Κουντουρέτη ν. Ανδρέου, ως Εκκαθαριστή της εταιρείας Κ. & M. (Famagusta) Developers and Constructions Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2669/2010, 14/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ENΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2669/2010 Μεταξύ: XXXXX Κουντουρέτη, από την Κοφίνου Ενάγοντος -και-
- K.& M. (Famagusta) Developers Ltd τώρα μετονομασθείσα σε Κ. & M. (Famagusta) Developers and Constructions Ltd
- XXXXX Κυπριανού
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 27.11.2012 XXXXX Κουντουρέτη, από την Κοφίνου Ενάγοντος -και-
- Επίσημου Παραλήπτη, ως προσωρινού Εκκαθαριστή της Περιουσίας της εταιρείας Κ & M. (Famagusta) Developers and Constructions Ltd
- XXXXX Κυπριανού
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 27.6.2014 XXXXX Κουντουρέτη, από την Κοφίνου Ενάγοντος -και-
- XXXXX Ανδρέου, ως Εκκαθαριστή της εταιρείας Κ. & M. (Famagusta) Developers and Constructions Ltd
- XXXXX Κυπριανού
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κ. Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Για τον Εναγόμενο 3: κα Φρ. Σωτηρίου Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΡΟΟΙΜΙΟ: Η δραστηριότητα που είχε επιδείξει η εναγομένη 1 κατά τους επίδικους χρόνους της σύναψης της επίδικης συμφωνίας, δηλαδή περί το 2007, στην κυπριακή αγορά ακινήτων, όπου για διάφορες συμφωνίες που είχε συνάψει με ιδιοκτήτες κάποιων ακινήτων, είτε αυτές ήταν συμφωνίες αντιπαροχής είτε με ενδιαφερόμενους αγοραστές διαμερισμάτων και άλλων ακινήτων, τελικά αποδείχθηκαν προβληματικές. Ο λόγος ήταν η πώληση ορισμένων από αυτά τα ακίνητα πέραν της μιας φοράς και η είσπραξη του τιμήματος από διάφορους προτιθέμενους αγοραστές τέτοιων ακινήτων επίσης πέραν της μιας φοράς. Οι υποθέσεις αυτές απασχόλησαν επανειλημμένα τα προηγούμενα χρόνια τα δικαστήρια μας αστικής και ποινικής δικαιοδοσίας και εξακολουθούν να απασχολούν μέχρι και σήμερα. Η δικαστική γνώση είναι αναμφισβήτητη ως προς τα πιο πάνω. Μια από τις υποθέσεις αυτές είναι και η παρούσα. Το ζήτημα όμως που θα απασχολήσει στην παρούσα υπόθεση δεν είναι η πιο πάνω συναλλακτική συμπεριφορά της εναγομένης 1 αλλά η εμπλοκή του Κτηματολογίου στην επίδικη αγοραπωλησία. Ο ενάγων, θύμα και αυτός της πιο πάνω πρακτικής, είχε συνάψει γραπτή συμφωνία στις 24.10.2007 με την εναγομένη 1 με την οποία είχε αγοράσει από αυτή το διαμέρισμα XXXXX επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 34/8XXXXX9, Τεμάχιο 8XXXXX6, Φ/Σχ. 40/63 Ε1, Τμήμα 34, Τοποθεσία Βλάχος, Δήμος Αραδίππου της Επαρχίας Λάρνακας (στη συνέχεια «το διαμέρισμα»). Η μη συμμόρφωση της εναγομένης 1 με τις συμβατικές της υποχρεώσεις δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις της προς τον ενάγοντα, τον οδήγησε στην έγερση της παρούσας αγωγής. Στις 22.12.2016, εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 για το ποσό των €119.602,10σ. με νόμιμο τόκο από 22.12.2016 και έξοδα όπως θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή εναντίον της εναγομένης
- Ταυτόχρονα η αγωγή εναντίον του εναγομένου 2 εκ συμφώνου αποσύρθηκε και ως εκ τούτου απορρίφθηκε χωρίς διαταγή ως προς τα έξοδα και την ίδια κατάληξη είχε και η ανταπαίτηση του εναγομένου
- Σημειώνω ότι το πιο πάνω ποσό είναι το σύνολο του ποσού που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στην εναγομένη 1 έναντι του τιμήματος του διαμερίσματος. Η ακρόαση της υπόθεσης συνεχίστηκε εναντίον του εναγομένου 3, στον οποίον καταλογίζεται μεμπτή συμπεριφορά και τον οποίον πλέον αφορά η παρούσα απόφαση. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Εφόσον η υπόθεση είχε την πιο πάνω κατάληξη σε σχέση με τους εναγομένους 1 και 2 θα περιοριστώ στα πλαίσια της παρούσας στην καταγραφή των δικογραφημένων ισχυρισμών που αφορούν τους εναπομείναντες διαδίκους. Ο ενάγων, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είχε αγοράσει με γραπτή συμφωνία (στη συνέχεια «το Πωλητήριο Έγγραφο») με ημερομηνία 24.10.2007 από την εναγομένη 1 το διαμέρισμα. Σύμφωνα με την ως άνω συμφωνία το διαμέρισμα θα έπρεπε να παραδοθεί στον ενάγοντα μέχρι την 24.06.2008 και θα έπρεπε να μεταβιβαστεί σε αυτόν ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους και/ή άλλου βάρους μόλις θα εκδιδόταν από το Κτηματολόγιο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα. Σύμφωνα με την παρ. 4 της Έκθεσης Απαιτήσεως του ενάγοντος, ο εναγόμενος 3, ως ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ενάγεται ως εκπροσωπών την Κυπριακή Δημοκρατία και/ή τα αρμόδια τμήματα και/ή υπηρεσίες και/ή το Υπουργείο Εσωτερικών και/ή το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών και/ή ενός εκάστου εξ αυτών και/ή ενάγεται δυνάμει του Νόμου και/ή του Συντάγματος και/ή με βάση την Αρχή Περί Αντικειμενικής Ευθύνης. Ο ενάγων ισχυρίζεται στην παρ. 6 της Έκθεσης Απαιτήσεως του ότι: «Επανειλημμένως και/ή κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2007, πριν την υπογραφή της ως άνω συμφωνίας, η εναγομένη αρ. 1, μέσω του εναγομένου αρ 2 παρέστησε στον ενάγοντα ότι ήταν ικανή και/ή ότι δεν υφίστατο κανένα πρόβλημα και περαιτέρω του παρουσιάστηκε έτοιμη και τον διαβεβαίωσε ότι ήταν έτοιμη και ικανή να προχωρήσει στην εξασφάλιση και/ή εκτέλεση τής μεταξύ τους συμφωνίας.» Ο ενάγων ισχυρίζεται περαιτέρω στην παρ. 7 της Έκθεσης Απαιτήσεως του ότι κατέβαλε προς την εναγομένη 1 το συνολικό ποσό των €119.602.10σ. Σημαντικός είναι ο ισχυρισμός της παρ. 10 της Έκθεσης Απαιτήσεως, ο οποίος θα με απασχολήσει τόσο κατά την αξιολόγηση όσο και κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει, για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων μου: «Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ενάγοντος δυνάμει του ως άνω αναφερόμενου Πληρεξουσίου Εγγράφου, κατάθεσε την ως άνω συμφωνία, ημερομηνίας 24.10.2007 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας στις 21.12.
- Ο διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και/ή ο αντιπρόσωπος και/ή υπάλληλος αυτού, άπαντες εκπροσωπούμενοι υπό του εναγομένου αρ. 3, αποδέχθηκε και ενέκρινε την κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου, το οποίο και κατατέθηκε με αριθμό 4/ΠΩΕ/ 4536/3007.» Σημαντικοί επίσης είναι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος της παρ. 11 της Έκθεσης Απαιτήσεως του: «Η εναγομένη αρ. 1 παρέλειψε και/ή απέτυχε, ως είχε υποχρέωση, να αποπερατώσει πλήρως το εν λόγω διαμέρισμα και να το παραδώσει στον ενάγοντα εντός 8 μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας, ως οι όροι αυτής. Κατά ή περί τον Ιούλιο του 2009 ο ενάγων προέβηκε σε σχετική έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας περί του ως άνω διαμερίσματος. Σε σχετικό πιστοποιητικό έρευνας ημερομηνίας 21.07.2009 αναγράφεται ότι ο μοναδικός δικαιούχος εγγραφής του διαμερίσματος 201 είναι ο ενάγοντας. Ένεκα του ότι η καθυστέρηση παράδοσης του διαμερίσματος συνεχιζόταν, ο ενάγων επανήλθε στο όλο θέμα και με έκπληξη του διαπίστωσε κατά ή περί τον Μάιο του 2010 ότι το διαμέρισμα 201 το οποίο αγόρασε από την εναγομένη αρ. 1, δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 24.10.2007, και διά το οποίο κατέβαλε προς την εναγομένη 1 το ποσό των €119,602,10σ., ως αναφέρεται στην παράγραφο 7 ανωτέρω, είχε πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα, ήτοι το XXXXX Λούη και την εταιρεία Louzaks Real Ltd. Αυτό δηλαδή που έγινε ήταν ότι το συγκεκριμένο διαμέρισμα αποτελούσε αντικείμενο της Συμφωνίας αντιπαροχής μεταξύ της εναγομένης αρ. 1 αφενός και του XXXXX Λούη και Louzaks Real Estates Ltd αφ' ετέρου, η οποία συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λάρνακας στις 10.01.2007 με αριθμό 4/ΠΩΕ/57/
- Ως εκ τούτου, δικαιούχος εγγραφής του εν λόγω διαμερίσματος εμφανίζεται, εκτός από τον ενάγοντα, και τα εν λόγω τρίτα πρόσωπα.» Καταλογίζεται στον εναγόμενο 3 και/ή σε υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους αυτού στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας ότι δεν εξάσκησαν τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το Νόμο αλλά και με τη δέουσα επιμέλεια και/ή αντί τούτου, εξάσκησαν τα καθήκοντα τους λανθασμένα, κατά παράβαση του Νόμου και αμελώς με αποτέλεσμα την πρόκληση περαιτέρω και/ή επιπλέον ζημιάς και/ή προς βλάβη του ενάγοντος. Προς τούτο παραθέτουν σειρά λεπτομερειών που άπτονται του μη επαρκούς και/ή καθόλου και/ή μη ικανοποιητικού ελέγχου κατά τη διαδικασία κατάθεσης της συμφωνίας ημερομηνίας 24.10.2007 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, με αποτέλεσμα να αποδεχτούν και να εγκρίνουν στις 12.12.2007 την κατάθεση της συμφωνίας, χωρίς να ελέγξουν και/ή να ελέγξουν επαρκώς, ως είχαν καθήκον να πράξουν, ότι πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις για την κατάθεση της συμφωνίας. Περαιτέρω δικογραφούνται και οι ακόλουθες λεπτομέρειες της αμέλειας που κατ' ισχυρισμό του επέδειξε ο εναγόμενος 3: (α) Ότι αποδέχθηκαν την κατάθεση της συμφωνίας ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι για το ίδιο διαμέρισμα υπήρχε ήδη κατατεθειμένο άλλο Πωλητήριο Έγγραφο (Συμφωνία Αντιπαροχής) το οποίο είχε κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας στις 10.01.2007, (β) ότι αποδέχθηκαν την κατάθεση της συμφωνίας ημερομηνίας 24.10.2007, ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι για το ίδιο διαμέρισμα υπήρχαν και/ή εμφανίζονταν ως δικαιούχοι εγγραφής τρίτα πρόσωπα, (γ) ότι παρανόμως και/ή λανθασμένα αποδέχτηκαν την κατάθεση της συμφωνίας ημερομηνίας 24.10.2007 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, (δ) ότι απέτυχαν να λάβουν όλα τα απαραίτητα υπό τις περιστάσεις μέτρα, ως όφειλαν και/ή είχαν καθήκον να πράξουν, για τον εντοπισμό του δόλου και/ή των ψευδών παραστάσεων από μέρους των εναγομένων 1 και 2, (ε) ότι τόσο κατά το χρόνο κατάθεσης της Συμφωνίας ημερομηνίας 24.10.2007 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας όσο και κατά τη διεξαγωγή έρευνας τον Ιούλιο του 2009, παρέλειψαν να ενημερώσουν και /ή να πληροφορήσουν τον ενάγοντα και/ή τον αντιπρόσωπο του, ως όφειλαν και/ή είχαν καθήκον να πράξουν, ότι το συγκεκριμένο διαμέρισμα ήταν ήδη πουλημένο σε τρίτα πρόσωπα και/ή υπήρχαν δικαιούχοι εγγραφής δυνάμει επιβαρύνσεων, (στ) καταλογίζουν στον εναγόμενο 3 ότι ενήργησε δολίως από κοινού με τους εναγομένους 1 και 2 και /ή συνωμότησε μαζί τους εις βάρος του ενάγοντος και (ζ) ότι γενικώς δεν εξάσκησαν τα καθήκοντα τους σύμφωνα με το Νόμο και/ή με τη δέουσα επιμέλεια και/ή ορθά και/ή εξάσκησαν τα καθήκοντα τους λανθασμένα και/ή αυθαίρετα και/ή κατά παράβαση του Νόμου. Στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαιτήσεως στην παρ. 18 Α ο ενάγων αξιώνει εναντίον και του εναγομένου 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των €119.602,10σ. λόγω της αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του και/ή ότι το ποσό αυτό οφείλεται ως ληφθέν άνευ νομίμου αιτίας και/ή διά αιτία μη επακολουθήσασα και/ή άνευ ανταλλάγματος και/ή διά δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού ένεκα αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του εναγομένου
- Στην παρ. 18 Β αξιώνει ανεξάρτητα και/ή διαζευκτικά δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας είναι νόμιμος δικαιούχος εις εγγραφή επ' ονόματι του ως ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 24.10.2007 μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης αρ. 1, η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας στις 21.12.2007 με αριθμό 4/ΠΩΕ/4536/
- Στην παρ. 18 Δ αξιώνει ως ακολούθως: «Δήλωση και/ή διαταγή του Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι οι εναγόμενοι και/ή ένας έκαστος εξ αυτών παρανόμως και/ή αναιτίως έχουν καταστήσει ανεκτέλεστη τη συμφωνία ημερομηνίας 24.10.2007 και/ή διαταγή του Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι η συμφωνία ημερομηνίας 24.10.2007, η οποία υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης αρ. 1, έχει συνομολογηθεί ως προϊόν δόλου και/ή δια ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 και/ή ενός εκάστου εξ αυτών και/ή κατέστη ανεκτέλεστη και/ή άκυρη ένεκα της αποκλειστικής υπαιτιότητας και/ή λόγω πράξεων και/ή δολίων ενεργειών των εναγομένων 1 και 2 και/ή ενός εκάστου εξ αυτών και/ή ένεκα αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων και υποχρεώσεων του εναγομένου αρ.3.» Τα ως άνω διατάγματα της παρ. Β & Δ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαιτήσεως θα πρέπει να θεωρούνται ότι έχουν εγκαταλειφτεί αφενός επειδή δεν γίνεται κάποια ιδιαίτερη μνεία σε αυτά στην εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντος και αφετέρου θεωρώ ότι η εξέλιξη που είχε η υπόθεση ως προς τους εναγόμενους 1 και 2 δεν αφήνει περιθώρια περαιτέρω συζήτησης τους καθώς δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν τέτοια διατάγματα μόνο σε βάρος του εναγομένου
- Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με το πρακτικό της 22.12.2016ν όταν εκδόθηκε η απόφαση εναντίον της εναγομένης 1, η πλευρά του ενάγοντος περιορίστηκε στην έκδοση απόφασης για το ποσό που κατέβαλε σε αυτήν χωρίς να επιμένει στην έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης. Η αγωγή δε εναντίον του εναγομένου 2 αποσύρθηκε χωρίς έξοδα όπως και η ανταπαίτηση του τελευταίου ανεπιφύλακτα. Ο εναγόμενος 3 στην Υπεράσπισή του, πλην των προδικαστικών ενστάσεων με τις οποίες διατείνεται ότι: (α) Δεν θα έπρεπε να είναι ο ίδιος διάδικος καθώς δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του και/ή ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη βάση αγωγής, (β) ότι η αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή είναι ενοχλητική και/ή επιπόλαια και/ή καταπιεστική, (γ) ότι ο ενάγων κωλύεται και/ή εμποδίζεται και/ή αποκλείεται από του να εγείρει την παρούσα αγωγή λόγω συμπεριφοράς του ενάγοντος και/ή λόγω προηγούμενων πράξεων και/ή δηλώσεων του και/ή λόγω συμπεριφοράς των συγγενών του ενάγοντος και/ή λόγω προηγούμενων πράξεων και/ή δηλώσεων τους, (δ), (ε) και (στ) οι οποίες στην ουσία τους συνίστανται στο ότι λανθασμένα ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ενάγεται ως εναγόμενος, καθότι εάν θα ήταν αναγκαίο θα έπρεπε να ενάγεται ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και ως εκ τούτου η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί εναντίον του. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων αρνείται την απαίτηση του ενάγοντος και εκτός όπου ρητά προβαίνει σε παραδοχή, αρνείται όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του που προβάλλονται στην Έκθεση Απαιτήσεως του. Ειδικότερα δεν παραδέχεται ότι συντρέχει εν προκειμένω η Αρχή της Αντικειμενικής Ευθύνης και ότι ενδεχομένως η αγωγή να έχει εγερθεί εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960)[1] και μόνον. Αρνείται ότι είχε οποιανδήποτε ευθύνη έναντι του ενάγοντος υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ή ότι δεν εξάσκησε τα καθήκοντα και υποχρεώσεις του με τη δέουσα επιμέλεια και ότι εξάσκησε τα καθήκοντα του λανθασμένα κατά παράβαση του Νόμου και αμελώς και θέτει προς τούτο τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Αρνείται τις ισχυριζόμενες υπό του ενάγοντος «Λεπτομέρειες Αμέλειας» του. Ο εναγόμενος 3 προβάλλει στη συνέχεια του δικογράφου του ισχυρισμούς περί της ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου και από που προήλθε αυτό συμφώνως των στοιχείων που είναι καταχωρημένα στα αρχεία/βιβλία του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και επιφυλάχθηκε να αναφερθεί περαιτέρω σε υλικό και/ή γεγονότα και/ή έγγραφα και/ή νομοθεσία που σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση και/ή σχετίζεται με τα καθήκοντα και/ή υποχρεώσεις και/ή ενέργειες που ο εναγόμενος εκτέλεσε με την παρούσα υπόθεση και/ή σε συνδυασμό των πιο πάνω. Ισχυρίζεται ότι ενήργησε μέσα στα επιτρεπόμενα νομοθετικά και/ή άλλως πως πλαίσια των καθηκόντων του και/ή άλλως πως και ότι δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια αλλά επέδειξε επιμέλεια στην εκτέλεση των εκ του Νόμου και/ή Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του και/ή άλλως πως, και/ή δεν υπήρξε από πλευράς του εναγομένου οποιαδήποτε πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του. Επιφυλάσσει τα δικαιώματα του, εάν ήθελε εκδοθεί εναντίον του οποιαδήποτε απόφαση και υποχρεωθεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς τον ενάγοντα ως αποζημίωση, να το διεκδικήσει και/ή απαιτήσει και/ή αξιώσει αποζημίωση και/ή συνεισφορά γι' αυτό εναντίον των εναγομένων 1 και 2 και/ή άλλων προσώπων. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για την πλευρά του ενάγοντος κατάθεσε ο ίδιος ο ενάγων κ. XXXXX Κουντουρέτης (Μ.Ε.1), ο κ. XXXXX Στυλιανού (Μ.Ε.2) και ο κ. XXXXX Σωφρονίου (Μ.Ε.3). Η πλευρά του εναγομένου 3 παρουσίασε ως μοναδική μάρτυρα την κα XXXXX Κάρουλα (Μ.Υ.). Κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας κατατέθηκαν είτε από κοινού και για την αλήθεια του περιεχομένου τους ή με επιφύλαξη του δικαιώματος για αντεξέταση των συντακτών τους επί του περιεχομένου τους συνολικά 16 έγγραφα ως τεκμήρια. Θα γίνει αναφορά σε αυτά στη συνέχεια τόσο κατά την καταγραφή της μαρτυρίας όσο και κατά την αξιολόγησή της όπως και η εξήγηση για τη σημασία τους στην επίλυση των επίδικων θεμάτων. Ο ενάγων κ. XXXXX Κουντουρέτης (Μ.Ε.1), στις Γραπτές του Δηλώσεις (Έγγραφα 1 και 2), εκθέτει τις θέσεις και την εκδοχή του για την ευθύνη που βαραίνει τον κάθε ένα από τους εναγόμενους. Η κυρίως εξέταση του είχε γίνει πριν δηλωθεί απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 και αποσυρθεί η αγωγή εναντίον του εναγομένου 2 όπως και η ανταπαίτηση του τελευταίου και ακολούθησε η αντεξέταση του από τη συνήγορο του εναγομένου
- Επομένως θα επικεντρωθώ στη συνέχεια σε αυτή που αφορά τον εναγόμενο
- Ισχυρίζεται ότι είχε παραχωρήσει πληρεξούσιο έγγραφο στις 28.11.2007 (Τεκμ. 7), στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, για να προβαίνει σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για την επ' ονόματι του μεταβίβαση του εν λόγω διαμερίσματος δυνάμει της συμφωνίας του με την εναγομένη 1 ημερομηνίας 24.10.
- Αυτή, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του κατάθεσε την ως άνω συμφωνία στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας στις 21.12.
- Ο αρμόδιος υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας αποδέχθηκε και ενέκρινε την κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου, το οποίο έλαβε τον αριθμό 4/ΠΩΕ/4536/
- Λόγω μη εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης 1 να του μεταβιβάσει το διαμέρισμα εντός 8 μηνών από της υπογραφής της συμφωνίας, δηλαδή μέχρι την 24.06.2008 και την πάροδο του χρόνου, τον Ιούλιο του 2009 προέβη σε σχετική έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Εξασφάλισε πιστοποιητικό με ημερομηνία 15.07.2009 (Τεκμ. 8), όπου φαίνεται ότι ο μοναδικός δικαιούχος εγγραφής του διαμερίσματος 201 ήταν αυτός. Αυτά, παρά το γεγονός ότι, όπως διαπίστωσε μεταγενέστερα, τον Οκτώβριο του 2009, το διαμέρισμα αποτελούσε αντικείμενο της Συμφωνίας Αντιπαροχής μεταξύ της εναγομένης 1 αφενός και του XXXXX Λούη και Louzakis Real Estates Ltd αφετέρου (Τεκμ. 9), η οποία κατατέθηκε στο κτηματολόγιο Λάρνακας στις 10.01.2007 με αριθμό 4/ΠΩΕ/57/
- Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από το πιστοποιητικό έρευνας ημερομηνίας 19.05.2010 (Τεκμ. 10). Διευκρίνισε ότι στο πιστοποιητικό έρευνας αναφέρεται ότι η αντιπαροχή αφορά δύο διαμερίσματα στο δεύτερο όροφο χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένα στο διαμέρισμα
- Ο δεύτερος όροφος όμως έχει μόνον δύο διαμερίσματα στα οποία αντιστοιχούν οι χώροι στάθμευσης αρ. 1 και 4 και οι αποθήκες 2 και 3 και έτσι για το διαμέρισμα 201, στο οποίο αντιστοιχεί ο χώρος στάθμευσης αρ. 4 και η αποθήκη αρ. 2, υπάρχουν δύο δικαιούχοι εγγραφής. Καταλογίζει την ευθύνη για τη μη υλοποίηση της επίδικης συμφωνίας στους εναγόμενους 1 και 2 αλλά και στον εναγόμενο 3 του οποίου η ευθύνη έγκειται στο ότι Λειτουργοί του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, δεν εξάσκησαν τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το Νόμο και με τη δέουσα επιμέλεια. Στη συνέχεια εξηγεί τον λόγο που είχε διορίσει την Τράπεζα Κύπρου ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να διευθετήσει τη δανειοδότηση του, προκειμένου να εξοφλήσει το διαμέρισμα, ισχυριζόμενος ότι ένας από τους όρους του δανείου ήταν η τράπεζα να λειτουργήσει ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του. Είχε εξασφαλίσει χρηματοδότηση Λ.Κ.40.000,00 από την εν λόγω τράπεζα. Λόγω της μη τήρησης του χρόνου παράδοσης του διαμερίσματος και θεωρώντας πλέον ως ύποπτη τη συμπεριφορά του κ. Κύπρου Κυπριανού (εναγομένου 2 και διευθυντή της εναγομένης 1 όπως τουλάχιστον εμφανιζόταν), έκανε νέα έρευνα το Μάιο του 2010 οπότε και αποκαλύφθηκε ότι το διαμέρισμα είχε πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα στα πλαίσια συμφωνίας αντιπαροχής και ότι η εν λόγω συμφωνία φαίνεται ότι είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο στις 10.01.2007 με αριθμό 4/ΠΩΕ/57/2007 ενώ το δικό του αγοραπωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στις 21.12.2007 με αριθμό 4/ΠΩΕ/4536/
- Τα ως άνω αποκάλυψαν την απάτη που του είχαν στήσει ο κ. XXXXX Κυπριανού και η εταιρεία του, δηλαδή ενώ είχαν από τις 10.01.2007 υπογράψει Συμφωνία Αντιπαροχής, την οποία κατέθεσαν στο Κτηματολόγιο, προχώρησαν παρά ταύτα σε πώληση του ίδιου διαμερίσματος σε αυτόν. Ισχυρίστηκε ότι αυτή η απάτη θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν το Κτηματολόγιο έκαμνε σωστά τη δουλειά του και έκαναν το αυτονόητο, να μη γίνει δηλαδή αποδεκτή η κατάθεση από αυτόν του αγοραπωλητηρίου εγγράφου που έγινε μέσω της Τράπεζας Κύπρου, αφού υπήρχε για το ίδιο διαμέρισμα άλλο αγοραπωλητήριο κατατεθειμένο. Αυτό δεν το έκαμαν με συνέπεια να συνεχίσει να καταβάλλει τις δόσεις του, ενώ μέχρι την ημέρα κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου είχε καταβάλει Λ.Κ. 40.000,
- Ο ενάγων επανέρχεται στο ζήτημα της ευθύνης του εναγομένου 3 στο τέλος της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο 2), επαναλαμβάνοντας ότι εάν το Κτηματολόγιο έκαμνε καλά τη δουλειά του και τον πληροφορούσε για τη συμφωνία αντιπαροχής που υπήρχε κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο για το ίδιο διαμέρισμα, δεν θα προχωρούσε στην εξόφληση και ότι θα κατήγγελλε έγκαιρα τη συμφωνία. Ο ενάγων κατά την αντεξέταση του ρωτήθηκε πότε είχε συνάψει την επίδικη συμφωνία για να καταλήξει μετά από μια σειρά αχρείαστων συλλογισμών, να παραδεχτεί ότι αυτό είχε γίνει στις 24.10.
- Σε υπόδειξη των Τεκμ. 3 και 4, που ήταν οι αποδείξεις πληρωμής έναντι του τιμήματος του διαμερίσματος, παραδέχθηκε ότι είχε καταβάλει το ποσό των Λ.Κ. 36.000,00 στις 19.09.2007 και 26.09.2007 παραδεχόμενος δηλαδή ότι το ως άνω ποσό των Λ.Κ.36.000,00 το είχε καταβάλει πριν τις 24.10.2007 που είχε υπογράψει τη συμφωνία. Παραδέχθηκε ότι μέχρι τότε δεν είχε προβεί σε οποιανδήποτε έρευνα στο Κτηματολόγιο με την οποία να ζητούσε να πληροφορηθεί αν το ακίνητο που είχε αγοράσει βαρυνόταν με οποιαδήποτε βάρη. Παραδέχθηκε επίσης ότι η επίδικη συμφωνία είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο στις 21.12.
- Επανέλαβε ότι η τράπεζα από την οποία είχε εξασφαλίσει δάνειο, προέβη στην κατάθεση της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο όταν είχε πληρώσει και το ποσό των Λ.Κ. 41.000,00 στην εναγομένη 1 με τα χρήματα του δανείου. Ο ίδιος δεν γνώριζε αν τα χρήματα αυτά είχαν πληρωθεί πριν την κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου ή μετά έστω και αν αυτό είχε γίνει την ίδια ημέρα δηλαδή στις 21.12.
- Σε υποβολή ότι μέχρι τις 21.12.2007 δεν είχε προβεί σε έρευνα για να δει αν βαρυνόταν το διαμέρισμα με εμπράγματα βάρη, διερωτήθηκε αν ήταν δουλειά του να το κάνει. Και σε υποβολή ότι ήταν πράγματι δουλειά του να το έκαμνε, απάντησε θέτοντας το ρητορικό ερώτημα «Του κτηματολογίου ποια είναι η δουλειά του;» Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ανέφερε τα εξής: «Ε. Δηλαδή αυτό που θέλω να σε ρωτήσω είναι ότι έδωσες περίπου €100.000,00, χωρίς να κάνεις αίτηση στο Κτηματολόγιο, για να δεις αν υπήρχαν προηγουμένως κάποια βάρη ή αν κατατέθηκε άλλη συμφωνία; Α. Για να είμαι ειλικρινής εγώ δεν ήξερα ότι δικαιούσαι να κάνεις έρευνα. Εγώ ήξερα, όπως μου είπαν η Τράπεζα και ο δικηγόρος, ότι άμα καταθέσεις το αγοραπωλητήριο έγγραφο είσαι ασφαλισμένος.» Στη συνέχεια της αντεξέτασης του διαφάνηκε ότι ο ενάγων είχε την εντύπωση ότι το Κτηματολόγιο είναι υπεύθυνο να διασφαλίζει την περιουσία που αγοράζει κάποιος κάτω από οποιεσδήποτε προϋποθέσεις χωρίς όμως να μπορεί να στηρίξει αυτή την εντύπωση του σε οποιανδήποτε νομοθετική πρόνοια ή υποχρέωση του Κτηματολογίου. Ο ενάγων αντεξετάστηκε και σε σχέση με τα πιστοποιητικά έρευνας που είχε καταθέσει ως Τεκμ. 8 και 10 τα οποία παραδέχθηκε ότι δεν ήταν ο ίδιος που είχε αιτηθεί την εξασφάλιση τους αλλά κάποια XXXXX Στυλιανού η οποία είχε αγοράσει και αυτή διαμέρισμα στην ίδια πολυκατοικία η οποία του τα είχε δώσει σε μεταγενέστερο χρόνο. Ο ίδιος ποτέ δεν αιτήθηκε πιστοποιητικό έρευνας για να έχει το ιστορικό του διαμερίσματος ή του κτήματος επί του οποίου ανεγέρθηκε η πολυκατοικία. Παραδέχθηκε ότι στο Τεκμ. 8 δεν αναγράφει το διαμέρισμα
- Ανέφερε όμως ότι στη 1η σελίδα του τεκμ. 8 αναγράφει ότι υπάρχει κατατεθειμένη συμφωνία αντιπαροχής. Σε υποβολή ότι από το Τεκμ. 8 δεν προκύπτει ότι είναι ο μοναδικός δικαιούχος απάντησε ως εξής: «Α. Ok, απλώς εγώ είπα σας δεν έκανα έρευνα επειδή δεν το ήξερα ότι δικαιούμουν να κάνω έρευνα ας πούμε, αλλά και έρευνα να έκαμνα, θα έπιανα τούντο χαρτί, δεν θα έγγραφε πούποτε ότι το 201 είναι κάποιου άλλου. Που να σκεφτώ εγώ ότι αντιπαροχή μπορεί να εννοεί το
- Άρα πάλε θα επροχώρουν να το αγόραζα. Ήταν να πω ok, εν καθαρό το
- Και έρευνα να έκανα πάλε θα επροχώρουν.» Στη συνέχεια, σε σχέση με το πιστοποιητικό έρευνας (Τεκμ. 10), και σε ερώτηση αν αναφέρει πουθενά το Διαμ. 201 ανέφερε επί λέξει: «Α. Γράφει ότι το 201 εν αντιπαροχή. Γράφει ακόμα, για να δεις το λάθος που εγίνηκε πως είναι, γράφει 2 διαμερίσματα στο δεύτερο όροφο αντιπαροχή. Ακόμα δεν γράφει ότι το 201 αγοράστηκε, εν αντιπαροχή. Γράφει 2 διαμερίσματα στον δεύτερο όροφο.» Συμφώνησε στη συνέχεια ότι δεν είχε δει τη συμφωνία αντιπαροχής. Και σε υποβολή ότι δεν αναγράφεται κάτι τέτοιο σε αυτή απάντησε: «Α. Ok. Ναι μάλλον.» Στη συνέχεια, σε σχέση με τις αναγραφές στα ως άνω πιστοποιητικά έρευνας και τη διαφοροποίηση που υπάρχει σε αυτά, παραδέχθηκε ότι οι διαφορές είναι μόνο τα διαφορετικά μερίδια των ιδιοκτητών όπου στο ένα αναφέρεται το ½ μερίδιο της Famagusta Developers και το άλλο στο ¼ μερίδιο που ανήκει στον κ. XXXXX Κυριάκου. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του έγινε λόγος για την προσπάθεια που καταβλήθηκε από το Κτηματολόγιο να του εξασφαλίσει κάποιο άλλο διαμέρισμα μετά που κατατέθηκε η επίδικη συμφωνία και συγκεκριμένα την κα XXXXX Πάλμα και το Διευθυντή του Κτηματολογίου, με το μάρτυρα να διστάζει αρχικά να απαντήσει και να προσποιείται άγνοια του γεγονότος, αναφέροντας ότι κανένας δεν είχε επικοινωνήσει μαζί του, ανασκευάζοντας στη συνέχεια αυτή τη θέση του παραδεχόμενος ότι πράγματι είχαν γίνει επαφές προσδιορίζοντας τις χρονικά το 2010 μετά δήθεν που ανακάλυψε τη διπλοπώληση και ότι υπήρξε συζήτηση των προτάσεων που του έκαμνε η Famagusta να του δώσει άλλο διαμέρισμα στην ίδια πολυκατοικία. Αρνήθηκε υποβολή ότι μετά από 15 με 20 ημέρες από την κατάθεση της Συμφωνίας στο Κτηματολόγιο επικοινώνησε μαζί του η κα XXXXX Πάλμα και τον ενημέρωσε για την ύπαρξη της συμφωνίας αντιπαροχής. Παρόλα αυτά δεν έδωσε οδηγίες στην Τράπεζα του να μη προβεί σε άλλη πληρωμή και ειδικά του ποσού των €17.086,00 στις 28.08.
- Ανέφερε ότι δεν ήξερε τι απέγινε η καταγγελία του στην αστυνομία εναντίον του κ. XXXXX Κυπριανού και ούτε τον ενδιέφερε. Ο κ. XXXXX Στυλιανού (Μ.Ε.2), εργάζεται στην Υπηρεσία Διακανονισμών Χρεών της Τράπεζας Κύπρου. Εξήγησε ότι η αίτηση και παροχή της χρηματοδότησης έγινε στο κατάστημα της τράπεζας στα Λεύκαρα. Αργότερα λόγω του ότι έπαυσε να εξυπηρετείται το δάνειο, μεταφέρθηκε στην Υπηρεσία του γι' αυτό και κατέχει αρμοδίως το φάκελο του δανείου. Επρόκειτο, ανέφερε, για ένα στεγαστικό δάνειο για το ποσό των €77.030,00 και αφορούσε την αγορά ενός διαμερίσματος από τον ενάγοντα από την K. & M. Famagusta Developers Ltd. Η τράπεζα ενέγραψε υποθήκη προς όφελος της στο 1/7 μερίδιο του συγκεκριμένου συγκροτήματος το οποίο θα ανεγειρόταν. Κατάθεσε ως Τεκμ. 17 τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης μαζί με τα πρακτικά της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Famagusta για την έγκριση του για την εγγραφή υποθήκης σε περιουσία της εταιρείας. Αντίγραφο του Πωλητηρίου Εγγράφου κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Τη συμφωνία στεγαστικού δανείου την κατάθεσε ως Τεκμ.
- Ανέφερε ότι η τράπεζα δεν είχε ευθύνη κατάθεσης της Συμφωνίας για σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης. Κατά την κατάθεση της υποθήκης, εξήγησε, το Κτηματολόγιο τους είχε ενημερώσει για την ύπαρξη άλλων 4 πωλητηρίων εγγράφων τα οποία αναγράφονται πάνω στην υποθήκη, έτσι θεώρησαν ότι αφορούσε τα άλλα διαμερίσματα τα οποία κτίζονταν στο συγκρότημα και όχι αυτό που τους ενδιέφερε που είχε αγοράσει ο ενάγων. Σε ερώτηση αν για το συγκεκριμένο διαμέρισμα υπήρχε κα δεύτερο πωλητήριο έγγραφο τι θα έκαμναν; Ανέφερε ότι: «Δεν θα επιτρέπαμε τη χρηματοδότηση. Σίγουρα η τράπεζα δεν θέλει να εμπλέκεται σε τέτοιου είδους διαδικασίες.» Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποιος κατάθεσε το πωλητήριο έγγραφο στο κτηματολόγιο. Το πληρεξούσιο έγγραφο, εξήγησε, που τους είχε παραχωρήσει ο ενάγων δεν αφορούσε αυτόν τον σκοπό αλλά την υποθήκευση του ακινήτου όταν θα εκδιδόταν χωριστός τίτλος. Ο μάρτυς σε αναφορά στο Τεκμ. 6, ανέφερε ότι φαίνεται ανάληψη του ποσού των €17.086,00 στις 29.08.2008 που ήταν μέρος του ποσού της δανειοδότησης του ενάγοντος το οποίο πληρώθηκε απευθείας στην εναγομένη 1 και εξήγησε την πρακτική που ακολουθείται με την σταδιακή καταβολή του ποσού της δανειοδότησης όταν το ακίνητο που αγοράζεται είναι υπό ανέγερση, και αυτό γίνεται μέχρι και την ολοκλήρωση του έργου. Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων υπέθεσε ότι θα είχε ζητήσει από την τράπεζα να καταβάλει το ποσό αυτό στην εναγομένη
- Ουσιαστικά δηλαδή ήταν ο ίδιος ο ενάγων που προέβη στην αποπληρωμή του τιμήματος προς την εναγομένη
- Σε σχέση με τη μη αποπληρωμή του δανείου που παραχώρησαν, ανέφερε ότι έχουν εγείρει αγωγή και αναμένουν το αποτέλεσμα της και αυτό και σε σχέση με την υποθήκη του 1/7 μεριδίου του συγκροτήματος. Η τράπεζα, εξήγησε, δεν γνώριζε για την ύπαρξη συμφωνίας αντιπαροχής όταν ενέκρινε το δάνειο προς τον ενάγοντα. Ανέφερε ότι είχαν αντιληφθεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά σε σχέση με την χρηματοδότηση του ενάγοντος όταν πλέον είχε εκταμιευθεί όλο το ποσό της χρηματοδότησης του και είχε αρχίσει αστυνομική έρευνα μετά από καταγγελία που έκανε ο ενάγων εναντίον των εναγομένων 1 και
- Στα πλαίσια της αστυνομικής διερεύνησης ανέφερε ότι είχε δοθεί κατάθεση εκ μέρους της τράπεζας στις 23.08.
- Ο ενάγων δεν τους είχε ενημερώσει ούτε για την καταγγελία του ούτε και για την κατάληξη της διερεύνησης της υπόθεσης από την αστυνομία. Ο κ. XXXXX Σωφρονίου (Μ.Ε.3), είναι και αυτός υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου και κλήθηκε για να αναφερθεί για το τι ποσό οφείλεται σήμερα και τι ποσό πληρώθηκε. Το δάνειο, ανέφερε, χορηγήθηκε την 21.12.2007 σε Κυπριακές Λίρες και αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.41.131,11σ. στη συνέχεια έγινε ακόμα μια ανάληψη ύψους €17.086,00 στις 29.08.
- Είχαν γίνει κάποιες πιστώσεις - πληρωμές έναντι του πιο πάνω δανείου οι οποίες στη συνέχεια σταμάτησαν. Το ποσό που οφειλόταν μέχρι την 3.01.2018 ήταν €74.485,72σ. Κατάθεσε ως Τεκμ. 20 την κατάσταση λογαριασμού του δανείου του ενάγοντος. Η κα XXXXX Κάρουλλα (Μ.Υ.) της οποίας η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο 3, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι είναι Βοηθός Κτηματολογικός Λειτουργός, Υπεύθυνη του Τομέα Αναγκαστικών Πωλήσεων και Επιβαρύνσεων, τοποθετημένη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. Δήλωσε ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από μελέτη του φακέλου ο οποίος τηρείται στα γραφεία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στη δήλωση της. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι το οικόπεδο με αρ. τεμαχίου 8XXXXX6, Φ/Σχ. 40/63 Ε1 στην ενορία Βλάχος του Δήμου Αραδίππου είναι εγγεγραμμένο με την εγγραφή 34/859, ¼ μερίδιο, στο όνομα του XXXXX Λούη, ¼ μερίδιο, στο όνομα της Louzaks Real Estates Ltd και 2/4 μερίδια στο όνομα της υπό εκκαθάριση σήμερα εταιρείας Κ & Μ (Famagusta) Developers and Constructions Ltd (εναγομένης 1). Προηγουμένως, ολόκληρο το ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα των: α) XXXXX Λούη το ¼ μερίδιο και β) της Louzaks Real Estates Ltd τα ¾ μερίδια, οι οποίοι στις 28.11.2006 συμβλήθηκαν με την εναγομένη 1 και υπέγραψαν Συμφωνία Αντιπαροχής, η οποία στις 10.01.2007, κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας με αριθμό ΠΩΕ 57/
- Παρουσίασε ως Τεκμ. 21 πιστοποιητικό έρευνας υπογεγραμμένο από τον αρμόδιο λειτουργό, το οποίο εξασφάλισε από τα αρχεία του Κτηματολογίου ενόψει της κατάθεσης της στο Δικαστήριο. Με τη Συμφωνία Αντιπαροχής, το οικόπεδο παραχωρείτο από τους ιδιοκτήτες του στην εναγομένη 1 που ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει μέσα σε αυτό κτιριακό συγκρότημα διαμερισμάτων με αντάλλαγμα την παραχώρηση σε αυτούς των δύο διαμερισμάτων του 2ου ορόφου καθώς και δύο χώρων στάθμευσης με αρ. 1 και 4 και δύο αποθηκών με αρ. 2 και
- Οι ιδιοκτήτες του οικοπέδου, σύμφωνα με τη συμφωνία, θα μεταβίβαζαν σταδιακά στην εναγομένη 1 μέχρι την ημερομηνία παράδοσης σε αυτούς των δύο διαμερισμάτων τα ¾ μερίδια του οικοπέδου. Τόσο η εναγομένη 1 όσο και οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του οικοπέδου είχαν το δικαίωμα να πωλούν ο καθένας τα δικά του διαμερίσματα. Παρουσίασε ως Τεκμ. 22 αντίγραφο της Συμφωνίας Αντιπαροχής. Στις 21.12.2007 κατατέθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, πωλητήριο έγγραφο με πωλήτρια την εναγομένη 1 και αγοραστή τον ενάγοντα. Με το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 24.10.2007, το οποίο έγινε αποδεκτό με το διακριτικό αριθμό ΠΩΕ 4536/2007, συμφωνήθηκε να πωληθεί στον ενάγοντα αντί του ποσού των Λ.Κ.77.000,00 το διαμέρισμα αρ. 201 στον 2ο όροφο καθώς και ο χώρος στάθμευσης αρ. 4 και η αποθήκη αρ.
- Ανέφερε ότι το Κτηματολόγιο δεν έχει εκ του Νόμου καθήκον να αναφέρει σε πρόσωπο που καταθέτει εμπράγματο βάρος την ύπαρξη τυχόν άλλων εμπράγματων βαρών. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να λάβει πιστοποιητικό έρευνας καταβάλλοντας τα νενομισμένα τέλη και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 51 Α του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή, Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 για την παροχή πληροφοριών το οποίο εισήχθη στο δικαιϊκό μας σύστημα με την τροποποίηση του βασικού νόμου με τον Ν. 18/1980 άρθρο
- Το Κτηματολόγιο δεν έχει επίσης νομική υποχρέωση να μην αποδεχθεί την κατάθεση δεύτερου ή τρίτου πωλητηρίου εγγράφου για την πώληση του ίδιου ακινήτου. Όλες οι πράξεις του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας στην προκείμενη περίπτωση ισχυρίστηκε πως ήταν νόμιμες και κανονικές και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας. Η μάρτυς σε περαιτέρω ερωτήσεις εξήγησε ότι η διαφορά που υπάρχει στις αναγραφές των Τεκμ. 8 και 10 οφείλονται στα διαφορετικά μερίδια που είχαν οι ιδιοκτήτες του κτήματος ανάλογα με τη χρονική περίοδο που αυτά ετοιμάστηκαν. Εξήγησε περαιτέρω κατά την αντεξέταση της και όπως διευκρίνισε κατά την επανεξέταση της ότι στα Τεκμ. 8 και 10 δεν γίνεται αναφορά στα διαμερίσματα 201 και 202 σε σχέση με τη Συμφωνία Αντιπαροχής. Η αναφορά γινόταν για δύο διαμερίσματα στον δεύτερο όροφο, καταχώρηση που έγινε σύμφωνα με τη συμφωνία που είχε κατατεθεί ως ΠΩΕ 57/
- ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είχαν την καλοσύνη να μου προσκομίσουν γραπτά κείμενα των αγορεύσεων τους στις οποίες, εκτός από την ανάλυση της δοθείσας μαρτυρίας στην οποία προβαίνουν, με παρέπεμψαν και σε σχετική επί διαφόρων ζητημάτων που ενδιαφέρουν νομολογία και αυθεντίες. Τις μελέτησα με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις επισημάνσεις τους, οι οποίες ομολογώ ότι στάθηκαν αρκούντως υποβοηθητικές στο έργο μου. Όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια, κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει, θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε αυτές. ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατάθεσαν για τους διαδίκους στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρος (βλ. C & A Pelekanos Assoc.Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Για τον τρόπο αντίκρισης μιας μαρτυρίας έχω περαιτέρω υπόψη μου τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Λαμβάνω επίσης υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. πάνω στο ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 ΑΑΔ 339 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.,
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι:«... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Στην υπόθεση Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω τη σύγκριση και αντιπαραβολή της προφορικής μαρτυρίας, τις παραδοχές και αρνήσεις των μαρτύρων σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία έχω εξετάσει και μελετήσει με προσοχή, και σε συσχετισμό ασφαλώς με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson on Evidence 14η έκδοση
(1990)Παρ. 12 - 20 και Λάρκου κ.α. v. Παναγή,
(1996)1 ΑΑΔ 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447). Στη διεργασία διάπλασης ευρημάτων γεγονότων, έλαβα υπόψη μου επιπρόσθετα την ύπαρξη ή παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας, με γνώμονα το γενικό κανόνα ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρος είτε σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του είτε σε σχέση με ισχυρισμούς που εκπηγάζουν από τη δικογραφία, ισοδυναμεί κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις με αποδοχή τους (βλ. Aloupou and another v. Hji Georghiou and Another and the Attorney General of the Republic
(1984)CLR 475). Δεν θα πρέπει επίσης να διαφεύγει της προσοχής, ότι η απουσία αντεξέτασης δυνατό να μην αποσείσει, αφ' εαυτής, το όποιο βάρος απόδειξης έχει η κάθε πλευρά να αποσείσει σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα (βλ. Πιττάλη κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.,
(1997)1 ΑΑΔ 814). Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν τη μαρτυρία, κατά τον τρόπο βέβαια που η κάθε πλευρά την αντιλήφθηκε, και τις θέσεις ή απόψεις τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης και την ερμηνεία που η κάθε πλευρά προσέδωσε σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος να προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και όπου χρειαστεί θα αναφερθώ εκ νέου στις πιο πάνω όπως και σε άλλες ασφαλώς νομολογιακές αρχές και αυθεντίες. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: Στην υπόθεση Κρητικού v. Π. Γ. Παυλίδης Enterprises Ltd,
(2002)1 A.A.Δ. 969 και στην υπόθεση Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company Ltd,
(2013)1 AAΔ 2357 τονίστηκε η ανάγκη ανάλυσης της μαρτυρίας κατά τρόπο που να εστιάζεται σε εκείνα τα θέματα που έχουν άμεση σχέση με τα επίδικά ζητήματα, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στις σωστές τους διαστάσεις και να επιλύονται πάνω σε αιτιολογημένη βάση. Επομένως, θα προχωρήσω στη συνέχεια στην ανάλυση της μαρτυρίας που δόθηκε και όπου χρειαστεί θα εκθέτω την κρίση μου επί αυτής με την εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων. Κατά την άποψη μου η αντεξέταση του ενάγοντος από την ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου 3 κρίνω ότι ήταν εύστοχη και εστιάστηκε, όπως θα πρέπει κάθε φορά, σε όσα ενδιαφέρουν. Δεν αντεξετάστηκε επί παντός επιστητού αλλά επί των ουσιωδών θεμάτων που ενδιαφέρουν την υπόθεση και όσων ήθελαν να διευκρινιστούν προς ανάδειξη της Υπεράσπισης του εναγομένου 3 αλλά και στο να πλήξει την αξιοπιστία του ενάγοντος σε ορισμένα καίριας σημασίας ζητήματα όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια. Διέκρινα ενόψει της γενικότερης υπερασπιστικής γραμμής ότι όπου θα έπρεπε να είχαν ερωτηθεί οι μάρτυρες για να διευκρινιστούν κάποια θέματα ή όπου έπρεπε να τους υποβληθεί η θέση της Υπεράσπισης επί αυτών για να τη σχολιάσουν ότι αυτό έγινε, ανάλογα ασφαλώς με το τι ο καθένας κλήθηκε για να καταθέσει για όσα ασφαλώς ενέπιπταν εντός του πεδίου της γνώσης του. Ο Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην Αγ. 1057/2004 του Ε.Δ. Λάρνακας Σάββας Μ. Πίριλλος Λτδ v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου με ημερομηνία 9.01.2008 έθεσε το ζήτημα επί της ορθής του διάστασης αναφέροντας τα ακόλουθα: «Το καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογεί τη μαρτυρία δεν ατονεί υπό την έννοια ότι οφείλει να αποδεχθεί οπωσδήποτε οποιουσδήποτε ισχυρισμούς επειδή έμειναν χωρίς αντεξέταση και επειδή δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία. Όταν μάλιστα από το σύνολο των περιστατικών προκύπτει ότι η παράλειψη της άλλης πλευράς δεν μπορεί να εκληφθεί ως παραδοχή.» Η απουσία αντεξέτασης δυνατό να μην αποσείει, αφ' εαυτής το όποιο βάρος απόδειξης υπέχουν οι διάδικοι σε σχέση με τα επίδικα ή σχετικά με αυτά γεγονότα (βλ. Πιττάλης κ.α. v. ΙΑΝΙRA Enterprises Ltd κ. ά,
(1997)1(Β) ΑΑΔ σελ. 814, βλ. ακόμα Τ. Ηλιάδη Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 220-221 και Phipson On Evidence παρ. 12-13). Η πλευρά δε του εναγομένου 3 δεν είχε καμιά υποχρέωση να προσκομίσει μαρτυρία για να αποδείξει τον νόμο στον οποίο εδραζόταν κατ' ουσία η υπεράσπιση του. Ο νόμος είναι αυταπόδειχτος και δεν επιδέχεται την προσαγωγή μαρτυρίας σύμφωνα με το σύγγραμμα «Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ» σελ. 61 επ. Έκδοση του 1983 του Γιώργου Π. Κακογιάννη. Ο ενάγων (Μ.Ε.1), κρίνω ότι δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου και αυτό το αποδίδω στην αγωνιώδη προσπάθεια του να βοηθήσει την υπόθεση του, όπως την αντιλαμβανόταν ασφαλώς ο ίδιος, επιρρίπτοντας οπωσδήποτε ευθύνη στον εναγόμενο 3 για ευνόητους λόγους. Παρόλο ότι η υπόθεση τελικά θα κριθεί στη βάση της νομικής της υφής και διάστασης θα παραθέσω κάποια από τα σημεία της μαρτυρίας του για τα οποία ελέγχεται η αξιοπιστία του και/ή κρίνεται ως αντιφατική. Διέκρινα ότι προσπάθησε να δώσει μια θολή εικόνα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης πιστεύοντας ότι ενδεχόμενα η απόκρυψη τους θα βοηθούσε την υπόθεση του. Το πρώτο σημείο αφορά την κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Κτηματολόγιο. Ανέφερε ότι είχε υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο στην τράπεζα και ότι αυτή είχε αναλάβει τα υπόλοιπα όπως και η κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Όπως όμως εξήγησε ο κ. XXXXX Στυλιανού (Μ.Ε. 2), μάρτυρας τον οποίο ο ίδιος κάλεσε, αυτό δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια εφόσον το πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο πράγματι είχε υπογραφεί από τον ενάγοντα αποσκοπούσε σε ενέργειες που θα ακολουθούσαν την έκδοση τίτλου για το διαμέρισμα και την υποθήκευση του και όχι την κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, κάτι στο οποίο, όπως ανέφερε, δεν αναμειγνύεται η τράπεζα σε τέτοιες περιπτώσεις. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμ. 7), πράγματι διαπιστώνεται η αλήθεια των όσων ο κ. XXXXX Στυλιανού ανέφερε. Επομένως η θέση του ενάγοντος επί του προκειμένου απορρίπτεται ως αστήρικτη, ανακριβής και εν τέλει η μαρτυρία του είναι αντιφατική ως προς μαρτυρία την οποία ο ίδιος παρουσίασε μέσω του μάρτυρος του, του κ. XXXXX Στυλιανού. Ο κ. XXXXX Στυλιανού δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος είχε καταθέσει το επίδικο Πωλητήριο Έγγραφο. Αυτό θα μπορούσε να το είχε κάνει, όπως ανέφερε ο κ. XXXXX Στυλιανού, είτε ο ενάγοντας που τον ενδιάφερε είτε και η εναγομένη
- Το ζήτημα αυτό εν τέλει παρέμεινε αδιευκρίνιστο μέχρι τέλους. Το δεύτερο σημείο το οποίο εντόπισα και για το οποίο ο ενάγων θέλησε να παραποιήσει τα γεγονότα ήταν όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του αν είχε επαφή με αρμοδίους Λειτουργούς του Κτηματολογίου το αμέσως μετά την κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου χρονικό διάστημα, και ενώ αρχικά αρνήθηκε κάτι τέτοιο, στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι είχε αυτή την επαφή τόσο με την κα XXXXX Πάλμα του Κτηματολογίου, όσο και με το Διευθυντή του. Μάλιστα διερωτώμενος πονηρά, όπως κρίνω, για ποιο σκοπό τον ήθελαν αν είχαν κάμει σωστά τη δουλειά τους χωρίς να διευκρινίζεται με ποιού την πρωτοβουλία έγιναν αυτές οι επαφές. Το Κτηματολόγιο δεν είχε κανένα λόγον, όπως άφησε να νοηθεί ο ενάγων να αναλάβει τέτοια πρωτοβουλία ή διαμεσολάβηση του με την εναγομένη
- Το τελευταίο κρίνω ότι είναι εκ των υστέρων σκέψη για να μη φανεί ότι ενώ γνώριζε από το χρονικό διάστημα αμέσως μετά την κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου ότι υπήρχε κατατεθειμένη η Συμφωνία Αντιπαροχής, εντούτοις αυτός προχώρησε ακόμα και μέσα στο 2008 και κατέβαλε και άλλο ποσό έναντι του τιμήματος του διαμερίσματος, το ποσό των €17.086,00 στις 29.08.2008 όπως φαίνεται και στο Τεκμ.
- Διαπιστώνω ότι ο ενάγων ακόμα και με την παρουσίαση των δύο πιστοποιητικών έρευνας, Τεκμ. 8 και 10, που δεν ήταν ο ίδιος που είχε αιτηθεί στο Κτηματολόγιο για να τα εξασφαλίσει όπως ισχυρίστηκε αρχικά και ανασκεύασε στη συνέχεια, παραδεχόμενος ότι του τα είχε δώσει σε μεταγενέστερο χρόνο κάποια άλλη αγοράστρια διαμερίσματος στην ίδια πολυκατοικία, προσπάθησε να παρουσιάσει μια συγκεχυμένη εικόνα ως προς το πότε είχε αντιληφθεί ότι το διαμέρισμα που είχε αγοράσει ήταν δεσμευμένο δυνάμει της Συμφωνίας Αντιπαροχής υπέρ των αρχικών ιδιοκτητών του οικοπέδου και της εναγομένης
- Ένα άλλο σημείο για το οποίο κρίνω ότι ο μάρτυς δεν θέλησε να αποκαλύψει την όποια αλήθεια ήταν η κατάληξη της ποινικής υπόθεσης που είχε εγερθεί μετά από το παράπονο του στην Αστυνομία. Μου προκάλεσε αρνητική εντύπωση η επίδειξη άγνοιας γι' αυτή όταν αντιλαμβάνομαι ο ίδιος θα είχε καταθέσει, αν έγινε ακρόαση της, ως παραπονούμενος αλλά και η απάντηση του ότι δεν τον ενδιέφερε προκαλεί αρνητικούς συνειρμούς όταν μάλιστα στις παρ. 12 της Γραπτής Δήλωσης του και παρ. 8 της Συμπληρωματικής Γραπτής Δήλωσης του (Έγγραφα 1 και 2) αναφέρεται σε ποινική υπόθεση η εκδίκαση της οποίας ολοκληρώθηκε. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα της δεν θέλησε να αποκαλύψει στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ο ενάγων, ανέφερε περαιτέρω ότι εξασφάλισε για πρώτη φορά πιστοποιητικό έρευνας στις 21.07.2009 και αργότερα στις 19.05.2010 (παρ. 8 της Γραπτής Δήλωσης του). Στο στάδιο της αντεξέτασης του όμως ανέφερε ότι την έκδοση των πιστοποιητικών έρευνας αιτήθηκε άλλο πρόσωπο το οποίο του έδωσε αργότερα και ότι ο ίδιος ουδέποτε προέβη σε έρευνα στο Κτηματολόγιο σε σχέση με το ακίνητο που θα αγόραζε ή αγόρασε γιατί δεν ήξερε καν ότι είχε δικαίωμα να κάνει τέτοια έρευνα. Αναφέρει ότι ως του λέχθηκε από την Τράπεζα και το δικηγόρο του, «άμα καταθέσεις το αγοραπωλητήριο έγγραφο είσαι ασφαλισμένος» κάτι που τον είχε οδηγήσει στο να επαναπαυθεί. Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το σημείο για την διάψευση που έγινε των ως άνω από τον κ. XXXXX Στυλιανού (Μ.Ε.2), αποφεύγοντας τις επαναλήψεις. Όμως εφόσον δεν είχε αιτηθεί πιστοποιητικό έρευνας, ως είχε δικαίωμα να κάνει σύμφωνα με την νομοθεσία, δεν μπορεί εκ των υστέρων να αιτιάται ευθύνη του εναγομένου 3 καθώς δεν τον είχε ενημερώσει το Κτηματολόγιο έγκαιρα για την ύπαρξη της Συμφωνίας Αντιπαροχής που επηρέαζε το επίδικο διαμέρισμα. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι δε γνωρίζει γιατί απέσυρε την Αγωγή εναντίον του εναγομένου 2 και δεν είναι «άνευ βλάβης» όπως παρενέβη και ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του όταν ο ενάγων ρωτήθηκε για το ζήτημα αυτό. Άγνοια η οποία κατά την άποψη μου και πάλι καθιστά τη μαρτυρία του ως μη πειστική και αόριστη αφήνοντας κενά τα οποία προσμετρούν σε βάρος της αξιοπιστίας του. Τα υπόλοιπα που ανέφερε ο μάρτυς σε σχέση με τη συμφωνία που συνήψε με την εναγόμενη 1, την εκ μέρους του εκπλήρωση των υποχρεώσεων του, τη μη τίμηση της συμφωνίας για την παράδοση του διαμερίσματος εντός του χρονικού πλαισίου που είχε συμφωνηθεί από πλευράς της εναγομένης 1 μέχρι και σήμερα και τα σχετικά με την δανειοδότηση του δεν έχουν αμφισβητηθεί και παρέμειναν αναντίλεκτα. Δεν είναι όμως αυτά που θα κρίνουν την υπόθεση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του κ. XXXXX Στυλιανού (Μ.Ε.2) ως ειλικρινή και αληθινή και ως τεκμηριωμένη σε σχέση με τα γεγονότα για τα οποία ρωτήθηκε. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του αλλά και στα τεκμήρια που κατέθεσε για να εξαγάγω τα δικά μου συμπεράσματα για τα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης. Η μαρτυρία από την άλλη του κ. XXXXX Σωφρονίου (Μ.Ε.3) δεν απέδωσε τα αναμενόμενα στην πλευρά του ενάγοντος που τον κλήτευσε εφόσον για όσα του ζητήθηκαν να πει, χωρίς να είχε φέρει τον φάκελο που αφορούσε το δάνειο του ενάγοντος, δήλωσε άγνοια ή αδυναμία. Επομένως παρέμεινε αόριστη και εν τέλει κρίνεται ως αδιάφορη ως προς τα επίδικα γεγονότα. Η κα XXXXX Κάρουλλα (Μ.Υ.), μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρος. Η αντεξέταση της περιστράφηκε γύρω από πληροφοριακού τύπου ερωτήσεις και δεν αποσκοπούσε, όπως αντιλήφθηκα, στο να πληγεί η αξιοπιστία της. Αφορούσε τη διευκρίνιση μάλλον κάποιων ζητημάτων που ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντος έκρινε ότι μπορούσε να διευκρινίσει η μάρτυρας ως εκ της θέσης της. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή όπως και στο περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία κατάθεσε. ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Η βάση της απαίτησης του ενάγοντος εδράζεται κατά πρώτον στις δόλιες ενέργειες των εναγομένων 1 και 2 και κατά δεύτερον σε ισχυριζόμενη αμέλεια και παράβαση εκ του Νόμου απορρέοντος καθήκοντος του εναγομένου
- Εφόσον η αγωγή, όπως ανέφερα και πιο πάνω, είχε ως εξέλιξη την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 1 και την απόρριψη της αγωγής εναντίον του εναγομένου 2 όπως και της ανταπαίτησης του τελευταίου, η ανάλυση μου θα εστιαστεί στη δεύτερη ως άνω βάση. Η μαρτυρία κατέδειξε τα ακόλουθα αναμφισβήτητα γεγονότα τα οποία καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα μου: (α) Στις 21.12.2007 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Πωλήσεως Γής (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232 το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 24.10.2007 με πωλήτρια την εναγομένη 1 και αγοραστή τον ενάγοντα και έλαβε το διακριτικό αριθμό ΠΩΕ 4536/
- (β) Στις 10.01.2007 είχε ήδη κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας με αριθμό ΠΩΕ 57/2007 Συμφωνία Αντιπαροχής ημερομηνίας 28.11.2006 μεταξύ της εταιρείας Louzaks Real Estates και του XXXXX Λούη ως Ιδιοκτητών και της υπό εκκαθάριση σήμερα εταιρείας K & M (Famagusta) Developers and Constructions Ltd (εναγομένης 1) ως Εργολήπτριας. (γ) Με τη Συμφωνία Αντιπαροχής, το οικόπεδο με αρ. εγγραφής 34/8XXXXX9, τεμάχιο 8XXXXX6, Φ/Σχ. 40/63 Ε1, τμήμα 34, τοποθεσία Βλάχος, Δήμος Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας παραχωρείτο από τους ιδιοκτήτες του στην εναγομένη 1 η οποία ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει μέσα σε αυτό κτιριακό συγκρότημα διαμερισμάτων, με αντάλλαγμα την παραχώρηση σε αυτούς των δύο διαμερισμάτων του 2ου ορόφου καθώς και δύο χώρων στάθμευσης με αρ. 1 και 4 και δύο αποθηκών με αρ. 2 και
- Οι ιδιοκτήτες του οικοπέδου σύμφωνα με τη συμφωνία θα μεταβίβαζαν σταδιακά στην εναγομένη 1 μέχρι την ημερομηνία παράδοσης σε αυτούς των δύο διαμερισμάτων τα ¾ μερίδια του οικοπέδου. Τόσο η εναγομένη 1 όσο και οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του οικοπέδου είχαν το δικαίωμα να πωλούν ο καθένας τα δικά του διαμερίσματα. Ο βασικός ισχυρισμός του ενάγοντος είναι ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 τον ξεγέλασαν αφού του απέσπασαν το ποσό των €119.602,10σ. και του παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν ο μοναδικός αγοραστής και δικαιούχος προς εγγραφή του εν λόγω διαμερίσματος ενώ γνώριζαν ότι το διαμέρισμα είχε πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο δυνάμει συμφωνίας αντιπαροχής και ότι γνώριζαν ότι η συμφωνία μεταξύ αυτού και της εναγομένης 1 κατέστη παράνομη και ανεκτέλεστη ένεκα των πράξεών τους. Αυτή η απάτη, ανέφερε περαιτέρω ο ενάγων, θα μπορούσε να αποφευχθεί εάν το Κτηματολόγιο «έκαμνε καλά τη δουλειά του». Τα παράπονα του ενάγοντος εναντίον του εναγομένου 3 συνίστανται στα εξής δύο σημεία: i. Το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας αποδέχτηκε την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 24.10.2007 ενώ είχε προηγηθεί η κατάθεση της Συμφωνίας Αντιπαροχής ημερομηνίας 28.11.
- ii. Το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας παρέλειψε να ενημερώσει τον ενάγοντα τόσο κατά το χρόνο της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 24.10.2007 όσο και κατά τη διεξαγωγή έρευνας τον Ιούλιο του 2009 για την προγενέστερη κατάθεση της Συμφωνίας Αντιπαροχής. Επομένως, αυτό που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει σε σχέση με τον εναγόμενο 3, είναι: (α) κατά πόσο υπήρξε αμέλεια του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και/ή των υπαλλήλων αυτού, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και/ή (β) κατά πόσο ο εναγόμενος 3 παρέβηκε οποιοδήποτε καθήκον το οποίο απέρρεε από το Νόμο σε σχέση πάντοτε με την αποδοχή της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου και της ενημέρωσης του ενάγοντος για την προγενέστερη κατάθεση της Συμφωνίας Αντιπαροχής και εάν αυτά είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ζημιάς στον ενάγοντα. Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό περί παράλειψης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας να ενημερώσει τον ενάγοντα τόσο κατά το χρόνο της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 24.10.2007 όσο και κατά τη διεξαγωγή έρευνας τον Ιούλιο του 2009 για την προγενέστερη κατάθεση της Συμφωνίας Αντιπαροχής. Η πλευρά του ενάγοντος δεν με παρέπεμψε σε νομοθετική διάταξη που να προνοεί για καθήκον έναντι προσώπου που καταθέτει εμπράγματο βάρος για την πληροφόρηση του για την ύπαρξη τυχόν άλλων προγενέστερων εμπραγμάτων βαρών. Ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα και μπορεί να λάβει πιστοποιητικό έρευνας για την παροχή πληροφοριών καταβάλλοντας τα νενομισμένα τέλη και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 51 Α του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή, Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.
- H αδελφή δικαστής Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. στην απόφαση Olga Chafranska v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγ. 352/2006 του Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 1.09.2010, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως και η νομική της πτυχή, αποφάσισε τα ακόλουθα, τα οποία υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας: «Σχετικοί με το υπό εξέταση θέμα είναι ο Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος Κεφ. 224, ο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος (Ν.9/1956)και ο Νόμος περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Κεφ. 232[2]. Επίκληση οποιουδήποτε άρθρου το οποίο να επιβάλει καθήκον Κτηματολογικού Λειτουργού να ενημερώσει ενδιαφερόμενο πρόσωπο αναφορικά με την ύπαρξη οιουδήποτε εμπράγματου βάρους επί ακίνητης ιδιοκτησίας και ειδικά κατά το στάδιο της κατάθεσης πωλητηρίου εγγράφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, δεν έχει γίνει από τον συνήγορο της ενάγουσας. Το άρθρο 7 του Κεφ.232 Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος αναφέρει[3]: «Κατάθεση αντιγράφου σύμβασης για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού επενεργεί ως εμπράγματο βάρος (με την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 και 1970) επί τέτοιας ιδιοκτησίας από την κατάθεση αυτού» Το άρθρο 51 Α του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, ρητά παρέχει σε οποιοδήποτε «ενδιαφερόμενο πρόσωπο», όρος που συμπεριλαμβάνει και προτιθέμενο αγοραστή και δικηγόρο, δικαίωμα πρόσβασης στα Μητρώα του Κτηματολογίου. Το σχετικό άρθρο προβλέπει ότι:- «51 Α.-
(1)Ο Διευθυντής παρέχει σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, με την καταβολή του νενομισμένου τέλους, οποιαδήποτε πληροφορία σε σχέση με οποιαδήποτε καταχώρηση σε κάθε μητρώο ή άλλο βιβλίο που τηρείται σε κάθε Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο.
(2)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σημαίνει τον κύριο, τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους του, τον κύριο οποιωνδήποτε δέντρων, οικοδομημάτων ή άλλων αντικειμένων επί της γης η οποία ανήκει σε άλλο πρόσωπο και αντίστροφα, το δικαιούχο οποιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας, το πρόσωπο που ικανοποιεί τον Διευθυντή ότι είναι προτιθέμενος αγοραστής ή ενυπόθηκος δανειστής, τον ενάγοντα σε οποιαδήποτε αγωγή κατά του κυρίου της ιδιοκτησίας αυτής, τον εξ επαγγέλματος εκτιμητή ο οποίος θα ήθελε ορισμένες πληροφορίες για τους σκοπούς της εκτίμησης ορισμένης ακίνητης ιδιοκτησίας για υπόθεση που σχετίζεται με αναγκαστική απαλλοτρίωση όπως και δικηγόρο στον οποίο αποδειγμένα έχει ανατεθεί από οποιοδήποτε από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να ζητήσει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με οποιαδήποτε καταχώρηση σύμφωνα με το εδάφιο
(1)και περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο που δεν καθορίζεται με τον τρόπο αυτό στο οποίο ο Διευθυντής ήθελε ειδικά διατάξει την παροχή οποιασδήποτε πληροφορίας.» Επομένως, ως προς το ζήτημα αυτό, είναι η κατάληξη μου ότι δεν υπάρχει εκ του Νόμου καθήκον του Κτηματολογίου να αναφέρει στον όποιο καταθέτει εμπράγματο βάρος την ύπαρξη τυχόν άλλων εμπράγματων βαρών. Εξάλλου, ούτε η πλευρά του ενάγοντος υπέδειξε τέτοιο νομικό καθήκον. Οι αναφορές στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του ενάγοντος ήταν γενικές και εκφράζουν προσδοκίες περισσότερο των πολιτών από το Κτηματολόγιο παρά νομική υποχρέωση. Ο ρόλος των Κτηματολογικών Λειτουργών δεν είναι συμβουλευτικός, καθοδηγητικός ή άλλως πως. Εκτελούν τα καθήκοντα τους στη βάση της κειμένης νομοθεσίας, κανονισμών και εγκυκλίων και ενεργούν και ανταποκρίνονται σε αιτήματα που υποβάλλονται στο τμήμα τους. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να λάβει πιστοποιητικό έρευνας προβαίνοντας σε σχετική αίτηση και καταβάλλοντας τα νενομισμένα τέλη και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 51 Α του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή, Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224 για την παροχή των πληροφοριών που τον ενδιαφέρουν. Στην ίδια ως άνω απόφαση λέχθηκαν και τα εξής: «Σε περίπτωση που ενεργούσε για την ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο δικηγόρος, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Muriel Beaunont κ.α ν. Νίκου Παπακλεοβούλου, Πολιτική Έφεση 102/2007 ημερομηνίας 21.4.2010, το πρώτο θέμα που ο δικηγόρος οφείλει να ερευνήσει, είναι η νομιμότητα του τίτλου που έχει ο προτιθέμενος πωλητής και ότι δεν υπάρχουν καταχωρημένα στο Κτηματολόγιο, εμπράγματα βάρη ή άλλα νομικά εμπόδια τα οποία ενδεχομένως να επηρεάσουν στο μέλλον τη μεταβίβαση στον πελάτη του, τίτλου ελεύθερου εμπραγμάτων βαρών. Η ενάγουσα δεν έκανε χρήση της δυνατότητας που της παρέχει ο νόμος και δεν κατέβαλε οποιοδήποτε τέλος ζητώντας στοιχεία και πληροφορίες ως ενδιαφερόμενο μέρος. Κατά την άποψη μου ο εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση απορρέουσα από τον Νόμο να πληροφορήσει την ενάγουσα παρά μόνο αν αυτή υπέβαλλε σχετικό αίτημα. Το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα σε προηγούμενο στάδιο συνιστά παράληψη εκ μέρους της. Η ενάγουσα δεν εξάρτησε την υπογραφή της συμφωνίας από την ύπαρξη ή όχι άλλου πωλητηρίου. Κατά τον χρόνο που η ενάγουσα υπέγραψε την συμφωνία και αυτό έγινε σε μεγάλο χρονικό διάστημα μετά που κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα της πώλησης, το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 11/3/2003 των Αμέλιας Νεοφύτου και Perri Renato, ήταν ήδη κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης.» Είναι δε γεγονός ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντος όπως την ανασκεύασε ενώπιον του Δικαστηρίου ουδέποτε αιτήθηκε ο ίδιος την έκδοση πιστοποιητικού έρευνας προκειμένου να ενημερωθεί για τα εμπράγματα βάρη και τις απαγορεύσεις του ακινήτου που είχε πρόθεση να αγοράσει. Ούτε προκύπτει εκ του Νόμου τέτοιο καθήκον του Κτηματολογίου, να ενημερώνει δηλαδή και να συμβουλεύει τους αγοραστές αυτεπάγγελτα την ώρα της κατάθεσης της σύμβασης για το τι έχουν αγοράσει. Σε κάθε περίπτωση, ο ενάγων δε φαίνεται να γνωρίζει ποιο ήταν το πρόσωπο που κατέθεσε το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 24.10.2007 στο Κτηματολόγιο. Ο ίδιος, κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε ότι η κατάθεση έγινε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του (Τράπεζα Κύπρου), ενώ ο κ. XXXXX Στυλιανού (Μ.Ε.2) κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση δεν ήταν η Τράπεζα Κύπρου ενεργώντας ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ενάγοντος που κατέθεσε το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο καθότι δεν εμπλέκεται σε τέτοια διαδικασία. Επομένως, σύμφωνα με τα πιο πάνω γεννάται το ερώτημα για το ποιο πρόσωπο κατέθεσε το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο και επομένως το πρόσωπο που δεν ενημερώθηκε από το Κτηματολόγιο για την ύπαρξη εμπράγματου βάρους. Εάν το πρόσωπο αυτό ήταν ο πωλητής. Σε αυτή την περίπτωση γεννάται εύλογα το ερώτημα αν το Κτηματολόγιο υποχρεούται να ενημερώσει τον πωλητή (προς όφελος του αγοραστή) (κατά τον ενάγοντα) για την εμπράγματη κατάσταση του ακινήτου που πώλησε; Τέτοια προσέγγιση όμως θα ήταν παράδοξη και αντινομική. Θα τον ενημέρωνε δηλαδή για κάτι που είναι αυτονόητο ότι ήταν σε γνώση του; Ο ενάγων βρίσκω ότι απέτυχε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων καθότι προσέφερε μαρτυρία αντικρουόμενη. Απέτυχε, δε, να αποδείξει τόσο το καθήκον επιμέλειας όσο και έναντι ποιου προσώπου υπήρχε το καθήκον αυτό αφού ούτε ο ίδιος ούτε και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του κατέθεσαν το πωλητήριο στο Κτηματολόγιο: Στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1858, 1868 λέχθηκε σχετικώς ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του (Βλ., μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).» Σχετικό είναι επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές[4]»: «Αν για παράδειγμα η αγωγή βασίζεται σε αμέλεια, ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος είχε νομική υποχρέωση να είναι επιμελής, ότι υπήρξε παράβαση της υποχρέωσης και ότι ως αποτέλεσμα ο ενάγων υπέστη τραύματα ή ζημιές (Loizou v Soleas
(1983)1(B) CLR 982, Charalambous v Demetriou Gargour & Co Ltd
(1980)1 CLR 138, Savvides v Georghiou
(1975)1 CLR 140, Cyprus Asbestos Mines Limited v Skoufaris and Others
(1964)CLR 6)». Ο βαθμός επιμέλειας είναι ανάλογος του κινδύνου που δημιουργείται. Σχετικοί παράγοντες είναι η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς και το μέγεθος και η σοβαρότητα της ζημιάς που μπορεί να προκύψει. Προκύπτει ότι ο ενάγων δεν απέσεισε το βάρος που είχε να αποδείξει ότι το Κτηματολόγιο δεν ενήργησε επιμελώς έναντι του ιδίου με αποτέλεσμα ο ίδιος να υποστεί ζημία. Και αν ακόμα γινόταν αποδεχτό ότι το Κτηματολόγιο είχε καθήκον να ενημερώσει για την προηγούμενη κατάθεση της Συμφωνίας Αντιπαροχής, τίθεται το ερώτημα αν το καθήκον αυτό υπάρχει έναντι πάντων; Και χωρίς να προηγηθεί σχετική αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού έρευνας και της παροχής τέτοιων πληροφοριών; Θα προχωρήσω όμως, παρόλο ότι σχετικές αναφορές έγιναν και πιο πάνω κατά την αξιολόγηση, στο σχολιασμό των Τεκμ. 8 και
- Ο ενάγων κατέθεσε στο Δικαστήριο δύο πιστοποιητικά έρευνας τα οποία εξασφάλισε μέσω τρίτoυ προσώπου, όπως ο ίδιος ο ενάγων παραδέχθηκε, 3 χρόνια μετά (αν και ο ίδιος ισχυρίστηκε αρχικά ότι εξασφαλίστηκαν από τον ίδιο), το πρώτο ημερομηνίας 25.07.2009 (Τεκμ. 8) και το δεύτερο ημερομηνίας 19.05.2010 (Τεκμ. 10). Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με το Τεκμ. 8, ο πραγματικός δικαιούχος εγγραφής του επίδικου διαμερίσματος είναι ο ίδιος, ενώ σύμφωνα με το Τεκμ. 10 δικαιούχος εγγραφής του διαμερίσματος εμφανίζονται εκτός από τον ίδιο και τρίτα πρόσωπα (παράγραφος 8 Γραπτής Δήλωσης Ενάγοντος). Η κα XXXXX Κάρουλλα (Μ.Υ.) ανέφερε στη μαρτυρία της ότι και στα δύο πιστοποιητικά αναγράφεται η κατάθεση της Συμφωνίας Αντιπαροχής και γίνεται παραπομπή σε αυτή και εξήγησε τον λόγο για τον οποίο διαφοροποιείται η αναγραφή πληροφοριών στα δύο πιστοποιητικά (διαφορετικά μερίδια, διαφορετικοί ιδιοκτήτες) η οποία κατά την αντίληψη μου δεν επηρέασε καθόλου τα συμφέροντα του ενάγοντος ή την αντίληψη που αποκόμισε από αυτά. Ανέφερε συγκεκριμένα: «To Τεκμ. 8 είναι ένα πιστοποιητικό έρευνας με ημερομηνία 15.07.2009 στο οποίο καταγράφονται οι λεπτομέρειες του συγκεκριμένου ακινήτου, οι λεπτομέρειες του ιδιοκτήτη Famagusta Investment Ltd και όλα τα εμπράγματα βάρη που του αναλογούν. Το Τεκμ. 10 είναι ένα πιστοποιητικό έρευνας με ημερομηνία 19.05.
- Γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες του ίδιου ακινήτου και αναφέρονται όλοι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες καθώς επίσης και όλα τα εμπράγματα βάρη τα οποία το αφορούν». Η κα XXXXX Κάρουλλα (Μ.Υ.) σε σχέση με το Τεκμ. 8 ανέφερε περαιτέρω συγκεκριμένα σε σχετική ερώτηση: «E. Δηλαδή στο Τεκμήριο 8 προκύπτει ότι αποκλειστικός δικαιούχος του ακινήτου είναι ο Ενάγοντας; Α. Όχι, εδώ όταν διαβάσουμε αυτή τη σημείωση βλέπουμε ότι ο συγκεκριμένος developer, ο συγκεκριμένος ιδιοκτήτης, ο Famagusta στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει την υποχρέωση για αντιπαροχή και ότι μας γίνεται παραπομπή για να ανατρέξουμε στο συγκεκριμένο πωλητήριο. Ε. Επομένως φαίνεται ότι υπάρχει η αντιπαροχή; A. Ναι Ε. Γιατί δεν αναγράφεται με τον ίδιο τρόπο στο Τεκμήριο 10; Α. Δε γίνεται ξανά η ίδια περιγραφή της αντιπαροχής διότι αυτό αφορά μόνο ένα εικονικό, μόνο για το λόγο για να τον εμποδίσουμε. Κάνουμε την παραπομπή ούτως ώστε κάποιος όταν το διαβάσει να ανατρέξει στο συγκεκριμένο πωλητήριο.» Εξήγησε, περαιτέρω, η ίδια ως άνω μάρτυς ότι δε γινόταν αναφορά στα διαμερίσματα 201 και 202 καθότι τέτοια αναφορά δε γινόταν ούτε στη Συμφωνία Αντιπαροχής: «Η αναφορά γινόταν για δύο διαμερίσματα στο δεύτερο όροφο .. όπως αναγραφόταν στο συμβόλαιο με αριθμό ΠΩΕ 57/
- Έτσι καταχωρήθηκαν». Υποστηρικτικά των ανωτέρω είναι τα όσα διαλαμβάνονται στη Συμφωνία Αντιπαροχής (Τεκμ.9), και συγκεκριμένα στην παρ. 3 στην οποία αναγράφεται ότι «με αντάλλαγμα ο Εργολήπτης να παραχωρήσει στον Ιδιοκτήτη δύο διαμερίσματα στον 2ο όροφο του συγκροτήματος.» Επομένως, στη βάση των πιο πάνω, τα οποία αποδέχομαι, το Κτηματολόγιο παρείχε όλες τις πληροφορίες ως αυτές ήταν καταχωρημένες στα μητρώα του Κτηματολογίου. Αν ο ενάγων αιτείτο πιστοποιητικό έρευνας για πληροφόρηση του σε σχέση με προηγούμενα εμπράγματα βάρη ή επιβαρύνσεις θα εξασφάλιζε αυτή την πληροφόρηση. Όμως δεν το έκανε και γι' αυτό δεν μπορεί να αιτιάται αναφορικά με την προηγηθείσα Συμφωνία Αντιπαροχής καμία λανθασμένη ή ελλιπή πληροφόρηση ως προς την κατάσταση του επίδικου ακινήτου την οποία παρείχε το Κτηματολόγιο προς αυτόν ούτε και παράλειψη του Κτηματολογίου ώστε να στοιχειοθετείται το αστικό αδίκημα της αμέλειας και/ή παράβασης νόμιμων καθηκόντων έναντι του. Αυτά δε καθίστανται και ευρήματα μου. Σε κάθε περίπτωση, ο ενάγων κατέβαλε το συνολικό ποσό των €119.602.10σ. πριν την έκδοση των πιο πάνω Πιστοποιητικών ώστε και εάν αυτός ήταν σε θέση να αποδείξει την ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας και αντιστοίχως παράβασης του, δε θα μπορούσε να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και της ζημιάς που υπέστη. Η ζημία πρέπει να προέρχεται απευθείας, κοινώς, να έχει άμεση σχέση με την παράβαση καθήκοντος (factual causation) και να μην είναι πολύ απομακρυσμένη από τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη του εναγομένου (remoteness of damage - legal causation). Το τεστ για την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας διατυπώθηκε στη Barnett v Chelsea & Kensignton Hospital [1969] 1 QB 428 ως εξής: «Εάν ο ενάγων θα ζημιωνόταν παρά την πράξη/παράλειψη του Εναγομένου, η ενέργεια ή έλλειψη αυτής του τελευταίου δεν αποτελεί την αιτία της ζημίας που υπέστη ο πρώτος, συνεπώς δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης καθήκοντος και της ζημίας.»[5] Παραμένει ως αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο ενάγων δεν προέβη ποτές σε έρευνα στο Κτηματολόγιο. Επομένως δεν υπάρχει περιθώριο για συμπέρασμα ότι το γεγονός αυτό θα μπορούσε να είχε συμβεί. Θα με απασχολήσει στη συνέχεια το δεύτερο ζήτημα αυτό της αποδοχής από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 24.10.2007 ενώ είχε προηγηθεί η κατάθεση της Συμφωνίας Αντιπαροχής ημερομηνίας 28.11.
- Σύμφωνα με τις νομοθετικές πρόνοιες το Κτηματολόγιο όχι μόνο δεν μπορούσε να αρνηθεί την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου αλλά ήταν καθήκον του να την αποδεχθεί επειδή πληρούνταν οι προϋποθέσεις αποδοχής του. Η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου από το Κτηματολόγιο έγινε δυνάμει του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ.232 ως ίσχυε. Στη νομοθεσία δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια που να απαγορεύει την κατάθεση της σύμβασης πώλησης από τον αγοραστή όταν υπάρχει εμπράγματο βάρος ως η λ.χ. η αντίστοιχη απαγόρευση που προνοείται στο άρθρο 12 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/
- Είναι δε νομοθετικά ρυθμισμένο το ζήτημα όταν το Κτηματολόγιο κατά την αποδοχή της κατάθεσης μιας σύμβασης πώλησης για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης ότι θα πρέπει να ελέγχει τις τυπικές προϋποθέσεις, δηλαδή εάν αυτή κατατίθεται εντός της νενομισμένης προθεσμίας, εάν είναι χαρτοσημασμένη, εάν υπάρχει εγγραφή του ακινήτου που πωλείται στο όνομα του πωλητή και κατά πόσο αναφέρεται το τίμημα της πώλησης. Εξάλλου, μια σύμβαση πώλησης ακινήτου μπορεί, όπως κάθε σύμβαση, να πάσχει από διάφορους λόγους ακυρότητας ή ακυρωσίας. Το Κτηματολόγιο δεν έχει ούτε καθήκον, ούτε δικαίωμα να ελέγξει κατά πόσο μία σύμβαση πώλησης που προσκομίζεται για κατάθεση είναι έγκυρη και άρα αναλόγως να αποδεχθεί ή να μην αποδεχθεί την κατάθεσή της. Το Κτηματολόγιο δεν μπορεί να λειτουργεί ως Δικαστήριο και την ώρα της κατάθεσης της σύμβασης πώλησης και να αποφασίζει εάν η σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης ή όχι και άρα αναλόγως να αποδέχεται την κατάθεση της ή όχι. Τέλος, το κατά πόσο μία σύμβαση πώλησης είναι τελικά δεκτική ειδικής εκτέλεσης είναι κάτι το οποίο θα κρίνει το Δικαστήριο κατά την έγερση της αγωγής για έκδοση Διατάγματος ειδικής εκτέλεσης. Δηλαδή, σύμφωνα τουλάχιστον με το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, η κατάθεση της σύμβασης πώλησης στο Κτηματολόγιο δεν οδηγούσε απαραίτητα σε ειδική εκτέλεση αυτής, αφού αυτό ήταν κάτι που θα εξεταζόταν στα πλαίσια της αγωγής ειδικής εκτέλεσης. Παραπέμπω στο άρθρο 3, εδάφιο 3 του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου ως ίσχυε: «Το Δικαστήριο, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος δυνάμει του παρόντος άρθρου, ακούει τον οικείο Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό αναφορικά με οποιεσδήποτε πληροφορίες που το Δικαστήριο κρίνει χρήσιμες για την προσφορότερη έκδοση του διατάγματος, περιλαμβανομένων και πληροφοριών σχετικών με εμπράγματα βάρη κατά της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας ή με απαγορεύσεις κατά του υπόχρεου πωλητή ιδιοκτήτη της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας.» Η αναφορά του Νόμου σε απαγορεύσεις, μεταξύ των οποίων ως αναφέρθηκε πιο πάνω, η κατάθεση αντιγράφου σύμβασης για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, δεικνύει ότι είναι δυνατή η αποδοχή από το Κτηματολόγιο σύμβασης πώλησης ενώ υπάρχει η απαγόρευση. Ως εκ των άνω, κατά την άποψη μου, το Κτηματολόγιο ορθά αποδέχτηκε την κατάθεση του Πωλητήριου Εγγράφου μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης
- Το αν τελικά η σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης ή εάν συντρέχουν λόγοι για τη μη εκτέλεσή της, είναι ζήτημα το οποίο εξετάζει το Δικαστήριο στα πλαίσια αγωγής για ειδική εκτέλεση. Πέραν των ως άνω, θα μπορούσε εύλογα να διερωτηθεί κάποιος πως είναι δυνατόν ένας αγοραστής να έχει παράπονο από το Κτηματολόγιο επειδή αποδέχθηκε το αίτημά του να καταθέσει το Πωλητήριο Έγγραφο που είχε ήδη καταρτίσει 2 μήνες περίπου προηγουμένως στη βάση της οποίας κατέβαλε μάλιστα σημαντικό μέρος έναντι του τιμήματος αγοράς; Ο εναγόμενος 3 ουδεμία ανάμιξη είχε στις συναλλαγές του ενάγοντος κατά τον χρόνο της πληρωμής του τιμήματος και της σύναψης της συμφωνίας με την εναγομένη
- Κανένα γεγονός, πράξη ή παράλειψη δεν προηγήθηκε της αγοράς του διαμερίσματος από την πλευρά του εναγομένου 3 ώστε να μπορέσει να αξιολογηθεί στο κατά πόσο οδήγησε τον ενάγοντα να προβεί στην αγορά. Η πληρωμή σημαντικού μέρους του τιμήματος, η σύναψη της συμφωνίας και η κατάθεση της στο κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης είναι ασύνδετα μεταξύ τους γεγονότα σε σχέση με τον εναγόμενο 3, με την έννοια ότι καμία συμπεριφορά του εναγομένου 3 δεν οδήγησε τον ενάγοντα στο να πράξει κάτι σε σχέση με τη συμφωνία αφού η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο ήταν το τελευταίο γεγονός και μόνο τότε είχε εμπλοκή ο εναγόμενος 3 με το να αποδεχτεί την κατάθεση του δυνάμει των προνοιών του Κεφ. 232 (βλ. πιο πάνω την απόφαση της αδελφού κ. Κ. Κουννίδου Ε.Δ. στην Αγ. 352/2006 του Ε.Δ. Πάφου ημερ. 1.09.2010). Το επόμενο ζήτημα που θα εξετάσω είναι το δικαίωμα αγωγής για αποζημιώσεις και επιδίκαση αποζημιώσεων που είχε ο ενάγων στη βάση των γεγονότων όπως αυτά τέθηκαν ενώπιον μου. Ένα θέσμιο καθήκον τακτικά παρέχει τη βάση για έγερση αγωγής. Αυτή η ευθύνη είναι ιδιότυπη και εντελώς ανεξάρτητη από οποιαδήποτε άλλης μορφής ευθύνη εξ αδικοπραξίας. Συνιστά όμως η αθέτηση θέσμιου καθήκοντος αμέλεια; Η παράλειψη εκτέλεσης πράξης την οποία το νομοθέτημα απαιτεί από πρόσωπο να εκτελέσει, αποτελεί αφ' εαυτής αμέλεια του προσώπου αυτού; (Βλέπε Lochgelly Iron and Coal Co. v. Mc' Mullan [1934] A.C.1, και Charlesworth on Negligence, 6η έκδοση, παρα. 1106 και επ., Βλέπε επίσης Municipality of Nicosia v. Andreas Kythreotis
(1983)1 C.L.R. 154). Η έκταση του θέσμιου καθήκοντος είναι θέμα ερμηνείας του συγκεκριμένου νομοθετήματος, και αν αποδειχθεί ότι το συγκεκριμένο καθήκον δεν έχει τηρηθεί, υπάρχει δικαίωμα έγερσης αγωγής. Ο Νόμος δε δίδει δικαίωμα έγερσης αγωγής για αποζημιώσεις για κάθε περίπτωση που ένα πρόσωπο υφίσταται ζημιά σαν αποτέλεσμα παράβασης θέσμιου καθήκοντος από άλλο. Όταν ο Νόμος επιβάλλει τέτοιο καθήκον σε ένα άτομο, η διακρίβωση κατά πόσο δημιουργείται δικαίωμα αγωγής για αποζημιώσεις εξαρτάται από το κατά πόσο το νομοθέτημα είχε σκοπό να επιβάλει το καθήκον αυτό σαν δημόσιο καθήκον, οπότε το πρόσωπο που υπέστη τη ζημιά δεν έχει δικαίωμα αγωγής ή αν επιπρόσθετα προς το δημόσιο καθήκον υπήρχε πρόθεση να επιβάλει το καθήκον αυτό και προς όφελος του προσώπου που υπέστη τη ζημιά, οπότε δημιουργείται το δικαίωμα στο πρόσωπο αυτό να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ενδιατρίψει επί του θέματος αυτού μεταξύ άλλων και στην Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811, στην οποία γίνεται αναφορά και σε σχετικές αγγλικές αποφάσεις[6]. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, ο γενικός κανόνας είναι ότι ο ενάγων έχει το βάρος απόδειξης της υπόθεσής του και κατ' επέκταση το μέγεθος της ζημιάς που έχει υποστεί (Βλ. Πίτσα Είκοσι ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 467 και Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.ά. ν. Δημήτρη Κυριακίδη
(2010)1 Α.Α.Δ. 789). Η γενική αρχή της επιδίκασης αποζημιώσεων, είναι ότι η αποζημίωση πρέπει να αποκαταστήσει πλήρως την ζημιά που προκλήθηκε στον ενάγοντα από το αστικό αδίκημα («restitutio in integrum»). Έχει νομολογηθεί, ότι, οι ειδικές αποζημιώσεις, πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση, να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Βλ. Παναγή ν. Κακόψιτου
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 839, Ανδρέα Πίριλλου ν. Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1153, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1157 και Ανδριανή Χαραλάμπους ν. Μαρίας Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2012)1 Α.Α.Δ. 753). Ο ενάγων δεν είχε στην κατοχή του έντυπες αποδείξεις είσπραξης για όλα τα ποσά τα οποία ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στην εναγομένη
- Η κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί απόδειξη είσπραξης. Οι καταστάσεις λογαριασμού του δανείου το οποίο έλαβε ο ενάγων από την Τράπεζα δεν αποτελούν απόδειξη ότι ο ενάγων όντως κατέβαλε τα ποσά αυτά για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος. Εν πάση περιπτώσει η αποπληρωμή του δανείου εξασφαλίστηκε με την εγγραφή υποθήκης επί ακινήτου της εναγομένης
- Σημειωτέον, δε, ότι το μεγαλύτερο μέρος του ποσού που κατέβαλε ο ενάγων, το κατέβαλε πριν την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο και δε στοιχειοθετείται αιτιώδης συνάφεια. Αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v. Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Η ειδική αποζημίωση, δε, επιβάλλεται να αποδεικνύεται με τη δέουσα αυστηρότητα και το βάρος αυτό το φέρει ο ενάγων. Βλ. Παναγή ν. Κακόψιτου
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 839. Ταυτοχρόνως, στην υπόθεση Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1153, τονίστηκε ότι η ειδική αποζημίωση πρέπει να δικογραφείται, να εξειδικεύεται στην απαίτηση, με την αναγκαία λεπτομέρεια και να αποδεικνύεται με αυστηρότητα για κάθε συγκεκριμένο στοιχείο (βλ. επίσης Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1157, Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2012)1 (Α) ΑΑΔ 753). Ο ενάγων από την άλλη δεν καταγράφει με λεπτομέρεια στα δικόγραφα του τις ειδικές ζημίες τις οποίες διεκδικεί ούτε τις απέδειξε με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Εάν ήθελε εκληφθεί ως ειδική ζημιά του το ποσό που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στην εναγομένη 1 εναντίον της οποίας και εξασφάλισε δικαστική απόφαση, δεν έχει καταδειχθεί ότι οποιοδήποτε ποσό από αυτά που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε τα κατέβαλε μετά που είχε καταχωρηθεί το Πωλητήριο Έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο. Το δε ποσό των €17.086,00 το κατέβαλε μετά που πληροφορήθηκε την ύπαρξη της συμφωνίας αντιπαροχής όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ενώπιον του Δικαστηρίου με τη συζήτηση που είχε με την κα XXXXX Πάλμα και τον Διευθυντή του Κτηματολογίου. Επομένως δεν μπορεί να αιτιάται οποιαδήποτε αμέλεια των Λειτουργών του Κτηματολογίου ή παράλειψη εκτέλεσης νομίμου καθήκοντος έναντι του. Περαιτέρω, το Άρθρο 57
(1)του Κεφ. 148, καθορίζει την αρχή της συντρέχουσας αμέλειας, η οποία, παρότι δεν αποτελεί υπεράσπιση, υπό την έννοια του ότι δεν απαλλάσσει έναν εναγόμενο από ευθύνη που έχει αποδειχθεί εναντίον του για αμέλεια, επενεργεί στην αναλογική μείωση της αποζημίωσης που δικαιούται ο ενάγοντας. Το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας το φέρει ο εναγόμενος. Ωστόσο, το Δικαστήριο, μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας από την μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντος ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν όπως αυτά έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση του. Εν προκειμένω, η ζημιά που υπέστη ο ενάγων οφείλεται κατά πρώτον στις ενέργειες των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της εναγομένης 1 εκδόθηκε ήδη δικαστική απόφαση για το συνολικό ποσό που αξιώνει ο ενάγων με την αγωγή του. Κατά συνέπεια ο ενάγων έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 για την αποζημίωση που δικαιούται η οποία αποδεχόμενη την ευθύνη της αποδέχθηκε και την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ - ΕΞΟΔΑ: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι ο ενάγων δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς του και επομένως την υπόθεση του εναντίον του εναγομένου
- Κατ' ουσίαν δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος εκ μέρους του Κτηματολογίου και ούτε ο ενάγων απέδειξε οποιαδήποτε ζημιά ένεκα αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου 3 ώστε να δικαιούται από αυτόν σε αποζημιώσεις. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και θα είναι υπέρ του εναγομένου 3 και εναντίον του ενάγοντος όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Αγωγαί υπό ή κατά της Δημoκρατίας
- Αγωγαί υπό της Δημoκρατίας εvαvτίov oιoυδήπoτε πρoσώπoυ, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε vόμoυ, θα εγείρωvται εv ovόματι τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημoκρατίας, και αγωγαί εκ μέρoυς oιoυδήπoτε πρoσώπoυ κατά της Δημoκρατίας, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε vόμoυ, θα εγείρωvται εvαvτίov τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημoκρατίας ως εvαγoμέvoυ. Τoιαύται αγωγαί, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv oιoυδήπoτε vόμoυ ή διαδικαστικoύ καvovισμoύ, θα εκδικάζωvται κατά τov αυτόv τρόπov, ως πρoς όλας τας απόψεις, ως και αι δίκαι μεταξύ ιδιωτώv διαδίκωv. [2] Σημειώνω ότι καταργήθηκε από τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011 (81(I)/2011). [3] Παραπέμπω στο αντίστοιχο άρθρο 5 του Ν.81(Ι)/
- [4] Ηλιάδης, Τάκης και Σάντης Νικόλας,
(2014), Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Κεφάλαιο 4, σελ.198 [5] Στην υπόθεση Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν Λουκά,
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 447, επιβεβαιώθηκε η αρχή, ότι, ο ενάγων, θα πρέπει να αποδείξει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του αντίδικου του και των ζημιών που έχει υποστεί. Δεν εναπόκειται στον εναγόμενο να απαλλάξει τον εαυτό του, αποδεικνύοντας ότι το συμβάν ήταν, είτε αναπόφευκτο, ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Ο ζημιωθείς θα πρέπει θετικά να αποδείξει ότι η ζημιά του εκ του συμβάντος ήταν αποτέλεσμα της αμέλειας του εναγομένου. Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό που θα πρέπει να αποφασίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά τη δίκη. [6] Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Δημητρίου κ.ά.
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 336 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο