← Κύπρος

Μουζούρης , υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της εταιρείας A.D.A. INDUSTRIES LIMITED ν. A.D.A. INDUSTRIES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής:

Μουζούρης , υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της εταιρείας A.D.A. INDUSTRIES LIMITED ν. A.D.A. INDUSTRIES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 685/2018, 25/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A149 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 685/2018 Μεταξύ: XXXXX Μουζούρης (Δ.Τ.XXXXX5036), υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της εταιρείας A.D.A. INDUSTRIES LIMITED (Η.Ε. 54635), από την Λεμεσό Ενάγοντα/Αιτητή και

  1. A.D.A. INDUSTRIES LIMITED (Η.Ε. 54635), από την Λάρνακα
  2. XXXXX Αγαθάγγελου (Δ.Τ. XXXXX0784), από την Λευκωσία
  3. XXXXX Αγαθάγγελου (Δ.Τ. XXXXX9685), από την Λευκωσία Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 18/6/2018 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Ενάγοντα: κα Τ. Γρηγορίου και Κ. Γεωργιάδης για Chrysses Demetriades & Co LLC. Για Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγόμενους: Α. Θ. Μαθηκολώνης. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Αιτούμενες θεραπείες Mε την υπό κρίση Αίτηση ο Αιτητής επεδίωξε μονομερώς την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών Διαταγμάτων: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτών από του να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια, πράξη ή παράλειψη η οποία εμποδίζει τον Ενάγοντα από του να προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια για λογαριασμό ή εκ μέρους της Εναγόμενης 1 Εταιρείας χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση του Ενάγοντα, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτών από του να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια ή παράλειψη η οποία εμποδίζει τον Ενάγοντα, ως νομίμως διορισθέντα Διαχειριστή και Παραλήπτη της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, από του να λάβει κατοχή και/ή να χρησιμοποιεί και/ή να διαχειρίζεται και/ή να εκμεταλλεύεται και/ή να πωλεί και/ή να ενοικιάζει και/ή να εκποιεί και/ή να μεταβιβάζει και/ή άλλως πώς να εκμεταλλεύεται οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή δικαίωμα που ανήκει στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία και/ή κατέχει και/ή δικαιούται να εκμεταλλεύεται η Εναγόμενη 1 Εταιρεία, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτών από του να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια ή παράλειψη η οποία εμποδίζει τον Ενάγοντα, ως νομίμως διορισθέντα Διαχειριστή και Παραλήπτη της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, από του να ενεργεί βάσει των εξουσιών του που προκύπτουν από τον Περί Εταιρειών Νόμο και τη Συμφωνία ημερομηνίας 21/12/2009 η οποία υπογράφτηκε μεταξύ της Cyprus Popular Bank Public Company Limited (προηγούμενο όνομα Marfin Popular Bank Public Co Ltd) και/ή του επισυνημμένου σε αυτήν Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης με την ίδια ημερομηνία, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτών από του να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία είναι αντίθετη με τις πρόνοιες της Συμφωνίας ημερομηνίας 21/12/2009 η οποία υπογράφτηκε μεταξύ της Cyprus Popular Bank Public Company Limited (προηγούμενο όνομα Marfin Popular Bank Public Co Ltd) και/ή του επισυνημμένου σε αυτήν Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης με την ίδια ημερομηνία, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει τους Εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτών από του να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή δικαίωμα ανήκει και/ή κατέχει και/η δικαιούται να εκμεταλλεύεται η Εναγόμενη 1 Εταιρεία χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση του Ενάγοντα, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπάλληλοι αυτών όπως παραδώσουν και συνεχίζουν να παραδίδουν στον Ενάγοντα όλα τα λογιστικά βιβλία και/ή άλλα έγγραφα της Εναγόμενης 1 εταιρείας περιλαμβανομένων αποδείξεων για τα έσοδα και έξοδα της εταιρείας, τις κινήσεις των αποθεμάτων και όλες τις συναλλαγές και όπως επιτρέπουν στον Ενάγοντα ελεύθερη είσοδο στο εργοστάσιο προς το σκοπό καταμέτρησης, καταγραφής και ελέγχου της παραγωγής και κίνησης των αποθεμάτων. Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπάλληλοι αυτών όπως αποδώσουν στον Ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό εισέπραξαν ή περιήλθε στην κατοχή τους για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Η. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπαλλήλοι αυτών όπως παραδώσουν ελεύθερα κατοχή στον Ενάγοντα της κρατικής γης και των υποστατικών που η Εναγόμενη 1 υπενοικιάζει από την συγγενική της εταιρεία DONTYS LTD και η οποία βρίσκεται στον Άγιο Νικόλα, Λάρνακα και αποτελεί μέρος του τεμαχίου με αριθμό 1395, Φ/Σχ. 40/47W2 και 40/55W1, τμήμα
  4. (Θ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπάλληλοι αυτών όπως παραδώσουν στον Ενάγοντα όλα τα κινητά και/ή ακίνητα και/ή υλικά και/ή άυλα περιουσιακά στοιχεία και/ή αντικείμενα και/ή δικαιώματα τα όποια κατέχει η Εταιρεία και/ή ανήκουν στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία και/ή δικαιούται να χρησιμοποιεί και/ή να εκμεταλλεύεται η Εναγόμενη 1 Εταιρεία. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς τα Διατάγματα υπό στοιχεία (Α), (Β), (Γ), (Δ), (Ε) και (Στ) και διέταξε επίδοση της Αίτησης καθ΄ όσον αφορά τα αιτούμενα διατάγματα υπό στοιχεία (Ζ), (Η) και (Θ). Νομική βάση Αίτησης Η Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στο Άρθρο 32 του Ν.14/60 και Άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Κεφ.6 καθώς και τα Άρθρα 89, 90, 93, 97, 337, 338 και 340-344 του Κεφ.
  5. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Αιτητή ο οποίος δηλώνει διορισθείς παραλήπτης/διαχειριστής της εταιρείας A.D.A. Industries Ltd. (εφεξής η Εταιρεία) δυνάμει Ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 21.12.
  6. Στην Ένορκη του Δήλωση αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: · Η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd παραχώρησε στην Εταιρεία σε διάφορες ημερομηνίες τραπεζικές διευκολύνσεις κατόπιν σχετικών αιτημάτων της, όπως αυτές εξειδικεύονται στην παρ. 3 της Ένορκης Δήλωσης. · Προς εξασφάλιση των διευκολύνσεων η Εταιρεία, μεταξύ άλλων, παραχώρησε το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 21/12/2009 για το ποσό των €2.000.
  7. · Λόγω παράβασης από μέρους της Εταιρείας των όρων των Συμφωνιών που διέπουν τη λειτουργία των λογαριασμών και των διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην ίδια, η Τράπεζα τερμάτισε τις διευκολύνσεις και αξίωσε από την Εταιρεία και τους εγγυητές την πληρωμή όλων των οφειλόμενων. Λόγω της μη συμμόρφωσης τους η Τράπεζα καταχώρησε εναντίον τους την αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας 3899/
  8. · Στις 7.11.2017 ο Αιτητής διορίστηκε από κοινού με τον κ. XXXXX Μιχαηλίδη ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της Εταιρείας από την Τράπεζα (εφεξής Π/Δ), σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ομολόγου. Ο διορισμός τόσο του Αιτητή όσο και του κ. Μιχαηλίδη κοινοποιήθηκε στο Δ.Σ. της Εταιρείας και στους Διευθυντές της μέσω επιστολών ημερ. 7/11/2017, ενώ παράλληλα έγιναν και όλες οι σχετικές καταχωρήσεις στον Έφορο Εταιρειών. · Στις 7/11/2017 και σε συνέχεια του τερματισμού λειτουργίας των λογαριασμών της Εταιρείας η Τράπεζα απέστειλε σε αυτή έγγραφη απαίτηση με βάση το άρθρο 8(α) του Ομολόγου, καλώντας την να πληρώσει το ποσό των €4.588.332,00 που συνιστά το οφειλόμενο εκ μέρους της Εταιρείας που εξασφαλίζεται από το Ομόλογο. · Στις 7/11/2017 και περί ώρα 09:00 έγινε επίδοση μέσω ιδιώτη επιδότη της έγγραφης απαίτησης η οποία περί ώρα 13:00 της ίδιας ημέρας παρεδόθη στον Έφορο Εταιρειών. Περί ώρα 14:00 ο Αιτητής και ο κ.Μιχαηλίδης επισκέφθηκαν το εργοστάσιο της Εταιρείας όπου συνάντησαν τους Εναγόμενους 2 και 3 οι οποίοι προφορικά τους ενημέρωσαν ότι: (α) Αμφισβητούσαν την εγκυρότητα του Ομολόγου και του διορισμού τους ως Π/Δ της Εταιρείας, (β) ότι δεν τους επέτρεπαν να εισέλθουν στο εργοστάσιο και (γ) ότι αρνούνταν να παραλάβουν οποιαδήποτε επιστολή αποστέλλετο από τους Π/Δ της Εταιρείας. · Ακολούθησε μια σύντομη συνάντηση των Π/Δ με τους Εναγόμενους 2 και 3 στο γραφείο τους όπου τους εξήγησαν ένα από τους λόγους για τον οποίο αμφισβητούσαν το διορισμό τους. Επιπλέον τους ενημέρωσαν ότι θα είχαν συνάντηση με το δικηγόρο τους στις 14:
  9. Οι Π/Δ παρέμειναν στο χώρο και γύρω στις 14:50 έλαβαν τηλέφωνο από το δικηγόρο της Εταιρείας, ο οποίος επανέλαβε αυτά που είχαν αναφέρει οι Εναγόμενοι 2 και
  10. Ακολούθησε: (α) Επιστολή της Τράπεζας προς την εταιρεία με την οποία η τελευταία ενημερώνεται για το διορισμό των Π/Δ και (β) επιστολές υπογραμμένες από τους Π/Δ με τις οποίες ενημερώνονταν για το διορισμό τους και τους ζητείτο όπως ετοιμάσουν έκθεση της περιουσιακής κατάστασης της Εταιρείας. · Ενόψει της επιβεβαίωσης από το δικηγόρο της Εταιρείας ότι οι οδηγίες του ήταν να μην επιτραπεί η είσοδος των Π/Δ στο εργοστάσιο, οι Π/Δ έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να λάβουν τα αναγκαία νομικά μέτρα για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων τους ως Π/Δ της Εταιρείας. · Προσπάθεια για εξώδικη διευθέτηση του όλου θέματος έγινε στις 8/11/2017, ακολούθησε συνάντηση στις 9/11/2017 στα γραφεία του δικηγόρου των Εναγόμενων 2 και 3 και ενόψει του ότι δεν είχε ληφθεί οποιαδήποτε απάντηση από τους Εναγόμενους 2 και 3, δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση αγωγής και αίτησης για προσωρινά διατάγματα. · Στις 14/1/2017 και ενώ επρόκειτο να καταχωρηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, κατόπιν ενημέρωσης των Π/Δ για ενδεχόμενο να γίνει αποδεκτός ο διορισμός τους από τους Εναγόμενους 2 και 3, δεν προχώρησε η υπόθεση δικαστικώς και στη συνέχεια οι Π/Δ πληροφορήθηκαν περί της απόφασης των Εναγόμενων 2 και 3 να αποδεχτούν εν τέλει το διορισμό τους ως Π/Δ της Εταιρείας. Στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή ακολουθεί περιγραφή των γεγονότων που έλαβαν χώρα μετά τις 14/11/2017 και συγκεκριμένα στις 15/11/2017 μέχρι 17/11/2017 και ακολούθως στις 27/11/2017 και στις 22/12/2017, όπως και 28/12/
  11. Βασικά αναφέρει ότι στη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος οι Π/Δ έλαβαν στοιχεία και έγγραφα της επιχείρησης, ετοιμάστηκαν αναλύσεις για τους χρεώστες και πιστωτές και άλλα περιουσιακά στοιχεία και παραδόθηκε κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της Εταιρείας με τις οικονομικές προβλέψεις για το επόμενο έτος. Επιπλέον οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν ενόρκως δήλωση περιουσιακής κατάστασης ενώπιον του ΕΔ Λάρνακας στον καθορισμένο τύπο. Ακολουθεί στη συνέχεια αναφορά στο τί είχε μεσολαβήσει μεταξύ της περιόδου Ιανουαρίου 2018 μέχρι 8/6/2018 και αναφέρεται ότι γίνονταν μεταξύ των Π/Δ, της Τράπεζας και των Εναγόμενων διάφορες διαβουλεύσεις για την εξεύρεση λύσης για σκοπούς αναδιάρθρωσης των τραπεζικών διευκολύνσεων της Εταιρείας εις τρόπον ώστε η επιχείρηση της να καταστεί βιώσιμη. Αναφέρεται περαιτέρω η κατάληξη στις 9/3/2018 σε συναινετική συμφωνία για αναδιάρθρωση των τραπεζικών διευκολύνσεων η οποία εν τέλει δεν κατέληξε σε υπογραφή συμφωνίας διευθέτησης και ακολούθησαν διάφορες άλλες αντιπροτάσεις στο πλαίσιο της προσπάθειας υποβολής διαφοροποιημένης πρότασης με την επιφύλαξη εξασφάλισης έγκρισης από την Τράπεζα. Γίνεται δε αναφορά σε συναντήσεις που έλαβαν χώρα εντός του Μαϊου του 2018 μέχρι τέλος και αρχές Ιουνίου του
  12. Ειδικότερα, ο Αιτητής αναφέρεται σε συνάντηση που είχε με τους Εναγόμενους 2 και 3 στις 5/6/2018 όπου, λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης και της ανάγκης να καταρτιστεί τελική συμφωνία, συμφωνήθηκαν συγκεκριμένες ενέργειες που θα λάμβαναν χώρα. Η τελευταία ενέργεια που αναφέρεται από τον Αιτητή είναι η αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 6/6/2018 προς τους Εναγόμενους στην οποία προς έκπληξη του, όπως αναφέρει, έλαβε στις 8/6/2018 αντί απάντησης ηλεκτρονικό μήνυμα από το δικηγόρο των Εναγόμενων με το οποίο αμφισβητείτο η νομιμότητα και η εγκυρότητα του διορισμού των Π/Δ. Ακολουθεί στη συνέχεια της ΄Ενορκης του Δήλωσης η εξής αναφορά, όπως συνοψίζεται, των γεγονότων που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης ως εξής: · Με επιστολή ημερ. 13/6/2018 οι Π/Δ αποφάσισαν να υποβάλουν γραπτώς προς την Τράπεζα την παραίτηση τους ως Π/Δ της Εταιρείας καλώντας την Τράπεζα να τους απαλλάξει από τα καθήκοντα τους. · Με επιστολή ημερ. 13/6/2018 η Τράπεζα αποδέχτηκε την παραίτηση τους απαλλάσσοντας τους από τα καθήκοντα τους ως Π/Δ της Εταιρείας. · Με επιστολή ημερ. 13/6/2018 προς τον Αιτητή, η Τράπεζα τον πληροφορεί ότι τον διορίζει Π/Δ της Εταρείας. Με επιστολή ίδιας ημέρας προς την Τράπεζα ο ίδιος αποδέχεται το διορισμό. · Ο διορισμός του κοινοποιήθηκε στο Δ.Σ. της Εταιρείας και στους Διευθυντές της μέσω επιστολή ημερ. 13/6/
  13. · Ενόψει του νέου διορισμού ο Αιτητής επισκέφθηκε στις 14/6/2018 τους Εναγόμενους 2 και 3 στο εργοστάσιο όπου οι τελευταίοι τον πληροφόρησαν πως δεν αναγνωρίζουν το διορισμό του και ούτε μπορούν να επιτρέψουν πρόσβαση στο εργοστάσιο. Ο Αιτητής αναφέρει περαιτέρω ότι η συνέχιση της παρεμπόδισης της ανάληψης και άσκησης των καθηκόντων του ως Π/Δ θα αποβεί καταστροφική προς την Εταιρεία αλλά και προς την Τράπεζα προς εξασφάλιση της οποίας δόθηκε το Ομόλογο, αφού θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχτεί η πραγματική εικόνα της Εταιρείας, των αρχείων και των συμβάσεων της κατά την ημερομηνίας παράδοσης της. Εκφράζεται παράλληλα ο φόβος για ενδεχόμενο αποξενώσεων των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας προς βλάβη των πιστωτών της. Τέλος, υπογραμμίζεται ότι ενόψει του μεγάλου χρέους που αντιμετωπίζει η Εταιρεία, σε περίπτωση που δεν μπορεί να προχωρήσει άμεσα σχετική αναδιάρθρωση των διευκολύνσεων η Εταιρεία δεν θα μπορεί να συνεχίσει τις δραστηριότητες της. Προστίθεται δε ότι αν επιτραπεί στον Αιτητή να προχωρήσει άμεσα με τα καθήκοντα του θα διαπραγματευθεί τους σχετικούς όρους αναδιάρθρωσης προς όφελος της Εταιρείας και εξασφαλίζοντας σημαντική διαγραφή οφειλής από την Τράπεζα. Ένσταση-Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη ΄Ενσταση με την ίδια νομική βάση στην οποία εξειδικεύονται ως λόγοι Ένστασης οι ακόλουθοι: · Ο Ενάγων/Αιτητής δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή ούτε και την παρούσα Αίτηση. · Ο διορισμός του Αιτητή ως Π/Δ είναι άκυρος, ανεφάρμοστος και παράνομος. · Υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων και/ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου. · Δεν είναι δίκαιο ούτε και πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ή/και τα εκδοθέντα διατάγματα να παραμείνουν σε ισχύ. · Δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. · Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή και μέρους αυτών θα καταστήσει ουσιαστικά άνευ αντικειμένου την εκδίκαση της παρούσας αγωγής αλλά και την εκδίκαση της αγωγής της Τράπεζας Κύπρου εναντίον της Εταιρείας. · Δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. · Η Αίτηση είναι αντινομική και αντίθετη με τους Κανονισμούς. Η ΄Ενσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 2 ο οποίος δηλώνει ένας εκ των δύο διοικητικών συμβούλων και ένας εκ των μετόχων στην Εναγόμενη Εταιρεία αρ.1 και την αδελφική της εταιρεία Dοntys Ltd. Στην ΄Ενορκη του Δήλωση σε ένα μεγάλο βαθμό αναφέρεται στο επίδικο Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης του οποίου την εγκυρότητα αμφισβητεί για τους λόγους που κατόπιν νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει, εξειδικεύει. Παράλληλα προβάλλει τη θέση ότι ο διορισμός των Π/Δ ήταν εξ υπαρχής παράνομος και άκυρος για λόγους τους οποίους παραθέτει στην ΄Ενορκη του Δήλωση. Υποστηρίζει επίσης ότι η θέση αυτή ήταν γνωστή εξ αρχής τόσο στο XXXXX Μιχαηλίδη όσο και στον Αιτητή, αφού τόσο ο ίδιος όσο και ο αδερφός του επανειλημμένα αλλά και ο δικηγόρος τους κ. Μαθηκολώνης το είχαν προβάλει. Δεν αρνείται ότι επεδίωξαν και ζήτησαν συνάντηση με την Τράπεζα Κύπρου με σκοπό την εξεύρεση λύσης στις διαφορές τους υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα ότι αυτό το έπραξαν ακριβώς επειδή δεν αναγνώριζαν τη νομιμότητα και εγκυρότητα των διορισθέντων Π/Δ ούτε και τη νομιμότητα και εγκυρότητα του επίδικου Ομολόγου. Προβάλλεται δε η θέση ότι το αποτέλεσμα της συνάντησης τους με τους υπάλληλους και αξιωματούχους της Τράπεζας ήταν κατόπιν επιμονής της Τράπεζας να δεχθούν να συνεργαστούν με τους φερόμενους Π/Δ χωρίς να τους αναγνωρίσουν, με σκοπό οι φερόμενοι Π/Δ να εξασφαλίσουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με την Εταιρεία έτσι ώστε να ενημερώσουν την Τράπεζα για να μπορεί ακολούθως η Τράπεζα να προχωρήσει στις διαπραγματεύσεις μαζί τους. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η όλη συμπεριφορά της Τράπεζας, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και την έκταση των εργασιών και των υποχρεώσεων της Εταιρείας για έργα που εκκρεμούσαν προς εκτέλεση, ήταν έντονα εκβιαστική και καταχρηστική ώστε να εξαναγκάσει τους Εναγόμενους να αποδεχθούν τη συνεργασία με τους φερόμενους Π/Δ τους οποίους οι Εναγόμενοι δεν είχαν αναγνωρίσει. Δηλώνει ακόμη ότι παρά τις προσπάθειες τους δεν έγινε μέχρι σήμερα κατορθωτή η κατάληξη σε οποιαδήποτε συμφωνία διευθέτησης και αναδιάρθρωσης των υποχρεώσεων της Εταιρείας ένεκα των παράλογων και εκβιαστικών προτάσεων και απαιτήσεων της Εταιρείας. Στην Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 2 προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η παραίτηση των φερόμενων Π/Δ έγινε εσκεμμένα και/ή δόλια μετά που τα εν λόγω πρόσωπα έλαβαν την επιστολή του δικηγόρου τους κ. Μαθηκολώνη και διαπίστωσαν την παρανομία και ακυρότητα του διορισμού τους. Υποστηρίζεται δε ότι οι φερόμενοι Π/Δ μαζί με την Τράπεζα επινόησαν το σχέδιο της παραίτησης τους και το διορισμό του Αιτητή εις αντικατάσταση των προηγούμενων με σκοπό και πάλιν να θέσουν άμεσα υπό τον έλεγχο τους την Εταιρεία και να συνεχίσουν να εκβιάζουν την Εταιρεία και τους Εναγόμενους να παραχωρήσουν ολόκληρη την ενυπόθηκη περιουσία, περιλαμβανομένου και του εργοστασίου που ανήκε στην Dontys πράγμα που οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να πράξουν. Στο πλαίσιο της Ένορκης Δήλωσης του ο Εναγόμενος 2 προβάλλει ακόμα ισχυρισμούς για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου από πλευράς του Αιτητή. Τέλος, προβάλλεται η θέση ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή η παράταση τους σε ισχύ προκαλεί τεράστια προβλήματα στη λειτουργία της Εταιρείας και κυρίως με τους πελάτες της και τις προσφορές που έχει δώσει προς διάφορα πρόσωπα και οργανισμούς. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32

(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Γεγονότα που είναι κοινώς αποδεκτά και/ή που δεν αμφισβητήθηκαν Κρίνεται σκόπιμη στο σημείο αυτό η παράθεση των πιο κάτω γεγονότων όπως αυτά προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί: ▬ Η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (προηγούμενο όνομα Marfin Popular Bank Public Co Ltd, προηγούμενο όνομα Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, προηγούμενο όνομα Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ), (στο εξής αναφερόμενη ως η «Λαϊκή»), παραχώρησε σε διάφορες ημερομηνίες στην Εταιρεία τραπεζικές διευκολύνσεις κατόπιν σχετικών αιτημάτων της. ▬ Προς εξασφάλιση των Διευκολύνσεων, μεταξύ άλλων, η Εταιρεία, παραχώρησε το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. /12/2009, για το ποσό των €2.000.000,00 (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση Αιτητή) το οποίο εγγράφηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 31/12/2009 (στο εξής αναφερόμενο ως το «Ομόλογο»). ▬ Η Marfin μετονομάστηκε σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και με τους περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμους του 2013 και το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013), τα περιουσιακά της στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η Τράπεζα Κύπρου. ▬ Στις 4/9/2013 τερματίστηκαν οι Συμφωνίες χρηματοδότησης της Εναγόμενης 1 εταιρείας. ▬ Στις 07/11/2017, σε συνέχεια των πιο πάνω τερματισμών, η Τράπεζα απέστειλε στην Εταιρεία Έγγραφη Απαίτηση με βάση το Άρθρο 8 (α) του Ομολόγου, καλώντας την να πληρώσει το ποσό των €4.588.332,
  1. Επισημαίνεται εδώ ότι σύμφωνα με τον όρο 10 του επίδικου Ομολόγου εφόσον συνέβαινε κάποιο από τα περιγραφόμενα στον όρο 8 γεγονός η Τράπεζα μπορούσε, κατά την απόλυτη της κρίση, επιπρόσθετα και χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας να διορίσει γραπτώς οποιοδήποτε πρόσωπο ως Παραλήπτη και Διαχειριστή του ενεργητικού της Εταιρείας. ▬ Στις 07/11/2017 ο Αιτητής/Ενάγων και ο ΧΧΧΧΧ Μιχαηλίδης διορίστηκαν ως Παραλήπτες/Διαχειριστές στην Εναγόμενη 1 εταιρεία. ▬ Ο πιο πάνω διορισμός, κοινοποιήθηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας και στους διευθυντές της Εταιρείας μέσω επιστολών ημερομηνίας 07/11/2017, ενώ παράλληλα έγιναν και όλες οι σχετικές καταχωρήσεις εντός της ίδιας ημέρας στον Έφορο Εταιρειών. (Τεκμήρια 7 και 8 της ένορκης δήλωσης Αιτητή). ▬ Με επιστολή ημερ. 13/6/2018 ο Αιτητής και ο ΧΧΧΧΧ Μιχαηλίδης υπέβαλαν γραπτώς προς την Τράπεζα την παραίτηση τους ως Π/Δ καλώντας της Τράπεζα να τους απαλλάξει από τα καθήκοντα τους (Τεκμήριο 20 στην ένορκη δήλωση Αιτητή). ▬ Με επιστολή ημερ. 13/6/2018 η Τράπεζα αποδέχτηκε την παραίτηση τους και τους απάλλαξε από τα καθήκοντα τους ως Π/Δ της Εταιρείας (Τεκμήριο 21 στην ένορκη δήλωση Αιτητή). ▬ Ακολούθως συμπληρώθηκε από τον Αιτητή και τον ΧΧΧΧΧ Μιχαηλίδη το έντυπο ΗΕ 38 «Γνωστοποίηση από Παραλήπτη ή Διαχειριστή ότι σταματά να ενεργεί με αυτή την ιδιότητα» το οποίο καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών (Τεκμήριο 22 στην ένορκη δήλωση Αιτητή). ▬ Με επιστολή ημερ. 13/6/2018 προς τον Αιτητή η Τράπεζα τον πληροφορεί ότι τον διορίζει Π/Δ της Εταιρείας (Τεκμήριο 23 στην ένορκη δήλωση Αιτητή). ▬ Ο διορισμός του Αιτητή κοινοποιήθηκε μέσω επιστολών ημερ. 13/6/2018 στο Δ.Σ. της Εταιρείας και στους Διευθυντές της Εναγόμενους 2 και 3 (Τεκμήριο 24 στην ένορκη δήλωση Αιτητή). Έντυπο ΗΕ 38 «Γνωστοποίησης διορισμού παραλήπτη ή διαχειριστή» καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών (Τεκμήριο 26 στην ένορκη δήλωση Αιτητή). Τα Τεκμήρια 22 και 26 συνοδεύτηκαν με επιστολή της Τράπεζας προς τον Έφορο Εταιρειών ημερ. 13/6/2018 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Με την επιστολή αυτή σας πληροφορούμε ότι ενόψει της παραίτησης των ΧΧΧΧΧ Μιχαηλίδη (ΑΔΤ ΧΧΧΧΧ9570) και/ή ΧΧΧΧΧ Μουζούρη (ΑΔΤ ΧΧΧΧΧ5036) από τα καθήκοντα ως Παραλήπτη Διαχειριστή της πιο πάνω αναφερόμενης Εταιρείας, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ, σήμερα 13/06/2018, διορίζει τον κ. Νίκο Μουζούρη (ΑΔΤ 655036), δυνάμει των σχετικών όρων του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 21/12/2009 επί της περιουσίας της Εταιρείας, ως Παραλήπτη Διαχειριστή του ενεργητικού της εν λόγω Εταιρείας, σε αντικατάσταση των ΧΧΧΧΧ Μιχαηλίδη και/ή ΧΧΧΧΧ Μουζούρη». Το Στοιχείο του Κατεπείγοντος Πριν το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει τα διατάγματα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  2. Όπως έχει νομολογηθεί το υπαρκτό του στοιχείου του κατ' επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ. 203, 207 «κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα. κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί». Επίσης στην υπόθεση Αμβροσιάδου ν. Coward
(2013)1 A.A.Δ. 78, τονίστηκε ότι παροχή θεραπείας χωρίς να ακουστεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται, δικαιολογείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η ανάγκη είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται. Τα όσα αναφέρονται ειδικότερα στις παραγράφους 31-34 της Ε/Δ του Αιτητή ικανοποιούν το Δικαστήριο για το στοιχείο του κατεπείγοντος. Ο κίνδυνος που καταδείχθηκε είναι αυτός της αποξένωσης στοιχείων της Εταιρείας. Αυτό σήμαινε ότι δεν παρείχετο εν προκειμένω χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκετο, ήτοι η προστασία της περιουσίας της Εταιρείας για σκοπούς της παραλαβής/διαχείρισης. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Οι Καθ΄ων η Αίτηση εγείρουν και ζήτημα μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Οι αρχές της μη αποκάλυψης έχουν προσφάτως επαναληφθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Πολιτική ECLI:CY:AD:2018:D412, Αίτηση αρ. 92/2018, ημερ. 20/9/2018 όπου τονίστηκε ότι «το Δικαστήριο σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο μονομερούς αίτησης πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ του εκδοθέντος Διατάγματος, .. χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν συνιστά προϋπόθεση για ακύρωση εκδοθέντος Διατάγματος, .. λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Σημαντική, κατά τη γνώμη μου, υπήρξε και η ακόλουθη επισήμανση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο προσδιορισμού του ορθού πλαισίου εντός του οποίου πρέπει να εξετάζεται ζήτημα μη αποκάλυψης. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα: «Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω)». Προχωρώ να εξετάσω τα διάφορα ζητήματα που η πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση ήγειρε στο πλαίσιο αυτό και τα οποία έχουν ως εξής: Ü Απόκρυψη και/ή παραπλάνηση του λόγου παραίτησης των δύο Π/Δ (παράγραφος 39.1 Ε/Δ Αγαθαγγέλου ) Για το ζήτημα αυτό ο Αιτητής επικαλείται τα γεγονότα που καταγράφονται στην παράγραφο 24 της Ένορκης Δήλωσης του ενώ δεν έχει παραλείψει να αποκαλύψει και την επιστολή του δικηγόρου των Καθ΄ων η Αίτηση κ. Α. Μαθηκολώνη ημερ. 8/6/2018 (Τεκμήριο 19). Ü (α) Απόκρυψη ότι ο διορισμός του Π/Δ σε αντικατάσταση των αρχικά διορισθέντων είναι παράνομος και εξ΄υπαρχής άκυρος με βάση τον όρο 10 του επίδικου Ομόλογου (παραγράφος 39.2 Ε/Δ Αγαθαγγέλου) (β) Απόκρυψη ότι δεν ήταν δυνατός τόσο από απόψεως κοινής λογικής όσο και από απόψεως νομικής θέσης ο διορισμός του Αιτητή ως Π/Δ εις αντικατάσταση των παραιτηθέντων Π/Δ ο διορισμός των οποίων ήταν εξ υπαρχής άκυρος (παράγραφος 39.3 Ε/Δ Αγαθαγγέλου) (γ) Παράλειψη αποκάλυψης ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε έγκυρη ή νόμιμη απαίτηση πληρωμής με βάση το Άρθρο 8(α) του επίδικου Ομολόγου(παράγραφος 39.9 Ε/Δ Αγαθαγγέλου). Οι πιο πάνω ισχυρισμοί αφορούν σε νομικά επιχειρήματα που δύνανται να εξετασθούν από το Δικαστήριο στη βάση που αυτό κρίνεται αναγκαίο ενώ όλα τα σχετικά γεγονότα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ü Παράλειψη αποκάλυψης ότι το Ομόλογο παγοποιήθηκε από τις 4/9/2013 ή και 7/7/2014 με την αγωγή και ότι η Τράπεζα ουδέν έπραξε έκτοτε αφήνοντας την Εταιρεία ελεύθερη να συνεχίσει να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της και την περιουσία της (παράγραφος 39.8 Ε/Δ Αγαθαγγέλου) Το πότε έλαβε χώρα η παγοποίηση του επίδικου Ομόλογου σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αξιοποιηθεί ως απόκρυψη γεγονότων αλλά αποτελεί ζήτημα εξέτασης από το Δικαστήριο στο βαθμό που κάτι τέτοιο κρίνεται αναγκαίο με βάση τα γεγονότα τα οποία, εν πάση περιπτώσει, έχουν τεθεί ενώπιον του. Ü Παράλειψη αποκάλυψης ότι το επίδικο Ομόλογο υπεγράφη εκ μέρους της Εταιρείας από τον Κωνσταντίνο Αγαθαγγέλου ένα εκ των Διοικητικών Συμβούλων και χωρίς οποιανδήποτε απόφαση του Δ.Σ. της Εταιρείας. (παράγραφος 39.11 Ε/Δ Αγαθαγγέλου). Όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με το πιο πάνω ζήτημα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαζί με τα σχετικά έγγραφα, όπως το Ιδρυτικό και Καταστατικό Έγγραφο της Εταιρείας (Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ Αγαθαγγέλου) καθώς και το επίδικο Ομόλογο (Τεκμήριο 3 στην Ε/Δ Μούζουρου). Όλα τα υπόλοιπα που προβάλλονται είναι νομικά ζητήματα τα οποία δύνανται να αξιολογηθούν στη βάση των γεγονότων αυτών. Ü Παράλειψη αποκάλυψης ότι παρέλειψε ο Αιτητής να απευθυνθεί στο Δικαστήριο προς επιβεβαίωση της νομιμότητας του διορισμού του. (παράγραφος 39.13 Ε/Δ Αγαθαγγέλου). Με δεδομένο ότι ο διορισμός στην υπό εξέταση περίπτωση βασίστηκε σε όρους Ομολόγου δεν έχει εξηγηθεί από την πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση που βασίζεται η θέση περί της αναγκαιότητας ο Αιτητής να αποταθεί προς το Δικαστήριο για επιβεβαίωση του διορισμού του. Έπεται πως η πιο πάνω εισήγηση για μη αποκάλυψη ουσιαστικού γεγονότος δεν έχει έρεισμα. Ü Παράλειψη αποκάλυψης ότι το Ενοικιαστήριο έγγραφο με την DONTYS είναι άκυρο και ανεφάρμοστο (παράγραφος 39.10 Ε/Δ Αγαθαγγέλου). Δεν είναι αντιληπτό πως η εγκυρότητα ή ακυρότητα του πιο πάνω εγγράφου, το οποίο εν πάση περιπτώσει τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 12, έχει οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα της υπόθεσης ζητήματα και με δεδομένο ότι είναι παραδεκτό ότι οι Εναγόμενοι έχουν την κατοχή του εργοστασίου και δραστηριοποιούνται εκεί ανεξαρτήτως της σχέσης που τους συνδέει, ήτοι σχέση μίσθωσης. Ü Παράλειψη αποκάλυψης ότι η Τράπεζα διόρισε τον Αιτητή και τον Στέφανο Μιχαηλίδη ως Π/Δ και στην εταιρεία DONTYS LTD (παράγραφος 39.12 Ε/Δ Αγαθαγγέλου). Ούτε εδώ είναι αντιληπτό πως ο διορισμός των πιο πάνω προσώπων ως Π/Δ σε μια άλλη εταιρεία μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία ή επίδραση στην παρούσα υπόθεση. Στη βάση όλων των πιο πάνω δεν διαπιστώνεται μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Eφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Υπόθεσης Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/60. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα με βάση το περιεχόμενο του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος που καταχωρήθηκε επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημιώσεων στη βάση παράβασης Συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ της Τράπεζας Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και της Εναγόμενης 1 εταιρείας και του επισυνημμένου σε αυτή Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης καθώς και η έκδοση Δηλωτικών Αποφάσεων με τις οποίες να αναγνωρίζεται ότι ο διορισμός του Ενάγοντα/Αιτητή ως Διαχειριστή/Παραλήπτη της Εναγόμενης 1 Εταιρείας έγινε νόμιμα και κανονικά και ότι ο Ενάγων είναι το μόνο πρόσωπο που δικαιούται στην κατοχή, χρήση, διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Επιπλέον επιδιώκεται η έκδοση διαφόρων Διαταγμάτων για παράδοση των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και οποιωνδήποτε ποσών έχει εισπράξει ή περιήλθαν στην κατοχή της όπως και αυτών που θα περιέλθουν στην κατοχή της στο μέλλων για σκοπούς, προφανώς, εκτέλεσης των καθηκόντων του Ενάγοντα/Αιτητή ως Διαχειριστή/Παραλήπτη. Στη βάση όλων των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ήτοι αυτό των δικαιωμάτων του Ενάγοντα/Αιτητή ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της Εταιρείας, και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23.3.17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Η εκδοχή του Αιτητή είναι ότι μετά τον διορισμό του ίδιου και του Σ. Μιχαηλίδη υπήρξε από πλευράς της Εναγόμενης 1 Εταιρείας αμφισβήτηση της εγκυρότητας του διορισμού καθώς και αντίδραση από μέρους της στο να προχωρήσουν στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Γίνεται δε αναφορά στα γεγονότα που σύμφωνα με τη δική του εκδοχή έλαβαν χώρα προσθέτοντας ότι, τελικώς, υπήρξε αποδοχή του διορισμού των δύο ως Δ/Π και ότι ξεκίνησε στη συνέχεια μια συνεργασία με στόχο την εξασφάλιση κάποιας αναδιάρθρωσης των τραπεζικών διευκολύνσεων της Εταιρείας. Προβάλλεται δε ο ισχυρισμός ότι μετά από πολλές διαβουλεύσεις μεταξύ των Π/Δ, της Τράπεζας και των Εναγομένων τα μέρη ήλθαν κοντά σε μια συναινετική συμφωνία για αναδιάρθρωση των τραπεζικών διευκολύνσεων η οποία, ωστόσο, δεν έμελλε να υπογραφεί. Το αποκορύφωμα ήταν να ληφθεί στις 8/6/2018 από το δικηγόρο των Εναγομένων επιστολή με την οποία αμφισβητείτο ο διορισμός των δύο Π/Δ. Η επόμενη εξέλιξη ήταν η υποβολή παραίτησης των δύο Π/Δ και ο διορισμός στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 14/6/2018 του Αιτητή ως Π/Δ. Διορισμός ο οποίος, ωστόσο, αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους οι οποίοι και δεν επέτρεψαν την πρόσβαση του Αιτητή στο εργοστάσιο τους όταν αυτός το επισκέφθηκε στις 14/6/
  1. Από την άλλη η εκδοχή των Εναγομένων είναι ότι εξαρχής είχαν αμφισβητήσει την εγκυρότητα των δύο Π/Δ που είχαν διοριστεί από την Τράπεζα και ότι η θέση τους αυτή ήταν γνωστή. Δεν αρνούνται ότι επεδίωξαν και ζήτησαν συνάντηση με την Τράπεζα με σκοπό την εξεύρεση λύσης στις διαφορές τους υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα ότι αυτό το έπραξαν ακριβώς επειδή δεν αναγνώριζαν τη νομιμότητα και εγκυρότητα των διορισθέντων Π/Δ ούτε και τη νομιμότητα και εγκυρότητα του επίδικου Ομολόγου. Προβάλλεται δε η θέση ότι το αποτέλεσμα της συνάντησης τους με τους υπάλληλους και αξιωματούχους της Τράπεζας ήταν κατόπιν επιμονής της Τράπεζας να δεχθούν να συνεργαστούν με τους φερόμενους Π/Δ χωρίς να τους αναγνωρίσουν, με σκοπό οι φερόμενοι Π/Δ να εξασφαλίσουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με την Εταιρεία έτσι ώστε να ενημερώσουν την Τράπεζα για να μπορεί ακολούθως η Τράπεζα να προχωρήσει στις διαπραγματεύσεις μαζί τους. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η όλη συμπεριφορά της Τράπεζας, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και την έκταση των εργασιών και των υποχρεώσεων της Εταιρείας για έργα που εκκρεμούσαν προς εκτέλεση, ήταν έντονα εκβιαστική και καταχρηστική ώστε να εξαναγκάσει τους Εναγόμενους να αποδεχθούν τη συνεργασία με τους φερόμενους Π/Δ τους οποίους οι Εναγόμενοι δεν είχαν αναγνωρίσει. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι οι φερόμενοι Π/Δ επινόησαν μαζί με την Τράπεζα το σχέδιο της παραίτησης τους και το διορισμό του Αιτητή εις αντικατάσταση των προηγούμενων με σκοπό και πάλιν να θέσουν άμεσα υπό τον έλεγχο τους την Εταιρεία και να συνεχίσουν να εκβιάζουν την Εταιρεία και τους Εναγόμενους. Υποστηρίζεται η θέση ότι ο εν λόγω διορισμός είναι παράνομος, άκυρος και ανεφάρμοστος διότι έγινε καθ' υπέρβαση των όρων του επίδικου Ομολόγου που δεν επιτρέπει τον διορισμό προσώπου εις αντικατάσταση παράνομα διορισθέντων Διαχειριστών/Παραληπτών και που εν πάση περιπτώσει επιβάλλει τον διορισμό άλλου προσώπου ως Παραλήπτη/Διαχειριστή και όχι του προηγουμένως ή και των προηγουμένως διορισθέντων Παραληπτών/Διαχειριστών. Στη βάση δε αυτής της θέσης υποστηρίζεται ότι ο Ενάγων/Αιτητής δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα Αγωγή και την παρούσα διαδικασία. Ενόψει της επιχειρηματολογίας που προωθήθηκε και από τις δύο πλευρές αναφορικά με το θέμα της εγκυρότητας ή μη του διορισμού Π/Δ από την Τράπεζα και του κατά πόσον υπήρξε ή όχι συμμόρφωση με το επίδικο Ομόλογο, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω στο σημείο αυτό τις πρόνοιες του Όρου 10 του εν λόγω Ομόλογου οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «Αν, σε οποιοδήποτε χρόνο, συμβεί οτιδήποτε από τα πιο πάνω, που με λεπτομέρεια αναφέρονται στις παρ. (α) ως (στ), συμπεριλαμβανομένων του άρθρου 8 του Ομολόγου αυτού, η Τράπεζα μπορεί, κατά την απόλυτη κρίση της, επιπρόσθετα και χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας, που παρέχεται σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, ή σύμφωνα με οποιαδήποτε άλλη συμφωνία ή έγγραφο ή νόμο, και/ή ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό και παράλληλα ή μεταγενέστερα της θεραπείας, η οποία παρέχεται με το άρθρο 9 πιο πάνω, να διορίσει γραπτώς μέσω του κατάλληλα εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου ή αντιπροσώπων της, οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε αυτό είναι υπάλληλος της Τράπεζας ή της Εταιρείας ή μη ως Παραλήπτη/Διαχειριστή (receiver and manager) του πιο πάνω Ενεργητικού ή οποιουδήποτε μέρους του με τέτοιους όρους ως προς την αμοιβή και διαφορετικά, όπως η Τράπεζα θα ήθελε θεωρήσει πρέπον και μπορεί κατά παρόμοιο τρόπο σε οποιοδήποτε χρόνο και από καιρό σε καιρό να ανακαλεί το διορισμό του Παραλήπτη και Διαχειριστή αυτού και να διορίζει άλλο πρόσωπο στη θέση του». Όπως δε υποστηρίχθηκε στις αγορεύσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων, το επίδικο Ομόλογο, σύμφωνα με το λεκτικό του, δεν επιτρέπει το διορισμό πέραν του ενός Π/Δ. Ακόμη προβάλλεται ότι δεν μπορούσε να γίνει, όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση, ανάκληση του «παράνομου» και «άκυρου» διορισμού των δύο αρχικά διορισθέντων Π/Δ και ότι δεν ήταν επιτρεπτό στην Τράπεζα να διορίσει τον Αιτητή «εις αντικατάσταση» των δύο «παράνομα διορισθέντων» και μάλιστα ως συνέχεια του διορισμού των «παρανόμως διορισθέντων». Έγινε δε εκτενής αναφορά σε νομολογία[6] η οποία υποστηρίζει ότι η νομιμότητα και εγκυρότητα του διορισμού Παραλήπτη/Διαχειριστή προϋποθέτει διορισμό σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες του Ομολόγου οι οποίες και θα πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και ότι διορισμός που λαμβάνει χώρα αντίθετα με τις ρητές πρόνοιες και όρους του Ομολόγου, είναι παράνομος, ανυπόστατος και εξ υπαρχής άκυρος ενώ το πρόσωπο το οποίο διορίστηκε παράνομα αποτελεί και είναι παράνομος επεμβασίας στην περιουσία της Εταιρείας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Αιτητή ενώ αναγνωρίζουν ότι με την αυστηρά γραμματική ερμηνεία του όρου «οποιοδήποτε πρόσωπο» φαίνεται ότι η Τράπεζα δεν δύνατο να προχωρήσει στο διορισμό δύο προσώπων ως Π/Δ, εντούτοις υποστήριξαν ότι μπορεί να συναχθεί τεκμήριο ότι ο ενικός περιλαμβάνει τον πληθυντικό και το αντίθετο κατ΄αναλογία των προνοιών του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.
  2. Επιπλέον υποστήριξαν ότι, ακόμη και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι στην παρούσα περίπτωση ο διορισμός στις 7/11/2017 των δύο Π/Δ έγινε παράτυπα και μη σύμφωνα με τους όρους του Ομολόγου, η όλη στάση και συμπεριφορά των Εναγομένων συνηγορεί στην αναγνώριση του διορισμού τους επικαλούμενοι προς τούτο την ύπαρξη κωλύματος στην έγερση οποιουδήποτε ισχυρισμού για ακυρότητα του εν λόγω διορισμού. Προβλήθηκε, ακόμη, η θέση ότι ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει ότι ο διορισμός των Π/Δ ήταν άκυρος εξ΄υπαρχής τότε δεν υφίσταται κανένας διορισμός προς αντικατάσταση μετά από παραίτηση αλλά υφίσταται πρώτος διορισμός με βάση τους όρους του Ομολόγου ο οποίος είναι καθόλα έγκυρος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι απαραίτητη βάση για τους σκοπούς έγερσης και προώθησης της παρούσας διαδικασίας είναι ο διορισμός του Αιτητή/Ενάγοντα ως Π/Δ. Τα δικαιώματα του Παραλήπτη/Διαχειριστή όπως προκύπτουν από το Νόμο και τα οποία περιλαμβάνουν την ανάληψη του ελέγχου των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και, ως συνέπεια τούτου, το δικαίωμα πρόσβασης και εισόδου στα υποστατικά της και της κατοχής και χρήσης των εγγράφων της[7] εδράζονται στο γεγονός του διορισμού του ως τέτοιου. Είναι, συνεπώς, σημαντική η νομιμοποίηση του για σκοπούς εξασφάλισης των αιτουμένων Διαταγμάτων και οριστικοποίησης εκείνων που εκδόθηκαν μονομερώς. Επισημαίνεται ως προς τούτο ότι η εξέταση μη νομότυπου διορισμού ενός Π/Δ θα πρέπει να περιορίζεται σε διαπίστωση με βάση το τι είναι εμφανές στο πρόσωπο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Στην παρούσα υπόθεση με βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς εγείρονται ζητήματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: ► Την εγκυρότητα και/ή νομιμότητα του διορισμού του Αιτητή/Ενάγοντα ως Π/Δ ► Την εγκυρότητα και/ή νομιμότητα του επίδικου Ομολόγου και την εγκυρότητα ή νομιμότητα της εγγραφής στον Έφορο Εταιρειών. Ειδικότερα εγείρεται κατά πόσον αυτό καταρτίστηκε και/ή υπεγράφη χωρίς την απόφαση του Δ.Σ. της Εταιρείας και καθ΄υπέρβαση του Ιδρυτικού και του Καταστατικού της. Περαιτέρω εγείρεται το κατά πόσο οι όροι του είναι αόριστοι, ασαφείς και καταχρηστικοί καθώς και αν επηρεάζουν ή παρεμποδίζουν το εξ επιείκειας δικαίωμα της Εταιρείας να εξοφλήσει το επίδικο Ομόλογο. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω ή να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση Αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Tο ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής πεποίθησης είτε για την υπόθεση του Ενάγοντα, είτε για τη βασιμότητα της Υπεράσπισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Κατά πόσο με τα όσα ο Ενάγων/Αιτητής έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Ότι, δηλαδή, αυτός έχει δεόντως διοριστεί και δικαιούται να ενεργεί ως Παραλήπτης/Διαχειριστής με τις εξουσίες που του παρέχει ο Νόμος. Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά πάντως με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων»; Οι ισχυρισμοί των Εναγομένων περί την εξ΄υπαρχής ακυρότητα του διορισμού του Αιτητή/Ενάγοντα δεν εξασθενίζουν, κατά την εκτίμηση μου, την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα σε βαθμό μάλιστα που να οδηγούν στη διαπίστωση μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Επανερχόμενη στο ζήτημα της αμφισβήτησης από τους Εναγόμενους του διορισμού του Π/Δ κρίνεται σκόπιμο εδώ να υπομνησθεί ότι, παρά το διορισμό του, οι Διευθυντές διατηρούν το κατάλοιπο εξουσίας και δύνανται να προωθήσουν διαδικασία για να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα ενός τέτοιου διορισμού[8]. Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι το προσφορότερο πλαίσιο για την αμφισβήτηση της εγκυρότητας του διορισμού ενός Παραλήπτη/Διαχειριστή είναι μέσω της καταχώρησης αγωγής (με την οποία να επιδιώκεται η ακύρωση του διορισμού του) όπου είναι δυνατή και η εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει στον Π/Δ από του να αναλάβει τη διαχείριση και διεύθυνση της Εταιρείας. Σε μια τέτοια διαδικασία - αν λάμβανε χώρα - και για σκοπούς ικανοποίησης των προϋποθέσεων που τίθενται από το Άρθρο 32 το ζητούμενο θα ήταν, μεταξύ άλλων, κατά πόσο, στη βάση των στοιχείων που θα παρέθετε η Εταιρεία, διαφαίνετο ορατή πιθανότητα ακύρωσης του διορισμού του Π/Δ. Όλα όσα πιο πάνω έχουν εκτεθεί κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας και, ως εκ τούτου, πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου
  3. Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω Άρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος, στην περίπτωση διαταγμάτων που αφορούν σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων έχει νομολογηθεί ότι δεν χρειάζεται να προσκομίζεται μαρτυρία για πρόθεση του Εναγομένου πραγματικά να αποξενώσει ή επιβαρύνει περιουσία που βρίσκεται επ΄ ονόματι του. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο κίνδυνος μη ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία[9]. Εν προκειμένω ο διορισμός του Αιτητή ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της Εναγόμενης 1 Εταιρείας αλλά και η αποτυχία των διαπραγματεύσεων για διευθέτηση σε συνάρτηση με τη στάση που οι Εναγόμενοι επέδειξαν αποτελούν εξελίξεις οι οποίες ευλόγως προκαλούν ανησυχία για κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας προς βλάβη τόσο της Εταιρείας όσο και των πιστωτών της. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle." Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 W.L.R. 1405 ο σκοπός ενός προσωρινού διατάγματος, είτε αυτό είναι απαγορευτικής φύσεως είτε προστακτικής φύσεως, είναι να βελτιώσει τις πιθανότητες το Δικαστήριο να απονέμει δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της ουσίας κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Μέσα στο πλαίσιο αυτό το Δικαστήριο καλείται να λάβει εκείνη την πορεία η οποία είναι πιο πιθανόν να προκαλέσει τον ολιγότερο μη θεραπεύσιμο επηρεασμό στη μια ή στην άλλη πλευρά. Για το που κλίνει η πλάστιγγα του ισοζυγίου της ευχέρειας αυτό εξετάζεται κατά περίπτωση στη βάση μιας σειράς διαφόρων παραγόντων. Η πιο πάνω περικοπή από την εν λόγω απόφαση είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, απόλυτα διαφωτιστική: " It is often said that the purpose of an interlocutory injunction is to preserve the status quo, but it is of course impossible to stop the world pending trial. The court may order a defendant to do something or not to do something else, but such restrictions on the defendant's freedom of action will have consequences, for him and for others, which a court has to take into account. The purpose of such an injunction is to improve the chances of the court being able to do justice after a determination of the merits at the trial. ............................................... The basic principle is that the court should take whichever course seems likely to cause the least irremediable prejudice to one party or the other. This is an assessment in which, as Lord Diplock said in the American Cyanamid case [1975] AC 396 , 408: "It would be unwise to attempt even to list all the various matters which may need to be taken into consideration in deciding where the balance lies, let alone to suggest the relative weight to be attached to them." 18 Among the matters which the court may take into account are the prejudice which the plaintiff may suffer if no injunction is granted or the defendant may suffer if it is; the likelihood of such prejudice actually occurring; the extent to which it may be compensated by an award of damages or enforcement of the cross-undertaking; the likelihood of either party being able to satisfy such an award; and the likelihood that the injunction will turn out to have been wrongly granted or withheld, that is to say, the court's opinion of the relative strength of the parties' cases". Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολιτική Έφεση 292/2010, ημερ. 20/1/14: «.......είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670). Στην υπό εξέταση υπόθεση είναι η εκτίμηση μου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της διατήρησης των εκδοθέντων διαταγμάτων. Μέχρις ότου ο διορισμός του Αιτητή ως Π/Δ ακυρωθεί ή ανακληθεί θεωρώ ότι θα πρέπει αυτός να αφεθεί να ασκεί τις εξουσίες που ο Νόμος του παρέχει και να συνεχίσει να εκτελεί τα καθήκοντα του. Τα όσα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται και θεωρούν ότι θα προκαλέσουν τεράστια προβλήματα στη λειτουργία της εταιρείας (και νοουμένου ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα) δεν είναι καθόλου ασύνδετα με τον διορισμό του Αιτητή ως Π/Δ[10]. Βασικά αυτό το οποίο προβάλουν είναι ότι ο διορισμός του Αιτητή ως Π/Δ και ως συνεπακόλουθο ενός τέτοιου διορισμού θα προκληθούν «τεράστια προβλήματα στη λειτουργία της Εταιρείας» και ότι δημιουργούνται «προβλήματα με τους πελάτες της Εταιρείας και τις προσφορές που έχει δώσει η Εταιρεία προς διάφορα πρόσωπα και οργανισμούς τα οποία ενόψει του διορισμού Παραληπτών/Διαχειριστών έχουν και διατυπώνουν πολλές επιφυλάξεις να συμβληθούν με την Εταιρεία με αποτέλεσμα η Εταιρεία «να υφίσταται αλλά και να κινδυνεύει να υποστεί σοβαρές ζημιές και απώλειες». Προβάλλεται ακόμη ότι με δεδομένη την καταχώρηση από την Τράπεζα της Αγωγής 3899/2014 εναντίον της Εταιρείας στο πλαίσιο της οποίας επιζητείται η εξασφάλιση διαταγμάτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας της Εταιρείας όπου με την Υπεράσπιση της η Εταιρεία αρνείται το χρέος και ισχυρίζεται, επίσης, ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη, η εξασφάλιση των επίδικων Διαταγμάτων που να επιτρέπουν στον «φερόμενο» Π/Δ την εκποίηση της περιουσίας της Εταιρείας συνιστά ξεκάθαρη προσπάθεια της Τράπεζας και του «φερόμενου» Π/Δ να παρακάμψουν την Αγωγή θέτοντας την κατά ουσιαστικό μέρος άνευ αντικειμένου. Η πιο πάνω προσέγγιση παραβλέπει, κατά την άποψη μου, την νομολογιακή αρχή ότι ένας Διαχειριστής/Παραλήπτης δεν μπορεί να ενεργεί αυθαίρετα και ότι υπόκειται στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας[11] τις οποίες οφείλει να εφαρμόσει ενώ σε περίπτωση παράλειψης διεκπεραίωσης των καθηκόντων του υπόκειται σε κυρώσεις. Έχει δε καθήκον επιμέλειας προς όλους και πρωτίστως προς τους πιστωτές (κατόχους των ομολόγων) της εταιρείας που τον διόρισαν. Όπως επισημαίνεται στο Σύγγραμμα The Law Relating To Receivers Managers And Administrators 4th edn, Hubert Picarda στη σελίδα 155: "A receiver plainly owes duties to the debenture holder who appointed him. And he owes those duties to his appointor both in contract and in tort. His appoint­ment on acceptance becomes a contract between his appointor and himself giv­ing rise to contractual and tortious duties. He will also owe fiduciary duties to his appointor in respect of the realisation of charged assets. It is also further established that a receiver owes duties to the company over whose assets he is appointed receiver.111 Accordingly, a mortgagor company in receivership may sue the receiver appointed by the mortgagee if the receiver acts improperly and to the detriment of the company."2 Όπως ορθά έχουν επισημάνει οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Αιτητή, είναι παραδεκτό από πλευράς των Καθ΄ων η Αίτηση ότι η πρόθεση των Διευθυντών της Εταιρείας είναι «όχι απλά η μη παράδοση των περιουσιακών στοιχείων αλλά η συνέχιση της διαχείρισης της περιουσίας της Εταιρείας για δικό τους όφελος αφού ούτε την διαχείριση της Εταιρείας αποδέχονται να παραδώσουν»[12]. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως στην προκειμένη περίπτωση επιδιώκονται προστακτικής φύσεως διατάγματα[13]. Οι γενικές αρχές επί των οποίων εκδίδονται τέτοια διατάγματα έχουν τεθεί στην Αγγλική υπόθεση Morris v. Redland Bricks Ltd
(1970)A.C. 652[14] ως ακολούθως: · Προστακτικό διάταγμα μπορεί μόνο να χορηγηθεί όπου ο ενάγων αποδεικνύει ισχυρή πιθανότητα ότι θα υποστεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον. · Όπου οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούν επαρκή θεραπεία αν επισυμβεί τέτοια ζημιά. Αυτό αποτελεί μόνο εφαρμογή της γενικής αρχής της επιείκειας. · Αντίθετα προς την περίπτωση όπου εκδίδεται απαγορευτικό διάταγμα για να αποτρέψει τη συνέχιση ή επανάληψη μιας άδικης πράξης το θέμα της δαπάνης που θα υποστεί ο εναγόμενος για να εκτελέσει έργα τα οποία αποτρέπουν ή μειώνουν την πιθανότητα διάπραξης μιας μελλοντικής αδικοπραξίας πρέπει να αποτελεί στοιχείο που θα λαμβάνεται υπόψη. Στην υπόθεση National Bank of Jamaica Ltd (ανωτέρω) αναγνωρίσθηκε πως στην περίπτωση ενός προστακτικού διατάγματος είναι πιο πιθανό να προκληθεί αθεράπευτος επηρεασμός από ό,τι στην περίπτωση ενός απαγορευτικού διατάγματος αν και, όπως παράλληλα αναφέρθηκε, κάτι τέτοιο δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά μια γενίκευση. Σε κάθε περίπτωση εξετάζονται τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και οι ενδεχόμενες συνέπειες από την έκδοση ή μη του διατάγματος. Αν διαφαίνεται ότι το διάταγμα ενδέχεται να προκαλέσει αθεράπευτη δυσχέρεια στον εναγόμενο πιθανόν το Δικαστήριο να είναι απρόθυμο να το εκδώσει εκτός αν ικανοποιηθεί ότι οι πιθανότητες να προκύψει ότι κακώς εδόθη είναι λίγες. Ή, όπως το ζήτημα τέθηκε από τον Δικαστή Megarry J στην υπόθεση Shepherd Homes Ltd v. Sandham
(1970)3 All E.R. 402[15], εάν το Δικαστήριο αισθάνεται ψηλότερου βαθμού εξασφάλιση ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης δεν θα φανεί ότι το διάταγμα δόθηκε λανθασμένα. Επισημαίνεται ωστόσο ότι στην υπόθεση Films Rover International Ltd v Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670 ο Δικαστής Hoffmann J. τόνισε ότι κριτήριο του υψηλού βαθμού εξασφάλισης δεν χρειάζεται να ικανοποιείται σε όλες τις υποθέσεις και ότι, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, η θεμελιώδης αρχή σε προσωρινά διατάγματα, είτε απαγορευτικά είτε προστακτικά, είναι το Δικαστήριο να ακολουθήσει εκείνη την πορεία η οποία συνεπάγεται μικρότερο κίνδυνο για αδικία στην περίπτωση που διαφανεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ότι ήταν λανθασμένη[16]. Δεν έχει, επίσης, διαφύγει της προσοχής μου ότι μέσω της παρούσας Αίτησης επιδιώκεται η έκδοση Διαταγμάτων - τα Διατάγματα υπό στοιχεία (ΣΤ), (Ζ) και (Θ) - τα οποία είναι ταυτόσημα με θεραπείες του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου [(Γ), (Δ) και (ΣΤ)]. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι είναι ανεπιθύμητη η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία αποφασίζονται τελεσίδικα τα όσα ζητούνται στην αγωγή. Το ανεπιθύμητο, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με απαγόρευση. Η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αντίστοιχου με τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται. Επί του ζητήματος αυτού θεωρώ αρκετό να παραπέμψω στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403 όπου τονίστηκαν τα εξής σχετικά: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015)». Είναι η κρίση μου ότι στην προκειμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης των εκδοθέντων υπό στοιχεία (Α), (Β), (Γ), (Δ), (Ε) και (ΣΤ) Διαταγμάτων και της έκδοσης των Διαταγμάτων υπό στοιχεία (Ζ), (Η) και (Θ). Μέχρις ότου ακυρωθεί ή ανακληθεί ο διορισμός του Παραλήπτη/Διαχειριστή αυτός θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκτελεί τα καθήκοντα και τις εξουσίες που του εναποθέτει ο Νόμος και οι πρόνοιες του Ομολόγου βάσει των οποίων έχει διοριστεί. Υπενθυμίζεται εκ νέου ότι αυτός υπόκειται στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας[17] τις οποίες οφείλει να εφαρμόσει ενώ, σε περίπτωση παράλειψης διεκπεραίωσης των καθηκόντων του, υπόκειται σε κυρώσεις. Επισημαίνεται, ακόμη, ότι ο Διαχειριστής/Παραλήπτης δεν έχει μόνο δικαίωμα αλλά έχει παράλληλα και καθήκον να αναζητήσει και να αναλάβει φυσική κατοχή στοιχείων που αφορούν σε περιουσία της εταιρείας που είναι υπό την παραλαβή και διαχείριση του. Ταυτόχρονα αποτελεί υποχρέωση των αξιωματούχων της Εταιρείας να παράσχουν στοιχεία στον Διαχειριστή/Παραλήπτη. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, θεωρώ ότι ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποίησε και τις τρεις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και έδειξε ότι είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ του. Ως εκ τούτου εκδίδονται τα Προσωρινά Διατάγματα υπό στοιχεία (Ζ), (Η) και (Θ) ενώ τα εκδοθέντα υπό στοιχεία (Α), (Β), (Γ), (Δ), (Ε) και (ΣΤ) καθίστανται απόλυτα. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και συνεπώς ο Αιτητής/Ενάγων δικαιούται στα έξοδα του. Οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση να καταβάλουν, επομένως, τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο με το πέρας της αγωγής. (Υπ.)................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φ ορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseosv. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δη ς ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσ ολά κη ν. Στυλι ανί δη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπ ρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. [6] Στην υπόθεση McCleary v. McPhillips & Ors [2015] IEHC 591 οι σχετικές αρχές συνοψίσθηκαν ως ακολούθως: 'Summary of principles from above case law
  2. It appears therefore, that the following is a summary of the applicable principles in relation to this matter:
  3. The receiver's authority to act is derived from the contracts, or mortgages, or deeds of charge, entered into between the Bank and the borrower.
  4. The receiver is to be appointed according to the terms of the contract between the parties.
  5. Because a receiver's authority is derived from the instrument under which he is appointed, an appointment is not valid unless it is made in accordance with the terms of that instrument.
  6. The consequence of non- compliance with the formalities for the appointment of a receiver, in accordance with the terms of the instrument, is that the appointment is void.
  7. If the instrument provides that the appointment is required to be by deed, or under seal, that formality must be observed.
  8. If the instrument requires that the appointment is to be made in writing under hand, that formality must also be observed.
  9. An invalidly appointed receiver may be a trespasser on company property.
  10. Considerations of basic fairness and contractual interpretation mean that the Bank should be obliged to comply with the terms it chooses to impose in the instrument involved''. [7] Όσον αφορά δε τις εξουσίες που με βάση το Νόμο έχει ο Διαχειριστής/Παραλήπτης στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1703, τονίσθηκε ότι με το διορισμό Παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. Όπως επεσήμανε ο Λόρδος Atkinson στην υπόθεση Moss Steamship Co. ν. Whinney [1912] A.C. 254 η οποία αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση: "This appointment of a receiver and manager over the assets and business of a company does not dissolve or annihilate the company, ....... Both continue to exist; but it entirely supersedes the company in the conduct of its business, deprives it of all power to enter into contracts in relation to that business, or to sell, pledge, or otherwise dispose of the property put into the possession, or under the control of the receiver and manager. Its powers in these respects are entirely in abeyance." [8] Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου με αναφορά στην αγγλική υπόθεση Newhart Developments Ltd v. Co-op Commercial Bank Ltd
(1978)2 All E.R. 896 υπογραμμίζεται ότι οι διευθυντές διατηρούν το κατάλοιπο εξουσίας που περιλαμβάνει και τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή εναντίον των κατόχων ομολόγων που διόρισαν τον Παραλήπτη-Διαχειριστή. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators 18th edn: "However, the directors are entitled to use the name of the company for the purposes of litigating the validity of the security under which the appointment has taken place,." [9] Δέστε C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροπιια «Λεωνικ» Λιμιτεδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785: «.. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρία για πράγματι πρόθεση του Εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένων θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί η επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελίδα 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινή Κολλάτου Πολιτική Έφεση 10274 ημερομηνίας 10.9.99. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος.» Δέστε, επίσης, Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121: «.. αλλά στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του ...». [10] Δέστε παράγραφο 40 της ένορκης δήλωσης Άγγελου Αγαθαγγέλου. [11] Δέστε μεταξύ άλλων και τις πρόνοιες των Άρθρων 89 και 300 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. [12] Δέστε παράγραφο 29 της Ένορκης Δήλωσης του ΧΧΧΧΧ Αγαθαγγέλου όπου γίνεται παραδεκτό το περιεχόμενο της παραγράφου 29 της Ένορκης Δήλωσης του ΧΧΧΧΧ Μουζούρη. [13] Δέστε Διατάγματα υπό στοιχεία ΣΤ, Ζ,Η και Η. [14] Δέστε R.K.B. LEATHERGOODS LIMITED v. Βιργινίας Ευάγγελου Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ.
  1. [15] "In a normal case the court must, inter alia, feel a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injunction was rightly granted;" [16] Δέστε σελ. 680-681 της απόφασης: "The passage quoted from Megarry J. in Shepherd Homes Ltd. v. Sandham [1971] Ch. 340 , 351, qualified as it was by the words "in a normal case," was plainly intended as a guideline rather than an independent principle. It is another way of saying that the features which justify describing an injunction as "mandatory" will usually also have the consequence of creating a greater risk of injustice if it is granted rather than withheld at the interlocutory stage unless the court feels a "high degree of assurance" that the plaintiff would be able to establish his right at a trial. I have taken the liberty of reformulating the proposition in this way in order to bring out two points. The first is to show that semantic arguments over whether the injunction as formulated can properly be classified as mandatory or prohibitory are barren. The question of substance is whether the granting of the injunction would carry that higher risk of injustice which is normally associated with the grant of a mandatory injunction. The second point is that in cases in which there can be no dispute about the use of the term "mandatory" to describe the injunction, the and therefore within the guideline of "exceptional" and therefore requiring special treatment. If it appears to the court that, exceptionally, the case is one in which withholding a mandatory interlocutory injunction would in fact carry a greater risk of injustice than granting it even though the court does not feel a "high degree of assurance" about the plaintiff's chances of establishing his right, there cannot be any rational basis for withholding the injunction". [17] Δέστε, μεταξύ άλλων, και τις πρόνοιες των Άρθρων 89 και 300 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.