτό να εισάγεται μαρτυρία γεγονότων μέσω της γραπτής αγόρευσης ενός συνηγόρου. Τυχόν μαρτυρία, σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν στις συνθήκες έγερσης της ποινικής υπόθεσης αρ. 19465/2012, ή/και σε οποιαδήποτε εκκρεμότητα άλλων δύο επιταγών πέραν αυτών για τις οποίες έδωσε μαρτυρία ο κ. Φάκας στην Ε/Δ του ή/και για τις συνθήκες υπό τις οποίες απεσύρθη η ποινική υπόθεση και αν πράγματι απεσύρθη, θα έπρεπε να εκτεθεί σε ένορκη δήλωση του Ενάγοντος ή του δικηγόρου του που χειριζόταν την ποινική υπόθεση. Δεν ζητήθηκε άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση από πλευράς Ενάγοντος, ούτε καταχωρήθηκε τέτοια. Επομένως, το μόνο πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα στηριχθεί το Δικαστήριο για να κρίνει αν αποκαλύπτεται καλή και καλόπιστη υπεράσπιση από τους Εναγόμενους αρ. 1 είναι εκείνο που εκτίθεται στην Ε/Δ του κ. Φάκα, στο βαθμό που δεν αντικρούστηκε από τον κ. Κακή. Ξεκάθαρα, το Δικαστήριο δεν δύναται να υπεισέλθει πίσω από την αντιπαροχή του γραμματίου για να κρίνει αν το ποσό του γραμματίου ανταποκρίνεται ή/και αντιστοιχεί στο μέγεθος του χρέους. Ο εκδότης του γραμματίου, δίδοντας την υπόσχεση για το συγκεκριμένο ποσό, ανέλαβε οφειλή για εκείνο το ποσό χρέους. Δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι εξαπατήθηκε (ούτε εγείρει τέτοιον ισχυρισμό), εφόσον δείχνει στην Ε/Δ του ο κ. Φάκας ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 είχαν εξ αρχής σαφή εικόνα για τα ποσά των επιταγών που εξέδωσαν και τα οποία δεν τιμήθηκαν. Το ερώτημα που απομένει, κατά την κρίση μου, είναι κατά πόσον μπορεί η έκδοση ενός γραμματίου συνεπεία παράλληλης συμφωνίας να αποσυρθεί μια ποινική υπόθεση να συντελέσει εξαναγκασμό. Σημειώνω, συναφώς, ότι στην υπόθεση Εύρος Χριστοφόρου κ. α. ν Paneuropean Insurance Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1644, όπου, ηγέρθηκε ως υπεράσπιση ο ισχυρισμός ότι είχε καταρτιστεί μια προφορική συμφωνία παράλληλα με τον καταρτισμό του γραμματίου συνήθους τύπου, και ότι το γραμμάτιο λειτουργούσε ως εξασφάλιση εκπληρώσεως των υποχρεώσεων που οι εκεί εναγόμενοι ανέλαβαν με προφορική συμφωνία, το Εφετείο παρατήρησε τα εξής: «Υποστηρίχθηκε ότι με την ένορκη δήλωση τους οι εφεσείοντες προέβαλαν «ότι υπήρξε παράλληλη προφορική συμφωνία μεταξύ εναγομένων και εναγόντων σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος 1 θα ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις που πηγάζουν από το γραμμάτιο, μόνο αν οι ενάγοντες εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στον εναγόμενο 1 βάσει της συμφωνίας αυτής και ότι το ποσό του γραμματίου δεν θα πληρωνόταν αν οι ενάγοντες δεν συμμορφώνονταν με την προφορική συμφωνία σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες θα αφαιρούσαν αρκετά μεγάλα ποσά από το συνολικό ποσό του γραμματίου, και το εναπομείναν ποσό θα πλήρωναν οι εναγόμενοι». Πρέπει να υπενθυμήσουμε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το επίδικο γραμμάτιο ήταν γραμμάτιο συνήθους τύπου. Αυτή η διαπίστωση δεν έχει εφεσιβληθεί. Σε τέτοια περίπτωση ισχύουν μόνο οι υπερασπίσεις που προβλέπονται από την επιφύλαξη του πιο πάνω άρθρου 80 του Κεφ. 149 (Raif v. Dervish
(1971)C.L.R. 158). Οι υπερασπίσεις που έχουν προβληθεί από τους εφεσείοντες δεν εμπίπτουν εντός της εμβέλειας της πιο πάνω επιφύλαξης. Σημειώνουμε ότι το επίδικο γραμμάτιο καθορίζει το χρόνο πληρωμής και επισημαίνουμε πως σύμφωνα με το άρθρο 80 του Κεφ. 149 το περιεχόμενο του γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σ' αυτό. Κατά συνέπεια ορθά έχουν απορριφθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο.». Δηλαδή, ακόμη και αν το γραμμάτιο εκδόθηκε υπό την αίρεση της τήρησης της κάποιας άλλης προφορικής συμφωνίας, δεν αποτελεί υπεράσπιση που να επιδέχεται εξέτασης από το Δικαστήριο το κατά πόσον εκπληρώθηκε εκείνη η παράλληλη συμφωνία ή όχι, διότι δεν προβλέπεται η δυνατότητα τέτοιου είδους υπεράσπισης δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ.
  1. Εν πάση περιπτώσει, εδώ ο κ. Νεκτάριος Φάκα δεν ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να αποσύρουν την ποινική υπόθεση, όπως είχαν αναλάβει παράλληλα με την έκδοση του γραμματίου. Εκείνο που μπορεί και πρέπει δικαστικά να ελεγχθεί είναι ο ισχυρισμός του κ. Φάκα ότι αποτελεί καλόπιστη υπεράσπιση ότι η υπόσχεση της έκδοσης του γραμματίου προς εξασφάλιση της απόσυρσης της ποινικής υπόθεσης αποτελεί εξαναγκασμό. Απαντώ αρνητικά, επισημαίνοντας ότι, αφενός, δεν αναφέρεται τέτοια αντιπαροχή (ανταλλαγή αμοιβαίων υποσχέσεων) επί του γραμματίου και, αφετέτου, επειδή η υπόσχεση απόσυρσης μιας ποινικής υπόθεσης δεν αποτελεί παράνομη ενέργεια ή/και απειλή για την τέλεση παράνομης ενέργειας. Ούτε ηγέρθηκε ισχυρισμός περί απειλής κατακράτησης κάποιου περιουσιακού στοιχείου της Εναγομένης αρ. 1 αν δεν υπέγραφε το γραμμάτιο. Συνεπώς, δεν πληρούνται οι όροι του άρθρου 15 του Κεφ. 149 για το τί εστί εξαναγκασμός. Πέραν τούτου, οι Εναγόμενοι αρ. 1 που είναι οι εκδότες του γραμματίου, ουδεμία σχέση είχαν με την ποινική υπόθεση, αφού το κατηγορητήριο, το οποίο τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως το Τεκμήριο 1 της Έ/Δ του κ. Νεκτάριου Φάκα δείνει ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 δεν ήσαν κατηγορούμενοι στην εν λόγω ποινική υπόθεση. Κατηγορούμενοι εκεί ήταν μόνο οι εξής τρεις꞉ «
  2. FAKAS CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD (HE110522).
  3. Χρύσανθος Φάκας από [...]
  4. Νεκτάριος Φάκας από [...].». Επομένως, εκ πρώτης όψεως δεν μπορεί να συσχετισθεί η έκδοση από την Εναγόμενη αρ. 1 στην παρούσα αγωγή με οποιαδήποτε πίεση προς την ίδια, για να εξασφάλιζε η ίδια το συγκεκριμένο αποτέλεσμα στην ποινική υπόθεση. Κατάληξη Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, η αίτηση για συνοπτική απόφαση επιτυγχάνει. Εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 ως οι παράγραφοι Α, Γ και Δ (όχι το Β) της Έκθεσης Απαίτησης, πλέον τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής, περιλαμβανομένων των εξόδων της υπό κρίση αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδεται οδηγία προς τον Πρωτοκολλητή να μην συνταχθεί η εκδοθείσα απόφαση, εκτός εάν χαρτοσημανθεί προηγουμένως δεόντως το έγγραφο του επίδικου γραμματίου (βλ. στο φάκελο το Τεκμήριο 1 της Ε/Δ του κ. Κακή). (υπ.)................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.