← Κύπρος

ΑΡΕΣΤΗ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 72/2018, 24/9/2018

ΑΡΕΣΤΗ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 72/2018, 24/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 72/2018 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ:

  1. XXXXX ΑΡΕΣΤΗ
  2. ΧΑΒΟΥΖΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, (ΗΕ 122238)
  3. ΑΚΑΜΩΤΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, (ΗΕ 122237)
  4. RIMI CATERING LIMITED, (HE 84088)
  5. ΣΤΕΝΟΜΑ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ, (ΗΕ 121332)
  6. ΠΕΤΡΟΧΩΡΑΦΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, (ΗΕ 122236)
  7. PEACELAND ESTATES LTD, (HE 190431) Αιτητές-Εφεσείοντες ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ΄ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη Ημερομηνία: 24.9.2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εφεσείοντες: κ. Σκορδής για Π. Αγγελίδης ΔΕΠΕ Για Καθ΄ου η Αίτηση-Εφεσίβλητη: κα Ππεκρή για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Καθ΄ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη (στο εξής Εφεσίβλητη) φέρεται να παραχώρησε, στην Αιτήτρια-Εφεσείουσα 7, πιστωτικές διευκολύνσεις προς εξασφάλιση των οποίων η Αιτήτρια-Εφεσείουσα 2 ενέγραψε στις 19.10.2009 την υποθήκη που αναφέρεται στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση-Έφεση (στο εξής Έφεση), η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση της Καθ΄ης η Αίτηση-Εφεσίβλητης (στο εξής Εφεσίβλητη). Επειδή, κατά την Εφεσίβλητη, υπήρξε καθυστέρηση στην αποπληρωμή των αναφερθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων τερμάτισε τη σχετική μεταξύ τους συμφωνία περί τον Ιανουάριο του 2014 και ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβανομένου και του ενυπόθηκου χρέους κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Στη συνέχεια η Εφεσίβλητη κάνοντας χρήση των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VIA, ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ, που προστέθηκε με το Νόμο 142(Ι)/2014, του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, ως τούτος τροποποιήθηκε μέχρι το 2015, επέδωσε στους Αιτητές-Εφεσείοντες (στο εξής Εφεσείοντες) στις 6.11.17 τις ειδοποιήσεις Τύπος «Ι» και Τύπος «Θ», συνοδευόμενες από κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους, που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ

(1). Ακολούθως, η Εφεσίβλητη, προχώρησε στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(2)του ΜΕΡΟΥΣ VIA και στις 15/6/2018, ως φαίνεται από τις ένορκες δηλώσεις, με επισυναπτόμενη την ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ», οι οποίες αποτελούν το Τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, επέδωσε σε όλους τους Εφεσείοντες μέσω επιδότη την ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» που προβλέπεται στο άρθρο 44 Γ
(2)του ΜΕΡΟΥΣ VIA. Στην Εφεσείουσα 2 επέδωσε και την ειδοποίηση Τύπος «ΙΒ» που προβλέπεται στο άρθρο 44Δ
(2). Η επίδοση των ειδοποιήσεων Τύπος «ΙΑ» στους Εφεσείοντες έθεσε αυτούς σε εγρήγορση, οι οποίοι αποτάθηκαν σε δικηγόρο και στις 6.7.2018 οι Εφεσείοντες καταχώρησαν εναντίον της Εφεσίβλητης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή αρ. 1805/2018, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση. Τρεις ημέρες μετά, ήτοι στις 9.7.2018, οι Εφεσείοντες καταχώρησαν την υπό κρίση Έφεση με την οποία επιδιώκουν συνολικά επτά
(7)διατάγματα, Α-Ζ στην Έφεση. Η Έφεση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 27, 37, 44
(1)
(2), 44Α
(4), 44Β
(1)
(2)(2α), 44Γ
(1)
(2)
(3), 441Γ, 44Δ, 51, στα Μέρη VI και VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 80 και 81 του ΚΕΦ. 224, στο Ν.14/1960, στη Δ.48 θ.1-7, 9 και Δ.55 θ.1-4 καθώς και στα άρθρα 6.1 και 13 της ΕΣΔΑ και στα άρθρα 6, 23, 26
(1), 28
(1),
(2)και 30.2 του Συντάγματος. Προβάλλονται δεκαπέντε
(15)λόγοι Έφεσης, οι οποίοι σχεδόν στο σύνολό τους έχουν έρεισμα την αγωγή 1805/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία εκκρεμεί και τίθενται θέματα αντισυνταγματικότητας του Μέρους VIA και άρθρων αυτού σε περίπτωση μη έγκρισης των διαταγμάτων που επιζητούνται με την Έφεση. Επίσης με άλλους λόγους προβάλλεται, κατάχρησης της Δικαστικής διαδικασίας λόγω της ύπαρξης της αναφερθείσας αγωγής, πρόωρης επίδοσης της ειδοποίησης του Τύπου «ΙΒ» και ταυτόχρονης επίδοσης τούτης με την ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» και ότι δεν έχει επιδοθεί η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» σε όλα τα Ενδιαφερόμενα Μέρη. Η Έφεση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα 1, με την οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 πιστοποιητικά ότι είναι διευθυντής των Εφεσειόντων 2, 3, 4, 5 και 7, ως Τεκμήριο 2 την ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» που επιδόθηκε σε όλους τους Εφεσείοντες και την ειδοποίηση Τύπος «ΙΒ» που επιδόθηκε στην Εφεσείουσα 2 και ως Τεκμήριο 3 το κλητήριο ένταλμα της αγωγής 1805/2018, Ε.Δ. Λευκωσίας. Η Εφεσίβλητη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην παρούσα Έφεση στις 17.7.2018 και Ένσταση στις 8.8.2018, με την οποία προβάλλονται δεκαεννέα
(19)λόγοι ένστασης, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της, δεόντως εξουσιοδοτημένου, με την οποία επισυνάπτονται δύο Τεκμήρια, στα οποία ήδη έχει γίνει αναφορά. Συγκεκριμένα, σε γενικό πλαίσιο, προβάλλονται ως λόγοι ένστασης ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος από αυτούς που επικαλούνται οι Εφεσείοντες για ακύρωση και παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» αφού η Εφεσίβλητη ενήργησε νομότυπα με βάση το Μέρος VΙΑ του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, ότι η αγωγή που εκκρεμεί δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της ειδοποίησης του Τύπου IΑ», ενώ απορρίπτει τους άλλους λόγους που επικαλούνται οι Εφεσείοντες, μεταξύ των οποίων και η αντισυνταγματικότητα των σχετικών άρθρων του Μέρους VIA του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/2018, κάνοντας αναφορά ότι δεν παρατίθεται αιτιολογικό για τον ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας, αλλά και δεν προκύπτει παραβίαση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, άρθρο 23 του Συντάγματος και άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, του δικαιώματος συμβάλλεσθαι ελευθέρως, άρθρο 26 του Συντάγματος, της αρχής της ισότητας, άρθρο 28 του Συντάγματος, της Δίκαιης Δίκης, άρθρο 30 του Συντάγματος και άρθρα 6
(1)και 13 της ΕΣΔΑ, ενώ απαντά και στους υπόλοιπους λόγους της Έφεσης. Στο μεσοδιάστημα από τις 9.7.2018, που οι Εφεσείοντες καταχώρησαν την Έφεση, μέχρι τις 8.8.2018, που η Εφεσίβλητη καταχώρησε την Ένσταση της, μεσολάβησε η ψήφιση και δημοσίευση του τροποποιητικού Νόμου 87(Ι)/2018, στις 13.7.2018, του Ν.9/1965, ο οποίος επέφερε σημαντικές αλλαγές στα άρθρα 44Α και 44Γ. Συγκεκριμένα το άρθρο 44Α πριν τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/2018είχε ως ακολούθως: «ΜΕΡΟΣ VIA ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ Εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης 44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Ενώ με την τροποποίηση του με το Ν.87(Ι)/2018έγινε ως εξής: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. (4Α) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι, στην πιο πάνω αναφερόμενη περίπτωση, δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και εντός των χρονικών προθεσμιών που προβλέπονται σε αυτό.» Το δε άρθρο 44Γ πριν τροποποιηθεί με το Ν.87(Ι)/2018προνοούσε τα πιο κάτω: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους:
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» Με την τροποποίηση του από το Ν.87(Ι)/2018προβλέπονται τα κατωτέρω: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» Διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι ο λόγος (δ) του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ, ήτοι «εκκρεμεί αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο 1», για τον οποίο μπορούσε ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος να επικαλεσθεί ως λόγο έφεσης, η οποία πρέπει να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, δηλαδή της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» που προνοείται στο εδάφιο
(2)έπαυσε να υφίσταται. Όμως η πρόνοια αυτή δεν θα είχε σημασία για την παρούσα υπό κρίση Έφεση αν δεν προστίθετο στο άρθρο 44Α
(3)η νέα επιφύλαξη, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VIA πριν από την ημερομηνία έναρξης του Ν.87(Ι)/2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του ΜΕΡΟΥΣ VIA πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 87(Ι)/2018. Τούτο όμως σύμφωνα με τον συνήγορο των Εφεσειόντων έχει ως συνέπεια η Έφεση, η οποία έχει ως μοναδικό λόγο, από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3), παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» της σκοπούμενης πώλησης το γεγονός ότι εκκρεμεί αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου για την ειδοποίηση του εδαφίου 1, να παύει να ισχύει και στην ουσία να εξουδετερώνει και να καταργεί την Έφεση, αφού κατέστη η Έφεση άνευ επίκλησης λόγου που προνοεί το συγκεκριμένο αναφερθέν, ως άνω, άρθρο του Μέρους VIA του νόμου, επειδή με αυτή την επιφύλαξη υπάρχει ξεκάθαρη αναδρομικότητα του Ν.87(Ι)/2018. Αυτή, άλλωστε, η θέση, αποτελεί και εισήγηση των δικηγόρων της Εφεσίβλητης, οι οποίοι επικαλούμενοι την μη αναφορά πλέον στους λόγους που μπορεί κάποιος, από τα πρόσωπα που αναφέρονται ανωτέρω, να επικαλεσθεί στην Έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ», δηλαδή την εκκρεμότητα αγωγής και τη νέα επιφύλαξη στο άρθρο 44Α
(3), η οποία καθιερώνει αναδρομικότητα της νέας διάταξης, η Έφεση πρέπει να απορριφθεί. Κατά τον συνήγορο των Εφεσειόντων, όπως αναφέρεται στην αγόρευσή του, αφού δεν υφίστατο τέτοιο θέμα όταν καταχωρείτο η Έφεση, η νέα πρόνοια περί του θέματος, που τώρα συζητάμε, είναι αντισυνταγματική αφού ουσιαστικά καταργεί και ακυρώνει την Έφεση των Εφεσειόντων και θέτει φραγμό στο δικαίωμα τους για πρόσβαση στα Δικαστήρια κατά παράβαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Πέραν της πιο πάνω θέσης του συνηγόρου των Εφεσειόντων είναι επίσης θέση του, η οποία αναπτύχθηκε κατά την αγόρευσή του, αφού δεν ήταν δυνατό να συμπεριληφθεί στους λόγους Έφεσης και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση, ότι ο Νόμος 87(Ι)/2018 και δη τα άρθρα 44
(1)
(2), 44Α
(4), 44Β
(1)
(2)(2α), 44Γ
(1)
(2)
(3), 441Γ, 44Δ, 441Δ, 51 και γενικά τα Μέρη VI και VIA καθώς και τα άρθρα 27 και 37 του Νόμου 9/1965 είναι αντισυνταγματικά γιατί βρίσκονται σε αντίθεση με τα άρθρα 6, 23, 26
(1), 28
(1)και
(2)και 30.2 του Συντάγματος, όπως και αντίστοιχων, με κάποια από αυτά, άρθρων της ΕΣΔΑ αφού, παραβιάζουν την συνταγματική αρχή της μη αναδρομικότητας του Νόμου, καθώς και τα δικαιώματα που εμπερικλείουν και προστατεύουν αυτά, ήτοι το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, της δίκαιας δίκης, της ισότητας και της πρόσβασης στα Δικαστήρια. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε νομολογία. Αντίθετη βέβαια ήταν η θέση του δικηγόρου της Εφεσίβλητης που εισηγήθηκε, από τη μια ότι δεν δικαιολογήθηκε η αντισυνταγματικότητα με αιτιολογημένο τρόπο όπως επιβάλλει η Νομολογία και από την άλλη, εν πάση περιπτώσει, οι αναφερόμενες ως άνω διατάξεις, άρθρα και Μέρη VI και VIA του Ν.9/1965, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, δεν είναι αντισυνταγματικά. Τόσο για το θέμα της αναδρομικότητας όσο και τα άλλα θέματα που εστιάζονται γύρω από τη συνταγματικότητα ή μη τούτων, επικαλέστηκε σχετική νομολογία. Πρώτα από όλα να λεχθεί ότι Έφεση χωρεί, δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3), μόνο από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, όπως τούτο ερμηνεύεται στο άρθρο 44ΙΕ, μόνο για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(2)και μόνο για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 44Γ3(α)(β)(γ)(δ)(ε) και (στ), εντός 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Οποιοσδήποτε άλλος λόγος ή αιτητικό ή αξίωση ή επιζήτηση οιουδήποτε άλλου διατάγματος δεν είναι παραδεκτά και είναι καταδικασμένα σε αποτυχία και η Έφεση σε απόρριψη. Έτσι οποιαδήποτε εκζητούμενα διατάγματα στη βάση άλλων λόγων, όπως π.χ. αυτό που σχετίζεται με την πρόωρη επίδοση της ειδοποίησης Τύπος «ΙΒ» ή της ταυτόχρονης επίδοσης τούτης με την ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ», αν και δεν υπάρχει καμιά απαγορευτική διάταξη που να προνοεί την ταυτόχρονη επίδοση τούτων, δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο της Έφεσης. Ζητήματα αντισυνταγματικότητας εξετάζονται υπό τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία, για τα οποία το Δικαστήριο θα καταπιαστεί σε άλλο μέρος της απόφασης κατωτέρω. ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΤΗΤΑ Ως εκ των πιο πάνω το Δικαστήριο εξετάζοντας το θέμα της αναδρομικότητας, αν και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι από την τροποποίηση που επέφερε ο Ν.87(Ι)/2018, με τη νέα επιφύλαξη στο άρθρο 44Α
(3), είναι ξεκάθαρο ότι έχει αναδρομική ισχύ αυτός και δεν υφίσταται ως λόγος Έφεσης ο λόγος (δ) του άρθρου 44Γ
(3)ως ίσχυε πριν την τροποποίηση με το Ν.87(Ι)/2018, δηλαδή ότι εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)αυτού, ήτοι τον Τύπο «Ι», εν τούτοις το Δικαστήριο επειδή πρέπει να προβεί σε δική του κρίση επί του θέματος αναφέρει τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1 (B) AAΔ.1670 στη σελίδα 1676 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή είναι ότι ένας νόμος, εκτός εάν είναι δηλωτικός ή εάν αφορά μόνο σε θέματα διαδικαστικά ή αποδείξεως, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό τεκμαίρεται, γενικά, σε κάθε περίπτωση και εκεί όπου ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε μια νομοθετική πρόνοια που δεν περιλαμβάνεται στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει να το πει ρητά (Δέστε: Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 44, παραγ. 921 και 922). Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια (Δέστε: Halsbury' s, ανωτέρω, παραγ. 924).» Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Σταύρος Ξιούρουππας κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Π.Ε. 386/10, ημερ. 15.11.
  1. Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.
  2. Επίσης στην Πολιτική Αίτηση Νικολάου κ.ά. Αρ. 101/2018 ημερ. 14.8.18 λέχθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολ. Έφ. Αρ. 386/2010, 15.11.2016, αναφέρθησαν τα εξής ως προς την αναδρομικότητα των νομοθετημάτων: «Ως ουσιαστικής, λοιπόν υφής και χωρίς ρητή και συγκεκριμένη πρόνοια, ο Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εφόσον δεν αφορά σε δικονομικές πρόνοιες, (Χριστοφίδης ν. Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Δεν επηρεάζει συνεπώς δικαιώματα προνόμια υποχρεώσεις ή ευθύνες που εξασφαλίστηκαν ή προέκυψαν δυνάμει του Νόμου αρ. 26/77 που καταργήθηκε με το νέο Νόμο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ.
  1. .» Όπως έκρινε ο Επαρχιακός Δικαστής, το λεκτικό του άρθρου 4 του Νόμου 87(Ι)/2018 καθιστά σαφές ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν όπως οι τροποποιήσεις που επήλθαν με το Νόμο 87(Ι)/2018 εφαρμοστούν και στις δικαστικές διαδικασίες που είχαν ήδη ξεκινήσει πριν τις 13.7.2018 δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του
  2. Η καταχώριση Αίτησης/Έφεσης είναι διαδικασία που προνοείται από το συγκεκριμένο Μέρος VIA του πιο πάνω Νόμου που αφορά σε πώληση ενυπόθηκου ακινήτου. Εν όψει της αναδρομικότητας του Νόμου 87(Ι)/2018 ο λόγος έφεσης που προνοείτο στο άρθρο 44(Γ)
(3)και αναφέρετο στην ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν ισχύει στην περίπτωση των αιτητών εφόσον αντικαταστάθηκε με το λόγο για την ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903). Μετά τη διαπίστωση του ως προς την αναδρομικότητα του τροποποιητικού Νόμου, ο Επαρχιακός Δικαστής έκρινε ότι είχε αποδειχθεί πλήρης συμμόρφωση της Τράπεζας με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ως είχε τροποποιηθεί και ότι δεν είχε αποδειχθεί η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου για παραμερισμό της ειδοποίησης εν όψει της μη εξασφάλισης παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος στην αγωγή αρ. 1135/2018 και απέρριψε την αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, βρίσκω ότι η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήταν κανονική και ο Επαρχιακός Δικαστής ενήργησε εντός των εξουσιών του, που του παρέχει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος, όπως είχε τροποποιηθεί με το Νόμο 87(Ι)/2018, ο οποίος δεν κηρύχθηκε αντισυνταγματικός. Συνεπώς, δεν έχω πεισθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για να πετύχει η αίτηση.» Επίσης έχοντας κατά νου τη θέση του συνηγόρου των Εφεσειόντων ότι αποστερήθηκαν δικαιώματα τους ένεκα της τροποποίησης αυτής και πιθανόν να επενεργούσε προς όφελος τους το άρθρο 10 του Περί Ερμηνείας Νόμου ΚΕΦ. 1 κρίνω σκόπιμο να καταγραφεί κατωτέρω τούτο: «Αποτέλεσμα ακύρωσης σε μελλοντικούς Νόμους 10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση~ (β) επηρεάζει την προηγούμενη ισχύ νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή οτιδήποτε που τελέστηκε κανονικά ή που επιτράπηκε με βάση το νομοθέτημα που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (δ) επηρεάζει ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία που προέκυψε σχετικά με ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε εναντίον νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία, μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν.» Συμμερίζοντας την άποψη που εξέφρασαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών κρίνω ότι πράγματι, έχοντας υπόψη και το άρθρο 10 του ΚΕΦ. 1, από το λεκτικό της νέας επιφύλαξης που προστέθηκε στο άρθρο 44 Α
(3)με το Νόμο 87(Ι)/2018 δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για άλλη ερμηνεία και ότι πρόκειται για σαφή και ξεκάθαρη αναδρομική ισχύ, με τη νέα ως άνω επιφύλαξη, του άρθρου 44 Α
(3). ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Ηγέρθησαν όμως από τον συνήγορο των Εφεσειόντων κατά την αγόρευσή του θέματα παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων, ως τούτα προσδιορίσθηκαν και καταγράφηκαν ανωτέρω, ένεκα του τροποποιητικού νόμου 87(I)/2018. Στην υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.2017 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αχιλλέως κ.α. ν. Πιτταρά κ.α.
(2012)1 (Β) ΑΑΔ 1590, 1602, η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επικριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου (βλ. Κούρτης κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1999)3 ΑΑΔ 408, Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 910 και Κυπριανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8. Στην υπόθεση Investylia Ltd. ν. Tαμπούρη
(2006)1 (B) AAΔ 1325 ένα από τα θέματα που ηγέρθησαν ήταν η αντίθεση άρθρων του Νόμου 42
(1)/2000 με Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας το θέμα ως κάτι ανάλογο με εκείνο της αντισυνταγματικότητας, ανέφερε ότι είναι επιθυμητό να εγείρεται στα δικόγραφα ή σε περίπτωση που διάδικος επιθυμεί να το εγείρει σε κατοπινό στάδιο να διατυπώνεται γραπτώς και να υποστηρίζεται από λεπτομέρειες γιατί παραβιάζει την Οδηγία. Ενόψει της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης από άποψη δικογράφησης γενικά της θέσης περί αντισυνταγματικότητας των διαδικασιών από μέρους του Διευθυντή του Κτηματολογίου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος, δεν ενείχε οποιοδήποτε πρόβλημα και το Δικαστήριο θα έπρεπε να την εξετάσει, όπως και έπραξε, για να καταλήξει ότι επρόκειτο για γενικό και αόριστο ισχυρισμό χωρίς να προχωρήσει να εξετάσει την ουσία. Στην υπόθεση Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 671 στις σελ. 674 και 675 αναφέρθηκαν τα εξής ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να εγείρεται θέμα συνταγματικότητας νομοθεσίας από ένα διάδικο: «..Η γενική και αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της προσφυγής ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα δεν συνάδει καθόλου με ό,τι απαιτούν οι σχετικές δικονομικές διατάξεις* και οι αρχές της νομολογίας** που διέπουν το θέμα της εξέτασης συνταγματικότητας νόμου. Ελλείπει παντελώς από το δικόγραφο της αίτησης η αναγκαία εξειδίκευση η οποία θα καθιστούσε εφικτή την εξέταση του σημαντικού αυτού νομικού θέματος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας το οποίο καθίσταται επίδικο μόνο κατόπιν επακριβούς προσδιορισμού του άρθρου του νόμου ή του κανονισμού που αμφισβητείται καθώς και της συνταγματικής διάταξης προς την οποία προσκρούει το συγκεκριμένο άρθρο ή ο κανονισμός. Η γενική επίκληση διάταξης νόμου ως αντίθετης προς το Σύνταγμα δεν είναι αρκετή. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε καν τέτοια επίκληση. Το γεγονός ότι το θέμα είχε ακροθιγώς αναφερθεί στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν το καθιστούσε εγειρόμενο προς εξέταση. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη κ.ά.
(2002)3 A.A.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)3 A.A.Δ. 56.» H δικογράφηση του ισχυρισμού για αντισυνταγματικότητα, για να καταστεί δυνατή η εξέτασή του, δεν είναι άκαμπτος κανόνας αφού από τη Νομολογία διαφαίνεται ότι εξετάστηκε θέμα αντισυνταγματικότητας έστω και αν ηγέρθηκε κατά την αγόρευση. Πολύ περισσότερο και ιδίως σε αυτή την περίπτωση που δεν ήταν δυνατό να προβληθεί ισχυρισμός αντισυνταγματικότητας του Ν.87(Ι)/2018 στους λόγους Έφεσης και να αιτιολογηθεί δεόντως, αφού ο Ν.87(Ι)/2018δημοσιεύτηκε μετά την καταχώριση της Έφεσης. Στην Έφεση όμως γίνεται λόγος για αντισυνταγματικότητα του Ν.142(Ι)/2014 ο οποίος καθιέρωσε τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή με το Μέρος VIA. Θεωρώ ότι πρέπει να εξεταστούν τα θέματα αντισυνταγματικότητας, τόσο ένεκα των πιο πάνω αναφερθέντων, όσο και γιατί, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, αιτιολογούνται τούτα σε ικανοποιητικό βαθμό στην αγόρευση του συνηγόρου των Εφεσειόντων. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, αφού σε καμία περίπτωση δεν αποστερεί το δικαίωμα των Εφεσειόντων να προσφύγουν στο Δικαστήριο, γιατί αλλάζει μεν τους λόγους Έφεσης και δη από «εκκρεμεί αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)» του άρθρου 44Γ, ως είχε πριν την τροποποίηση, αλλά με την τροποποίηση, ο λόγος (δ) γίνεται σε «έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου». Με άλλα λόγια αφού εγείρει αγωγή ο ενυπόθηκος οφειλέτης εναντίον του ενυπόθηκου δανειστή για οιανδήποτε σχετική διαφορά μεταξύ τους και εξασφαλίσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του, σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60, τότε αυτόματα αποτελεί λόγο Έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» της σκοπούμενης πώλησης. Παραπονούνται οι Εφεσείοντες ότι συνάμα παραβιάσθηκε και το άρθρο 6 του Συντάγματος γιατί υποβλήθηκαν σε δυσμενή διάκριση ένεκα της αναδρομικής ισχύς του νόμου, επειδή έπαυσε να υφίσταται, ως είχε, ο λόγος (δ) του άρθρου 44Γ
(3)με την τροποποίηση που επήλθε με το Ν.87(Ι)/2018και ουσιαστικά κατάργησε και ακύρωσε την Έφεση, όταν μάλιστα, δεν υπήρχε χρόνος για να γίνει αίτηση τροποποίησης του λόγου της Έφεσης καθότι η πώληση ορίστηκε στις 25.9.2018. Δεν θα συμφωνήσω με αυτή τη θέση. Οι Εφεσείοντες είχαν την δυνατότητα αμέσως μετά τις 13.7.2018 που δημοσιεύθηκε ο Ν.87(Ι)/2018 να αποταθούν στο Δικαστήριο που ήγειραν την αγωγή, να ζητήσουν παρεμπίπτον διάταγμα, είτε μονομερώς είτε διά κλήσεως, σε σύντομο χρόνο, ένεκα της ορισθείσας ημερομηνίας πώλησης στις 25.9.2018, η οποία απείχε από τις 13.7.2018 εβδομήντα τρεις
(73)ημέρες. Εάν εξασφάλιζαν το διάταγμα τότε θα μπορούσαν να ζητήσουν τροποποίηση του λόγου Έφεσης σε σύντομο χρόνο. Αντ΄ αυτής της πορείας επέλεξαν να μην προβούν σε καμία ενέργεια. Όσον αφορά τα άλλα άρθρα του Συντάγματος που επικαλέσθηκαν οι Εφεσείοντες ότι παραβιάσθηκαν τα δικαιώματα τους, που προστατεύονται απ΄ αυτά, είτε με αυτές καθ΄ αυτές τις διατάξεις που επικαλέσθηκαν του Μέρους VIA του Ν.9/1965, όπως τροποποιήθηκε, είτε με ολόκληρα τα Μέρη VI και VIAκαι ως εκ τούτου τούτα είναι αντισυνταγματικά, έχω να αναφέρω τα ακόλουθα: Όσον αφορά το Μέρος VI αφού δεν ενεργοποιήθηκαν οι διατάξεις του από την Εφεσίβλητη για να προβεί στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κρίσης στην παρούσα Έφεση. Σε σχέση με το άρθρο 23 του Συντάγματος μπορεί να λεχθεί ότι ουδείς στέρησε τον ενυπόθηκο οφειλέτη από το δικαίωμα του να αποκτήσει, να είναι κύριος, να κατέχει και να απολαύσει ή διαθέτει την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία του. Με απόφαση της η Εφεσείουσα 2 ενέγραψε υποθήκη επ΄ αυτής προς εξασφάλιση κάποιων πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εφεσίβλητη και επομένως η ίδια έθεσε και διέθεσε την ακίνητη περιουσία της στη νομική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Πρέπει να λεχθεί ότι και πριν την καθιέρωση του Μέρους VIA του Ν.9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, υπήρχαν σχετικές διατάξεις για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου. Ό,τι επήλθε με τις τροποποιήσεις και την καθιέρωση του Μέρους VIA είναι μια διαφορετική διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου. Ούτε το άρθρο 26 του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως παραβιάσθηκε αφού, με τις τροποποιήσεις που επήλθαν απλά άλλαξε η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, ενώ για το ίδιο το δικαίωμα του άρθρου 26 δεν επήλθε καμιά αλλαγή. Με απόφασή της η Εφεσείουσα 2, ελεύθερα συμβλήθηκε με την Εφεσίβλητη και ενέγραψε την υποθήκη επί του ακινήτου της ως ενυπόθηκος οφειλέτης, ενώ ότι άλλαξε με τις τροποποιήσεις που επήλθαν στο Νόμο 9/1965 με την προσθήκη του Μέρους VIA είναι ο τρόπος και η διαδικασία πώλησης, για την οποία πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, σε περίπτωση μη πληρωμής του χρέους, για το οποίο ενέγραψε την υποθήκη, γνώριζε ευθύς εξαρχής με την υπογραφή της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης του ακινήτου, άσχετα αν αυτή θα γινόταν με άλλη διαδικασία. Ούτε το δικαίωμα της ισότητας του άρθρου 28
(1)και
(2)του Συντάγματος παραβιάσθηκε από τις εν λόγω τροποποιήσεις, αφού τίποτε απ΄ αυτές τις τροποποιήσεις δεν διαφαίνεται να διατάραξε την προστασία που παρέχουν αυτές σε ότι αφορά τους Εφεσείοντες. Επομένως ούτε ο Νόμος 87(Ι)/2018, ούτε και τα άρθρα του Μέρους VIA και το ίδιο το Μέρος VIΑ του Ν.9/1965 είναι αντισυνταγματικό. Ως εκ των πιο πάνω δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να ασχοληθεί περαιτέρω με τα θέματα που θίγονται στην αγόρευση του συνηγόρου των Εφεσειόντων που σχετίζονται με τις πρόνοιες των σχετικών άρθρων του Μέρους VIA πριν από την τροποποίηση του με το Ν.87(Ι)/2018. Όμως, ως προς την επίδοση σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, πρέπει να αναφέρω ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός που προβάλλεται στο λόγο 13 της Έφεσης ότι δεν έχει επιδοθεί η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» σε όλους τους Εφεσείοντες, αφού τόσο από την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του Εφεσείοντα 1 που συνοδεύει την αίτηση δηλώνεται ότι στις 7.6.18 επιδόθηκε στους Εφεσείοντες, όσο και από το Τεκμήριο 2 που αποτελείται από τις ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ», καταδεικνύεται ότι επιδόθηκε σε όλους τους Εφεσείοντες η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ». Επίσης ούτε οι λόγοι 1 και 10 της Έφεσης μπορούν να βρουν έρεισμα αφού, άσχετα αν η συνύπαρξη της διαδικασίας του Μέρους VIA του Ν.9/1965 και η Αγωγή 1805/18 προκλήθηκε από τους Εφεσείοντες, ρητά αναφέρεται στο άρθρο 44Α(4Α) ότι «ανεξάρτητα οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος είτε πριν, είτε μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου 87(Ι)/2018 δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους». Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η Αίτηση-Έφεση πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται, πλέον έξοδα υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση-Εφεσίβλητης και εναντίον των Αιτητών- Εφεσειόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΤ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.