CLOAKVERSE LIMITED ν. MELENOS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1462/2017, 21/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1462/2017 Μεταξύ: CLOAKVERSE LIMITED Ενάγουσας -και- MELENOS LIMITED Εναγομένης -------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση δια Κλήσεως ημερ. 29/11/17 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 21 Αυγούστου 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: Σ. Κάσινος για Ηλίας Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη/Καθ΄ης η Αίτηση: κα Α. Κακογιάννη για Chrysses Demetriades & Co LLC. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή- Αιτούμενες θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια/Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση των ακολούθων παρεμπίπτοντων Διαταγμάτων: Α) Παρεμπίπτον Διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση και/ή στους Διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους της και/ή αντιπροσώπους της και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους της και/ή για λογαριασμό της, να επιβαρύνει και/ή πωλήσει και/ή υποθηκεύσει και/ή μεταβιβάσει και/ή ενεχυριάσει και/ή αποξενώσει με οποιονδήποτε τρόπο οποιεσδήποτε από τις μετοχές που κατέχει στην Εταιρεία ALPHA RETAIL PARKS A.E., μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β) Παρεμπίπτον Διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση και/ή στους Διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους της και/ή αντιπροσώπους της και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους της και/ή για λογαριασμό της, να επιβαρύνει και/ή πωλήσει και/ή υποθηκεύσει και/ή μεταβιβάσει και/ή ενεχυριάσει και/ή αποξενώσει με οποιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία κατέχει η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση στην Κύπρο ή στο εξωτερικό και/ή οποιοδήποτε ποσό διατηρεί σε τραπεζικό λογαριασμό με οποιανδήποτε Τράπεζα στην Κύπρο ή στο εξωτερικό ώστε η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση να διαθέτει ανά πάσα στιγμή περιουσιακά στοιχεία αξίας τουλάχιστον €1.250.000, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Νομική βάση της Αίτησης Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 29-33 του Ν.14/60, στα Άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6, στα Άρθρα 2-9 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο 31(Ι)/1992, στην Δ.48, θθ.-9, στη σχετική νομολογία και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αθανασίας Ταραβάνη, η οποία δηλώνει τελικός πραγματικός δικαιούχος (ultimate beneficial owner) του μετοχικού κεφαλαίου της Ενάγουσας. Σε αυτήν αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Τόσο η Ενάγουσα, όσο και η Εναγόμενη είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η Εναγόμενη κατέχει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Ελληνικής Εταιρείας ALPHA RETAIL PARKS A.E., η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την ανάπτυξη γης και με εργασίες διαμόρφωσης και ανέγερσης εμπορικών κέντρων και άλλων κατασκευών. Στις 27/7/2010 και στη βάση γραπτής Συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση οι δύο εταιρείες συμφώνησαν όπως η Αιτήτρια μέχρι τις 31/7/2010 χορηγήσει στην Καθ' ης η Αίτηση δάνειο για το συνολικό ποσό των €750.
- Ήταν, μεταξύ άλλων, ρητός και ουσιώδης όρος της εν λόγω Συμφωνίας ότι η Καθ' ης η Αίτηση θα όφειλε να αποπληρώσει το σύνολο του πιο πάνω ποσού των €750.000 πλέον τόκους 4% ετησίως μέχρι τις 31/12/
- Στη βάση των πιο πάνω και σε συνάρτηση με τους όρους της Συμφωνίας η Αιτήτρια παραχώρησε στην Καθ' ης η Αίτηση το συμφωνηθέν ποσό των €750.000 στις 28/7/2010 μέσω τραπεζικού εμβάσματος ίδιας ημερομηνίας. Σε συνέχεια των πιο πάνω τα μέρη συμφώνησαν όπως τροποποιήσουν συγκεκριμένες πρόνοιες της Συμφωνίας και για τον σκοπό αυτό κατήρτισαν νέα γραπτή Συμφωνία ημερομηνίας 1/12/
- Στη νέα Συμφωνία προστέθηκε ως συμβαλλόμενο μέρος και η Εταιρεία ALPHA RETAIL PARKS A.E. (το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας ανήκει εξ ολοκλήρου στην Καθ' ης η Αίτηση) αφού ο σκοπός παραχώρησης του δανείου ήταν για μερική χρηματοδότηση της ανέγερσης Εμπορικού Κέντρου που θα κατασκευαζόταν από την ALPHA RETAIL PARKS A.E. στη Ξάνθη. Μεταξύ άλλων, αποτελούσαν ρητούς και ουσιώδεις όρους της νέας Συμφωνίας οι ακόλουθοι: i. Η Καθ' ης η Αίτηση θα χρεώνεται με ετήσιο επιτόκιο 10% επί του συνολικού ποσού του δανείου από την ημερομηνία χορήγησης του, ήτοι τις 28/7/
- ii. Το συνολικό ποσό του δανείου πλέον των αναλογούντων τόκων πρέπει να αποπληρωθεί πλήρως στις 31/12/2013 ή μέχρι τις 31/12/2015 κατά την απόλυτη κρίση της Αιτήτριας. iii. Παράλειψη καταβολής οποιουδήποτε ποσού σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας θα συνιστά γεγονός παράβασης συνεπεία του οποίου το ετήσιο επιτόκιο θα αυξάνεται κατά 5% από την ημερομηνία της εν λόγω παράβασης. iv. Παράβαση οποιουδήποτε όρου της Συμφωνίας θα συνιστά γεγονός παράβασης που δίδει δικαίωμα στην Αιτήτρια να καταστήσει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό άμεσα καταβλητέο και απαιτητό. v. Ως εξασφάλιση για την καταβολή του ποσού του δανείου η Αιτήτρια έχει το δικαίωμα, κατά την κρίση της, να μετατρέψει οποιοδήποτε εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο σε μετοχές της Καθ' ης η Αίτηση σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται ρητώς. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων η Καθ' ης η Αίτηση παραλείπει και αρνείται μέχρι σήμερα να αποπληρώσει το ληφθέν ποσό μαζί με τους αναλογούντες τόκους. Η Αιτήτρια με επιστολή της ημερομηνίας 1/9/2017 προς την Καθ' ης η Αίτηση την ενημέρωσε για την ως άνω παράλειψη, η οποία κατέστησε το οφειλόμενο ποσό με τόκους άμεσα καταβλητέο και απαιτητό. Η Αιτήτρια δεν προχώρησε στην μετατροπή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου σε μετοχές, αλλά απαίτησε την άμεση εξόφληση ολόκληρης της οφειλής. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν ανταποκρίθηκε και εξακολουθεί να παραλείπει να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό έναντι των υποχρεώσεών της. Τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η Αίτηση περιορίζονται στις μετοχές που αυτή κατέχει στην Εταιρεία ALPHA RETAIL PARKS A.E. και δεν έχει γίνει κατορθωτό να εντοπιστεί οποιαδήποτε άλλη περιουσία της Καθ' ης η Αίτηση. Επιδιώκεται μέσω του αιτούμενου Διατάγματος η διασφάλιση, σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, της ύπαρξης διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση για ικανοποίηση τέτοιας απόφασης. Η έκδοση του Διατάγματος δεν πρόκειται να επηρεάσει δυσμενώς την Καθ' ης η Αίτηση εφόσον επιδιώκεται μόνο να παραμείνει η περιουσία της στο όνομα και έλεγχο της, ενώ, σε αντίθετη περίπτωση, η Αιτήτρια θα κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά με ορατό ενδεχόμενο απώλειας κάθε πιθανότητας αποζημίωσης σε περίπτωση επιτυχίας στην αξίωσή της. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση με την ίδια νομική βάση όπως η Αίτηση, στην οποία ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: ▬ Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/
- ▬ Η Αιτήτρια δεν προέβη σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων. Παρέλειψε να αποκαλύψει ότι η καταβολή του ποσού των €750.000 από την Αιτήτρια στην Καθ' ης η Αίτηση δεν έγινε δυνάμει δανείου και/ή ότι οι διάδικοι είχαν την κοινή πρόθεση οι Συμφωνίες που υπέγραψαν να μην δημιουργούσαν νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. ▬Η Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 27/7/2010 και η Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 1/12/2010 είναι άκυρες ως εικονικές και καθότι συντάχθηκαν για παράνομο σκοπό. ▬ Η Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 1/12/2010 παρουσιάζεται να τροποποιεί τη Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 27/7/2010 κατά τρόπο που να επιβάλλονται στην Καθ' ης η Αίτηση επιπρόσθετοι επαχθείς όροι χωρίς να προνοείται οποιοδήποτε και/ή εύλογο αντάλλαγμα με αποτέλεσμα η Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 1/12/2010 να είναι άκυρη. ▬ Η προβλεπόμενη χρέωση τόκου προς 10% στη Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 6/12/2010 είναι καταχρηστική, η δε πρόβλεψη επιπρόσθετου επιτοκίου υπερημερίας 25% συνιστά ποινική ρήτρα και είναι εξαιτίας τούτου άκυρη. ▬ Η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα προκαλέσει σοβαρή έως και ανεπανόρθωτη βλάβη στην Καθ' ης η Αίτηση και/ή σε τρίτα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι, ενώ αντίθετα η μη έκδοσή του δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη στην Αιτήτρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει κατά της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. ▬ Με την υπό εκδίκαση Αίτηση η Αιτήτρια επιχειρεί να εξασφαλίσει από το Δικαστήριο συμβατικά ανταλλάγματα και/ή εξασφάλιση αποπληρωμής του ποσού της επένδυσης της παρότι τέτοιο συμβατικό αντάλλαγμα και/ή εξασφάλιση δεν συμφωνήθηκε από τους διαδίκους. Ένορκη Δήλωση Ένστασης Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Λεωνίδα Αθανασιάδη, Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντα Συμβούλου της Εταιρείας ΑΛΦΑ ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΠΑΡΚΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε. (ή «ΑΛΦΑ»). Σε αυτήν αναφέρονται, εν συνόψει, τα εξής: · Πράγματι η Αιτήτρια έχει καταβάλει στην Καθ' ης η Αίτηση το ποσό των €750.000, όχι όμως ως δάνειο αλλά ως επένδυση της Αιτήτριας στην Καθ' ης. Συγκεκριμένα περί το 2010 η ενόρκως δηλούσα στην Αίτηση και τα δύο παιδιά της πώλησαν μέρος των αγροτεμαχίων επί των οποίων ανηγέρθηκε το Εμπορικό Κέντρο με το όνομα «FLAMINGO» έναντι τιμήματος €1.592.
- Η χρηματοδότηση και η ανέγερση εμπορικού κέντρου έγινε πρωτίστως με ομολογιακό δάνειο της Alpha Bank ύψους €13.500.000 προς εξασφάλιση των οποίων παραχωρήθηκε υποθήκη ύψους €17.600.000 επί του Εμπορικού Κέντρου και άλλες εξασφαλίσεις μεταξύ των οποίων και ενέχυρο που παραχώρησε η Καθ' ης η Αίτηση στην Τράπεζα επί των μετοχών της στην ΑΛΦΑ. · Οι προοπτικές για τους επενδυτές ήταν ευοίωνες και γι΄ αυτό η Καθ' ης η Αίτηση προσέλκυσε αριθμό αυτών. Οι επενδυτές επιθυμούσαν να παραμείνουν αφανείς και γι΄ αυτό αντί να αποκτήσουν μετοχές στην Καθ' ης η Αίτηση, η χορήγηση των κεφαλαίων τους παρουσιάζεται ως δάνειο. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία νομικά πρόσωπα που είναι ιδιοκτήτες ακινήτων στην Ελλάδα καταβάλλουν ειδικό ετήσιο φόρο προς 15% επί της αξίας των ακινήτων, εκτός και αν δηλώνεται το φυσικό πρόσωπο που είναι ο τελικός δικαιούχος του, ο οποίος και θα πρέπει να έχει αριθμό φορολογικού μητρώου στην Ελλάδα. Επιπλέον, η Τράπεζα δυνατό να απαιτούσε όπως οι μέτοχοι παραχωρήσουν προσωπική εγγύηση για το δάνειο, κάτι που οι επενδυτές δεν επιθυμούσαν. Γι' αυτό ήταν ανεπιθύμητο για τους επενδυτές να παρουσιάζονται στο Ελληνικό δημόσιο ως οι τελικοί δικαιούχοι της Alpha και του εμπορικού κέντρου όπως και να παραχωρήσουν προσωπική εγγύηση στην Τράπεζα για το τραπεζικό δάνειο. Ως εκ τούτου, με καθένα από τους διάφορους επενδυτές εκτελέστηκαν Συμφωνίες Δανείου με σαφή και ξεκάθαρη όμως συνεννόηση ότι οι επενδυτές δεν θα αποκτούσαν πραγματικά την ιδιότητα του πιστωτή και ότι θα ανέμεναν να εισπράξουν τον καρπό της επένδυσης τους όταν θα καθίστατο δυνατό να πωληθεί το Εμπορικό Κέντρο σε στρατηγικό επενδυτή. · Εξ αυτού του γεγονότος ουδείς εκ των επενδυτών, συμπεριλαμβανομένης και της Αιτήτριας, έλαβε εξασφαλίσεις για τη χορήγηση του ούτω καλούμενου δανείου. · Περαιτέρω, το μόνο περιουσιακό στοιχείο της Καθ' ης η Αίτηση είναι οι μετοχές στην ΑΛΦΑ και συνεπώς ο μόνος τρόπος ανάκτησης του κεφαλαίου που παραχώρησε η Αιτήτρια σε αυτήν θα ήταν μέσω τμηματικής καταβολής που θα προερχόταν από μερίσματα ή από πώληση των ίδιων των μετοχών. Η Αιτήτρια γνώριζε ότι οι μετοχές ήταν ενεχυριασμένες στην Τράπεζα και, συνεπώς, ότι δεν επρόκειτο να εισπράξει οποιαδήποτε μερίσματα μέχρι την αποπληρωμή του «δανείου» ή σε κάθε περίπτωση τόσα υψηλά μερίσματα ώστε η Καθ' ης η Αίτηση να μπορέσει να εξοφλήσει το δάνειο προς την Αιτήτρια. Αυτό που αναμένετο από όλους τους επενδυτές, συμπεριλαμβανομένης και της Αιτήτριας, ήταν να πωληθούν οι μετοχές (στην ουσία το Εμπορικό Κέντρο) σε στρατηγικό επενδυτή και να λάβει ο καθένας την αναλογία του. · Η ενόρκως δηλούσα στην Αίτηση αποφάσισε να επενδύσει μέσω της Αιτήτριας έναντι μετοχικής συμμετοχής στην Καθ' ης η Αίτηση προς 7,5%. Προς τούτο ετοιμάστηκε Συμφωνία Μετόχων μεταξύ οκτώ επενδυτών και της Καθ' ης η Αίτηση. Η ενόρκως δηλούσα δεν επιθυμούσε να γνωστοποιηθεί στο Ελληνικό δημόσιο ότι κατέχει το 7,5% μιας Κυπριακής εταιρείας που είναι κατά 100% ιδιοκτήτρια μιας Ελληνικής εταιρείας που κατέχει ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας. Ούτε επιθυμούσε να εμφανίζεται ως απώτερος δικαιούχος της ΑΛΦΑ γιατί σε τέτοια περίπτωση η Τράπεζα δυνατό να απαιτούσε όπως η ενόρκως δηλούσα παραχωρήσει προσωπική εγγύηση για ολόκληρο το ποσό. Γι' αυτό ακολουθήθηκε η ίδια πρακτική που ακολουθήθηκε για όλους τους επενδυτές και υπεγράφη Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 27/7/
- Μεταγενέστερα, την 1/12/2010, υπεγράφη δεύτερη Συμφωνία Δανείου. Ο ενόρκως δηλών στην Ένσταση αναφέρει, επίσης, ότι, από νομικής συμβουλής της οποίας έτυχε, οι δύο πιο πάνω αναφερόμενες Συμφωνίες Δανείου είναι εικονικές καθότι δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματική πρόθεση των μερών και ότι έγιναν με την κοινή πρόθεση των διαδίκων ότι δεν θα δημιουργούσαν νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που εμφαίνονται να δημιουργούν. Επιπλέον, αναφέρει ότι είναι άκυρες επειδή ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι παράνομος και συγκεκριμένα η αποφυγή υποχρεώσεων της ενόρκως δηλούσας στην Αίτηση έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Επιπλέον, αναφέρει ότι η δεύτερη Συμφωνία Δανείου περιέχει επαχθείς όρους που επιβλήθηκαν στην Καθ' ης η Αίτηση χωρίς παροχή οποιουδήποτε ανταλλάγματος και γι' αυτό τον λόγο είναι άκυρη. Όπως επίσης και για τον λόγο ότι περιέχει ποινική ρήτρα, ήτοι πρόνοια για τόκο υπερημερίας εκ 5%. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει, επίσης, ότι Μόνο η Αιτήτρια και η συννυφάδα, κινήθηκαν κατά της Καθ' ης η Αίτηση, ενώ οι υπόλοιποι επενδυτές σέβονται τη συμβατική διευθέτηση μεταξύ τους και της Καθ' ης η Αίτηση. Αναφέρει, επίσης, ότι η ΑΛΦΑ είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της έναντι τρίτων και ότι καταφέρνει να τις εξοφλεί από τα έσοδα της από τα μισθώματα των καταστημάτων του Εμπορικού Κέντρου που εκμισθώνει σε διάφορους μισθωτές. Αναφέρεται, ακόμη, ότι λόγω της κρίσης στην Ελληνική οικονομία και στον τομέα των ακινήτων ο στόχος της πώλησης του Εμπορικού Κέντρου σε στρατηγικό επενδυτή δεν έχει καταστεί δυνατός μέχρι σήμερα, παραμένει, όμως, εφικτός και γίνονται διαρκείς προσπάθειες για την επίτευξη του με τους επενδυτές, πλην της Αιτήτριας, να τον στηρίζουν. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αυτό που τώρα επιχειρεί η Αιτήτρια είναι να δεσμεύσει όλες τις μετοχές της Καθ' ης η Αίτηση στην ΑΛΦΑ και κατά συνέπεια του Εμπορικού Κέντρου παρεμποδίζοντας έτσι την ευόδωση του στόχου όλων των επενδυτών. Προφανής στόχος της είναι να εξαναγκάσει την Καθ' ης η Αίτηση όπως κατά τον χρόνο που θα εξευρεθεί ο στρατηγικός επενδυτής καταβάλει στην Αιτήτρια προνομιακά το ποσό του «δανείου» με τόκο προς 15% και όχι το ποσό που της αναλογεί με βάση το 7,5% της συμμετοχής της προς βλάβη όλων των υπολοίπων επενδυτών. Η βλάβη που θα προκαλέσει η έκδοση τέτοιου Διατάγματος είναι μεγαλύτερη στην πραγματικότητα εφόσον ουδείς επενδυτής θα δεχθεί να αρχίσει διαπραγμάτευση για την αγορά των μετοχών της Καθ' ης στην ΑΛΦΑ αν πληροφορηθεί ότι αυτές είναι δεσμευμένες με Διάταγμα Κυπριακού Δικαστηρίου. Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση εκ μέρους Αιτήτριας/Ενάγουσας Κατόπιν Διατάγματος που εξεδόθη με τη σύμφωνη θέση της άλλης πλευράς κατεχωρήθη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση από μέρους της Ενάγουσας/Αιτήτριας στην οποία αναφέρονται, εν συνόψει, τα εξής: ü Η Αιτήτρια δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην αναφερόμενη Συμφωνία Μετόχων η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της Ένστασης. Είναι ξεκάθαρο ότι τα μόνα συμβαλλόμενα μέρη είναι οι 3 εταιρείες που αναφέρονται δηλ. η NEL PROVIDENCE REAL ESTATE LTD, η LANSHIRE INVESTMENTS LIMITED και η Καθ΄ης η Αίτηση. ü Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η δεύτερη υπογραφή είναι του Διευθυντή της Αιτήτριας κ. XXXXX Γεωργίου, κατόπιν επικοινωνίας της ενόρκως δηλούσας με τον ίδιο, αυτός της εξήγησε ότι κατά την εν λόγω περίοδο ήταν Διευθυντής της Καθ΄ης η Αίτηση και ότι ήταν για εκείνη που υπέγραψε τη Συμφωνία και όχι για την Αιτήτρια που δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος. ü Οι Συμφωνίες Δανείου ημερ. 27/6/10 και 1/12/10 αντιπροσωπεύουν πλήρως τις αμοιβαίες προθέσεις των μερών και είναι έγκυρες και δεσμευτικές. Σκοπός τους δε είναι άλλος από την παροχή τοκοφόρου δανείου και σε καμία περίπτωση δεν αφορά την αποφυγή νόμιμων υποχρεώσεων. ü Η Καθ΄ης η Αίτηση προσπαθεί να επιτύχει την εφαρμογή μιας Συμφωνίας που η Αιτήτρια ουδέποτε είχε αποδεχθεί αφού φαίνεται να είναι προς το συμφέρον της Καθ΄ης η Αίτηση αντί να εξοφλήσει το τοκοφόρο χρεωστικό υπόλοιπο να αναμένει την πώληση του Εμπορικού Κέντρου για να αποδώσει στην Αιτήτρια το συγκεκριμένο μερίδιο χωρίς κάτι τέτοιο να ανταποκρίνεται στις πραγματικές προθέσεις των μερών ως αυτές έχουν αποτυπωθεί στις Συμφωνίες Δανείου. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Eφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Υπόθεσης Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο ΄Αρθρο 32 του Ν.14/60. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα με βάση το περιεχόμενο του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος που καταχωρήθηκε και με βάση τις θεραπείες που επιζητούνται στην παρούσα υπόθεση εγείρεται θέμα παράβασης Συμφωνιών Δανείου ένεκα του ότι η Εναγόμενη παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να αποπληρώσει το συνολικό ποσό του δανείου το οποίο της χορηγήθηκε από την Ενάγουσα ανερχόμενο σε €750,000 πλέον τόκους. Σε αυτή τη βάση διαπιστώνεται ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23.3.17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Η Ενάγουσα επικαλείται τη σύναψη με την Εναγόμενη δύο Συμφωνιών Δανείου ημερ. 27/7/10 και 1/12/10 αντίστοιχα δυνάμει των οποίων έχει χορηγήσει στις 28/7/10 μέσω τραπεζικού εμβάσματος ιδίας ημερομηνίας το συνολικό ποσό των €750,
- Η Ενάγουσα έχει παρουσιάσει τις επίδικες Συμφωνίες Δανείου ως Τεκμήρια 5 και 7 αντίστοιχα, το έμβασμα του συνολικού ποσού του δανείου ως Τεκμήριο 6 ως και επιστολή απαίτησης (demand letter) του οφειλόμενου ποσού ημερ. 1/9/2017 ως Τεκμήριο 8 η οποία αναφέρεται ρητώς στην παράλειψη της Εναγόμενης να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Η Εναγόμενη δεν αμφισβητεί αλλά, αντιθέτως, παραδέχεται τόσο την ύπαρξη όσο και την κατάρτιση των επίδικων Συμφωνιών, την χορήγηση προς αυτή ολοκλήρου του ποσού των €750,000 ως και την μη αποπληρωμή του με βάση τους όρους των Συμφωνιών. Εκείνο, ωστόσο, που ισχυρίζεται είναι ότι οι επίδικες Συμφωνίες Δανείου είναι εικονικές καθότι δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματική πρόθεση των μερών και ότι έγιναν με την κοινή πρόθεση των διαδίκων ότι δεν θα δημιουργούσαν νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που εμφαίνονται να δημιουργούν. Προβάλλεται, συναφώς, η θέση ότι το ποσό των €750.000 έχει καταβληθεί από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη όχι ως δάνειο αλλά ως επένδυση της Ενάγουσας στην Εναγόμενη και, κατ΄επέκταση, στο Εμπορικό Κέντρο Flamingo. Και ότι οι επίδικες Συμφωνίες καταρτίστηκαν για να αποκρύψουν την πιο πάνω επένδυση από το Ελληνικό Δημόσιο και την Alpha Bank, Τράπεζα της Εναγόμενης, με σκοπό την αποφυγή αφενός φορολογικών υποχρεώσεων της Ενάγουσας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και αφετέρου την παραχώρηση προσωπικής εγγύησης για ολόκληρο το ποσό. Επιπλέον καθόσον αφορά τη δεύτερη Συμφωνία Δανείου προβάλλεται ότι είναι άκυρη και για το λόγο ότι δεν υπήρξε οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Παρουσιάζεται δε ως Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση της Ένστασης μια Συμφωνία Μετόχων (Shareholders Agreement) η οποία, με βάση τη θέση που προωθείται, ετοιμάστηκε μεταξύ 8 επενδυτών και της Ενάγουσας και υπογράφτηκε από την Ενάγουσα (ως Shareholder C) με σκοπούμενη μετοχική συμμετοχή 7.5% και η οποία, ως είναι η εκδοχή, αντικατοπτρίζει τις πραγματικές προθέσεις των μερών. Σε ό,τι αφορά το τελευταίο η πλευρά της Ενάγουσας μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που καταχώρησε επισημαίνει ότι η αναφερόμενη «Συμφωνία Μετόχων» δεν υπογράφεται από την Ενάγουσα, ούτε αναφέρεται οπουδήποτε το όνομα της, ενώ, καθόσον αφορά την υπογραφή που της αποδίδεται μέσω του XXXXX Γεωργίου που είναι Διευθυντής της Αιτήτριας, υποστηρίζεται ότι αυτή δεν τέθηκε εκ μέρους και για λογαριασμό της Αιτήτριας αλλά της Καθ΄ης η Αίτηση στην οποία ο XXXXX Γεωργίου ήταν, επίσης, Διευθυντής κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όπως γίνεται αντιληπτό, ο ισχυρισμός της πλευράς της Εναγομένης για «μη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων και/ή για παραπλάνηση του Δικαστηρίου» εκ μέρους της Αιτήτριας/Ενάγουσας αφορά στην ύπαρξη διαφορετικών εκδοχών εκατέρωθεν σε σχέση με την πραγματική φύση συμφωνίας που έχει επιτευχθεί μεταξύ των διαδίκων. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Στην παρούσα υπόθεση με βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς εγείρονται ζητήματα που αφορούν το κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση είναι δυνατόν, κατά παρέκκλιση του Κανόνα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας (Extrinsic Evidence Rule/Parole Evidence Rule)[6], να επιτραπεί τέτοια μαρτυρία προς το σκοπό διακρίβωσης της πραγματικής φύσης της επίδικης συναλλαγής. Επιπλέον εγείρεται το κατά πόσον η δεύτερη Συμφωνία ημερ. 1/12/10 αφορά περίπτωση τροποποίησης σύμβασης ή αποδέσμευσης από τις προηγούμενες συμβατικές υποχρεώσεις των μερών και, αν ως τέτοια, δεν χρειάζεται αντιπαροχή (Novation)[7]. Αποφεύγω, ωστόσο, επιμελώς να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση Αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Tο ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής πεποίθησης είτε για την υπόθεση της Ενάγουσας, είτε για τη βασιμότητα της Υπεράσπισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: με τα όσα η Ενάγουσα έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά πάντως με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων»; Επισημαίνεται ειδικότερα ότι το παρόν στάδιο δεν προσφέρεται για να αποφασιστεί κάτω από ποίες περιστάσεις έχουν υπογραφεί οι επίδικες Συμφωνίες Δανείου. Οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης περί εικονικότητας των Συμφωνιών αυτών, ως έχουν παρατεθεί εν συνόψει ανωτέρω, δεν εξασθενίζουν, κατά την εκτίμηση μου, την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης της Ενάγουσας σε βαθμό μάλιστα που να οδηγούν στη διαπίστωση μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας Όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας και, ως εκ τούτου, πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου
- Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω Άρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης[8]. Η κα Κακογιάννη εκ μέρους της Εναγόμενης υποστήριξε ότι η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 δεν πληρούται γιατί: (α) δεν έχει καταδειχθεί ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης και (β) ενόψει του ότι η διαδικασία έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέτρο γενικής εξασφάλισης για το ενδεχόμενο είσπραξης εξ αποφάσεως χρέους[9]. Ο κ. Κάσινος εκ μέρους της Ενάγουσας εν πρώτοις επεσήμανε ότι στην προκειμένη περίπτωση επιδιώκεται η έκδοση Διαταγμάτων Mareva τα οποία αποσκοπούν στο να εμποδίσουν την Εναγόμενη να αποξενώσει τα περιουσιακά της στοιχεία έτσι ώστε σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής η Ενάγουσα να μπορεί να ικανοποιήσει την απόφαση της. Σε σχέση δε με το υπό στοιχείο (Α) αιτούμενο Διάταγμα υπογράμμισε ότι μοναδικός στόχος είναι η διασφάλιση των μοναδικά γνωστών περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης, ήτοι μετοχές στη εταιρεία ALPHA RETAIL PARKS A.E., ενώ το υπό στοιχείο (Β) αιτούμενο Διάταγμα τη διασφάλιση οποιωνδήποτε επιπρόσθετων περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης μέχρι του ποσού των €1.250.000 το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που διεκδικείται με την αγωγή πλέον τόκοι και έξοδα. Εν πρώτοις να επισημάνω ότι δεν απαιτείται να καταδειχθεί πρόθεση του Εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον διαδραματισθούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί[10]. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Τσιολάκης κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίων στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» Υποστηρίχθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας ότι η ανησυχία της εν προκειμένω έγκειται στο ότι αφενός η Εναγόμενη φαίνεται να μην έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία επ΄ονόματι της και αφετέρου στην πιθανότητα αποξένωσης τους. Σε σχέση με το πρώτο, από τα όσα η ίδια η πλευρά της Εναγόμενης αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, προκύπτει ότι, όντως, το μόνο περιουσιακό της στοιχείο είναι οι μετοχές στην ΑΛΦΑ. Σχετικές είναι οι ακόλουθες αναφορές από τις παραγράφους 4.7 και 19 της ένορκης δήλωσης του Λεωνίδα Αθανασιάδη: «4.7 Περαιτέρω, το μόνο περιουσιακό στοιχείο της Καθ΄ης η Αίτηση είναι οι μετοχές στην Άλφα.....» «19. Σε ότι αφορά το αιτούμενο διάταγμα υπό «Β» βεβαιώνω ότι η Καθ΄ης η Αίτηση δεν έχει οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο πλην των μετοχών στην Άλφα και συνεπώς η έκδοση του δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό». Με δεδομένο ότι επιδιώκεται η έκδοση Διαταγμάτων τύπου Mareva το Δικαστήριο θα πρέπει να στρέψει την προσοχή του, μεταξύ άλλων, και στους ακόλουθους παράγοντες[11]: à Στη φύση της περιουσίας της οποίας ζητείται η δέσμευση και η ευκολία ή δυσκολία με την οποία αυτή θα μπορούσε να διατεθεί ή αποξενωθεί. à Τη φύση, υπόσταση και τον τρόπο λειτουργίας της Εναγόμενης εταιρείας à Τη διάρκεια ζωής της Εναγόμενης εταιρείας à Τη μόνιμη κατοικία ή διαμονή του Εναγόμενου. Στην υπό εξέταση περίπτωση τα περιουσιακά στοιχεία που ζητείται να παγοποιηθούν είναι μετοχές, ήτοι κινητή περιουσία η οποία είναι εύκολο να αποξενωθεί. Περαιτέρω η Εναγόμενη (η οποία κατέχει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Ελληνικής εταιρείας ΑΛΦΑ) δεν φαίνεται να έχει οποιοδήποτε κύκλο εργασιών ενώ, όπως προκύπτει και από την ένορκη δήλωση της Ένστασης, ο τελικός της δικαιούχος είναι ο γιος του ενόρκως δηλούντα XXXXX Αθανασιάδη (Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντα Συμβούλου της ΑΛΦΑ) ο οποίος δεν φαίνεται να έχει οποιαδήποτε σχέση με την Κύπρο. Επιπλέον, όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Κάσινος, μέσω των ίδιων των αναφορών του XXXXX Αθανασιάδη στην ένορκη του δήλωση διαφαίνεται ότι καταβάλλονται προσπάθειες για πώληση του Εμπορικού Κέντρου "Flamingo" το οποίο αποτελεί και το περιουσιακό στοιχείο της ΑΛΦΑ, τις μετοχές της οποίας κατέχει η Εναγόμενη. Επίσης, στην εν λόγω ένορκη δήλωση, αναφέρεται ότι «ουδείς επενδυτής θα δεχτεί να αρχίσει διαπραγμάτευση για την αγορά των μετοχών της Καθ΄ης η Αίτηση στην Άλφα αν πληροφορηθεί ότι αυτές είναι δεσμευμένες με διάταγμα Κυπριακού Δικαστηρίου». Στη βάση των πιο πάνω αναφορών δεν μπορεί παρά να συναχθεί ως λογικό συμπέρασμα ότι υπάρχει πρόθεση αποξένωσης των μετοχών της Καθ΄ης η Αίτηση. Των πιο πάνω δοθέντων ο κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Καθ΄ης η Αίτηση προβάλλει υπαρκτός με συνεπακόλουθο να μην είναι διαθέσιμα για σκοπούς εκτέλεσης σε περίπτωση που παραστεί ανάγκη. Στη βάση όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει και την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 αναφορικά με την ύπαρξη κινδύνου ανεπανόρθωτης ζημιάς. Ισοζύγιο της ευχέρειας Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη.[12] Ένα διάταγμα εκδίδεται αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και προς εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης, δηλαδή τη διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν, ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων[13]. Η ανάγκη προστασίας του Ενάγοντα πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη των Εναγομένων. Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας[14]. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολιτική Έφεση 292/2010, ημερ. 20/1/14: «.......είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670). Η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ΄ης η Αίτηση μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής είναι, κατά την κρίση μου, ουσιώδης παράγοντας στην υπό εξέταση περίπτωση. Η τυχόν αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ΄ης η Αίτηση θα διατάρασσε το "status quo." Διατείνεται η πλευρά της Εναγόμενης ότι σε περίπτωση παγοποίησης των μετοχών της στην ΑΛΦΑ δεν θα υπάρξει ενδιαφέρον από επενδυτές για αγορά του Εμπορικού Κέντρου. Δεν εξηγεί, ωστόσο, πως με δεδομένο ότι οι μετοχές της ΑΛΦΑ είναι ήδη ενεχυριασμένες στην Τράπεζα (Alpha Bank) η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα μπορούσε να επιφέρει οποιοδήποτε αρνητικό για την Καθ΄ης η Αίτηση αποτέλεσμα και δη αυτό το οποίο επικαλείται. Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας υπόψη τη φύση της παρούσας υπόθεσης το ισοζύγιο της ευχέρειας θεωρώ ότι κλίνει υπέρ της Ενάγουσας, ότι, δηλαδή, είναι δίκαιο και πρόσφορο να εγκριθεί η Αίτηση και να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το εν λόγω Διάταγμα και η Ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της εναντίον της Εναγόμενης υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων της. Συγκεκριμένα στην περίπτωση που η Ενάγουσα/Αιτήτρια επιτύχει στις διεκδικήσεις της και η πλευρά της Εναγομένης/Καθ΄ης η Αίτηση στο μεταξύ δεν εμποδιστεί να αποξενώσει τα περιουσιακά της στοιχεία, τότε ο κίνδυνος να παραμείνει ανικανοποίητη η όποια απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας είναι ορατός. Από την άλλη δεν φαίνεται, κατά την εκτίμηση μου, να προκύπτει οποιαδήποτε ζημιά ή δυσμενής επηρεασμός σε βάρος της Καθ΄ης η Αίτηση με την έκδοση του Διατάγματος αυτού αφού μέσω αυτού θα παραμείνει η περιουσία της στο όνομα της και υπό τον έλεγχο της, δηλ. στην ιδιοκτησία της και στην κατοχή της. Η έκδοση του Διατάγματος στην υπό συζήτηση περίπτωση ενέχει, συνεπώς, τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου εκδίδονται Διατάγματα ως οι παραγράφοι (Α) και (Β) αυτής. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας διαδικασίας δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Ενάγουσα/Αιτήτρια δικαιούται στα έξοδα της. Η Εναγόμενη/Καθ΄ης η Αίτηση να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] * M Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φ ορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseosv. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δη ς ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσ ολά κη ν. Στυλι ανί δη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Ά κη ς (Μετ α φο ρές Δε μά των) Εξ π ρές Λτ δ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε, μεταξύ άλλων, Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Χατζηνεοκλέους κ.ά
(2013)1 Α.Α.Δ. 595, Marketventures Ltd v. Ουράνιου Δικωμίτη
(2009)1 Α.Α.Δ. 383, και Πίγκος Εστειτς ΛΤΔ v. Καλογήρου Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Θεόδουλου Νικόλα Καλογήρου κ.ά Πολιτική Έφεση αρ. 304/2009, ημερ. 28/9/2015, [7] Δέστε, μεταξύ άλλων, Πίγκος Εστειτς ΛΤΔ v. Καλογήρου Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Θεόδουλου Νικόλα Καλογήρου κ.ά ECLI:CY:AD:2015:A628, Πολιτική Έφεση αρ. 304/2009, ημερ. 28/9/2015, Chitty on Contracts, 26th ed., vol.1 par. 1436, p. 902 και το Σύγγραμμα «Δίκαιο των Συμβάσεων» Π. Πολυβίου, Τόμος Β, σελ.657 (Συμφωνία για αποδέσμευση). [8] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [9] Δέστε Spidertrade Co Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 121. [10] Δέστε Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση ης δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία..». Δέστε, επίσης, LARTICON LTD. v. DETERGENTA DEVELOPMENTS LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [11] Δέστε, μεταξύ άλλων, Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1301. [12] Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle." [13] Δέστε Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου (Αρ. 1 )
(1992)1 Α.Α.Δ. 54. [14] Δέστε Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, NWL Ltd v. Woods [1989] 3 All E.R. 614, 625 (Η.L.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο