Χατζιηρακλέους κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 1213/12, 30/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ- ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1213/12 Μεταξύ:
- XXXXX Χατζιηρακλέους
- XXXXX Οικονομίδου
- XXXXX Χατζιηρακλέους
- XXXXX Χατζιηρακλέους Εναγουσών και
- Κυπριακής Δημοκρατίας
- XXXXX Κατσώνη Εναγομένων ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 19/1/2017
- XXXXX Χατζιηρακλέους
- XXXXX Οικονομίδου
- XXXXX Χατζιηρακλέους
- XXXXX Χατζιηρακλέους Εναγουσών και
- Κυπριακής Δημοκρατίας
- XXXXX Κατσώνη
- XXXXX Μότη
- XXXXX Μότη
- XXXXX Μότη
- XXXXX Μότη Εναγομένων -------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2018 Εκδίκαση Προδικαστικών Σημείων Εμφανίσεις: Για Ενάγουσες: Α. Λύτρας για Μιχαλάκης Κυπριανού και ΣΙΑ ΔΕΠΕ. (Για να ακούσει απόφαση η Ε. Πάτσαλου). Για Εναγόμενους 1 και 2: Δ. Παπαμιλτιάδου, Δικηγόρος Δημοκρατίας Α.(Για να ακούσει απόφαση η κα Ε. Παπαστεφάνου). Για Εναγόμενους 3-6: Δ. Καΐλης για Προύντζος & Προύντζος. (Για να ακούσει απόφαση Α. Δανιήλ). ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή-Εγειρόμενα νομικά σημεία Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι 3-6 αιτήθηκαν την προδικαστική εκδίκαση των νομικών σημείων που εγείρονται στις παραγράφους 3, 4, 5 και 6 της Υπεράσπισης τους. Κατόπιν της σύμφωνης γνώμης των Εναγουσών καθώς και των Εναγομένων 1 και 2 το Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα για προδικαστική εξέταση τους. Όπως προκύπτει από το κείμενο της Αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει τα νομικά ζητήματα που εγείρονται είναι τα ακόλουθα: ▬ Ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγουσών έχει παραγραφεί [(παράγραφος 1 της Αίτησης «η παρούσα αγωγή δεν δεικνύει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και/ή οι Ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν και/ή προωθούν την παρούσα αγωγή εναντίον τους και/ή η παρούσα αγωγή είναι αβάσιμη και/ή ενοχλητική και/ή καταπιεστική και/ή το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγουσών εναντίον των Εναγομένων 3, 4, 5 και 6 έχει παραγραφεί λόγω παρέλευσης 3 ετών από την ημερομηνία που συνέβη η επίδικη πράξη και/ή δημιουργήθηκε η βάση της αγωγής και/ή το κατ' ισχυρισμόν αδίκημα μέχρι και την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής») και παράγραφοι 3 μέχρι 8 της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει)]. ▬ Ότι η διαδικασία της παρούσας αγωγής δεν αποτελεί το ορθό ένδικο μέσο και ότι οι ενάγουσες όφειλαν να ακολουθούσαν τη διαδικασία που προβλέπεται από το Άρθρο 8 του περί Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμος του 1984 [(παράγραφος 2 της Αίτησης «οι Ενάγουσες κωλύονται και/ή δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν και/ή να προωθούν την παρούσα αγωγή και/ή το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου δεν δύναται να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και/ή στερείται αρμοδιότητας, ένεκα του ότι η παρούσα αγωγή δεν είναι το ενδεδειγμένο και/ή ορθό ένδικο μέτρο και/ή οι Ενάγουσες δεν προέβησαν στα απαιτούμενα μέτρα και/ή ενέργειες και/ή δεν ενήργησαν εντός των χρονικών πλαισίων δυνάμει του περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρηνείας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1984 (44/1984) και/ή...» και παράγραφοι 9 και 10 της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει)]. ▬ Ότι η διαδικασία της παρούσας αγωγής δεν αποτελεί το ορθό ένδικο μέσο και ότι οι ενάγουσες όφειλαν να ακολουθούσαν τη διαδικασία που προβλέπεται από το Άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 (παράγραφος 2 της Αίτησης «οι Ενάγουσες κωλύονται και/ή δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν και/ή να προωθούν την παρούσα αγωγή και/ή το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου δεν δύναται να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και/ή στερείται αρμοδιότητας, ένεκα του ότι η παρούσα αγωγή δεν είναι το ενδεδειγμένο και/ή ορθό ένδικο μέτρο ...και/ή δεν ακολούθησαν τα ορθά και/ή απαιτούμενα δικονομικά μέτρα δυνάμει του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (ΚΕΦ.224) και/ή γενικά της ισχύουσας νομοθεσίας» και παράγραφος 11 της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει). Μη αμφισβητούμενα Γεγονότα Τα πιο κάτω γεγονότα, όπως προκύπτει τόσο από τα δικόγραφα όσο και τις θέσεις των συνηγόρων, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Τα παραθέτω. ð Οι Ενάγουσες είναι θυγατέρες και κληρονόμοι του αποβιώσαντος XXXXX Χατζηρακλέους. ð Οι Εναγόμενοι 3-6 είναι παιδιά του XXXXX Μότη. ð Μετά το θάνατο του Χατζηρακλέους, με τον Κληρονομικό Φάκελο Α10/2000 το τεμάχιο 1XXXXX5 Φ/Σχ.33/03, τμήμα 3 της ενορίας Σαλαμίς Αμμοχώστου γράφτηκε κατόπιν διανομής μεταξύ των κληρονόμων του Χατζιηρακλέους στις Ενάγουσες 1 και 3 ανά 1/2 μερίδιο η καθεμιά. Ακολούθως, με τη Σύμβαση Δήλωσης Δωρεάς (ΔΣΔ) Αρ. 1175/2011 οι Ενάγουσες 1 και 3 μεταβίβασαν το 1/2 μερίδιο στις Ενάγουσες 2 και
- Οπόταν το τεμάχιο 1595, πριν λάβουν χώρα τα γεγονότα που είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, ήταν καταχωρημένο στο όνομα των Εναγουσών ανά 1/2 μερίδιο η καθεμιά. ð Επίσης, το τεμάχιο 1XXXXX5 δηλώθηκε χωρίς προπολεμικό τίτλο ιδιοκτησίας για το όλο μερίδιο και στον Μότη και ακολούθως με τον κληρονομικό φάκελο Α114/2004 εγγράφηκε στα παιδιά και κληρονόμους του Μότη δηλαδή στους Εναγόμενους 3-6 ανά 1/4 μερίδιο ο καθένας. ð Ως εκ των πιο πάνω το τεμάχιο 1XXXXX5 πριν λάβουν χώρα τα γεγονότα που είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής ήταν διαφιλονικούμενο μεταξύ των Εναγουσών και των Εναγομένων 3-
- ð Όσον αφορά το τεμάχιο 1597 αυτό με τον κληρονομικό φάκελο Α10/2000 εγγράφηκε κατόπιν διανομής μεταξύ των κληρονόμων του Χατζιηρακλέους στην ενάγουσα 4 το όλο μερίδιο. Στη συνέχεια με τη Σύμβαση Δήλωσης Δωρεάς (ΔΣΔ) Αρ. 1180/2001 η Ενάγουσα 4 δώρισε τα 3/4 μερίδια στις Ενάγουσες 1 μέχρι
- ð Κατά ή περί τις 29/11/2011, ο XXXXX Μότη προσκόμισε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γ ραφείο Αμμοχώστου, έγγραφα με τα οποία διεκδικούσε ότι τα κτήματα με αριθμό τεμαχίου 1XXXXX5 και 1XXXXX7, του Φ/Σχ.33/03, τμήμα 3, της ενορίας Σαλαμίς Αμμοχώστου ανήκαν στον πατέρα του XXXXX Μότη και ζητούσε να εγγραφούν στο όνομα του πατέρα του. Ως εκ τούτου, ανοίχθηκε φάκελος ένστασης με αριθμό 236, στην Ενορία Σαλαμίς Αμμοχώστου για να διερευνηθεί το αίτημα του XXXXX Μότη. ð Στις 27/12/2011 στάληκε ειδοποίηση με συστημένο ταχυδρομείο στο XXXXX Μότη και στην XXXXX X" Ηρακλέους για να παρευρεθούν στις 9/1/2012 και ώρα 10:00 π.μ. στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου στη Λάρνακα όπου θα εξετάζετο η προαναφερόμενη Ένσταση αρ. 236, της ενορίας Σαλαμίς Αμμοχώστου, που αφορούσε τα κτήματα με αριθμό τεμαχίου 1XXXXX5 και 1XXXXX7, του Φ/Σχ.33/03, τμήμα 3, της ενορίας Σαλαμίς Αμμοχώστου. Στην ειδοποίηση προς την Ενάγουσα 1, XXXXX X" Ηρακλέους, ανεγράφετο σημείωση για να ειδοποιήσει και τις συνιδιοκτήτριες της, Ενάγουσες 3, 4 και 2, XXXXX X" Ηρακλέους, XXXXX X" Ηρακλέους και XXXXX Οικονομίδου. ð Στις 9/1/2012 που ήταν ορισμένη η εξέταση της Ένστασης αρ. 236, παρουσιάστηκε ο XXXXX Μότη ενώ η XXXXX X" Ηρακλέους και οι αδελφές της δεν παρουσιάστηκαν. Κατά την εξέταση της ένστασης ακούστηκαν οι θέσεις του XXXXX Μότη, αλλά επειδή δεν παρουσιάστηκε κανένας από την οικογένεια X"Ηρακλέους για να δώσει τις θέσεις του και να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία δεν αποφασίστηκε οτιδήποτε και ορίστηκε για δεύτερη φορά η εξέταση της Ένστασης αρ.236 ð Κατά ή περί τις 13/1/2012, στάληκε με συστημένο ταχυδρομείο στις Ενάγουσες 1- 4 και XXXXX Μότη Εναγόμενος 3, ειδοποίηση ότι καθορίστηκε η 3/2/2012 και ώρα 10:00 π.μ. στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου στη Λάρνακα η εξέταση της ένστασης αρ.
- ð Κατά ή περί τις 26/1/2012 και μετά που λήφθηκε η επιστολή του δικηγόρου, ενημερώθηκε και ο δικηγόρος των Εναγουσών 1-4, ότι είχε ήδη οριστεί νέα ημερομηνία εξέτασης της ένστασης η 3/2/2012 και ότι ενημερώθηκαν τα ενδιαφερόμενο μέρη. ð Στις 3/2/2012, παρουσιάστηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου για εξέταση της ένστασης ο XXXXX Μότη και η XXXXX X" Ηρακλέους μαζί με το δικηγόρο της, Μενέλαο Κυπριανού. ð Μέσω ειδοποίησης/επιστολής του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Αμμοχώστου ημερ. 13/2/12 απευθυνόμενης προς τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα αναφέρετο η πρόθεση του να διαγράψει τους κληρονόμους του XXXXX ΧατζιΗρακλέους από τα επίδικα κτήματα και να τα εγγράψει επ΄ονόματι των Εναγομένων 3-6 και του αποβιώσαντα πατέρα τους. Στην εν λόγω επιστολή γινόταν ενημέρωση για το δικαίωμα καταχώρησης ένστασης εντός 60 ημερών βάσει του Άρθρου 8 του Νόμου περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρηνείας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1984 (44/1984). ð Στις 6/12/12 κατεχωρήθη η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή με την οποία ζητούνται οι εξής θεραπείες: i. Καθόσον αφορά την Εναγόμενη 1 Δήλωση ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκουν στις Ενάγουσες και/ή ότι οι Ενάγουσες είναι οι ιδιοκτήτριες αυτών και/ή δικαιούχες και/ή ότι έχουν δικαίωμα να καταχωρηθούν ως ιδιοκτήτριες αυτών. ii. Καθόσον αφορά την Εναγόμενη 1 αποζημιώσεις για ποσό €4,484,178 για παράβαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος και/ή του Νόμου περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρηνείας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1984 (44/1984). iii. Καθόσον αφορά τον Εναγόμενο 2 αποζημιώσεις για ποσό €4,484,178 για αμέλεια και/ή δόλο και/ή απάτη. iv. Καθόσον αφορά τους Εναγόμενους 3-6 αποζημιώσεις για ποσό €4,484,178 για δόλο και/ή απάτη και/ή συνομωσία και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό. ð Στις 13/12/16 κατεχωρήθη αίτηση για προσθήκη των Εναγομένων 3-6 και κατόπιν Διατάγματος τροποποίησης δια την τροποποίηση με την προσθήκη των Εναγομένων 3, 4, 5 και 6 ημερ. 19/1/17 καταχωρήθηκε στις 10/2/17 τροποποιημένο Κλητήριο ένταλμα. ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ I. Παραγραφή Αγώγιμου Δικαιώματος Αποτέλεσε εισήγηση του κ. Καΐλη εκ μέρους των Εναγομένων/Αιτητών ότι το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα των Εναγουσών εναντίον των Εναγόμενων 3, 4, 5 και 6, ήτοι το αστικό αδίκημα της απάτης με βάση το Άρθρο 36 του Κεφ.148, έχει παραγραφεί εφόσον έχουν παρέλθει 5 έτη από την επέλευση της επίδικης πράξης (13/2/12) και/ή της λήψης της ειδοποίησης αυτής (21/6/12) μέχρι την προσθήκη των Εναγομένων 3, 4, 5 και 6 ως διάδικους στην παρούσα αγωγή με το Διάταγμα Τροποποίησης δια της προσθήκης τους ημερ.19/1/17 . Με άλλα λόγια υποστήριξε ότι η προβλεπόμενη με βάση το Άρθρο 68(α) του Κεφ.148 3ετής προθεσμία έχει παρέλθει για καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ο συνήγορος των Εναγομένων/Αιτητών υποστήριξε περαιτέρω ότι με δεδομένο ότι η επίδικη πράξη επεσυνέβη στις 13/2/12 ή κατ΄ισχυρισμό των Εναγουσών στις 21/6/12, αυτή δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις εφαρμογής του Ν.66(Ι)/2012 αφού η πράξη συνέβη προτού τεθεί σε εφαρμογή ο εν λόγω Νόμος. Συνεπώς, πρόσθεσε, παρόλο που κατά την ημερομηνία καταχώρησης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος βρισκόταν σε ισχύ ο Ν.66(Ι)/2012η βάση της αγωγής επήλθε πριν την 1η Ιουλίου του 2012 που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος. Ο κ. Λύτρας εκ μέρους των Εναγουσών/Καθ΄ων η Αίτηση υποστήριξε ότι με δεδομένο ότι η παρούσα αγωγή αφορά συγκεκριμένα ακίνητα τα οποία βρίσκονται στα κατεχόμενα και το ποιος είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης αυτών τότε πρόκειται για αξίωση σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία η οποία βρίσκεται σε μη ελεγχόμενη από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχή. Ως εκ τούτου ήταν η θέση του ότι τυγχάνει εφαρμογής το Άρθρο 3(α) του Νόμου 66(Ι)/2012 το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «
- Ο χρόνος παραγραφής αναστέλλεται σε σχέση με: (α) οποιαδήποτε βάση αγωγής που συνδέεται με ακίνητη ιδιοκτησία, που βρίσκεται σε μη ελεγχόμενη από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχή, ..............................................................» Πρόσθεσε ότι σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι η ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής είναι η 4/7/12 τότε τυγχάνει εφαρμογής ο πιο πάνω Νόμος. Ενώ σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι η ημερομηνία συμπλήρωσης της βάσης αγωγής είναι η 13/2/12 τότε τυγχάνει εφαρμογής ο περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις ) Νόμος του 2002, Ν. 110(Ι)/2002 το Άρθρο 3
(1)του οποίου διαλαμβάνει ότι: «3.—
(1)Ο χρόνος παραγραφής οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος, το οποίο αφορά οποιαδήποτε αξίωση σε σχέση με ακίνητη ή κινητή ιδιοκτησία η οποία βρίσκεται ή βρισκόταν οποτεδήποτε πριν από την τουρκική εισβολή στις κατεχόμενες από τον τουρκικό στρατό περιοχές της Δημοκρατίας δε θα τερματιστεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρά μόνο με τη λήξη της περιόδου αναστολής.
(2)Ο χρόνος παραγραφής οποιουδήποτε άλλου ή του αναφερόμενου στο εδάφιο
(1)αγώγιμου δικαιώματος συνεχίζει παρά την κατάργηση των περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμων του 1964 και 1982, να είναι ανεσταλμένος κατά την περίοδο αναστολής, μόνο αν και εφόσον ο δικαιούχος αυτού αποδείξει προς ικανοποίηση του δικαστηρίου ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσει αποτελεσματικά το αγώγιμο δικαίωμά του: Προκειμένου να αποφασισθεί κατά πόσο αγώγιμο δικαίωμα Ενάγοντα έχει παραγραφεί το Δικαστήριο εξετάζει αν κατά το χρόνο που προωθείται το σχετικό δικονομικό διάβημα το δικαίωμα επί του οποίου αυτό εδράζεται έχει παραγραφεί με βάση το καθεστώς όπως ισχύει κατά το χρόνο προώθησης του εν λόγω διαβήματος και εν προκειμένω της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, ήτοι στις 6/12/12 και στις 19/1/17 που εκδόθηκε Διάταγμα για προσθήκη των Εναγομένων 3, 4, 5 και 6. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Δημητρίου v. Δημητρίου
(2012)1 Α.Α.Δ.834: «Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει, και επί τούτου συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, στις 2 Ιουνίου 2004, που κατατέθηκε από την εφεσίβλητη η εναρκτήρια αίτηση, ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, βρισκόταν σε ισχύ η πριν την τροποποίηση με το Νόμο 169(Ι)/2006, διατύπωση του Άρθρου 15 του Ν.232/91 που προνοούσε: ........................................... .........Η αξίωση κρίνεται παραγεγραμμένη, με βάση το Άρθ.15 του Ν.232/91, όπως ίσχυε την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης...». Όταν επιδιώκεται η προσθήκη εναγομένου το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του δεν ανατρέχει στο χρόνο που αρχικά καταχωρήθηκε η αγωγή αλλά το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του χρονικά άρχεται την ημέρα που καταχωρείται το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Liff v. Peasly and another
(1980)1 All E.R. 623, στην περίπτωση προσθήκης εναγόμενου δεν έχει εφαρμογή το λεγόμενο "relation back theory" αλλά, σε τέτοια περίπτωση, η αγωγή εναντίον του εναγόμενου άρχεται από την ημέρα καταχώρησης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. "It is an established rule of practice that the court will not allow a person to be added as defendant to an existing action if the claim sought to be made against him is already statute-barred and he desires to rely on that circumstance as a defence to the claim. Alternatively, if the court has allowed such addition to made ex parte in the first place, it will not, on objection then being taken by the person added, allow the addition to stand. I shall refer to that established rule of practice as "the rule of practice". There are two alternative bases on which the rule of practice can be justified. The first basis is that, if the addition were allowed, it would relate back so that the action would be deemed to have been begun as against the person added, not on the date of amendment, but on the date of the original writ; that the effect of such relation back would be to deprive the person added of an accrued defence to the claim on the ground that it was statute-barred; and that this would be unjust to that person. I shall refer to this first basis of the rule of practice as the `relation back` theory. The second and alternative basis for the rule is that, where a person is added as defendant in an existing action, the action is only deemed to have been begun as against him on the date of amendment of the writ; that the defence that the claim is statute-barred therefore remains available to him; and that, such defence affords a complete answer to the claim, it would serve no useful purpose to allow the addition to be made. I shall refer to this second and alternative basis of the rule of practice as the "no useful purpose theory." Η βασική νομοθεσία επί του ζητήματος της παραγραφής ήταν ο περί Παραγραφής Νόμος Κεφ.15 (Limitation of Actions Cap.15 1951) μέχρι την κατάργηση του με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν.66(Ι)/2012). Σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφ. 15, εκτός όπου καθορίζετο διαφορετικά, οι περίοδοι παραγραφής για διάφορα αγώγιμα δικαιώματα που προβλέπονταν σε άλλους νόμους, δεν επηρεάζονται. Σχετική είναι η πρόνοια του Άρθρου 10 (d) του Κεφ.
- Ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ το 1959 προνοούσε (στο Άρθρο 68(α) του Κεφ. 148) μέχρι και το 2006 ότι ουδεμία αγωγή εγείρεται για αστικό αδίκημα εκτός εάν αυτή εγερθεί εντός δύο ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. Αυτό. Η παράγραφος (α) του Άρθρου 68 τροποποιήθηκε με τον περί Αστικών Αδικημάτων (τροποποιητικό) (αρ. 2) Νόμο του 2006, Ν.171(Ι)/2006 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 29/12/2006 και η διετής περίοδος παραγραφής επεκτάθηκε σε τριετή[1]. Οι πρόνοιες του Κεφ. 15 εφαρμόστηκαν για μικρό χρόνο αφού μετά τα γεγονότα του 1963 ψηφίστηκε ο περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμος του 1964 Ν.57/64 με τον οποίο ουσιαστικά αναστάληκαν όλοι οι χρόνοι παραγραφής που προβλέπονταν σε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη και που ίσχυαν κατά την ημερομηνία που ο Ν.57/64 τέθηκε σε ισχύ, ήτοι από τις 30/10/
- Συνεπεία αυτού η ισχύς της περιόδου παραγραφής του Άρθρου 68(α) του Κεφ. 148 αναστάληκε τότε με τον Ν.57/
- Ο Ν.57/64 καταργήθηκε από τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο Ν.110(Ι)/2002 που τέθηκε σε ισχύ την 1.6.
- Κατά συνέπεια από 1/6/2005 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 110(Ι)/2002 τερματίστηκε κάθε αναστολή της περιόδου παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος εκτός αυτών που ο εν λόγω Νόμος ρητά περιέσωσε. Επισημαίνεται ότι οι προθεσμίες του Άρθρου 68(α) του Κεφ. 148 δεν περιλαμβάνονται σε εκείνες που ο Ν. 110(Ι)/2002 διατήρησε την αναστολή τους και, επομένως, ενεργοποιήθηκαν. Ακολούθησε μετέπειτα κατάργηση του Ν.110(Ι)/2002 με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 29 του περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, Ν.66(Ι)/
- Με τον τελευταίο Νόμο καταργήθηκαν τελικώς ο περί Παραγραφής Νόμος Κεφ. 15, ο Ν.110(Ι)/2002 και το Άρθρο 68 περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 αλλά το τελευταίο μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Ν.66(Ι)/
- Κατά συνέπεια η κατάργηση του Άρθρου 68 του Κεφ. 148 με τον πιο πάνω Νόμο αφορά και αναφέρεται μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβηκε μετά την 1/7/2012 ημερομηνία που ο Ν.66(Ι)/2012 τέθηκε σε ισχύ. Σχετικές με την κατάληξη αυτή είναι οι πρόνοιες, μεταξύ άλλων, του Άρθρου 29 και του Άρθρου 24(ε) του Ν.66(Ι)/
- Οι πιο πάνω πρόνοιες παρατίθενται κατωτέρω: "29.
(1)Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου καταργούνται οι Νόμοι που αναφέρονται στην πρώτη στήλη του παραρτήματος και στην έκταση που αναφέρεται στη δεύτερη στήλη του εν λόγω παραρτήματος.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 24 του παρόντος Νόμου, ανεξάρτητα από την προβλεπόμενη σε οποιοδήποτε ειδικό νόμο προθεσμία για παραγραφή, σε περίπτωση σύγκρουσης υπερισχύουν οι πρόνοιες του παρόντος Νόμου." Στο Άρθρο 24(ε) διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζουν: ............................ (ε) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε νομική διάταξη, αν: (
- i)αυτή δεν περιλαμβάνεται στις καταργούμενες από το άρθρο 29 διατάξεις, και (
- ii)δεν είχε ανασταλεί δυνάμει του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου, ...................................." Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι για αστικά αδικήματα που έλαβαν χώρα πριν την 1/7/12 εφαρμόζεται το Άρθρο 68 του Κεφ.148 (όπως τροποποιήθηκε) και δεν καταργείται. Συγκεκριμένα με βάσει τις πρόνοιες του Άρθρου 24(ε) του Ν.66(Ι)/2012 οι πρόνοιες του Νόμου αυτού δεν επηρεάζουν τις ειδικές προθεσμίες που περιλαμβάνονται σε οποιαδήποτε νομική διάταξη που δεν καταργείται με βάση το Άρθρο 29. Η ρητή δε αναφορά στο Παράρτημα του Νόμου για κατάργηση του Άρθρου 68 «μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος» του Νόμου, ήτοι 1/7/12 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα πριν την 1/7/12 ισχύει το Άρθρο 68 και όχι οι πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/2012. Μετά τη θέσπιση του Ν.66(Ι)/2012 το Άρθρο 6[2] διέπει πλέον τα περί παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων που αφορούν αστικά αδικήματα. Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι η κρίση μου ότι με δεδομένο ότι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι το ποιος είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης ή ο δικαιούμενος προς εγγραφή σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα τότε ενώπιον του Δικαστηρίου εγείρεται αξίωση σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία η οποία ευρίσκεται σε μη ελεγχόμενη από τη Δημοκρατία περιοχή. Κατά την ημέρα καταχώρησης της αγωγής στις 6/12/12 αλλά και κατά την 19/1/17, ημερομηνία που εκδόθηκε Διάταγμα για προσθήκη των Εναγομένων 3, 4, 5 και 6, ισχύον δίκαιο αποτελούσε ο Νόμος 66(Ι)/2012 και συγκεκριμένα οι πρόνοιες του Άρθρου 23 που αποτελούν ειδικές περιπτώσεις αναστολής και συμπεριλαμβάνουν «οποιαδήποτε βάση αγωγής που συνδέεται με ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται σε μη ελεγχόμενη από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχή». Ρητά δε διαλαμβάνεται ότι σε μια τέτοια περίπτωση ο χρόνος παραγραφής αναστέλλεται. Στη βάση των πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγουσών δεν έχει παραγραφεί. II. Κατά πόσο θα έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπεται από το Άρθρο 8 του Ν.44/1984 Αποτέλεσε εισήγηση τόσο της πλευράς των Εναγομένων 3-6 όσο των Εναγομένων 1και 2 ότι η διαδικασία της παρούσας αγωγής δεν αποτελεί το ορθό ένδικο μέσο και ότι οι Ενάγουσες όφειλαν να ακολουθούσαν τη διαδικασία που προβλέπεται από το Άρθρο 8 του περί Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμος του 1984. Βασικά υποστήριξαν ότι θα έπρεπε η πλευρά των Εναγουσών κατ΄εφαρμογή του Άρθρου 8 να προσβάλουν την απόφαση του Επαρχιακού Λειτουργού Αμμοχώστου. Όπως συγκεκριμένα εισηγήθηκε ο κ. Καιλης, εφόσον με την παρούσα αγωγή ουσιαστικά οι Ενάγουσες ενίστανται και/ή αμφισβητούν την απόφαση του Διευθυντή που έλαβε δυνάμει του Άρθρου 7 του Ν.44/1984, για την οποία απόφαση έλαβαν γνώση στις 21/6/12, θα έπρεπε να καταχωρούσαν αίτηση εντός προθεσμίας 60 ημερών με την οποία να ζητούν δήλωση ότι αυτές και όχι οι Εναγόμενοι 3-6 είναι οι δικαιούχες για εγγραφή, επ΄ονόματι τους, των επιδίκων τεμαχίων. Παρόμοια υπήρξε και η εισήγηση της κας Παπαμιλτιάδου η οποία υποστήριξε ότι οι Ενάγουσες μπορούσαν, πριν την εγγραφή ακινήτου σε συγκεκριμένο πρόσωπο, να αντιδράσουν υποβάλλοντας τη θέση τους μέσω της «νόμιμης και νενομισμένης ένστασης» εφόσον είχε ενεργοποιηθεί η προώθηση της νενομισμένης διαδικασίας εγγραφής των επίδικων ακινήτων βάσει των προνοιών του Άρθρου 8. Επικαλέστηκε, επίσης, τις πρόνοιες του Άρθρου 9 του Νόμου υποστηρίζοντας ότι αν οι Ενάγουσες κατείχαν άλλα στοιχεία είχαν το δικαίωμα να αποταθούν στο Κτηματολόγιο και να αξιώσουν την εφαρμογή του Άρθρου 9 το οποίο παρέχει την ευχέρεια στο Διευθυντή του Κτηματολογίου να προβεί σε διορθώσεις και τροποποιήσεις στα καταρτισθέντα αρχεία κατόπιν προσκόμισης νέων στοιχείων. Η θέση του κ. Λύτρα εκ μέρους των Εναγουσών ήταν ότι η επίκληση τόσο του Άρθρου 7 όσο και του Άρθρου 8 είναι λανθασμένη γιατί αφορά τις δημοσιεύσεις που έγιναν πριν πολλά χρόνια σε σχέση με τις οποίες κάποιος πολίτης είχε το δικαίωμα εντός 4 μηνών να υποβάλει ένσταση. Όπως συναφώς επεσήμανε, τα Άρθρα 7 και 8 αναφέρονται στην κατάρτιση των αρχείων του Κτηματολογίου Αμμοχώστου όταν καταρτίστηκε το νέο Αρχείο. Πρόσθεσε ότι σε τέτοια περίπτωση εάν ο Διευθυντής απέρριπτε την εν λόγω ένσταση τότε ο πολίτης αυτός είχε το δικαίωμα, εντός 60 ημερών, να υποβάλει σχετική αίτηση στο Δικαστήριο. Τόνισε, ακόμη, ότι στην προκειμένη περίπτωση το αντικείμενο είναι η απόφαση του Διευθυντή του Επ. Κτηματολογίου Αμμοχώστου με την οποία οι Ενάγουσες διεγράφησαν από ιδιοκτήτριες των ακινήτων και η οποία απόφαση κοινοποιήθηκε σε αυτές με επιστολή ημερ. 13/2/12. Πρόκειται δε, όπως επεσήμανε, για απόφαση η οποία λήφθηκε μετά από ένσταση που είχε υποβληθεί από τους Εναγόμενους 3-6 αναφορικά με την ιδιοκτησία των ακινήτων. Υπό αυτά τα δεδομένα υπογράμμισε ότι οι εν τη εννοία των Άρθρων 7 και 8 του Νόμου ενιστάμενοι ήταν οι Εναγόμενοι 3-6 και όχι οι Ενάγουσες και η ένσταση που υπέβαλαν ήταν εκπρόθεσμη. ▬ Αναδόμηση Αρχείων - Ο περί Επαρχιακών Κτηματολονικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρηνείας (Προσωρινοί Διατάξεις) Νόμος του 1984 (44/1984) Ενόψει της επίκλησης προνοιών του Ν. 44/1984 κρίνω σκόπιμη την σκιαγράφηση του πλαισίου εφαρμογής του με αναφορά σε κάποιες από αυτές τις πρόνοιες. Μια από τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής του 1974 και της κατάληψης από του τουρκικά στρατεύματα των πόλεων της Κερύνειας και της Αμμοχώστου ήταν τα Κτηματολογικά Γραφεία των ομωνύμων επαρχιών να τεθούν εκτός του ελέγχου της πολιτείας και να παύσουν να λειτουργούν. Το πρόβλημα που δημιουργήθηκε ήταν περισσότερο αισθητό σε σχέση με τη μη λειτουργία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου αφού περιοχή της Επαρχίας Αμμοχώστου παρέμεινε υπό τον έλεγχο των νομίμων αρχών της Δημοκρατίας και οι περιουσίες στην κατοχή των νομίμων ιδιοκτητών τους. Μάλιστα, στην περιοχή αυτή παρατηρήθηκε ιδιαίτερη ανάπτυξη στα χρόνια που ακολούθησαν τα γεγονότα του 1974. Το 1980 τροποποιήθηκε ο περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμος, Κεφ. 224 με την εισαγωγή του Άρθρου 50 Α που αφορούσε στην υιοθέτηση νέων σχεδίων με ρητή αναφορά σας περιπτώσεις όπου τα κτηματικά μητρώα και βιβλία κατακρατούντο παράνομα και δεν βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο της Δημοκρατίας. Το 1984 θεσπίστηκε ξεχωριστός νόμος για τη ρύθμιση του ζητήματος, σήμερα οι περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρηνείας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμοι του 1984 έως 1990, οι Νόμοι. ▬ Υιοθέτηση νέων Αρχείων Κύριος σκοπός των Νόμων ήταν η παροχή εξουσίας στο Διευθυντή του Κτηματολογίου να διατάξει την ετοιμασία και υιοθέτηση νέων αρχείων για τις ακίνητες ιδιοκτησίες που βρίσκονταν στις επαρχίες Κερύνειας και Αμμοχώστου σε αντικατάσταση των κατακρατηθέντων από τους Τούρκους. Με βάση το Άρθρο 4[3] καθορίστηκε πρόνοια για την υιοθέτηση νέων αρχείων αναφορικά με ακίνητη περιουσία ευρισκόμενη στις κατεχόμενες περιοχές εις αντικατάσταση εκείνων που κατακρατούνταν υπό των Τούρκων εισβολέων. Οι Νόμοι προνοούσαν όπως ο Διευθυντής καλέσει με δημοσίευση ειδοποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα και με άλλες δημοσιεύσεις σε οποιαδήποτε άλλα μέσα μαζικής ενημέρωσης που θα έκρινε αναγκαίο όλους τους ιδιοκτήτες να του υποβάλουν τυποποιημένη δήλωση με τα στοιχεία των ιδιοκτησιών τους[4]. Στην πράξη χρησιμοποιήθηκε ο τύπος Ν.298 που προϋπήρχε των Νόμων. ▬ Υποβολή Δηλώσεων και επαλήθευση τούτων Οι δηλώσεις θα έπρεπε να υποβληθούν εντός 4 μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης και να υποστηρίζονται από αποδεικτικά στοιχεία. Γίνεται ρητή αναφορά στην προσκόμιση πιστοποιητικού εγγραφής, όπου τέτοιο ήταν δυνατό να προσκομιστεί, αναγνώριζε όμως ο νομοθέτης ότι θα υπήρχαν περιπτώσεις όπου αυτό δεν θα ήταν δυνατό να προσκομιστεί αφού ο προσφυγικός πληθυσμός εγκαταλείποντας τους χώρους κατοικίας ή και εργασίας του άφησε πίσω τα υπάρχοντα του περιλαμβανομένων τέτοιων πιστοποιητικών. Γίνεται επίσης αναφορά σε οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα ήθελε απαιτήσει ο Διευθυντής. Μετά τη λήψη των πιο πάνω δηλώσεων ακολουθούσε εξέταση των στοιχείων από το Διευθυντή και επαλήθευση τους σε συνεργασία με την οικεία Χωριτική Αρχή και άλλους[5]. ▬ Κατάρτιση καταστάσεως ακινήτων υπό του Διευθυντού Με τη συμπλήρωση της επαλήθευσης ο Διευθυντής προχωρούσε στην κατάρτιση κατάστασης ακινήτων που περιλάμβανε περιγραφή των διαφόρων ιδιοκτησιών και το όνομα του προσώπου που δικαιούτο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης με τους λόγους βάσει των οποίων έχει το δικαίωμα του προκύψει. Ακολουθούσε δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, και όπως διαφορετικά ο Διευθυντής ήθελε θεωρήσει αναγκαίο, ειδοποίησης με την οποία πληροφορείτο το κοινό ότι θα καταρτισθούν νέα αρχεία των ακινήτων με λεπτομέρειες της περιοχής για την οποία δίδετο ειδοποίηση και αναφορά ότι το σχετικό σχέδιο έχει δοθεί στον οικείο κοινοτάρχη. Καλούντο δε οι ιδιοκτήτες όπως, μέσα σε τέσσερεις μήνες, δείξουν λόγο γιατί ιδιοκτησία που εμφαίνετο να ανήκει σε κάποιο πρόσωπο έπρεπε να μην εγγράφει στο όνομα του[6]. ▬ Οριστικοποίηση νέου Αρχείου Η οριστικοποίηση του νέου Αρχείου ρυθμίστηκε με το Άρθρο 8 του Νόμου. Εάν δεν υπήρχε κάποια ένσταση ο Διευθυντής μπορούσε να προχωρήσει στην κατάρτιση των αρχείων όπως παρουσιάζονταν στην κατάσταση[7]. Μετά την κατάρτιση των νέων αρχείων ο Διευθυντής εκδίδει πιστοποιητικά εγγραφής. Προβλέπεται δε ότι τέτοια πιστοποιητικά εγγραφής θα είναι προσωρινά και θα αποτελούν μόνο κατά τεκμήριο τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου που αφορούν[8]. ▬ Διόρθωση νέου Αρχείου Παρέχεται η δυνατότητα στο Διευθυντή και για το ενδεχόμενο που τα αρχεία του παλαιού Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου καταστούν στο μέλλον διαθέσιμα στον Διευθυντή ή κατόπιν προσκόμισης νέων στοιχείων, αυτεπάγγελτα να προβεί στις αναγκαίες αντικαταστάσεις διορθώσεις ή τροποποιήσεις. Το Άρθρο 9
(1)[9] παρέχει ευχέρεια στον Διευθυντή του Κτηματολογίου αυτεπάγγελτα να προβεί σε διορθώσεις και τροποποιήσεις στα καταρτισθέντα αρχεία κατόπιν προσκομίσεως νέων στοιχείων. ▬ Αποζημιώσεις σε επηρεαζόμενα πρόσωπα Προνοείται η δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο για διεκδίκηση αποζημίωσης από τη Δημοκρατία σε σχέση με την απόφαση του Διευθυντή να ακυρώσει ή να μην ακυρώσει εγγραφή που επιτεύχθηκε ή έγινε με δόλο ή λάθος. Συγκεκριμένα το Άρθρο 12 προνοεί ότι στην περίπτωση που ο Διευθυντής ακυρώσει οποιαδήποτε εγγραφή στο Μητρώο Εγγραφής, πρόσωπο που υπέστη ζημιά λόγω της ακύρωσης μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο προς το σκοπό έκδοσης απόφασης κατά πόσο έχει αποκτήσει δικαίωμα αποζημίωσης και, αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα αποζημίωσης, καθορίζει το ύψος της αποζημίωσης την οποία υποχρεούται να καταβάλει η Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν επιτρέπεται ο Διευθυντής να ακυρώσει οιαδήποτε εγγραφή στο Μητρώο Εγγραφής, έστω και αν εξασφαλίστηκε με δόλο ή συνεπεία λάθους, εάν επηρεάζονται τα συμφέροντα προσώπου το οποίο απέκτησε το ακίνητο έναντι ανταλλάγματος και εν αγνοία του δόλου ή του λάθους. Προνοείται, συνεπώς, και η δυνατότητα αποζημίωσης από πρόσωπο που υπέστηκε ζημιά λόγω μη ακύρωσης οποιασδήποτε τέτοιας εγγραφής. Η υπό εξέταση περίπτωση αφορά απόφαση του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου με την οποία οι Ενάγουσες διεγράφησαν από ιδιοκτήτριες των επίδικων ακινήτων. Πρόκειται, με βάση τα γεγονότα που αποτέλεσαν κοινό υπόβαθρο με βάση τα δικόγραφα, για απόφαση η οποία λήφθηκε κατόπιν εξέτασης ένστασης που είχε υποβληθεί από τους Εναγόμενους 3-6 (Ένσταση υπ' αρ. 236). Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης των Εναγουσών, αλλά και την Υπεράσπιση των Εναγομένων 1 και 2, τα επίδικα κτήματα (με αρ. τεμ. 1XXXXX5, φ./σχ.33/03, τμήμα 3, της ενορίας Σαλαμίς Αμμοχώστου και αρ. τεμ. 1XXXXX7 φ./σχ.33/03, τμήμα 3, της ενορίας Σαλαμίς Αμμοχώστου) δηλώθηκαν επί του τύπου Ν.298 (άνευ προπολεμικού τίτλου) ως υπεύθυνη δήλωση προς το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, από τον XXXXX Χατζηρακλέους, ενώ το κτήμα με αρ. τεμ. 1XXXXX5 δηλώθηκε επί του τύπου Ν.298 (άνευ προπολεμικού τίτλου) και από τον XXXXX Μότη για τον πατέρα του XXXXX Μότη. Όπως ήδη αναφέρθηκε στο πλαίσιο σκιαγράφησης του Νόμου 44/84, στο πλαίσιο ετοιμασίας και υιοθέτησης νέων αρχείων για τα ακίνητα που ευρίσκονταν στις επαρχίες Κυρηνείας και Αμμοχώστου προνοείτο όπως ο Διευθυντής καλέσει με δημοσίευση Ειδοποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και με άλλες δημοσιεύσεις που θα έκρινε αναγκαίο, όλους τους ιδιοκτήτες να του υποβάλουν τυποποιημένη δήλωση με τα στοιχεία των ιδιοκτησιών τους. Στην πράξη χρησιμοποιήθηκε ο τύπος Ν.
- Οι δηλώσεις αυτές θα έπρεπε να υποβληθούν εντός 4 μηνών από τη δημοσίευση και να υποστηρίζονται από αποδεικτικά στοιχεία όπως: πιστοποιητικό εγγραφής (όπου τούτου ήταν δυνατό να προσκομιστεί) τα έγγραφα της υποθήκης οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία ήθελε ζητήσει ο Διευθυντής. Με τη λήψη των πιο πάνω δηλώσεων και των αποδεικτικών στοιχείων που τη συνόδευαν, ο Διευθυντής έπρεπε να προβεί σε επαλήθευση τους σε συνεργασία με την οικεία χωρητική αρχή ή άλλο πρόσωπο ή οργανισμό ή αρχή. Με τη συμπλήρωση δε, της επαλήθευσης ο Διευθυντής προχωρούσε στον καταρτισμό πρόχειρης κατάστασης ακινήτων η οποία περιλάμβανε την περιγραφή των διαφόρων τεμαχίων, την έκταση, τα όρια, τη θέση, την αξία, τη μερίδα, το συμφέρον και το όνομα του προσώπου του δικαιούμενου όπως εγγραφεί με τους λόγους βάσει των οποίων το προς εγγραφή δικαίωμα είχε προκύψει. Ακολούθως, η εν λόγω κατάσταση δίδετο στον οικείο κοινοτάρχη και δια δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας καλείτο κάθε ιδιοκτήτης (ή κάτοχος εμπράγματων βαρών) όπως εντός 4 μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της ειδοποίησης προσέλθει και να δείξει λόγο γιατί η ιδιοκτησία να μην εγγραφεί επ' ονόματι αυτού ως περιγράφεται στην κατάσταση λεπτομερειών. Η διαδικασία οριστικοποίησης του αρχείου ρυθμίστηκε με το Άρθρο 8 του Νόμου όπου προβλέφθηκε ότι αν εντός της καθοριζόμενης στο Άρθρο 7 προθεσμίας των 4 μηνών από της δημοσίευσης της ειδοποίησης υποβαλλόταν ένσταση, αλλά ο Διευθυντής είχε τη γνώμη ότι η εγγραφή της ιδιοκτησίας έπρεπε να γίνει ως είχε δημοσιευθεί στην κατάσταση λεπτομερειών, τότε ο Διευθυντής όφειλε να δώσει ειδοποίηση στον ενιστάμενο για τη γνώμη του. Από την ημερομηνία λήψης τέτοιας ειδοποίησης άρχιζε να τρέχει προθεσμία 60 ημερών εντός της οποίας ο ενιστάμενος δικαιούτο να αιτηθεί ενώπιον Δικαστηρίου δήλωση ότι «ούτως είναι το εις εγγραφήν δικαιούμενον πρόσωπον αντί του σκοπουμένου όπως εγγραφή προσώπου». Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν υπάρχει ως πραγματικό υπόβαθρο οτιδήποτε σε σχέση με τις όποιες ενέργειες τυχόν να έλαβαν χώραν για τους σκοπούς κατάρτισης νέων αρχείων αναφορικά με ακίνητη περιουσία κείμενη εντός της επαρχίας Αμμοχώστου. Συγκεκριμένα, πλην του ότι υπεβλήθησαν τα έντυπα Ν.298, ήτοι δηλώσεις σχετικά με τα στοιχεία των ιδιοκτησιών από τον XXXXX Χατζηρακλέους και από τον Μότη, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως πραγματικό υπόβαθρο (κοινώς αποδεκτό) ότι έγινε η επαλήθευση τους (των πιο πάνω δηλώσεων) και ακολούθως ο καταρτισμός πρόχειρης κατάστασης ακινήτων και η μετέπειτα δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μόνο ως γεγονός η εξέταση της ένστασης υπ' αρ. 236, την οποία υπέβαλαν οι Εναγόμενοι 3-6 σε σχέση με την ιδιοκτησία των ακινήτων και τίποτε άλλο. Επομένως, ελλείψει του αναγκαίου πραγματικού υποβάθρου δεν μπορεί το Δικαστήριο να γνωρίζει αν η απόφαση του Διευθυντή με την οποία διεγράφησαν οι Ενάγουσες από ιδιοκτήτριες των επιδίκων ακινήτων λήφθηκε ή όχι εντός του πλαισίου του Άρθρου 7, όπως ήταν η εισήγηση του κ. Καϊλη, για να μπορεί να γίνεται λόγος για δικαίωμα προσβολής μιας τέτοιας απόφασης (εντός περιόδου 60 ημερών) με βάση το Άρθρο 8 του Νόμου. ΙΙΙ. Κατά πόσο το ορθό ένδικο μέσο είναι η διαδικασία του Άρθρου 80 του Κεφ.224 Αποτέλεσε θέση των Εναγομένων 1 και 2, αλλά και των Εναγομένων 3-6, ότι η διαδικασία της παρούσας αγωγής δεν αποτελεί το ορθό ένδικο μέσο και ότι οι Ενάγουσες όφειλαν να ακολουθούσαν τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.
- Με το Άρθρο 80 του Κεφ.224, δίδεται σε πρόσωπο που επηρεάζεται από απόφαση του Διευθυντή το δικαίωμα να προσφύγει με Έφεση στο Δικαστήριο κατά οποιασδήποτε απόφασης ή διαταγής του Διευθυντή που εκδόθηκε δυνάμει των πιο πάνω Νόμων. Το Άρθρο 80 του Κεφ.224 προβλέπει τα εξής: «Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της Διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης, να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των Διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με Έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό: Νοείται ότι, το Δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι λόγω απουσίας από τη Δημοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούμενο πρόσωπο εμποδίζετο από του να υποβάλει Έφεση εντός της περιόδου των 30 ημερών, να παρατείνει την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί Έφεση υπό τέτοιους όρους όπως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο.» Με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στο Άρθρο 80 του Κεφ.224 προσβάλλεται με Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο απόφαση Διευθυντή μόνο αναφορικά με ζήτημα για το οποίο το Κεφ. 224 δίδει εξουσία στον Διευθυντή να αποφασίζει. Βάσει του Άρθρου 11 του Νόμου 44/84 μετά τη συμπλήρωση των νέων αρχείων ακινήτου ιδιοκτησίας και την έκδοση πιστοποιητικών εγγραφής σύμφωνα με το Άρθρο 10 αρχίζουν να τυγχάνουν εφαρμογής οι εξουσίες του Διευθυντή όπως προβλέπονται στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 και στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 1965 (Ν.9/65)και των οποιωνδήποτε άλλων Νόμων αφορώντων στην ακίνητη ιδιοκτησία. Έτσι, στην περίπτωση των νέων αρχείων και των νέων πιστοποιητικών εγγραφής που εκδόθηκαν δυνάμει του Άρθρου 10 του Νόμου, ο Διευθυντής διατηρεί, βάσει του Άρθρου 11 ανωτέρω, την εξουσία να προβεί δυνάμει του Άρθρου 61 του Κεφ. 224 σε διόρθωση λαθών και παραλείψεων σε οποιοδήποτε πιστοποιητικό εγγραφής. Το επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή είναι το κατά πόσο τα επίδικα ακίνητα ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα κατά το 1974, ιδιοκτησίας των Εναγουσών ή ιδιοκτησία των Εναγομένων 3-
- Η διαπίστωση του πραγματικού ιδιοκτήτη των επιδίκων ακινήτων προϋποθέτει τη λήψη μαρτυρίας. Με βάση την πάγια νομολογία η επίλυση διαφορών αναγόμενων στην ιδιοκτησία ακινήτων ως εκ της φύσεως τους αποτελεί αρμοδιότητα των δικαστικών αρχών και υπάγονται στη δικαιοδοσία Πολιτικού Δικαστηρίου. Έχει λεχθεί, επίσης, ότι τα περιουσιακά δικαιώματα αποτελούν μέρος των αστικών δικαιωμάτων του ατόμου, η διάγνωση των οποίων ανάγεται στη δικαιοδοσία αρμόδιου Δικαστηρίου[10]. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Κωνσταντίνου κ.ά
(1999)1 Α.Α.Δ. 749: «Όταν υπάρχουν αντεκδικήσεις ως προς την ιδιοκτησία συγκεκριμένου τεμαχίου, όπως ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Hassidoff, (υπόθεση διπλής εγγραφής), το θέμα εκφεύγει των αρμοδιοτήτων του Διευθυντή. Αποτελεί περιουσιακή διαφορά η οποία λύεται με αναφορά στα δικαιώματα εκατέρου των διαδίκων στο κτήμα. Το ζητούμενο σ' εκείνη την περίπτωση είναι σε ποιο ανήκει το συγκεκριμένο ακίνητο και όχι τί κάλυπτε». Δεν διαλανθάνει δε της προσοχής μου ότι στο Νόμο 44/1984 και συγκεκριμένα στις παραγράφους (α) και (β) του Άρθρου 12[11], στο οποίο έγινε μνεία και ανωτέρω, προνοείται η δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο για διεκδίκηση αποζημίωσης από τη Δημοκρατία σε σχέση με την απόφαση του Διευθυντή να ακυρώσει ή να μην ακυρώσει εγγραφή που επιτεύχθηκε ή έγινε με δόλο ή λάθος. Δηλαδή προνοείται η δυνατότητα διεκδίκησης αποζημίωσης από πρόσωπο που υπέστη ζημιά λόγω ακύρωσης οιασδήποτε εγγραφής στο Μητρώο Εγγραφής που εξασφαλίστηκε με δόλο ή συνεπεία λάθους. Η απόφαση δε, για αποζημίωση των Εναγουσών εξαρτάται από το κατά πόσο η εγγραφή στο όνομα των Εναγομένων θα διατηρηθεί ή θα ακυρωθεί. Των πιο πάνω λεχθέντων καταλήγω ότι οι Ενάγουσες ορθά επέλεξαν την οδό της καταχώρησης αγωγής για να διεκδικήσουν τις αιτούμενες σε αυτή θεραπείες. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι οι προβληθείσες προδικαστικές ενστάσεις δεν είναι βάσιμες και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας διαδικασίας δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Ενάγουσες δικαιούνται στα έξοδα τους. Οι Εναγόμενοι να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] 68. Καμιά αγωγή δεv εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αv αυτή εγερθεί- (α) εvτός τριών ετώv αμέσως μετά τηv πράξη ή παράλειψη για τηv oπoία εγέρθηκε η αγωγή, ................................................................... [2] 6.-
(1)Τηρουμένων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.
(2)Αν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση.
(3)Σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και την διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα, να χειριστεί την υπόθεσή του, τη προσπάθεια του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα για εξασφάλιση των απαραιτήτων σχετικών στοιχείων και τη στάση του εναγομένου σε σχέση με την προσπάθεια αυτή και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας, να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής: Νοείται ότι, η πιο πάνω διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου δε θα ασκείται μετά την πάροδο δύο ετών από την ημέρα παραγραφής του δικαιώματος έγερσης αγωγής.
(4)Καμιά αγωγή για δυσφήμηση ή κακόπιστη ψευδολογία (malicious falsehood) δεν εγείρεται μετά την πάροδο ενός έτους από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής. [3] 4. Ο Διευθυντής δύναται να διατάξη την ετοιμασίαν και υιοθέτησιν νέων αρχείων αναφορικώς προς την ακίνητον ιδιοκτησίαν την κειμένην εντός των Επαρχιών Αμμοχώστου και Κυρηνείας ή εν οιωδήποτε καθοριζομένω μέρει τούτων, εις αντικατάστασιν των αρχείων άτινα κατακρατούνται υπό των Τούρκων [4] 5 -
(1)Όταν ο Διευθυντής διατάξη την ετοιμασίαν και υιοθέτησιν νέων αρχείων ως εν τω αρθρω 4 προνοείται, ούτος δημοσιεύει εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας και εν τοιαύτη ετέρα εφημερίδι και εις έτερα μέσα μαζικής επικοινωνίας, ως ούτος ήθελε θεωρήσει αναγκαίον, ειδοποιήσεις καλούσας: (α) Πάντα ιδιοκτήτην ακινήτου όπως υποβάλη εις τον Διευθυντήν, κατά τον καθωρισμένον Tύπov, δήλωσιν περιέχουσαν στοιχεία της ιδιοκτησίας του, και (β) πάντα έχοντα συμφέρον επί ακινήτου είτε ως ιδιοκτήτης, είτε ως ενυπόθηκος δανειστής ή εξ αποφάσεως δανειστής ή ως δικαιούχος οιουδήποτε εμπραγμάτου βάρους ή δικαιώματος το οποίον ίσχυε προ της 15ης Αυγούστου, 1974, όπως υποβάλη προς τον Διευθυντήν δήλωσιν, κατά τον καθωρισμένον τύπον περί του τοιούτου συμφέροντος υποστηριζομένην υπό ενόρκου ομολογίας: Νοείται ότι αι ένορκοι ομολογίαι διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου δεν θα υπόκεινται εις χαρτοσήμανσιν. [5]
(2)Αι εις το εδάφιον
(1)αναφερόμεναι δηλώσεις δέον να υποβληθούν εις τον Διευθυντήν εντός τεσσάρων μηνών από της δημοσιεύσεως της ειδοποιήσεως και να υποστηρίζωνται, αναλόγως της περιπτώσεως, υπό πιστοποιητικού εγγραφής, όπου τοιούτο πιστοποιητικόν είναι δυνατόν να προσκομισθή, των εγγράφων της υποθήκης και οιωνδήποτε άλλων αποδεικτικών στοιχείων και εγγράφων ήθελεν απαιτήσει ο Διευθυντής.
(3)Άμα τη λήψει των εγγράφων δηλώσεων μετά των συνημμένων εγγράφων και άλλων αποδεικτικών στοιχείων ο Διευθυντής προβαίνει εις εξέτασιν τούτων λαμβάνων φωτοτυπημένα ή άλλα αντίγραφα των επισυνημμένων εγγράφων και προβαίνει εν συνεργασία μετά της οικείας Χωριτικής Αρχής ή άλλου προσώπου, οργανισμού ή αρχής, εις επαλήθευσιν τούτων. [6] 7. Επί τη συμπληρώσει υπό του Διευθυντού της επαληθεύσεως των προσαχθεισών δηλώσεων δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 5, ο Διευθυντής, προς τον σκοπόν καταρτίσεως νέων αρχείων των ακινήτων και λαμβάνων υπ' όψιν την πρόχειρον κατάστασιν ακινήτων και τας μεταβιβάσεις και υποθηκεύσεις τας γενομένας δυνάμει της προσωρινής νομοθεσίας, καταρτίζει κατάστασιν των ακινήτων περιλαμβάνουσαν περιγραφήν των διαφόρων τεμαχίων, την έκτασιν, θέσιν αυτών, την μερίδα, το συμφέρον και το όνομα του προσώπου του δικαιουμένου όπως εγγραφή και τους λόγους βάσει των οποίων το προς εγγραφήν δικαίωμα έχει προκύψει, των εμπραγμάτων βαρών και απαγορεύσεων και επί τούτω ισχύουσιν αι ακόλουθοι διατάξεις: α) 0 Διευθυντής δημοσιεύει εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας και εν τοιαύτη ετέρα εφημερίδι και εις έτερα μέσα μαζικής επικοινωνίας ως ο Διευθυντής ήθελε θεωρήσει αναγκαίον ειδοποίησιν πληροφορούσαν το κοινόν ότι θα καταρτισθούν νέα αρχεία των ακινήτων και παρέχουσαν λεπτομέρειας της περιοχής εν σχέσει προς την οποίαν δίδεται η ειδοποίησις, ότι το σχέδιον διά τα εν λόγω ακίνητα και κατάστασις λεπτομερειών αφορωσών εις τα εν λόγω ακίνητα έχουσι παρασχεθή εις τον οικείον κοινοτάρχην, και καλούσαν όλους τους ιδιοκτήτας ή τους κατόχους εμπραγμάτων βαρών όπως εντός τεσσάρων μηνών από της ημερομηνίας της δημοσιεύσεως της ειδοποιήσεως εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας δείξωσιν λόγον διατί τα εμπράγματα βάρη και δικαιώματα ή η ιδιοκτησία η εμφαινομένη ως ανήκουσα εις ένα έκαστον τούτων εν τη προς τον κοινοτάρχην παρασχεθείση καταστάσει λεπτομερειών δέον όπως μη εγγραφή επ' ονόματι ή προς όφελος αυτού αναλόγως της περιπτώσεως. [7] 8.-
(1)Εάν εντός της υπό του άρθρου 7 καθοριζομένης περιόδου υποβληθή οιαδήποτε ένστασις αλλ' ο Διευθυντής έχει την γνώμην ότι η εγγραφή δέον παρά ταύτα να διενεργηθή επ' ονόματι του εν τη καταστάσει εμφαινομένου προσώπου ή τα εμπράγματα βάρη ή δικαιώματα δέον όπως επιβαρύνουν το επηρεαζόμενον ακίνητον, δίδει περί τούτου ειδοποίησιν εις τον ενιστάμενον, όστις δύναται, εντός εξήκοντα ημερών από της ημερομηνίας της τοιαύτης ειδοποιήσεως να αιτήση παρά του Δικαστηρίου δήλωσιν ότι ούτος είναι το εις εγγραφήν δικαιούμενον πρόσωπον αντί του σκοπουμένου όπως εγγραφή προσώπου ή ότι το ακίνητον δεν πρέπει να βαρύνεται υπό του σκοπουμένου εμπραγμάτου βάρους ή δικαιώματος και δίδει εις τον Διευθυντήν ειδοποίησιν περί της αιτήσεως του. Εάν ο ενιστάμενος δεν αιτήση ούτως, ο Διευθυντής δύναται να προχωρήση εις την κατάρτισιν των αρχείων ως εν τη καταστάσει λεπτομερειών.
(2)Εάν οιοσδήποτε ενδιαφερόμενος επηρεαζόμενος υπό της ειδοποιήσεως της δοθείσης υπό του Διευθυντού δυνάμει του άρθρου 7 παραλείψη να συμμορφωθή προς αυτήν εντός της εν αυτή αναφερομένης περιόδου ο Διευθυντής δύναται να χωρήση εις την κατάρτισιν των αρχείων ως εν τη καταστάσει λεπτομερειών. [8] 10.-
(1)Μετά την κατάρτισιν των νέων αρχείων ο Διευθυντής εκδίδει πιστοποιητικά εγγραφής δΓ έκαστον ακίνητον, ως επίσης πιστοποιητικών εγγραφής των εμπραγμάτων βαρών και δικαιωμάτων.
(2)Μέχρις ότου καταστεί δυνατή η έκδοση των πιστοποιητικών εγγραφής που προνοούνται στο εδάφιο
(1), ο Διευθυντής δύναται ύστερα από αίτηση του ιδιοκτήτη να εκδώσει βεβαίωση ιδιοκτησίας και να καθορίζει τον τύπο και τις λεπτομέρειες που θα περιλαμβάνονται σ' αυτή.
(3)Οιονδήποτε πιστοποιητικών εγγραφής εκδιδόμενον υπό του Διευθυντού επί τη βάσει του άρθρου τούτου θα είναι προσωρινόν και θα αποτελή μόνον κατά τεκμήριον τίτλον ιδιοκτησίας cou ακινήτου εν σχέσει προς τον οποίον εξεδόθη: Νοείται ότι το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται, διά διατάγματος δημοσιευομένου εν τη Επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας, να ορίση ότι άπαντα τα ούτω εκδοθέντα πιστοποιητικά Εγγραφής ή οιαδήποτε εξ αυτών είναι οριστικοί τίτλοι ιδιοκτησίας των ακινήτων εν σχέσει Ιιρος τα οποία εξεδόθησαν.
(4)Οιονδήποτε πιστοποιητικών εγγραφής εμπραγμάτου βάρους ή δικαιώματος θα αποτελή μόνον τεκμήριον περί τούτου. [9] 9.-
(1)Μελλοντικώς εις περίπτωσιν καθ' ην τα αρχεία του παλαιού Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου και του παλαιού Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Κυρηνείας θα είναι διαθέσιμα εις τον Διευθυντήν ή κατόπιν προσκομίσεως νέων στοιχείων, ούτος δύναται αυτεπαγγέλτως να προβή εις τας αναγκαίας αντικαταστάσεις, διορθώσεις, τροποποιήσεις και επιβαρύνσεις εις τα δυνάμει του άρθρου 8 καταρτισθέντα αρχεία.
(2)Ουδεμία αντικατάστασις, διόρθωσις, τροποποίησις ή επιβάρυνσις διενεργείται δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου εκτός εάν δοθή εξήκοντα ημερών προηγουμένη ειδοποίησις υπό του Διευθυντού εις οιονδήποτε πρόσωπον, όπερ δυνατόν να επηρεάζεται υπό ταύτης, οιονδήποτε δε πρόσωπον, δύναται, εντός της περιόδου των εξήκοντα ημερών από της ημερομηνίας καθ' ην εδόθη η τοιαύτη ειδοποίησις, να καταχωρήση ένστασιν παρά τω Διευθυντή όστις επί τούτω εξετάζει ταύτην και δίδει ειδοποίησιν περί της επί ταύτης αποφάσεως αυτού εις τον ενιστάμενον. [10] Δέστε Κυριακού Χ΄΄ Σάββα Φελλά v. Πέτρου Δημοσθένους Χ΄΄ Σάββα
(2002)1 Α.Α.Δ.
- [11]
- Τηρουμένων των προνοιών του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου, όπου συμφώνως των προνοιών του άρθρου 11 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρου 61 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου ή του άρθρου 30 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, θα εφαρμόζωνται επιπροσθέτως και αι ακόλουθοι διατάξεις: (α) Εάν λόγω της υπό του Διευθυντού ακυρώσεως οιασδήποτε εγγραφής εις το Μητρώον Εγγραφής ή ακυρώσεως οιασδήποτε εγγραφής μεταβιβάσεως ή υποθήκης ακινήτου ή εγγραφής μεταβιβάσεως υποθήκης διά τον λόγον ότι αι εν λόγω εγγραφαί, αναλόγως της περιπτώσεως, επετεύχθησαν ή εγένοντο διά δόλου ή λάθους, και υπάρχει ισχυρισμός από οιονδήποτε επηρεαζόμενον πρόσωπον ότι τούτο υπέστη ζημίαν λόγω της τοιαύτης ακυρώσεως, ή λόγω της μη ακυρώσεως συμφώνως των προνοιών του άρθρου 14 κατωτέρω, το επηρεαζόμενον τούτο πρόσωπον δύναται να αποταθή εις το Δικαστήριον προς τον σκοπόν εκδόσεως αποφάσεως κατά πόσον τούτο κέκτηται δικαίωμα αποζημιώσεως. (β) Εάν το Δικαστήριον αποφασίση βάσει της υπαρχούσης μαρτυρίας ότι το επηρεαζόμενον πρόσωπον κέκτηται δικαίωμα αποζημιώσεως, τότε η Κυπριακή Δημοκρατία υποχρεούται εις την πληρωμήν αποζημιώσεως το ύψος της οποίας καθορίζεται εις εκάστην περίπτωσιν υπό του Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο