← Κύπρος

ΠΕΔΟΥΛΙΔΗΣ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3219/2010, 14/9/2018

ΠΕΔΟΥΛΙΔΗΣ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3219/2010, 14/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3219/2010 ΜΕΤΑΞΥ : XXXXX ΠΕΔΟΥΛΙΔΗΣ Ενάγοντος -και- XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγομένου Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Η κα Μαρίνα Α. Πάσιη Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Αλέξανδρος Η. Ταλιαδώρος για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΡΟΟΙΜΙΟ: Οι διάδικοι σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου ήταν γνώριμοι και διατηρούσαν μακρόχρονες φιλικές και οικογενειακές σχέσεις. Οι σχέσεις τους αυτές είχαν επεκταθεί και σε κάποιες μεταξύ τους δοσοληψίες ή και οικονομικές διευκολύνσεις σε σχέση με τις γεωργοκτηνοτροφικές τους ενασχολήσεις (παράδοση ποσοτήτων γάλακτος ή ζωοτροφών κ.λπ). Οι σχέσεις εμπιστοσύνης όπως χαρακτηρίζονταν, τελικά οδήγησαν σε οικονομικές διαφορές και η παρούσα υπόθεση αφορά αξιώσεις του ενάγοντος από τον συγκεκριμένο εναγόμενο με τον οποίο ισχυρίζεται είχαν ιδιαίτερες οικονομικές δοσοληψίες από τις οποίες προέκυψαν οι αξιώσεις του. Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε το 2010 και ολοκληρώνεται πρωτόδικα, τουλάχιστον, σήμερα με την έκδοση της παρούσας απόφασης, με οδηγεί στο να καταγράψω την πορεία της όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Η αγωγή ηγέρθη σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Ο.2 r.6) την 17.11.

  1. Ο εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση την 25.5.
  2. Η Απάντηση στην Υπεράσπιση του εναγομένου καταχωρήθηκε την 9.6.
  3. Με αίτηση στη συνέχεια εκ μέρους του ενάγοντα η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 26.9.
  4. Εκείνη την ημερομηνία αναβλήθηκε η ακρόαση για τις 15.2.2012 και ακολούθως στις 28.5.2012, 19.10.2012, 29.1.2013, 12.6.2013, 14.1.2014, 21.5.2014, 29.10.2014, 20.11.
  5. Στις 20.11.2014 έγινε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία καταχωρήθηκε ένσταση την 12.01.
  6. Οι γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων για την εν λόγω αίτηση δόθηκαν στο Δικαστήριο την 10.06.2015 και απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε την 23.06.2015 επιτρέποντας τις ζητούμενες τροποποιήσεις της Έκθεσης Απαιτήσεως και ταυτόχρονα ορίζοντας την αγωγή για οδηγίες για συμπλήρωση των δικογράφων την 5.10.
  7. Πριν την ημερομηνία αυτή ο εναγόμενος την 28.09.2015 καταχώρησε αίτηση ζητώντας διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο ενάγοντας όπως εντός 15 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παράσχει σ΄ αυτόν καλύτερες λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης του τροποποιημένου Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου της Αγωγής όπως αυτές συγκεκριμενοποιούνται στην αίτηση του. Στις 5.10.2015 η εν λόγω αίτηση ως επίσης και η αγωγή ορίστηκαν για οδηγίες την 29.10.2015 με οδηγίες όπως καταχωρηθεί ένσταση στην αίτηση του εναγομένου. Στις 30.11.2015 εκδόθηκε διάταγμα ως η αίτηση του εναγομένου και ορίστηκε η αγωγή για ακρόαση στις 2.02.2016, ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησε η ακρόαση της αγωγής και ολοκληρώθηκε στις 16.03.2018 καθώς στο μεταξύ έγινε αλλαγή του δικηγόρου του ενάγοντος με αποτέλεσμα να δοθεί ικανός χρόνος με αίτημα των νέων δικηγόρου του να αποστενογραφηθούν τα πρακτικά της διαδικασίας που προηγήθηκε για να τα μελετήσει για καλύτερη προετοιμασία της υπόθεσης και για σκοπούς δίκαιης αντιμετώπισης του ενάγοντος. Αυτός ήταν και ο λόγος που οδήγησε και σε περαιτέρω καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της ακροαματικής διαδικασίας. ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ: Ο ενάγοντας στην Έκθεση Απαιτήσεως του, όπως αυτή τροποποιήθηκε, ισχυρίζεται ότι μεταξύ των ετών 2005 έως 2009 σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλε στον εναγόμενο διάφορα χρηματικά ποσά και ή κατέβαλε χρηματικά ποσά εκ μέρους του και προς όφελος του σε τρίτα πρόσωπα. Το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε από τον ενάγοντα στον εναγόμενο και/ή προς όφελος του εναγομένου ισχυρίζεται ότι ανέρχεται στο ποσό των €77.889,
  8. Τα πιο πάνω ποσά καταβλήθηκαν από τον ενάγοντα με την ρητή και ή εξυπακουόμενη δέσμευση και ή υπόσχεση του εναγομένου ότι θα κατέβαλλε πίσω στον ενάγοντα, εντός ευλόγου χρόνου και ή σε πρώτη ζήτηση, το ισόποσο ποσό πλέον τόκο προς 8%. Ισχυρίζεται ο ενάγων ότι κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2009 ο εναγόμενος, δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και ή γραμματίου και ή ανάληψης χρέους, το οποίο έγινε στην Αθηένου της επαρχίας Λάρνακας ανέλαβε την πληρωμή των μέχρι τότε οφειλομένων και ή του συμφωνημένου τόκου, ως αναφέρονται ανωτέρω, του ποσού των €100.000,00 διά συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων εκ €1.000,00 εκάστης της πρώτης δόσεως πληρωτέας την 1.10.2009 και ακολούθως την 1η ημέρα κάθε επόμενου μηνός μέχρι πλήρους εξοφλήσεως πλέον τόκους. Λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εναγομένου έναντι του ενάγοντος, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του, ο ενάγων ήγειρε την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει εναντίον του εναγομένου τα ακόλουθα: Α. €100.000,00 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και ή γραμματίου και ή συμφωνίας ανάληψης χρέους και ή δυνάμει συμφωνίας δανείου και ή δυνάμει χρημάτων πληρωθέντων χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ή άλλως πως. Β. Τόκο 8% επί του ποσού των €100.000,00 από 1.10.2009 μέχρι εξοφλήσεως. Γ. Δικηγορικά έξοδα, έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α. Ο εναγόμενος στην Υπεράσπιση του, όπως έχει και αυτή τροποποιηθεί, αρνείται κάθε ένα ξεχωριστά και όλους μαζί τους ισχυρισμούς και αξιώσεις του ενάγοντος πλην όσους ρητά παραδέχεται. Δίδει τη δική του εκδοχή ως προς τα πραγματικά γεγονότα, που κατά την γνώμη του έλαβαν χώρα, στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και ότι ο ενάγων με δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις τον έπεισε να υπογράψει το έγγραφο που επικαλείται παρέχοντας προς τούτο και λεπτομέρειες κάτω από τις οποίες το υπέγραψε, που ως εκ των άνω δεν το καθιστούν έγκυρο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου και ότι αυτό είναι άκυρο και άνευ νομίμου ισχύος. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αγνοεί σε ποιές ημερομηνίες και σε ποιά πρόσωπα αναφέρεται και για ποιο λόγο αξιώνει από αυτόν ποσά που όπως ο ίδιος αναφέρει κατέβαλε σε αυτόν και σε τρίτους προς όφελος του κατά την περίοδο 2005 - 2009 ή κατά οποιανδήποτε άλλη χρονική περίοδο και προς τούτο καλεί τον ενάγοντα σε απόδειξη των ισχυρισμών του. Αρνείται επίσης ότι προέβη σε οποιανδήποτε ρητή και/ή εξυπακουόμενη δέσμευση και/ ή υπόσχεση ότι θα κατέβαλλε στον ενάγοντα το αξιούμενο ποσό και αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό σε αυτόν. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η παρούσα αγωγή είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος του. Με επιστολή ημερ. 11.8.2015, οι δικηγόροι του εναγομένου ζήτησαν από τους δικηγόρους του ενάγοντος την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών αναφορικά με συγκεκριμένα ζητήματα, τα οποία εγείρονταν στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα. Λόγω του ότι οι δικηγόροι του ενάγοντος δεν ανταποκρίθηκαν στην πιο πάνω επιστολή, στις 28.09.2015 καταχωρίστηκε εκ μέρους του εναγομένου ενδιάμεση αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και στις 30.11.2015 εκδόθηκε σχετικό εκ συμφώνου διάταγμα του Δικαστηρίου. Με επιστολή τους ημερ. 5.01.2016, η οποία καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο στις 7.01.2016, οι δικηγόροι του ενάγοντος έδωσαν ορισμένες από τις λεπτομέρειες που ζητούνταν με την πιο πάνω αίτηση. Ειδικότερα, οι δικηγόροι του ενάγοντος έδωσαν τις ακόλουθες λεπτομέρειες με τις οποίες διαφοροποιούνταν άρδην τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά, τα οποία είχαν και πάλι προηγουμένως τροποποιηθεί, σύμφωνα με το διάταγμα τροποποίησης του Δικαστηρίου ημερ. 23.6.2015 ως ακολούθως: «.... Αναφορικά με το σημείο Α

(1)(α) της αίτησης σας, θα θέλαμε να προβούμε σε μία διευκρίνιση ότι το ποσό των €77.899.00 που αναγράφουμε στην Έκθεση Απαιτήσεως μας παρ.2Α, εκ παραδρομής αναγράφηκε λανθασμένα και το πραγματικό ποσό ανέρχεται στο ποσό των €65.479.43 κι όχι στο ποσό των €77.899.00. Σε σχέση με το Α
(2)(α) της αίτησης σας, το ποσό των €100.000.00 προέκυψε από το ποσό των €65.479.43 πλέον του ποσού των €34.520.57, το οποίο υπολογίσθηκε ως το συνολικό ποσό του τόκου για το χρονικό διάστημα που θα χρειαζόταν ο Εναγόμενος να εξοφλήσει τον Ενάγοντα ήτοι 10 έτη. Ο τρόπος υπολογισμού του έγινε ως ακολούθως: €65.479.43Χ5%= €5.238.35Χ10έτη= €52.383.00τόκος €65.479.43+€52.383.00=€117.862.43 το συνολικό οφειλόμενο ποσό. Ωστόσο, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως το οφειλόμενο ποσό μειωθεί στο ποσό των €100.000.00, όμως αν υπήρχε οποιανδήποτε καθυστέρηση στη πληρωμή οιασδήποτε δόσης δυνάμει του γραμματίου και/ή της συμφωνίας δανείου τότε ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό θα καθίστατο πληρωτέο με επιπλέον τόκο 8% ετησίως.» Με τις πιο πάνω λεπτομέρειες/διευκρινίσεις, οι οποίες σύμφωνα με τη νομολογία αποτελούν μέρος της Έκθεσης Απαιτήσεως του ενάγοντος, είναι φανερό ότι το κατ' ισχυρισμό «Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου» καταστρατηγεί την πρόνοια του άρθρου 78 του Κεφ. 149, καθ' ότι για να είναι έγκυρο ένα τέτοιο έγγραφο ο τόκος δεν πρέπει να υπερβαίνει, κατά ανώτατο όριο, 9% το χρόνο. Στην προκειμένη περίπτωση, στο, κατά τον ισχυρισμό του ενάγοντος, οφειλόμενο ποσό των €65.479,43, προστέθηκαν από τον ενάγοντα, όπως τους υπολόγισε ο δικηγόρος που συνέταξε το έγγραφο, και μελλοντικοί τόκοι, για 10 έτη, ύψους €52.383,00 και επομένως καθορίστηκε στο έγγραφο ανατοκισμός (8% τόκος επί του εκάστοτε υπολοίπου). Σε αυτά όμως θα επανέλθω σε κατάλληλο μέρος της απόφασης μου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Ο ενάγων κ. Ιωάννης XXXXX κατέθεσε ως Μ.Ε.
  1. Κατέθεσαν για την πλευρά του επίσης ο κ. XXXXX Ιωσηφίδης (Μ.Ε.2), ο κ. XXXXX Χ'' Πιερή (Μ.Ε.3), ο κ. XXXXX Παπακυριακού (Μ.Ε.4) και ο κ. XXXXX Κιτέρης (Μ.Ε.5). Ο εναγόμενος κ. XXXXX Κυριάκου κατέθεσε ως Μ.Υ.1 και ο πατέρας του κ. XXXXX Κατήρη κατάθεσε ως (Μ.Υ.2). Κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας κατατέθηκαν διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια (Τεκμ. 1 - 10). Ο ενάγων κ. XXXXX Πεδουλίδης (Μ.Ε.1), του οποίου η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Α, ανέφερε ότι ο εναγόμενος είναι κάτοικος της κοινότητας Ποτάμι. Ανέφερε ότι ο ίδιος καθ' όλο τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο διατηρούσε και διατηρεί μέχρι και σήμερα μάντρα στο χωριό Αθηένου. Μεταξύ των ετών 2005 μέχρι 2009 σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλε στον ίδιο τον εναγόμενο ή εκ μέρους ή προς όφελος του σε τρίτα πρόσωπα, διάφορα χρηματικά ποσά όπως αυτά εμφαίνονται σε κάποιες σελίδες ενός ημερολογίου το οποίο κατάθεσε ως Τεκμ.
  2. Το συνολικό ποσό που κατέβαλε στον ίδιο τον εναγόμενο ή εκ μέρους του ή προς όφελος του σε τρίτα πρόσωπα ήταν για το συνολικό ποσό των €65.479,43σ. Ισχυρίστηκε ότι κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2009 δυνάμει γραπτής συμφωνίας του με τον εναγόμενο, η οποία έγινε στην Αθηένου της Επαρχίας Λάρνακας, ο εναγόμενος ανέλαβε όπως του πληρώσει το συνολικό ποσό των €100.000,00 με μηνιαίες δόσεις των €1.000,00 έκαστη. Η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα την 01.10.2009 και ακολούθως την 1η ημέρα κάθε επόμενου μηνός μέχρι την πλήρη εξόφληση. Το ως άνω έγγραφο το οποίο ονόμασε ως συμφωνία το κατάθεσε και σημειώθηκε ως Τεκμ.
  3. Εξήγησε ότι το ποσό των €100.000,00 προέκυψε από το άθροισμα του συνολικού ποσού των €65.479,43σ. ως περιγράφονται στο Τεκμ. 1 και του ποσού των €34.520,57σ. που αντιπροσωπεύει τον τόκο. Εξήγησε περαιτέρω ότι ο τρόπος που το υπολόγισαν ήταν €65.479,43σ. επί 8% έβγαινε €5.238,35σ. ανά έτος. Υπολόγισαν το ποσό των €5.238,35σ. επί 10 έτη όπου ήταν η περίοδος που ο εναγόμενος του ζήτησε για να αποπληρώσει το χρέος του με αποτέλεσμα ο συνολικός τόκος να ανέλθει στο ποσό των €52.383,00 για δέκα έτη. Είχαν συμφωνήσει να του χαρίσει το ποσό των €17.863,00 από τους τόκους ώστε το ποσό που θα του όφειλε ο εναγόμενος να ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €100.000,00 συμπεριλαμβανομένου και του τόκου. Η συμφωνία τους αυτή ετοιμάστηκε από δικηγόρο και ο εναγόμενος την υπέγραψε. Ανέφερε ότι ήταν ρητός όρος της ως άνω συμφωνίας ότι η καθυστέρηση οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής θα καθιστούσε άμεσα, κάθε υπόλοιπο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το οποίο θα φέρει τόκο προς 8% ετησίως μέχρι εξοφλήσεως και σε περίπτωση αγωγής ο εναγόμενος θα υποχρεούτο στην πληρωμή όλων των δικαστικών και δικηγορικών εξόδων. Ο ενάγων, ισχυρίστηκε ότι μετά την υπογραφή της αναφερόμενης συμφωνίας ανάληψης χρέους ο εναγόμενος δεν πλήρωσε κανένα ποσό με αποτέλεσμα ολόκληρο το ποσό των €100.000,00 πλέον τόκοι 8% ετησίως να καταστεί άμεσα πληρωτέο και οφειλόμενο. Παρά τις οχλήσεις του αλλά και την αποστολή επιστολής διά μέσου των δικηγόρων του ημερ. 16.08.2010 (Τεκμ. 3), για την πληρωμή του πιο πάνω ποσού, ο εναγόμενος μέχρι και της έγερσης της παρούσας αγωγής κανένα ποσό δεν του πλήρωσε με αποτέλεσμα να καταστεί αδίκως πλουσιότερος για το ποσό των €100.000,00 σε βάρος του. Ισχυρίστηκε ότι το ποσοστό του τόκου προς 8% προέκυψε από το γεγονός ότι κατά την επίδικη περίοδο και μέχρι σήμερα διατηρεί δάνεια σε τραπεζικά ιδρύματα που φέρουν τόκο προς 8% ενώ αν είχε το επίδικο ποσό θα ήταν μέχρι σήμερα εξοφλημένα. Για όλα αυτά θεωρεί ως ορθό και δίκαιο να εκδοθεί απόφαση υπέρ του και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €100.000,00 πλέον έξοδα, πλέον τόκο προς 8%. Ο ενάγων επεξήγησε στη συνέχεια τις εγγραφές που παρουσιάζει το Τεκμ. 1 και αφορούν τις ισχυριζόμενες δοσοληψίες του με τον εναγόμενο παρέχοντας τις κατά τη γνώμη του πλήρεις λεπτομέρειες τους και εξηγώντας τη κάθε δοσοληψία και τι αφορούσε ξεχωριστά. Σημαντική για την έκβαση της υπόθεσης είναι η απάντηση του ενάγοντος στην ακόλουθη ερώτηση που σχετιζόταν με τις προηγούμενες του αναφορές: «Ε. κ. Μάρτυς, τις δοσοληψίες τις κάνατε με τον εναγόμενο; A. Τις δοσοληψίες τις κάναμε με τον πατέρα του, εξ ονόματος της εταιρείας ΣΑΚ, της οποίας μέτοχος είναι ο XXXXX Κυριάκου, ο αρφός του, XXXXX Κυριάκου και ο πατέρας τους.» Όταν κατά την επόμενη δικάσιμο ο μάρτυρας αντεξετάστηκε του τέθηκε ευθέως η ακόλουθη ερώτηση στη βάση της πιο πάνω απάντησης του, απάντησε ως ακολούθως: «Ε. κ. Πεδουλίδη, την προηγούμενη φορά, στην κυρίως εξέταση σας στις 22.03., μεταξύ άλλων, είπατε ότι, ό,τι έχετε γραμμένο στο Τεκμήριο 1, το ημερολόγιο σας, είναι δοσοληψίες, που είχατε με τον πατέρα του XXXXX Κυριάκου, του Εναγομένου, εξ ονόματος της εταιρείας ΣΑΚ, της οποίας μέτοχοι είναι ο XXXXX, ο πατέρας του και ο αδελφός του. Α. Όχι, εγώ είπα, ότι υπάρχουν δοσοληψίες με τον πατέρα του, εκ μέρους του XXXXX Κυριάκου και οι δοσοληψίες με τον XXXXX Κυριάκου, ξεχωριστά. Είναι ξεχωριστά γραμμένα. Άλλες σελίδες γράφει XXXXX και άλλη σελίδα γράφει XXXXX στο δεφτέρι. Αν θέλετε να το ξαναδούμε.» Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ο ενάγων ρωτήθηκε να διευκρινίσει αν οι καταγραφές στο Τεκμ. 1 αφορούν τον εναγόμενο ή τον πατέρα του ή την εταιρεία ΣΑΚ στην οποία αναφέρθηκε προηγουμένως στη μαρτυρία του και προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που προκάλεσε η σχετική του αναφορά περί της ΣΑΚ και ότι η εν συνεχεία άρνηση του ότι οι δοσοληψίες αφορούσαν την εν λόγω εταιρεία προέκυψε συνεπεία καθοδήγησης που έτυχε στο μεταξύ, επανέλαβε ότι οι δοσοληψίες του είχαν να κάνουν με τον εναγόμενο. Η μαρτυρία του επί του θέματος αυτού όπως επίσης και για το Τεκμ.2 και τις συνθήκες υπογραφής του θα με απασχολήσει και στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της. Επί όλου του φάσματος της μαρτυρίας του ενάγοντος βρίσκω ότι αυτός δεν ήταν ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του όπως θα καταδειχθεί και στη συνέχεια σε επιμέρους πτυχές της έβριθε από ανακρίβειες, αμφιταλαντεύσεις και αντιφάσεις και γενικά δεν χαρακτηριζόταν από πειστικότητα γι' αυτό και δεν την αποδέχομαι. Θα επικεντρωθώ σε αυτό το σημείο σε κάποια σημεία της για να καταδειχθεί η πιο πάνω αντίληψη μου (α) Δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί με ακρίβεια στο συνολικό ποσό που ισχυρίζεται ότι του οφείλεται και έτσι ως προς αυτό το ουσιώδες ζήτημα η μαρτυρία παρέμεινε νεφελώδης, (β) ενώ ανέφερε ότι ο εναγόμενος ήταν ο ίδιος αγελαδοτρόφος από την άλλη παραδέχθηκε ότι αυτός ήταν υπάλληλος οδηγός βυτιοφόρου οχήματος και ενώ διατηρούσαν τόσο στενές σχέσεις εντούτοις δεν μπορούσε να πει πότε ή μέχρι πότε, (γ) επικαλέστηκε κάποιο πρόσωπο με το όνομα Παστός ότι ήταν σε αυτόν που είχε δώσει το ποσό των £8.000,00 για την αγορά των αγελάδων εκ μέρους του εναγομένου, τον οποίο θα έφερνα ως μάρτυρα κάτι όμως που εν τέλει παρέλειψε να κάνει, (δ) σε διάφορα σημεία από τη μαρτυρία του εντοπίζονται αναφορές - ισχυρισμοί για πληρωμή ποσών σε διάφορα πρόσωπα προς όφελος του εναγομένου χωρίς διευκρίνηση για ποιο σκοπό δίδονταν αυτά τα ποσά, (ε) ή ισχυρισμός ότι δίδονταν χρήματα στον πατέρα του εναγομένου «καλή μου προαίρεση και αγαθότητα μου, για να κάμει φάρμα του γιού του». Πέραν των πιο πάνω βέβαια υπήρχαν και φράσεις που έδειχναν τη δυσανασχέτηση του σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν χρησιμοποιώντας φράσεις όπως «άλλα λόγια θκιέ παπά» ή απευθυνόμενος στον δικηγόρο του εναγομένου μετά από σχετική υποβολή του « αφού έτσι πιστεύεις έχεις λάθος. Τελείωσε!!!» Ο κ. XXXXX Ιωσηφίδης (Μ.Ε.2), ανέφερε ότι ασχολείται με γεωργικές εργασίες και γνωρίζει τους διαδίκους. Ανέφερε ότι τον εναγόμενο τον γνωρίζει γιατί το 2005 ο ενάγων τον έστειλε στο Ακάκι για να του μεταφέρει πάλες σανού τις οποίες του πλήρωσε ο ενάγων για το ποσό των Λ.Κ.2.000=. Από ό,τι γνώριζε η φάρμα στο Ακάκι ανήκε στον εναγόμενο. Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι μετά την πάροδο τόσων χρόνων από τότε, του είχε θυμίσει την περίπτωση ο ενάγων. Δεν θυμόταν αν είχε εκδώσει τιμολόγιο ή απόδειξη για την εν λόγω πώληση σανού. Σε υποβολή ότι δεν ήταν του εναγομένου αλλά για λογαριασμό του πατέρα του που είχε μεταφέρει εκείνες τις πάλες, απάντησε ως εξής: «Αν η φάρμα στο Ακάκι ήταν του πατέρα του, μπορεί να ήταν του πατέρα του» και στη συνέχεια επανέλαβε ότι τον ίδιο δεν τον ένοιαζε σε ποιόν θα μετέφερε τις πάλες εφόσον θα τον πλήρωνε ο ενάγων. Παραδέχθηκε ότι όταν είχε μεταφέρει τις πάλες σανού ήταν και η πρώτη φορά που είχε συναντήσει τον εναγόμενο και έκτοτε δεν θυμόταν να τον είχε ξαναδεί. Παραδέχθηκε ότι συνεργάζεται και έχει καθημερινές δοσοληψίες με τον ενάγοντα. Παραδέχθηκε ότι το όνομα του εναγομένου το είχε πληροφορηθεί από τον ενάγοντα λίγο πριν μπει στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Ανέφερε ότι έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου έγινε συζήτηση μεταξύ του Σάββα, του πατέρα του εναγομένου και του ενάγοντος για να τα βρουν μεταξύ τους και ότι δεν είχε αντιληφθεί ή ακούσει σε αυτή τη συζήτηση να αναμειγνύεται το όνομα του εναγομένου ούτε και ο εναγόμενος συμμετείχε σε αυτή. Ο κ. XXXXX Χ" Πιερή (Μ.Ε.3), ανέφερε στο Δικαστήριο ότι έκανε μεταφορές με φορτηγό. Ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι συχνά έπαιρνε τροφές στον εναγόμενο στη φάρμα του στο Ακάκι και ότι κάθε φορά που πήγαινε στη φάρμα στο Ακάκι, ο μόνος που ήταν εκεί ήταν ο εναγόμενος ο οποίος παραλάμβανε και τις τροφές. Ανέφερε επίσης ότι όσες κούρσες μεταφοράς τροφών έκανε στη φάρμα στο Ακάκι τις πληρωνόταν πάντα από τον ενάγοντα αλλά δεν ήξερε αν ο ενάγων πληρώθηκε για αυτές τις κούρσες από τον Ανδρέα. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς παραδέχθηκε ότι τον θύμισε ο ενάγοντας γι' αυτές τις μεταφορές που έκανε το 2005 και ότι παρόλο ότι δεν θυμόταν το όνομα του εναγομένου εντούτοις θυμόταν τη φάτσα του. Όταν του υποβλήθηκε ότι το 2005 ο εναγόμενος είχε γενειάδα και μακριά μαλλιά και ότι παρουσίαζε μια διαφορετική εντελώς όψη όντας τότε μόλις 20 ετών, ανέφερε ότι δεν θυμόταν αυτή τη λεπτομέρεια. Ο κ. XXXXX Παπακυριακού (Μ.Ε. 4), είναι διευθυντής του Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων Δημόσια Λτδ (Π.Ο.Α). Ο Π.Ο.Α. ανέφερε, ασχολείται με την εμπορεία αγελαδινού γάλακτος και του βοδινού κρέατος και εξήγησε ότι τα μέλη του είναι όλα αγελαδοτρόφοι. Ανέφερε ότι ο εναγόμενος από το 2008 μέχρι και το 2015 ήταν μέλος του Π.Ο.Α. και ότι παρέδιδε ποσότητα γάλακτος. Παρέδιδε επίσης γάλα από τον Σεπτέμβριο του 2005 μέχρι τον Φεβρουάριο του
  4. Αγόραζαν γάλα από αυτόν παρόλο ότι δεν ήταν μέλος γιατί στο μεταξύ είχε κάνει αίτηση στον Οργανισμό που ήταν η αρμόδια Κυβερνητική Αρχή προκειμένου να του παραχωρήσει ποσόστωση αγελαδινού γάλακτος αφού βάσει των Κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος ήταν ελεγχόμενη και καθορισμένη για τα κράτη μέλη. Μέχρι το 2007 η παραλαβή του γάλακτος από τον εναγόμενο γινόταν από την περιοχή Ακακίου και από το 2008 από το Ποτάμι. Ανέφερε ότι υπήρχαν δυο διαφορετικές μονάδες αγελάδων μια στο Ακάκι και μια στο Ποτάμι και ότι από την περιοχή Ακακίου παρέδιδε στον Π.Ο.Α. γάλα ο εναγόμενος και από την περιοχή Ποταμιού ο πατέρας του εναγομένου. Κατά την αντεξέταση του ο κ. XXXXX Παπακυριακού (Μ.Ε.4), ερωτήθηκε αν ξέρει αν το γάλα που μετέφερε ο εναγόμενος από το 2005 μέχρι το 2007 ήταν δικής του παραγωγής και αυτός απάντησε χωρίς ενδοιασμό ότι όσον αφορά την παραγωγή γάλακτος και εφόσον είχε και κωδικό αριθμό από την αρμόδια αρχή για παραγωγή γάλακτος και οι επαναλαμβανόμενες ποσότητες φαίνεται ότι ήταν δικές του. Δεν μπορούσε όμως να γνωρίζει αν ο εναγόμενος ήταν ο ίδιος ιδιοκτήτης αγελάδων καθώς αυτό το ζήτημα ελέγχεται από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες. Παραδέχθηκε ότι γνώριζε ότι ο εναγόμενος για κάποια περίοδο - χωρίς να θυμάται αν αφορούσε ολόκληρη την περίοδο από το 2005 μέχρι το 2013 - μετέφερε γάλα κάποιου XXXXX Σάββα ο οποίος σήμερα έχει αποβιώσει, ο οποίος εκτός από το δικό του γάλα παρέδιδε γάλα όλης της περιοχής της Περιστερώνας - Δευτεράς, γνώριζε όμως ότι ο εναγόμενος ήταν υπάλληλος και έκανε αυτές τις μεταφορές γάλακτος. Η μαρτυρία του διακρίνεται από τους υπόλοιπους μάρτυρες που κατάθεσαν για τον ενάγοντα ως προς το ότι αναφέρθηκε για όσα είχε υπόψη του σε σχέση με την παράδοση γάλακτος από τον εναγόμενο στον οργανισμό τον οποίο διεύθυνε όμως παρουσίασε κενά ως προς τη γνώση του σε σχέση με το κατά πόσο ο εναγόμενος ήταν δικές του ποσότητες γάλακτος που παρέδιδε ή του εργοδότη του ή του πατέρα του ή την εταιρεία του και από τις δύο φάρμες όπου διατηρούσε αγελάδες για κάποιο χρονικό διάστημα η μια στο Ποτάμι και άλλη, προσωρινά στο Ακάκι από την οποία είχε αγοράσει τις αγελάδες μέχρι να τις μεταφέρει στη φάρμα του στο Ποτάμι αυτό κατέδειξε η μαρτυρία που δόθηκε προς τούτο από τους μάρτυρες Υπεράσπισης την οποία αποδέχομαι. Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση του μάρτυρος στο ακόλουθο ουσιώδες ζήτημα: «Δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομοθεσία που να αναγκάζει τους παραγωγούς να είναι οι ιδιοκτήτες των ζώων και της ποσόστωσης γάλακτος. Αυτό μπορούν να το επιβεβαιώσουν οι αρμόδιες Κτηνιατρικές Υπηρεσίες». Και είναι σημαντικό ότι ο ενάγων που είχε το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς του και την ευχέρεια, σύμφωνα με τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρος, να παρουσίαζε μαρτυρία από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες έτσι που να αποδείκνυε ότι ο εναγόμενος ήταν πράγματι ιδιοκτήτης αγελάδων, που ενδεχομένως να ήταν καταλυτικό στην όλη υπόθεση. Δεν το έπραξε και αυτό είναι ένα σημαντικό κενό που εντοπίζεται στη μαρτυρία του. Ο κ. XXXXX Κιτέρης (Μ.Ε.5) του οποίου η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Β, ανέφερε ότι ήταν αποθηκάριος στη Σ.Π.Ε. Αθηένου στο τμήμα ζωοτροφών και ότι το 2005 που εργαζόταν εκεί προμήθευε τον ενάγοντα με ζωοτροφές. Ανέφερε ότι γνώρισε τον εναγόμενο μέσω του ενάγοντα όταν ερχόταν να παραλάβει τροφές από τη Σ.Π.Ε. Αθηένου, τις οποίες και πλήρωνε προς όφελος του ο ενάγων. Ανέφερε επίσης ότι κάποιες φορές ο ενάγων πήγαινε στη Σ.Π.Ε. Αθηένου και παράγγελλε προς όφελος του εναγομένου ζωοτροφές τις οποίες και πλήρωνε και ότι δεν ερχόταν ο εναγόμενος να τις παραλάβει όταν ήταν μεγάλες σε ποσότητα αλλά ο ενάγοντας πλήρωνε φορτηγό να τις μεταφέρει στη μάντρα του εναγομένου. Κατέθεσε ως Τεκμ. 4 (α - στ) τιμολόγια τα οποία εκδόθηκαν από τον ίδιο προς τον ενάγοντα για ζωοτροφές που έλαβε ο εναγόμενος, οι οποίες όμως, όπως ανέφερε, πληρώθηκαν από τον ενάγοντα προς όφελος του εναγομένου. Τα τιμολόγια, εξήγησε, εκδίδονταν στο όνομα του ενάγοντα κατά παράκληση του εναγομένου καθότι ο εναγόμενος δεν ήταν γραμμένος στο Φ.Π.Α. ενώ ο ενάγοντας ήταν γραμμένος στο Φ.Π.Α. και θα μπορούσε να λάβει επιστροφή του Φ.Π.Α. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι το συνολικό ποσό των τιμολογίων ανέρχεται στο ποσό των €10.347,
  5. Κατά την αντεξέταση του, ο ως άνω μάρτυς, παραδέχθηκε ότι τα τιμολόγια (Τεκμ. 4 (α - στ) που κατάθεσε, του τα είχε δώσει και υποδείξει ο ενάγων λέγοντας του ότι αυτές τις ζωοτροφές τις είχε στείλει στο Ακάκι. Παραδέχθηκε ότι στα ίδια τα τιμολόγια δεν αναγραφόταν ότι οι ζωοτροφές προορίζονταν για το Ακάκι. Παραδέχθηκε στη συνέχεια ότι το περιεχόμενο της Γραπτής του Δήλωσης του το υπαγόρευσε ο ενάγων. Παραδέχθηκε επίσης ότι τα περί μη εγγραφής του εναγομένου στον Φ.Π.Α. ήταν ο ενάγων που του τα είχε πει και όχι ο εναγόμενος. Βρίσκω ότι η μαρτυρία των κ.κ. XXXXX Ιωσηφίδη (Μ.Ε. 2), XXXXX Χατζηπιερή (Μ.Ε. 3) και XXXXX Κιττέρη (Μ.Ε.5) ήταν φανερά καθοδηγημένη υπό του ενάγοντος εφόσον υπήρξαν εκ μέρους τους σχετικές παραδοχές. Πέραν όμως αυτού ήταν αόριστη, ασαφής και μη πειστική και άσχετη εν πολλοίς με τα επίδικα θέματα. Ο κ. XXXXX Ιωσηφίδης δεν θυμόταν αν είχε εκδώσει τιμολόγιο ή απόδειξη για το σανό που μετέφερε κατ' ισχυρισμό στον εναγόμενο, θυμόταν όμως λεπτομέρειες της συγκεκριμένης πράξης χωρίς να θυμάται ο,τιδήποτε σε σχέση με πρόσφατες συναλλαγές στις οποίες είχε προβεί και του τις υπενθύμισε ο συνήγορος του εναγομένου ακόμα και με τον πατέρα του, στο τέλος παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε αν η φάρμα ανήκε στον πατέρα του εναγομένου ή στον εναγόμενο. Χαρακτηριστικές ήταν και οι παραδοχές του κ. XXXXX Χατζηπιερή (Μ.Ε.3) ότι ο ίδιος δεν είχε να κάνει τίποτε με τον ίδιο τον εναγόμενο, δεν θυμόταν να προσδιορίσει χρονικά τις κούρσες που είχε κάνει μεταφέροντας ζωοτροφές δήθεν προς όφελος τους εναγομένου, παραδέχθηκε εν τέλει ότι όσα ανέφερε στο Δικαστήριο του τα είχε πει ο ενάγων όταν του είχε πει ότι δεν θυμόταν την περίπτωση λέγοντας χαρακτηριστικά: «Εγώ του είπα (του Πεδουλίδη) δεν θυμάμαι και με θύμισε πότε τις παίρναμε, εγώ ήξερα ότι παίρναμε τροφές». Ο δε κ. XXXXX Κιττέρη (Μ.Ε.5) ήταν φανερό ότι ό,τι παρουσίασε στο Δικαστήριο ήταν αυτά που του υπέβαλε ο ενάγων και όσα τον είχε πληροφορήσει σχετικά. Στην προσπάθεια του δεν να βοηθήσει τον ενάγοντα δεν παρέλειψε να υπερβάλλει αναφέροντας ότι ήταν κοινώς γνωστό στην Αθηένου και ότι όλοι οι Αθηενίτες που ασχολούνταν με την κτηνοτροφία γνώριζαν ότι ο Πεδουλίδης έστελνε ζωοτροφές στο Ακάκι. Αλήθεια ποιος ο λόγος να ασχολούνται όλοι με τις δοσοληψίες του ενάγοντος με την οικογένεια του εναγομένου; Για τους πιο πάνω λόγους δεν γίνεται αποδεκτή. Ο εναγόμενος κ. XXXXX Κυριάκου (Μ.Υ.1), του οποίου η Γραπτή Δήλωση του σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ, αναφέρει μεταξύ άλλων σε αυτή ότι ο ίδιος γνώριζε τον ενάγοντα εδώ και πολλά χρόνια πριν ακόμα πάει στρατιώτης και ότι είχαν φιλικές σχέσεις. Σε γενικές γραμμές ανέφερε ότι η όποια ανάμιξη του στις δοσοληψίες και συνεργασία που είχαν ο πατέρας του με τον ενάγοντα ήταν ότι από μικρός βοηθούσε τον πατέρα του στις εργασίες του όπως και αργότερα όταν εργαζόταν ως υπάλληλος κατά τις ελεύθερες του ώρες και έτσι πολλές φορές αναλάμβανε και αυτός είτε τη μεταφορά τροφών είτε ζώων στη φάρμα ή παραλάμβανε εκ μέρους του πατέρα του ή της εταιρείας του της Γεωργοκτηνοτροφικής Εταιρείας ΣΑΚ Λτδ τέτοιες ζωοτροφές. Ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν είχαν φάρμα στο Ακάκι αλλά μόνο στο Ποτάμι. Απλώς ο πατέρας του κάποτε είχε αγοράσει από συγκεκριμένο πρόσωπο από το Ακάκι αριθμό αγελάδων. Ο ίδιος από το 2003 ήταν υπάλληλος του XXXXX Σάββα μέχρι που αυτός απεβίωσε το
  6. Αναφέρθηκε και στην Ιδιωτική Ποινική Υπόθεση που αφορούσε ακάλυπτες επιταγές όπου ήταν κατηγορούμενος και εκκρεμούσε εναντίον του, η οποία, κατά τον ισχυρισμό του, οδήγησε στην υπογραφή εκ μέρους του τού Τεκμ. 2, δίδοντας όμως τη δική του εκδοχή για τις συνθήκες υπογραφής του και σε τι αποσκοπούσε, ισχυριζόμενος ότι ο ενάγων το επικαλείται για να εξασφαλίσει από αυτόν άδικα και αχρεωστήτως το ποσό που αξιώνει με την αγωγή του. Ο κ. XXXXX Κατήρης (Μ.Υ.2), είναι ο πατέρας του εναγομένου. Παραδέχθηκε ότι κατά την επίδικη περίοδο ήταν πτωχεύσας. Επέμεινε στον ισχυρισμό του ότι ούτε ο ίδιος προσωπικά ούτε ο εναγόμενος ήταν εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες αγελάδων και ότι δεν κατείχαν πιστοποιητικά κατοχής τέτοιων ζώων. Τουναντίον οι γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες διεξάγονταν από την εταιρεία ΣΑΚ και ότι οι όποιες διαφορές με τον ενάγοντα ήταν μεταξύ τους. Ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ότι ο εναγόμενος είχε υπογράψει το Τεκμ. 2 με τον ενάγοντα κάτι για το οποίο πληροφορήθηκε όταν πλέον είχε εγερθεί η παρούσα αγωγή εναντίον του εναγομένου. Ο εναγόμενος και ο πατέρας του (Μ.Υ.1 και 2) μου προκάλεσαν εξαιρετική εντύπωση και κρίνω ότι ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Δεν υπερβάλλανε για όσα έλεγαν και η θέση τους ήταν ξεκάθαρη η οποία συνίστατο στο ότι οι όποιες δοσοληψίες γίνονταν μεταξύ του ενάγοντος γίνονταν σε συνεννόηση με τον πατέρα του εναγομένου και για την εταιρεία τους χωρίς ως προς τούτο οποιανδήποτε ανάμειξη του εναγομένου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΣΕ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΤΕΘΕΙ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Θα με απασχολήσει κατ' αρχή το ζήτημα κατά πόσο το επίδικο έγγραφο (Τεκμ. 2) αποτελεί «Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου» εντός της έννοιας του νόμου, καθ' ότι δεν υπογράφηκε από τον εναγόμενο «στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ..» και δεν φέρει συγκεκριμένη ημερομηνία κατάρτισης του. Το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προβλέπει τα ακόλουθα: «Γραµµάτιο συνήθους τύπου» είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δυο τουλάχιστο µαρτύρων ικανών προς το συµβάλλεσθαι, για πληρωµή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισµένο χρόνο ή σε προσδιορίσιµο µέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραµµάτιο, ποσού χρηµάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών µέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται «οφειλέτης χρέους» ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται «πιστωτής». Για να μπορεί κάποιος να επικαλείται τα πλεονεκτήματα που εκπορεύονται από ένα Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου, στη βάση των προνοιών του άρθρου 80, θα πρέπει πρώτα να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι το έγγραφο στο οποίο στηρίζεται, για να αξιώσει απόφαση δυνάμει Γραμματίου Συνήθους Τύπου, πληροί όλες τις τυπικές προϋποθέσεις κατάρτισης του, όπως αυτές καταγράφονται στο άρθρο 78 του Νόμου. Η νομολογία αναγνωρίζει ότι ένεκα των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από την εξασφάλιση Γραμματίου Συνήθους Τύπου, προκύπτει ανάγκη οι νομικές προϋποθέσεις κατάρτισης του να πληρούνται απόλυτα για να μπορεί ο δικαιούχος του γραμματίου να επωφεληθεί των πλεονεκτημάτων του. Στην υπόθεση Θεόδουλος Φουλή ν. Ανδρέα Μιχαήλ,
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1144, με αναφορά σε παλαιότερη νομολογία, διατυπώνονται από το Δικαστήριο τα εξής, στη σελίδα 1147 της απόφασης:- «Το γραμμάτιο συνήθους τύπου έχει πολλά πλεονεκτήματα. Για παράδειγμα σε κάθε δικαστική διαδικασία το περιεχόμενό του αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σ' αυτό. Ακόμα, από τον περί Παραγραφής Νόμο, Κεφ. 15, παρεχόταν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ισχύος για σκοπούς αγωγής πάνω σ' αυτό, παρά στα συνήθη γραμμάτια. Αυτά τα πλεονεκτήματα έφεραν την ανάγκη όπως οι τυπικότητες που αφορούν την έκδοση γραμματίου συνήθους τύπου να τηρούνται απόλυτα (Papastratis v. Economou
(1970)1 C.L.R. 11, Παύλου κ.ά. ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483...).» Στην υπόθεση Papastratis v. Economou,
(1970)1 C.L.R. 11, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο είχε θεωρήσει έγκυρο ένα γραμμάτιο συνήθους τύπου, παρόλο που η υπογραφή του εκδότη τέθηκε στην παρουσία του ενός μόνο μάρτυρα και ο άλλος μάρτυρας ήρθε αργότερα και έθεσε την υπογραφή του σε αυτό: «The learned trial Judge has found that the bond concerned was not in fact signed in the presence of two witnesses, but that it was signed in the presence of one witness, and that the other witness came and added his signature thereto later. In our view the provisions of section 78 have to be strictly complied with if a bond is to be a bond in customary form; and this view is strengthened by the kind of provisions set out in sections 79 and 80 of Cap. 149. Moreover, it has to be borne in mind, that a bond in customary form is granted by the Limitation of Actions Law (Cap. 15) a much longer lease of life, for purposes of proceedings based on it, than ordinary bonds, and for this reason, too, we think that it is quite important that formalities regarding a bond in customary form should be fully complied with. [.] In the present case we have, indeed, not been persuaded by counsel for the respondent that there is anything to show that the words "signed by the maker in the presence of at least two witnesses", in section 78 of Cap. 149, must be given such a loose and inexact meaning as to enable the maker of a bond in customary form to sign it in the presence of one witness only, and allow the second witness to put his signature to the bond, in the presence of the maker, later, as is the position in relation to the bond in question.» Σχετική είναι επίσης και η υπόθεση Λοΐζος Κώστα Λοϊζίδης ν. Τσιακλή κ.ά.,
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1418 όπου στις σελίδες 1421-1423 της απόφασης, αναφέρονται τα εξής (παραθέτω εκτενές απόσπασμα καθότι τα όσα αναφέρονται έχουν τη σημασία τους και για την παρούσα υπόθεση) : «Το γραµµάτιο συνήθους τύπου διέπεται από τα άρθρα 78 - 81 του Περί Συµβάσεων Νόµου, Κεφ.
  1. Στην προκειµένη περίπτωση σηµασία έχουν τα άρθρα 78 και
  2. Το "γραµµάτιο συνήθους τύπου" είναι εκ του νόµου έγγραφο τυπικό. Αυτό σηµαίνει ότι απαιτείται αυστηρή εφαρµογή των προνοιών του νόµου καθόσον αφορά το λεκτικό του κειµένου και την κατάρτιση (execution) του εγγράφου. Στην υπόθεση Loukis Papastratis ν. Economou 1 C.L.R. 11, αποφασίστηκε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 78 θα πρέπει να ακολουθούνται και εφαρµόζονται µε αυστηρότητα προτού το έγγραφο θεωρηθεί ως γραµµάτιο συνήθους τύπου. Βλ. επίσης Βαρνάβας Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Έφεση 7432/22.6.90 και Νίκος Λάρκου ν. Ελένης Παναγή, Πολ. Έφεση 8558/26.5.
  3. Σύμφωνα µε το άρθρο 80 του Νόµου Κεφ. 149 σε κάθε δικαστική διαδικασία το περιεχόµενο γραµµατίου συνήθους τύπου αποτελεί αµάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σ' αυτό. Μαρτυρία η οποία έχει ως στόχο να αντικρούσει την αλήθεια του περιεχοµένου γραµµατίου συνήθους τύπου δεν είναι αποδεκτή. Βλ. Keziban Raif ν. Enver Dervish
(1971)1 C.L.R.
  1. Καθίσταται πρόδηλο ότι το άρθρο 80 του νόµου Κεφ. 149 καθιερώνει αυστηρό κανόνα απόδειξης αναφορικά µε το ιδιότυπο αυτό έγγραφο του κυπριακού δικαίου των συµβάσεων. Ο κανόνας δεν είναι απόλυτος. Η επιφύλαξη του άρθρου 80 εισάγει την εξαίρεση σύµφωνα µε την οποία"... αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπέγραψε το γραµµάτιο δεν είναι στην πραγµατικότητα η υπογραφή του ή ότι η έκδοση του γραµµατίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασµού ή απάτης ή υπο περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασµό ή απάτη." Στην προκειµένη περίπτωση οι εφεσίβλητοι εφόσον αµφισβητούν τη νοµική υπόσταση του επίδικου εγγράφου ως γραµµατίου συνήθους τύπου επικαλούµενοι προς τούτο λόγους οι οποίοι άπτονται της σωστής κατάρτισης του εγγράφου το πρώτιστο καθήκον του εφεσείοντα ήταν να αποδείξει ότι η κατάρτιση του επίδικου εγγράφου έγινε σύµφωνα και κατ' εφαρµογή των προνοιών του άρθρου 78 του νόµου Κεφ.
  2. Ο εφεσείων παρέλειψε να εκπληρώσει αυτό το καθήκον. Για το κατά πόσο οι φερόµενοι ως µάρτυρες επί του εγγράφου ήταν πρόσωπα ικανά να συµβάλλονται όπως ρητά απαιτεί το άρθρο 78 του νόµου δεν υπάρχει µαρτυρία. Η μετάθεση του βάρους απόδειξης από το διάδικο που επικαλείται γραμμάτιο συνήθους τύπου στο διάδικο που προβάλλει ως υπεράσπιση ένα ή και περισσότερους από τους λόγους που προβλέπει το άρθρο 80 του νόμου γίνεται αφού πρώτα αποδειχθεί ότι το λεκτικό του κειμένου και η κατάρτιση του εγγράφου συνάδουν προς τα οριζόµενα από το άρθρο 78 του νόμου στοιχεία και προϋποθέσεις. Η παράλειψη του εφεσείοντα να αποδείξει τη σωστή κατάρτιση του επίδικου εγγράφου αποτελεί από μόνη της λόγο για την αποτυχία της υπόθεσής του. Το εύρηµα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι το επίδικο έγγραφο είναι γραµµάτιο συνήθους τύπου αφορά προφανώς την εξωτερική όψη του εγγράφου. Η απόδοση οποιασδήποτε άλλης ερµηνείας στο συγκεκριµένο εύρηµα του δικαστηρίου θα ήταν λανθασµένη δοθέντος ότι το πρωτόδικο δικαστήριο αποφαίνεται στο τέλος ότι η υπογραφή του επίδικου εγγράφου έγινε από τους εφεσίβλητους στην απουσία µαρτύρων και υπό συνθήκας που ισοδυναµούν µε δόλο ή απάτη ή υπό συνθήκες που οι εφεσίβλητοι ποτέ δεν εννοούσαν να υπογράψουν τη φύση του εγγράφου που υπέγραψαν. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε ενώπιον του δύο αντίθετες εκδοχές. Κατόπιν εξέτασης της µαρτυρίας κατέληξε σε συγκεκριµένα ευρήµατα και στο τέλος αποδέχτηκε τη µαρτυρία του εφεσίβλητου
  3. Προκύπτει από την υπό έφεση απόφαση ότι το δικαστήριο κατέληξε στα ευρήµατα του µετά από συνεκτίµηση του συνόλου της µαρτυρίας. Δεν διαπιστώνουµε βάσιµο λόγο ο οποίος να δικαιολογεί επέµβαση επί των ευρηµάτων του δικαστηρίου ως προς τα περιβάλλοντα την κατάρτιση του επίδικου εγγράφου γεγονότα τα οποία συνάπτονται και της αλήθειας του περιεχοµένου του εγγράφου. Για τους πιο πάνω λόγους η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται µε έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων. Η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται µε έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων.» Στην υπόθεση αυτή δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το επίδικο έγγραφο (Τεκμ. 2), δεν υπεγράφη από τον εναγόμενο στην παρουσία δύο μαρτύρων, αλλά οι δύο υπογραφές «μαρτύρων» που φαίνονται σ' αυτό (του ενάγοντα και κάποιου άλλου άγνωστου προσώπου), τέθηκαν, είτε πριν είτε μετά την υπογραφή του από τον εναγόμενο. Αυτά καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα μου παρόλο ότι θα προχωρήσω και σε περαιτέρω ανάλυση του ζητήματος. Ειδικότερα, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε στη Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Γ), στην παράγραφο 11 ότι «Όταν υπέγραφα το έγγραφο αυτό δεν είχε οποιεσδήποτε άλλες υπογραφές». Ο ενάγων από την άλλη ανέφερε ότι οι δύο «μάρτυρες» δεν υπέγραψαν στην παρουσία του εναγομένου αλλά πρώτα υπέγραψαν οι δύο μάρτυρες (ο ενάγων και κάποιος XXXXX Πάντζιαρος), στην Αθηένου, ενώ δεν ήταν παρών ο εναγόμενος και στη συνέχεια υπέγραψε ο εναγόμενος ως χρεώστης όταν συναντήθηκαν στο κέντρο Pavillion στη Λευκωσία. Η μαρτυρία αυτή οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι, κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 78, ο εναγόμενος (χρεώστης) δεν έθεσε την υπογραφή του «στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι», με αποτέλεσμα το επίδικο έγγραφο να μην αποτελεί «Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου» στην έννοια του νόμου. Ο ενάγων αντιλαμβανόμενος ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εκπληρωνόταν η συγκεκριμένη προϋπόθεση του άρθρου 78, έπαυσε να ονομάζει το συγκεκριμένο έγγραφο (Τεκμ. 2), ως Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου και/ή Γραμμάτιο και/ή Ανάληψη Χρέους και το ονόμαζε πλέον στη δίκη ως «γραπτή συμφωνία», που έγινε δήθεν στην Αθηένου, παραγνωρίζοντας όμως το γεγονός ότι η ύπαρξη «γραπτής συμφωνίας» προϋποθέτει την ύπαρξη δύο αντισυμβαλλομένων, οι οποίοι θέτουν τις υπογραφές τους επ' αυτής, ενώ στο επίδικο έγγραφο δεν υπάρχουν δύο συμβαλλόμενοι, αλλά υπάρχει μόνο η υπογραφή του χρεώστη και δύο μαρτύρων, οι οποίοι πιστοποιούν (ψευδώς, εν πάση περιπτώσει), ότι ο εναγόμενος υπέγραψε το έγγραφο στην παρουσία τους και αποδεχόμενος είτε τη θέση του ενάγοντος είτε αυτή του εναγομένου. Ο ενάγων προώθησε πλέον τη θέση ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία ότι το επίδικο έγγραφο αποτελούσε «γραπτή συμφωνία» και ότι αυτή ήταν η μοναδική αιτία αγωγής. Η μόνη επομένως αιτία αγωγής που προβλήθηκε ήταν η σύναψη γραπτής συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου. Ειδικότερα, στην παράγραφο 6 της Γραπτής Δήλωσης του ενάγοντος (Έγγραφο Α), αναφέρει τα εξής: «Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2009 ο Εναγόμενος δυνάμει γραπτής συμφωνίας, η οποία έγινε στην Αθηένου της επαρχίας Λάρνακας, ανέλαβε όπως μου πληρώσει το συνολικό ποσό των €100.000,00 με μηνιαίες δόσεις, των €1.000.00 έκαστη. Η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα την 01.10.2009 και ακολούθως την 1ην ημέρα κάθε επόμενου μηνός μέχρι την πλήρη εξόφληση. Καταθέτω ως Τεκμήριο αντίγραφο της συμφωνίας». Κατά την κυρίως εξέταση του ενάγοντος το Τεκμ. 2 αποκαλείτο πλέον ως «η Συμφωνία» και ως τέτοια έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο με το λεκτικό «Συμφωνία κατατίθεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 2» (βλ. σελίδα 3 των πρακτικών του Δικαστηρίου ημερ. 2.02.2016). Είναι δε χαρακτηριστικό ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης και επανεξέτασης όλων των μαρτύρων του ενάγοντος δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά ως αιτίας αγωγής άλλης από τη «γραπτή συμφωνία». Όμως, παραβίαση των προνοιών του άρθρου 78 εντοπίζεται και στο γεγονός ότι ως μάρτυρας φαίνεται να έχει υπογράψει ο ίδιος ο πιστωτής, δηλαδή ο ενάγων και όχι κάποιο τρίτο πρόσωπο. Προφανής σκοπός του νομοθέτη, που θέσπισε το άρθρο 78, ήταν ότι στους δύο μάρτυρες ενώπιον των οποίων θα υπογράφει ο χρεώστης δεν μπορεί να περιλαμβάνεται ο πιστωτής, αφού, κατά τεκμήριο, δεν θα είναι αντικειμενικός μάρτυρας σε περίπτωση αμφισβήτησης του εγγράφου ενώπιον Δικαστηρίου. Στη βάση των πιο πάνω εξάγω ως συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο έγγραφο ούτε «Γραμμάριο Συνήθους Τύπου», ούτε «Γραπτή Συμφωνία» μπορεί να θεωρηθεί στην έννοια του νόμου και επιπρόσθετα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νόμιμα καταρτισθέν έγγραφο, αφού δεν υπογράφτηκε στην ταυτόχρονη παρουσία δύο μαρτύρων, δεν φέρει συγκεκριμένη ημερομηνία υπογραφής του και καθορίζει τόκο όπως κατέδειξε η μαρτυρία μεγαλύτερο από τον προνοούμενο ρητά από το νόμο. Το επόμενο ζήτημα που θα με απασχολήσει είναι η παραβίαση της πρόνοιας για τον τόκο που προνοείται στο άρθρο 78 του Κεφ. 149, όπου καθορίζεται κατά ανώτατο όριο το ποσοστό του 9% κατά έτος. Ως οι λεπτομέρειες/διευκρινίσεις, που δόθηκαν από τους τότε δικηγόρους του ενάγοντος, οι οποίες, σύμφωνα με τη νομολογία, αποτελούν μέρος της Έκθεσης Απαιτήσεως του ενάγοντος, είναι φανερό ότι το κατ' ισχυρισμό «Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου» καταστρατηγεί, την πρόνοια του άρθρου 78 του Κεφ. 149, ότι για να είναι έγκυρο ένα τέτοιο έγγραφο, ο τόκος δεν πρέπει να υπερβαίνει, κατ' ανώτατο όριο το ποσοστό του 9% το χρόνο. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τη μαρτυρία, στο κατά τον ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό των €65.479,43σ. προστέθηκαν από τον ενάγοντα, όπως τους υπολόγισε ο δικηγόρος που συνέταξε το έγγραφο, και μελλοντικοί τόκοι, για 10 έτη, ύψους €52.383,00 και επομένως καθορίστηκε στο έγγραφο ανατοκισμός (8% τόκος επί του εκάστοτε υπολοίπου). Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα να είναι άκυρο το επίδικο έγγραφο ως «Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου». Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή Αρ. 485/2011, ημερ. 12.12.2011, Κτηματικές Επιχειρήσεις ο Πάνθηρας Λίμιτεδ ν.
  4. K & M Famagusta Developers & Constructions Limited κ.α., του αδελφού δικαστού κ. Λ. Παντελή, Ε.Δ. η οποία αφορούσε εξέταση αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης σε αγωγή η βάση της οποίας ήταν γραμμάτιο συνήθους τύπου. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε αίτηση για συνοπτική απόφαση με το εξής σκεπτικό το οποίο υιοθετώ και καταγράφεται στις τελευταίες δύο σελίδες της απόφασης του: «Η πιο πάνω κατάληξη δεν τελµατώνει όµως τη διερεύνηση της τυχόν εγκυρότητας του αιτήµατος. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο συνήγορος των καθ' ών η αίτηση επέσυρε την προσοχή του δικαστηρίου σε ένα µείζονος σηµασίας νοµικό ζήτηµα. Υπέδειξε συναφώς ότι το επίδικο γραµµάτιο-τεκµήριο 1 στην πρώτη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση - αναφέρει ότι το οφειλόµενο ποσό είναι 'µετά τόκου προς 9% ετησίως από σήµερον µέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιηµένου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεµβρίου εκάστου έτους ..' Επικαλούµενος το λόγο (ratio) της υπόθεσης Παύλου κ.α. v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.∆.483 υπέβαλε ότι το επίδικο γραµµάτιο δεν είναι συνήθους τύπου εφόσον η κεφαλαιοποίηση του τόκου παρεκκλίνει των διατάξεων του άρθρου 78 του Κεφ
  1. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί οι αιτητές εδράζουν την αξίωσή τους αποκλειστικά σε γραµµάτιο συνήθους τύπου. Η υπόθεση Χαραλάµπους (πιο πάνω) επεξηγεί τι εστί γραµµάτιο συνήθους τύπου. Είναι ξεκάθαρο ότι το λεκτικό του άρθρου 78 του Κεφ. 149 ουδεµία αναφορά κάνει σε κεφαλαιοποίηση του τόκου, τον οποίο µάλιστα προσδιορίζει σε 9%. Η υπόθεση Παύλου που επικαλέστηκε ο συνήγορος των καθ' ών η αίτηση δεν επιδέχεται ερµηνείας άλλης από αυτή που ανέφερε ο συνήγορος των καθ' ών η αίτηση. Επί του προκειµένου στη σελίδα 488 αναφέρει ότι· "Συµφωνούµε µε το δικηγόρο του εφεσείοντος πως η ρητή πρόνοια του άρθρου 78 αναφορικά µε τον καθορισµό του τόκου σε γραµµάτιο συνήθους τύπου δεν έχει τηρηθεί για τους λόγους που εξήγησε, και παραθέτουµε πιο πάνω. Συνοψίζοντας, ο τόκος δεν καθορίζεται σε αυτό στο επιτόκιο µέχρι 9%. Αντίθετα η σχετική του πρόνοια δίδει το δικαίωµα στην εφεσίβλητη να αυξάνει το επιτόκιο κατά την απόλυτη κρίση της µέχρι του µέγιστου κατά καιρούς επιτρεπόµενου επιτοκίου. Αυτό όµως σηµαίνει ότι ο τόκος, όπως έχει καθοριστεί στο γραµµάτιο, µπορεί να υπερβαίνει το επιτόκιο του 9%. Εις απάντηση της εισήγησης του δικηγόρου της εφεσίβλητης, που υιοθέτησε και ο πρωτόδικος δικαστής, ότι το ζήτηµα είναι θεωρητικό εφόσον ο περί Τόκου Νόµος, 1977 (Αρ.2/77) δεν έχει τροποποιηθεί, αναφέρουµε πως οι πρόνοιες του άρθρου 78 του περί Συµβάσεων Νόµου εφαρμόζονται κατά το χρόνο της έκδοσης του γραμματίου. Η πιθανή τροποποίησης του περί Τόκου Νόµου, δε θα είχε καµιά νοµική επενέργεια στο άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου. Εκτός βέβαια και αν τροποποιηθεί αυτό τούτο το άρθρο, οπόταν και η ισχύς της τροποποίησης θα αρχίζει από την ημερομηνία της δημοσίευσης της στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, εκτός βέβαια και αν άλλωσπως προβλέπει ο νόµος". Έτσι και στη δοσµένη περίπτωση. Η αναφερόµενη στο τεκµήριο 1 κεφαλαιοποίηση του τόκου διΐσταται των προβλεποµένων στο άρθρο 78 του Κεφ. 149 και στερεί από το έγγραφο την ιδιότητα του γραµµατίου συνήθους τύπου. Κατ' επέκταση εφόσον η νοµική βάση του κλητηρίου εντάλµατος των αιτητών εδράζεται µόνο σε γραµµάτιο συνήθους τύπου, ισχυρισµός ο οποίος παρέµεινε αναπόδεικτος, έπεται ότι η επίδικη αίτηση είναι έκπτωτη. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω η επίδικη αίτηση απορρίπτεται µε έξοδα υπέρ των καθ' ών η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Το ύψος των εξόδων να υπολογιστεί από τον πρωτοκολλητή και να εγκριθεί από το δικαστήριο. Στους καθ' ών η αίτηση χορηγείται άδεια, χωρίς όρους, να καταχωρίσουν υπεράσπιση. Η υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός δεκατεσσάρων ηµερών από σήµερα.» Ως υπεράσπιση του ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι το επίδικο έγγραφο, κι αν ακόμη αποτελούσε «Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου», η έκδοση του επιτεύχθηκε συνεπεία απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε απάτη. Θα εξετάσω και αυτή τη πτυχή της υπόθεσης σε συνάρτηση με τη μαρτυρία που δόθηκε επί του ζητήματος αυτού. Έστω και αν ακόμη, για σκοπούς συζήτησης, το επίδικο έγγραφο (Τεκμ. 2), μπορούσε να θεωρηθεί ως έγκυρο γραμμάτιο συνήθους τύπου, αυτό θα ήταν ακυρώσιμο λόγω του ότι, από την μαρτυρία που αποδέχθηκα εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η έκδοση του επιτεύχθηκε συνεπεία απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε απάτη. Το άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προβλέπει τα ακόλουθα: «Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόµενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.» Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζουμε ότι ο εναγόμενος, στη Γραπτή Δήλωση/κατάθεση του (Έγγραφο Γ), ανέφερε, μεταξύ άλλων, στις ακόλουθες παραγράφους της: «
  2. Τον Αύγουστο ή το Σεπτέμβριο του 2009, λόγω των φιλικών σχέσεων που είχαμε με τον κ. Πεδουλίδη, του ανέφερα ότι είχα κάποιο πρόβλημα, αφού εκκρεμούσε εναντίον μου ιδιωτική ποινική υπόθεση για έξι
(6)ακάλυπτες επιταγές, για το συνολικό ποσό των €21.000,00 περίπου.
  1. Αμέσως, ο κ. Πεδουλίδης μου είπε να μην ανησυχώ και ότι θα πει του δικηγόρου του να ετοιμάσει ένα χαρτί και να υπογράψω ότι χρωστώ στον κ. Πεδουλίδη το ποσό των €100.000,00, για να το δείξω στον δικαστή και να μην με τιμωρήσει.
  2. Εγώ δεν του απάντησα, αλλά μετά από λίγες ημέρες συναντηθήκαμε σε ένα γάμο στο Παβίλιον στην Λευκωσία, μου έδωσε ένα έγγραφο να υπογράψω και επειδή τότε του είχα εμπιστοσύνη, το υπόγραψα. Αυτό το έγγραφο είναι το Τεκμήριο 2 που κατέθεσε ο κ. Πεδουλίδης στο Δικαστήριο, που δεν γνωρίζω τι γράφει. Όταν υπέγραφα το έγγραφο αυτό δεν είχε οποιεσδήποτε άλλες υπογραφές.
  3. Το έγγραφο αυτό δεν μου το έδωσε πίσω εκείνη την ημέρα που το υπόγραψα, αλλά το πήρε μαζί του, λέγοντας μου ότι πρέπει να υπογράψει ακόμα ένας μάρτυρας και θα βρει κάποιον να υπογράψει και θα μου το δώσει. Όμως, ποτέ δεν μου το έστειλε ή έδωσε και όταν έκανε αυτήν την αγωγή αντιλήφθηκα ότι με εξαπάτησε όταν με έπεισε να υπογράψω το έγγραφο, απλώς και μόνο για να κινήσει αγωγή εναντίον μου, επειδή είχε κάποιες οικονομικές διαφορές με τον πατέρα μου.
  4. ..........
  5. ..........
  6. Όσα ανέφερε στην μαρτυρία του ο κ. Πεδουλίδης για δοσοληψίες και συναλλαγές που είχα εγώ προσωπικά μαζί του και ότι του χρωστώ λεφτά ή ότι εγώ του ζήτησα να μου κάνει το έγγραφο, είναι ψέματα. Απλώς εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη που του είχα και πραγματικά ποτέ δεν περίμενα ότι θα με έβαζε να υπογράψω ένα έγγραφο, δήθεν για το καλό μου, αλλά ο πραγματικός σκοπός του αποδείχτηκε ότι ήταν για να μου κινήσει αγωγή και να εκδικηθεί έτσι τον πατέρα μου, ο οποίος τον πίεζε να λογαριαστούν γιατί, όπως έλεγε ο πατέρας μου, ο κ. Πεδουλίδης του χρωστούσε πολλά λεφτά από τις δοσοληψίες που είχαν μεταξύ τους.» Ο ενάγων ουδέποτε αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι ούτε αυτός ούτε ο εναγόμενος είχαν ποτέ πρόθεση ή ζήτησε ο ένας από τον άλλον να ετοιμαστεί γραμμάτιο συνήθους τύπου για €100.000,00 προς όφελος του ενάγοντος (για την κατ' ισχυρισμό οφειλή του εναγομένου) και να το υπογράψει ο εναγόμενος ως χρεώστης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που προήλθε και από τις δύο πλευρές προκύπτει ότι ο μοναδικός λόγος που συντάχθηκε και υπεγράφη το επίδικο έγγραφο (Τεκμ. 2), ήταν για να το παρουσιάσει ο εναγόμενος στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε Ιδιωτική Ποινική Υπόθεση για ακάλυπτες επιταγές ώστε να μην τιμωρηθεί ή να μην πληρώσει το ποσό των ακάλυπτων επιταγών ή κατά τον ενάγοντα για να μην υποχρεωθεί στην καταβολή μεγαλύτερης δόσης. Η διαφορά στις δύο εκδοχές των διαδίκων ήταν ότι ο μεν εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ήταν ο ενάγων που του είχε προτείνει τη σύνταξη, υπογραφή και παρουσίαση στο Δικαστήριο αυτού του εγγράφου, ενώ ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι το έγγραφο έγινε μετά που του το ζήτησε ο ίδιος ο εναγόμενος. Δέχομαι επί του προκειμένου την εκδοχή του εναγομένου καθώς αυτός παραδέχθηκε ότι συμβουλευόταν τον ενάγοντα για διάφορα θέματα και όπως είπε είχαν κουβεντιάσει και αυτό το ζήτημα. Δεν θα μπορούσε δε και δεν στέκει στην λογική όταν κάτι τέτοιο θα εξυπηρετούσε το δικό του και μόνο σκοπό να ανάθετε στον ενάγοντα τη σύνταξη του ο οποίος μάλιστα, όπως ανέφερε, επιβαρύνθηκε και με τα δικηγορικά έξοδα για τη σύνταξη και ετοιμασία του. Δέχομαι επομένως τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι ήταν με πρωτοβουλία του ενάγοντα που είχε καταρτιστεί αυτό το έγγραφο και αυτό υπό τις συνθήκες και περιστάσεις που παρουσιάστηκε στον εναγόμενο για να εξασφαλιστεί η υπογραφή του στο χώρο στάθμευσης ενός κέντρου αναψυχής που ανάγονται σε συνθήκες απάτης εκ μέρους του ενάγοντος, κάτι που αποτελεί επαρκή υπεράσπιση σύμφωνα με την επιφύλαξη του πιο πάνω άρθρου 80 του Κεφ.
  7. Επιπρόσθετα και για τον λόγο ότι κατά τον ισχυρισμό και των δύο διαδίκων, το έγγραφο καταρτίστηκε απλώς και μόνο να εξαπατηθεί το Δικαστήριο με τη συμβολή και των δύο εμπλεκομένων σε αυτό τόσο του παρουσιαζόμενου ως του χρεώστη όσο και του πιστωτή. Αποδέχομαι επομένως όσα δηλώνει στην παρ. 12 της Γραπτής του Δήλωσης ο εναγόμενος ότι: «
  8. Το έγγραφο αυτό δεν μου το έδωσε πίσω εκείνη την ημέρα που το υπόγραψα, αλλά το πήρε μαζί του, λέγοντας μου ότι πρέπει να υπογράψει ακόμα ένας μάρτυρας και θα βρει κάποιον να υπογράψει και θα μου το δώσει. Όμως, ποτέ δεν μου το έστειλε ή έδωσε και όταν έκανε αυτήν την αγωγή αντιλήφθηκα ότι με εξαπάτησε όταν με έπεισε να υπογράψω το έγγραφο, απλώς και μόνο για να κινήσει αγωγή εναντίον μου, επειδή είχε κάποιες οικονομικές διαφορές με τον πατέρα μου.» Κατά συνέπεια, και στην περίπτωση ακόμη που πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 78 του Κεφ. 149, το συγκεκριμένο έγγραφο κρίνω, αποδεχόμενος τη μαρτυρία του εναγομένου, ότι θα ήταν ακυρώσιμο και αποτελεί επαρκή υπεράσπιση για τη μη πληρωμή του ποσού από αυτόν, λόγω του ότι η έκδοση του επιτεύχθηκε υπό περιστάσεις που ανάγονται σε απάτη. Σε σχέση με την αξίωση του ενάγοντος στη βάση «Αναγνώρισης ή Ανάληψης χρέους» ακόμη και αν το Τεκμ. 2 μπορούσε να θεωρηθεί ως έγγραφη αναγνώριση χρέους εκ μέρους του εναγομένου, αυτό δεν συνιστά ξεχωριστή αιτία αγωγής. Το Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου, συσταθέν στη βάση των προνοιών των άρθρων 78 - 81 του Κεφ. 149 συνιστά από μόνο του αιτία αγωγής, όχι όμως το έγγραφο αναγνώρισης ή ανάληψης χρέους. Σχετική είναι η υπόθεση Νικόλας και Χρίστος Ιγνατίου κ.ά. ν. Λεμονάρη,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1562, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκαν όλα τα στοιχεία και προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος για να θεωρηθεί έγκυρο ένα γραμμάτιο συνήθους τύπου. Εξέδωσε όμως απόφαση υπέρ του εφεσίβλητου, ως η απαίτηση, με βάση τη διαζευκτική απαίτηση «αναγνώρισης χρέους». Η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε κατ' έφεση και το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής στη σελίδα 1566: «Κατ' αρχή και σύμφωνα με τη νομολογία όσον αφορά εναλλακτική βάση αγωγής, αυτή της «αναγνώρισης χρέους», ούτε αναγνωρίζεται ούτε συνιστά αυτοτελή βάση. Έγγραφο που περιέχει δήλωση η οποία συνιστά αναγνώριση χρέους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη για την απόδειξη κάποιας αιτίας αγωγής ως π.χ. για παράβαση συμφωνίας δανείου. Το ίδιο όμως το έγγραφο δεν συνιστά βάση αγωγής. (Βλέπε: D & G Products Ltd. ν. Χαράλαμπου Αναστασίου, Πολιτική Έφεση 10744, ημερ. 13.9.2002).» Εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι το Τεκμ. 2 είναι Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου και εφόσον δεν υφίσταται αυτοτελής βάση αγωγής δυνάμει έγγραφου αναγνώρισης ή ανάληψης χρέους, δεν προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως της Αγωγής βάση επί της οποίας να μπορεί να εκδοθεί απόφαση. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος για συναλλαγές/δοσοληψίες με τον εναγόμενο και περί δήθεν οφειλής του εναγομένου προς τον ενάγοντα παρέμειναν και αυτές αναπόδεικτες στην βάση των όσων πιο κάτω θα καταγράψω εξετάζοντας τη μαρτυρία που αφορά το ζήτημα. Στην παράγραφο 2Α της Έκθεσης Απαιτήσεως, η οποία προστέθηκε μετά από αίτηση του εναγομένου και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 23.06.2015, περιέχονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: «Ο Ενάγοντας μεταξύ των ετών 2005 έως 2009 σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλε στον Εναγόμενο διάφορα χρηματικά ποσά και/ή κατέβαλε εκ μέρους και/ή προς όφελος του Εναγομένου σε τρίτα πρόσωπα χρηματικά ποσά. Τα συνολικά ποσά που καταβλήθηκαν από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο και/ή προς όφελος του Εναγόμενου ανέρχεται στο ποσό των €77.899.
  1. Τα πιο πάνω ποσά καταβλήθηκαν από τον Ενάγοντα με την ρητή και/ή εξυπακουόμενη δέσμευση και/ή υπόσχεση του Εναγόμενου ότι θα κατέβαλε πίσω στον Ενάγοντα εντός εύλογου χρόνου και/ή σε πρώτη ζήτηση το ισόποσο ποσό πλέον τόκο προς 8%.» Επισημαίνω, σε σχέση με τον πιο πάνω ισχυρισμό τα ακόλουθα: (α) Σύμφωνα με την μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντος, οι κατ' ισχυρισμό συναλλαγές και/ή καταβολές χρημάτων προς τον εναγόμενο, έγιναν από τον Ιούλιο μέχρι το Δεκέμβριο του 2005, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της πιο πάνω παραγράφου 2Α της Έκθεσης Απαιτήσεως, ότι πληρωμές γίνονταν προς τον εναγόμενο μέχρι και το
  2. (β) Το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό των €77.899,00, με τις λεπτομέρειες που δόθηκαν από τους δικηγόρους του, μετατράπηκε σε €65.479,43σ. Υπενθυμίζεται εδώ, ότι ο ίδιος ο ενάγων, κατά την αντεξέταση του, αμφισβήτησε την ορθότητα των λεπτομερειών που είχαν δώσει οι δικηγόροι του, δηλώνοντας μάλιστα άγνοια για το περιεχόμενο της παροχής των λεπτομερειών (βλ. σελίδες 11-12 των πρακτικών του Δικαστηρίου ημερ. 11.04.2016). Για να αποδείξει την απαίτηση του στην αγωγή, ο εναγόμενος κατέθεσε, ως Τεκμ. 1, σελίδες από ένα ημερολόγιο, ισχυριζόμενος ότι στις τελευταίες έξι σελίδες του αναγράφονταν τα ποσά που έδιδε, κατά τον ισχυρισμό του, στον εναγόμενο και τα λίτρα γάλακτος που του παρέδιδε ο εναγόμενος. Σε μια σελίδα υπάρχει ως επικεφαλίδα η λέξη «ΣΑΒΒΗΣ», σε μια άλλη «ΑΝΤΡΕΑΣ» και σε μια άλλη «Αντρέας» και στις υπόλοιπες τρεις δεν αναγράφεται κανένα όνομα. Περαιτέρω, στις ως άνω σελίδες του ημερολογίου αναγράφονται διάφορα ποσά, σε ορισμένα αναγράφεται συγκεκριμένο είδος εμπορεύματος και σε άλλα όχι, δίπλα από ορισμένα ποσά υπάρχουν ημερομηνίες, ενώ στα περισσότερα δεν υπάρχουν. Έχω διεξέλθει τις ως άνω καταχωρήσεις και παρακολούθησα με προσοχή τον ενάγοντα όταν τις ανέλυσε μια προς μια κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν θα προσδώσω οποιαδήποτε αποδεικτική σημασία σε αυτές για τους ακόλουθους λόγους: (α) Το πιο πάνω «ημερολόγιο» εάν ήθελε εκληφθεί υπό του ενάγοντος ως κατάσταση λογαριασμού δεν έχει δικογραφηθεί στην Έκθεση Απαιτήσεως και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο ότι τα δικόγραφα συνιστούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Παρέκκλιση από την αρχή αυτή εκτρέπει τη δίκη έξω από τα δικονομικά πλαίσια που παρέχουν εγγύηση για δίκαιη δίκη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Βλ. Loucaides v. C.D. Hay & Sons
(1971)1 C.L.R. 134, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319 και Ελένη Βραχίμη ν. Πάρη Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836, Νικόλας και Χρίστος Ιγνατίου κ.ά. ν. Νικόλα Λεμονάρη
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1562). (β) Το «ημερολόγιο» αυτό (Τεκμ. 1), περιέχει ακατανόητες καταχωρίσεις για δήθεν οφειλές και για λίτρα γάλακτος, τα οποία δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά, όχι μόνο από το Δικαστήριο, αλλά από οποιοδήποτε επαγγελματία λογιστή. Υπενθυμίζω ότι ο ενάγων, κατά την ακροαματική διαδικασία, εισηγήθηκε να ενεργήσει το Δικαστήριο ως εξειδικευμένος λογιστής και να υπολογίσει το ίδιο, το κατ' ισχυρισμό συνολικό οφειλόμενο από τον εναγόμενο ποσό και να αφαιρέσει από αυτό την αξία του λίτρων γάλακτος που ο εναγόμενος παρέδωσε στον ενάγοντα. (γ) Το Τεκμ. 1 πόρρω απέχει από το να θεωρηθεί ως κατάσταση λογαριασμού και το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό, ως το υπόλοιπο δοσοληψιών μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου καθώς από τις καταγραφές σε αυτό παρόλη την προσπάθεια που κατάβαλε ο ενάγων ενώπιον του Δικαστηρίου να τις εξηγήσει εντούτοις αυτές παρέμειναν ως επί το πλείστον ακατανόητες και επομένως δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα από αυτές. Υπενθυμίζω ότι ο ενάγων δεν ήταν σταθερός στο συνολικό ποσό που αξιώνει όταν ακόμα διαφοροποιήθηκε από αυτό που δικογράφησε αρκετά χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και όταν είχε μελετήσει σε βάθος την υπόθεση του με τον νέο του δικηγόρο και είχαν καταλήξει σε αυτό το ποσό. (δ) Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Έκθεση Απαιτήσεως δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε «δοσοληψίες» μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, ούτε στην ύπαρξη οποιασδήποτε κατάστασης λογαριασμού, ούτε ότι το αξιούμενο ποσό αποτελεί υπόλοιπο λογαριασμού. Αντίθετα, στην Έκθεση Απαιτήσεως γίνεται αναφορά σε διάφορα χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν από τον ενάγοντα στον εναγόμενο και/ή προς όφελος του εναγομένου, τα οποία ανέρχονται σε €77.899,00 (με την παροχή λεπτομερειών, μετατράπηκε το ποσό αυτό σε €65.479,43). Περαιτέρω, καμιά αναφορά δεν γίνεται στην Έκθεση Απαιτήσεως, στην προμήθεια γάλακτος από τον εναγόμενο προς τον ενάγοντα, η αξία του οποίου να έχει αφαιρεθεί από το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο συνολικό ποσό. Ο εναγόμενος επέμεινε σε όσα ανέφερε και στη Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Γ), κατά την αντεξέταση του μεταξύ άλλων, ότι ο ίδιος δεν είχε οποιεσδήποτε δοσοληψίες με τον ενάγοντα, ώστε να του οφείλει οποιοδήποτε ποσό, αφού οι δοσοληψίες γίνονταν μεταξύ του ενάγοντος και του πατέρα του εναγομένου και της εταιρείας ΓΕΩΡΓΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Σ.Α.Κ. ΛΙΜΙΤΕΔ (ΣΑΚ). Αποδέχομαι αυτή τη θέση του εναγομένου η οποία καθίσταται ταυτόχρονα και εύρημα μου. Τους πιο πάνω ισχυρισμούς του εναγομένου τους επιβεβαίωσε ο πατέρας του εναγομένου κ. XXXXX Κατήρη (Μ.Υ.2), κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του και αποδεικνύονται και από τα διάφορα τεκμήρια που κατέθεσε τα οποία αφορούν πράγματι τις δοσοληψίες της ως άνω εταιρείας με τον ενάγοντα. Ο ενάγων ο ίδιος ισχυρίστηκε τα ακόλουθα στην παρ, 4 της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Α): «4. Μεταξύ των ετών 2005 μέχρι 2009 σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλα στον ίδιο τον Εναγόμενο ή εκ μέρους ή προς όφελος του σε τρίτα πρόσωπα, διάφορα χρηματικά ποσά, όπως αυτά περιγράφονται στο Τεκμήριο που καταθέτω.» Η μαρτυρία του ενάγοντος χαρακτηριζόταν από παλινδρομήσεις, ασάφειες, αοριστίες και αντιφάσεις, στις οποίες περιέπεσε τόσο ο ενάγων κατά την εξέταση και αντεξέταση του όσο και σε σύγκριση της με αυτή των μαρτύρων του, χαρακτηριστικά αποσπάσματα των οποίων ήδη έχω καταγράψει κατά τη παράθεση της μαρτυρίας και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Είναι δε χαρακτηριστική η ανακολουθία του ενάγοντος όταν αυτός στην αντεξέταση του, που έγινε στις 11.4.2016, δηλαδή 20 μέρες μετά την παραδοχή του κατά την εξέταση του ότι ουσιαστικά οι δοσοληψίες του έχουν να κάνουν με την εταιρεία, προσπάθησε να ανασκευάσει στη συνέχεια και μάλιστα στην επόμενη δικάσιμο ερωτώμενος από τη συνήγορο του επί τούτου, ισχυριζόμενος ότι κατά την εξέταση είχε αναφέρει ότι τις δοσοληψίες τις είχε με τον εναγόμενο και ότι ο πατέρας του εναγομένου και η εταιρεία ΣΑΚ ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι του εναγομένου και κατηγόρησε τη στενοτυπίστρια («κοπελλούα») ότι δεν προλάβαινε να γράφει τι λέει, υπονοώντας ότι στα πρακτικά καταγράφηκαν λανθασμένα αυτά που είχε αναφέρει κατά την εξέταση του σε σχέση με τα πρόσωπα που είχε δοσοληψίες, αναγκάζοντας το Δικαστήριο να προβεί στην ακόλουθη υπόδειξη: «Γράφει τα όλα όπως τα λέτε και ό,τι λέτε.» Βρίσκω ότι εν τέλει αποδεχόμενος τη μαρτυρία που πρόσφερε η Υπεράσπιση ότι οι όποιες δοσοληψίες γίνονταν μεταξύ του ενάγοντος και της εταιρείας του πατέρα του εναγομένου με τον πατέρα του να βρίσκεται σε συνεννόηση με τον ενάγοντα όπως επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον κ. XXXXX Κατήρη (Μ.Υ.2) αλλά και από μάρτυρα του ίδιου του ενάγοντος τον κ. XXXXX Ιωσηφίδη (Μ.Ε. 2) ο οποίος ανέφερε κατά την αντεξέταση του, τα περί συζήτησης που έγινε έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου μεταξύ του ενάγοντος και του πατέρα του εναγομένου με σκοπό να διευθετήσουν τις μεταξύ τους διαφορές, από την οποία συζήτηση που αφορά μαρτυρία για την οποία παρείσφρησε χωρίς ένσταση περί προνομιούχας (άνευ βλάβης), και την οποία δεν βλέπω λόγο γιατί να μη την αποδεχθώ, εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι όποιες διαφορές και οφειλές τυχόν υπήρχαν ήταν μεταξύ του ενάγοντος και του πατέρα του εναγομένου και όχι του ίδιου του εναγομένου, ο οποίος γι' αυτό και δεν είχε οποιανδήποτε ανάμειξη στη συζήτηση τους εφόσον δεν τον αφορούσε προσωπικά και δεν γνώριζε λεπτομέρειες της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Μετά τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τη νομική της πτυχή και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα είναι η τελική μου κατάληξη ότι ο ενάγων δεν κατάφερε να αποδείξει την απαίτηση του σε καμιά από τις προβαλλόμενες βάσεις της ή σε οποιονδήποτε μέρος της. Η αγωγή απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και θα είναι υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντος όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ( Υπ.) ............. Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.