← Κύπρος

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΚΡΗΤΙΚΟΣ κ.α., Αρ. αγωγής: 2679/13, 7/8/2018

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΚΡΗΤΙΚΟΣ κ.α., Αρ. αγωγής: 2679/13, 7/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 2679/13 Μεταξύ: XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ενάγουσας Και

  1. XXXXX ΚΡΗΤΙΚΟΣ
  2. XXXXX ΚΡΗΤΙΚΟΥ
  3. XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 26/6/2018 Ημερομηνία: 7 Αυγούστου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Γ. Δημητρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: κα Μ. Κουσιάππα για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επιζητούμενες θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση επιζητείται η τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος ως ακολούθως: Α. Τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος δια της διαγραφής και αντικατάστασης της παραγράφου 1 του κλητηρίου εντάλματος με την ακόλουθη: «Κατά ή περί το Δεκέμβριο του 2009, η ενάγουσα μετά από διαπραγματεύσεις που έγιναν μέσω τρίτου προσώπου που την εκπροσωπούσε για σκοπούς διαπραγμάτευσης, συμφώνησε με τον εναγόμενο 1, ο οποίος προέβηκε σε διαπραγματεύσεις μέσω του πατέρα του XXXXX Κρητικού, όπως πωλήσει την κατοικία που είχε ανεγερθεί στα ακίνητα με αριθμό εγγραφής 8XXXXX0, 8XXXXX7 και 8XXXXX6, Φ/Σχ. XLΙ/17, τεμάχια 5XXXXX6, 5XXXXX3 και 5XXXXX2 αντίστοιχα, στη Βορόκλινη, στον εναγόμενο 1 για το ποσό των €1.400.
  4. Λόγω του ότι ο πατέρας της ενάγουσας και ο πατέρας των εναγομένων 1 και 2 και πεθερός του εναγόμενου 3 επρόκειτο να έχουν συνεργασία σε σχέση με ακίνητα στη Βουλγαρία, είχαν συνεννοηθεί ότι το τίμημα πώλησης εκ €1.400.000 θα καταβαλλόταν κατά το ήμισυ στην Κύπρο και κατά το ήμισυ δια μιας συναλλαγής που θα γινόταν στη Βουλγαρία, η οποία τελικά δεν τελεσφόρησε. Υπογράφτηκε δε γραπτή συμφωνία για ποσό εκ €700.000 μεταξύ και/ή για λογαριασμό της ενάγουσας και του εναγομένου 1 περί την 23.12.2009 ταυτόχρονα και/ή σχεδόν ταυτόχρονα με δέσμευση από τον πατέρα του εναγόμενου 1 ότι θα κατέβαλλε στον πατέρα της ενάγουσας ποσό εκ €700.
  5. Λόγω μη τελεσφόρησης της συμφωνίας ημερομηνίας 23.12.2009 και/ή της συνεννόησης μεταξύ του πατέρα της ενάγουσας και του πατέρα των εναγομένων 1 και 2 και πεθερού του εναγόμενου 3, η συμφωνία ημερομηνίας 23.12.2009 ακυρώθηκε και/ή εγκαταλείφθηκε και/ή τροποποιήθηκε και η ενάγουσα περί τον Απρίλιο και/ή Μάιο του 2010 συμφώνησε με τους εναγόμενους 1, 2 και 3 όπως πωλήσει και μεταβιβάσει τα επίδικα ακίνητα σε αυτούς για το συνολικό ποσό των €1.400.000». Β. Τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος δια της διαγραφής από την 2η γραμμή της παραγράφου της φράσης «στην ενάγουσα». Γ. Τροποποίηση της παραγράφου 6 του κλητηρίου εντάλματος δια της προσθήκης μετά το τέλος της παραγράφου 6 των ακολούθων: «επιπλέον του ποσού των €50.000, για το οποίο δόθηκε επιταγή εκδοθείσα από το εναγόμενο 1, ημερομηνίας 10.11.2010, η οποία δεν τιμήθηκε και για την οποία κινήθηκε δικαστική διαδικασία ήτοι η αγωγή Ε.Δ. Λάρνακας με αριθμό 5/2011, στην οποία παρά την καταχώρηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγομένου 1 στην παρούσα. Δ. Τροποποίηση του Α του αιτητικού δια της προσθήκης στη 2η γραμμή μετά την ημερομηνία 23.12.2009 των ακολούθων: «και/ή δυνάμει συμφωνίας πώλησης καταρτισθείσας περί τον Απρίλιο και/ή Μάιο του 2010.». Νομική βάση Αίτησης Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.25, θθ.1-6, Δ.48, θθ.1-4 και 8-9, Δ.64 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στο άρθρο 30

(2)του Συντάγματος. Ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Μορφή, υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας/Ενάγουσας. Σε αυτήν αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Η παρούσα υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε στις 18/7/
  1. Η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των Εναγομένων καταχωρήθηκε στις 20/11/2013 και απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση στις 14/2/
  2. Στις 19/6/2018 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση αναβλήθηκε λόγω κωλύματος της πλευράς της Ενάγουσας και επαναορίστηκε στις 21.6.2018 με σκοπό την προσπάθεια καταχώρισης παραδεκτών γεγονότων, η οποία ολοκληρώθηκε στις 25/6/
  3. Στην προσπάθεια της κας Γ. Ζαχαρίου να εντοπίσει και βάλει σε μια σειρά το μαρτυρικό ώστε να ετοιμάσει κατάλογο παραδεκτών γεγονότων προέκυψε, κατά πρώτον, η ανάγκη να ζητηθεί έρευνα στο Κτηματολόγιο, η οποία και έγινε άμεσα, αλλά επίσης διαπιστώθηκαν κάποια κενά στη δικογράφηση της απαίτησης της Ενάγουσας στη βάση και των δεδομένων όπως αυτά εξασφαλίστηκαν και από το Κτηματολόγιο, τα οποία καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση ώστε να υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου οι ορθές και ξεκάθαρες δικογραφημένες θέσεις των μερών και να μπορεί να προσαχθεί η σχετική με αυτά μαρτυρία κατά την ακρόαση. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι δεν έχει δικογραφηθεί επαρκώς και εντελώς ορθά ο τρόπος με τον οποίο επιτεύχθηκε η συναλλαγή μεταξύ των διαδίκων, γεγονός που ξεκαθάρισε πρόσφατα μετά την ενδελεχή μελέτη για κατάθεση παραδεκτών γεγονότων και την προετοιμασία για ακρόαση. Η μη ορθή και επακριβής δικογράφηση οφείλεται σε παρανόηση των γεγονότων κατά την σύνταξη της αγωγής, σε παραδρομή και αβλεψία η οποία αμέσως μόλις εντοπίστηκε ακολούθησε η υποβολή της παρούσας αίτησης. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει περαιτέρω ότι κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους της Ενάγουσας η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων είναι απαραίτητη για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης αφού σε περίπτωση μη έγκρισης της παρούσας αίτησης η Ενάγουσα θα εμποδιστεί από το να παρουσιάσει την υπόθεση της ολοκληρωμένα. Αναφέρεται, περαιτέρω, ότι η έγκριση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει ζημιά στην άλλη πλευρά, ενώ αντίθετα τυχόν απόρριψή τους θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Αιτήτρια αφού θα της αποστερήσει το δικαίωμα να προωθήσει τις θέσεις και τους ισχυρισμούς της. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση στην οποία καταγράφεται αριθμός λόγων ένστασης μεταξύ των οποίων και οι ακόλουθοι: ü Η Αίτηση κατεχωρήθη μετά από παρέλευση πέντε χρόνων από την καταχώριση της παρούσας αγωγής και 4 ½ χρόνων από την καταχώριση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων και αφού η αγωγή ορίστηκε επανειλημμένα για ακρόαση και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο παραδεκτά γεγονότα. ü Όλα τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την παρούσα Αίτηση ήταν γνωστά στην Ενάγουσα/Αιτήτρια και/ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από αυτήν πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής ή και σε πολύ προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. ü Με την αίτηση διαφοροποιείται η βάση της αγωγής και/ή εισάγεται νέα βάση και/ή αιτία αγωγής και/ή νέα γεγονότα που διαφοροποιούν την ουσία της αγωγής. ü Η Αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει την καθυστέρηση της διαδικασίας, ενώ δεν παρατίθεται εύλογη δικαιολογία για το καθυστερημένο της υποβολής της. ü Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν αποκαλύπτει επαρκή γεγονότα για να δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης σε αυτό το στάδιο. ü Η Αίτηση γίνεται αντικανονικά, καταχρηστικά, αδικαιολόγητα και κακόπιστα αφού γίνεται προσπάθεια προσθήκης ισχυρισμών με επιδίωξη να αρθεί η ανεπάρκεια και οι ελλείψεις της Έκθεσης Απαίτησης. ü Σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση η δίκη θα εκτροχιαστεί από την προσδιορισθείσα πορεία της με αποτέλεσμα να επηρεαστούν αρνητικά τα δικαιώματα των Εναγομένων. ü Η Αίτηση παραβιάζει το κατοχυρωμένο δικαίωμα των Εναγομένων για διεξαγωγή της δίκης σε εύλογο χρόνο και έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα πλήξει ανεπανόρθωτα όχι μόνο τα συμφέροντα των Εναγομένων, αλλά και της δικαιοσύνης γενικά. Ένορκη δήλωση Ένστασης Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ραφαέλλας Παπαδοπούλου, ασκούμενης δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων. Σε αυτήν προβάλλονται βασικά οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: Η Αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση και ενώ η αγωγή είχε οριστεί οκτώ φορές για ακρόαση πριν την καταχώρισή της και ενώ παράλληλα η Ενάγουσα είχε προβεί σε σχετική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων τέσσερα χρόνια πριν την καταχώριση της παρούσας αίτησης. Η Αίτηση υποβάλλεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και αφού ήδη καταχωρήθηκαν τα παραδεκτά γεγονότα από τους δικηγόρους των διαδίκων και θα άρχιζε η ακρόαση της αγωγής. Η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων πέραν των άλλων δυσμενών συνεπειών στους Εναγόμενους θα δημιουργήσει και την ανάγκη τροποποίησης των παραδεκτών γεγονότων. Οι ισχυρισμοί που η Ενάγουσα επιθυμεί να προσθέσει στην Έκθεση Απαίτησης της ξεκάθαρα δεν προκύπτουν από έρευνα στο Κτηματολόγιο αφού αφορούν σε ισχυριζόμενες συμφωνίες μεταξύ τρίτων προσώπων και αποτελούν συνεπώς γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά στην Ενάγουσα ή εύλογα μπορούσα να εντοπιστούν από το χρόνο καταχώρισης της αγωγής ή εν πάση περιπτώσει σε πολύ προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Σημειώνεται ότι το χειρισμό της παρούσας υπόθεσης είχαν εξαρχής οι ίδιοι οι δικηγόροι και δεν δόθηκε επαρκής και/ή εύλογη και/ή οποιαδήποτε δικαιολογία για την αδράνεια και το καθυστερημένο της καταχώρισης της παρούσας αίτησης. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εισάγουν νέα επίδικα θέματα τα οποία θα περιπλέξουν τα υφιστάμενα αφού αφορούν σε ισχυριζόμενες συμφωνίες ή και προσυμφωνίες που έγιναν μεταξύ τρίτων προσώπων και όχι μεταξύ των διαδίκων. Τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγόμενους η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα αφού θα πληγεί το θεμελιώδες δικαίωμά τους για διεξαγωγή της δίκης εντός ευλόγου χρόνου ένεκα του ότι η πορεία της ακρόασης της υπόθεσης θα εκτροχιαστεί και θα χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα για να καταχωρηθούν τα τροποποιημένα δικόγραφα και να επαναοριστεί η παρούσα αγωγή για ακρόαση. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων με βάση τη Δ.25,θ.1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία και αποτελεί την κύρια βάση της Αίτησης, έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[2]
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[3]Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.[4]
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[5]Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται[6].
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[7].
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[8] Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίηση δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[9] Όσον αφορά το χρόνο που υποβάλλεται αίτημα τροποποίησης και τη σημασία της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και στις επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου, σχετική είναι η υπόθεση Sait Electronic S.A v. Του Πλοίου "DOMINIQUE" κ.α. (αρ. 1)
(1992)1(A) A.A.Δ. 264. Παραπέμπω σχετικά στην ακόλουθη περικοπή στη σελ. 271 της απόφασης:- «Η σημασία της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου αποτιμούνται και στην Αγγλία ως παράγοντας μείζονος σημασίας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να επιτρέψει ή όχι την τροποποίηση. Αυτό προκύπτει ευθέως από την πρόσφατη απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Katteman v. Hansel Propertis Ltd
(1988)1 All E.R. 38. Το ακόλουθο απόσπασμα συνοψίζει το ανεπιθύμητο έγκρισης της τροποποίησης κατά το τέλος της δίκης:- "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence."[10] Από τη νομολογία μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας είναι ευκολότερο να επιτραπεί, ενώ μετά την έναρξη της δίκης και ανάλογα με το στάδιο που αυτή συναντάται, το Δικαστήριο δεν παρέχει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα όταν η αναγκαιότητά της έχει διαφανεί από πριν, αλλά δεν είχε ζητηθεί έγκαιρα. Μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αιτούμενος την τροποποίηση έχει να αποσείσει όλο και μεγαλύτερο βάρος όσο πιο καθυστερημένα υποβάλλει το αίτημά του[11]. Πάντοτε επίσης ο παράγων της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για την ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Εν πρώτοις κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ συνοπτικά στο ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Ιστορικό της παρούσας υπόθεσης Στις 18/7/13 κατεχωρήθη από την Ενάγουσα Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένο. Σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των Εναγόντων κατεχωρήθη στις 16/9/13 ενώ Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 20/11/
  1. Ακολούθησε στις 14/2/14 η καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Αίτηση ορισμού έγινε στις 14/2/14 και η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες στις 7/4/
  2. Ακολούθησε ο ορισμός της υπόθεσης για ακρόαση στις 11/2/15 και αφού προηγουμένως δόθηκαν οδηγίες για αποκάλυψη εγγράφων. Αποκάλυψη εγγράφων έγινε από μέρους της Ενάγουσας στις 28/4/14 και από μέρους των Εναγομένων στις 4/9/
  3. Στις 11/2/15 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ανεβλήθη κατόπιν κοινού αιτήματος των συνηγόρων των διαδίκων στη βάση του ότι καταβάλλονταν προσπάθειες για διευθέτηση και επαναορίστηκε στις 24/6/
  4. Στις 22/6/15 το Δικαστήριο αφού κάλεσε τους συνηγόρους των διαδίκων ανέβαλε την ακρόαση της υπόθεσης για τις 27/1/
  5. Ακολούθησε ο ορισμός της υπόθεσης για ακρόαση στις 19/5/16, 2/11/16, 3/4/17, 3/4/
  6. Ακολούθησαν δύο ημερομηνίες που η υπόθεση είχε ορισθεί για οδηγίες/προγραμματισμό. Η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 20/3/18 και στις 19/6/18 οπόταν και έγινε προσπάθεια και από τις δύο πλευρές για κατάθεση παραδεκτών γεγονότων. Πράγματι κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα ενώ η Ανταπαίτηση των Εναγομένων απεσύρθη. Ακολούθησε στις 26/6/17 η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Εξέταση Θεμάτων που Εγείρονται Ενόψει των πιο πάνω και των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση την Αίτηση και την Ένσταση αλλά και τις θέσεις των δύο πλευρών όπως αναπτύχθηκαν με τις αγορεύσεις τους, προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου για απάντηση δύο ουσιαστικά ζητήματα: Πρώτον: Κατά πόσον οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εισάγουν νέα βάση αγωγής ή οδηγούν στον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς οι Εναγόμενοι. Δεύτερον: Κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος τροποποίησης λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα και τη σημειωθείσα στην υπόθεση καθυστέρηση. Σε σχέση με το πρώτο επισημαίνω ευθύς εξ αρχής, σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η κα Γ. Ζαχαρίου, ότι με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται να δικογραφηθεί ο τρόπος με τον οποίο τα διάδικα μέρη κατέληξαν σε συμφωνία πώλησης ακινήτου στη βάση της οποίας διεκδικείται από την Ενάγουσα το αξιούμενο ποσό ως υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης. Δεν βλέπω πως μέσω των προτεινόμενων τροποποιήσεων μεταβάλλεται η βάση αγωγής εφόσον αυτή παραμένει να είναι η ισχυριζόμενη αθέτηση συμφωνίας πώλησης ακινήτου. Των πιο πάνω δοθέντων δεν τίθεται, επομένως, ούτε θέμα μετατροπής της φύσης της αξίωσης, ούτε και θέμα επανακαθορισμού των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Ως εκ τούτου η θέση της πλευράς των Εναγομένων ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις θα διαφοροποιηθεί η βάση αγωγής ή θα εισαχθεί άλλη βάση αγωγής δεν με βρίσκει σύμφωνη. Να προσθέσω στο σημείο αυτό ότι ακόμη και εκεί όπου διαπιστώνεται ότι επιδιώκεται νέα βάση αγωγής η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται, χωρίς άλλο, σε απόρριψη. Το Δικαστήριο, όμως, θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στη σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο κάτω): "The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81)." Να τονίσω στο σημείο αυτό ότι, ενώ το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, κρίσιμος, τελικά, παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνεταίροι
(2012)1 Α.Α.Δ. 817: «..στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά»[12]. Μένει να εξετασθεί το αποδεικτικό βάρος που φέρει η Ενάγουσα/Αιτήτρια ένεκα του καθυστερημένου σταδίου υποβολής του αιτήματος του. Όσον αφορά τον παράγοντα καθυστέρηση, επισημαίνω ότι εδώ το ζητούμενο είναι το από πότε ήταν που διαπιστώθηκαν ελλείψεις και παραλείψεις και ότι το δικόγραφο της Ενάγουσας δεν ανταποκρινόταν πλήρως στους ισχυρισμούς της Ενάγουσας/Αιτήτριας και η αναγκαιότητα για κάλυψη τους. Στην παρούσα υπόθεση ο λόγος που προβάλλεται για την αναγκαιότητα υποβολής της παρούσας Αίτησης στο παρόν στάδιο και μετά από παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος είναι ότι στην προσπάθεια της Δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους της Ενάγουσας να εντοπίσει και να βάλει σε μια σειρά το μαρτυρικό υλικό ώστε να ετοιμάσει κατάλογο προτεινόμενων παραδεκτών γεγονότων και στο πλαίσιο της ενδελεχούς μελέτης που έγινε για σκοπό αυτό αλλά και για την προετοιμασία για ακρόαση διεπιστώθη ότι υπήρχαν κενά στη δικογράφηση της απαίτησης της Ενάγουσας. Σε ό,τι αφορά το χρόνο υποβολής μιας αίτησης για τροποποίηση έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας[13]. Η δε διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης[14]. Έχει δε κατ' επανάληψη τονιστεί ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποίηση στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα[15]. Μια δε καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[16]. Ο λόγος της καθυστέρησης, επομένως, δεν συνιστά πάντοτε αιτία απόρριψης της αίτησης. Το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια ανάλογα με το υπάρχον υλικό ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας ή της άλλης πλευράς. Το γεγονός της καθυστέρησης, διευκρινίζω, δεν εξισούται κατ΄ ανάγκη με κακή πίστη. Όμως η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος που προβλέπει το δικαίωμα διαδίκου να τύχει δίκης σε εύλογο χρόνο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ένας διάδικος αποκλείεται από του να εγείρει αίτημα τροποποίησης αν αυτό θεωρείται δικαιολογημένο διότι η γενικότερη αρχή είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που νομότυπα εγείρονται ενώπιον του πριν την έκδοση της τελικής απόφασης[17]. Όπως έχει λεχθεί στην Clive Preece κ.ά v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι «το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεσιν αίτηση εκτενούς τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου «σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου πάνω στο οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να στοιχειοθετηθεί με την κατάλληλη μαρτυρία, η εκδοχή των εφεσειόντων». Όπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν. Σιακόλα [1999] 1 Α.Α.Δ. 44 δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος είτε δεν είχε νωρίτερα γνώση των κενών ή δεν είχε, προηγουμένως, συνειδητοποιήσει ότι νομικά ή πραγματικά θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο. Έστω και αν ακόμα οι παραλείψεις ή ελλείψεις οφείλονταν καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή του ιδίου ή του δικηγόρου του. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι αν η δικηγόρος της Ενάγουσας επιδείκνυε μεγαλύτερη επιμέλεια και προσοχή κατά το στάδιο ετοιμασίας και καταχώρησης του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος θα μπορούσε να είχε συμπεριλάβει από πολύ νωρίς στη διαδικασία τα ορθά και πλήρη γεγονότα που αφορούσαν στον τρόπο που έγινε η συναλλαγή μεταξύ των διαδίκων για σκοπούς πώλησης του επίδικου ακινήτου, χωρίς να αφεθεί το ζήτημα αυτό σε μεταγενέστερο στάδιο. Μια τέτοια, όμως, παράλειψη δεν θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να αποστερήσει από την Ενάγουσα την εκ των υστέρων δυνατότητα να θέσει την πραγματική και ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων και επιδίκων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακόμη διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καν ξεκινήσει και άρα βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια και δεν βλέπω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα των Εναγομένων που να μην μπορεί να αντικατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξης του.[18] Συγκεκριμένα, εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και η μόνη συνέπεια που υφίστανται σε αυτό το στάδιο οι Εναγόμενοι, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η μερική καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και είναι, επίσης, μια ζημιά που μπορεί να ικανοποιηθεί με καταβολή εξόδων. Από την άλλη, η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος θα έχει ως αποτέλεσμα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την πλήρη εικόνα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Συνεπώς εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος ως η Αίτηση, ήτοι ως οι η παραγράφοι (Α), (Β), (Γ) και (Δ) της Αίτησης. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα να καταχωρηθεί σε 10 ημέρες μετά τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος και Υπεράσπιση στο τροποποιημένο Κλητήριο σε 10 ημέρες από την παραλαβή του Κλητηρίου. Τυχόν Απάντηση να καταχωρηθεί εντός 8 ημερών από την παραλαβή της Υπεράσπισης. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Εν όψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης αλλά και του κανόνα ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away), τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς, επίσης, και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ΄ών η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.)................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties". [2] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [3] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44. [4] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33. [5] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [6] Δέστε Φοινιώτης v. Greenmar Naviagation
(1989)1(Ε) A.A.Δ. 33. [7] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [8] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ. 607. [9] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560. [10] Σε ελεύθερη ελληνική μετάφραση:- «Περαιτέρω, η έγκριση τροποποίησης πριν την έναρξη της δίκης είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από την έγκριση της κατά το πέρας της δίκης για το σκοπό παροχής στον προφανώς ανεπιτυχή εναγόμενο (ο διάδικος που διεκδικούσε την τροποποίηση σε εκείνη την υπόθεση) ευκαιρίας να ανανεώσει τον αγώνα πάνω σε εντελώς διαφορετική υπεράσπιση.» [11] Δέστε Skepi Ltd v. Kaitis
(1983)1 C.L.R. 231, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)2 C.L.R. 24. [12] Δέστε, επίσης, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corprration (Αρ.2)
(2013)1 Α.Α.Δ. 543. [13] Δέστε Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A.G. Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [14] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Α. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560. [15] Δέστε την αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής:- «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it becomes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here." [16] Δέστε Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [17] Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1985 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφων: «General principles for grant of leave to amend. It is a guiding principle of cardinal importance on the question of amendment that, generally speaking, all such amendments ought to be made ´ for the purpose of determining the real question in controversy between the parties to any proceedings or of correcting any defect or error in any proceedings´ (see per Jenkins LJ in G.L. Baker Ltd v. Medway Building & Supplies Ltd
(1958)1 W.L.R. 1216, p.1231;
(1958)3 All E.R. 540 p. 546). It is a well established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach the court not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace.. It seems to be that as such as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right (per Bowen LJ in Cropper v. Smith
(1883)26 Ch. D. 700, pp 710-711, with which observations A.L. Smith LJ expressed ´emphatic agreement´ in Shoe Machinery Co v. Cultan
(1896)1 Ch. 108, p.112)". [18] Δέστε Astor v. Leventis
(1993)1 A.A.Δ. 726. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.