← Κύπρος

Παπαδάμου ν. Άνταμς κ.α., Αγωγή Αρ. 502/2018, 10/9/2018

Παπαδάμου ν. Άνταμς κ.α., Αγωγή Αρ. 502/2018, 10/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ:Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 502/2018 Μεταξύ: XXXXX Παπαδάμου Ενάγοντας Και

  1. XXXXX Άνταμς
  2. XXXXX Άνταμς
  3. Εναγόμενοι Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 27/4/2018 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 10 Σεπτεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: κα Ε. Λουκά Για Εναγόμενους 1και 2/ Καθ΄ων η Αίτηση: κα Μ. Σατολιά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2: Α. Διάταγμα διατάττον την ακύρωση της εγγραφής και μεταβίβασης του κάτωθι ακινήτου από το όνομα του Εναγομένου 2 και επανεγγραφής του στον Ενάγοντα: Επαρχία Λάρνακα, Χωρίον Περιβόλια, Αρ. Εγγραφής 3/XXXXX, Τοποθεσία Κόκκινες, Σχέδιο 2-254-357, Τμήμα 3, Τεμάχιο XXXXX, είδος ακινήτου χωράφι, έκταση 0-57-996, μερίδιο % του όλου. Β. Διάταγμα και/ή Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η μεταβίβαση η οποία αναφέρεται στην παράγραφο ανωτέρω, από τον ενάγοντα, στον Εναγόμενο 2, είναι άκυρη και στερείται οιουδήποτε νομίμου αποτελέσματος. Γ. Διάταγμα και/ή δήλωση ότι η πιο πάνω αναφερόμενη ακίνητη περιουσία παραμένει ιδιοκτησία του Ενάγοντος. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η επανεγγραφή της πιο πάνω αναφερόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα του Ενάγοντος. Ε. Τιμωρητικές Αποζημιώσεις και/ή Γενικές αποζημιώσεις για απώλειες και ζημιές που ο Ενάγων υπέστη λόγω δόλου και/ή πλαστογραφίας και/ή απάτης και/ή συνομωσίας και/ή λόγω παράνομης μεταβίβασης της ανωτέρω αναφερόμενης περιουσίας του Ενάγοντος χωρίς την εξουσιοδότηση και/ή εντολή και/ή πληρεξουσιότητα του. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της Γενικής Οπισθογράφησης στην παρούσα Αγωγή στην οποία επιζητούνται οι πιο πάνω θεραπείες ο Ενάγων καταχώρησε μονομερώς την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούσε από το Δικαστήριο Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο Εναγόμενος 2 και/ή οι υπηρέτες και/ή υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι αυτού από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, δωρήσουν, υποθηκεύσουν ή επιβαρύνουν και/ή καθ΄οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν το ακίνητο το οποίο περιγράφεται πιο κάτω το οποίο αποτελεί αντικείμενο της παρούσας Αγωγής, μέχρι την εκδίκαση της πιο πάνω Αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου: Επαρχία Λάρνακα, Χωρίον Περβόλια, αριθμός εγγραφής 3/XXXXX, Σχέδιο 2-254-357, Τμήμα 3, Τεμάχιο XXXXX, είδος ακινήτου χωράφι, Τοποθεσία Κόκκινες, έκταση 0-57-996 τ.μ., μερίδιο ¾. Το Δικαστήριο αφού έκρινε ότι δικαιολογείτο η έκδοση του πιο πάνω παρεμπίπτοντος Διατάγματος στην απουσία της άλλης πλευράς ενέκρινε την Αίτηση. Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Ενάγοντα/Αιτητή, η οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος, ενώ από πλευράς Καθ΄ ων η Αίτηση η ακύρωση του. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στο Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στη Δ.39, θ.2 και Δ.48, θθ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα/Αιτητή στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω τα ακόλουθα: ▬ Ο Αιτητής είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/XXXXX, Σχέδιο 2-254-357, Τμήμα 3, Τεμάχιο XXXXX, είδος ακινήτου χωράφι, Τοποθεσία Κόκκινες, έκταση 0-57-996 τ.μ., μερίδιο ¾ Κοινότητα Περβόλια, Επαρχία Λάρνακα. ▬ Το εν λόγω ακίνητο ήτο ιδιοκτησία της αποβιώσασας συζύγου του Αιτητή η οποία απεβίωσε στις 30/6/
  4. Το ακίνητο ενεγράφη επ΄ονόματι του Αιτητή στις 16/11/12 δυνάμει δήλωσης διαχειριστού υπ΄αριθμόν Α/861/
  5. ▬ Πρόθεση και επιθυμία του Αιτητή ήταν όπως ολόκληρο το ακίνητο εγγραφεί επ΄ονόματι των τεσσάρων τέκνων του ανά ¼ μερίδιο εις έκαστον. Τα ονόματα των παιδιών του έχουν ως ακολούθως: i. XXXXX Άνταμς ii. XXXXX Παπαδάμου iii. XXXXX Ιγνατίου iv. XXXXX Παπαδάμου ▬ Επειδή θεώρησε ορθότερο όπως το ακίνητο διαχωριστεί, εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας και μετά να προχωρήσει στην εγγραφή σε κάθε παιδί ξεχωριστού τεμαχίου, κατόπιν της σύμφωνης γνώμης όλων των παιδιών του. το ακίνητο ενεγράφη επ΄ονόματι του Αιτητή. ▬ Ως εκ τούτου στις 2/12/15 προχώρησε στην κατάθεση στο γραφείο Επαρχιακού Λειτουργού Αναδασμού στη Λάρνακα αίτησης για άδεια διαίρεσης τεμαχίου γης σε περιοχή αναδασμού. Επιπλέον έδωσε οδηγίες σε τεχνικό να ετοιμάσει για λογαριασμό του Αιτητή πρόχειρου σχεδίου διαχωρισμού. ▬ Για να μπορέσει ο Αιτητής να ολοκληρώσει την επιθυμία του για μεταβίβαση του ακινήτου στα 4 παιδιά του σε επίσκεψη του στην Κύπρο έδωσε οδηγίες στη Δικηγόρο του να ετοιμάσει ειδικά πληρεξούσια με τα οποία τα παιδιά του θα την εξουσιοδοτούσαν να προχωρήσει και να δεχθεί προς όφελος τους μεταβίβαση του ακινήτου ανά ¼ μερίδιο εις έκαστον εξ αυτών. ▬ Περί τον Νοέμβριο του 2017 ο γιος του Αιτητή XXXXX Άνταμς ζήτησε από τον Αιτητή όπως το μερίδιο του το μεταβιβάσε στον γιο του XXXXX Άνταμς άμεσα γιατί ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ήταν άρρωστος. Επειδή ο Αιτητής δεν ήθελε να χαλάσει χατίρι στον γιο του ήρθαν μαζί στην Κύπρο για την μεταβίβαση του ¼ μεριδίου του ακινήτου στο όνομα του εγγονού του Αιτητή XXXXX Άνταμς. ▬ Την 1/12/17 μεταβίβασε ο Αιτητής επ΄ονόματι του εγγονού του υιό του υιού του XXXXX Άνταμς δυνάμει της Δ/2121/2017, το ¼ του επίδικου ακινήτου. ▬ Ουδέποτε ο Αιτητής έδωσε οδηγίες στο γιό του XXXXX Άνταμς να προχωρήσει σε μεταβίβαση οποιουδήποτε άλλου μεριδίου του ακινήτου στο γιο του ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. ▬ Περί το τέλος Μαρτίου 2018 ενώ ο Αιτητής ευρίσκετο στην Αγγλία έδωσε οδηγίες για να ζητηθεί αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Ενημερώθηκε στη συνέχεια από τον αντιπρόσωπο του ότι δεν υπήρχε επ΄ονόματι του οποιοδήποτε εγγεγραμμένο μερίδιο. Το ακίνητου ήταν εξ ολοκλήρου εγγεγραμμένο επ΄ονόματι του εγγονού του XXXXX Άνταμς. ▬ Μετά που ήρθε στη γνώση του η πιο πάνω πληροφορία ο Αιτητής διευθέτησε την κάθοδο του στην Κύπρο. Ενημερώθηκε στη συνέχεια ότι η σχετική μεταβίβαση είχε γίνει ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και ότι το ακίνητο μεταβιβάστηκε στις 21/2/18 δυνάμει της Δ.254/18 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. ▬ Μέσω των δικηγόρων του εξασφάλισε ο Αιτητής αντίγραφα της Δ.254/18 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου και διαπίστωσε ότι η μεταβίβαση διεκπεραιώθηκε από το γιο του XXXXX Άνταμς στο γιο του τελευταίου XXXXX Άνταμς δυνάμει Γενικού Πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 17/11/
  6. Το εν λόγω πληρεξούσιο ο Αιτητής το είχε παραχωρήσει στο γιο του το έτος 2006 όταν ο πρώτος θα υποβάλλετο σε εγχείριση καρδίας σε περίπτωση που θα χρειάζετο να προβούν τα παιδιά του σε οποιεσδήποτε ενέργειες για λογαριασμό του πριν την πλήρη ανάρρωση του Αιτητή. Ήταν δε ξεκάθαρη η επιθυμία του Αιτητή ότι θα έδινε πλήρεις οδηγίες για κάθε πράξη που τυχόν γινόταν με βάση το εν λόγω πληρεξούσιο. ▬ Το πιο πάνω πληρεξούσιο ο Αιτητής το ανακάλεσε με επιστολή του ημερ. 19/6/15 την οποία υπέγραψε ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου στην Αγγλία. Πληροφόρησε δε προφορικά το γιο του XXXXX Άνταμς αναφορικά με την ανάκληση του πληρεξουσίου. ▬ Το ακίνητο το οποίο επιδιώκει ο Αιτητής να δεσμευθεί είναι το αντικείμενο της Αγωγής το οποίο ο γιος του XXXXX Άνταμς, χωρίς τις οδηγίες του Αιτητή, έχει μεταβιβάσει στο γιο του XXXXX Άνταμς δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο έχει ανακληθεί ως αναφέρεται ανωτέρω. ▬ Από πληροφορίες που έχει ο Αιτητής ο γιος και εγγονός του προσπαθούν να πωλήσουν το επίδικο ακίνητο σε εταιρεία ανάπτυξης γης. Σε περίπτωση δε που εκδοθεί απόφαση προς όφελος του Αιτητή αυτή θα είναι αδύνατον να ικανοποιηθεί εφόσον το αντικείμενο της Αγωγής θα έχει αποξενωθεί. Ένσταση και ένορκη δήλωση που την συνοδεύει Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/60, στα Άρθρα 4,5 7 και 9 του Κεφ.6, στο Άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στα Άρθρα 10, 20, 25 και 73 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, στη Δ.48, θθ. 1-9, Δ.39 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Κοινοδίκαιο και το Δίκαιο Επιείκειας, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης προβάλλονται, βασικά, οι ακόλουθοι: · Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. · Δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας και/ή κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς και δυσκολίας και/ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη διατήρησης σε ισχύ του εκδοθέντος Διατάγματος. · Δεν υφίστατο κατά το στάδιο έκδοσης του Διατάγματος ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος. · Υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και ο Αιτητής δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. · Η Αίτηση είναι κακόπιστη και επιδιώκεται αλλότριος σκοπός. · Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2/Καθ΄ων η Αίτηση έχουν πρόθεση να πωλήσουν την ακίνητη ιδιοκτησία. · Δεν υπάρχει στέρεη μαρτυρία για τη φύση και αξία της ακίνητης περιουσίας που έχει δεσμευτεί και εν πάση περιπτώσει η δεσμευμένη περιουσία είναι δυσανάλογα υπερβολική σε αξία από την κατ΄ισχυρισμό απαίτηση του Ενάγοντα/Αιτητή. · Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της ακύρωσης του Διατάγματος. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Αγαπίου, υπαλλήλου στο γραφείο της Δικηγόρου των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: ð Τα ειδικά πληρεξούσια που επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης δεν είναι έγκυρα αφού δεν φέρουν ημερομηνία κατά την οποία δόθηκε η πληρεξουσιότητα όσο και η ημερομηνία πιστοποίησης τους. Η δοθείσα πληρεξουσιότητα του Ενάγοντα/Αιτητή προς το Δικηγόρο του αποτελεί προϊόν δεύτερων σκέψεων και συγκάλυψης της πραγματικής του βούλησης. ð Ο Αιτητής/Ενάγοντας προέβη στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης κατόπιν προτροπής και πιέσεως της θυγατέρας του όταν περιήλθε σε γνώση της η μεταβίβαση του επίδικου ακίνητου στον Εναγόμενο 2/Καθ΄ου η Αίτηση. ð Ο Εναγόμενος 1/Καθ΄ου η Αίτηση ενώ από τις 17/11/2006 είχε στην κατοχή του το πληρεξούσιο έγγραφο που του παραχώρησε ο Αιτητής/Ενάγοντας η πρώτη φορά που το χρησιμοποίησε ήταν στις 21/2/18 κατόπιν επιθυμίας και/ή παρότρυνσης του Αιτητή/Ενάγοντα να μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο στο όνομα του Εναγόμενου 2/Καθ΄ου η Αίτηση ο οποίος είναι εγγονός του. ð Μετά από έρευνα που διεξήχθη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου το πληρεξούσιο έγγραφο που ο Αιτητής/Ενάγοντας έδωσε στον Εναγόμενο 1/Καθ΄ου η Αίτηση ουδέποτε ανακλήθηκε αφού η αναφερόμενη επιστολή ημερ. 19/6/2015 δεν κατατέθηκε. ð Οι ισχυρισμοί ως προς την υποτιθέμενη πώληση του επίδικου ακινήτου σε εταιρεία ανάπτυξης είναι αναληθείς και ανακριβείς. ð Ο Αιτητής/Ενάγοντας προσπαθεί να αποδυναμώσει τα συμφέροντα των Εναγομένων 1 και 2/Καθ΄ων η Αίτηση οι οποίοι μερίμνησαν με βάση τη θέληση και βούληση του από την οποία εκ των υστέρων αποφάσισε να παρεκκλίνει μετά από πιέσεις και απειλές που δέχτηκε από τη θυγατέρα του. ð Η έκδοση του Διατάγματος θα προκαλέσει στους Εναγόμενους 1και 2/ Καθ΄ων η Αίτηση αδικία και στέρηση του ιδιοκτησιακού τους δικαιώματος ενώ αντίθετα η μη έκδοση του δεν θα προκαλέσει ζημιά στον Αιτητή/Ενάγοντα η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32

(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στα Άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Το Άρθρο 4 εφαρμόζεται όταν σκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής[6]. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής τότε το Άρθρο 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60[7]. Ο κύριος σκοπός για τον οποίο εκδίδεται διάταγμα το οποίο αφορά περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής δεν είναι άλλος παρά η προσωρινή παρεμπόδιση αποξένωσης και η γενικότερη προστασία της περιουσίας αυτής μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης σε κάποιο θέμα που επηρεάζει την περιουσία αυτή. Θα πρέπει όμως το πρόσωπο το οποίο επιζητεί την έκδοση τέτοιου διατάγματος με την αγωγή του να διεκδικεί την περιουσία αυτή και να εγείρει δικαιώματα σ΄ αυτήν. Το θέμα της έκδοσης ή όχι του αιτούμενου διατάγματος εντάσσεται στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που θα ενεργήσει ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης[8]. Όπως έχει αναφερθεί από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Νικολάου στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 το γεγονός ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του Άρθρου 4 δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Το στοιχείο του κατεπείγοντος Πριν όμως το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  1. Όπως έχει νομολογηθεί[9] κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προέκυψε από τα όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, περί το τέλος Μαρτίου 2018 και ενώ ευρισκόταν στην Αγγλία, όπου είναι η μόνιμη διαμονή του, πληροφορήθηκε από τον αντιπρόσωπο του στην Κύπρο στον οποίο είχε δώσει οδηγίες να εκδώσει αντίγραφο του τίτλου από το Επ. Κτηματολόγιο Λάρνακας ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν εγγεγραμμένο επ΄ονόματι του αλλά επ΄ονόματι του εγγονού του Εναγόμενου
  2. Ευθύς ως πληροφορήθηκε αυτό το γεγονός ο Ενάγων διευθέτησε άμεσα την κάθοδο του στην Κύπρο. Στη συνέχεια και, αφού εξασφάλισε μέσω των δικηγόρων του αντίγραφα της Δήλωσης Μεταβίβασης του Επ. Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου Δ.254/18 όπου διαπίστωσε ότι η μεταβίβαση είχε διεκπεραιωθεί από τον γιο του Εναγόμενο 1 δυνάμει Γενικού Πληρεξουσίου εγγράφου, ακολούθησε στις 27/4/2018 η καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και ταυτόχρονα η Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα. Όπως προκύπτει η υπό κρίση Αίτηση κατεχωρήθη εντός ενός μηνός μετά την πιο πάνω πληροφόρηση που έτυχε ο Ενάγων, όπως αναφέρεται ανωτέρω, στη διάρκεια του οποίου διευθέτησε την μετάβαση του από την Αγγλία στην Κύπρο και την εξασφάλιση των πιο πάνω αναγκαίων στοιχείων που αφορούσαν στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου που είχε λάβει χώρα και, άρα, χωρίς να μεσολαβήσει οποιαδήποτε καθυστέρηση. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, θεωρώ ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος έχει καταδειχθεί. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Ανάμεσα στους λόγους που προβάλλουν οι Εναγόμενοι για σκοπούς ακύρωσης του εκδοθέντος Διατάγματος είναι και αυτοί που αναφέρονται στην μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού Διατάγματος να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι κατά το στάδιο της έκδοσης του δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων η οποία ενδεχομένως να επηρέασε το Δικαστήριο. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597[10]: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ..... .................. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος........... Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής". Στους λόγους Ένστασης προβάλλεται από του Καθ΄ων η Αίτηση γενικά και αόριστα ότι υπήρξε από τον Αιτητή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή εγγράφων κατά το μονομερές στάδιο εξέτασης της Αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα. Στην ένορκη δήλωση στην παράγραφο 4 προβάλλεται εκ νέου η πιο πάνω θέση χωρίς, πάλι, οποιαδήποτε εξειδίκευση ή συγκεκριμενοποίηση. Η μόνη αναφορά που υπάρχει είναι στην παράγραφο 9 όπου, αφού προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής δεν αποκάλυψε όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο έκδοσης μονομερώς του προσωρινού Διατάγματος, αναφέρεται ότι από έρευνα που διεξήχθη στο Επ. Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου διεπιστώθη ότι ουδέποτε ανακλήθηκε το Πληρεξούσιο έγγραφο που ο Ενάγων είχε δώσει στον Εναγόμενο 1 εφόσον η αναφερόμενη από τον Ενάγοντα επιστολή (ανάκλησης) ημερ. 19/6/15 δεν κατατέθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση η ουσία του ζητήματος είναι ο ισχυρισμός από πλευράς του Αιτητή ότι αφενός υπέγραψε ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου επιστολή ανάκλησης του πληρεξουσίου ημερ. 19/6/15, η οποία στάληκε στο Επ. Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, και ότι αφετέρου ενημέρωσε προφορικά τον Εναγόμενο 1 αναφορικά με την ανάκληση. Το αν δεν υπάρχει κατατεθειμένη στο αρμόδιο Κτηματολόγιο η επιστολή ανάκλησης δεν αναιρεί αφ΄εαυτού τα πιο πάνω και ούτε ένα τέτοιο γεγονός συνιστά ζήτημα μη αποκάλυψης. Έπειτα όλοι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση της Ένστασης οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τον ισχυρισμό ότι Εναγόμενος 1/Καθ΄ου η Αίτηση στις 21/2/18, κατόπιν επιθυμίας και/ή παρότρυνσης του Αιτητή/Ενάγοντα και χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο έγγραφο που του είχε παραχωρήσει ο Αιτητής, μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στον γιό του και εγγονό του Αιτητή. Πρόκειται, συναφώς, για μια αντικρουόμενη προς εκείνη του Αιτητή εκδοχή. Κατ' ακολουθίαν λοιπόν όλων των πιο πάνω και ενόψει του ότι στην παρούσα υπόθεση υφίστανται από τις δύο αντίδικες πλευρές αντικρουόμενες εκδοχές ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καταλήγω ότι δεν εγείρεται στην υπό εξέταση Αίτηση θέμα απόκρυψης και/ή μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή ότι ο Ενάγοντας/Αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια κατά το στάδιο που εξαιτείτο την έκδοση του υπό εξέταση προσωρινού διατάγματος μονομερώς. Eφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Υπόθεσης Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/60. Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα με βάση το περιεχόμενο του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος που καταχωρήθηκε και με βάση τις θεραπείες που επιζητούνται στην παρούσα υπόθεση εγείρεται θέμα παράνομης μεταβίβασης ακινήτου ιδιοκτησίας του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο 2 λόγω δόλου και/ή απάτης και/ή συνομωσίας. Σε αυτή τη βάση διαπιστώνεται ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23.3.17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Στην υπό εξέταση υπόθεση η εκδοχή του Ενάγοντα είναι ότι επιθυμία και πρόθεση του ήταν να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στα 4 παιδιά του ανά ¼ μερίδιο έκαστος. Η μεταβίβαση του ¼ μεριδίου που έγινε στον εγγονό του, Εναγόμενο 2, την 1η/12/17 ήταν κατόπιν που του το είχε ζητήσει ο γιος του, Εναγόμενος
  1. Περί το τέλος Μαρτίου 2018 και ενώ ευρισκόταν στην Αγγλία, όπου είναι η μόνιμη διαμονή του, πληροφορήθηκε από τον αντιπρόσωπο του στην Κύπρο στον οποίο είχε δώσει οδηγίες να εκδώσει αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας αναφορικά με το επίδικο ακίνητο του από το Επ. Κτηματολόγιο Λάρνακας, ότι δεν υπήρχε επ΄ονόματι του οποιοδήποτε εγγεγραμμένο μερίδιο και ότι όλο το ακίνητο ήτο εγγεγραμμένο επ΄ονόματι του Εναγόμενου
  2. Διαπίστωσε δε στη συνέχεια ότι η σχετική μεταβίβαση είχε γίνει ενώπιον του Επ. Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου στις 21/2/18 δυνάμει της Δήλωσης Μεταβίβασης Δ.254/18 από τον Εναγόμενο 1 στο γιο του Εναγόμενο 2 δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο ο Ενάγων είχε παραχωρήσει στον Εναγόμενο 1 το οποίο και ανακάλεσε με επιστολή του ημερ. 17/11/2006 έχοντας παράλληλα, προφορικά, ενημερώσει τον Εναγόμενο 1 σχετικά με την ανάκληση. Βεβαίως η πλευρά των Εναγομένων απορρίπτει πλήρως την πιο πάνω εκδοχή ισχυριζόμενη ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η εκδοχή τους είναι ότι κατόπιν επιθυμίας και/ή παρότρυνσης του Αιτητή/Ενάγοντα και χρησιμοποιώντας ο Εναγόμενος 1 το πληρεξούσιο έγγραφο που ο Αιτητής του είχε παραχωρήσει, μεταβίβασε στις 21/2/18 το επίδικο ακίνητο στον γιό του και εγγονό του Αιτητή, Εναγόμενο
  3. Και ότι ο Αιτητής/Ενάγων μετά από πιέσεις και απειλές που δέχτηκε από την θυγατέρα του αποφάσισε εκ των υστέρων να παρεκκλίνει από την αρχική θέληση και βούληση του συμφώνως της οποίας ενήργησαν οι Εναγόμενοι. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση Αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Tο ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής πεποίθησης είτε για την υπόθεση του Ενάγοντα, είτε για τη βασιμότητα της Υπεράσπισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: με τα όσα ο Ενάγων έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά πάντως με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων»; Επισημαίνεται ειδικότερα ότι το παρόν στάδιο δεν προσφέρεται για να αποφασιστεί κάτω από ποίες περιστάσεις έχει λάβει χώρα η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου από τον Εναγόμενο 1 στον Εναγόμενο
  4. Οι ισχυρισμοί των Εναγόμενων, ως έχουν παρατεθεί εν συνόψει ανωτέρω, δεν εξασθενίζουν, κατά την εκτίμηση μου, την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα σε βαθμό μάλιστα που να οδηγούν στη διαπίστωση μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας και, ως εκ τούτου, πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου
  5. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Θα εξετάσουμε στην συνέχεια και το κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να υπενθυμίσω ότι οι βασικές θεραπείες που ο Ενάγοων επιδιώκει να εξασφαλίσει με την αγωγή του είναι: ■ Διάταγμα διατάττον την ακύρωση της εγγραφής και μεταβίβασης του κάτωθι ακινήτου από το όνομα του Εναγομένου 2 και επανεγγραφής του στον Ενάγοντα ■ Διάταγμα και/ή Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η μεταβίβαση η οποία αναφέρεται στην παράγραφο ανωτέρω, από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο 2, είναι άκυρη και στερείται οιουδήποτε νομίμου αποτελέσματος ■ Διάταγμα και/ή δήλωση ότι η πιο πάνω αναφερόμενη ακίνητη περιουσία παραμένει ιδιοκτησία του Ενάγοντος. ■ Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η επανεγγραφή της πιο πάνω αναφερόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα του Ενάγοντος. Πέραν από τις πιο πάνω θεραπείες που κρίνονται, όπως ανέφερα, οι βασικές θεραπείες που ο Ενάγων επιζητεί με την αγωγή του διεκδικούνται και Τιμωρητικές Αποζημιώσεις και/ή Γενικές αποζημιώσεις για απώλειες και ζημιές που ο Ενάγων υπέστη λόγω δόλου και/ή πλαστογραφίας και/ή απάτης και/ή συνομωσίας και/ή λόγω παράνομης μεταβίβασης της ανωτέρω αναφερόμενης περιουσίας του Ενάγοντος χωρίς την εξουσιοδότηση και/ή εντολή και/ή πληρεξουσιότητα του. Επανερχόμενη λοιπόν στην τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 θα πρέπει να σημειώσουμε ότι εν προκειμένω δεν ευρισκόμεθα ενώπιον της περίπτωσης όπου επιδιώκεται η εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας γενικά αλλά με την διασφάλιση του ιδίου του αντικειμένου της Αγωγής στη βάση του Άρθρου 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Επισημαίνω δε ότι η ουσία του πράγματος δεν διαφοροποιείται από το γεγονός ότι στην Αγωγή υπάρχει και διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις. Είναι φανερόν, επομένως, ότι μόνο με τη διατήρηση του αντικειμένου της παρούσας Αγωγής, ήτοι του επίδικου ακινήτου, θα μπορούσαν να υπάρχουν δυνατότητες για μελλοντική συζήτηση του αντικειμένου αυτού κάτι το οποίο επιδιώκεται να γίνει, όπως είναι προφανές, με την υπό κρίση Αίτηση. Σχετική με το υπό εξέταση θέμα είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ευγένιος Κίτσιου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ουρανίας Κίτσιου ν. Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 228 όπου η βασική αξίωση του Εφεσείοντα αφορούσε την επ΄ ονόματι του εγγραφή ακινήτων ως διαχειριστή περιουσίας αποβιώσασας που ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα της Εφεσίβλητης στη βάση εχθρικής κατοχής. Στην υπόθεση εκείνη με μονομερή του αίτηση ζήτησε και εξασφάλισε παρεμπίπτον διάταγμα που να απαγορεύει την αποξένωση των ακινήτων που αποτελούσαν το αντικείμενο των διεκδικήσεων του. Στην εκδίκαση της υπόθεσης για προσωρινό διάταγμα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Εφεσείων είχε αποτύχει να θεμελιώσει την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχτηκε την έφεση παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και διατηρώντας σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί. Αιτιολογώντας την κατάληξη του αυτή ανέφερε τα εξής τα οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω: «Εν πάση περιπτώσει είναι προφανές πως διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως εν προκειμένω η αίτηση για το παρεμπίπτον διάταγμα δεν αποσκοπούσε ακριβώς στην εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας γενικώς, αλλά στη διασφάλιση του ίδιου του αντικειμένου της αγωγής, ενόψει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  2. Το γεγονός ότι υπήρχε και διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις δεν μπορεί να απομακρύνει από την ουσία του πράγματος. Ο ενάγων επιδίωκε να διατηρηθεί το αντικείμενο με βάση αγωγής η οποία διατηρουμένης της δυνατότητας για μελλοντική συζήτησή της, για τις ανάγκες του θέματος, φαινόταν καλή και, κάτω από τις περιστάσεις, το παρεμπίπτον διάταγμα θα έπρεπε να είχε διατηρηθεί.» Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης είναι η θέση μου ότι η τυχόν αποξένωση του επίδικου Ακίνητου αντικείμενο του εκδοθέντος Διατάγματος θα καταστήσει άνευ αντικειμένου τις βασικές θεραπείες που ο Ενάγων αιτείται στην παρούσα αγωγή. Με άλλα λόγια σε περίπτωση που αλλάξει το υφιστάμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς σε σχέση με το επίδικο Ακίνητο ο Ενάγων δεν θα μπορεί πλέον να προωθήσει τις βασικές του θεραπείες που καταγράφονται στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα υπό στοιχεία (Α), (Β), (Γ) και (Δ) εφόσον το αντικείμενο της βάσης αγωγής θα εκλείψει και, ως απόρροια αυτού, δεν θα διατηρηθεί η δυνατότητα στο μέλλων για συζήτηση αυτών των αξιώσεων. Η ύπαρξη στην Αγωγή διαζευκτικών αξιώσεων για αποζημιώσεις [υπό στοιχείο (Ε) στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα] προφανώς και δεν μεταβάλλει την ουσία του πράγματος. Να επισημάνουμε στο σημείο αυτό ότι, με βάση τη νομολογία, δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για την πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Πρόκειται για την πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση της απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα.[11] Ισοζύγιο της ευχέρειας Το θέμα που απομένει για απόφαση από το Δικαστήριο είναι αν πρέπει το διάταγμα να διατηρηθεί σαν θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας κατά πόσο, δηλαδή, είναι δίκαιο ή κατάλληλο υπό τις περιστάσεις. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη.[12] Η ανάγκη προστασίας του Ενάγοντα πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη των Εναγομένων. Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας[13]. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολιτική Έφεση 292/2010, ημερ. 20/1/14: «.......είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670). Οι Εναγόμενοι, παρά το γεγονός ότι προβάλλουν ότι θα υποστούν «κατάφορη αδικία και στέρηση του ιδιοκτησιακού τους δικαιώματος» σε περίπτωση έκδοσης του Διατάγματος ενώ, αντίθετα, «η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα/Αιτητή η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα», ουδεμία εξήγηση προσφέρουν προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πως η οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος θα επηρεάσει δυσμενώς την πλευρά των Εναγομένων αφ΄ης στιγμής με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση, αν και οφείλω να πω όχι με την με την απαραίτητη καθαρότητα και σαφήνεια, φαίνεται ότι αρνούνται το ενδεχόμενο πώλησης του επίδικου Ακινήτου σε εταιρεία ανάπτυξης γης. Στην προκειμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας θεωρώ ότι κλείνει υπέρ του Ενάγοντα/Αιτητή, ότι, δηλαδή, είναι δίκαιο και πρόσφορο να εγκριθεί η Αίτηση και να οριστικοποιηθεί το παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε. Αν ο Ενάγων πετύχει στην αγωγή του εναντίον των Εναγομένων υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων του. Από την άλλη δεν φαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε ζημιά ή δυσμενής επηρεασμός σε βάρος των Εναγομένων με την οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξή μου ότι ο Ενάγων πέτυχε να στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις του Άρθρου 4 του Κεφ.6 σε συσχετισμό με εκείνες του Άρθρου 32 του Ν.14/60 με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η οριστικοποίηση του Διατάγματος της παραγράφου (Α) της υπό κρίση Αίτησης. Ως αποτέλεσμα το παρεμπίπτον Διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει της παραγράφου (Α) της υπό κρίση Αίτησης οριστικοποιείται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, ο Ενάγων/Αιτητής δικαιούται στα έξοδα του. Οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση να καταβάλουν στο τέλος της κυρίως υπόθεσης τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] * M Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φ ορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseosv. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δη ς ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσ ολά κη ν. Στυλι ανί δη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Ά κη ς (Μετ α φο ρές Δε μά των) Εξ π ρές Λτ δ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Companies Maritime v. Sponsolia Shipping
(1987)1 C.L.R. 11 και την Αίτηση Stavros Hotels Appartments
(1994)1 A.A.Δ. 389. [7] Δέστε Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122 και London and Overseas Co v. Tempest Bay Shipping
(1978)1 C.L.R. 367 [8] Δέστε Frixos Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578). [9] Δέστε Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ 203,
  1. [10] Δέστε, επίσης, και την σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ. ά v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014 ημερ. 27/2/
  2. [11] Δέστε C. Phasarias (Aut. Center) Ltd. ν. Σκυροποιείο «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [12] Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle." [13] Δέστε Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, NWL Ltd v. Woods [1989] 3 All E.R. 614, 625 (Η.L.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.