ISKHAKOV κ.α. ν. LEXBROOK LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 964/2017, 22/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A101 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 964/2017 Μεταξύ:
- XXXXX ISKHAKOV
- XXXXX KRYMSKIY Eνάγοντες και
- LEXBROOK LIMITED
- XXXXX ΣΟΥΚΚΑΡ
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
- XXXXX KOGAN Eναγόμενοι ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 26/7/2017 για προσωρινά Διατάγματα Ημερ.: 22 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: Κος Μ. Κυπριανού για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σια ΔΕΠΕ. Για την Καθ΄ης η Αίτηση αρ.1/Εναγόμενη 1: Κος Μ. Κυριακίδης μαζί με κ. A. Θεοδοσίου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ. Για τους Καθ΄ων η Αίτηση 2 και 3/Εναγόμενους 2 και 3: Κος Α. Καραπατάκης για KARAPATAKIS PAVLIDES LLC. Για τον Καθ΄ου η Αίτηση 4/Εναγόμενο 4: Κος Α. Ερωτοκρίτου μαζί με κα E. Νικολαΐδου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ- Αιτούμενα Διατάγματα Με την υπό κρίση δια κλήσεως Αίτηση οι Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση των πιο κάτω ενδιάμεσων Διαταγμάτων:
- Διάταγμα του Δικαστηρίου υπό τη μορφή quia timet που να απαγορεύει στην Καθ' ης η αίτηση 1 ενεργώντας μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου της και/ή των διευθυντών της και/ή του γραμματέα της και/ή αξιωματούχων της και/ή αντιπροσώπων της και/ή πληρεξουσίων αντιπροσώπων της και/ή υπαλλήλων της και/ή άλλως πως να αποξενώσει και/ή μεταβιβάσει και/ή δωρίσει και/ή πωλήσει και/ή διαθέσει και/ή μειώσει την αξία και/ή επιβαρύνει τις μετοχές που κατέχει στη Ρωσική εταιρεία Soymonovsky ΟΟΟ καθώς και τα δικαιώματα μίσθωσης και ανάπτυξης ακινήτου στη Μόσχα τα οποία κατέχονται από την Soymonovsky ΟΟΟ μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, περιλαμβανόμενης και τυχόν εφέσεως που θα καταχωρηθεί κατά της απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Νοείται ότι στην απαγόρευση αυτή περιλαμβάνεται και οποιαδήποτε ενέργεια με την οποία οποιεσδήποτε μετοχές της Soymonovsky 000 θα δεσμευθούν υπέρ της ρωσικής τράπεζας Public Joint-Stock Company "Bank Uralsib".
- Διάταγμα του Δικαστηρίου υπό τη μορφή quia timet που να απαγορεύει στους Καθ' ων η αίτηση να διορίσουν και/ή να επιτρέψουν το διορισμό του XXXXX Klubnikov (αριθμός Ρωσικού διαβατηρίου XXXXX6339) ως διευθυντή και/ή ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Καθ' ης η αίτηση 1 μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που θα καταχωρηθεί κατά της απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου υπό τη μορφή quia timet που να απαγορεύει στον Έφορο Εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας να καταχωρήσει στο αρχείο και/ή στο μητρώο του τον XXXXX Klubnikov (αριθμός Ρωσικού διαβατηρίου XXXXX6339) ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ως διευθυντή και/ή ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Καθ' ης η αίτηση 1 μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που θα καταχωρηθεί κατά της απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου υπό τη μορφή quia timet με το οποίο οι Καθ'ων η Αίτηση να διατάσσονται όπως, μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που θα καταχωρηθεί κατά της απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου, δώσουν γραπτή ειδοποίηση 14 τουλάχιστο ημερών στους Αιτητές προτού προβούν στο διορισμό οποιοσδήποτε προσώπου ως διευθυντή και/ή ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Καθ' ης η αίτηση
- Όπως προκύπτει τα αιτούμενα Διατάγματα μπορούν να ενταχθούν σε δύο κατηγορίες: I. Στην κατηγορία που αφορά την παγοποίηση και μη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ΄ης η Αίτηση 1(Διάταγμα 1). II. Στην κατηγορία που αφορά στη ρύθμιση της σύνθεσης του Δ.Σ. της Καθ΄ης η Αίτηση 1 και συγκεκριμένα στο μη διορισμό του XXXXX Klubnikov ως Διευθυντή της εταιρείας (Διατάγματα 2 & 3) αλλά και το μη διορισμό άλλου προσώπου χωρίς να προηγηθεί ειδοποίηση στους Ενάγοντες/Αιτητές (Διάταγμα 4). Η Αίτηση υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση της XXXXX Ζαντήρα ημερ. 26/7/
- Μέσω αυτής πέραν των ισχυρισμών που προβάλλει υιοθετείται και επαναλαμβάνεται η ένορκη δήλωση της ημερ. 4/7/
- Οι βασικοί ισχυρισμοί μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Τα μέρη Οι Αιτητές είναι Ρώσοι πολίτες και έκαστος κατέχει, μέσω της εταιρείας Prefield Investments Limited (στο εξής 'η Prefield'), ποσοστό μετοχών ύφους 12.5% στην Καθ' ης η Ατηση
- Το υπόλοιπο ποσοστό των 75% το κατέχει, και πάλι μέσω της Prefield, ο Καθ'ου η Αίτηση
- Η Prefield είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI) και είναι η εγγεγραμμένη κάτοχος όλων των μετοχών της Καθ'ης η Αίτηση
- Σήμερα οι Αιτητές κατέχουν τις μετοχές τους στην Prefield μέσω κάποιου ονομαστικού μετόχου (nominee shareholder), του XXXXX Αντωνίου. Το υπόλοιπο 75% του μετοχικού κεφαλαίου της Prefield είναι εγγεγραμένο στο όνομα κάποιας XXXXX Zhavaronkova. Είναι και αυτή ονομαστική μέτοχος και κατέχει τις μετοχές προς όφελος του Καθ'ου η Αίτηση
- Η Καθ'ης η Αίτηση 1 με τη σειρά της είναι η ιδιοκτήτρια του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Soymonovsky. Η Soymonovsky είναι η ιδιοκτήτρια των δικαιωμάτων μίσθωσης και ανάπτυξης ενός ακινήτου τεράστιας αξίας στη Μόσχα. Τελικοί δικαιούχοι της Prefield και κατ' επέκταση της Καθ'ης η αίτηση 1 και του περιουσιακού στοιχείου Soymonovsky είναι οι Αιτητές κατά 12,5% έκαστος και ο Καθ΄ου η Αίτηση 4 κατά 75%. Υφιστάμενοι Διευθυντές της Καθ΄ής η Αίτηση είναι οι Κύπριοι διάδικοι Καθ΄ων η Αίτηση 2 και
- Ξαφνική και χωρίς εξήγηση παραίτηση των Διευθυντών της Καθ΄ης η Αίτηση και της Prefield - Προσπάθεια διορισμού Klubnikov Οι Κύπριοι διευθυντές της Καθ'ης η Αίτηση 1 - Καθ΄ων η Αίτηση 2 και 3 - ξαφνικά παραιτήθηκαν χωρίς να δώσουν οποιαδήποτε λογική εξήγηση. Στη συνέχεια οι Αιτητές ζήτησαν όπως διοριστεί ως διευθυντής στη θέση των διευθυντών που παραιτήθηκαν πρόσωπο της δικής τους επιλογής (XXXXX Αντωνίου). Το αίτημα αυτό αγνοήθηκε, και πάλι χωρίς εξήγηση. Οι Αιτητές φοβούνται ότι τώρα θα διοριστεί ως Διευθυντής της Καθ'ης η Αίτηση 1 πρόσωπο το οποίο διαμένει εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Το ίδιο πράγμα συνέβη πολύ πρόσφατα σε σχέση με την Prefield (μοναδική μέτοχο της Καθ΄ης η Αίτηση 1) όπου ο μοναδικός Διευθυντής της, κάποιος ονόματι XXXXX Βλάχου, παραιτήθηκε ξαφνικά και στη θέση του διορίστηκε Ρώσος υπήκοος. Παρά το ότι οι Αιτητές έδωσαν έγκαιρα οδηγίες για το διορισμό προσώπου της εμπιστοσύνης τους (XXXXX Αντωνίου) στο Διοικητικό Συμβούλιο της Prefield αλλά και της Καθ'ης η Αίτηση 1, το αίτημα τους αγνοήθηκε και κατόπιν Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης που έλαβε χώρα την 23/6/2017 στην Αγία Πετρούπολη, μοναδικός διευθυντής της Prefield διορίστηκε ο XXXXX Klubnikov που είναι και ο ενόρκως δηλούντας προς υποστήριξη της ένστασης της Καθ'ης η αίτηση 1 στην υπό εξέταση Αίτηση ('ο Klubnikov'). Συνάντηση που έλαβε χώρα στις 14/6/17 μεταξύ Αιτητή 1 και προσώπου που έχει στενή επαφή με τον Καθ΄ου η Αίτηση Η ανησυχία των Αιτητών ενισχύθηκε και από τα όσα λέχθηκαν από τον Igor Persidsky, Ρώσο δικηγόρο ο οποίος λαμβάνει οδηγίες από τον Καθ'ου η Αίτηση 4 σε συνάντηση που έγινε στις 14/6/17 στη Μόσχα. Στη συνάντηση αυτή έλαβαν μέρος ο Αιτητής 1, ο Persidsky και ο XXXXX Zhilin, νομικός σύμβουλος των Αιτητών. Κατά τη συνάντηση αυτή ο Persidsky ανέφερε ρητά στον Αιτητή 1, στην παρουσία του Zhilin, ότι το ιδιοκτησιακό συμφέρον των Αιτητών στην Καθ'ης η Αίτηση 1 και στην Soymonovsky ΟΟΟ θα μειωνόταν και ότι εκείνος που θα προκαλούσε την εν λόγω μείωση θα΄ταν ο Καθ΄ού η Αίτηση
- Διαδικασία που έχει τροχοδρομηθεί για την πώληση του περιουσιακού στοιχείου Soymonovsky Περαιτέρω, από έρευνα που έγινε στο μητρώο εταιρειών της Ρωσίας (The Russian Unified State Register of Legal Entities) διαπιστώθηκε ότι την 16/7/2017 η Soymonovsky μαζί με την τράπεζα Sberbank υπέβαλαν αίτημα νια να αφαιρεθεί η εξασφάλιση (ενεχυρίαση μετοχών) που υπάρχει σήμερα υπέρ της Sberbank επί των μετοχών της Soymonovsky. Πρόθεση είναι όπως οι εν λόγω μετοχές δεσμευθούν τώρα υπέρ της Ρωσικής Τράπεζας Public Joint-Stock Company Bank Uralsib η οποία ανήκει στον Καθ' ου η αίτηση 4 σε ποσοστό 82%. Οι Αιτητές πιστεύουν ότι αυτό αποτελεί το πρώτο βήμα για την πώληση του περιουσιακού στοιχείου Soymonovsky αφού πλέον αυτό θα είναι δεσμευμένο προς όφελος της Τράπεζας Uralsib. Ένσταση Εναγόμενης 1 - Λόγοι Ένστασης Στην Ένσταση της Εναγόμενης 1 προβάλλονται αριθμός λόγων ένστασης ως ακολούθως: · Καθ΄ όσον αφορά το μέρος των Διαταγμάτων που αναφέρεται σε εξαιτούμενη απαγόρευση των Εναγομένων 2 και 3 να διορίσουν Διευθυντή στην Εναγομένη, αυτό είναι εκ των πραγμάτων ακαδημαϊκό εφόσον τα εν λόγω πρόσωπα έχουν ήδη πριν από την καταχώρηση της Αίτησης παραιτηθεί και εν πάση περιπτώσει είναι εξόχως προβληματικό ενόψει των σοβαρότατων προβλημάτων που δημιουργεί στη λειτουργία της εταιρείας. Επιπλέον οι Ενάγοντες έχουν αποδεκτεί την παραίτηση των Εναγομένων 2 και 3 από τη θέση των Διευθυντών και συνεπώς κωλύονται από του να αιτούνται τα εν λόγω Διατάγματα. · Η παρούσα αγωγή είναι εκ προοιμίου απαράδεκτη και/ή νομικά αβάσιμη καθότι οι Ενάγοντες δεν είναι μέτοχοι της Εναγόμενης 1 και δεν νομιμοποιούνται συνεπώς στην καταχώρηση της, ενώ η αγωγή δεν έχει το χαρακτήρα παράγωγης αγωγής ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 202 του περί Εταιρειών Νόμου. · Η καταχώρηση της Αίτησης είναι κακόπιστη και επιδιώκει (ι) τον επαναπροσδιορισμό του τρόπου λειτουργίας της Εναγόμενης 1, κατά τρόπο που αναιρεί το καταστατικό της, (ιι) τη δημιουργία εσωτερικών προβλημάτων στη λειτουργία της Εναγόμενης 1, τα οποία θα ωφελήσουν τους Ενάγοντες για συγκεκριμένους επαγγελματικούς λόγους (ιιι) την άσκηση πίεσης στον Εναγόμενο 4, με απώτερο σκοπό να εξαναγκαστεί ο Εναγόμενος 4 να εξαγοράσει την ωφέλιμη ιδιοκτησία των Εναγόντων. · Η αγωγή αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας διότι αντίστοιχη αγωγή έχει καταχωρηθεί στις 4/7/17 και δεν συντρέχουν λόγοι για υποβολή νέας και/ή παράλληλης διαδικασίας, ούτε εξηγείται γιατί η Αίτηση και/ή οι αξιώσεις που προβάλλονται σε αυτή δεν μπορούσαν να προωθηθούν νωρίτερα και/ή με την Αίτηση ημερ. 4/7/
- · Δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, ούτε ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας και ούτε έχει παρουσιαστεί μαρτυρία προς τεκμηρίωση του κινδύνου για ανεπανόρθωτη βλάβη. · Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφέστατα εναντίον της έκδοσης των εξαιτούμενων Διαταγμάτων. · Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι παράτυπη και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Παραίτηση Γ. Βλάχου και διορισμός A. Klubnicov H παραίτηση Γ. Βλάχου δεν ήταν ξαφνική όπως επεξηγείται στην Ενότητα Β της Πρώτης Ένορκης Δήλωσης του XXXXX Klubnicov όπου γίνεται αναφορά στις συνθήκες παραίτησης των αξιωματούχων της AJK Bureau of Consultants Ltd και στα όσα επεσυνέβησαν στις 23/7/17 στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της Prefield στη διάρκεια της οποίας ο διορισμός του XXXXX Klubnicov εγκρίθηκε δεόντως. Ο διορισμός του XXXXX Klubnicov ως διευθυντή της Prefield, έγινε στο πλαίσιο νόμιμα συγκληθείσας συνέλευσης, στην οποία μάλιστα συμμετείχε και ψήφισε ο αντιπρόσωπος του κ. Θεοδούλου, που είναι μέτοχος της Prefield, είναι δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες κ.κ. Μιχαλάκης Κυπριανού και, προφανώς, ενεργεί στη βάση των συμφερόντων των Εναγόντων. Το γεγονός ότι το πρόσωπο που οι Ενάγοντες επιθυμούσαν δεν εκλέγηκε τελικά ως διευθυντής, λόγω του ότι δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη πλειοψηφία δεν σημαίνει ότι οι Ενάγοντες έχουν δικαίωμα να εγκρίνουν ή να συγκατατίθενται στο διορισμό. Το περιουσιακό στοιχείο της Soymonovksy Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Lexbrook είναι το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Soymonovksy, Ρωσσικής εταιρείας ανάπτυξης ακίνητης περιουσίας. H Soymonovksy είναι ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου γης στην κεντρική Μόσχα. Το εν λόγω οικόπεδο αγοράστηκε από κεφάλαια τα οποία δημιουργήθηκαν από ενέργειες της NGI, Ομίλου στον οποίο οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος 4 έχουν ωφέλιμο συμφέρον. Όλο το μετοχικό συμφέρον στη Soymonovksy και το οικόπεδο γης της ήταν ενεχυριασμένα προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που δημιουργήθηκαν από τους δανειστές του NGI Ομίλου, οι οποίοι περιλαμβάνουν τη Sberbank JSC. Ενώ στην Ένορκη Δήλωση των Αιτητών γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι το περιουσιακό στοιχείο της Soymonovksy ήταν ενεχυριασμένο και υποθηκευμένο, δεν αναφέρεται ότι εξασφαλίζει δάνεια στην πλήρη του έκταση και ότι ήταν μέρος της χρηματοδότησης της NGI. Περαιτέρω, υπάρχει παράλειψη αποκάλυψης ότι ουδεμία αύξηση του κεφαλαίου ή άλλη ενέργεια θα μπορούσε να έχει ληφθεί χωρίς προηγούμενη έγκριση και συντονισμό με τους δανειστές της NGI. Κατά το στάδιο που είχε συμφωνηθεί η αναχρηματοδότηση με τη Sberbank, είχε επίσης συμφωνηθεί ότι θα έπρεπε να καταβληθούν επιπρόσθετα χρήματα το επόμενο διάστημα, σε έκταση μάλιστα που η εξασφάλιση της Sberbank αναφορικά με το περιουσιακό στοιχείο της Soymonovsky θα εξέλειπε. Ένας από τους λόγους που η Sberbank είχε ακολουθήσει μια τέτοια στάση να επιθυμεί να της καταβληθούν χρήματα έναντι των δανείων άμεσα ήταν αφενός μεν το γεγονός ότι υπήρξε υπερημερία και παράβαση των δανειακών υποχρεώσεων αλλά και αφ ετέρου ότι οι Ενάγοντες απέστελλαν επιστολές στη Sberbank, δια των οποίων την ενημέρωναν ότι είχαν ξεκινήσει δικαστικές διαδικασίες και κατηγορούσαν τον Εναγόμενο
- Με αυτά τα δεδομένα, με πιεστικές προθεσμίες που έπρεπε να τηρηθούν και επειδή δεν υπήρχε δυνατότητα να ανευρεθούν χρήματα από άλλες πηγές (π.χ. κεφάλαια μετόχων), εξ ανάγκης η Soymonovsky αποτάθηκε στην Uralsib, η οποία είναι εγκεκριμένος τραπεζικός οργανισμός στον οποίο ο Εναγόμενος 4 έχει πλειοψηφική συμμετοχή, και ζήτησε βοήθεια, δηλαδή νέο δάνειο για να μπορούν να αποπληρωθούν οι οφειλές που εξασφαλίζονταν από το περιουσιακό στοιχείο της Soymonovsky. Αυτό, δηλαδή, που έγινε ήταν να γίνουν άμεσες ενέργειες προς το σκοπό του να διασωθεί το περιουσιακό στοιχείο της Soymonovsky, μέσω πλέον της εμπλοκής της Uralsib ως νέας τράπεζας που θα αναλάμβανε το δάνειο. Με βάση την πολιτική της Uralsib, για την εν λόγω χρηματοδότηση θα έπρεπε να δοθεί ως εξασφάλιση η δέσμευση των μετοχών του μετόχου της Soymonovsky (η οποία θα έπρεπε να είναι ρωσική εταιρεία). Δηλαδή, οι όροι εξασφάλισης που έθεσε η Uralsib ήταν καλύτεροι από αυτούς της Sberbank, αφού δεν απαιτείτο πλέον ενεχυρίαση των μετοχών της Soymonovsky αλλά μόνο του μετόχου της. Για να γίνει δυνατή η πιο κάτω χρηματοδότηση και για να τηρηθούν οι όροι και προϋποθέσεις που απαιτήθηκαν από την Uralsib για να δώσει το δάνειο: i. Στις 16/7/2017 κατατέθηκε στο μητρώο εταιρειών της Ρωσίας (Russian Unified State Register of Legal Entities) κοινή δήλωση μεταξύ Soymonovsky και Sberbank για να αφαιρεθεί η εξασφάλιση (ενεχυρίαση μετοχών) που υπήρχε υπέρ της Sberbank επί των μετοχών της Soymonovsky ii. Στις 9/9/2017 συστάθηκε μια καινούρια ρωσική εταιρεία, η S-Invest LLC, η οποία κατέστη μέτοχος της Soymonovsky. Δηλαδή, αντί η Lexbrook να κατέχει πλέον κατ' ευθείαν την Soymonovsky, η Soymonovsky κατέχεται πλέον από τις 9/9/2017 από την S-Invest LLC, η οποία είναι 100% θυγατρική της Lexbrook μετόχου της. Συνεπώς, δεν δεσμεύτηκαν οι μετοχές της Soymonovsky αλλά μόνο του μετόχου της, - της S-Invest LLC- ούτε στις 24/7/2017 ως υποδείκνυε εσφαλμένα η ΚΖ, ούτε στη συνέχεια μέχρι σήμερα και οι εν λόγω μετοχές παραμένουν χωρίς δέσμευση. Η πρόβλεψη των Εναγόντων, ως αναφέρεται στην παράγραφο 18 της Δεύτερης Ένορκης Δήλωσης ΚΖ ότι η πιο πάνω αναχρηματοδότηση μέσω της Uralsib αποτελεί «το πρώτο βήμα για την πώληση του περιουσιακού) στοιχείου Soymonovsky αφού πλέον αυτό θα είναι δεσμευμένο προς όφελος της προαναφερόμενης τράπεζας Uralsib η οποία ως προαναφέρεται ελέγχεται από τον Καθ' συ η αίτηση 4» είναι επίσης μια ψεύτικη εικασία. Αντίθετα, μέσω αυτής της αναχρηματοδότησης έχει πλέον διασφαλιστεί ότι το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο δεν θα πωληθεί από την Sberbank (η οποία είχε το δικαίωμα να το πωλήσει λόγω της παράβασης των δανειακών υποχρεώσεων πριν την συμφωνία που επιτεύχθηκε) και δόθηκε ο απαιτούμενος χρόνος για να αποπληρωθεί το δάνειο και να εξοφληθεί η Uralsib. Η έλλειψη οποιουδήποτε κινδύνου ανεπανόρθωτης ζημιάς Οι Ενάγοντες έχουν ξεκινήσει διαδικασίες εναντίον της Lexbrook απλώς επειδή ο Διευθυντής που είχαν προτείνει δεν διορίστηκε στο Δ.Σ. της Lexbrook. Μετά το διορισμό του Ενόρκως Δηλούντα στην Ένσταση ως Διευθυντή της Lexbrook, δεν υπήρξε οποιαδήποτε απόφαση ή ενέργεια στο επίπεδο της Lexbrook η οποία θα μπορούσε εύλογα να δικαιολογήσει οποιαδήποτε προληπτική ενέργεια από πλευράς των Εναγόντων ή κίνδυνο σε σχέση με τα συμφέροντα τους. Περαιτέρω, ο Ενόρκως Δηλών αναφέρει τα εξής: · Ποτέ δεν εξέτασε, ούτε είχε πρόθεση για οποιαδήποτε παραχώρηση μετοχών στη Lexbrook. · Αν είχε την πρόθεση να προκαλέσει την πώληση του περιουσιακού στοιχείου της Soymonovsky θα μπορούσε νομίμως να το κάνει μεταξύ 23ης/7/17 (ημερομηνίας διορισμού του) και μέχρι σήμερα. · Έστω και αν γίνει πώληση (που δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση), το ποσό που θα ληφθεί δεν μπορεί να υπερβεί τα τρέχοντα δάνεια που είναι εξασφαλισμένα με τις επιβαρύνσεις υπέρ της τράπεζας Uralsib (οι οποίες κληρονομήθηκαν από τη Sberbank). Οι πραγματικοί λόγοι πίσω από τις διαδικασίες και η ζημιά που προκλήθηκε στη Lexbrook Ο πραγματικός λόγος για την έναρξη αυτών των διαδικασιών είναι η πρόκληση προβλημάτων στη λειτουργία της Lexbrook με απώτερο στόχο να ασκηθεί πίεση στον Εναγόμενο 4 να αγοράσει την ωφέλιμη ιδιοκτησία (beneficial ownership) των Εναγόντων στην Lexbrook. Δεδομένου ότι το Διάταγμα είχε εκδοθεί μετά την παραίτηση των προηγούμενων Διευθυντών της Lexbrook και μετά το διορισμό του Ενόρκως Δηλούντα της Ένστασης, το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών δεν είναι σε θέση να εκδίδει οποιαδήποτε εταιρικά πιστοποιητικά διευθυντών και γραμματέα σχετιζόμενα με τη Lexbrook. Ως αποτέλεσμα αυτού δημιουργούνται διάφορα προβλήματα στη Lexbrook σε σχέση με τη λειτουργία των τραπεζικών της λογαριασμών και συνακόλουθα αδυναμία εκτέλεσης πληρωμών διαφόρων υποχρεώσεων, αδυναμία υπογραφής οικονομικών καταστάσεων, αδυναμία προσχώρησης σε οποιεσδήποτε συναλλαγές και αδυναμία διαχείρισης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων Ένσταση Εναγομένων 2 και 3 - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη ΄Ενσταση και από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 στην οποία εξειδικεύονται μια σειρά λόγων ένστασης ως ακολούθως: § Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. § Οι Καθ΄ων η Αίτηση έχουν ήδη παραιτηθεί και έχουν περί τούτου ειδοποιήσει τους Αιτητές και τον Έφορο Εταιρειών. · Οι Αιτητές έχουν μέσω των δικηγόρων τους αποδεχθεί την παραίτηση των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 2 από διευθυντές της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 και ως εκ τούτου τα αιτούμενα διατάγματα δεν είναι δυνατόν να στρέφονται εναντίον τους. · Η Αίτηση είναι κακόπιστη και γίνεται για αλλότριους σκοπούς. Οι Αιτητές προσπαθούν μέσω της παρούσας διαδικασίας να εξασφαλίσουν ό,τι δεν εξασφάλισαν μέσω της ορθής εταιρικής διαδικασίας και σύμφωνα με το Καταστατικό και τους Κανονισμούς της Καθ΄ ης η Αίτηση
- § Η Αίτηση είναι καταχρηστική. Οι Αιτητές μέσω αυτής αιτούνται την έκδοση διαταγμάτων τα οποία έχουν ήδη εξασφαλίσει μέσω του προσωρινού διατάγματος ημερ. 5/7/
- § Η Αίτηση είναι κακόπιστη, παράνομη και χωρίς καμία νομική βάση και επιδιώκει για δεύτερη φορά τον επαναπροσδιορισμό του τρόπου λειτουργίας της Καθ΄ης η Αίτηση κατά τρόπο που αναιρεί το Καταστατικό της και δημιουργώντας προβλήματα σε αυτή. § Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να αιτούνται την έκδοση των απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και
- Οι Αιτητές δεν είναι μέτοχοι της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 αλλά είναι κατά 12,5% ο καθένας δικαιούχοι των μετοχών της Prefield, η οποία εταιρεία (Prefield) είναι μέτοχος 100% της Καθ΄ ης η Αίτηση
- Οιαδήποτε δε αλλαγή στο μετοχικό κεφάλαιο της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 θα επηρεάσει την Prefield Investments Ltd και όχι τους Αιτητές. Η Ένσταση συνοδεύεται από ΄Ενορκη Δήλωση του Εναγόμενου 2 στην οποία, βασικά, υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Ένσταση Εναγόμενου 4 - Λόγοι Ένστασης Ένσταση καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο 4 όπου, ανάμεσα στους διάφορους λόγους ένστασης, συμπεριλαμβάνονται και οι εξής: · Οι Αιτητές δεν έχουν locus standi να προωθούν την Αίτηση εναντίον του Καθ΄ ου η Αίτηση
- · Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προληπτικών διαταγμάτων (quia timet injunctions). · Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση μεταξύ των Αιτητών και του Καθ΄ ου η Αίτηση 4 και/ή οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας, ούτε κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους Αιτητές ενώ το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση. · Τα διατάγματα είναι αχρείαστα και/ή προωθούνται κακόπιστα και/ή για αλλότριους σκοπούς και/ή για σκοπούς πίεσης στον Καθ΄ου η Αίτηση
- · Τα Διατάγματα αντίκεινται στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 και/ή στις αρχές του Κοινοδικαίου. Η Ένσταση του Εναγόμενου 4 υποστηρίζεται από ΄Ενορκη Δήλωση της Ελίνας Νικολαϊδου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Εναγόμενου
- Στο πλαίσιο αυτής της Αίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι Αιτητές έχουν εγείρει την παρούσα διαδικασία καθώς και τη διαδικασία στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 377/2017, σε σχέση με διαφορετικά περιουσιακά στοιχεία του Ομίλου NGI, ώστε να πετύχουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων για σκοπούς άσκησης αθέμιτης πίεσης στον Καθ΄ ου η Αίτηση
- Το Ακίνητο Soymonovsky είναι ενεχυριασμένο προς εξασφάλιση κάποιων εκ των Δανείων του Ομίλου NGI. Το Ακίνητο Soymonovsky κατέχεται εξ ολοκλήρου από τη ρωσική εταιρεία LLC Soymonovsky η οποία με τη σειρά της κατέχεται εξ ολοκλήρου από τη ρωσική εταιρεία S-Invest LLC. Η S-Invest LLC κατέχεται εξ ολοκλήρου από την Εναγόμενη 1/ Καθ' ης η Αίτηση 1 εταιρεία. Απώτερος σκοπός των Αιτητών είναι, όπως αναφέρεται, να δημιουργήσουν προβλήματα στη διαδικασία αναχρηματοδότησης του Ομίλου NGI ώστε να εξαναγκάσουν τον Καθ΄ ου η Αίτηση 4 να εξαγοράσει τα μερίδια τους στον Όμιλο NGI. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι οι Αιτητές έλαβαν μετοχές στον Όμιλο NGI ως αντάλλαγμα της εργασίας τους στον ΄Ομιλο χωρίς να καταβάλουν οποιαδήποτε χρήματα. Ως αποτέλεσμα της κακοδιαχείρισης που επέδειξαν, καθώς και της απόπειρας να αποσπάσουν προσωπικό όφελος υπό τη μορφή προμήθειας στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού του διυλιστηρίου AFIPFKY, που ανήκει στον Όμιλο NGI, οι Αιτητές δεν εργάζονται πλέον στον Όμιλο αυτό. Γνωρίζουν δε ότι ο Όμιλος NGI χρειάζεται αναχρηματοδότηση με σκοπό να συμμορφωθεί με τις δανειακές του υποχρεώσεις. Οι Αιτητές δεν μπορούν να συνεισφέρουν οικονομικά στην αναχρηματοδότηση του Ομίλου NGI και έχουν εκφράσει την πρόθεση να πωλήσουν το μερίδιο τους στον Καθ΄ ου η Αίτηση
- Γνωρίζουν ότι σε περίπτωση ολοκλήρωσης της αναχρηματοδότησης του Ομίλου, η μετοχική τους συμμετοχή σε αυτό αναμένεται να μειωθεί προς όφελος των προσώπων που θα συνεισφέρουν οικονομικά σε αυτό. Ως εκ τούτου, εγείρουν δικαστικές διαδικασίες που αποσκοπούν να παγώσουν τα περιουσιακά στοιχεία του Ομίλου NGI ώστε να μην μπορεί να ολοκληρωθεί η αναχρηματοδότηση του, με ελπίδα ότι με αυτό τον τρόπο θα εξαναγκάσουν τον Καθ΄ ου η Αίτηση 4 να εξαγοράσει τα μερίδια τους στον Όμιλο. Με τις Αιτήσεις και τα Μονομερή Διατάγματα, οι Αιτητές έχουν σκοπό να μπλοκάρουν τις εταιρείες δια της οποίες κατέχεται το Ακίνητο Soymonovsky, ώστε να μην μπορεί να ολοκληρωθεί η αναχρηματοδότηση του Ομίλου NGI, η οποία εξασφαλίζεται με υποθήκες επί του Ακινήτου Soymonovsky. Οι Αιτητές γνωρίζουν ότι ένεκα της ενεχυρίασης του Ακινήτου Soymonovsky, η ουσιαστική του αξία είναι μηδενική, ενώ η έγερση της διαδικασίας αποσκοπεί μόνο στην άσκηση αθέμιτης πίεσης, αφού το μπλοκάρισμα της εταιρικής δομής αναμένεται να εμποδίσει ή ακόμη και να δυσκολέψει την αναχρηματοδότηση του ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Ένορκη δήλωση από Δικηγόρο Εν πρώτοις κρίνω σκόπιμο να εξετάσω την εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων για την Καθ΄ης η Αίτηση 1 ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση έχει συνταχθεί από δικηγόρο χωρίς να δίδεται επαρκής δικαιολογία και/ή εξήγηση ως προς τον λόγο που αυτή δεν καταρτίστηκε από το πρόσωπο που κατ΄ισχυρισμό τα γνωρίζει, δηλ. τον Zhilin. Η νομολογία έχει κατ΄επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής κατάρτισης και υποβολής ένορκης δήλωσης από δικηγόρο και ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, αν δεν είναι εμφανής ο λόγος, θα πρέπει να δίδεται εξήγηση ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι ο διάδικος ή άλλο πρόσωπο. Στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 υπογραμμίστηκαν συναφώς τα εξής: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. ........................... ........... Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών..........». Παρά λοιπόν το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, η νομολογία μας δεν απαγορεύει την όμνυση από δικηγόρο σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, που η ομνύουσα, αν και εμφανίστηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου, τον κύριο χειρισμό τον είχε άλλος δικηγόρος του γραφείου στο οποίο εργάζεται - ο κ. Μενέλαος Κυπριανού - ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση. Όπως έχει νομολογηθεί, «η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης ..»[6]. Στη βάση των πιο πάνω δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε το επιλήψιμο από το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση δεν έχει καταρτιστεί από τους Ενάγοντες ή από πρόσωπο που γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Νομιμοποίηση Αιτητών - Locus Standi Ένας από τους λόγους ένστασης που προβλήθηκε από όλους τους συνηγόρους των Καθ΄ων η Αίτηση είναι η μη νομιμοποίηση των Αιτητών (locus standi) στην προώθηση των αξιώσεων τους εναντίον της Εναγόμενης 1 για προστασία των συμφερόντων τους. Λόγω της καταλυτικής σημασίας που ένα τέτοιο ζήτημα ενδέχεται να έχει στην υπό κρίση Αίτηση κρίνεται σκόπιμο όπως εξετασθεί κατά προτεραιότητα. Τα γεγονότα που περιστοιχίζουν τα μέρη και τη δομή των εμπλεκόμενων εταιρειών και αποτέλεσαν κοινό έδαφος έχουν ως εξής: · Η Lexbrook (Καθ΄ης η Αίτηση 1) είναι μια Κυπριακή εταιρεία. · Ο μοναδικός μέτοχός της Lexbrook είναι η Prefield Investments Limited, μια εταιρεία από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (Prefield). · Εγγεγραμμένοι μέτοχοι της Prefield είναι ο XXXXX Αντωνίου που κατέχει 25% και η XXXXX Zhavoronkova που κατέχει 75%. · Η Lexbrook είναι ιδιοκτήτρια μιας Ρωσικής εταιρείας, της LLC Soymonovsky (Soymonovsky), η οποία με τη σειρά της είναι ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου στη Ρωσία. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που οι ίδιοι οι Ενάγοντες προωθούν[7], οι Ενάγοντες δεν είναι μέτοχοι της Lexbrook. Μέτοχος της Lexbrook είναι η Prefield, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, και οι μέτοχοι της Prefield είναι ο XXXXX Αντωνίου (που κατέχει το 25% των μετοχών της Prefield) και η XXXXX Zhavaronkova (που κατέχει το 75% των μετοχών της Prefield). Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι οι δικαιούχοι στην ωφέλιμη ιδιοκτησία των μετοχών που κατέχει ο XXXXX Αντωνίου και ότι ο τελευταίος είναι μόνο ονομαστικός μέτοχος (nominee shareholder). Εγείρεται εν πρώτοις το ερώτημα κατά πόσον μπορεί ένα πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος μέτοχος σε μια εταιρεία αλλά έχει μόνο την ωφέλιμη ιδιοκτησία να προωθεί αγωγή και να διεκδικεί οποιασδήποτε μορφής προστασία σε ό,τι αφορά την εταιρεία. Στο Άρθρο 27 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 δίδεται ο ορισμός της λέξης «μέλος» εταιρείας και έχει ως ακολούθως: «27.-
(1)Αυτοί που προσυπόγραψαν το ιδρυτικό έγγραφο εταιρείας θα θεωρούνται ότι έχουν συμφωνήσει να γίνουν μέλη της εταιρείας και με την εγγραφή της καταχωρούνται ως μέλη στο μητρώο μελών.
(2)Οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που συμφωνεί να γίνει μέλος εταιρείας και το όνομα του καταχωρείται στο μητρώο των μελών της, είναι μέλος της εταιρείας». Ο όρος «ονομαστικός μέτοχος» δεν περιλαμβάνεται ως τέτοιος στο Κεφ.
- Βασικά, ο ονομαστικός μέτοχος είναι το πρόσωπο το οποίο κατέχει μετοχές εκ μέρους ή για λογαριασμό ενός φυσικού ή νομικού προσώπου. Ο ονομαστικός μέτοχος (ο κατά νόμο και/ή εγγεγραμμένος μέτοχος) διορίζεται μέσω της διαδικασίας του καταπιστεύματος (trust) που προβλέπεται στο Κοινοδίκαιο από τον επενδυτή εκ μέρους του οποίου και για λογαριασμό του οποίου κατέχει τις μετοχές, ήτοι του δικαιούχου ή του ατόμου το οποίο έχει την ωφέλιμη ιδιοκτησία (beneficiary) και ο οποίος δικαιούται το εισόδημα και τα κέρδη τα οποία προκύπτουν από τις μετοχές. Αυτό πραγματοποιείται μέσω της δήλωσης καταπιστεύματος (declaration of trust) μέσω του οποίου ο καταπιστευματοδόχος (trustee) συμφωνεί να κατέχει τις μετοχές για λογαριασμό και προς όφελος και κάτω από τις οδηγίες του δικαιούχου ενώ παράλληλα αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρήσει όλα τα κέρδη τα οποία προκύπτουν από τις μετοχές στον τελευταίο[8]. Η πρακτική συνέπεια αυτού είναι ότι το όνομα του ονομαστικού μετόχου θα πρέπει απαραιτήτως να εμφανίζεται στα δημόσια αρχεία αναφορικά με την κατοχή συγκεκριμένων μετοχών. Είναι, δηλαδή, το όνομα του ονομαστικού μετόχου που θα εμφαίνεται πάντοτε στο Αρχείο του Εφόρου Εταιρειών και το Εταιρικό Μητρώο (Μητρώο Μελών) ως μέτοχος[9]. Το Δίκαιο δεν αναγνωρίζει ως μέτοχο οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης σε εταιρεία. Σχετικό είναι το Άρθρο 112 του περί Εταιρειών Νόμου που έχει ως εξής: «
- Καμιά ειδοποίηση εμπιστεύματος, ρητού, σιωπηρού ή εξυπακουομένου δεν καταχωρείται στο μητρώο ή λαμβάνεται από τον έφορο, σε περίπτωση εταιρειών εγγεγραμμένων στη Δημοκρατία»[10]. Στο πλαίσιο αυτό ο Κανονισμός 7 (Article) των Πρότυπων Κανονισμών του Πίνακα Α (Τable A) παρέχει τη βάση στην οποία η νομική θέση που προκύπτει από το Άρθρο 112 συντελείται από την εταιρεία. Τον παραθέτω: «
- Εκτός όπως απαιτείται από το Νόμο, κανένα πρόσωπο δεν αναγνωρίζεται από την εταιρεία ότι κατέχει οποιαδήποτε μετοχή δυνάμει εμπιστεύματος, και η εταιρεία δεν έχει υποχρέωση και δεν αναγκάζεται με οποιοδήποτε τρόπο να αναγνωρίσει (έστω και όταν έχει ειδοποιηθεί για αυτό) οποιοδήποτε συμφέρον σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας, υπό αίρεση, μελλοντικό ή μερικό σε οποιαδήποτε μετοχή ή οποιοδήποτε συμφέρον σε κλασματικό μέρος μετοχής ή (εκτός μόνο όπου προβλέπεται διαφορετικά από τους κανονισμούς αυτούς ή από νόμο) οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα πάνω σε οποιαδήποτε μετοχή εκτός από απόλυτο δικαίωμα σε ολόκληρη τη μετοχή του γραμμένου κατόχου»[11]. Έπεται ότι ο ονομαστικός μέτοχος (nominee shareholder) εμπίπτει εντός του ορισμού «μέλος εταιρείας» όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στο Άρθρο 27 του Κεφ.
- Όπως επισημάνθηκε από τον Λόρδο Coleridge C.J. στην υπόθεση In Re Perkins
(1890)24 Q.B.D. 613: "In the first place, it seems to me extremely important not to throw any doubt on the principle that companies have nothing whatever to do with the relations between trustees and their cestuis que trust in respect of the shares of the company. If a trustee is on the company's register as the holder of shares, the relations which he may have with some other person in respect of the shares are matters with which the company have nothing whatever to do; they can look only to the man whose name is upon the register". Όπως προκύπτει από τη σχετική Αγγλική νομολογία μόνο μέλη μιας εταιρείας υπό την πιο πάνω έννοια, ήτοι ο κατά νόμο και/ή ο εγγεγραμμένος μέτοχος της εταιρείας, νομιμοποιείται είτε να προωθήσει παράγωγη αγωγή, είτε να διεκδικήσει θεραπεία σε ό,τι αφορά την εταιρεία. Τούτου δοθέντος πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος μέτοχος/μέλος σε μια εταιρεία αλλά έχει μόνο την ωφέλιμη ιδιοκτησία (beneficial interest) δεν νομιμοποιείται στην προώθηση των πιο πάνω αναφερόμενων διαδικασιών. Όπως επισημαίνεται στο Σύγγραμμα Palmers Company Law
(2018)Volume 2 para. 8.3802 στο πλαίσιο εξέτασης των προνοιών του Άρθρου 994
(1)Companies Act 2006[12] που παρέχει τη δυνατότητα σε μέλος εταιρείας να αποταθεί στο Δικαστήριο παραπονούμενο για "unfairly prejudicial conduct": "A member is defined in s.112 as a subscriber to the memorandum and, more important, as any other person who agrees to become a member of the company and whose name is entered in its register of members. It follows that a person is a member who is a mere nominee shareholder. By the same token, however, a person who has a beneficial interest in a share but who is not a registered member may not bring a petition. Fortunately, it has been held that the interests of the nominee shareholder which can be protected under the section include the economic interests of the beneficial owners. Consequently, the interests of the beneficial owners can be protected under the section if the nominee shareholder decides, either voluntarily or upon instruction, to bring a petition". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως περαιτέρω αναφέρεται στο Σύγγραμμα Gower`s Principles of Modern Company Law, 10η Έκδοση στη σελ.662, παρ.20-2: "A non -member will not be able to petition under the section. For example, if the registered shareholder is a nominee, the person with the beneficial interest in the shares cannot petition; the nominee will, however, be a legitimate petitioner and the interests the nominee may seek to protect include those of the beneficiary." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Παρομοίως στο Σύγγραμμα Gower & Davies Principles of Modern Company Law, 9η Έκδοση, σελ.721 στο πλαίσιο εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 994 αναφέρονται τα εξής: "..a non-member will not be able to petition under the section. For example, if the registered shareholder is a nominee, the person with the beneficial interest in the shares cannot petition; the nominee will, however, be a legitimate petitioner and the interests the nominee may seek to protect include those of the beneficiary.[13]" (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σε δύο Αγγλικές υποθέσεις στο πλαίσιο εταιρικών αιτήσεων αποφασίστηκε πως εγγεγραμμένος μέτοχος μετοχών ωφέλιμης ιδιοκτησίας άλλου προσώπου (Atlas Ltd and others v. Brightview Ltd
(2004)All ER (D) 95 - αρ. 4) και εγγεγραμμένος μέτοχος που είχε ήδη πωλήσει τις μετοχές του αλλά παρέμενε ακόμα εγγεγραμμένος στα μητρώα της εταιρείας (Re McCarthy Surfacing Ltd Hecquet and others v. McCarthy and others
(2006)All ER (D) 193 - αρ. 5) νομιμοποιούνταν στην αναζήτηση θεραπείας στη βάση του Αγγλικού εταιρικού νόμου (Άρθρο 459 του Companies Act 1985, όπως ίσχυε τότε[14]). Μάλιστα στην πρώτη υπόθεση ο δικαιούχος, ο οποίος ήταν αιτητής μαζί με τον εγγεγραμμένο μέτοχο, διαγράφηκε επειδή δεν ήταν μέλος της εταιρείας. Γίνεται αναφορά στην Atlas (παράγρ. 37) σε αριθμό πιο παλιών υποθέσεων όπου δεν αμφισβητήθηκε η νομιμοποίηση του εγγεγραμμένου μη δικαιούχου μετόχου να παραπονεθεί, δυνάμει του Άρθρου 459, αναφορικά με μείωση της αξίας των εγγεγραμμένων επ' ονόματι του μετοχών στη βάση ότι τα συμφέροντα του για τους σκοπούς αυτούς έχουν το ίδιο εύρος με τα συμφέροντα του δικαιούχου[15]. O ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών επικαλέστηκε την υπόθεση Eclairs Group Ltd and another v. JKX Oil and Gas plc and others [2013] EWHC 2631 (Ch) ως αυθεντία για να υποστηρίξει την νομιμοποίηση των Αιτητών και την ύπαρξη locus standi. Στην εν λόγω υπόθεση οι Ενάγοντες ήσαν οι τελικοί δικαιούχοι των μετοχών και ως εναγόμενους είχαν προσθέσει την εταιρεία στην οποία είχαν μετοχικό συμφέρον, τους εγγεγραμμένους μετόχους και τους ονομαστικούς αξιωματούχους της εταιρείας. Οι Ενάγοντες είχαν εγείρει την αγωγή στη βάση του ότι αμφισβητούσαν την εγκυρότητα διαφόρων ειδοποιήσεων (restriction notices) που στάλθηκαν στους μετόχους από τα μέλη του Δ.Σ. της εταιρείας στην οποία είχαν μετοχικό συμφέρον. H πιο πάνω υπόθεση θεωρώ ότι δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω αρχή που αναλύθηκε ανωτέρω. Η υπόθεση Eclairs προωθήθηκε στη βάση του ότι αποτελούσε παράγωγη απαίτηση δυνάμει καταπιστεύματος (derivative trust claim) από τους δικαιούχους μετοχών (beneficiaries) οι οποίοι ενήγαγαν εκ μέρους των καταπιστευματοδόχων/ονομαστικών μετόχων τους οποίους είχαν συνενώσει ως εναγόμενους. Δεν αποτελούσε, δηλαδή, περίπτωση όπου το Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι οι δικαιούχοι νομιμοποιούνταν να εγείρουν τη διαδικασία και να προωθήσουν απαίτηση στο δικό τους όνομα από μόνοι τους (και όχι οι ονομαστικοί μέτοχοι/καταπιστευματοδόχοι) χωρίς τη συνένωση των καταπιστευματοδόχων μέσω παράγωγης αγωγής δυνάμει καταπιστεύματος[16]. Όπως επισημαίνεται από το Δικαστή Briggs LJ στην παράγραφο 34 της απόφασης του στο Court of Appeal {Eclairs Group Ltd v JKX Oil & Gas Plc [2014] EWCA Civ 640} οι δικαιούχοι των μετοχών είχαν κινήσει τη διαδικασία υπό τη μορφή παράγωγης αγωγής όπου συνένωσαν τους καταπιστευματοδόχους/ονομαστικούς μετόχους ως εναγόμενους. Σχετική είναι η πιο κάτω περικοπή: "34 In the present case, the immediate legal consequence of the Restrictions was that Eclairs' and Glengary's respective nominees, Hanover and Lynchwood, were disabled from voting or transferring their shares. Eclairs and Glengary commenced their respective claims in the form of derivative actions, joining the two nominee companies as defendants, on the basis that they anticipated that it would be difficult if not impossible to galvanise the nominee companies into action in time to obtain the urgent interim relief sought (successfully in the event) ahead of the AGM......". Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι ήταν σαφής η θέση του κ. Κυπριανού ότι η παρούσα αγωγή δεν συνιστά σε καμία περίπτωση παράγωγη αγωγή. Αναφορά μπορεί επίσης να γίνει και στην πρόσφατη Αγγλική απόφαση στην υπόθεση ΜcEneaney v. Stevens & Others, Unreported 2/5/2017, Chancery Division (Ch. D), η οποία αφορούσε περίπτωση όπου ο δικαιούχος μετοχών σε εταιρεία (beneficial owner) επεδίωξε τη διόρθωση του Μητρώου μελών της εταιρείας με βάση το Άρθρο 125 του Companies Act 2006[17] παραπονούμενος για δόλια μεταβίβαση των μετοχών του και ο οποίος είχε κινήσει τη σχετική διαδικασία υπό την προσωπική του ιδιότητα και χωρίς να έχει συνενώσει τους καταπιστευματοδόχους των μετοχών του στις οποίες ήταν δικαιούχος ως Εναγόμενους. Κρίθηκε εν προκειμένω ότι ο Εφεσείων στερείτο locus standi. Επισημάνθηκε, ταυτόχρονα, ότι παρείχετο η δυνατότητα προώθησης παράγωγης αγωγής στην οποία οι καταπιστευματοδόχοι θα συνενώνονταν ως Εναγόμενοι νοουμένου, όμως, ότι υφίσταντο προς τούτο εξαιρετικές περιστάσεις. Τέτοιες θα μπορούσαν να είναι οι περιπτώσεις όπου οι καταπιστευματοδόχοι αρνούνται ή αδυνατούν να προωθήσουν τη διαδικασία οι ίδιοι. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα πιο κάτω αποσπάσματα στα οποία συνοψίζονται οι νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις: ''
- The general rule is that since trustees administer the trust fund as principals and not as agent for the beneficiaries, the trustees are normally the proper claimants in proceedings against third parties in actions based on breach of contract or tort and other causes of action arising in the course of administration of the trust: Lewin on Trusts (19th edition) at para 43-
- In relation to a bare trust, such as that apparently asserted by the appellant in this case, the rule is that if the legal estate in the hands of the bare trustee is disturbed by a third party, the beneficiary may not institute legal proceedings in the name of the trustee without his authority, but may, on giving the trustee a proper indemnity, oblige the trustee to lend his name to assert his legal right: Lewin on Trusts (19th edition) at para 43-
- An alternative procedure is available if the trustee refuses to sue, namely, a derivative action. Under a derivative action, the beneficiary sues in his own name on behalf of the trust, joining the trustee as a defendant: Lewin on Trusts (19th edition) at paras 43003 and 43-
- The appellant brought his claim in relation to UCS in his personal capacity. The Deputy Master was right to conclude that he had no locus standi to do that. That is clear and uncontroversial as far as the law is concerned.
- The appellant has made no application to amend his claim to bring it on behalf of the alleged trust in a representative capacity, but he is proceeding as a litigant in person, and it is appropriate to consider whether he could and, if so, should be permitted at this stage to amend his claim to bring it in his own name on behalf of the trust or, in other words, as a derivative action. It is clear that the court has the power to allow the amendment because the new representative claim arises out of the same facts or substantially the same facts as the existing claim: Roberts v Gill & Co at [41] (per Lord Collins).
- A beneficiary under a trust, however, may bring a derivative action only in special circumstances. There is no definitive list of what constitutes special circumstances, but the special circumstances must embrace a failure, excusable or inexcusable, by the trustees in the performance of the duty owed by the trustees to the beneficiary to protect the trust estate or to protect the interests of the beneficiary in the trust estate: Hayim v Citibank NA [1987] 1 AC 730 (PC) at 748F (per Lord Templeman).
- The special circumstances are a necessary part of a beneficiary's cause of action in bringing a claim as a derivative action and therefore must be pleaded: Roberts v Gill & Co at [103] (per Lord Walker)''. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όσον αφορά την ημεδαπή νομολογία η έρευνα του Δικαστηρίου οδήγησε στον εντοπισμό δύο πρωτόδικων αποφάσεων. Στην υπόθεση του Ε.Δ. Λευκωσίας Αρ. Αγωγής 1801/2008, Rowland Investments Ltd v. Siberian Drilling Services Ltd κ.α., ημερ. 17/10/2008 (Μ. Χριστοδούλου Π.Ε.Δ, ως ήταν τότε) στο πλαίσιο παράγωγης αγωγής εναντίον εταιρείας αποφασίστηκε πως η Ενάγουσα (Καθ΄ης η Αίτηση) δικαιούχος (beneficial owner) αλλά όχι εγγεγραμμένη μέτοχος δεν νομιμοποιείτο στην έγερση παράγωγης αγωγής. Στην εν λόγω υπόθεση η Εναγόμενη 1 εταιρεία ήταν εγγεγραμμένη μέτοχος του συνόλου των μετοχών της Εναγόμενης 2 οι οποίες μεταβιβάσθηκαν στις 12/2/08 στις Εναγόμενες 8 και
- Η Ενάγουσα δικαιούχος του 50% των μετοχών της Εναγόμενης 1 εταιρείας αμφισβητούσε την εγκυρότητα της διενεργηθείσας μεταβίβασης προβάλλοντας ότι ήταν αποτέλεσμα σκευωρίας των Εναγομένων 2-11 η οποία επετεύχθη με την παράκαμψη των ασφαλιστικών δικλίδων του Καταστατικού της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι κατατοπιστικό: «Πέραν των πιο πάνω, εντοπίζεται ακόμη ένα ζήτημα το οποίο είναι καταλυτικής σημασίας για την υπόθεση. Αφορά τη νομιμοποίηση της καθ΄ ης η αίτηση για έγερση αγωγής για προστασία των συμφερόντων της Εταιρείας και, εμμέσως, των δικών της συμφερόντων ως δικαιούχου μετοχών της Εταιρείας. Όμως, παρά το ότι είναι δικαιούχος μετοχών η Εταιρεία δεν την αναγνωρίζει ως κάτοχο μετοχών της. ...................................... Η μη αναγνώριση της καθ΄ ης η αίτηση από την Εταιρεία ως κάτοχο μετοχών της έχει δύο άμεσες συνέπειες. Η πρώτη αφορά τη μη νομιμοποίηση της για έγερση παράγωγης αγωγής, η οποία μόνο από μέλη της Εταιρείας μπορεί να εγερθεί. Η δεύτερη αφορά το παράπονο της ότι η μεταβίβαση των μετοχών που κατείχε η Εταιρεία στη JSC επετεύχθη με την παράκαμψη των ασφαλιστικών δικλίδων του καταστατικού της. Έχω την άποψη ότι ακόμη κι αν έγινε τέτοια παράκαμψη μόνο τα μέλη της Εταιρείας, οι αναγνωρισμένοι δηλαδή κάτοχοι μετοχών της, θα μπορούσαν να την επικαλεσθούν. Η καθ΄ ης η αίτηση, όμως, δεν είναι τέτοιος κάτοχος και, επομένως, δεν νομιμοποιείται να επικαλείται ότι στην παρούσα υπόθεση εγείρονται εταιρικά θέματα. Τέτοια θέματα, κατά την άποψή μου, μόνο τα μέλη της Εταιρείας μπορούν να εγείρουν και η καθ΄ ης δεν είναι μέλος. .». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Παρόμοια ήταν η προσέγγιση και στην Αγωγή Ε.Δ. Λευκωσίας 4324/2011 Ciara Quin και άλλοι v. Anglo Irish Bank Corporation Limited και άλλοι, ημερ. 15/3/2012 (Γ. Ν. Γιασεμής Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε) όπου κρίθηκε ότι οι Ενάγοντες 1-5 οι οποίοι ήταν δικαιούχοι (beneficiaries) δυνάμει καταπιστεύματος των μετοχών των Εναγομένων 3, 4 και 5 οι οποίες κατείχοντο από τις Ενάγουσες 7-10 υπό την ιδιότητα των αντιπροσώπων (nominees) και καταπιστευματοδόχων (trustees) των Εναγόντων 1-5 δεν νομιμοποιούνταν και δεν είχαν locus standi να εγείρουν παράγωγη αγωγή. Όπως επισημάνθηκε στη σελ. 13 της πιο πάνω Απόφασης: «Επομένως, το ζήτημα το οποίο εγείρεται, και είναι στο επίκεντρο της όλης υπόθεσης, είναι κατά πόσο οι ενάγοντες 1 εώς 5 έχουν, υπό τις περιστάσεις, locus standi στην παρούσα αγωγή. Υπενθυμίζεται ότι οι ενάγοντες 1 εώς 5 είναι οι μοναδικοί μέτοχοι των εναγουσών 7 εώς 10 και οι ενάγουσες αυτές είναι οι μοναδικοί μέτοχοι των εναγομένων 3, 4 και
- Ό,τι διακυβεύεται στην κάθε περίπτωση είναι οι μετοχές, ως περιουσιακό στοιχείο, των εναγουσών 7 εώς 10 στις εναγόμενες 3, 4 και 5 και οι μετοχές των εναγομένων 3, 4 και 5 στις ρωσικές εταιρείες, αντίστοιχα. Όλες οι πιο πάνω μετοχές έχουν ενεχυριασθεί προς όφελος των εναγομένων 1, για εξασφάλιση συγκεκριμένων δανείων και άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχώρησαν οι τελευταίοι προς την εταιρεία Quinn Finance του Ομίλου Quinn. Οπωσδήποτε δεν αποτελούν οι εν λόγω δύο δέσμες μετοχών περιουσιακό στοιχείο των εναγόντων 1 εώς 5 αφού αυτοί δεν εμφανίζονται ως οι κατά νόμο ιδιοκτήτες των. Βέβαια, υπάρχει ο ισχυρισμός ότι όσον αφορά τις μετοχές των εναγομένων 3, 4 και 5 αυτές κατέχονται προς όφελος τους δυνάμει καταπιστευμάτων, με τις ενάγουσες 7 εώς 10, οι οποίες εμφανίζονται ως οι κατά νόμο ιδιοκτήτριες, να είναι οι καταπιστευματοδόχοι (trustees). Προφανώς, εκλαμβάνοντας οι ενάγοντες 1 εώς 5, λανθασμένα, ως δεδομένο γεγονός πως λόγω των καταπιστευμάτων μπορούν να θεωρηθούν ως οι κατά νόμο ιδιοκτήτες των μετοχών των εναγομένων 3, 4 και 5 παρά ως οι δικαιούχοι των. Και ως οι κατά νόμο μέτοχοι πλέον των εν λόγω μετοχών ότι δικαιούνται να εγείρουν, όπως και έπραξαν, την παρούσα αγωγή εκ μέρους των εναγομένων 3, 4 και 5 ως παράγωγη αγωγή, θέση η οποία εκφράζεται ρητώς στην καταληκτική παράγραφο 179 της αρχικής ένορκης δήλωσης». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στη σελ.16 επισημάνθηκαν τα εξής: «Βέβαια, με τα όσα οι ενάγοντες 1 εώς 5 υποστηρίζουν, βασικά, δεν έχουν απεγδυθεί ποτέ την ιδιότητα του δικαιούχου των προαναφερθέντων καταπιστευμάτων. Ούτε αρνούνται ότι οι ενάγουσες 7 εώς 10 είναι οι καταπιστευματοδόχοι σε αυτά». Η κατάληξη δίδεται στη σελίδα 18 ως εξής: «..οι ενάγοντες 1 εώς 5 δεν ενομιμοποιούντο να είναι ενάγοντες σ' αυτή. Δεν είχαν τότε και εξακολουθούν να μην έχουν και τώρα locus standi ως ενάγοντες σ΄αυτή». Βεβαίως στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα οι Αιτητές να είναι δικαιούχοι στην ωφέλιμη ιδιοκτησία των μετοχών της Καθ΄ης η Αίτηση
- Τέτοιο θέμα τίθεται σε σχέση με την Prefield. Με βάση δε τους ιδίους τους ισχυρισμούς των Αιτητών προκύπτει ότι αυτοί δεν είναι μέτοχοι της Καθ΄ης η Αίτηση
- Μέτοχος της Lexbrook είναι η Prefield. Εγείρεται, επομένως, το ερώτημα κατά πόσο παρέχεται το δικαίωμα σε ένα πρόσωπο να εγείρει αγωγή όταν δεν είναι ο ίδιος μέτοχος σε εταιρεία αλλά έλκει κάποιο δικαίωμα σε εταιρεία μέτοχο. Συγκεκριμένα εγείρεται εδώ το κατά πόσο οι Αιτητές, μη όντες μέτοχοι της Καθ΄ης η Αίτηση 1 αλλά, με βάση τους ισχυρισμούς τους, δικαιούχοι στην ωφέλιμη ιδιοκτησία του 25% των μετοχών της εταιρείας μετόχου στην Καθ΄ης η Αίτηση 1, νομιμοποιούνται να προωθούν αξιώσεις σε σχέση με την Καθ΄ης η Αίτηση 1 και/ή να αιτούνται την έκδοση και/ή οριστικοποίηση Διαταγμάτων τα οποία σχετίζονται με τη διαχείριση και τη διεύθυνση της εν λόγω εταιρείας. Προτού απαντηθεί το πιο πάνω ερώτημα κρίνεται σκόπιμη μια σύντομη καταγραφή των νομικών αρχών που διέπουν θέματα της φύσης που εξετάζουμε. Είναι καλά γνωστός κανόνας του Κοινοδικαίου ότι εταιρικά δικαιώματα μέλους εταιρείας είναι δικαιώματα τα οποία κάθε μέλος έχει συμφωνήσει να υπαγάγει στη θέληση της πλειοψηφίας νοουμένου ότι αυτή η θέληση εκφράζεται σύμφωνα με το Νόμο και το Καταστατικό της. Εφαρμόζεται δηλαδή (σε σχέση με τα εταιρικά δικαιώματα μελών εταιρείας) η αρχή της κυριαρχίας της πλειοψηφίας αναφερόμενη ως ο γενικός κανόνας στην υπόθεση Foss v Harbottle. Η εν λόγω αρχή συνοψίζεται στο Σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21st Ed. (σελ. 502) ως εξής: "Corporate membership rights, as has been seen, are membership rights which the member has agreed to submit to the will of the majority, provided that that will is expressed in accordance with the law and the articles. With respect to these membership rights the principle of the supremacy of the majority applies." Στην υπόθεση Foss v. Harbottle
(1843)2 Hare 461, διατυπώθηκε η αρχή ότι τα Δικαστήρια αρνούνται να επέμβουν στη διεύθυνση μιας εταιρείας με αίτημα της μειοψηφίας των μελών της, τα οποία είναι δυσαρεστημένα με τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας από την πλειοψηφία ή το Διοικητικό της Συμβούλιο. Στις περιπτώσεις όπου η πλειοψηφία παραβιάζει το νόμο, ασκεί δικαιώματα που δεν της παρέχονται από το Νόμο ή από το Καταστατικό ή παραβιάζει δικαιώματα άλλων μετόχων το Δίκαιο προσφέρει θεραπεία και ένδικα μέσα. Ένας μέτοχος δυνατόν να έχει δύο επιλογές αγωγής. Η πρώτη είναι η προσωπική αγωγή εναντίον της εταιρείας για παράβαση από την εταιρεία του ιδρυτικού εγγράφου, δηλαδή των καθηκόντων της εταιρείας έναντι του όπου (ο μέτοχος) θα πρέπει να υποδείξει την παραβίαση κάποιου προσωπικού δικαιώματος του. Η δεύτερη επιλογή, η οποία είναι γνωστή ως παράγωγη αγωγή, - γιατί επικαλείται την εφαρμογή αγώγιμου δικαιώματος που ανήκει στην εταιρεία και όχι στον ίδιο προσωπικά - είναι διαθέσιμη στον μειοψηφούντα μέτοχο ο οποίος, στις περιπτώσεις όπου οι αδικοπραγούντες ελέγχουν την εταιρεία, μπορεί να καταχωρήσει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας για δόλο. Η δεύτερη περίπτωση συνιστά τη γνωστή εξαίρεση (δ) του Κανόνα της Foss v. Harbottle. Ο περί Εταιρειών Νόμος παρέχει διαζευκτική προστασία σε μέτοχο που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό σε βάρος του μέσω του Άρθρου 202. Οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου) δύναται να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο αυτό. Μη όντες, συνεπώς, οι Αιτητές, μέτοχοι της Καθ΄ης η Αίτηση 1 λέω, σε συμφωνία με τα όσα υποστηρίχθηκαν από τους συνηγόρους των Καθ΄ων η Αίτηση, ότι δεν έχουν locus standi και δεν νομιμοποιούνται να προωθούν αξιώσεις σε σχέση με την Καθ΄ης η Αίτηση 1 και/ή να αιτούνται την έκδοση και/ή οριστικοποίηση Διαταγμάτων τα οποία σχετίζονται με τη διαχείριση και τη διεύθυνση της εν λόγω εταιρείας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατά συνέπεια, για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται προς όφελος των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση και σε βάρος των Εναγόντων/Καθ΄ών η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Demades Overseas v. Studio Ma.st Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 799 και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.
- [6] Δέστε Investylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση 326/10, ημερομηνίας 13/6/
- [7] Δέστε παρ. 7 στην Πρώτη Ένορκη Δήλωση ΚΖ, η οποία υιοθετείται από την Δεύτερη Ένορκη Δήλωση ΚΖ: «
- Οι Αιτητές είναι Ρώσοι πολίτες που διαμένουν στη Ρωσική Ομοσπονδία και έκαστος κατέχει, μέσω της Prefield, ποσοστό μετοχών ύψους 12.5% στην Καθ' ης η αίτηση
- Η Prefield είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στο BVI και είναι η εγγεγραμμένη κάτοχος όλων των μετοχών της Καθ'ης η Αίτηση
- Σήμερα οι Αιτητές κατέχουν τις μετοχές τους στην Prefield μέσω κάποιου ονομαστικού μετόχου (nominee shareholder) (του XXXXX Αντωνίου). Το υπόλοιπο 75% του μετοχικού κεφαλαίου της Prefield είναι εγγεγραμμένο στο όνομα κάποιας XXXXX Zhavaronkova η οποία διαμένει στη Λάρνακα. Είναι και αυτή ονομαστική μέτοχος και κατέχει τις μετοχές προς όφελος του Καθ'ου η Αίτηση 4 ο οποίος είναι ο άλλος τελικός δικαιούχος της Prefield και, επομένως, και της Καθ'ης η Αίτηση 1». [8] Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Company Law & Law of Partnership in the Republic of Cyprus by Peter Pafitis
(2016)σελ.93: "Whilst S. 112 CAP 113 effectively provides that no notice of any trust, (whether expressed, implied or constructive) may be reflected in the share register, the law does not in fact prohibit a nomineeship arrangement as such, whereby a person holds shares for or on behalf of a natural person or corporation, although CAP 113 does not in fact offer a definition of the term "nominee" and the expression is ordinarily regarded as having a commercial as opposed to a legal connotation. In essence, the position is that there is nothing in the law to prevent one from holding shares on behalf of another subject to the notice of trust prohibition imposed by S. 112 CAP
- This section effectively entitles the company to treat every person whose name appears on the register as the beneficial owner of the shares even though he may be holding the shares in question, in trust, for another person or persons and where the company might have constructive notice that there is a trust in place (SIMPSON v MOLSON'S BANK [1895] A.C. 270)". [9] Στη σελ.286 του πιο πάνω Συγγράμματος αναφέρονται τα εξής: "The consequential practical implication of this is that the name of the nominee shareholder shall necessarily appear on all public records pertaining to the particular shareholding. Accordingly, any person undertaking a company search would only encounter the nominee's name, being that which is duly reflected on all company registry records as shareholder". [10] "
- No notice of any trust, expressed, implied or constructive, shall be entered on the register, or be receivable by the registrar, in the case of companies registered in the Republic" [11]"Εxcept as required by law, no person shall be recognised by the company as holding any share upon any trust, and the company shall not be bound by or be compelled in any way to recognise any equitable, contingent, future or partial interest in any share or any interest in any fractional part of a share or except an absolute right to the entirety thereof in the registered holder." [12]
(1)A member of a company may apply to the court by petition for an order under this Part on the ground— (a)that the company's affairs are being or have been conducted in a manner that is unfairly prejudicial to the interests of members generally or of some part of its members (including at least himself), or (b)that an actual or proposed act or omission of the company (including an act or omission on its behalf) is or would be so prejudicial [13] Atlasview Ltd v Brightview Ltd [2004] 2 B.C.L.C.
- Also, the conduct of which a petitioner may complain embraces conduct occurring before the petitioner became a member, even if that conduct is not continuing (though it must prejudice the petitioner), so that the beneficial holder will be able to petition if the shares are transferred to him by the nominee:Lloyd v Casey [2002] 1 B.C.L.C.
- [14]
(1)A member of a company may apply to the court by petition for an order under this Part on the ground that the company's affairs are being or have been conducted in a manner which is unfairly prejudicial to the interests of some part of the members (including at least himself) or that any actual or proposed act or omission of the company (including an act or omission on its behalf) is or would be so prejudicial. [15] 37. It is striking that this specific point, relating to a nominee shareholder as petitioner, seems never to have been argued or decided before. However, it is also striking that numerous cases have been argued and decided on the assumed basis that a nominee shareholder is fully entitled to complain under s.459 about any diminution in value of the shares registered in its name, and that its "interests" are for these purposes co-extensive with the interests of the beneficial owner: see Estill v. Cowling [2000] Lloyd's Law Rep 378 , at [101], at 711e-f, Lloyd v. Casey [2002] 1 BCLC454 , at [48]-[49], and , at [2]-[3]. [16] Δέστε, επίσης, την απόφαση Tipp Investments PCC V. Chagala Group Limited and others, Claim No. BVIHC (COM) 2016/102, στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Κυριακίδης όπου, μεταξύ άλλων, λέχθηκαν και τα εξής: "The case therefore proceeded on the basis that it was a derivative trust claim by the beneficiaries, joining the trustees as defendants, and suing on their behalf. It was not a case where the court determined that the beneficiaries by themselves had locus to bring the proceedings". [17] 125 Power of court to rectify register
(1)If- (
- a)the name of any person is, without sufficient cause, entered in or omitted from a company's register of members, or (
- b)default is made or unnecessary delay takes place in entering on the register the fact of any person having ceased to be a member, the person aggrieved, or any member of the company, or the company, may apply to the court for rectification of the register.
(2)The court may either refuse the application or may order rectification of the register and payment by the company of any damages sustained by any party aggrieved.
(3)On such an application the court may decide any question relating to the title of a person who is a party to the application to have his name entered in or omitted from the register, whether the question arises between members or alleged members, or between members or alleged members on the one hand and the company on the other hand, and generally may decide any question necessary or expedient to be decided for rectification of the register.
(4)In the case of a company required by this Act to send a list of its members to the registrar of companies, the court, when making an order for rectification of the register, shall by its order direct notice of the rectification to be given to the registrar. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο