Ανδρέου κ.α. ν. AL HALILE ENTERTAINMENT LTD κ.α., Αρ. Αγ.: 1769 / 2011, 29/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 1769 / 2011 Μεταξύ:
- XXXXX Ανδρέου
- XXXXX Ανδρέου Ενάγοντες κ α ι
- AL HALILE ENTERTAINMENT LTD
- XXXXX Κοτσώνια
- XXXXX Πική Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Ιουνίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Νίκος Δαμιανού Για τους Εναγομένους: Ο κ. Μιχάλης Πελεκάνος για Ε. Πελεκάνος & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο σκοπός της γραπτής συμφωνίας πώλησης της επιχείρησης καφεστιατορίου το οποίο λειτουργούσε με την ονομασία Al Halile και βρίσκεται στις παρυφές της Αλυκής Λάρνακας παρά το μουσουλμανικό τέμενος γνωστό ως Ούμ Χαράμ, την οποία είχαν συνάψει οι διάδικοι στις 10.09.2009 (στη συνέχεια «η Συμφωνία»), όπου οι ενάγοντες παρουσιάζονται ως οι Αγοραστές και οι εναγόμενοι ως οι Πωλητές της, δεν έμελλε να εκπληρωθεί. Η διαφωνία των ως άνω αντισυμβαλλομένων ως προς το ποιος ευθύνεται γι' αυτό, τους οδήγησε στην παρούσα δικαστική διαμάχη με αξιώσεις από πλευράς εναγόντων και αντίστοιχα ανταξιώσεις από πλευράς των εναγομένων. Η ερμηνεία των όρων της Συμφωνίας σε συνδυασμό με τα γεγονότα της υπόθεσης, ως είναι αντιληπτό, είναι καθοριστική για την κατάληξη μου ως προς τις εκατέρωθεν αξιώσεις. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Οι ενάγοντες στο δικόγραφο τους παρουσιάζονται να είναι αδέλφια και η εναγομένη 1 κατά τον επίδικο χρόνο ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές με έδρα της τη Λάρνακα. Οι εναγόμενοι 2 και 3 κατά τον ίδιο χρόνο ήταν μέτοχοι και διευθυντές ή και αξιωματούχοι της εναγομένης 1 εταιρείας και είχαν εγγυηθεί γραπτώς την πιστή τήρηση της συμφωνίας και ειδικότερα την πληρωμή στους ενάγοντες όλων των ποσών που αναφέρονται στη συμφωνία τους ή/και στην περίπτωση που αυτή κηρυχθεί εξ υπαρχής άκυρη. Η εναγομένη 1 εταιρεία κατά πάντα ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο κατείχε δυνάμει σύμβασης με τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (στη συνέχεια «ο Κηδεμόνας»), το υποστατικό που βρίσκεται σε μέρος του τουρκοκυπριακού τεμαχίου με αριθμό 3XXXXX9 (παλαιό τεμάχιο 16), φύλλο/σχέδιο: L/16 στην Λάρνακα εντός του οποίου στεγαζόταν η επιχείρηση κέντρου αναψυχής - εστιατορίου και ή καφεστιατορίου και το οποίο λειτουργούσε με την ονομασία Al Halile (στη συνέχεια «το εστιατόριο»). Οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν: «Α. Δήλωση ή και Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η Συμφωνία Πώλησης Επιχείρησης ημερ. 10.09.2009 μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 είναι εξ υπαρχής άκυρη και ή τερματίστηκε νόμιμα από τους ενάγοντες. Β. Απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους εναγομένους 1, 2 και 3 να επιστρέψουν και ή καταβάλουν στους ενάγοντες ποσό €311.424,00 που οι ενάγοντες κατέβαλαν στους εναγομένους 1 στα πλαίσια εκτέλεσης ή και υλοποίησης της συμφωνίας και ή ως αντάλλαγμα ή και ως ποσό που οι εναγόμενοι θα έπρεπε να επιστρέψουν και ή καταβάλουν στους ενάγοντες και δεν το έπραξαν και ή το οικειοποιήθηκαν ή και δυνάμει των διατάξεων περί αθέμιτου/αδικαιολόγητου πλουτισμού ή και άλλως πως. Διαζευκτικά το ως άνω ποσό εκ €311.424,00 αξιώνεται από τον εναγόμενο 3 δυνάμει ακάλυπτης και ή ατίμητης και ή άνευ ανταλλάγματος επιταγής και πιο συγκεκριμένα της επιταγής της Marfin Laiki Bank υπ΄ αρ. XXXXX5992 ημερ. 30.11.
- Γ. Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσει τους εναγομένους 1, 2 και 3 να επιστρέψουν και ή καταβάλουν δυνάμει των όρων της συμφωνίας τους στους ενάγοντες ποσό €52.000 που οι ενάγοντες κατέβαλαν και ή πλήρωσαν για σκοπούς ανέγερσης - ανοικοδόμησης - ανακαίνισης του υποστατικού στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρηση που αφορούσε η συμφωνία ή και δυνάμει των διατάξεων περί αθέμιτου / αδικαιολόγητου πλουτισμού ή και άλλως πως. Δ. Νόμιμο τόκο επί των πιο πάνω ποσών από 10.09.2009 μέχρι εξόφλησης ή και νόμιμο τόκο. Ε. Αποζημιώσεις και ή Γενικές Αποζημιώσεις ή και οποιοδήποτε άλλο ποσό για παράβαση συμφωνίας. ΣΤ. Παραδειγματικές και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ζ. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα ή και θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε εκδώσει και επιδικάσει. Η. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην οποία αρνούνται όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, πλην όσων ρητά αναφέρουν ότι παραδέχονται. Εκθέτουν τη δική τους εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης και δίδουν τη δική τους ερμηνεία στη Συμφωνία η οποία τους επιτρέπει να αρνούνται κάθε αξίωση των εναγόντων, ανταπαιτούν δε εναντίον των εναγόντων ως ακολούθως: «(α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η γραπτή σύμβαση ημερομηνίας 10.09.2009 είναι νόμιμη και εκτελεστή και/ή ότι η εν λόγω συμφωνία δεν δύναται να ακυρωθεί εξ υπαρχής. (β) €13.576,- ως υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης (γ) €21.954,- που αφορούν ως αναφέρουν χρέη της επιχείρησης εντός 2 μηνών από την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας (δ) €240.989 και ή €3.250,00 μηνιαίως ως χαμένα έξοδα και ή απώλεια εμπορικής εύνοιας (ε) €240.000 ως διαφυγόντα κέρδη και ή δικαιώματα (στ) Νόμιμο Τόκο (η) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και ή δίκαια υπό τις περιστάσεις (θ) Έξοδα Ανταπαίτησης πλέον ΦΠΑ.» Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στην οποία αρνούνται και απορρίπτουν όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των εναγομένων 1, 2 και 3 που περιέχονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους στο βαθμό που αυτοί αντίκεινται με την Έκθεση Απαίτησης τους, πλην όσων ρητώς παραδέχονται στην Απάντησή τους. Αναφέρουν ότι η σύμβαση των εναγομένων 1 με τον Κηδεμόνα ήταν ημερ. 16.4.1996 πλην όμως είχε σαν ημερομηνία έναρξης της μίσθωσης την 1.03.1996 και ήταν διάρκειας 3 χρόνων ενώ ακολούθως ανανεωνόταν αυτόματα από χρόνο σε χρόνο. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: Για την πλευρά των εναγόντων εκτός από τον ενάγοντα 1 κ. XXXXX Ανδρέου (Μ.Ε.1), κατάθεσε επίσης ο κ. XXXXX Πελάου (Μ.Ε.2), ο οποίος εργάζεται στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας. Για την πλευρά των εναγομένων κατέθεσαν ο εναγόμενος 2 κ. XXXXX Κοτσώνιας (Μ.Υ.1), ο εναγόμενος 3 κ. XXXXX Πικής (Μ.Υ.2) και ο λογιστής της εναγομένης 1 κ. XXXXX Κοτσώνιας (Μ.Υ.3). Κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας κατατέθηκαν, είτε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους είτε ως αμφισβητούμενα ως προς αυτό, συνολικά 34 έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια 1 -
- Η σημασία των τεκμηρίων και του περιεχομένου τους όπως και η βαρύτητα τους θα αξιολογηθεί στο κατάλληλο στάδιο όπου και θα γίνει η περιγραφή τους ή αναφορά σε αποσπάσματα τους. Κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας έγιναν επίσης διάφορα παραδεκτά γεγονότα. Ο κ. XXXXX Ανδρέου (Μ.Ε. 1) είναι ο ενάγων 1 και αδελφός του ενάγοντος 2 και ήταν ο βασικός μάρτυρας της πλευράς των εναγόντων. Η γραπτή του δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ο κατάλογος των εγγράφων στα οποία κάνει αναφορά στη γραπτή του δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και τα ίδια τα έγγραφα αριθμήθηκαν ως τεκμήρια από 1 -
- Κατά την αντεξέταση του μάρτυρος κατατέθηκαν διάφορα άλλα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμ. 18 -
- Μέσα από τη μαρτυρία του αναδύεται η εκδοχή της πλευράς των εναγόντων. Η εκδοχή της πλευράς των εναγόντων όπως προκύπτει επομένως από τα δικόγραφα και τη μαρτυρία που παρατέθηκε διά ζώσης όπως και των εγγράφων (τεκμηρίων) που κατατέθηκαν προς υποστήριξη γεγονότων και ισχυρισμών, συνίσταται στο ότι στις 10.09.2009 είχαν συνάψει συμφωνία τιτλοφορούμενη ως «Συμφωνία Πώλησης Επιχείρησης» (Τεκμ. 1) με την εναγομένη 1 και τους εναγομένους 2 και 3 να την εγγυούνται για να αποκτήσουν τη διαχείριση (εμπορική εύνοια, φήμη και πελατεία (good will) της επιχείρησης του εστιατορίου ως δρώσας οικονομικής μονάδας, το οποίο κατείχε και διαχειριζόταν δυνάμει σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 16.04.1996 (Τεκμ. 2), που είχε συναφθεί μεταξύ της εναγομένης 1 και του Κηδεμόνα για τριετή αρχικά περίοδο που άρχιζε από 1.03.1996 και ακολούθως αυτή προνοούσε για την αυτόματη ανανέωση της και θα ανανεωνόταν από χρόνο σε χρόνο. Το υποστατικό - επιχείρηση χαρακτηριζόταν και αναγνωριζόταν ως τουριστικό περίπτερο (κέντρο αναψυχής) (παρ. 4 (β) του Τεκμ. 2), υπό την προϋπόθεση ότι θα εξασφαλίζονταν οι σχετικές άδειες από τις αρμόδιες αρχές είτε ως κέντρο αναψυχής - καφεστιατόριο είτε απλά ως εστιατόριο από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς του Δημοσίου που παρείχαν τις σχετικές άδειες λειτουργίας του ή υπηρεσίες όπως και από τους ίδιους του διαδίκους στη συμφωνία τους και στην αλληλογραφία τους (τέτοιες περιγραφές γίνονται στα Τεκμ. 3, 4,5,6,7,8,9 και 10). Η συμφωνία, υποστηρίζει η εκδοχή αυτή, καταρτίστηκε υπό την αίρεση της παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης του υποστατικού και σύναψης συμφωνίας μαζί με τους ενάγοντες για νέα σύμβαση μίσθωσης του υποστατικού και της λειτουργίας του ως εστιατορίου. Η ερμηνεία που θα δοθεί στο προοίμιο της Συμφωνίας σε συνδυασμό με τους σχετικούς όρους της θα κρίνει ουσιαστικά και την τύχη της υπόθεσης. Παραθέτω τις σχετικές πρόνοιες τόσο του προοιμίου όσο και όρων της Συμφωνίας αυτούσιες όπως καταγράφηκαν σε αυτή για εύκολη αναφορά στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Στο προοίμιο της Συμφωνίας αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 2 (διατηρείται η σύνταξη και υπογραμμίσεις του κειμένου της Συμφωνίας) : «ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ότι ο ΠΩΛΗΤΗΣ προκειμένου ο ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ να καταστεί ο νέος μισθωτής του Τ/ΚΟΥ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟΥ που στεγάζεται η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ, θα παραιτηθεί των δικαιωμάτων του που απορρέουν από την πιο πάνω αναφερομένη σύμβαση μίσθωσης του Τ/ΚΟΥ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟΥ ή/και θα τερματίσει την εν λόγω μίσθωση, υπό την αίρεση όμως ότι ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών, θα παραχωρήσει τα δικαιώματα του ΠΩΛΗΤΗ, μόνον στον ΑΓΟΡΑΣΤΗ ή/και θα συνάψει νέα σύμβαση μίσθωσης μόνον με τον ΑΓΟΡΑΣΤΗ, έτσι ώστε ο ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ να μπορέσει να καταστεί ο νέος μισθωτής του Τ/ΚΟΥ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟΥ και απρόσκοπτα να συνεχίσει τη λειτουργία της ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ.» Πέραν του προοιμίου το οποίο τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφώνησαν, το υιοθέτησαν και το κατέστησαν ουσιώδες και αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας, στους όρους 2,3 και 8 όπου ο τελευταίος αφορά τις αξιώσεις των εναγόντων για την ανέγερση - ανοικοδόμηση - ανακαίνιση του υποστατικού μετά την Συμφωνία, προνοούνται και τα ακόλουθα (διατηρείται η σύνταξη, υπογραμμίσεις κ.λπ.): «
- Με την παρούσα Συμφωνία τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνούν ότι ο ΠΩΛΗΤΗΣ, υπό την αίρεση ότι ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών θα υπογράψει νέα συμφωνία μίσθωσης του Τ/ΚΟΥ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟΥ με τον ΑΓΟΡΑΣΤΗ, πωλεί στον ΑΓΟΡΑΣΤΗ και ο ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ αγοράζει από τον ΠΩΛΗΤΗ την ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ , με σκοπό την συνέχιση των εργασιών της, ως δρώσα οικονομική μονάδα.» «
- Ρητά συμφωνείται μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών ότι σε περίπτωση που ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, για οποιοδήποτε λόγο, δεν παραχωρήσει με νέα συμφωνία ενοικίασης το Τ/ΚΟ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟ στον ΑΓΟΡΑΣΤΗ, ο οποίος σημειωτέον είναι πρόσφυγας, η παρούσα Συμφωνία θα θεωρείται, από τη στιγμή της ανακοίνωσης της αρνητικής απόφασης του Κηδεμόνα Τ/κων Περιουσιών , εξ υπαρχής άκυρη και σε τέτοια περίπτωση ο ΠΩΛΗΤΗΣ θ είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει στον ΑΓΟΡΑΣΤΗ, το αργότερο σε χρονικό διάστημα 10 ημερών από την ημερομηνία της ανακοίνωσης της απόφασης του Κηδεμόνα Τ/κων Περιουσιών, οποιοδήποτε ποσό θα λάβει στα πλαίσια εκτέλεσης ή /και υλοποίησης της παρούσης Συμφωνίας και ταυτόχρονα με την πληρωμή ο ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ θα είναι υποχρεωμένος να εγκαταλείψει ή/και να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του Τ/ΚΟΥ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟΥ στον ΠΩΛΗΤΗ. Με σκοπό την καλύτερη εξασφάλιση του ΑΓΟΡΑΣΤΗ, σε περίπτωση που κηρυχθεί η παρούσα Συμφωνία εξ υπαρχής άκυρη, όπως αναφέρεται πιο πάνω, Ο ΠΩΛΗΤΗΣ υπογράφει σήμερα και παραδίδει στον ΑΓΟΡΑΣΤΗ, την επιταγή υπ' αριθμό 05345992 της MARFIN LAIKI BANK, για το ποσό των €325.000, την οποία ο ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ θα έχει δικαίωμα να εξαργυρώσει μόνον σε περίπτωση κήρυξης της Συμφωνίας εξ' υπαρχής άκυρη, όπως αναφέρεται ανωτέρω ή σε αντίθετη περίπτωση θα την επιστέψει στον ΠΩΛΗΤΗ, ταυτόχρονα με την υπογραφή νέας συμφωνίας ενοικίασης του Τ/ΚΟΥ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟΥ με τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών.» «
- . και σε τέτοια περίπτωση κηρυχθεί εξ υπαρχής άκυρη η Συμφωνία, τότε σε τέτοια περίπτωση ο ΠΩΛΗΤΗΣ θα υποχρεούται να αποζημιώσει τον ΑΓΟΡΑΣΤΗ, οποιοδήποτε ποσό έχει πληρώσει για την ανέγερση ή/ και ανοικοδόμηση ή/και ανακαίνιση του υποστατικού που βρίσκεται η ΕΠΙΧΕΙΡΙΣΗ.» Δυνάμει των όρων της επίδικης συμφωνίας οι ενάγοντες θα έπρεπε να καταβάλουν σταδιακά στην εναγομένη 1 το συνολικό ποσό των €325.000,00 πλέον Φ.Π.Α. αν υπήρχε σύμφωνα με τον όρο
- Καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €311.424,
- Η κατάληξη των προσπαθειών που καταβλήθηκαν από τους ενάγοντες για την παραχώρηση του ως άνω υποστατικού απέβησαν ατελέσφορες εφόσον η απάντηση που είχαν λάβει την 13.12.2010 από τον Κηδεμόνα για την έγκριση της μίσθωσης περιείχε πρόσθετους όρους για μη χρήση μουσικής και οινοπνευματωδών ποτών στο υποστατικό. Προέβησαν αμέσως σε διαβήματα για να αρθούν αυτοί οι όροι χωρίς όμως επιτυχία. Στις 25.02.2011 κλήθηκαν να υπογράψουν τη σύμβαση μίσθωσης όπου σε αυτή εκτός από τους πιο πάνω όρους είχαν συμπεριληφθεί και όροι περί μη χρήσης του υποστατικού για κοσμικές εκδηλώσεις με μεγάλο αριθμό ατόμων, η απαγόρευση εγκαταστάσεων ετοιμασίας φαγητού όπως ψησταριές κ.λπ. οι οποίοι στην ουσία τους αποστερούσαν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν το υποστατικό ως κέντρο αναψυχής - καφεστιατόριο όπως ήταν η επιχείρηση που είχαν αγοράσει. Στις 28.02.2011 ειδοποίησαν με επιστολή τους τον Κηδεμόνα ότι δεν αποδέχονταν τους όρους - και τονίζω όχι την μίσθωση του υποστατικού - που είχαν τεθεί και σε απάντηση έλαβαν επιστολή στις 29.04.2011 με την οποία ενημερώθηκαν ότι αποφασίστηκε από τον Κηδεμόνα να απορρίψει το αίτημα τους για εκμίσθωση του υποστατικού και τους καλούσε να το εκκενώσουν και να παραδώσουν το υποστατικό στην Υπηρεσία του. Με αυτά ως δεδομένα θεώρησαν ότι η επίδικη συμφωνία τους με τους εναγομένους ήταν εξ υπαρχής άκυρη και με επιστολή των δικηγόρων τους με ημερομηνία 10.05.2011 η οποία επιδόθηκε και στους τρεις εναγομένους, τους κάλεσαν όπως εντός 10 ημερών τους επιστραφεί το ποσό που τους είχαν καταβάλει και τους ενημέρωσαν παράλληλα ότι μπορούσαν να λάβουν κατοχή του υποστατικού το οποίο είχαν εγκαταλείψει. Πέραν της πιο πάνω αξίωσης οι ενάγοντες είχαν συμφωνήσει (όρος 8 του Τεκμ. 1) ότι θα μπορούσαν να προχωρήσουν στην ανέγερση - ανοικοδόμηση - ανακαίνιση του υποστατικού σύμφωνα με την πολεοδομική άδεια ΠΑ 123/09 ημερομηνίας 29.07.2009 και σε περίπτωση που η συμφωνία κηρυχθεί άκυρη εξ υπαρχής η εναγομένη 1 όφειλε να τους αποζημιώσει για οποιοδήποτε ποσό είχαν πληρώσει. Προς τούτο προχώρησαν σε αυτά τα έργα ξοδεύοντας το ποσό των €52.000,00 το οποίο και αξιώνουν. Η ως άνω αναφερόμενη αλληλογραφία συμπεριλαμβάνεται στα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί και θα γίνει όπου απαιτηθεί ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενο τους στο κατάλληλο σημείο της απόφασης. Για την επιστροφή του τιμήματος πώλησης όσο και για τα έξοδα των ανακαινίσεων δόθηκαν από τους εναγόμενους επιπρόσθετες εγγυήσεις (βλ. παρ. 12 της Γραπτής Δήλωσης του Μ.Ε. 1 στη σελ. 8 του Εγγράφου Α). Προκύπτει από αυτή ότι ως συνέπεια άλλων διαδικασιών οι εναγόμενοι επέστρεψαν στους ενάγοντες το ποσό των €25.000,
- Οι ενάγοντες αρνήθηκαν και απέρριψαν την ανταπαίτηση των εναγομένων προβάλλοντας τη δική τους εκδοχή σε σχέση με κάθε επιμέρους πτυχή της. Ο κ. XXXXX Ανδρέου (Μ.Ε.1), μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα ο οποίος σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του και κυρίως της αντεξέτασης του δεν μου φάνηκε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να παραποιήσει την αλήθεια ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στη Συμφωνία αλλά και αυτά που επακολούθησαν. Παρέθεσε τα γεγονότα όπως τα γνώριζε προσωπικά και όπως τα έζησε χωρίς τάση υπερβολής. Όσα αφορούσαν και άπτονταν της ερμηνείας της σύμβασης ασφαλώς έχουν τη σημασία τους ως προς την πρόθεση των μερών κατά τη σύναψη της η οποία εκφράζεται ασφαλώς μέσα στο κείμενο της. Δεν τίθεται ζήτημα αοριστίας ή ασάφειας ουσιωδών όρων της Συμφωνίας οπότε και θα τίθετο ζήτημα εγκυρότητας της. Ο βέβαιος καθορισμός των ουσιωδών όρων της συμφωνίας αποτελεί προϋπόθεση για την εγκυρότητα της σύμβασης (βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499). Η ερμηνεία ασφαλώς όρων μιας σύμβασης είναι νομικό θέμα και αποτελεί αποκλειστικό έργο του δικαστηρίου. Η ερμηνεία όμως της σύμβασης έχει ως αφετηρία το πλαίσιο της σύμβασης και οδηγό την πρόθεση των μερών, όπως προκύπτει από το κείμενο της. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η ερμηνεία μιας γραπτής συμφωνίας είναι κατά κύριο λόγο θέμα νομικό και διενεργείται κατά κανόνα με αναφορά στο περιεχόμενο της. Κατ' εξαίρεση και για τον ίδιο πιο πάνω σκοπό, λαμβάνονται καμιά φορά υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη συνομολόγηση της, ήτοι ως μέσο ερμηνείας ή καλύτερης κατανόησης των όρων της (βλ. The Aphrodite Matches Co. Ltd v. Seferis of Ioannides Ltd
(1983)1 (B) CLR 553, σελ. 557 και επίσης Chitty on Contract,13th έκδοση, τόμος 1, παράγραφος 12 - 118, σελ. 876 έως 878) αλλά και προς διαπίστωση συνομολόγησης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών κάποιας υπάλληλης συμφωνίας (collateral agreement) η οποία σχετίζεται και επιδρά κατά κάποιο τρόπο στην κύρια συμφωνία (βλ. Γερμανού v. Κόκκαλου
(1994)1 ΑΑΔ 788) που σημειώνω δεν είναι η εδώ περίπτωση. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο αποδέχεται και λαμβάνει υπόψη εξωγενή μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία άλλη από αυτή που περιέχεται στην ίδια τη γραπτή συμφωνία. Η όλη προσπάθεια επικεντρώνεται στη διαπίστωση της πρόθεσης των συμβαλλομένων μερών από τον μέσο λογικό άνθρωπο κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας. Η ίδια διεργασία θα πρέπει να γίνει σε σχέση και με την επίδικη συμφωνία και ασφαλώς μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα αντικρισθεί και η μαρτυρία του κ. XXXXX Ανδρέου (Μ.Ε.1) όπως ασφαλώς και αυτή των εναγομένων 2 και 3 (Μ.Υ. 1 και 2). Από τη μαρτυρία του κ. XXXXX Ανδρέου δεν αποδέχομαι όπως θα εξηγήσω και στη συνέχεια τα όσα ανέφερε σε σχέση με το κόστος των ανακαινήσεων - επιδιορθώσεων των υποστατικών του εστιατορίου στις οποίες προέβησαν όπως ισχυρίστηκε όταν είχαν αναλάβει την κατοχή τους μετά τη σύναψη της Συμφωνίας. Ο κ. XXXXX Πελάου (Μ.Ε.2), Λειτουργός στην Υπηρεσία του Κηδεμόνα κρίνω ότι ήταν αντικειμενικός μάρτυρας εφόσον για ό,τι ρωτήθηκε απάντησε με βάσει τα στοιχεία που περιέχονταν στο φάκελο που τηρούσε η Υπηρεσία του σε σχέση με το ακίνητο που αφορούσε η Συμφωνία και όπως και τη συμφωνία μίσθωσης μεταξύ του Κηδεμόνα και της εναγομένης 1 (Τεκμ. 2). Ανέφερε ότι παρέμεναν οφειλόμενα ενοίκια από 1.09.2007 μέχρι την 20.05.2011 και το ενοίκιο ήταν £150,00 μηνιαίως. Αναγνώρισε την επιστολή της Υπηρεσίας του με ημερομηνία 29.04.2011(Τεκμ. 13), η οποία αφορούσε την απόφαση του Κηδεμόνα να τερματίσει την ενοικίαση του ακινήτου η οποία και δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο σύμφωνα με τα στοιχεία που υπήρχαν στο φάκελο της υπόθεσης. Ο μάρτυς αναφέρθηκε επίσης στην επιστολή με ημερομηνία 20.05.2011 του δικηγόρου των εναγομένων την οποία και κατάθεσε ως Τεκμ. 23 και ανέφερε ότι μετά τις πιο πάνω επιστολές και εξέλιξη δεν υπήρξε οποιαδήποτε μίσθωση του ακινήτου από την Υπηρεσία του. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς αναγνώρισε το Τεκμ. 7 που ήταν επιστολή προς τον Κηδεμόνα που στάλθηκε από τους ενάγοντες με ημερομηνία 10.09.2009 και ανέφερε ότι στη βάσει της επιστολής αυτής ο Κηδεμόνας αποφάσισε στις 8.12.2010 να εγκρίνει την παραχώρηση του υποστατικού στους αιτητές υπό όρους. Αναγνώρισε επίσης την επιστολή - αίτηση (Τεκμ. 6), την οποία απέστειλαν στον Κηδεμόνα οι εναγόμενοι. Σε σχετική ερώτηση για την επιστολή με ημερομηνία 13.12.2010 του Κηδεμόνα (Τεκμ. 10) , ανέφερε ότι από ό,τι φαινόταν από το περιεχόμενο της δεν κοινοποιήθηκε στους εναγομένους. Η επιστολή όμως της 29.04.2011 την οποία κατάθεσε ως Τεκμ. 24, με την οποία τερματιζόταν η μίσθωση του ακινήτου κοινοποιήθηκε προς την εναγομένη
- Εξήγησε ότι ο Κηδεμόνας ζητούσε την πληρωμή των οφειλόμενων ενοικίων από την εναγομένη 1 καθώς αυτή ήταν σύμφωνα με τη σύμβαση μίσθωσης υπόχρεη στην πληρωμή τους. Ο Κηδεμόνας, ανέφερε, γνώριζε από αίτηση που είχαν υποβάλει οι ενάγοντες ότι αυτοί κατείχαν το ακίνητο κατά παράβαση του όρου 4 (δ) της σύμβασης μίσθωσης που είχαν με την εναγομένη 1 (Τεκμ. 2). Σε υπόδειξη του συνηγόρου των εναγομένων ότι στην επιστολή συγκατάθεσης τους ανέφεραν ότι σε περίπτωση που ο Κηδεμόνας δεν προχωρούσε σε νέα συμφωνία τότε δεν ίσχυε η παραίτηση τους από τη μίσθωση, ανέφερε ότι αυτή ήταν η απόφαση του Κηδεμόνα ο οποίος είχε την εξουσία να αποφασίσει κατ' αυτόν τον τρόπο. Ο μάρτυς παραδέχθηκε στη συνέχεια ότι ο Κηδεμόνας αποφάσισε να προχωρήσει σε σύμβαση με τους ενάγοντες οι οποίοι όμως αρνήθηκαν τους όρους που τους επιβλήθηκαν. Παρόμοια αντίδραση όμως, όπως ανέφερε, υπήρχε και σε επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων. Εξήγησε ότι ο τερματισμός της Σύμβασης Μίσθωσης από τον Κηδεμόνα έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης τους παρέχοντας προθεσμία πέραν των 15 ημερών προς συμμόρφωση. Σύμφωνα με την επιστολή του Κηδεμόνα με ημερομηνία 29.04.2011 (Τεκμ. 13), τους παρεχόταν χρόνος μέχρι την 30.05.2011 για να εγκαταλείψουν το υποστατικό, επομένως κατά την άποψη του έτυχαν της προειδοποίησης των 15 ημερών. Ο μάρτυς ανέφερε ότι κατά την περίοδο που μεσολάβησε μεταξύ των δύο επιστολών με ημερομηνία 13.12.2010 και 29.04.2011 υπήρξαν επαφές των εναγόντων με Λειτουργούς της Υπηρεσίας του Κηδεμόνα προς συζήτηση των όρων που είχαν επιβληθεί. Σημαντική ήταν η θέση του μάρτυρος ότι όταν επιβάλλονται όροι από τον Κηδεμόνα για μη χρήση μουσικής ή ποτού δεν μπορούν άλλες αρμόδιες υπηρεσίες να δώσουν άδεια για τη χρήση τους και εν προκειμένω όπως ανέφερε ο μάρτυς ήταν για πρώτη φορά που επέβαλε αυτούς τους όρους ο Κηδεμόνας, κάτι που εύκολα διαπιστώνεται και με ανάγνωση της σύμβασης μίσθωσης που είχε με τους εναγομένους (Τεκμ. 2). Οι όροι επίσης που είχε επιβάλει ο Κηδεμόνας αποσκοπούσαν στο να απαγορεύσουν τη διεξαγωγή κοσμικών δεξιώσεων όπως αναφερόταν στους επιπρόσθετους όρους (Τεκμ. 11) και απαγορεύονταν η μουσική, το ποτό και καθοριζόταν ωράριο λειτουργίας μέχρι τις 24:00 και να μην ετοιμάζονται φαγητά, διευκρινίζοντας ότι απαγορευόταν το ψήσιμο σε ψησταριά. Αν ήθελαν οι ενάγοντες να λειτουργήσουν ως καφετέρια ή snack bar θα έπρεπε και πάλι να εγκρινόταν τέτοια λειτουργία από τον Κηδεμόνα. Ο μάρτυς ανέφερε ότι η απόφαση της 29.04.2011 προκλήθηκε κατόπιν επιστολής του δικηγόρου των εναγόντων με ημερομηνία 28.02.2011 με την οποία ζητούσαν την επανεξέταση της πρώτης απόφασης τους. Ο μάρτυς ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τι ήταν που προκάλεσε τη νέα απόφαση του Κηδεμόνα για τη μη παραχώρηση πλέον καμιάς μίσθωσης του υποστατικού. Ο κ. XXXXX Πελάου (Μ.Ε.2) απάντησε χωρίς δισταγμό και υπεκφυγές σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν είτε κατά την κυρίως εξέταση του είτε στη μακρά πράγματι αντεξέταση του. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Η πλευρά των εναγομένων στην Υπεράσπιση τους και διά της προφορικής μαρτυρίας που πρόσφεραν οι ίδιοι ως (Μ.Υ.1 και 2), των οποίων οι γραπτές δηλώσεις Έγγραφα Γ και Δ αντίστοιχα ήταν ταυτόσημες στο περιεχόμενο τους, κρίνω ότι ερμήνευσαν τη Συμφωνία κατά τρόπο που εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα ωσάν σε αυτή να μη συμπεριλαμβανόταν η συγκεκριμένη αίρεση ή περιορίζοντας την εμβέλεια της και τις προεκτάσεις της. Κατά την αντεξέταση τους επέμειναν στην ερμηνεία της Συμφωνίας όπως οι ίδιοι την αντιλήφθηκαν. Υποστήριξαν ότι ο ενάγων 1 για πάρα πολλά χρόνια λειτουργούσε την εν λόγω επιχείρηση της εναγομένης 1 εταιρείας στο επίδικο Τουρκοκυπριακό υποστατικό ως Διαχειριστής εκ μέρους και για λογαριασμό της. Υποστήριξαν περαιτέρω ότι πάντοτε ήταν η επιθυμία του ενάγοντος 1 να αγοράσει την επιχείρηση παρόλο ότι ως διαχειριστής του Εστιατορίου γνώριζε ότι η επιχείρηση αντιμετώπιζε προβλήματα με τις αρμόδιες αρχές για την εξασφάλιση των αναγκαίων αδειών λειτουργίας του ως εστιατορίου. Υποστήριξαν ότι σε καμιά περίπτωση δεν αναφέρεται στη Συμφωνία το τι είδους σύμβαση θα υπέγραφαν οι ενάγοντες με τον Κηδεμόνα και ότι ουδέποτε αποδέχθηκαν ή και συμφώνησαν ως προϋπόθεση ή και αίρεση την έκδοση συγκεκριμένων αδειών λειτουργίας παραπέμποντας στα προβλήματα έκδοσης τους που ήταν γνωστά στους ενάγοντες. Υποστηρίζουν εν ολίγοις με αναφορά στον όρο 3 της Συμφωνίας, ότι η δημιουργία υποχρέωσης της εναγομένης 1 για την επιστροφή του τιμήματος πώλησης δηλαδή της μη πλήρωσης της αίρεσης, ενεργοποιείτο «σε περίπτωση που ο Κηδεμόνας για οποιονδήποτε λόγο, δεν παραχωρήσει με νέα συμφωνία ενοικίασης το Τ/ Κ Υποστατικό στον Αγοραστή» χωρίς καμία απολύτως αναφορά στην λειτουργία ή όχι της επιχείρησης. Τα ίδια υποστήριξαν αναγράφονται και στους όρους 5 και 8 της Συμφωνίας. Σε περαιτέρω ερμηνεία της Συμφωνίας υποστήριξαν ότι δεν γίνεται σε αυτή αναφορά σε υπογραφή συμφωνίας μίσθωσης αλλά σε «παραχώρηση νέας συμφωνίας» δηλαδή η αίρεση, όπως υποστηρίζουν, συνδέεται με απόφαση του Κηδεμόνα και όχι κατ' ανάγκη σε απόφαση και υπογραφή νέας συμφωνίας. Σε αναφορά στα γεγονότα που ακολούθησαν της Συμφωνίας, οι μάρτυρες κατάθεσαν ότι με την υπογραφή της Συμφωνίας η εναγομένη 1 απέστειλε επιστολή στον Κηδεμόνα για την πρόθεση τους να παραιτηθούν από την κατοχή του υποστατικού και να γίνει νέα μίσθωση με τους ενάγοντες. Ο Κηδεμόνας απάντησε στις 13.12.2010 και ενέκρινε τη μίσθωση προς τους ενάγοντες και μάλιστα με χαμηλότερο ενοίκιο. Αναφερόμενοι στο γεγονός ότι η σύμβαση μίσθωσης που πρότεινε ο Κηδεμόνας στους ενάγοντες συμπεριλάμβανε τους όρους μη πώλησης οινοπνευματωδών ποτών και χρήσης μουσικής, υποστήριξαν αφενός ότι δεν αποτελούσε όρο ή προϋπόθεση της Συμφωνίας τους και αφετέρου ότι κάτι τέτοιο δεν εμπόδιζε την λειτουργία της επιχείρησης όπου μεγάλο μέρος της αφορούσε καφεστιατόριο. Ακόμα ότι, το γεγονός ότι μια σύμβαση ενοικίασης είναι σιωπηρή ως προς τη χρήση του ενοικιαζόμενου ακινήτου δεν σημαίνει ότι ο Ενοικιαστής δικαιούται αυτοδικαίως την οποιανδήποτε χρήση εάν τέτοια χρήση χρειάζεται την άδεια Αρμόδιας Αρχής. Επισημαίνουν το γεγονός ότι από της υπογραφής της Συμφωνίας στις 10.09.2009 μέχρι και την απάντηση του Κηδεμόνα στις 13.12.2010 ουδέποτε οχλήθηκαν από τους Ενάγοντες παρά μόνο εξέφραζαν κάποια παράπονα για την καθυστέρηση να λάβουν απάντηση. Ισχυρίστηκαν ότι όταν οι ενάγοντες έλαβαν την πιο πάνω απάντηση του Κηδεμόνα δεν προέβαλαν εναντίον τους οποιανδήποτε αξίωση, απλά ανάφεραν ότι θα διευθετούσαν το όλο θέμα επικαλούμενοι μάλιστα ισχυρές κομματικές προσβάσεις. Οι ενάγοντες παρά την πιο πάνω απάντηση του Κηδεμόνα δεν προέβαλαν αξίωση εναντίον τους στη βάσει της Συμφωνίας και έτσι αυτοί θεώρησαν τη συμφωνία ως ολοκληρωθείσα και ότι δεν υπήρχε λόγος για ακύρωση της ως εξ υπαρχής άκυρης. Οι ενάγοντες αντέδρασαν αργότερα με επιστολή του δικηγόρου τους με ημερομηνία 16.02.2011 στην οποία δεν προβάλλουν αξίωση ή παράπονο περί της μη παραχώρησης ενοικίασης από τον Κηδεμόνα αλλά περί «δυσκολιών απρόσκοπτης συνέχισης της λειτουργίας της επιχείρησης». Ισχυρίζονται δε ότι «κάτι τέτοιο δεν ήταν προϋπόθεση της συμφωνίας μας και ούτως ή άλλως δεν υφίστατο λόγω έλλειψης όλων σχεδόν των αδειών». Καταλογίζουν στους ενάγοντες ότι χωρίς να τους ενημερώσουν και χωρίς να προβάλουν αξίωση ή και να κηρύξουν άκυρη τη Συμφωνία δεν προχώρησαν ως όφειλαν στην υπογραφή της προτεινόμενης συμφωνίας εκμίσθωσης και προχώρησαν οι ίδιοι σε διαπραγμάτευση εν αγνοία τους και χωρίς την ανάμιξη τους και με δικές τους ενέργειες προκάλεσαν αναίρεση της απόφασης του Κηδεμόνα για εκμίσθωση του υποστατικού στις 29.04.2011 και μόνο τότε στις 10.05.2011 οι ενάγοντες κήρυξαν τη Συμφωνία άκυρη στην οποία απάντησαν μέσω του δικηγόρου τους στις 20.05.
- Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι ο Κηδεμόνας ενημέρωσε την ίδια την εναγομένη 1 για τον τερματισμό της μίσθωσης και αυτή ουδέν έπραξε όπως παραδέχθηκαν κατά την αντεξέταση τους καθώς αυτή ήταν η συμβουλή που είχαν λάβει από τον δικηγόρο τους παρόλο ότι είχαν αποστείλει προς τον Κηδεμόνα την επιστολή με ημερομηνία 20.05.2011 (Τεκμ. 23), το περιεχόμενο της οποίας επισημαίνω είναι αντιφατικό με θέσεις που υποστήριξαν στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης όπως ότι στην παρ. 1: «Οι πελάτες μου δεν έχουν εκχωρήσει την κατοχή και χρήση του υποστατικού σε οποιαδήποτε τρίτα άτομα.» και στην παρ. 6: «Κατά συνέπεια οι πελάτες μου κατέχουν και θα συνεχίσουν να κατέχουν το ενοικιαζόμενο υποστατικό .» Οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι μέχρι το 2007, όταν σταμάτησε τη λειτουργία της η επιχείρηση εστιατορίου, είχαν δαπανήσει περί τις €250.000,00 για την αγορά του εξοπλισμού της και διακόσμηση του χώρου του εστιατορίου και των κήπων γύρω από αυτό. Από την λειτουργία της επιχείρησης κέρδιζαν €2.000,00 το μήνα. Ανέφεραν ότι σκόπευαν να συμμορφωθούν με τους όρους της πολεοδομικής άδειας για να λειτουργήσουν νόμιμα την επιχείρηση για τουλάχιστον 10 ακόμα χρόνια. Οι εναγόμενοι αναφέρθηκαν περαιτέρω με λεπτομέρειες στην ανταπαίτηση τους η οποία εδράζεται στη Συμφωνία η οποία έχει καταγραφεί ήδη στη σελίδα 4 της απόφασης μου. Κατά την αντεξέταση του εναγομένου 1 κ. XXXXX Κοτσώνια (Μ.Υ.1) δηλώθηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης από τον ευπαίδευτο συνήγορο τους ότι σε σχέση με τις αξιώσεις τους υπό στοιχεία (δ) και (ε) στην σελίδα 4 πιο πάνω που αφορούν διαφυγόντα κέρδη και απώλεια κερδών αυτές αξιώνονται σε περίπτωση που η Συμφωνία κηρυχθεί εξ υπαρχής άκυρη σε διαφορετική περίπτωση η ανταπαίτηση τους περιορίζεται στα υπόλοιπα ποσά που ανταξιώνονται στη βάση της Συμφωνίας τους με τους ενάγοντες. Σφαιρική αντίκριση της μαρτυρίας των εναγομένων 2 και 3 (Μ.Υ. 1 και 2), οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η προσπάθεια τους αναλώθηκε στο να ερμηνεύσουν τη Συμφωνία και να αναφερθούν στις υποχρεώσεις και δικαιώματα που τους επιφόρτιζε αυτή κατά πώς την αντιλαμβάνονταν ο καθένας και ως προς τα γεγονότα να τα προσαρμόσουν όπως μπορεί να γίνει κατανοητό κατά τρόπο που θα εξυπηρετούσε το προσωπικό τους συμφέρον. Σε επιμέρους αναφορές στις δηλώσεις τους αλλά και σε ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση τους ο καθένας προσπάθησε να προσδώσει στα γεγονότα που συνόδευαν ή επακολούθησαν της Συμφωνίας, ερμηνεία που υποστηρίζει την εκδοχή τους. Ο κ. XXXXX Κοτσώνιας (Μ.Υ.3), αδελφός του εναγομένου 2, επαγγέλλεται τον Λογιστή και ήταν ο Λογιστής της εναγομένης 1 η οποία ιδρύθηκε το 1996 και τερμάτισε τη λειτουργία της το
- Κατάθεσε ως Τεκμ. 29 και 30 τις οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης 1 για τα έτη 2003 - 2007 και για το 2008 αντίστοιχα. Η επιχείρηση που διεξήγαγε η εναγομένη 1 έπαυσε να λειτουργεί το 2007 καθώς αντιμετώπιζε πρόβλημα έκδοσης άδειας από την Πολεοδομία. Η ανάμειξη του στη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν υπό την ιδιότητα του ως λογιστής και ήταν αυτός που είχε εισηγηθεί στους όρους της συμφωνία να συμπεριληφθεί όρος για «μεταβίβαση δρώσας οικονομικής μονάδας» οπότε και θα απέφευγαν τη χρέωση Φ.Π.Α. Είχε καταχωρήσει αίτηση για διαγραφή της εναγομένης 1 από τον Φ.Π.Α. και σχετική επιστολή από την εν λόγω Υπηρεσία κατέθεσε ως Τεκμ.
- Κατάθεσε ως Τεκμ. 32 κατάσταση αποθεμάτων και εξοπλισμού της επιχείρησης που υποβλήθηκε στην Υπηρεσία Φ.Π.Α. Ακολούθησε επιστολή της εν λόγω Υπηρεσίας με ημερομηνία 18.11.2009 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμ. 33 με την οποία τους πληροφορούσαν ότι θα έπρεπε να είχε επιβληθεί ΦΠ.Α. πάνω στην αξία του μεταβιβασθέντος εξοπλισμού. Κατάθεσε ως Τεκμ. 34 την τελική φορολογική δήλωση προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. στην οποία υπολογίστηκε ο Φ.Π.Α. σε €22.938,27σ. ο οποίος πληρώθηκε. Ο μάρτυς κατά την αντεξέταση του δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες των όσων αναφέρονται στις οικονομικές καταστάσεις εφόσον θα έπρεπε όπως ανέφερε να ανατρέξει και σε άλλα έγγραφα που δεν είχε μαζί του. Ο ως άνω μάρτυς κλήθηκε για να αναφερθεί από τη μια στα εισοδήματα της εναγομένης 1 από την επιχείρηση του εστιατορίου Al Halile και την αξία του εξοπλισμού του προς το σκοπό της απόδειξης των αξιώσεων των εναγομένων που προβλήθηκαν στην ανταπαίτηση τους. Στα τεκμήρια που κατάθεσε (Τεκμ. 29 - 34) συμπεριλαμβάνονται οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης 1 (Τεκμ. 29 και 30) όπως και τα έγγραφα που σχετίζονται με την Υπηρεσία Φ.Π.Α. (Τεκμ. 31 - 34) τα οποία ως προς το περιεχόμενο τους δεν μπορούν να αμφισβητηθούν ούτε και έτυχε αντεξέτασης για το περιεχόμενο τους ούτε και αντικρούστηκαν. Εάν ήθελε φανεί ότι η Συμφωνία ερμηνεύεται λανθασμένα στην παρούσα απόφαση το μόνο που θα εδικαιούντο οι εναγόμενοι δυνάμει της ανταπαίτησης τους κρίνω ότι δεν θα ήταν τίποτε περισσότερο από το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος, ήτοι τα ποσό των €13.576,
- Σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία του όπως και αυτή των εναγομένων 2 και 3 ελέγχεται ως προς την ύπαρξη εξοπλισμού στο εστιατόριο η κατοχή του οποίου παραδόθηκε στους ενάγοντες. Τέτοια αναφορά ούτε καν στη Συμφωνία γίνεται. Επομένως ως προς αυτό το ζήτημα η μαρτυρία από πλευράς των εναγομένων ήταν αόριστη και ασαφής και ως τέτοια απορρίπτεται. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις γραπτές αγορεύσεις τους όπως και προφορικά επισήμαναν κάποια σημεία από τη μαρτυρία και εξέθεσαν τις απόψεις τους για την ερμηνεία που θα πρέπει να δοθεί στη Συμφωνία σε συσχετισμό με τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε συσχετισμό και με τη νομική της πτυχή. Όπου χρειαστεί θα γίνει αναφορά σε αυτές κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το βασικό ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο η Συμφωνία τελούσε υπό αίρεση η οποία κάτω από τις περιστάσεις που έχει καταδείξει η μαρτυρία στην οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια δεν έχει πληρωθεί. Επομένως οι πρόνοιες της Συμφωνίας θα εξετασθούν κάτω από το πρίσμα των σχετικών διατάξεων του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Σχετικές με τις συμβάσεις υπό αίρεση είναι οι πρόνοιες των άρθρων 31 - 36 τα οποία αποτελούν το Μέρος IV του Νόμου το περιεχόμενο των οποίων παραθέτω: «
- "Σύμβαση υπό αίρεση" είναι σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη, αν γεγονός συνακόλουθο της σύμβασης επέλθει ή δεν επέλθει.
- Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος δεν είναι νομικά εκτελεστή μέχρι την επέλευση του γεγονότος.
- Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη, υπό την αίρεση της μη επέλευσης μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος καθίσταται εκτελεστή, όταν η επέλευση του γεγονότος καταστεί αδύνατη και όχι προηγουμένως.
- Αν το μελλοντικό γεγονός, από το οποίο εξαρτάται η σύμβαση, είναι ο τρόπος συμπεριφοράς προσώπου σε ακαθόριστο χρόνο, το γεγονός θεωρείται ότι κατέστη αδύνατο όταν το πρόσωπο αυτό πράξει κάτι, το οποίο καθιστά αδύνατη τη συμπεριφορά αυτή σε οποιοδήποτε ορισμένο χρόνο ή διαφορετικά αν εκπληρωθούν περαιτέρω αιρέσεις. 35.-
(1)Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης ορισμένου αβέβαιου γεγονότος εντός ορισμένου χρόνου καθίσταται άκυρη αν, με την πάροδο του ορισμένου χρόνου, το γεγονός δεν επήλθε, ή αν πριν από τον ορισμένο χρόνο, το γεγονός κατέστη αδύνατο.
(2)Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της μη επέλευσης ορισμένου αβέβαιου γεγονότος εντός ορισμένου χρόνου καθίσταται νομικά εκτελεστή, όταν με την πάροδο του ορισμένου χρόνου δεν επέλθει το γεγονός ή πριν από την πάροδο του ορισμένου χρόνου, αν καταστεί βέβαιο ότι το γεγονός δεν θα επέλθει.
- Συμφωνία για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης αδύνατου γεγονότος είναι άκυρη, ανεξάρτητα αν κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας τα μέρη γνώριζαν ή όχι ότι η αίρεση ήταν αδύνατη.» Η σύμβαση υπό αίρεση, ακόμη και αν δεν προνοεί την επιστροφή του προσποριζόμενου οφέλους (που δεν είναι η περίπτωση μας), ρυθμίζεται από τον ίδιο το νόμο έτσι ώστε το προσπορισθεν όφελος να υποχρεούται να το επιστρέψει στον αντισυμβαλλόμενο του, ακόμη και αν αυτό δεν αναφερόταν ρητά στη συμφωνία. Προσθέτω επομένως στα πιο πάνω και το σχετικό Άρθρο 65 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «
- Αν η συμφωνία αποδειχτεί εξ υπαρχής άκυρη, ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό.» Στην υπόθεση Στυλιανού κ.α. v. Εφορείας Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Στροβόλου,
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 1924 οι Εφεσίβλητοι κατακύρωσαν προσφορά για εκμετάλλευση κυλικείων σε σχολεία στους Εφεσείοντες. Επειδή όμως τα κυλικεία κατέχονταν από τον προηγούμενο προσφοροδότη, δεν ήταν δυνατή η άμεση παράδοση τους. Λόγω των πιο πάνω στη σύμβαση που είχε υπογραφεί, περιλήφθηκε όρος ότι οι Εφεσίβλητοι δεν είχαν ευθύνη έναντι των Εφεσειόντων για τυχόν καθυστέρηση στην παράδοση του κυλικείου λόγω άρνησης του προηγούμενου Προσφοροδότη να αποχωρήσει δεδομένου ότι οι Εφεσίβλητοι θα λάμβαναν δικαστικά μέτρα για την αποχώρηση του. Τελικά οι Εφεσίβλητοι απέτυχαν δικαστικώς να πετύχουν έξωση του προηγούμενου Προσφοροδότη και είχαν να αντιμετωπίσουν αγωγή εναντίον τους από τους νέους Προσφοροδότες/ Εφεσείοντες. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, κατέληξε ότι η σύμβαση ήταν υπό την αίρεση της παράδοσης των Κυλικείων γι' αυτό και οι Εφεσείοντες απέτυχαν στην απαίτηση τους. Το ενδεχόμενο να μην παραδιδόταν η κατοχή των Κυλικείων από τον προηγούμενο Προσφοροδότη ήταν στη σκέψη των διαδίκων, ενώ αμφότεροι είχαν τη σαφή αντίληψη ότι κατά τη μέρα της υπογραφής δεν ήταν δυνατή η ανάληψη της κατοχής. Σε συμβάσεις υπό αίρεση με βάση με βάση τα πιο πάνω Άρθρα, το μελλοντικό γεγονός από το οποίο εξαρτάται η σύμβαση, μπορεί να είναι ο τρόπος συμπεριφοράς τρίτου. Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Κανναουρίδης v. Οικοδομικής Εταιρείας Τακτικών Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου ¨Η Μέριμνα¨ Λτδ
(2002)1 (Β) ΑΑΔ 1390, στην οποία οι Εφεσίβλητοι απαλλάγηκαν της υποχρέωσης πληρωμής του ποσού των £50.000= στον Εφεσείοντα αφού η Συμφωνία τους προνοούσε ότι τα ποσά θα ήταν πληρωτέα για την ύδρευση των οικοπέδων όταν θα εγκρινόταν ο διαχωρισμός τους. Ο διαχωρισμός τελικά δεν έγινε, αφού, παρόλο ότι έγιναν όλα τα διαβήματα, δεν εξασφαλίστηκε η νενομισμένη άδεια. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, αποφάνθηκε ότι η Συμφωνία αποτελούσε Σύμβαση υπό Αίρεση, ο δε Νικήτας Δ. όπως ήταν τότε, ανέφερε στις σελ. 1398 -1399: «Στην κρινόμενη υπόθεση η συμφωνία δεν επιβάλλει από τη γένεση της την υποχρέωση καταβολής των £50.
- Απλώς η εκτέλεση της μετατίθεται σε μέλλοντα χρόνο. Δεν υφίσταται όμως άμεση υποχρέωση. Θα μπορούσε να γεννηθεί τέτοια υποχρέωση μόνο σε περίπτωση έγκρισης διαχωρισμού, αφού την υδροδότηση θα εξασφάλιζε από την παραπάνω γεώτρηση του ο εφεσείων. Με άλλα λόγια η καταβολή του ποσού υπόκειτο σε εκ των υστέρων προϋπόθεση (condition subsequent), που δεν πληρώθηκε, οπόταν η συμφωνία κατέστη ανίσχυρη: βλ. Chitty on Contracts, 27η έκδοση, τόμος 1, παρ. 12-028, σελ. 573 και Pollock & Mulla "Indian Contract and Speicific Relief Acts", 9η έκδοση, σελ.325.» ΑΝΑΛΥΣΗ: Έγινε πολλή προσπάθεια από πλευράς των εναγομένων να καταδειχθεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε η έννοια της επιχείρησης και ο σκοπός τους βέβαια ήταν να καταδειχθεί από τη μια ότι δεν υπήρχε επιχείρηση να πωλήσουν αλλά ούτε και άδειες υπήρχαν για να απαιτούνται άδειες μουσικής ή ποτού. Όλα αυτά που ανέφεραν προσέκρουαν στα ίδια τα γραφόμενα στη Συμφωνία. Συνιστούσαν εξωγενή και αντίθετη με τη συμφωνία αναφορά και ως τέτοια είναι απορριπτέα εξ ορισμού. Στη Συμφωνία γίνεται πλήρης αναφορά στο αντικείμενο και στον σκοπό της πώλησης. Στο προοίμιο της συμφωνίας το οποίο με τον όρο 1 του συμφωνητικού είχε καταστεί ουσιώδες μέρος της συμφωνίας αναφέρονται: « . ότι το πωλούμενο αντικείμενο είναι η επιχείρηση κέντρου αναψυχής-καφεστιατορίου υπό τη γνωστή ονομασία ¨Al Halile¨ η οποία επιχείρηση στεγάζεται στο συγκεκριμένο Τουρκοκυπριακό Υποστατικό. . ότι ο Πωλητής θα πωλήσει την επιχείρηση αυτή στην οποία συμπεριλαμβάνεται η εμπορική εύνοια, την φήμη και πελατεία (goodwill) της. . ότι ο αγοραστής αγοράζει την επιχείρηση με σκοπό την συνέχιση των εργασιών της επιχείρησης. . ότι ο Πωλητής θα παρατηθεί της δικής του σύμβασης υπό την αίρεση της σύναψης νέας σύμβασης του Κηδεμόνα μόνον με τον Αγοραστή έτσι ώστε ο Αγοραστής να μπορέσει απρόσκοπτα να συνεχίσει την λειτουργία της επιχείρησης.» Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η πώληση ήταν πώληση επιχείρησης καφεστιατορίου και σκοπός της πώλησης ήταν η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης αυτής. Αυτό κατέστη ουσιώδης όρος με την υιοθέτηση και εισαγωγή του προοιμίου από τον όρο 1 στο κύριο μέρος της συμφωνίας. Δεν πρέπει δε να διαφεύγει και ο όρος 14 της συμφωνίας με τον οποίο καθίστανται οι όροι της Συμφωνίας ουσιώδεις. Η ίδια αναφορά του σκοπού συνέχισης αναφέρεται και στον όρο 2 της Συμφωνίας. Στην ίδια τη συμφωνία επισυνάφθηκε η πολεοδομική άδεια που χορηγήθηκε στον Κηδεμόνα με αναφορά ¨προσθηκομετατροπές σε υφιστάμενο εστιατόριο¨. Έχοντας υπόψη μου το σύνολο της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας την οποία διεξήλθα με προσοχή θα σταθώ στη συνέχεια σε ό,τι ήθελε κριθεί αναγκαίο για την επίλυση των επίδικων θεμάτων. Σε επιμέρους πτυχές της μαρτυρίας, τόσο της πλευράς των εναγόντων όσο και αυτής των εναγομένων, οι οποίες ενέχουν σημασία, θα εξεταστούν και στη συνέχεια όπου θα τύχουν και της ανάλογης αξιολόγησης. Ο όρος της Συμφωνίας για τη σύναψη σύμβασης με τον Κηδεμόνα η οποία να παρείχε τη δυνατότητα στους ενάγοντες να συνεχίσουν την επιχείρηση εστιατορίου είναι διάχυτη στη Σύμβαση. Ακόμα και στο προοίμιο της όπως και στους όρους τους οποίους και κατέγραψα πιο πάνω στις σελ. 9 και 10 της απόφασης μου αποτυπώνεται η αληθινή πρόθεση των συμβαλλομένων μερών με υπογραμμίσεις και τονισμό της λέξης «αίρεση». Επομένως δεν μπορεί να αποδοθεί στη Συμφωνία οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία την οποία η γραμματική ερμηνεία προσδίδει στη σαφή διατύπωση της. Ο κ. XXXXX Πελάου (Μ.Ε.2) αντεξετάστηκε στο κατά πόσο δόθηκε η κατάλληλη προειδοποίηση από τον Κηδεμόνα πριν αυτός τερματίσει τη Σύμβαση Μίσθωσης. Αν και ο μάρτυς σε αναφορά στο Τεκμ. 13 εξήγησε ότι δόθηκε τέτοια προειδοποίηση, εντούτοις κρίνω ότι και να υπήρχε μια τέτοια παράλειψη από πλευράς του Κηδεμόνα αυτό δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία για τις σχέσεις που απορρέουν από τη Συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Παρέμεινε αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στους εναγομένους το συνολικό ποσό των €311.424,00 έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος της αγοράς της επιχείρησης του εστιατορίου και ως είναι η παραδοχή της πλευράς των εναγόντων στη συνέχεια επιστράφηκε το ποσό των €25.000,00 και έτσι το ποσό που πλέον αξιώνεται είναι αυτό των €286.424,
- Ερμηνεύοντας τη Συμφωνία καταλήγω ότι αυτή ήταν συμφωνία υπό αίρεση. Η αίρεση συνίστατο στην παροχή νέας σύμβασης μίσθωσης από τον Κηδεμόνα στους ενάγοντες του Τουρκοκυπριακού υποστατικού κατά τρόπο που αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει ως επιχείρηση κέντρου αναψυχής - εστιατορίου όπως λειτουργούσε πριν από το κλείσιμο του το
- Αυτή ήταν η έννοια που είχαν προσδώσει στη συμφωνία τους οι διάδικοι και αυτό που προσδοκούσαν, καθώς πέραν των όρων της Συμφωνίας τους αυτό επεδίωξαν με ενέργειες τους μετά που παραχωρήθηκε νέα μίσθωση υπό όρους στους ενάγοντες. Η εκπλήρωση του σκοπού της συμφωνίας ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την παραχωρηθείσα σύμβαση μίσθωσης εκ μέρους του Κηδεμόνα για τον σκοπό που είχε καθοριστεί στη Συμφωνία, τη συνέχιση δηλαδή της λειτουργίας επιχείρησης εστιατορίου. Παρόλο ότι το τίμημα ως είχε συμφωνηθεί είχε σχεδόν καταβληθεί και παρέμενε ένα μικρό μόνο ποσό προς πλήρη εξόφληση του, ακόμα και το γεγονός ότι η κατοχή του υποστατικού είχε δοθεί αμέσως στους ενάγοντες, εντούτοις η Συμφωνία δεν κατέστη νομικά εκτελεστή αφού κατά την αντίληψη μου οι αρχές που έχουν καταγραφεί στο μέρος της απόφασης μου για τη νομική πτυχή της υπόθεσης για συμφωνίες υπό αίρεση εφαρμόζονται πλήρως στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ότι η απάντηση του Κηδεμόνα με ημερομηνία 13.12.2010 (Τεκμ. 10) και οι επιπρόσθετοι όροι που επιβλήθηκαν για την εκ νέου μίσθωση (Τεκμ. 11), συνιστούσαν εκπλήρωση της αίρεσης της Συμφωνίας. Το περιεχόμενο των ως άνω τεκμηρίων καθόλου δεν εκπλήρωνε την αίρεση όπως εισηγείται η πλευρά των εναγομένων ούτε και καθιστούσε πλέον την Συμφωνία εκτελεστή. Αυτή απείχε παρασάγγας από του να εκληφθεί ως εκπλήρωση της αίρεσης. Οι ενάγοντες έκαμαν το αυτονόητο, προσπάθησαν να διαφοροποιήσουν την απόφαση του Κηδεμόνα - χωρίς οι ίδιοι να έχουν δικαίωμα προσφυγής εναντίον της - όπως έπραξαν και για την απόφαση της 29.04.2011 (Τεκμ. 13) χωρίς και πάλι δυνατότητα προσφυγής εναντίον της απόφασης του Κηδεμόνα με σκοπό να καταστεί εκτελεστή η Συμφωνία. Επομένως δεν μπορεί να καταλογίζεται μια τέτοια παράλειψη σε αυτούς από πλευράς εναγομένων οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να την προσβάλουν εμπρόθεσμα όταν πληροφορήθηκαν περί τούτου με το Τεκμ. 24 και όμως αδράνησαν με συμβουλή που έλαβαν προς τούτο από το δικηγόρο τους. Οι εναγόμενοι, προκύπτει από τη μαρτυρία ότι είχαν ενημερωθεί για τους όρους που επιβλήθηκαν για την παροχή μίσθωσης από τον Κηδεμόνα και η μαρτυρία τους ελέγχεται στο σημείο αυτό καθώς προκύπτει από τη θέση τους ότι οι εναγόμενοι θα προσέφευγαν σε κομματικές παρεμβάσεις στους τότε κυβερνώντες για απάλειψη αυτών των όρων από την σύμβαση μίσθωσης όπως υποβλήθηκε στον XXXXX Ανδρέου (Μ.Ε.1). Σε σχέση δε με τον τερματισμό της Συμφωνίας, ο οποίος έγινε αμέσως μόλις οι ενάγοντες αντιλήφθηκαν ότι αυτή δεν θα εκπληρωνόταν [Τεκμ. 14
(1),
(2)και
(3)], δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι έγινε νόμιμα. Σημειώνω ότι στη Συμφωνία δεν τίθεται οποιοσδήποτε χρονικός προσδιορισμός για την εκπλήρωση της αίρεσης. Θεωρώ ότι το χρονικό σημείο που επέλεξαν οι ενάγοντες να τερματίσουν την Συμφωνία ήταν εύλογο υπό τις περιστάσεις και ήταν αμέσως μόλις είχαν καταλάβει ότι δεν θα εκπληρωνόταν ο σκοπός της Συμφωνίας λόγω μη πλήρωσης της αίρεσης. Θεωρώντας επομένως τη Συμφωνία άκυρη εξ υπαρχής θα πρέπει να επαναφερθούν οι διάδικοι στη θέση που βρίσκονταν πριν την υπογραφή της. Αυτό απαιτεί το δίκαιο της υπόθεσης. Οι εναγόμενοι δεν έχουν αποδείξει ότι υπέστησαν οποιανδήποτε ζημιά εξ υπαιτιότητας των εναγόντων και επομένως οφείλουν να επιστρέψουν το ποσό το οποίο έλαβαν από τους ενάγοντες έναντι του τιμήματος το οποίο ουσιαστικά το έλαβαν χωρίς αντάλλαγμα (βλ. Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 (B) AAΔ 1156). Οι ενάγοντες δεν πρόσφεραν οποιανδήποτε μαρτυρία πλην της γενικής αναφοράς του κ. XXXXX Ανδρέου (Μ.Ε.1) (Παρ. 11 Εγγράφου Α), περί καταβολής €52.000,00 για σκοπούς ανέγερσης - ανοικοδόμησης - ανακαίνισης του υποστατικού στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρηση χωρίς να παρουσιαστεί οποιαδήποτε άλλη απτή μαρτυρία προς απόδειξη αυτής της δαπάνης. Στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για αυτό το ζήτημα και στη σύνοψη της αξίωσης των εναγόντων, εν κατακλείδι της αγόρευσης του, φαίνεται ότι εγκαταλείπεται αυτή η αξίωση. Επομένως η απαίτηση στη βάση του παρακλητικού Γ της έκθεσης απαιτήσεως κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε ούτε καν στο επίπεδο που εξετάζεται σε αστικές υποθέσεις και έτσι απορρίπτεται. Κρίνω ότι είναι αναγκαίο να διευκρινίσω ότι από τη μια η μη προώθηση της διαζευκτικής βάσης αγωγής για την αξίωση εναντίον του εναγομένου 3 για την επιταγή και από την άλλη ενόψει των ευρημάτων μου ως προς τη φύση της Συμφωνίας, δεν θα με απασχολήσει το ζήτημα όπως και ούτε ο ισχυρισμός στην Υπεράσπιση περί ποινικής ρήτρας και ή ρήτρας αποζημιώσεων στην παρ. 17 της Υπεράσπισης που υπό τις περιστάσεις είναι άκυρες και/ή ανεφάρμοστες. Σε κάθε περίπτωση η εγγύηση που πρόσφεραν οι εναγόμενοι 2 και 3 στην εναγομένη 1 που ενσωματώθηκε στη Συμφωνία καθόλου δεν μπορεί να εκληφθεί ως ποινική ρήτρα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Στη βάσει επομένως αναμφισβήτητης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, έγγραφης αλλά και προφορικής που προήλθε από τους Μ.Ε.1 και 2, καθίσταται βασικό εύρημα μου ότι σαφής πρόθεση των συμβαλλομένων μερών στη Συμφωνία ήταν η εξασφάλιση από τον Κηδεμόνα μίσθωσης του υποστατικού και των χώρων όπου λειτουργούσε η επιχείρηση εστιατορίου γνωστού ως Al Halile παρά την Αλυκή Λάρνακας, η οποία θα περιείχε την δυνατότητα της απρόσκοπτης συνέχισης της ως άνω επιχείρησης εστιατορίου ως δρώσας οικονομικής μονάδας και όχι οποιασδήποτε μίσθωσης όπως εισηγείται η πλευρά των εναγομένων και μάλιστα η παραχώρηση μίσθωσης υπό όρους που θα καθιστούσαν αδύνατη την συνέχιση της ίδιας επιχείρησης. Η ίδια ως άνω μαρτυρία με οδηγεί και στο επόμενο εύρημα μου ότι η αίρεση που τέθηκε προς εκπλήρωση της Συμφωνίας δεν πληρώθηκε και επομένως αυτή δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ. Περαιτέρω καθίσταται εύρημα μου ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας που έγινε με τις επιστολές με ημερομηνία 10.05.2011, οι οποίες επιδόθηκαν στους εναγόμενους [Τεκμ.14
(1)
(2)και
(3)] όταν πλέον ήταν φανερόν ότι δεν θα εκπληρώνετο η Συμφωνία, ήταν καθόλα νόμιμος και κατέστησε τη Συμφωνία εξ υπαρχής άκυρη χωρίς νομική ισχύ ή παράγουσα έννομα αποτελέσματα. Σύμφωνα με την αναμφισβήτητη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου οι ενάγοντες κατέβαλαν συνολικά το ποσό των €311.424,00 εκ του οποίου επιστράφηκε υπό τις περιστάσεις που εξηγήθηκαν από τον κ. XXXXX Ανδρέου (Μ.Ε.1) στην παράγραφο 12(β) της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Α), ποσό €25.000,00 και επομένως παρέμεινε στα χέρια των εναγομένων το ποσό των €286,424,00 το οποίο κρίνω ότι θα πρέπει να φέρει νόμιμο τόκο από της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής δηλαδή από την 6.06.2011. Τα ως άνω ευρήματα μου οδηγούν στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι το ως άνω ποσό που καταβλήθηκε από τους ενάγοντες προς εκπλήρωση των όρων που αφορούσαν την πληρωμή του τιμήματος ή και έναντι αυτού θα πρέπει να επιστραφεί σε αυτούς. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων ομού/και ή κεχωρισμένως για το ποσό των €286,424.00 όπως αυτό μειώθηκε από τον κ. XXXXX Ανδρέου (Μ.Ε.1) με τη Γραπτή του Δήλωση παρ. 12(β) πλέον νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της αγωγής ήτοι από την 6.06.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Η πιο πάνω κατάληξη μου με οδηγεί στην απόρριψη των αξιώσεων της Ανταπαίτησης εφόσον η Συμφωνία κηρύσσεται εξ υπαρχής άκυρη και σε μια τέτοια περίπτωση οι εναγόμενοι δεν μπορούν να ερείδονται επ' αυτής οποιεσδήποτε αξιώσεις από αυτές που αξιώνουν με την ανταπαίτηση τους από τους ενάγοντες. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Δεν υπάρχει λόγος να διαφοροποιηθώ από τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται στα έξοδα του. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων ομού και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λόγω της εκδίκασης της Ανταπαίτησης μαζί με την Απαίτηση των εναγόντων δεν θα εκδώσω ως προς αυτήν οποιανδήποτε ξεχωριστή διαταγή για τα έξοδα. (Υπογρ.).................... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο