Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή ν. Κίμωνος ως εκκαθαριστή της εταιρείας G.H. & SONS LTD κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης.: 64/18, 10/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A129 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ,Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης.: 64/18 Αναφορικά με τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν.93(Ι)/1996)ως τροποποιήθηκε Μεταξύ: Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή Αιτητή -και- XXXXX Κίμωνος ως εκκαθαριστή της εταιρείας G.H. & SONS LTD (HE 58565) XXXXX Κίμωνος ως εκκαθαριστή της εταιρείας G.N. BROS LTD (HE 78386) Καθ'ων η αίτηση Ημερ. 10 Σεπτεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα φ. Σωτηρίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για Καθ΄ων η Αίτηση: Ουδεμία εμφάνιση. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα Αίτηση, ημερ. 1/6/2018, εγείρεται από το Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή κατόπιν Απόφασης που έλαβε στις 19/5/2015, μετά από παράπονο του κου XXXXX Vellender - καταναλωτή, το οποίο υπεβλήθη στις 22/12/2014, αναφορικά με γραπτή Συμφωνία ημερομηνίας 8/11/2006 την οποία συνήψε με τις εταιρείες G. Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd για αγορά ακίνητης περιουσίας. Ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή προέβη σε εξέταση του παραπόνου με βάση τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου (Ν.93(Ι)/96), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1/7/1997[1]. Πρόκειται για Νόμο εναρμονιστικό της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Σκοπός της Οδηγίας είναι η προστασία των καταναλωτών από τις καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις. Η σημασία της προστασίας και ενημέρωσης των καταναλωτών από την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις σύμφωνα με το προοίμιο της Οδηγίας πρέπει να διασφαλίζεται μέσω νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων. Στην Οδηγία περιέχεται ενδεικτικός και μη εξαντλητικός κατάλογος ρητρών που είναι δυνατόν να κηρυχθούν καταχρηστικές ο οποίος είναι δεκτικός προσθηκών ή αυστηρότερης διατύπωσης ιδίως όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής αυτών των ρητρών. Προβλέπεται ατομική αλλά και συλλογική προστασία των καταναλωτών από τις καταχρηστικές ρήτρες. Αναφορικά με την ατομική προστασία σχετικό είναι το Άρθρο 6, παράγραφος 1 της Οδηγίας το οποίο διαλαμβάνει συναφώς ότι: «Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες». Ενώ το Άρθρο 7 της Οδηγίας θεσπίζει το δικαίωμα συλλογικής προστασίας των καταναλωτών από καταχρηστικούς όρους που έχουν συνταχθεί με σκοπό τη γενικευμένη χρήση[2]. Στο Νόμο 93(Ι)/1996 παρέχονται ευρείες εξουσίες στον Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή για να λάβει νομικά μέτρα προς παρεμπόδιση της χρήσης καταχρηστικών ρητρών από εμπόρους. Εν ολίγοις ο Διευθυντής έχει με βάση το Νόμο καθήκον να εξετάζει κατά πόσο οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα είναι καταχρηστική και, εάν θεωρήσει μετά από την εξέταση που διενεργείται ότι όντως είναι καταχρηστική, δύναται να ζητήσει, υποβάλλοντας σχετική αίτηση προς το Δικαστήριο, την έκδοση απαγορευτικού Διατάγματος. Σχετικές είναι οι πρόνοιες των εδαφίων
(1)και
(2)του Άρθρου 9 οι οποίες έχουν ως εξής: « 9.-
(1)Ο Διευθυντής έχει καθήκον να εξετάζει κατόπιν υποβολής παραπόνου ή και αυτεπάγγελτα κατά πόσο οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα που προορίζεται για γενική χρήση είναι καταχρηστική.
(2)Όταν, ύστερα από εξέταση που διενεργείται σύμφωνα με το εδάφιο
(1)σχετικά με οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα, ο Διευθυντής θεωρήσει ότι αυτή είναι καταχρηστική, δύναται, αν το θεωρήσει σκόπιμο, να ζητήσει με αίτηση του προς το Δικαστήριο την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου το οποίο, κατά την κρίση του, χρησιμοποιεί ή εισηγείται τη χρήση τέτοιων ρητρών σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές». Όπως ρητώς διαλαμβάνεται στο Άρθρο 3
(1)ο Νόμος «τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης». Καταναλωτής ορίζεται στο Άρθρο 2 του Νόμου «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του» ενώ ως πωλητής «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο πωλεί αγαθά και το οποίο κατά τη σύναψη σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησης του». Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα στην υπό εξέταση περίπτωση διαπιστώνεται ότι η πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας με βάση την γραπτή Συμφωνία ημερ.8/11/2006 έλαβε χώρα καθ΄ην στιγμή οι εταιρείες G. Hassapis & Sons Ltd και G. N. Hassapis Bros Ltd ενεργούσαν ως πωλητές, στο πλαίσιο της εμπορικής τους δραστηριότητας, και ο XXXXX Vellender ως καταναλωτής, προς ικανοποίηση προσωπικών του αναγκών . Με βάση το εδάφιο
(3)του Άρθρου 3 «ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενο της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθεια του για το σκοπό αυτό». Η ύπαρξη διαπραγμάτευσης για ορισμένα στοιχεία κάποιας ρήτρας ή για μια μεμονωμένη ρήτρα δεν εμποδίζει την εφαρμογή του Νόμου στο υπόλοιπο μέρος της Σύμβασης[3]. Και τούτο εφόσον η συνολική αποτίμηση των πραγματικών δεδομένων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, παρ΄όλα αυτά, πρόκειται για συνήθη προκαθορισμένη σύμβαση ελλείψει αντικειμενικών ή υποκειμενικών δυνατοτήτων του καταναλωτή - υπό την έννοια της έλλειψης επιρροής - να επηρεάσει αποτελεσματικά το περιεχόμενο των όρων. Όπως υποδεικνύεται στο κείμενο της Έκθεσης της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναφορικά με την εφαρμογή της Οδηγίας σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων (REPORT FROM THE COMMISSION ON THE IMPLEMENTATION OF COUNCIL DIRECTIVE 93/13/EEC OF 5 APRIL 1993 ON UNFAIR TERMS IN CONSUMER CONTRACTS) που συνάπτονται με καταναλωτές στο οποίο με έχει παραπέμψει η κα Σωτηρίου: "Indeed it is fanciful to think that contracts of adherence could truly contain individually negotiated terms other than those relating to the characteristics of the product (colour, model, etc.), the price or the date of delivery of the good or provision of the service - all terms which rarely give rise to problems concerning their potential unfairness. On the other hand, the presence of this exemption in the text of the Directive hardly makes for clarity and encourages misinterpretations which may lead to a confusion between what is meant by "negotiated" and what is meant by "expressly accepted" Επιπλέον να επισημάνουμε ότι ο Νόμος 93(Ι)/1996 τυγχάνει εφαρμογής σε ρήτρες συμβάσεων για πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας όπως η υπό εξέταση περίπτωση[4]. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(2)του Άρθρου 3 του Νόμου η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα δεν αφορά τις ρήτρες που περιγράφουν το βασικό αντικείμενο της σύμβασης και τη σχέση ποιότητας τιμής του αγαθού που αποτελεί το αντικείμενο της προμήθειας ή της παροχής των υπηρεσιών εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες με σαφή και κατανοητό τρόπο[5]. Οι πρόνοιες του πιο πάνω εδαφίου έχουν ως εξής: «
(2)Όταν ρήτρα σύμβασης είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, καμιά αμφισβήτηση του θεμιτού χαρακτήρα της δεν επιτρέπεται, εφόσον αυτή αφορά- (α) Τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης· ή (β) την αντιπροσωπευτικότητα της τιμής ή του ανταλλάγματος για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πωλήθηκαν ή παρασχέθηκαν». Η λογική της πιο πάνω εξαίρεσης είναι ότι οι συμβατικοί όροι οι οποίοι προσδιορίζουν το είδος, την ποιότητα της παροχής και το ύψος του τιμήματος είναι τα βασικά ζητήματα και οι βασικές ρήτρες της σύμβασης- σε αντιδιαστολή με εκείνες οι οποίες είναι παρεμφερείς και επικουρικές- για τις οποίες λογικά αναμένεται ο καταναλωτής να επικεντρώσει την προσοχή του κατά το στάδιο σύναψης της σύμβασης. Επιπλέον ο Νόμος δεν λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου ποιότητας ή της τιμής. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Jean-Claude Van Hove v. CNP Assurances SA C-96/14 (23 April 2015): "Contractual terms falling within the concept of 'the main subject-matter of the contract', within the meaning of Article 4
(2)of Directive 93/13, must be understood as being those that lay down the essential obligations of the contract and, as such, characterise it (see, to that effect, judgments in Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid, C‑484/08, EU:C:2010:309, paragraph 34, and Kásler et Káslerné Rábai, C‑26/13, EU:C:2014:282, paragraph 49). By contrast, terms ancillary to those that define the very essence of the contractual relationship cannot fall within the concept of 'the main subject-matter of the contract', within the meaning of that provision (judgments in Kásler et Káslerné Rábai, C‑26/13, EU:C:2014:282, paragraph 50, and Matei, C‑143/13, EU:C:2015:127, paragraph 54)". Στην προκειμένη περίπτωση εξετάζοντας τις επίδικες ρήτρες λέω, σε συμφωνία με τα όσα εισηγήθηκε η κα Σωτηρίου, ότι αυτές δεν αφορούν στο κύριο αντικείμενο της Σύμβασης και, ως τέτοιες, δεν εξαιρούνται του δικαστικού ελέγχου. Εξέταση επίδικων ρητρών Με βάση το εδάφιο
(5)του Άρθρου 3 «Εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει». Δεν επαφίεται στον αγοραστή να αποδείξει το εν λόγω ισχυρισμό. Δημιουργείται, επομένως, μαχητό τεκμήριο ότι οι επίδικοι όροι δεν έτυχαν ατομικής διαπραγμάτευσης. Εν πρώτοις από κανένα στοιχείο της υπόθεσης ή ισχυρισμό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προέκυψε ατομική διαπραγμάτευση κάποιου όρου στην υπό συζήτηση Σύμβαση. Οι όροι F, 2 και 19 κρίθηκαν από τον Διευθυντή ως καταχρηστικοί. Σύμφωνα με την παράγραφο F του προοιμίου της Σύμβασης οι πωλητές αναγνωρίζουν και αποδέχονται την αντίληψη του αγοραστή ότι θα κατασκευαστεί γήπεδο γκολφ. "The Purchaser wish to buy the said Apartment in view of the understanding that a Golf Course will be constructed in the area of Tersefanou and the Vendor recognizes and accepts this understanding". Ο όρος 2 καθορίζει το τίμημα αγοράς που είναι πληρωτέο από τον αγοραστή καθώς και τον τρόπο αποπληρωμής[6]. Ο όρος 19 καθορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Αγοραστής θα έχει δικαίωμα τερματισμού της Συμφωνίας. Μία από αυτές είναι η περίπτωση κατά την οποία εντός περιόδου 24 μηνών δεν δίδεται άδεια για την ανέγερση γηπέδου γκολφ στην περιοχή Τερσεφάνου. "Irrespective of the above provisions of this agreement, the Purchaser shall have the right to terminate this agreement by a written notice to the Vendor in the following cases: (
- i)In case within 24 months as from today no license or permission is granted for the construction and development of a golf course in the area of Tersefanou. (
- ii)As long as this contract has not been terminated by the Purchaser as per the above provisions, his obligations under the contract shall remain intact. (iii) Provided that in case the Purchaser does not exercise his right of termination of the agreement within 30 days from the time stipulated above, then he shall be considered that he has waived his right of termination and he shall not be entitled to terminate the agreement for the above reasons or each one of them". Όπως προκύπτει, ενώ σύμφωνα με προοίμιο της Συμφωνίας οι πωλητές αναγνωρίζουν και αποδέχονται την αντίληψη του αγοραστή ότι θα κατασκευαστεί γήπεδο γκολφ στην περιοχή Τερσεφάνου, στον όρο 19 προνοείται ότι σε περίπτωση που δεν θα δοθεί άδεια ανέγερσης γηπέδου γκολφ τότε ο αγοραστής μετά την πάροδο 24 μηνών δεν θα έχει δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση και θα οφείλει να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Καμία δε αναφορά γίνεται στην ημερομηνία ανέγερσης του γηπέδου γκολφ αλλά ούτε και σε δικαίωμα αποζημίωσης από τον Αγοραστή. Επιπλέον οι πιο πάνω όροι δημιουργούν σε βάρος του αγοραστή «σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση»[7] παρά την απαίτηση της καλής πίστης. Στην υπόθεση Director General of Fair Trading v. First National Bank plc [2002] 1 A.C. 481 ο Λόρδος Bingham ανέφερε ότι η καλή πίστη απαιτεί δίκαιο και διαφανή τρόπο του συναλλάττεσθαι. Παρατίθεται η σχετική περικοπή από την παράγραφο 17 της απόφασης: "A term falling within the scope of the Regulations is unfair if it causes a significant imbalance in the parties' rights and obligations under the contract to the detriment of the consumer in a manner or to an extent which is contrary to the requirement of good faith. The requirement of significant imbalance is met if a term is so weighted in favour of the supplier as to tilt the parties' rights and obligations under the contract significantly in his favour. This may be by the granting to the supplier of a beneficial option or discretion or power, or by the imposing on the consumer of a disadvantageous burden or risk or duty. The illustrative terms set out in Schedule 3 to the Regulations provide very good examples of terms which may be regarded as unfair; whether a given term is or is not to be so regarded depends on whether it causes a significant imbalance in the parties' rights and obligations under the contract. This involves looking at the contract as a whole. But the imbalance must be to the detriment of the consumer; a significant imbalance to the detriment of the supplier, assumed to be the stronger party, is not a mischief which the Regulations seek to address. The requirement of good faith in this context is one of fair and open dealing. Openness requires that the terms should be expressed fully, clearly and legibly, containing no concealed pitfalls or traps. Appropriate prominence should be given to terms which might operate disadvantageously to the customer. Fair dealing requires that a supplier should not, whether deliberately or unconsciously, take advantage of the consumer's necessity, indigence, lack of experience, unfamiliarity with the subject matter of the contract, weak bargaining position or any other factor listed in or analogous to those listed in Schedule 2 to the Regulations. Good faith in this context is not an artificial or technical concept; nor, since Lord Mansfield was its champion, is it a concept wholly unfamiliar to British lawyers. It looks to good standards of commercial morality and practice". Λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα περιλαμβάνονται στο Παράρτημα του Νόμου[8] από το οποίο μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση σε σχέση με το ποιες ρήτρες μπορούν να θεωρηθούν καταχρηστικές οι επίδικες ρήτρες μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοιες και με βάση τα διαλαμβανόμενα στις παραγράφους 1(γ) και 1(ιε) οι οποίες έχουν ως εξής: «1. Ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα- (γ) να αποκλείουν το δικαίωμα υπαναχώρησης του καταναλωτή, ενώ η εκτέλεση των υποχρεώσεων του πωλητή ή του προμηθευτή υπόκειται σε όρο, η εκπλήρωση του οποίου εξαρτάται από τη βούληση του και μόνο· (ιε) να υποχρεώνουν τον καταναλωτή να εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις του, ενώ ο πωλητής ή ο προμηθευτής δεν εκπληρώνει τις δικές του·» Όροι 3, 11, 12 και 15 Ο όρος 3 της Σύμβασης προνοεί ότι σε περίπτωση καθυστέρησης στην καταβολή των δόσεων επιβάλλεται τόκος 9% στο ποσό που είναι οφειλόμενο. Ο εν λόγω όρος έχει ως εξής: "In the event of delay in the payment of any one of the above installments, the Parties agree that interest at 9% per annum will be charged on the amount which is due and payable from time to time until full payment thereof. This term is without prejudice to the right of the Vendor to terminate the Agreement under the provisions herebelow. " Ο όρος 11 προβλέπει ότι ο πωλητής είναι υποχρεωμένος το συντομότερο δυνατόν μετά την ολοκλήρωση της ανέγερσης του ακινήτου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για μεταβίβαση της κυριότητας, μεταβίβαση τίτλου ιδιοκτησίας στον αγοραστή νοουμένου ότι ο αγοραστής έχει εξοφλήσει πλήρως το συμφωνηθέν τίμημα. Προβλέπει δε ακολούθως ότι ο πωλητής έχει το δικαίωμα να μεταβιβάσει την κυριότητα του ακινήτου στον αγοραστή εντός 3 έτη από την ολοκλήρωση του ακινήτου και την παραχώρηση του. Όσον αφορά την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας διαλαμβάνεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο δεν εκδόθηκε τότε η μεταβίβαση τίτλου ιδιοκτησίας στον αγοραστή θα γίνει μεταγενέστερα και όταν αυτός εκδοθεί από το Κτηματολόγιο. Ο εν λόγω όρος έχει ως εξής: "The Vendor is obliged to take as soon as possible after the completion of the construction of the project all necessary steps for the issue of a separate title deed in respect to the said apartment and to transfer the same in the name of the Purchaser or in the name of a person to be nominated by the Purchaser in accordance with the Laws for the time being in force and the relevant rules and regulations provided the Purchaser has fully and finally paid any balance of the purchase price or any other amount due to the Vendor as per the provisions of this agreement. The Vendor undertake the obligation to transfer and register the apartment in the name of the Purchaser or in the name of any person the Purchaser may nominate under the provisions of this agreement, not later than 3 years after delivery. Provided that if for any reason a separate title deed shall not have been issued on the material date hereinabove specified, the transfer shall be made later and as soon as such title deed is issued by the Land Registry. The transfer fees for the transfer and registration of the apartment in the name of the Purchaser shall be paid by the Purchaser". Ο όρος 12 της Συμφωνίας διαλαμβάνει ότι ο αγοραστής είναι υποχρεωμένος να προβεί σε ασφάλιση του ακινήτου από την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας μέχρι και την μεταβίβαση τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα του. Ο εν λόγω όρος έχει ως εξής: "From the date of delivery of the apartment sold until the transfer of the title of the Apartment in the mane of the Purchaser, the Purchaser undertake the obligation to adequately insure the Apartment together with his share, if any, in areas of joint ownership and common use for their full value against fire, flooding, lighting, explosion and earthquake, with a reputable insurance company of their choice". Ο όρος 15 προνοεί ότι οι πωλητές θα προβούν σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για να εξασφαλίσουν τίτλο ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα. Διαλαμβάνεται στη συνέχεια ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση στην έκδοση τίτλου δεν θα επηρεάσει την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών που προνοούνται στη Συμφωνία. Ο εν λόγω όρος έχει ως εξής: "The Vendor will take all necessary steps to obtain a separate title deed in respect of the Apartment. Delay in the issue of the title deed will not affect the payment of the amounts due as provided in this Agreement". Με βάση τους πιο πάνω όρους προκύπτει ότι ο Αγοραστής υποχρεούται: ▬ να αποπληρώσει το συνολικό ποσό του τιμήματος πώλησης κατά την ολοκλήρωση των εργασιών του ακινήτου ▬ να έχει προβεί σε ασφάλιση του ακινήτου έως ότου εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας επ΄ονόματι του ▬ να πληρώνει τόκο 9% σε περίπτωση που καθυστερήσει στην καταβολή των δόσεων του τιμήματος πώλησης. Από την άλλη στη Συμφωνία δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε περίπτωση που οι Πωλητές δεν εκπληρώσουν τις δικές τους υποχρεώσεις έναντι του Αγοραστή, ήτοι την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας. Και όχι μόνο αυτό αλλά τους παρέχεται ταυτόχρονα η ευχέρεια να μεταβιβάσουν την κυριότητα του ακινήτου στον Αγοραστή έως και 3 χρόνια μετά την ολοκλήρωση του ακινήτου και την παραχώρηση του σε αυτόν. Περαιτέρω τους παρέχεται και η ευχέρεια να υπερβούν το χρονικό διάστημα των 3 ετών και να προχωρήσουν στην έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας μεταγενέστερα ή όποτε ο τίτλος ιδιοκτησίας εκδοθεί από το Κτηματολόγιο χωρίς να προσδιορίζεται και/ή καθορίζεται χρονικό περιθώριο. Λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα περιλαμβάνονται στο Παράρτημα του Νόμου[9] από το οποίο μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση σε σχέση με το ποιες ρήτρες μπορούν να θεωρηθούν καταχρηστικές οι επίδικες ρήτρες μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοιες και με βάση τα διαλαμβανόμενα στις παραγράφους 1(β), 1(ε) και 1(ιε) οι οποίες έχουν ως εξής: «1. Ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα- (β) να αποκλείουν ή να περιορίζουν κατά τρόπο ανάρμοστο τα εκ του νόμου δικαιώματα του καταναλωτή έναντι του πωλητή ή του προμηθευτή ή άλλου συμβαλλόμενου μέρους σε περίπτωση μη πλήρους ή μερικής εκτέλεσης ή πλημμελούς εκτέλεσης οποιασδήποτε από τις συμβατικές υποχρεώσεις εκ μέρους του πωλητή ή του προμηθευτή, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας συμψηφισμού οφειλής έναντι του πωλητή ή του προμηθευτή με απαίτηση που θα είχε ο καταναλωτής έναντι αυτού· (ε) να επιβάλλουν στον καταναλωτή που δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του δυσανάλογα ψηλή αποζημίωση· (ιε) να υποχρεώνουν τον καταναλωτή να εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις του, ενώ ο πωλητής ή ο προμηθευτής δεν εκπληρώνει τις δικές του·» Συνέπειες Με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)του Άρθρου 6 του Νόμου διαλαμβάνεται ότι «καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δε δεσμεύει τον καταναλωτή». Περαιτέρω με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου
(2)του Άρθρου 6 προνοείται ότι «η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα». Σε περίπτωση που συγκεκριμένη ή συγκεκριμένες ρήτρες κριθούν καταχρηστικές τίθεται το ζήτημα κατά πόσο η Σύμβαση μπορεί να υπάρξει και χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Εάν η Σύμβαση μπορεί να υπάρξει και χωρίς την καταχρηστική ρήτρα τότε εφαρμόζεται στο υπόλοιπο μέρος. Δεν θεωρώ ότι εν προκειμένω ότι δεν μπορεί η Σύμβαση να εξακολουθήσει να υπάρχει μετά την κατάργηση των καταχρηστικών ρητρών. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω το Δικαστήριο εκδίδει τα ακόλουθα απαγορευτικά Διατάγματα: I. Απαγορευτικό Διάταγμα που να διατάσσει την παύση και/ή τη μη επανάληψη χρήσης καταχρηστικών ρητρών εντός περιόδου 60 ημερών από σήμερα, ήτοι: (
- i)Συμβατικού όρου που αποκλείει το δικαίωμα του αγοραστή/καταναλωτή να τερματίσει τη σύμβαση σε περίπτωση που δεν χορηγηθεί άδεια ανέγερσης γηπέδου γκολφ (όρος 19 της επίδικης Συμφωνίας ημερομηνίας 8/11/2006). (
- ii)Συμβατικού όρου που επιβάλλει την καταβολή τόκου προς 9% σε -περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιοσδήποτε οφειλής του αγοραστή/καταναλωτή προς τον πωλητή (όρος 3 της επίδικης Συμφωνίας ημερομηνίας 8/11/2006), ενώ ο πωλητής δεν αναλαμβάνει αντίστοιχη υποχρέωση. (iii) Συμβατικού όρου που προβλέπει ότι η καθυστέρηση έκδοσης ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας δεν θα επηρεάζει την υποχρέωση του αγοραστή/καταναλωτή στην αποπληρωμή του συνολικού ποσού οφειλής προς τον πωλητή (όρος 15 της επίδικης Συμφωνίας ημερομηνίας 8/11/2006). (
- iv)Συμβατικού όρου που προβλέπει δικαίωμα παρέκτασης της προθεσμίας μεταβίβασης του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή/καταναλωτή, χωρίς να καθορίζεται ο χρόνος της παρέκτασης (όρος 11 της επίδικης Συμφωνίας ημερομηνίας 8/11/2006). ΙΙ. Επιπλέον το Δικαστήριο διατάσσει εντός περιόδου 60 ημερών από σήμερα τη δημοσίευση της Απόφασης του. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Άρθρο 10 του Νόμου. [2] 1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές. 2. Τα μέσα αυτά περιλαμβάνουν διατάξεις που δίνουν σε άτομα ή οργανισμούς που έχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ορισθεί ως έχοντες έννομο συμφέρον για την προστασία των καταναλωτών, τη δυνατότητα να προσφύγουν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ή διοικητικών οργάνων, τα οποία αποφαίνονται για το εάν συμβατικές ρήτρες, που έχουν συνταχθεί με σκοπό τη γενικευμένη χρήση έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και εφαρμόζουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για να πάψει η χρησιμοποίηση των ρητρών αυτών. [3]
(4)Το γεγονός ότι για ορισμένα στοιχεία κάποιας ρήτρας ή για μια μεμονωμένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, δεν αποκλείει την εφαρμογή του παρόντος Νόμου στο υπόλοιπο μέρος μιας σύμβασης, εφόσον η συνολική αξιολόγηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, παρ' όλα αυτά, πρόκειται για συνήθη προκαθορισμένη σύμβαση. [4]
(6)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται με τις ανάλογες φραστικές αναπροσαρμογές και στις ρήτρες συμβάσεων για πώληση, μίσθωση ή οποιαδήποτε άλλη διάθεση ακίνητης ιδιοκτησίας. [5] «για τις ανάγκες της παρούσας οδηγίας η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα δεν πρέπει να αφορά τις ρήτρες που περιγράφουν το βασικό αντικείμενο της σύμβασης ούτε τη σχέση ποιότητας τιμής του προμηθευομένου αγαθού ή της παροχής· ότι το βασικό αντικείμενο' της σύμβασης και η σχέση ποιότητας/τιμής μπορούν, ωστόσο, να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα άλλων ρητρών ότι απόρροια αυτού είναι, μεταξύ άλλων, πως στις ασφαλιστικές συμβάσεις οι ρήτρες που καθορίζονται ή οριοθετούν με σαφήνεια τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο και την υποχρέωση του ασφαλιστή δεν υπάγονται σε αυτή την εκτίμηση εφόσον οι περιορισμοί αυτοί έχουν ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό των ασφαλίστρων που καταβάλλει o καταναλωτής» [6] The Purchase Price of the Apartment has been set at CY.P.91,000.00.- NINETY ONE THOUSAND CYPRUS POUNDS) including V.A.T calculated at the rate of 15%. In case tire VAT payable by the Purchaser is over 15% then the Purchaser shall pa)' die excess. In case the V.A.T is found to be less 15% then the difference shall be deducted from the above purchase price. The way of payment of the above agreed purchase price by the Purchaser to the Vendor shall be made as follows:- (
- a)CY.P.13,650.00.- (THIRTEEN THOUSAND SIX HUNDRED FIFTY POUNDS) of the purchase price shall be paid by the Purchaser to the Vendor upon the signing of the present agreement. (
- b)CY.P.13,650.00.- (THIRTEEN THOUSAND SIX HUNDRED FIFTY POUNDS) of the purchase price as soon as the Purchaser secures a loan from ALPHA BANK LTD for the purchase of the flat. (
- c)CY.P.18,200.00.- (EIGHTEEN THOUSAND TWO HUNDRED CYPRUS POUNDS) of the purchase price upon the completion of the skeleton of the apartment. (
- d)CY.P.18,200.00.-(EIGHTEEN THOUSAND TWO HUNDRED CYPRUS POUNDS) of the purchase price · to be paid upon the completion of the brickwork of die apartment (
- e)CY.P.18,200.00 (EIGHTEEN THOUSAND TWO HUNDRED CYPRUS POUNDS) of the purchase price upon the completion of the flooring and carpentry. (
- f)CY.P.9,100.00.- (NINE THOUSAND ONE HUNDRED CYPRUS POUNDS) of the purchase price upon the delivery of the possession of the apartment sold to the Purchaser on or before end of July 2008. [7] 5.-
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των εδαφίων
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου, "καταχρηστική ρήτρα" θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. [8]
(4)Το Παράρτημα του παρόντος Νόμου περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. [9]
(4)Το Παράρτημα του παρόντος Νόμου περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο