ZOLOTUKHIN ν. S.C. BLUE AIR - AIRLINE MANAGEMENT SOLUTIONS S.R.L. κ.α., Αγωγή αρ. 189/2016, 5/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 189/2016 Μεταξύ:- XXXXX ZOLOTUKHIN Ενάγοντος και
- S.C. BLUE AIR - AIRLINE MANAGEMENT SOLUTIONS S.R.L.
- ORTHODOXOU GROUP OF COMPANIES LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 5.7.2018 Εμφανίσεις꞉ Για τον Ενάγοντα꞉ κα. Κωνσταντίνος Παπαντωνίου, για Γεώργιος Παπαντωνίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1꞉ κ. Νίκος Α. Δαμιανού Για τους Εναγόμενους αρ. 2꞉ κ. Ανδρέας Πλουτάρχου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Έκθεση Απαίτησης που καταχώρησε στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ο Ενάγων αξιώνει να λάβει από τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 τις εξής θεραπείες: «Α. €2,962.31σ. ως ποσό αποζημίωσης λόγω παράβασης σύμβασης και/ή πρόκλησης ζημιάς λόγω παράνομων πράξεων και/ή αμέλειας και/ή άλλως πως ως κατωτέρω αναφέρεται, Β. Γενικές αποζημιώσεις για παραβίαση συμφωνίας και/ή αμέλειας για τη ζημιά που υπέστηκε, Γ. Νόμιμο τόκο από 6.9.2015, Δ. Έξοδα, πλέον ΦΠΑ Αρ. Μητρ. XXXXX134Ε.». Α. ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΘΕΙΣΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ. Ο Ενάγων κινεί την αγωγή κατά των Εναγομένων αρ. 1 ως εταιρείας που δραστηριοποιείται στον τομέα των αερομεταφορών και που κατ' ισχυρισμόν αντιπροσωπεύεται στην Κύπρο από τους Εναγόμενους αρ.
- Στην Έκθεση Απαίτησης (στο εξής «η Ε/Α») ο Ενάγων εγείρει τους εξής ισχυρισμούς γεγονότων꞉ · (βλ. παρα. 1 της Ε/Α) - Ότι αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε σκοπό να ταξιδέψει στο Βουκουρέστι με σκοπό να παρακαθίσει σε επαγγελματικές εξετάσεις λογιστικής ACCA. · (βλ. παρα. 4 της Ε/Α) - Προς το σκοπό να παρακαθίσει στις εξετάσεις λογιστικής ACCA, ο Ενάγοντας ζήτησε/έκοψε αεροπορικό εισιτήριο μέσω διαδικτύου με αεροπλάνο της Εναγομένης 1 και/ή ο Ενάγων σύναψε σύμβαση μεταφοράς από το αεροδρόμιο Λάρνακας προς το Βουκουρέστι την 6/9/2015 περί ώρα 21꞉30 και επιστροφής με άλλη εταιρεία. Το ταξίδι του ήταν προγραμματισμένο να κρατήσει μια εβδομάδα, δηλαδή από 6/9/2015 μέχρι 12/9/2015, όσο δηλαδή χρειαζόταν για να τελειώσουν οι εξετάσεις του. · (βλ. παρα. 5 της Ε/Α) - Κατά ή περί την 6/9/2015 ο Ενάγων προσήλθε στο αεροδρόμιο Λάρνακας κατά την προκαθορισμένη ώρα, ήτοι περί τις 20꞉00 για την προγραμματισμένη μετάβασή του στο Βουκουρέστι στη Ρουμανία. Κατά τη διαδικασία ελέγχου του εισιτηρίου του στο σημείο «ckeck in», οι υπαλλήλοι και/ή αντιπρόσωποι της Εναγομένης αρ. 2 εταιρείας του ανέφεραν ότι, κατόπιν εντολών της, έπρεπε να απαγορευτεί στον Ενάγοντα πρόσβαση και επιβίβαση στο αεροπλάνο της Εναγομένης αρ. 1 για το λόγο ότι δεν είχε τα απαραίτητα έγγραφα εισόδου στη Ρουμανία, δηλαδή, όπως πληροφορήθηκε, τη θεώρηση εισόδου (visa). · (βλ. παρα. 5 της Ε/Α) - Ο Ενάγων αντέδρασε και τους ανέφερε ότι δεν ήταν απαραίτητη η έκδοση τέτοιας θεώρησης εισόδου (visa) για τη Ρουμανία, εφόσον είχε Κυπριακή άδεια, αλλά οι υπάλληλοι ή αντιπρόσωποι της Εναγομένης αρ. 2 επέμεναν στη θέση τους. · (βλ. παρα. 5 της Ε/Α) - Ο Ενάγων ζήτησε να του δοθούν γραπτώς οι λόγοι της μη επιβίβασής του στο αεροπλάνο από τους υπαλλήλους των Εναγομένων, πράγμα που αρνήθηκαν. · (βλ. παρα. 5 της Ε/Α) - Ο Ενάγων παραπονείται ότι ποτέ δεν του υποδείχθηκε από την Εναγόμενη αρ. 1 η ανάγκη έκδοσης visa, ούτε και του τέθηκε ως όρος ή προϋπόθεση για την αγορά του αεροπορικού εισιτηρίου η έκδοση visa, ούτως ώστε ο Ενάγων να το γνώριζε και να το διευθετούσε από προηγουμένως. · (βλ. παρα. 6 της Ε/Α) - Είναι η θέση του Ενάγοντος ότι, λόγω της διαμονής του στην Κύπρο, ο Ενάγων είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο visa της Κυπριακής Δημοκρατίας και βάσει της αμοιβαίας αγναγνώρισης της Απόφασης αρ. 565/2014/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου η Κυπριακή visa ίσχυε στη Ρουμανία και ήταν ισχυρή και έγκυρη για την μετάβαση του Ενάγοντος στη Ρουμανία, γι' αυτό και δεν χρειαζόταν να εκδώσει νέα visa, όπως του επιβεβαίωσε και η Ρουμανική πρεσβεία πριν το ταξίδι του. · (βλ. παρα. 7 της Ε/Α) - Ως εκ των πιο πάνω, είναι η θέση του Ενάγοντος ότι η Εναγόμενη αρ. 2 ενήργησε παράνομα και /ή καταχρηστικά και/ή αμελώς με την απόφασή της να μην επιτρέψει στον ίδιο να ταξιδέψει στη Ρουμανία. Δικογραφούνται οι εξής λεπτομέρειες αμέλειας꞉ (α) Αρνήθηκαν την είσοδό του στο αεροπλάνο χωρίς εξήγηση. (β) Αρνήθηκαν την είσοδό του στο αεροπλάνο χωρίς έγκυρη προειδοποίηση, (γ) Τελούσαν υπό άγνοια του Νόμου και των Κανονισμών. (δ) Δεν προσπάθησαν να μελετήσουν και να ενημερωθούν για την Απόφαση αρ. 565/2014/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ούτως ώστε να επιτρέψουν στον Ενάγοντα να ταξιδέψει. (ε) Γενικά ενήργησαν παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή αυθαίρετα. (στ) Γενικά ενήργησαν αμελώς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Στην παρα. 8 της Ε/Α ο Ενάγων δικογράφησε αναλυτικά τις ειδικές ζημιές που αυτός υπέστη ως αποτέλεσμα των πιο πάνω αντισυμβατικών και/ή αμελών και/ή παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των Εναγομένων, ως εξής꞉ (α) Το κόστος του αεροπορικού εισιτηρίου μετ' επιστροφής (€154,31σ.). (β) Τα έξοδα ακύρωσης ξενοδοχείου (€34). (γ) Την απώλεια εισοδημάτων κατά την περίοδο άδειας άνευ απολαβών για προετοιμασία για τις εξετάσεις (€2.174). (δ) Τα απωλεσθέντα τέλη των εξετάσεων που είχε πληρώσει (€300). Ως μέρος της ειδικής ζημιάς, ο Ενάγων αξίωσε ποσό €300 ως αποζημιώσεις για ηθική βλάβη λόγω της χαμένης προετοιμασίας για τις εξετάσεις και την επιπλέον προετοιμασία που αναγκάστηκε να κάνει για να παρακαθίσει σε αυτού του είδους τις εξετάσεις σε νέα ημερομηνία. Οι γενικές αποζημιώσεις που αξιώνει επιπρόσθετα υπό το παρακλητικό «Β» της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. παρα. 9 της Ε/Α) αφορούν στο άγχος, την ταλαιπωρία και απογοήτευση που υπέστη λόγω των πιο πάνω γεγονότων. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι κάλεσε επανειλημμένα τους Εναγόμενους γραπτώς και προφορικά για εξώδικη διευθέτηση της ζημιάς του, αλλά δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Με την Έκθεση Υπεράσπισης (στο εξής «η Ε/Υ»), οι Εναγόμενοι ουσιαστικά προέβησαν σε πλήρη άρνηση των ισχυρισμών του Ενάγοντος. Οι Εναγόμενοι 1 δικογράφησαν τα εξής꞉ · (βλ. παρα. 3 της Ε/Υ) - Κατ' αρχάς, οι Εναγόμενοι αρ. 1 αρνούνται ότι αντιπροσωπεύονται ή ότι έχουν οποιαδήποτε σύνδεση ή συμβατική ή άλλη σχέση με τους Εναγόμενους αρ.
- · (βλ. παρα. 4(α) της Ε/Υ) - Οι Εναγόμενοι αρ. 1 αρνούνται ότι ο Ενάγων σύναψε την ισχυριζόμενη σύμβαση μεταφοράς με αυτούς ή/και ότι είχαν σχέση με τη σύμβαση μεταφοράς του από το αεροδρόμιο Λάρνακας προς το Βουκουρέστι ή ότι ο Ενάγων είχε προγραμματισμένες εξετάσεις λογιστικής. Αρνούνται επίσης το ισχυριζόμενο χρονικό πλαίσιο της παραπονής του στο Βουκουρέστι, ήτοι ότι θα ήταν εκεί μόνο για 1 βδομάδα. · (βλ. παρα. 4(β)) - Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι υπάλληλοι της Εναγομένης αρ. 2 αρνήθηκαν την επιβίβαση ή ανάφεραν τα όσα ισχυρίζεται ο Ενάγων περί απαγόρευσης. Αντ' αυτού οι Εναγόμενοι αρ. 1 ισχυρίζονται ότι υπάλληλος τρίτης εταιρείας ή/και το πρόσωπο που διεκπεραίωνε τον έλεγχο ενημέρωσε τις αρχές της Ρουμανίας για τα στοιχεία του Ενάγοντος και την επικείμενη μετάβαση του στο Βουκουρέστι. Η απαγόρευση ή η άρνηση μετάβασης και εισόδου του Ενάγοντος στο Βουκουρέστι προερχόταν καθαρά από τις Ρουμανικές αρχές. Καμία ευθύνη δεν φέρουν οι Εναγόμενοι αρ.
- · (βλ. παρα. 4(γ)) - Οι Εναγόμενοι αρ. 1 αρνούνται ότι ο Ενάγων είχε Κυπριακή άδεια (visa) ή/και ότι νομιμοποιήτο βάσει αυτής να εισέλθει στη Ρουμανία. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ο Ενάγων γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι χρειαζόταν άδεια εισόδου (visa) ή ότι πιθανόν να μην τον αποδέχονταν οι Ρουμανικές αρχές κατά την είσοδό του στη Ρουμανία. · (βλ. παρα. 4(δ)) - Αρνούνται οι Εναγόμενοι αρ. 1 ότι αναγνωρίζετο προς όφελος του Ενάγοντος η Απόφαση που ο ίδιος επικαλείται, ήτοι η Απόφαση αρ. 565/2014/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή/και ότι υπήρχε Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για αναγνώριση ισχύος της άδειας εισόδου της Κύπρου για σκοπούς εισόδου του στη Ρουμανία. Είναι η θέση των Εναγομένων αρ. 1 ότι η είσοδος του Ενάγοντος στη Ρουμανία ήταν δυνητική και σε καμία περίπτωση δεν δημιουργείτο υποχρέωση ή δικαίωμα του μεταφορέα ή των Εναγομένων αρ. 1 ή των αντιπροσώπων τους για την άρνηση των Ρουμανικών αρχών, οι οποίες διατηρούσαν δικαίωμα άρνησης εισόδου του Ενάγοντος. · (βλ. παρα. 4(ε)) - Αρνούνται οι Εναγόμενοι ότι ο Ενάγων ζήτησε να του δοθούν γραπτώς οι λόγοι της μη επιβίβασής του, αλλά ούτε και μπορούσαν να του δοθούν, λόγω του ότι δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τους λόγους μη επιβίβασης του και οι λόγοι αυτοί δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές τους. · (βλ. παρα.
(5)) - Αρνούνται ότι ο Ενάγων υπέστη τις ισχυριζόμενες ζημιές ή/και απώλειες και εν πάση περιπτώσει λένε ότι είναι μη προβλεπτή και/ή απομακρυσμένη η ζημιά που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη και άρα απουσιάζει η αιτιώδης συνάφεια της εν λόγω ζημιάς και/ή απώλειας με τα επίδικα γεγονότα, ώστε να είχε δικαίωμα σε αποζημίωση. Οι Εναγόμενοι αρ. 2 στη δική τους ξεχωριστή Ε/Υ ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτοί δεν αντιπροσώπευαν ούτε αντιπροσωπεύουν στο παρόν στάδιο τους Εναγόμενους αρ.
- Δεν έχουν άμεση σχέση, συμβατική ή άλλη, με τους Εναγομένους αρ. 2, ούτε είναι συνδεδεμένοι με τους Εναγόμενους αρ. 2 και ουδεμία ευθύνη για τις εργασίες των Εναγομένων αρ. 1 έχουν. Αρνούνται ότι είχαν σχέση με τη σύμβαση μεταφοράς του Ενάγοντος από το αεροδρόμιο Λάρνακας προς το Βουκουρέστι. Ισχυρίζονται ότι δεν είχαν υπαλλήλους τους για έλεγχο εισιτηρίου στο σημείο «check in» στο αεροδρόμιο Λάρνακας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αρνούνται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος και τον καλούν σε αυστηρή απόδειξη αυτών. Υιοθετούν τους λοιπούς λόγους ένστασης που ήγειραν οι Εναγόμενοι αρ.
- Στην Απάντηση που καταχώρησε ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι σε καμία περίπτωση οι Ρουμανικές αρχές δεν του απαγόρευσαν είσοδο στη Ρουμανία, αφού η απαγόρευση έγινε αυθαίρετα και/ή αμελώς από τους Εναγόμενους στην Κύπρο. Β. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. Με βάση τους ισχύοντες Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας της Κύπρου αγωγές στο πλαίσιο των οποίων υπάρχει αξίωση για συνολικό ποσό που δεν υπερβαίνει τις €3.000, εκδικάζονται με ταχεία διαδικασία, η οποία κατ' ουσίαν συνεπάγεται την εκδίκαση της υπόθεσης στη βάση έγγραφης μαρτυρίας. Παρά το ότι η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε σε κλίμακα €2.000 - €10.000, εντούτοις, όπως φαίνεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου της δικασίμου ημερ. 2.3.2017, ο αδελφός Δικαστής που επιλαμβανόταν κατ' εκείνην την ημερομηνία της υπόθεσης αυτής, αφού άκουσε τους συνηγόρους, έδωσε οδηγίες όπως η ακρόαση της αγωγής διεξαχθεί στη βάση έγγραφης μαρτυρίας, κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να επρόκειτο για αγωγή με αξίωση μη υπερβαίνουσα τις €3.
- Είχε τέτοια διακριτική εξουσία να ρυθμίσει τη διαδικασία δυνάμει των προνοιών της Δ.30, θ.4, η οποία προβλέπει τα εξής꞉ «
(4)Όπου οι διάδικοι συμφωνούν, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οδηγίες ως προς την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας έστω και αν το αντικείμενο της αγωγής υπερβαίνει τις €3.000, οπότε ακολουθούνται οι διατάξεις των Θεσμών 5
(1)και 5
(2)ανωτέρω.»
- Διευκρινίζω επί του σημείου αυτού ότι το γεγονός ότι ο συνήγορος του Ενάγοντος συνέναισε στις 2.3.2017 να δοθούν οδηγίες από το Δικαστήριο για εκδίκαση της υπόθεσης στη βάση γραπτής και μόνον μαρτυρίας, δεν σημαίνει ότι αποδέχθηκε να περιορίσει τις αξιώσεις του σε ποσό κάτω των €3.000, όπως εισηγείται ο συνήγορος της Εναγομένης αρ. 1 στη γραπτή του αγόρευση. Ως εκ τούτου, εάν το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι ο Ενάγων έχει αποδείξει το αγώγιμο του δικαίωμα και τη ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη, τότε θα μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά αν δικαιούται σε γενικές αποζημιώσεις, ως το παρακλητικό αρ. Β του κλητηρίου εντάλματος, πέραν του ποσού ειδικής ζημιάς που αξίωσε ο Ενάγων ξεχωριστά με το παρακλητικό «Α».
- Πριν τον ορισμό της υπόθεσης για έναρξη της ακρόασης, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για εκατέρωθεν αποκάλυψη εγγράφων. Μόνο ο Ενάγων δήλωσε ενόρκως ότι είχε έγγραφα να παρουσιάσει στη δίκη, τα οποία και απαρίθμησε, ενώ οι Εναγόμενοι 1 και 2 δήλωσαν (βλ. Ε/Δ ημερ. 5.12.2016) ότι ουδέν έγγραφο είχαν στην κατοχή τους, το οποίο να χρησιμοποιούσαν στη δίκη. Παρά το ότι υφίσταται δικονομικά συνεχής υποχρέωση των διαδίκων να προβαίνουν σε αποκάλυψη των εγγράφων που περιέρχονται στην κατοχή τους και τα οποία προτίθενται να χρησιμοποιήσουν στη δίκη, εντούτοις οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε προέβηκαν σε Συμπληρωματική ένορκη δήλωση για σκοπούς νέας αποκάλυψης.
- Για την υπόθεση του Ενάγοντος, μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος με ένορκη δήλωση (στο εξής «Ε/Δ») που καταχωρήθηκε στις 27.4.
- Για την Εναγόμενη αρ. 1, μαρτυρία έδωσε η κα XXXXX Καρεκλά, από τη Λάρνακα, η οποία εργάζεται στην εταιρεία Orthodoxou Aviation Ltd (αριθμός εγγραφής HE 170469) στη θέση της «Airport officer» από το
- Η ένορκη δήλωση (Ε/Δ) της καταχωρήθηκε στις 7.12.2017, μετά την απόρριψη της αίτησης για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Από πλευράς της Εναγομένης αρ. 2, μαρτυρία έδωσε ο κ. XXXXX Ορθοδόξου, Διευθυντής της εν λόγω Εναγόμενης εταιρείας, η οποία αποτελεί εταιρεία που συστάθηκε στη Κύπρο με αριθμό εγγραφής ΗΕ
- Η ένορκη δήλωση (Ε/Δ) του κ. Ορθοδόξου καταχωρήθηκε στις 13.10.
- Παρά το γεγονός ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας παρέχουν στους διάδικους το δικαίωμα να αιτηθούν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, υπό τους όρους που προβλέπονται στη Δ.30, θ.7, εντούτοις στην παρούσα υπόθεση ουδείς εκ των διαδίκων άσκησε το δικαίωμα αυτό. Συνεπακόλουθα, η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και των τελικών γραπτών αγορεύσεων που υπέβαλαν οι συνήγοροι των διαδίκων προς το Δικαστήριο. Γ. Η ΠΡΟΣΦΕΡΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Δεδομένου ότι όλη η προσφερθείσα μαρτυρία ήταν έγγραφη και περιέχεται στο φάκελο της υπόθεσης, δεν το θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω. Θα προχωρήσω ευθέως στην αξιολόγηση αυτής και στη διατύπωση των ευρημάτων μου σε ό,τι αφορά τα γεγονότα, αφού προηγουμένως αναφερθώ στις εκατέρωθεν εισηγήσεις των διαδίκων όπως προωθήθηκαν με τις τελικές τους αγορεύσεις. Δ. ΟΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ. Συνοψίζω την επιχειρηματολογία του συνηγόρου του Ενάγοντος ως εξής꞉ Ο Ενάγων εγείρει την παρούσα αγωγή λόγω της αδικίας που έγινε σε βάρος του από τους Εναγόμενους 1 και 2 ή αντιπροσώπους τους ή υπαλλήλους τους, λόγω της αμελούς και/ή αντισυμβατικής τους συμπεριφοράς με το να του αρνηθούν την είσοδο του στο αεροπλάνο. Ο νόμος που διέπει το θέμα της έκδοσης βίζας και η ιδιαίτερη συμφωνία Κύπρου Ρουμανίας βάσει της Απόφασης αριθ. 565/2014/ΕΕ για αποδοχή στο έδαφός τους αλλοδαπών είναι ξεκάθαρος και οι εναγόμενοι 1 . και 2 όφειλαν να τον γνώρίζουν διότι αυτό εμπίπτει στις υποχρεώσεις τους. Εξ άλλου ο Ενάγων δε μπορούσε να κάνει κάτι άλλο, διότι και στην ιστοσελίδα αναφέρεται ότι δεν είναι αναγκαία η έκδοση βίζας για είσοδο στη Ρουμανία από υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν άδεια διαμονής στην Κύπρο. Η ιστοσελίδα αυτή είναι επίσημη του Υπουργείου Εξωτερικών και ενημερωμένη και ο ενδεδειγμένος τρόπος για αλλοδαπούς προς εξασφάλιση Ρουμανικής βίζας. Η απάντηση αυτή είναι αυτοματοποιημένη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να έγινε κάποιο λάθος εφόσον τα στοιχεία που εισάγονται είναι ορθά. Η μαρτυρία των εναγομένων δεν είναι ισχυρή για να κλονίσει την υπόθεση του Ενάγοντος και αυτός πρέπει να δικαιωθεί. Η Εναγόμενη 1 στην Υπεράσπιση της αρνείται την ύπαρξη αντιπροσωπείας με την Εναγόμενη 2 χωρίς να δώσει εξηγήσεις για το ποιος είναι αντιπρόσωπος της στην Κύπρο. Η όλη συμπεριφορά της δηλοί ότι εσκεμμένα δεν ανέφερε στο στάδιο της Υπεράσπισης ποιος είναι ο αντιπρόσωπος της στην Κύπρο. Εμφανίστηκε κανονικά και έβαλε υπεράσπιση. Κατά τη διάρκεια της δίκης στάληκαν επιστολές μέσω του συνηγόρου του Ενάγοντος και στους 2 εναγομένους για διευκρινήσεις σχετικά με το θέμα της αντιπροσωπείας χωρίς καμιά απάντηση. Η εναγομενη 1 γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ποιος είναι ο αντιπρόσωπος της στην Κύπρο και θα έπρεπε να το αναφέρει στην υπεράσπιση της. Ο Ενάγων βρέθηκε εξ απροόπτου με την κατάθεση της μαρτυρίας των εναγομένων και την παράθεση λεπτομερειών. Δε μπορούσε να γνωρίζει ποιος είναι ο αντιπρόσωπος στην Κύπρο πέραν της πληροφόρησης που είχε από το Υπουργείο και αν είχε την επίσημη θέση των Εναγομένων 1 για το ποιος είναι ο αντιπρόσωπός τους θα είχε την ευκαιρία να τροποποιήσει την Εκθεση Απαίτησης του με τη νέα Δ.25 και να προσθέσει ορθά τον αντιπρόσωπο τους στην Κύπρο χωρίς χρονοβόρες διαδικασίες και έξοδα. Η εταιρεία εξάλλου που αντιπροσωπεύει την εναγομένη 1 φαίνεται ότι, αντιπροσωπεύεται/διευθύνεται από το ίδιο πρόσωπο με την εναγομένη
- Τα τεκμήρια που παρουσίασαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατά την ακρόαση, δεν πρέπει να γίνουν δεκτά από το Δικαστήριο, εφόσον δεν αποκαλύφθηκαν προηγουμένως στην πλευρά του Ενάγοντος ως ήταν οι οδηγίες του Δικαστηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή θα πρέπει να επιτύχει με έξοδα υπέρ του Ενάγοντος. Συνοψίζω την επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγομένης αρ. 1 ως εξής꞉ · Το ισχυριζόμενο ηλεκτρονικό αεροπορικό (τεκμήριο 4 στην Ε/Δ Ενάγοντος) ως έγγραφο στη Ρουμανική σε γλώσσα εκτός των επισήμων γλωσσών του Δικαστηρίου και χωρίς έγκυρη μετάφραση δεν έχει καμιά αποδεκτότητα ή αξία πέραν από το συμπέρασμα ότι αυτό προήλθε από τρίτο ή τρίτους. Άρα ο Ενάγων δεν απόδειξε ούτε τη σύναψη συμφωνίας με τους εναγομένους ούτε τους όρους αυτής. Κατ΄επέκταση δεν απέδειξε την παράβαση σύμβασης. · Για να επιτύγχανε η αγωγή του Ενάγοντος έναντι της Εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας ή των αντιπροσώπων της στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας, θα έπρεπε ο Ενάγων να αποδείκνυε ότι είχαν καθήκον επιμέλειας (ευθύνη) έναντί του, το οποίο να παραβίασαν, ενώ δεν υφίσταται τέτοιο καθήκον διότι αποτελεί σταθερά των αερομεταφορών της αεροπορικής εταιρείας της Εναγομένης αρ.1 (βλ. Τεκμήριο Β της Ε/Δ της κας Σκεύης Καρεκλά) ότι η αεροπορική εταιρεία δεν μπορεί να έχει ευθύνη για την άρνηση των Αρχών του Κράτους προορισμού στην είσοδο του πελάτη στη χώρα (όρος 6.5.) ή για τα έγγραφα που απαιτείται να έχει ο επιβάτης ή για την εφαρμογή των νόμων, κανονισμών ή οδηγιών του κράτους προορισμού (όροι 6.3., 6.4). · Υπάρχει μια διαφορά στα γεγονότα. Ο ενάγων στην αγωγή του ισχυρίζεται ότι οι υπάλληλοι και αντιπρόσωποι της εναγομένης 2 του έλεγαν ότι έπρεπε να απαγορευτεί η επιβίβαση του στο αεροπλάνο της εναγομένης 1, γιατί δεν είχε τα απαραίτητα έγγραφα εισόδου στη Ρουμανία (visa), ενώ οι εναγόμενοι 1 αναφέρουν ότι οι Ρουμανικές Αρχές είναι που αρνήθηκαν και απαγόρευσαν την είσοδο του ενάγοντα στη Ρουμανία (παράγραφος 4(β) Υπεράσπισης εναγομένων 1 και παράγραφοι 5 και 6 ενόρκου δηλώσεως της XXXXX Καρεκλά. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί τη μαρτυρία της κας Καρεκλά η οποία διαφωτίζει για το γεγονός ότι η άρνηση εισόδου προήλθε από τις αρχές στη Ρουμανία. · Για να επιτύγχανε η αγωγή του Ενάγοντος, αυτός όφειλε να αποδείξει ότι οι Ρουμανικές Αρχές θα τον δέχονταν ή τον δέχοντο κατά τον ουσιώδη χρόνο με τα έγγραφα που είχε και ότι είναι οι Εναγόμενοι εκείνοι που του αρνήθηκαν ή του ματαίωσαν την είσοδο στη Ρουμανία. · Η απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ την οποία επικαλείται ο Ενάγων αναφέρεται σε κατ΄αρχήν δυνατότητα της Ρουμανίας να εφαρμόσει το σύστημα ομοιόμορφης θεώρησης. Επιπλέον στο άρθρο 2 εδάφιο 3 της εν λόγω Απόφασης υπάρχει επιφύλαξη για ταξιδιωτικά έγγραφα χώρας με την οποία δεν υπάρχουν διπλωματικές σχέσεις. Εδώ δεν έχουμε μαρτυρία για το αν διατηρούνται διπλωματικές σχέσεις της Ρουμανίας με το Καζακστάν. Επιπλέον, η έννοια της άδειας διαμονής και η παραπομπή από το άρθρο 2 εδάφιο 1(γ) στο άρθρο 2, σημείο 15 του Κανονισμού (ΕΚ) 562/2006 θέτει εν αμφιβόλω την επάρκεια για το σκοπό της ομοιόμορφης θεώρησης της συγκεκριμένης άδειας διαμονής του ενάγοντα όπου γίνεται αναφορά της φράσης ¨temporary permit¨. Δεν προσκομίσθηκε επαρκής και αποδεκτή ικανή μαρτυρία ότι με μόνο το γεγονός ότι ο ενάγων είχε τη συγκεκριμένη άδεια διαμονής στην Κύπρο, δικαιούτο έναντι πάντων να εισέλθει στη Ρουμανία. · Είναι οι Ρουμανικές Αρχές που αποφάσισαν και αν εκείνες παραβίασαν, υποτιθέμενα, Κανονισμό ή Απόφαση της Ε.Ε. με το να αρνηθούν την είσοδο του Ενάγοντος, οι Εναγόμενοι 1 ουδεμία ευθύνη μπορούσαν ή μπορούν να έχουν. · Καταληκτικά, αναφέρονται τα εξής. Η αερομεταφορά έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η είσοδος σε μια ξένη χώρα είναι επιτρεπτή μόνο απ΄αυτή τη χώρα. Ως ένδειξη και έκφραση της εθνικής κυριαρχίας κάθε κράτος δικαιούται να επιτρέπει ή μη την είσοδο μη πολίτη του στην επικράτεια του. Τα κράτη ελέγχουν ποιοι θα εισέλθουν στο έδαφος τους. Αυτή είναι η ουσία της υπόθεσης του επίδικου συμβάντος της 5ης Σεπτεμβρίου
- Ο ενάγοντας εντελώς λανθασμένα στράφηκε εναντίον των εναγομένων
- · Σε κάθε περίπτωση, ο Ενάγων δεν απέδειξε τη ζημιά του. Διεκδικεί €2.174 ως απώλεια μισθών που δεν του δόθηκαν λόγω άδειας που πήρε για να προετοιμασθεί, αλλά πώς μπορεί να αποζημιωθεί για μισθούς που δεν θα λάμβανε επειδή ακριβώς δεν εργάστηκε για να τους κερδίσει; Ο συνήγορος της Εναγομένης αρ. 2 εταιρείας υιοθετεί το περιεχόμενο της αγόρευσης του συνηγόρου της Εναγομένης αρ. 1 εταιρείας και λέγει ότι, βάσει της προσφερθείσας μαρτυρίας, η Εναγόμενη αρ. 2 κακώς συνενώθηκε ως διάδικος και ζητεί την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον του Ενάγοντος. Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ. Δεδομένου ότι δεν δόθηκε δια ζώσης μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν έχει την ευχέρεια να αξιολογήσει τη μαρτυρία με βάση τα συνήθη κριτήρια της εξωτερικής εντύπωσης που του προκαλούν οι μάρτυρες (π.χ. ετοιμότητα απαντήσεων, σαφήνεια, εμβάθυνση, κ.ο.κ.). Η αλήθεια των ισχυρισμών των μαρτύρων, στο βαθμό που οι εκδοχές τους είναι συγκρουόμενες, αξιολογείται από το Δικαστήριο με αντιπαραβολή της έγγραφης ένορκης μαρτυρίας και των τεκμηρίων που τη συνοδεύουν. Αν και δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το μόνο λόγο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντα (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491), εντούτοις, εκεί όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057, Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α 624). Ασφαλώς, το Δικαστήριο αξιολογώντας τη μαρτυρία έχει πάντοτε κατά νου τον θεμελιώδη κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται μέσα στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59). Στην παρούσα υπόθεση, δεδομένης της μη αντεξέτασης των μαρτύρων, κρίνω ότι έμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία τους σε σχέση με τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς γεγονότων, την οποία υιοθετώ ως βάση για τα δικά μου ευρήματα γεγονότων꞉ i. Ως ουσιώδης χρόνος στην παρούσα υπόθεση κρίνεται η 6η Σεπτεμβρίου, 2015, κατά την οποία συνέβη το επίδικο περιστατικό της μη επιβίβασης του Ενάγοντος στην πτήση ΟΒ0138 από το αεροδρόμιο Λάρνακας προς το αεροδρόμιο Βουκουρεστίου. ii. Κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων ήταν κάτοχος ισχύοντος διαβατηρίου, το οποίο απεδείκνυε ότι αυτός ήταν υπήκοος τρίτης χώρας και συγκεκριμένα του Καζαγκστάν (βλ. Τεκμήριο Γ της Ε/Δ της μάρτυρος της Εναγόμενης 1). iii. Συγχρόνως, ο Ενάγων είχε επιβεβαιωμένη κράτηση θέσης στην προαναφερθείσα πτήση που ήταν προγραμματισμένο να αναχωρήσει στις 6.9.2015 και ώρα 21꞉30 με αερομεταφορέα την Blue Air, βάσει ηλεκτρονικού εισιτηρίου που αγόρασε μέσω ηλεκτρονικής ιστοσελίδας ταξιδιωτικού πρακτορείου που δεν σχετίζεται με τις Εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες (βλ. το Τεκμήριο 4 της Ε/Δ του Ενάγοντος). iv. Οι ημερομηνίες και ώρες του ταξιδίου του Ενάγοντος καθώς και ο αριθμός της πτήσης αναχώρησης δεν αμφισβητήθηκε από τη μάρτυρα της Εναγομένης αρ. 1 ότι ήταν ορθές και αληθείς ως τις περιέγραψε ο Ενάγων, γι'αυτό κα δεν θεωρώ εμπόδιο στην κατάληξή μου στο συγκεκριμένο εύρημα γεγονότων το γεγονός ότι το αεροπορικό εισιτήριο δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο μεταφρασμένο στην Ελληνική. v. Η παραμονή του Ενάγοντος στο Βουκουρέστι, βάσει του ηλεκτρονικού του εισιτηρίου αποδεικνύεται ότι επρόκειτο να διαρκέσει από 6.9.2015 μέχρι τις 12.9.2015, ημερομηνία κατά την οποία ήταν προγραμματισμένη η πτήση επιστροφής του από το Βουκουρέστι προς τη Λάρνακα με άλλο αερομεταφορέα και συγκεκριμένα τη WizzAir (βλ. το Τεκμήριο 4 της Ε/Δ του Ενάγοντος). vi. Ο σκοπός του ταξιδίου του Ενάγοντος στο Βουκουρέστι έχει αποδειχθεί βάσει του Τεκμηρίου 6 που προσκόμισε ο ίδιος ότι αφορούσε στο να παρακαθίσει σε δύο εξετάσεις του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών (ACCA) που θα λάμβαναν χώρα στις 7.9.2015 στο εξεταστικό κέντρο 1809/01 στο Ξενοδοχείο Rin Grand Hotel στο Βουκουρέστι P4 Advanced Financial Management στο ίδιο εξεταστικό κέντρο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ενάγων εργοδοτείτο στην Κύπρο από την εταιρεία Deloitte Limited από 8.4.2013 και κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατέχοντας τον τίτλο της θέσης του (Assistant Manager at the Assurance Services Department). Σχετικό το Τεκμήριο 7 στην Ε/Δ του Ενάγοντος. vii. Ο Ενάγων κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο ουσιώδη χρόνο της 6ης Σεπτεμβρίου 2015 δεν ήταν κάτοχος θεώρησης (visa) η οποία να εκδόθηκε από τις Ρουμανικές αρχές για την είσοδό του στη Ρουμανία. Ωστόσο, ο Ενάγων κατ' εκείνον τον χρόνο ήταν κάτοχος προσωρινής άδειας παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία εκδόθηκε στη Λευκωσία στις 15.6.2015 και διαρκούσε μέχρι τις 6.4.2016 (βλ. το Τεκμήριο 3 της Ε/Δ του Ενάγοντος). viii. Πριν την προγραμματισμένη ημερομηνία αναχώρησής του για τη Ρουμανία, ο Ενάγων είχε υποβάλει ηλεκτρονικά αίτηση για έκδοση θεώρησης εισόδου στη Ρουμανία μέσω της ιστοσελίδας του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρουμανίας. Μέσα στα στοιχεία καταχώρισης που η ιστοσελίδα του εν λόγω Υπουργείου ζητούσε από τον αιτητή να συμπληρώσει ήταν και το να περιγράψει αν αυτός ενέπιπτε ή όχι σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις, ως παρατίθενται πιο κάτω꞉ § «I Hold a two or multiple entry short-stay visa issued by a Shengen member state § I Hold a limited territorial validity visa issued by a Shengen member state. § I Hold a short-stay issued by Bulgaria, Cyprus or Croatia. § I Hold a long-stay visa issued by a Shengen member-state. § I Hold a long-stay visa issued by Bulgaria, Cyprus or Croatia. § An essential precondition for the equivalence of these visas as Romanian national visas is that they be valid, namely that the number of entries, right of stay and visa validity period not have been used up. Also please note that your stay on the territory of Romania may not exceed the right of stay granted through the abovementioned visas. § I hold a residence permit issued by a Shengen member state. § I hold a residence permit issued by Bulgaria, Cyprus or Croatia. § An essential precondition for the equivalence of these visas as Romanian national visas is that they be valid, namely that the right of stay and validity period not have been used up. § I hold a long-term resident's EC residence permit (the validity of which is of 5 years or more) issued by a member state of the European Union. § I am the family member of a citizen of the European Union, or of the European Economic Area, or of the Swiss Confederation and I cumulatively fulfil the following conditions꞉[.] § I am the family member of a Romanian citizen and I cumulatively fulfil the following conditions꞉[.]». Όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 2 ο Ενάγων επέλεξε ως εφαρμοστέα στην περίπτωσή του την εξής ένδειξη꞉ «I Hold a short-stay issued by Bulgaria, Cyprus or Croatia.». ix. Mε δεδομένη τη δήλωσή του ότι εμπίπτει στην περίπτωση ατόμου που κατέχει άδεια προσωρινής παραμονής στην Κύπρο, η απάντηση που έλαβε μέσω του ηλεκτρονικού αυτοματοποιημένου συστήματος του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρουμανίας ήταν ότι δεν απαιτείτο να κατέχει τέτοια θεώρηση, εφόσον η περίοδος της διαμονής του στη Ρουμανία δεν θα υπερέβαινε τις 90 ημέρες εντός περιόδου 180 ημερών - «In accordance with the information provided before, you are not required to hold a Romanian entry visa for a period that cannot exceed 90 days in any 180-day period» (βλ. το Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντος). x. Στις 6.9.2015 ο Ενάγων προσήλθε στο χώρο του αεροδρομίου εγκαίρως και υποβλήθηκε σε έλεγχο των ταξιδιωτικών του εγγράφων από την κα XXXXX Σταυρή και την κα XXXXX Καρεκλά, οι οποίες εργάζονταν στην υπηρεσία της εταιρείας «Orthodoxou Aviation Ltd». xi. Η εταιρεία Orthodoxou Aviation Ltd ανήκει στον ομίλο εταιρειών Orthodoxou Group of Companies και είναι εγγεγραμμένη ως ξεχωριστή νομική οντότητα από την Εναγόμενη αρ. 2 (βλ. το Τεκμήριο στην Ε/Δ του μάρτυρα για την Εναγόμενη αρ. 2). Ο έλεγχος των ταξιδιωτικών εγγράφων στο αεροδρόμιο αποτελεί υπηρεσία που παρέχεται από την εταιρεία «Orthodoxou Aviation Ltd» ως την διορισμένη αποκλειστική αντιπρόσωπο του αερομεταφορέα Blue-Air στην Κύπρο και όχι από την Εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία (βλ. την παρα. 4 στην Ε/Δ του μάρτυρα για την Εναγόμενη αρ. 2). Σχετικά τα Τεκμήρια Γ έως Στ της Ε/Δ του μάρτυρα της Εναγόμενης αρ. 2. xii. Ο αερομεταφορέας Blue-Air αποτελεί τη Ρουμανική εταιρεία «Blue Air-Airline Management Solutions S.R.L.», η οποία ενεγράφη ως αλλοδαπή εταιρεία στη Κύπρο στις 29.5.2015 δυνάμει του άρθρου 347 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, εγκαθιδρύοντας τόπο εργασίας στην Κύπρο (σχετικό αντίγραφο πιστοποιητικού του Εφόρου Εταιρειών Κύπρου επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωσή της κας XXXXX Καρεκλά ως Τεκμήριο Α).[1] Αυτό είναι το ορθό εγγεγραμμένο όνομα της εταιρείας στην Κύπρο, στο οποίο ανταποκρίνεται η περιγραφή της Εναγόμενης αρ. 1, και όχι το όνομα ως φαίνεται στον τίτλο της αγωγής "S.C. BLUE AIR - AIRLINE MANAGEMENT SOLUTIONS S.R.L.». xiii. Ο μάρτυρας που προσήλθε εκ μέρους της Εναγόμενης αρ. 2, κ. XXXXX Ορθοδόξου, είναι το μόνο πρόσωπο που φαίνεται στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Εναγόμενης αρ. 1 για τους σκοπούς παραλαβής εγγράφων που αφορούν στην Εναγόμενη αρ. 1 δυνάμει του άρθρου 347
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Αποδεικτικό τούτου το αντίγραφο πιστοποιητικού του Εφόρου Εταιρειών ως Τεκμήριο Ζ, ημερομηνίας 3.6.2015, το οποίο αναφέρει ότι «It is hereby certified that, in accordance with the records kept by this Department, the Person resident in the Republic of Cyprus, authorised to accept on behalf of the above Overseas Company, service of process and any notices required to serve on, is XXXXX Orthodoxou, XXXXX 44, XXXXX Tower, XXXXXth floor, 6042, Larnaca.».. xiv. Όπως εξήγησε η κα XXXXX Καρεκλά, η οποία προσήλθε ως μάρτυρας εκ μέρους της Εναγομένης αρ. 1, όταν το προσωπικό της εταιρείας «Orthodoxou Aviation Ltd», που παρέχει τις υπηρεσίες αεροδρομίου για λογαριασμό της Blue Air στην Κύπρο, έχει επιβάτες που ταξιδεύουν από την Κύπρο για Ρουμανία και οι οποίοι (α) έχουν υπηκοότητα μη Ευρωπαϊκής χώρας, (β) δεν έχουν λάβει άδεια παραμονής από τη Ρουμανική Πρεσβεία ή (γ) δεν είναι σύζυγοι Ευρωπαίου πολίτη, τότε ακολουθεί υποχρεωτικά την εξής διαδικασία꞉ απευθύνονται τηλεφωνικώς στο Ground Control στο αεροδρόμιο στο Βουκουρέστι και αποστέλλουν εκεί τα έγγραφα του επιβάτη. Ακολούθως, οι Ρουμανικές Αρχές ενημερώνουν το προσωπικό της προαναφερθείσας εταιρείας στην Κύπρο αν θα δεχθούν την είσοδο του επιβάτη στη Ρουμανία. xv. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η κα XXXXX Σταυρή απευθύνθηκε τηλεφωνικώς στο Ground Control στο αεροδρόμιο στο Βουκουρέστι και έστειλε τα έγγραφα του Ενάγοντος ηλεκτρονικά στην Ground Controller στο αεροδρόμιο στο Βουκουρέστι, κα XXXXX Ogbonna. Η κα XXXXX Ogbonna ενημέρωσε την κα Σταυρή τόσο τηλεφωνικά όσο και με email ότι οι Ρουμανικές Αρχές δεν δέχονταν την είσοδο του επιβάτη στη Ρουμανία (βλ. τα σχετικά e-mails ως το Τεκμήριο Δ στην Ε/Δ της μάρτυρος της Εναγόμενης 1). Παρατηρώ ότι το Τεκμήριο Δ αποκαλύπτει την εξής αλληλογραφία꞉ xvi. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2015, ώρα 20꞉40, e-mail από Orthodoxou Aviation (V.Stasi) (από ηλεκτρονική διεύθυνση vstasi@orthodoxou.com.cy) προς ηλεκτρονική διεύθυνση otpgc7x@blue-air.ro με θέμα «Documents» και με περιεχόμενο ως εξής꞉ «Dear colleagues, Please check docs below and advice if pap can enter Romania. He claims that his docs are ok and he is very upset. Please adv asap. Brgds XXXXX Stasi Reservations and ticketing officer Orthodoxou Aviation Larnaca International Airport». xvii. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2015, ώρα 20꞉44 μ.μ., απαντητικό e-mail από ηλεκτρονική διεύθυνση otpgc7x@blue-air.ro προς Orthodoxou Aviation (V. Stasi) με θέμα «Re꞉ Documents» και με περιεχόμενο ως εξής꞉ «Good evening, I am sorry but they said that without a visa or a family member residence card he can't enter Romania. Regards, Blue Air - Airline Management Solutions XXXXX Ogbonna Ground Controller». xviii. Η μάρτυρας για την Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι, με δεδομένη την άρνηση των Ρουμανικών Αρχών να δεχθούν τον Ενάγοντα να εισέλθει στη χώρα προορισμού, δεν μπορούσαν να τον επιβιβάσουν στο αεροπλάνο. Η μεταφορά του Ενάγοντος θα σήμαινε αυτόματη επιστροφή του με την αμέσως επόμενη πτήση επιστροφής του αεροπλάνου της Blue Air στη Κύπρο. Όπως μάλιστα γνωρίζει η κα Καρεκλά αλλά και από όσα είπε η κα XXXXX Ogbonna, η μεταφορά του Ενάγοντος στη Ρουμανία, μετά την κοινοποίηση της άρνησης τους να δεχθούν την είσοδο του στη χώρα, θα συνεπαγόταν την παράβαση νομοθεσίας με ποινικές και διοικητικές κυρώσεις σε βάρος του αερομεταφορέα Blue Air. xix. Μετά την ανακοίνωση από τις υπαλλήλους της Orthodoxou Aviation Ltd της άρνησης του αερομεταφορέα Blue-Air για επιβίβαση του Ενάγοντος στην πτήση, εκείνος αντέδρασε, μη αποδεχόμενος την απόφαση αυτή. Ο Ενάγων ζήτησε να του δοθούν γραπτώς οι λόγοι της άρνησης επιβίβασής του στο αεροπλάνο, αλλά ουδέποτε του δόθηκαν. Μέχρι και το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση δεν κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των μαρτύρων των Εναγομένων 1 και 2 οποιαδήποτε έγγραφη αιτιολογημένη απόφαση των Ρουμανικών αρχών για άρνηση εισόδου του Ενάγοντος στη Ρουμανία. Το μόνο έγγραφο που μαρτυρεί ότι υπήρξε άρνηση από κάποιους στη Ρουμανία (άγνωστο ποιους) είναι το ηλεκτρονικό μήνυμα της 6ης Σεπτεμβρίου 2015, ώρα 20꞉44 μ.μ., από κα XXXXX Ogbonna, η οποία διαμήνυσε στην κα Στασή την άρνηση αυτή γράφοντας εκ μέρους της εταιρείας «Blue Air - Airline Management Solutions». xx. Τα δύο έγγραφα που διαβιβάστηκαν από τις υπαλλήλους της Orthodoxou Aviation Ltd προς την Ground Controller της Blue Air Ariline Managegment Solutions Srl ήταν αντίγραφο του διαβατηρίου του Ενάγοντος και της άδειας προσωρινής παραμονής του στην Κύπρο. xxi. Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Ενάγων υπέδειξε στις υπαλλήλους της Orthodoxou Aviation Ltd καθ'όν χρόνο έλεγχαν τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, την αίτηση που είχε υποβάλει στην πρεσβεία της Ρουμανίας για έκδοση βίζας και την απάντηση που είχε λάβει ότι δεν ήταν αναγκαία με βάση τα έγγραφα που αυτός κατείχε. Όπως συμβουλεύεται από το δικηγόρο του, ο λόγος που δεν ήταν αναγκαία η έκδοση νέας θεώρησης από τη Ρουμανία είναι διότι ετύγχανε εφαρμογής η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης της προσωρινής άδειας παραμονής του στην Κύπρο ως επαρκούς για την είσοδό του στη Ρουμανία δυνάμει της Απόφασης αρ. 565/2014/ΕΕ. xxii. Ακολούθως, ο Ενάγων υπέβαλε παράπονο στο Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας της Κύπρου, το οποίο ζήτησε με τη σειρά του εξηγήσεις από την αεροπορική εταιρεία Blue Air. To εν λόγω Τμήμα φαίνεται να ανέλαβε να εξετάσει το παράπονο του Ενάγοντος υπό την ιδιότητά του ως αρμόδιας αρχής για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 261/
- Τούτο προκύπτει από το μήνυμα που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο Δ της μάρτυρος για την Εναγόμενη
- Σχετικό το μήνυμα ημερ. 29 Οκτωβρίου 2015, ώρα 3꞉09 μ.μ. από «ystavropoulos@dca.mcw.gov.cy on behalf of passengerrights@dca.mcw.gov.cy» προς «Blue Air», με θέμα «11.17.006.1168» και με περιεχόμενο ως εξής꞉ «Dear Sirs, I am contacting you regarding a complaint lodged with us regarding flight OB0138 from Larnaca to Bucarest on 6/9/
- According to the passenger, Mr. XXXXX Zolotukhim (Booking Ref. K3LVYV), he was denied boarding on this flight due to a Visa issue. Please provide us with information on this in accordance with European Regulation (EC) No. 261/
- Consistent with the National Enforcement Body (NEB) complaint handling procedures under Regulation (EC) No. 261/2004, we require a reply from the airline within 6 weeks from the date of receipt, and in no case should the time period exceed 8 weeks. Having this in mind, your prompt cooperation will be duly appreciated in order to expedite the case. Kind regards, Air Transport and Airport Section Department of Civil Aviation 27 indarou Street 1429 Nicosia Cyprus». xxiii. Παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο πώς απάντησε η Blue Air στο Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας. Δεν δόθηκε μαρτυρία περί τούτου από την μάρτυρα της Εναγόμενης αρ.
- Παραμένει εξίσου άγνωστο στο Δικαστήριο ποια κατάληξη είχε η διερεύνηση του παραπόνου του Ενάγοντος από το εν λόγω Τμήμα. xxiv. Πριν καταχωρήσει την υπό κρίση αγωγή στο Δικαστήριο, ο Ενάγων απευθύνθηκε μέσω του συνηγόρου του στο Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας με e-mail και ζήτησε από το εν λόγω Τμήμα να του κατονομάσει το νόμιμο αντιπρόσωπο της αεροπορικής εταιρείας BLUE AIR στην Κύπρο και να του δώσει τα στοιχεία διεύθυνσης του εν λόγω αντιπροσώπου. Το Τμήμα απάντησε ηλεκτρονικά και κατονόμασε τον κ. XXXXX Ορθοδόξου ως Γενικό Διευθυντή του «Ομίλου Εταιρειών Ορθοδόξου (Orthodoxou Group of Companies)» με διεύθυνση «Orthodoxou Group of Companies, Orthodoxou Tower, 44 United Nations Street, 6042, Larnaca». xxv. Κατέβαλε προσπάθειες ο Ενάγων μέσω του συνηγόρου του για εξώδικη διευθέτηση της παρούσας υπόθεσης με τους Εναγόμενους, οι οποίες απέβησαν άκαρπες. xxvi. Η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότο ουδεμία ευθύνη έχει για την απόφαση που λήφθηκε στη Ρουμανία για άρνηση εισόδου του Ενάγοντος. Επισημαίνει ότι ουδεμία συμβατική ή άλλη ευθύνη αποδέχεται ότι έχει έναντι του Ενάγοντος, εφόσον οι όροι που η ίδια εφαρμόζει κατά την έκδοση εισιτηρίων μέσω των αντιπροσώπων της, ως είναι δημοσιευμένοι στην ιστοσελίδα https://www.blueairweb.com/en/gb/Travel-Conditions/, σε σχέση με την επιβίβαση και τον έλεγχο των ταξιδιωτικών εγγράφων («Check in and Embarkation»), αναφέρουν ρητά ότι η αεροπορική εταιρεία δεν έχει ευθύνη για την άρνηση των Αρχών του Κράτους προορισμού στην είσοδο του πελάτη στη χώρα (όρος 6.5.) ή για τα έγγραφα που απαιτούνται να έχει ο πελάτης ή για την εφαρμογή των νόμων, κανονισμών ή οδηγιών του κράτους προορισμού (όροι 6.
- και 6.4). σχετικό το Τεκμήριο Β της Ε/Δ της μάρτυρος για την Εναγόμενη
- Οι όροι είναι διατυπωμένοι στα Αγγλικά ως εξής꞉ «6.3 GENERAL ISSUES You shall observe all laws, regulations and requirements existing in the countries of destination or departure and our Terms and Conditions of Carriage. We have no responsibility to you for obtaining the documents necessary for your travel or for observing the laws, regulations, requirements or instructions of which you were informed in writing or otherwise, or for the consequences of the fact that you did not observe the laws, regulations, requirements or instructions given. 6.4.TRAVEL DOCUMENTS You have the responsibility to obtain, hold and submit all entrance, exit and health documents or other documents required by laws, rules and instructions in order to travel to/from certain countries. We reserve our right to refuse for travel any passenger whose documents are not according to the laws, rules or instructions regarding the travel. 6.
- RESPONSIBILITY UPON ENTRY IN ANOTHER COUNTRY You are fully responsible for the situations when the customs authorities in the country of destination where you will travel with our company refuse your access on the territory and compel us to take you back to the place of departure.» Συνεπεία της άρνησης επιβίβασης του Ενάγοντος στη πτήση, αυτός υπέστη αποδεδειγμένα ζημιά ως ακολούθως꞉ (α) Το απωλεσθέν κόστος του εισιτηρίου του για τη πτήση ημερ. 6/09/2015 από Λάρνακα προς Βουκουρέστι, ήτοι €85.40, και για την επιστροφή στις 12/09/2015 από Βουκουρέστι προς Λάρνακα, ήτοι €68.
- Συνολικό κόστος εισιτηρίου €154,
- Σχετικό το Τεκμήριο 4 της Ε/Δ του Ενάγοντος. (β) Έξοδα για ακύρωση κράτησης ξενοδοχείου, ήτοι €34.
- Σχετικό το Τεκμήριο 5 στην Ε/Δ του Ενάγοντος που αποκαλύπτει ότι η πολιτική της Booking.com, μέσω της οποίας είχε κάνει τηνκράτηση διαμονής, είναι τέτοια που αν η ακύρωση γινόταν μέχρι τις 3.9.2015 το κόστος ακύρωσης θα ήταν μηδενικό, ενώ το κόστος ακύρωσης ανερχόταν στα €34 ευρώ αν η ακύρωση γινόταν από 4.9.2015 και έπειτα. (γ) Τα τέλη εξετάσεων 206 GBP που πλήρωσε για να παρακαθίσει στις εξετάσεις στις 7.9.2015 στη Ρουμανία, στις οποίες δεν παρακάθισε λόγω της άρνησης επιβίβασής του στη πτήση ημερ. 6.9.2015 για μετάβαση στο Βουκουρέστι. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6 στην Ε/Δ του Ενάγοντος η απόδειξη πληρωμής των τελών. Επιπλέον, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι꞉ i. Απώλεσε το ποσό των €2,174.00, ήτοι το ισόποσο των μισθών που δεν του δόθηκαν από τον εργοδότη του, λόγω εκπαιδευτικής άδειας που ζήτησε και πήρε από την εταιρεία για να προετοιμαστεί για τις εξετάσεις που θα έδιδε στο Βουκουρέστι. Παρατηρώ ότι επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 στην Ε/Δ του Ενάγοντος μια δέσμη εγγράφων που περικλείει την αναλυτική κατάσταση μηνιαίων αποδοχών του Ενάγοντος για το μήνα Αύγουστο του 2015, η οποία δείχνει καθαρό μηνιαίο μισθό €2.004,71σ.. Σημειωτέον ότι όπως φαίνεται στην εν λόγω κατάσταση μηνιαίων αποδοχών, η ωριαία αμοιβή του Ενάγοντος ήταν €11.90 ανά ώρα. Επιπρόσθετα, το Τεκμήριο 7 περικλείει την ετήσια κατάσταση των διαφόρων ειδών αδειών (ετήσια άδεια, άδεια ασθενείας, εκπαιδευτική άδεια, ειδική άδεια, άδεια άνευ απολαβών και άδεια υπερωριών) που εξασφάλισε ο Ενάγων από τον εργοδότη του κατά το έτος
- Ο Ενάγων εμφανίζεται να έλαβε εκπαιδευτική άδεια από 15/5/2015 μέχρι 4/6/2015 (107 ώρες), από 5/6/2015 μέχρι 10/6/2015 (30 ώρες) και από 27/8/2015 μέχρι 11/9/2015 (92 ώρες). Προφανώς, η εκπαιδευτική άδεια δεν ήταν άνευ απολαβών, αν και δεν διευκρινίστηκε τούτο από τον Ενάγοντα, αλλά συνάγεται από το γεγονός ότι αντιδιαστέλλονται προς αυτήν οι περίοδοι που κατονομάζονται χωριστά ως περίοδοι άδειας άνευ απολαβών, ήτοι στις 7/10/2015 (4.5 ώρες), από 26/9/2011 μέχρι 11/12/2015 (92 ώρες), στις 14/12/2015 (8.5 ώρες) και στις 23/12/2015 (6.5 ώρες). Δεν έχει διευκρινισθεί από τον Ενάγοντα αν ο λόγος που μετά το επίδικο ταξίδι άρχισε να λαμβάνει άδεια άνευ απολαβών είναι διότι εξάντλησε προηγουμένως την εκπαιδευτική άδεια που δικαιούταν να λάβει. ii. Υπέστη ηθική βλάβη λόγω του ότι πήγε χαμένη η προετοιμασία που έκανε για τις εξετάσεις, αλλά και λόγω της επιπλέον προετοιμασίας που αναγκάστηκε να κάνει, για να παρακαθήσει ξανά σε αυτού του είδους τις εξετάσεις σε άλλη ημερομηνία. Το ότι ο Ενάγων ξαναγράφτηκε για εξετάσεις μετά το επίδικο συμβάν προκύπτει από την ξεχωριστή απόδειξη που επισυνάπτει υπό το Τεκμήριο 6, η οποία αποκαλύπτει την πληρωμή νέων τελών 224 GBP στις 26.10.2015 έναντι απόδειξης αρ.12991738 επ' ονόματι του Ενάγοντος με αριθμό ACCA
- Δεν θα αποφανθώ στο παρόν στάδιο σε τελικό βαθμό για το αν είναι ανακτήσιμη η ζημιά ως αναφέρεται στην παρα. 30 ανωτέρω από τον Ενάγοντα, αφού θεωρώ αναγκαίο να αποφασίσω προηγουμένως αν υφίσταται αγωγιμο δικαίωμα και σε ποια βάση είναι που θα κριθεί αυτό. ΣΤ. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤ.
- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ Ο ΕΝΑΓΩΝ ΣΥΝΕΝΩΣΕ ΤΟΥΣ ΟΡΘΟΥΣ ΔΙΑΔΙΚΟΥΣ. Τα γεγονότα σε ό,τι αφορά το βαθμό εμπλοκής της Orthodoxou Aviation Ltd διακριβώθηκαν μέσω της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από την κα Καρεκλά (μάρτυρα της Εναγόμενης αρ. 1). Το προσωπικό της εταιρείας Orthodoxou Aviation Ltd, ενεργώντας εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας δυνάμει μεταξύ τους συμφωνίας αντιπροσώπου, εκτέλεσε τις οδηγίες που προήλθαν από τη Ρουμανία μέσω της Ground Controller του ιδίου αερομεταφορέα Blue Air - Airline Management Solutions. Κατά γενικό κανόνα, στον Ενάγοντα εναπόκειται να επιλέξει ποιους να εναγάγει. Δεν αποκλείεται να υπάρχουν και άλλα πρόσωπα (φυσικά ή νομικά) εναντίον των οποίων να χωρούσε η αγωγή, αλλά ο Ενάγων να επέλεξε εκουσιως να μην τα εναγάγει. Τα κριτήρια για το πότε το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει την εξουσία που του παρέχει η Δ.9,θ.10 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης για να διατάξει την αντικατάσταση ή υποκατάσταση ή προσθήκη συνεναγόμενου ως αναγκαίου διάδικου έχουν σαφώς νομολογηθεί την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ANDRENAL SHIPPPING COMPANY LTD v. Compania Naviera Iris S.A. κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A373, Πολ. Έφ. Αρ.49/2014, 20.7.
- Στην παρούσα υπόθεση, το παρόν στάδιο στο οποίο έφτασε η υπόθεση είναι πολύ αργοπορημένο για την προσθήκη νέου διάδικου, διότι η ακρόαση της αγωγής έχει ολοκληρωθεί με την παρουσίαση της μαρτυρίας όλων των υφιστάμενων διαδίκων. Αν η Εναγόμενη αρ. 1 θεωρούσε την Orthodoxou Aviation Ltd ως αναγκαίο διάδικο, τότε όφειλε η ίδια να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία να αιτηθεί την προσθήκη της ως συνεναγόμενου. Παραπέμπω στην υπόθεση Βασιλική Αγρότου ν Ιωάννας Αγρότου κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A263, Πολ. Έφ. Αρ. 288/2010, 31/5/2016, όπου λέχθηκαν τα εξής꞉ «Αν έχουν συνενωθεί ή όχι στην αγωγή όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι συναρτάται άμεσα με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (Παπαχριστοφόρου κ.α. ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906, Χ"Δαυϊδ ν. Χ"Δαυϊδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1176, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479, Δ. ν. Α. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 578, Τιτσινίδης ν. Ρεσιατ
(1993)1 Α.α.Δ. 429, Α. Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372). Στην Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772 επανατονίστηκε η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες τροποποιήσεις ως προς τους διαδίκους, ώστε να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Η δε επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (Α. Οδυσσέως (ανωτέρω) και Supreme Court Practice, 1982, σ. 210). Στην Πέτσα κ.α. ν. Πέτσα
(1996)1 Α.Α.Δ. 701, παρατηρήθηκε ότι η μη συνένωση διαδίκων, δεν καταστρέφει την αιτία αγωγής, αλλά αντιμετωπίζει με κατάλληλη Διαταγή, δυνάμει της Δ.9 θ.10 στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει κατά πάντα στάδιο, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε και αυτεπαγγέλτως, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου, η παρουσία του οποίου θεωρείται αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Επισημάνουμε ότι το ζήτημα της συνένωσης όλων των αναγκαίων διαδίκων προς οριστική επίλυση της διαφοράς πρέπει να εγείρεται εγκαίρως και αμέσως μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαιτήσεως με υποβολή σχετικής αίτησης για απόρριψη της αγωγής στα αρχικά στάδια, ώστε να μην αφεθεί η αγωγή να προχωρήσει σε εκδίκαση με αποτέλεσμα την κατασπατάληση δικαστικού χρόνου και εξόδων. Το στάδιο που επέλεξαν οι συνήγοροι των εφεσειουσών να εγείρουν το ζήτημα με το κλείσιμο της υπόθεσης τους, είναι εκτός των παραμέτρων της νομολογίας. Εδώ η αιτία αγωγής ήταν ο δόλος των εφεσειουσών με αξιούμενη θεραπεία την ακύρωση των μεταβιβάσεων, ορθά λοιπόν καταλήγει το Δικαστήριο, με λανθασμένη έστω αιτιολογία, ότι όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι εφεσείουσες είχαν τη δυνατότητα να κινηθούν, αν το επιθυμούσαν, καταχωρώντας αίτηση για προσθήκη συνεναγόμενου ώστε τα όσα προβάλλουν ως υπεράσπιση να προωθηθούν ως θέσεις του διαχειριστή της περιουσίας και/ή ως ανταξίωση. Η αναγκαιότητα να παραμείνει η δίκη μέσα στην πορεία που προδιαγράφουν τα δικόγραφα, έχει απασχολήσει επανειλημμένα το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων με ξεκαθαρισμένο πλέον το νομολογιακό πλαίσιο (Γεωργική Εταιρεία ΠΛΑΤΩΝΙΑ ΛΤΔ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28 και Eurogal Surveys Ltd v. D. Trade International Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2009, 17.10.2014). Ο ενάγων, ή, ο εναγόμενος αντιστοίχως, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα εκείνα τα θέματα που καθιστούν την αξίωση ή την ανταξίωση αστήρικτη, Δ.19 θ. 13.». Από την άλλη, η Εναγόμενη αρ. 2 έχει πράγματι αποδειχθεί με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι δεν είναι ούτε η κατά νόμο αντιπρόσωπος της Εναγόμενης αρ. 1 κατά την έννοια του άρθρου 347, Κεφ. 113, ούτε είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στα γεγονότα της υπόθεσης. Υπ' αυτή την έννοια είναι απομακρυσμένο το ενδιαφέρον της στη διαδικασία της παρούσας αγωγής και συνεπώς δεν ήταν αναγκαίο να συνενωθεί. Προφανώς, ο Ενάγων παρασύρθηκε στο να την συνενώσει ως διάδικο, επηρεασμένος από τον τρόπο που διατύπωσε την απάντησή του το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας όταν αιτήθηκε να μάθει τα στοιχεία του κατά νόμον αντιπρόσωπου του αερομεταφορέα Blue Air και του δόθηκε το όνομα του XXXXX Ορθοδόξου με διεύθυνση τα γραφεία του Ομίλου Εταιρειών Ορθοδόξου. Όμως, μετά την καταχώρηση της αγωγής και δεδομένης της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2 στην οποία αυτή αρνείτο οποιαδήποτε ανάμειξη στα γεγονότα, εγείροντας τον ισχυρισμό ότι ήταν υπάλληλος «τρίτης εταιρείας» που διεκπεραίωσε τον έλεγχο των ταξιδιωτικών εγγράφων του Ενάγοντος για λογαριασμό της Εναγόμενης αρ.1, άρχιζε να σχηματίζεται η εικόνα βάσει της οποίας ήταν και ευθύνη του Ενάγοντος να ελέγξει το αν συνένωσε ορθώς την Εναγόμενη αρ. 2. Θα μπορούσε για παράδειγμα να υπέβαλλε αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ώστε να διασαφηνίσουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 ποια ήταν αυτή η «τρίτη εταιρεία» στην οποία αναφέρονταν. Δεν θα θεωρούσα ότι η συνένωση της Εναγόμενης αρ. 2 αποτελεί απλό misnomer του ορθού διάδικου που ο Ενάγων είχε στο μυαλό του ως του αντιπροσώπου της Εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας (ήτοι της εταιρείας Orthodoxou Aviation Ltd), διότι εδώ η Εναγόμενη αρ. 2 αποτελεί υπαρκτή ξεχωριστή νομική οντότητα από την Orthodoxou Aviation Ltd με ξεχωριστή δραστηριοποίηση. Δεν είναι το ίδιο και το αυτό νομικό πρόσωπο που περιγράφηκε όμως με λάθος όνομα. Παραλαμβάνοντας το κλητήριο, η Orthodoxou Group of Companies Ltd αντιλαμβανόταν ότι προοριζόταν για άλλη υπαρκτή εταιρεία και όχι για την ίδια. Καταλήγω, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, να απορρίπτω την αγωγή εναντίον της Εναγομένης αρ. 2 ως αβάσιμη, με έξοδα εναντίον του Ενάγοντος και υπέρ της Εναγομένης αρ. 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά την Εναγόμενη αρ. 1 χωρεί τροποποίησης ακόμη και σε αυτό το στάδιο το όνομά της έτσι ώστε να συνάδει επακριβώς με το όνομα ως είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Η μικρή διαφορά που υπάρχει λόγω των αρχικών γραμμάτων «S.C», πρόκειται για «misnomer» το οποίο δεν θεωρώ ότι εμπόδιζε την εναγόμενη (αρ. 1) όταν παραλάμβανε το κλητήριο να αντιληφθεί ότι η περιγραφή του διάδικου αφορούσε στη δική της οντότητα. Η καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης από το συνήγορό της έγινε χωρίς διαμαρτυρία. Το ζήτημα του σφάλματος στο όνομα υποδείχθηκε για πρώτη φορά μόνο στο στάδιο της ακρόασης μέσω της μάρτυρος που προσήλθε, κας Καρεκλά. Στην Αγγλική απόφαση Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672 ο Devlin, L.J. πραγματεύθηκε το ζήτημα λέγοντας ότι το κατά πόσο ένα κλητήριο απευθυνόταν σε ένα μη υφιστάμενο διάδικο ή κατά πόσο ήταν περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) ή κακής περιγραφής πρέπει να αποφασιστεί στη βάση του τί θα συμπαιράνει ένα λογικό άτομο, στη θέση του εναγομένου, που θα λάμβανε το κλητήριο. Είπε στη σελ. 676: "In English law as a general principle the question is not what the writer of the document intended or meant, but what a reasonable man reading the document would understand it to mean; and that is the test which ought to be applied as a general rule in cases of misnomer - which may embrace a number of other situations apart from misnomer on a writ, for example mistake as to identity in the making of a contract. The test must be: How would a reasonable person receiving the document take it? If, in all the circumstances of the case and looking at the document as a whole, he would say to himself: 'Of course it must mean me, but they have got my name wrong', then there is a case of mere misnomer. If, on the other hand, he would say: 'I cannot tell from the document itself whether they mean me or not and I shall have to make inquires', then it seems to me that one is getting beyond the realm of misnomer." Σε μετάφραση: «Στο Αγγλικό Δίκαιο σαν θέμα γενικής αρχής το ζήτημα δεν είναι τί σκόπευε ή εννοούσε ο συγγραφέας του εγγράφου αλλά το πώς ένας λογικός άνθρωπος που διαβάζει το έγγραφο θα αντιλαμβανόταν το νόημα του και εκείνο είναι το κριτήριο που πρέπει σαν θέμα γενικού κανόνα να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer) - το οποίο μπορεί να περιλάβει αριθμό άλλων καταστάσεων εκτός από 'σφάλμα περί το όνομα' (misnomer) στο κλητήριο, για παράδειγμα λάθος ως προς την ταυτότητα κατά τον καταρτισμό μιας συμφωνίας. Το κριτήριο πρέπει να είναι: πως θα εκλάβει το έγγραφο ένα λογικό πρόσωπο που το παραλαμβάνει. Αν κάτω από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και εξετάζοντας το έγγραφο στο σύνολο του θα πεί στον εαυτό του: 'Σίγουρα πρέπει να εννοεί εμένα, αλλά έχουν γράψει το όνομα μου λανθασμένα' τότε έχουμε την περίπτωση απλού 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer). Αν, από την άλλη, θα πεί: '..... από αυτό τούτο το έγγραφο δεν μπορώ να πω κατά πόσον εννοούν εμένα ή όχι και πρέπει να διερευνήσω το θέμα' τότε μου φαίνεται ότι ξεφεύγουμε από τα όρια του 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer)". Άλλωστε, όπως έχει λεχθεί, η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα (Williams and Glyn's Bank Ltd v. The Ship "Maria"
(1983)1 C.L.R. 106). Το θέμα είναι απλό. Εκεί όπου εμφανίζεται μια απλή λανθασμένη περιγραφή ονόματος μπορεί να παρασχεθεί άδεια για τροποποίηση (Alexander Mountain & Co v. Rumere Ltd [1948] 2 All E.R. 482). Η λανθασμένη περιγραφή ονόματος δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά του ονόματος του διάδικου. Δεν αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης. Συνεπώς, διατάττω την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής κατά τρόπο που το όνομα της Εναγόμενης αρ. 1 στο εξής να διαβάζει ως «BLUE AIR - AIRLINE MANAGEMENT SOLUTIONS S.R.L.». ΣΤ.
- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΝ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΑΓΩΓΙΜΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΑΡ.
- Η απόφαση του αερομεταφορέα να αρνηθεί την επιβίβαση ενός επιβάτη στο σκάφος του, είναι κατά την κρίση μου διακριτή από την απόφαση των εθνικών διοικητικών αρχών να αρνηθούν την είσοδο ενός επιβάτη στη χώρα τους. Η πρώτη εξακολουθεί να ελέγχεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου με θεραπείες που αναζητούνται στα πολιτικά δικαστήρια, ενώ η δεύτερη ελέγχεται στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου με θεραπείες που αναζητούνται ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, η μόνη ζημιογόνα πράξη που είχε να αντιμετωπίσει ο Ενάγων ήταν εκείνη της άρνησης επίβίβασής του στο αεροσκάφος της Εναγόμενης αρ.
- Ουδέποτε αντιμετώπισε ο Ενάγων απόφαση διοικητικών αρχών της Ρουμανίας για άρνηση εισόδου του στη χώρα, αφού δεν αφέθηκε ποτέ να φθάσει εκεί, ώστε να υπαχθεί στον έλεγχο των διοικητικών αρχών της χώρας με βάση το νομοθετικό καθεστώς εκείνης της χώρας. Επομένως, το ζήτημα που θα εξετάσω είναι κατά πόσον η άρνηση επιβίβασης του Ενάγοντος όπως εκδηλώθηκε από πλευράς του αερομεταφορέα, γεννά αγώγιμο δικαίωμα δεδομένης της ζημιάς που υπέστη ο Ενάγων. Κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση είναι αναγκαίο να εξετασθεί με αναφορά στο Ευρωπαϊκό δίκαιο, ιδίως σε ό,τι αφορά τη ρύθμιση του δικαιώματος των υπηκόων τρίτων χωρών να διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος αυτής για σύντομο χρονικό διάστημα. Συγχρόνως, κρίνω πως είναι κατάλληλο να εξετασθεί σε ποιο βαθμό ένας επιβάτης, που είναι υπήκοος τρίτης χώρας, δύναται να επικαλείται προς όφελός του το Ευρωπαϊκό δίκαιο, για να αξιώσει δικαίωμα επιβίβασης έναντι του αερομεταφορέα που αρνείται την επιβίβασή του, ή/και αποζημιώσεις από τον αερομεταφορέα για τη ζημιά ή βλάβη που υπέστη λόγω της άρνησης αυτής. Ζ.
- Η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο άρθρο 77 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που στο εξής θα αναφέρεται ως «η ΣΛΕΕ»), υπό το Κεφάλαιο 2 που τιτλοφορείται «Πολιτικές Σχετικά με τους Ελέγχους στα Σϋνορα, το Άσυλο και τη Μετανάστευση» (βλ., αντίστοιχα, το πρώην άρθρο 62 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας - «ΣΕΚ»), προβλέπεται η εξουσιοδοτική διάταξη δυνάμει της οποίας - «
- Η Ένωση αναπτύσσει πολιτική με στόχο: α) να εξασφαλίζεται η απουσία οποιουδήποτε ελέγχου προσώπων, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων, β) να εξασφαλίζεται ο έλεγχος των προσώπων και η αποτελεσματική εποπτεία της διέλευσης των εξωτερικών συνόρων, γ) να δημιουργηθεί προοδευτικά ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων.
- Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, λαμβάνουν μέτρα που αφορούν: α) την κοινή πολιτική θεωρήσεων και άλλων τίτλων διαμονής βραχείας διάρκειας, β) τους ελέγχους στους οποίους υποβάλλονται τα πρόσωπα που διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα, γ) τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι υπήκοοι τρίτων χωρών μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα για σύντομο χρονικό διάστημα στην Ένωση, δ) οποιοδήποτε μέτρο που είναι αναγκαίο για την προοδευτική δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων, ε) την απουσία ελέγχου προσώπων, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων.
- Εάν, για τη διευκόλυνση της άσκησης του προβλεπόμενου στο άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο α) δικαιώματος, φαίνεται αναγκαία δράση της Ένωσης, και εφόσον οι Συνθήκες δεν έχουν προβλέψει εξουσίες δράσης προς τούτο, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία, μπορεί να θεσπίζει διατάξεις σχετικά με τα διαβατήρια, τα δελτία ταυτότητας, τους τίτλους διαμονής ή κάθε άλλο εξομοιούμενο έγγραφο. Το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
- Το παρόν άρθρο δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά τον γεωγραφικό καθορισμό των συνόρων τους σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.». Η θέσπιση μέτρων κατά το άρθρο 77 παράγραφος 2 στοιχείο ε) της ΣΛΕΕ, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι δεν θα υπάρχει συνοριακός έλεγχος των προσώπων που διέρχονται εσωτερικά σύνορα, αποτελεί συστατικό στοιχείο του στόχου της Ένωσης για τη δημιουργία χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, όπως καθορίζει το άρθρο 26 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ. Ζ.
- Ο Κώδικας Συνόρων του Σένγκεν - Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 562/
- Δυνάμει του πιο πάνω άρθρου 77 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρου 62 της ΣΕΚ) εκδόθηκε ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006 για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα («Κώδικας συνόρων του Σένγκεν») (ΕΕ L 105/1, 13.4.2006), ο οποίος τροποποιήθηκε από καιρού εις καιρό και κωδικοποιήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 2016 περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ L 77/1, 23.3.2016). Ο πιο πάνω Κανονισμός προβλέπει, ως γενικό κανόνα, στο Άρθρο 1, παράγραφος 1 αυτού, ότι δεν διενεργείται συνοριακός έλεγχος προσώπων κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης, ενώ θεσπίζει συγχρόνως τους κανόνες συνοριακού ελέγχου προσώπων κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών της Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω Κανονισμού꞉ - εσωτερικά σύνορα» είναι: α) τα κοινά χερσαία σύνορα, περιλαμβανομένων των ποτάμιων και λιμναίων συνόρων, μεταξύ των κρατών μελών· β) οι αερολιμένες των κρατών μελών για τις εσωτερικές πτήσεις· γ) οι θαλάσσιοι, ποτάμιοι και λιμναίοι λιμένες των κρατών μελών για τα τακτικά εσωτερικά δρομολόγια οχηματαγωγών· - «εξωτερικά σύνορα» είναι: τα χερσαία, ποτάμια, λιμναία και θαλάσσια σύνορα, καθώς και οι αερολιμένες και ποτάμιοι, θαλάσσιοι και λιμναίοι λιμένες των κρατών μελών, εφόσον δεν αποτελούν εσωτερικά σύνορα· Ως «συνοριακοί έλεγχοι» νοούνται, βάσει του ορισμού που προβλέπεται στο άρθρο 2 του ιδίου Κανονισμού, «οι έλεγχοι στα συνοριακά σημεία διέλευσης, προκειμένου να εξακριβωθεί ότι τα πρόσωπα, τα μέσα μεταφοράς τους και τα αντικείμενα που έχουν στην κατοχή τους δικαιούνται να εισέλθουν στην επικράτεια των κρατών μελών ή να την εγκαταλείψουν·». Το άρθρο 3 του ιδίου Κανονισμού καθορίζει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν τα πρόσωπα που διέρχονται τα εσωτερικά ή εξωτερικά σύνορα κράτους μέλους, υπό την επιφύλαξη: α) των δικαιωμάτων των προσώπων που απολαύουν του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης· β) των δικαιωμάτων των προσφύγων και των αιτούντων διεθνή προστασία, κυρίως όσον αφορά τη μη επαναπροώθηση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου Κανονισμού, «δικαιούχοι του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης» είναι: α) οι πολίτες της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ, καθώς και οι υπήκοοι τρίτων χωρών, οι οποίοι είναι μέλη της οικογενείας πολίτη της Ένωσης με δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας σύμφωνα με την οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
(21)· β) οι υπήκοοι τρίτων χωρών και τα μέλη της οικογενείας τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, εφόσον, δυνάμει συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της αφενός και αυτών των τρίτων χωρών αφετέρου, απολαύουν δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας ισοδυνάμων με τα δικαιώματα των πολιτών της Ένωσης· Οι συνοριακοί έλεγχοι διενεργούνται από τους «συνοριοφύλακες» που βάσει του άρθρου 2 του πιο πάνω Κανονισμού σημαίνει «τους δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, υπηρετούν είτε σε συνοριακό σημείο διέλευσης είτε κατά μήκος των συνόρων ή σε άμεση εγγύτητα προς αυτά και οι οποίοι εκτελούν καθήκοντα ελέγχου των συνόρων, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και το εθνικό δίκαιο.». Το άρθρο 8, παράγραφος 3 καθορίζει ότι꞉ «3. Κατά την είσοδο και την έξοδο, οι υπήκοοι τρίτων χωρών υποβάλλονται σε διεξοδικό έλεγχο ως εξής: α) Οι διεξοδικοί έλεγχοι κατά την είσοδο περιλαμβάνουν την εξακρίβωση των προϋποθέσεων εισόδου που ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, καθώς και, ενδεχομένως, των εγγράφων που επιτρέπουν τη διαμονή και την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Η εξακρίβωση αυτή περιλαμβάνει αναλυτική εξέταση των ακόλουθων στοιχείων:
- i)εξακρίβωση ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας διαθέτει έγγραφο έγκυρο για τη διέλευση των συνόρων το οποίο δεν έχει λήξει και ότι το έγγραφο αυτό συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από την αναγκαία θεώρηση ή τίτλο διαμονής,
- ii)λεπτομερή έλεγχο του ταξιδιωτικού εγγράφου για τη διαπίστωση ενδείξεων παραποίησης ή πλαστογράφησης, iii) εξέταση των σφραγίδων εισόδου και εξόδου του ταξιδιωτικού εγγράφου του υπηκόου τρίτης χώρας προκειμένου να εξακριβωθεί, με σύγκριση των ημερομηνιών εισόδου και εξόδου, ότι αυτός δεν έχει ήδη υπερβεί την ανώτατη διάρκεια επιτρεπόμενης παραμονής στο έδαφος των κρατών μελών,
- iv)εξακρίβωση του σημείου αναχώρησης και προορισμού του οικείου υπηκόου τρίτης χώρας και του σκοπού της παραμονής του, και, εφόσον χρειάζεται, έλεγχος των αντίστοιχων δικαιολογητικών,
- v)εξακρίβωση ότι ο οικείος υπήκοος τρίτης χώρας διαθέτει επαρκή μέσα διαβίωσης για τη διάρκεια και τον σκοπό της παραμονής του, για την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής ή τη διέλευσή του προς τρίτη χώρα όπου είναι σίγουρος ότι θα γίνει δεκτός, ή ότι είναι σε θέση να εξασφαλίσει νομίμως τα μέσα αυτά,
- vi)εξακρίβωση ότι ο οικείος υπήκοος τρίτης χώρας, τα μέσα μεταφοράς του και τα αντικείμενα τα οποία μεταφέρει δεν μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, εσωτερική ασφάλεια, δημόσια υγεία ή τις διεθνείς σχέσεις κάποιου εκ των κρατών μελών. Η εξακρίβωση αυτή περιλαμβάνει την άμεση εξέταση των δεδομένων και των καταχωρίσεων προσώπων και, εφόσον απαιτείται, αντικειμένων που περιέχονται στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν και σε εθνικά αρχεία δεδομένων καθώς και, ενδεχομένως, τη λήψη των αναγκαίων μέτρων συνεπεία της καταχώρισης προσώπου ως ανεπιθύμητου.». Το άρθρο 6 καθορίζει τις προϋποθέσεις εισόδου στην επικράτεια κρατών μελών για τους υπηκόους τρίτων χωρών ως εξής꞉ Άρθρο 6 Προϋποθέσεις εισόδου για τους υπηκόους τρίτων χωρών 1. Για σκοπούμενη παραμονή στην επικράτεια των κρατών μελών που δεν υπερβαίνει σε διάρκεια τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών, που περιλαμβάνει τον συνυπολογισμό της τελευταίας περιόδου 180 ημερών πριν από κάθε ημέρα παραμονής, οι προϋποθέσεις εισόδου για τους υπηκόους τρίτων χωρών είναι οι εξής: α) να διαθέτουν έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο ή έγγραφο που δίνει το δικαίωμα στον κάτοχο για διέλευση των συνόρων και πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- i)ισχύει τουλάχιστον επί τρεις μήνες μετά την προβλεπόμενη ημερομηνία αναχώρησης από την επικράτεια των κρατών μελών. Σε αιτιολογημένη επείγουσα περίσταση, η υποχρέωση αυτή δύναται να αίρεται,
- ii)εκδόθηκε εντός της προηγούμενης δεκαετίας· β) να διαθέτουν έγκυρη θεώρηση, εφόσον απαιτείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου
(25), εκτός εάν διαθέτουν έγκυρο τίτλο διαμονής ή έγκυρη θεώρηση μακράς διαρκείας· γ) να αιτιολογούν τον σκοπό και τις συνθήκες της προβλεπόμενης παραμονής, να διαθέτουν δε επαρκή μέσα διαβίωσης, τόσο για την προβλεπόμενη περίοδο παραμονής όσο και για την επιστροφή στη χώρα προέλευσης ή τη διέλευση προς τρίτη χώρα στην οποία η είσοδός τους είναι εξασφαλισμένη, ή να μπορούν να εξασφαλίσουν νομίμως τα μέσα αυτά· δ) δεν είναι καταχωρισμένοι στο SIS ως ανεπιθύμητοι· ε) δεν θεωρούνται απειλή για τη δημόσια τάξη, την εσωτερική ασφάλεια, τη δημόσια υγεία ή τις διεθνείς σχέσεις ενός εκ των κρατών μελών, ιδίως, δε, δεν είναι καταχωρισμένοι ως ανεπιθύμητοι στις εθνικές βάσεις δεδομένων των κρατών μελών για τους ίδιους λόγους.
- Για τον σκοπό της εφαρμογής της παραγράφου 1, ως ημερομηνία εισόδου λογίζεται η πρώτη ημέρα παραμονής στην επικράτεια των κρατών μελών και ως ημερομηνία εξόδου λογίζεται η τελευταία ημέρα παραμονής στην επικράτεια των κρατών μελών. Περίοδοι παραμονής που επιτρέπονται βάσει άδειας διαμονής ή θεώρησης παραμονής μακράς διαρκείας δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της διάρκειας παραμονής στην επικράτεια των κρατών μελών.
- Στο παράρτημα Ι περιέχεται ενδεικτικός κατάλογος των δικαιολογητικών που μπορεί να ζητήσει ο συνοριοφύλακας από τον υπήκοο τρίτης χώρας για να ελέγξει την τήρηση των όρων της παραγράφου 1 στοιχείο γ).
- [.]». Το άρθρο 14 καθορίζει τί διαλαμβάνει η έκδοση απόφασης άρνησης της εισόδου ενός υπηκόου τρίτης χώρας στο έδαφος ενός κράτους μέλους ως εξής꞉ Άρθρο 14 Άρνηση εισόδου
- Η είσοδος στην επικράτεια των κρατών μελών απαγορεύεται στους υπηκόους τρίτων χωρών που δεν πληρούν το σύνολο των προϋποθέσεων εισόδου, όπως καθορίζονται με το άρθρο 6 παράγραφος 1, και δεν υπάγονται στις κατηγορίες προσώπων του άρθρου 6 παράγραφος
- Τα ανωτέρω ισχύουν με την επιφύλαξη της εφαρμογής των ειδικών διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα ασύλου και τη διεθνή προστασία ή την έκδοση θεωρήσεων μακράς διαρκείας.
- Η άρνηση εισόδου επιβάλλεται μόνο με αιτιολογημένη απόφαση η οποία αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους της άρνησης. Η απόφαση λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και είναι αμέσως εφαρμοστέα. Η αιτιολογημένη απόφαση η οποία αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους άρνησης έχει τη μορφή τυποποιημένου εντύπου, όπως προβλέπεται στο παράρτημα V μέρος Β, το οποίο συμπληρώνεται από την αρμόδια σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο αρχή. Το έντυπο αυτό, αφού συμπληρωθεί, παραδίδεται στον οικείο υπήκοο, ο οποίος βεβαιώνει την παραλαβή της απόφασης άρνησης μέσω του εντύπου.
- Τα πρόσωπα στα οποία απαγορεύεται η είσοδος έχουν δικαίωμα προσφυγής. Οι προσφυγές ασκούνται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Ο υπήκοος της τρίτης χώρας λαμβάνει επίσης γραπτό κατάλογο σημείων επαφής που μπορούν να τον ενημερώσουν σχετικά με την ύπαρξη αντιπροσώπων αρμόδιων να τον εκπροσωπήσουν σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Η κατάθεση προσφυγής δεν αναστέλλει την εφαρμογή της απόφασης περί άρνησης εισόδου. Με την επιφύλαξη ενδεχόμενης αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου, ο υπήκοος τρίτης χώρας δικαιούται να ζητήσει διόρθωση της ακυρωθείσας σφραγίδας εισόδου, και τυχόν άλλων ακυρώσεων ή προσθηκών, από το κράτος μέλος το οποίο του απαγόρευσε την είσοδο εφόσον αποδειχθεί, συνεπεία της προσφυγής, ότι η απόφαση περί άρνησης εισόδου ήταν αβάσιμη.
- Οι συνοριοφύλακες μεριμνούν ώστε ο υπήκοος τρίτης χώρας στον οποίο απαγορεύθηκε η είσοδος να μην εισέλθει στο έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι βάσει του άρθρου 4 του πιο πάνω Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 (Κώδικα Συνόρων Σένγκεν), κατά την εφαρμογή του, τα κράτη μέλη οφείλουν να συμμορφώνονται πλήρως προς τη συναφή ενωσιακή νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης»), το σχετικό διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης περί της νομικής καταστάσεως των προσφύγων η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 («Σύμβαση της Γενεύης»), τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με την πρόσβαση σε διεθνή προστασία, ιδίως με την αρχή της μη επαναπροώθησης, και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου, οι αποφάσεις δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να εκδίδονται σε ατομική βάση. Ζ.
- Η αναστολή εφαρμογής του κεκτημένου Σέγκεν σε Κύπρο και Ρουμανία. Σε ό,τι αφορά τη Βουλγαρία, την Κροατία, την Κύπρο και τη Ρουμανία, το άρθρο 1 πρώτη παράγραφος, το άρθρο 6 παράγραφος 5 στοιχείο α), ο τίτλος ΙΙΙ, καθώς και οι διατάξεις του τίτλου ΙΙ του πιο πάνω Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 και τα παραρτήματά του που αφορούν το σύστημα SIS και το σύστημα VIS αποτελούν διατάξεις βασιζόμενες στο κεκτημένο του Σένγκεν ή άλλως σχετιζόμενες με αυτό, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2003, του άρθρου 4 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2005 και του άρθρου 4 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2011, αντιστοίχως. Στην περίπτωση της Κύπρου το άρθρο 3 της Συνθήκης Προσχώρησης του 2003 και στην περίπτωση της Ρουμανίας το άρθρο 4 της συνθήκης προσχώρησης του 2005, προβλέπουν ότι꞉ Άρθρο 3
- Οι διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν, όπως ενσωματώθηκε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το Πρωτόκολλο το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (εφεξής «Πρωτόκολλο Σένγκεν»), και οι πράξεις που βασίζονται σε αυτό ή σχετίζονται άλλως με αυτό, και απαριθμούνται στο Παράρτημα Ι της παρούσας Πράξης, καθώς και οι σχετικές πράξεις που ενδέχεται να εκδοθούν πριν από την ημερομηνία προσχώρησης, είναι δεσμευτικές για τα νέα κράτη μέλη και εφαρμόζονται σε αυτά από την ημερομηνία της προσχώρησης.
- Οι διατάξεις αυτές του κεκτημένου του Σένγκεν, όπως ενσωματώθηκε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και οι πράξεις που βασίζονται σ' αυτό ή σχετίζονται άλλως με αυτό, και οι οποίες δεν αναφέρονται στην παράγραφο 1, ενώ είναι δεσμευτικές για τα νέα κράτη μέλη από την ημερομηνία της προσχώρησης, εφαρμόζονται σε νέο κράτος μέλος μόνον βάσει απόφασης του Συμβουλίου προς τούτο, μετά από εξακρίβωση σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διαδικασίες αξιολόγησης του Σένγκεν, ότι πληρούνται οι απαραίτητοι όροι για την εφαρμογή όλων των τμημάτων του σχετικού κεκτημένου στο εν λόγω νέο κράτος μέλος και κατόπιν διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το Συμβούλιο λαμβάνει απόφαση με ομοφωνία των μελών του που εκπροσωπούν τις Κυβερνήσεις των κρατών μελών όπου ισχύουν ήδη οι διατάξεις που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και του αντιπροσώπου της Κυβέρνησης του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να ισχύσουν οι εν λόγω διατάξεις. Τα μέλη του Συμβουλίου που εκπροσωπούν τις Κυβερνήσεις της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας συμμετέχουν στη λήψη της απόφασης εφόσον αφορά τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν και τις πράξεις που βασίζονται σ' αυτό ή σχετίζονται άλλως με αυτό και στις οποίες συμμετέχουν τα εν λόγω κράτη μέλη. Άρθρο 4
- Οι διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν, περί του οποίου το Πρωτόκολλο 17 του Συντάγματος σχετικά με το κεκτημένο του Σένγκεν το οποίο έχει ενσωματωθεί στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι πράξεις που βασίζονται σε αυτό ή σχετίζονται άλλως με αυτό και απαριθμούνται στο Παράρτημα II, καθώς και τυχόν άλλες πράξεις που έχουν εκδοθεί πριν από την ημερομηνία προσχώρησης, είναι δεσμευτικές για τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και εφαρμόζονται σε αυτές από την ημερομηνία της προσχώρησης.
- Οι διατάξεις αυτές του κεκτημένου του Σένγκεν, όπως ενσωματώθηκε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και οι πράξεις που βασίζονται σε αυτό ή σχετίζονται άλλως με αυτό, και οι οποίες δεν μνημονεύονται στην παράγραφο 1, ενώ είναι δεσμευτικές για τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία από την ημερομηνία της προσχώρησης, εφαρμόζονται σε έκαστο των κρατών αυτών μόνο με ευρωπαϊκή απόφαση του Συμβουλίου προς τούτο, μετά από εξακρίβωση σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διαδικασίες αξιολόγησης Σένγκεν ότι πληρούνται οι απαραίτητοι όροι για την εφαρμογή όλων των τμημάτων του σχετικού κεκτημένου στο συγκεκριμένο κράτος. Το Συμβούλιο, μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, λαμβάνει απόφαση με ομοφωνία των μελών του που εκπροσωπούν τις Κυβερνήσεις των κρατών μελών, στα οποία ισχύουν ήδη οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου, και του αντιπροσώπου της Κυβέρνησης του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να ισχύσουν οι εν λόγω διατάξεις. Τα μέλη του Συμβουλίου που εκπροσωπούν τις Κυβερνήσεις της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας συμμετέχουν στη λήψη της απόφασης εφόσον αφορά τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν και τις πράξεις που βασίζονται σ' αυτό ή σχετίζονται άλλως με αυτό και στις οποίες συμμετέχουν τα εν λόγω κράτη μέλη. Κατά τον ουσιώδη χρόνο του ταξιδίου που θα πραγματοποιούσε ο Ενάγων από Κύπρο προς Ρουμανία, ήτοι στις 6.9.2015, εξακολουθούσε να τελεί υπό αναστολή η εφαρμογή του κεκτημένου Σένγκεν τόσο στην Κύπρο όσο και στη Ρουμανία, εφόσον δεν είχε ακόμη εκδοθεί απόφαση του Συμβουλίου ότι πληρούνται όλοι οι αναγκαίοι όροι για την εφαρμογή όλων των τμημάτων του σχετικού κεκτημένου στα εν λόγω κράτη μέλη. Ζ.
- Ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 539/2001 - Κατάλογος τρίτων χωρών των οποίων οι υπήκοοι υποχρεούνται να έχουν θεώρηση για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών. Δυνάμει του πρώην άρθρου 62 της ΣΕΚ (νυν άρθρου 77 της ΣΛΕΕ), εκδόθηκε ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2001 περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 081 της 21/03/2001 σ. 0001 - 0007). Όπως επεξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις
(5),
(9)και
(12)του Προοιμίου του εν λόγω Κανονισμού - «
(5)Ο καθορισμός των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης και των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή γίνεται μέσω σταθμισμένης, κατά περίπτωση, αξιολόγησης διαφόρων κριτηρίων που συνδέονται ιδίως με την παράνομη μετανάστευση, με τη δημόσια τάξη και την ασφάλεια, καθώς και με τις εξωτερικές σχέσεις της Ένωσης με τις τρίτες χώρες, λαμβάνοντας επίσης υπόψη λόγους περιφερειακής συνοχής και αμοιβαιότητας. Θα πρέπει να προβλεφθεί ένας κοινοτικός μηχανισμός που θα επιτρέπει την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαιότητας όταν μια από τις τρίτες χώρες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ του παρόντος κανονισμού αποφασίσει να υποβάλει στην υποχρέωση θεώρησης τους υπηκόους ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών.
(9)Χάριν της διαφάνειας του συστήματος και ενημέρωσης των ενδιαφερομένων, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στα υπόλοιπα κράτη μέλη και στην Επιτροπή τα μέτρα που θέσπισαν στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού. Για τους ίδιους λόγους, οι πληροφορίες αυτές δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
(12)Ο παρών κανονισμός προβλέπει πλήρη εναρμόνιση όσον αφορά τις τρίτες χώρες οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων και τις τρίτες χώρες οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται της υποχρέωσης αυτής. Ωστόσο, η εφαρμογή της απαλλαγής από την υποχρέωση θεώρησης υπέρ των υπηκόων ορισμένων τρίτων χωρών που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙ, θα τεθεί σε εφαρμογή αργότερα. Για το σκοπό αυτό, το Συμβούλιο, βάσει εκθέσεων που συντάσσονται από την Επιτροπή, θα λάβει απόφαση για κάθε μία από τις χώρες αυτές». Το άρθρο 1, παράγραφοι 1, 2 και 3 του υπό αναφορά Κανονισμού διαχωρίζει σε ξεχωριστούς καταλόγους τις τρίτες χώρες των οποίων οι υπήκοοι έχουν υποχρέωση ή απαλλάσσονται από την υποχρέωση κατοχής θεώρησης εισόδου, ως εξής꞉ «Άρθρο 1
- Οι υπήκοοι των τρίτων χωρών οι οποίες περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος Ι πρέπει να διαθέτουν θεώρηση κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών.
- Με την επιφύλαξη του άρθρου 8 παράγραφος 2, οι υπήκοοι των τρίτων χωρών οι οποίες περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙ απαλλάσσονται από την υποχρέωση της παραγράφου 1 για διαμονή η συνολική διάρκεια της οποίας δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες.
- Οι υπήκοοι νέων τρίτων χωρών προερχομένων από χώρες συμπεριλαμβανόμενες στους καταλόγους των παραρτημάτων Ι και ΙΙ υπόκεινται αντιστοίχως στις παραγράφους 1 και 2, έως ότου το Συμβούλιο αποφασίσει διαφορετικά, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από την οικεία διάταξη της συνθήκης διαδικασία.». Νοείται ότι, ο όρος «θεώρηση» έχει καθορισμένη έννοια βάσει του άρθρου 2 του ιδίου Κανονισμού. «Άρθρο 2 Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως "θεώρηση" νοείται η άδεια που εκδίδεται από κράτος μέλος ή η απόφαση που λαμβάνεται από κράτος μέλος και η οποία απαιτείται με σκοπό: - την είσοδο σε αυτό το κράτος μέλος ή σε περισσότερα κράτη μέλη, για διαμονή η συνολική διάρκεια της οποίας δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, - τη διέλευση μέσω του εδάφους αυτού του κράτους μέλους ή περισσότερων κρατών μελών, με εξαίρεση τη διέλευση από αερολιμένα.». Επισημαίνεται συναφώς προς ό,τι ενδιαφέρει στην παρούσα αγωγή, ότι το Καζαγκσταν, του οποίου είναι υπήκοος ο Ενάγων, περιλαμβάνεται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I που τιτλοφορείται «Κοινός κατάλογος που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1», δηλαδή στον κατάλογο τρίτων χωρών, των οποίων οι υπήκοοι πρέπει να διαθέτουν θεώρηση κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών. Ζ.
- Η Απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ - Απλουστευμένο καθεστώς για τον έλεγχο θεωρήσεων στα εξωτερικά σύνορα της Κύπρου και της Ρουμανίας - Η Απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για την εισαγωγή απλουστευμένου καθεστώτος για τον έλεγχο των προσώπων στα εξωτερικά σύνορα, βασιζόμενου στη μονομερή αναγνώριση από τη Βουλγαρία, την Κροατία, την Κύπρο και τη Ρουμανία ορισμένων εγγράφων ως ισοδύναμων με τις εθνικές τους θεωρήσεις για διέλευση ή για πρόθεση παραμονής στην επικράτειά τους η οποία δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών και για την κατάργηση των αποφάσεων αριθ. 895/2006/EΚ και αριθ. 582/2008/EΚ, αναφέρει τα εξής꞉ «ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 77 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β), Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια, Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία
(1), Εκτιμώντας τα ακόλουθα: [...] Εξέδωσαν την παρούσα Απόφαση꞉ Άρθρο 1 Η παρούσα απόφαση εισάγει απλουστευμένο καθεστώς για τον έλεγχο των προσώπων στα εξωτερικά σύνορα, βάσει του οποίου η Βουλγαρία, η Κροατία, η Κύπρος και η Ρουμανία μπορούν να αναγνωρίζουν μονομερώς ως ισοδύναμα προς τις εθνικές τους θεωρήσεις για διέλευση μέσω της επικράτειάς τους ή για πρόθεση παραμονής στην επικράτειά τους η οποία δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 και στο άρθρο 3 της παρούσας απόφασης, τα οποία εκδίδονται σε υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 539/
- Η εφαρμογή της παρούσας απόφασης δεν επηρεάζει τους ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται επί προσώπων στα εξωτερικά σύνορα σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 13 και 18 και 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/
- Άρθρο 2
- Η Βουλγαρία, η Κροατία, η Κύπρος και η Ρουμανία μπορούν να θεωρούν ως ισοδύναμα προς τις εθνικές τους θεωρήσεις, για διέλευση μέσω της επικράτειάς τους ή για πρόθεση παραμονής στην επικράτειά τους η οποία δεν υπερβαίνει τις 90 μέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών, τα ακόλουθα έγγραφα που εκδίδονται από τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας των κατόχων: α) «ομοιόμορφη θεώρηση», όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 3 του κώδικα θεωρήσεων, έγκυρη για δύο ή πολλαπλές εισόδους· β) «θεώρηση για διαμονή μακράς διαρκείας», κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 18 της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν
(15)· γ) «άδεια διαμονής», όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006.[2]
- Η Βουλγαρία, η Κροατία, η Κύπρος και η Ρουμανία μπορούν επίσης να θεωρούν ως ισοδύναμες προς τις εθνικές τους θεωρήσεις, για διέλευση μέσω της επικράτειάς τους ή για πρόθεση διαμονής στην επικράτειά τους, η οποία δεν υπερβαίνει τις 90 μέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών, θεωρήσεις περιορισμένης εδαφικής ισχύος που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 3 πρώτη περίοδος του κώδικα θεωρήσεων.
- Εάν η Βουλγαρία, η Κροατία, η Κύπρος ή η Ρουμανία αποφασίσουν να εφαρμόσουν την παρούσα απόφαση, αναγνωρίζουν όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ανεξάρτητα από το κράτος μέλος που έχει εκδώσει το έγγραφο, εκτός εάν προσαρτώνται σε ταξιδιωτικά έγγραφα τα οποία δεν αναγνωρίζουν ή σε ταξιδιωτικά έγγραφα που έχουν εκδοθεί από τρίτη χώρα με την οποία δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις. Άρθρο 3
- Εάν η Βουλγαρία, η Κροατία, η Κύπρος ή η Ρουμανία αποφασίσουν να εφαρμόσουν το άρθρο 2, δύνανται να αναγνωρίζουν, επιπλέον των εγγράφων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, ως ισοδύναμες προς τις εθνικές τους θεωρήσεις για διέλευση μέσω της επικράτειάς τους ή για πρόθεση διαμονής στην επικράτειά τους η οποία δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών: α) τις εθνικές θεωρήσεις διαμονής μακράς διάρκειας που εκδίδονται από τη Βουλγαρία, την Κροατία, την Κύπρο ή τη Ρουμανία σύμφωνα με τον ενιαίο τύπο που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1683/95 του Συμβουλίου
(16)· β) τις άδειες διαμονής που εκδίδονται από τη Βουλγαρία, την Κροατία, την Κύπρο ή τη Ρουμανία σύμφωνα με τον ενιαίο τύπο που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 του Συμβουλίου
(17), εκτός εάν οι θεωρήσεις και άδειες παραμονής προσαρτώνται σε ταξιδιωτικά έγγραφα τα οποία τα εν λόγω κράτη μέλη δεν αναγνωρίζουν ή σε ταξιδιωτικά έγγραφα που έχουν εκδοθεί από τρίτη χώρα με την οποία δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις. 2. Τα έγγραφα που εκδίδονται από τη Βουλγαρία και τα οποία μπορούν να αναγνωρισθούν απαριθμούνται στο παράρτημα Ι. Τα έγγραφα που εκδίδονται από την Κροατία και τα οποία μπορούν να αναγνωρισθούν απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ. Τα έγγραφα που εκδίδονται από την Κύπρο και τα οποία μπορούν να αναγνωρισθούν απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ. Τα έγγραφα που εκδίδονται από τη Ρουμανία και τα οποία μπορούν να αναγνωρισθούν απαριθμούνται στο παράρτημα ΙV. Άρθρο 4 Η περίοδος ισχύος των εγγράφων που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3 καλύπτει τη διάρκεια της διέλευσης ή της διαμονής. Άρθρο 5 Η Βουλγαρία, η Κροατία, η Κύπρος και η Ρουμανία κοινοποιούν στην Επιτροπή εντός 20 εργάσιμων ημερών από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης εάν έχουν αποφασίσει να την εφαρμόσουν. Η Επιτροπή δημοσιεύει τις πληροφορίες που της γνωστοποιούν τα εν λόγω κράτη μέλη στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εν λόγω κοινοποιήσεις διευκρινίζουν, εάν συντρέχει λόγος, τις τρίτες χώρες έναντι των οποίων η Βουλγαρία, η Κροατία, η Κύπρος και η Ρουμανία, λόγω της απουσίας διπλωματικών σχέσεων, δεν εφαρμόζουν την παρούσα απόφαση δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 3 και του άρθρου 3 παράγραφος 1. Άρθρο 6 Οι αποφάσεις αριθ. 895/2006/EΚ και αριθ. 582/2008/EΚ καταργούνται. Άρθρο 7 Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται έως την ημερομηνία που ορίζει η απόφαση του Συμβουλίου που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο της πράξης προσχώρησης του 2003 όσον αφορά την Κύπρο, στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο της πράξης προσχώρησης του 2005 όσον αφορά τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο της πράξης προσχώρησης του 2011 όσον αφορά την Κροατία, ημερομηνία κατά την οποία τίθενται σε ισχύ στο οικείο κράτος όλες οι διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν στον τομέα της κοινής πολιτικής θεωρήσεων και της κυκλοφορίας υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στην επικράτεια των κρατών μελών. Άρθρο 8 Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Βουλγαρία, στην Κροατία, στην Κύπρο και στη Ρουμανία.» Το Παράρτημα ΙΙΙ της πιο πάνω Απόφασης απαριθμεί τον κατάλογο εγγράφων που δύνανται να τύχουν αμοιβαίας αναγνώρισης από τη Ρουμανία, αν συμφωνήσει η Ρουμανία και η Κύπρος. «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IIΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ Θεωρήσεις (Visas) — Θεώρηση διέλευσης — Κατηγορία Β (transit visa — type B) — Θεώρηση για παραμονή βραχείας διάρκειας — Κατηγορία Γ (short-stay visa — type C) — Ομαδική θεώρηση — Κατηγορίες Β και Γ (group visa — type B and C) Τίτλοι διαμονής (Residence permits) — Προσωρινή άδεια διαμονής (απασχόληση, επισκέπτης, φοιτητής) — Temporary residence permit (employment, visitor, student) — Άδεια εισόδου (απασχόληση, φοιτητής) — Entry permit (employment, student) — Άδεια μετανάστευσης (μόνιμη άδεια) — Immigration permit (permanent permit) ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΡΟΥΜΑΝΙΑ Θεωρήσεις — viză de tranzit, identificată prin simbolul B (Θεώρηση διέλευσης, επισήμανση B), — viză de scurtă ședere, identificată prin simbolul C (Θεώρηση για διαμονή βραχείας διάρκειας, επισήμανση C), — viză de lungă ședere, identificată prin unul dintre următoarele simboluri, în funcție de activitatea pe care urmează să o desfășoare în România străinul căruia i-a fost acordată (Θεώρηση για διαμονή μακράς διάρκειας, με μία από τις ακόλουθες επισημάνσεις, ανάλογα με τη δραστηριότητα του κατόχου της θεώρησης στη Ρουμανία):
- i)desfășurarea de activități economice, identificată prin simbolul D/AE (Οικονομικές δραστηριότητες, επισήμανση D/AE),
- ii)desfășurarea de activități profesionale, identificată prin simbolul D/AP (Επαγγελματικές δραστηριότητες, επισήμανση D/AP), iii) desfășurarea de activități comerciale, identificată prin simbolul D/AC (Εμπορικές δραστηριότητες, επισήμανση D/AC),
- iv)angajare în muncă, identificată prin simbolul D/AM (Απασχόληση, επισήμανση D/AM),
- v)detașare, identificată prin simbolul D/DT (Απόσπαση, επισήμανση D/DT),
- vi)studii, identificată prin simbolul D/SD (Σπουδές, επισήμανση D/SD), vii) reîntregirea familiei, identificată prin simbolul D/VF (Οικογενειακή επανένωση, επισήμανση D/VF), viii) activități religioase, identificată prin simbolul D/AR (Θρησκευτικές δραστηριότητες, επισήμανση D/AR),
- ix)activități de cercetare științifică, identificată prin simbolul D/CS (Ερευνητικές δραστηριότητες, επισήμανση D/CS),
- x)viză diplomatică și viză de serviciu, identificată prin simbolul DS (Διπλωματική και υπηρεσιακή θεώρηση, επισήμανση DS),
- xi)alte scopuri, identificată prin simbolul D/AS (Άλλοι λόγοι, επισήμανση D/AS). Τίτλοι διαμονής — permis de ședere (Τίτλος διαμονής), — carte albastră a UE (Μπλε κάρτα ΕΕ), — carte de rezidență pentru membrul de familie al unui cetățean al Uniunii (Κάρτα διαμονής μέλους οικογενείας πολίτη της Ένωσης), — carte de rezidență pentru membrul de familie al unui cetățean al Confederației Elvețiene (Κάρτα διαμονής μέλους οικογενείας πολίτη της Ελβετικής Συνομοσπονδίας), — carte de rezidență permanentă pentru membrul de familie al unui cetățean al Uniunii (Κάρτα μόνιμης διαμονής μέλους οικογενείας πολίτη της Ένωσης), — carte de rezidență permanentă pentru membrul de familie al unui cetățean al Confederației Elvețiene (Κάρτα μόνιμης διαμονής μέλους οικογενείας πολίτη της Ελβετικής Συνομοσπονδίας). Σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 5 της Απόφασης αριθ. 565/2014/ΕΕ, τα τέσσερα κράτη μέλη που μνημονεύονται σε αυτήν, κοινοποίησαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την απόφασή τους να εφαρμόσουν της Απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ και τούτο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 6.9.2014, ως εξής꞉ «Ενημέρωση από την Επιτροπή σχετικά με τις κοινοποιήσεις από τα κράτη μέλη των αποφάσεων σχετικά με την εφαρμογή της απόφασης αριθ. 565/2014/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ 2014/C 302/01) I. Ιστορικό του φακέλου Σύμφωνα με το άρθρο 5 της απόφασης αριθ. 565/2014/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την εισαγωγή απλουστευμένου καθεστώτος για τον έλεγχο των προσώπων στα εξωτερικά σύνορα, βασιζόμενου στη μονομερή αναγνώριση από τη Βουλγαρία, την Κροατία, την Κύπρο και τη Ρουμανία ορισμένων εγγράφων ως ισοδύναμων με τις εθνικές τους θεωρήσεις για διέλευση ή για πρόθεση παραμονής στην επικράτειά τους η οποία δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών και για την κατάργηση των αποφάσεων αριθ. 895/2006/EΚ και αριθ. 582/2008/EΚ, τα σχετικά κράτη μέλη έπρεπε να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή έως την 20ή Ιουλίου 2014 εάν έχουν αποφασίσει να την εφαρμόσουν. Οι εν λόγω κοινοποιήσεις έπρεπε, εάν συντρέχει λόγος, να διευκρινίζουν τις τρίτες χώρες έναντι των οποίων η Βουλγαρία, η Κροατία, η Κύπρος και η Ρουμανία, λόγω της απουσίας διπλωματικών σχέσεων, δεν εφαρμόζουν την απόφαση δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 3 και του άρθρου 3 παράγραφος 1. II. Πληροφορίες Η Επιτροπή έχει λάβει τις ακόλουθες κοινοποιήσεις: Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ εφαρμόζει την απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ και, σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης, αναγνωρίζει τις εθνικές θεωρήσεις και τις άδειες διαμονής που εκδίδονται από την Κροατία, την Κύπρο και τη Ρουμανία οι οποίες απαριθμούνται, αντίστοιχα, στο παράρτημα ΙΙ, ΙΙΙ και IV της απόφασης, ως ισοδύναμες προς τις βουλγαρικές θεωρήσεις. Η ΚΡΟΑΤΙΑ εφαρμόζει την απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ και, σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης, αναγνωρίζει τις εθνικές θεωρήσεις και τις άδειες διαμονής που εκδίδονται από τη Βουλγαρία, την Κύπρο και τη Ρουμανία οι οποίες απαριθμούνται, αντίστοιχα, στο παράρτημα Ι, ΙΙΙ και IV της απόφασης, ως ισοδύναμες προς τις κροατικές θεωρήσεις. Η ΚΥΠΡΟΣ εφαρμόζει την απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ και, σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης, αναγνωρίζει τις εθνικές θεωρήσεις και τις άδειες διαμονής που εκδίδονται από τη Βουλγαρία, την Κροατία και τη Ρουμανία οι οποίες απαριθμούνται, αντίστοιχα, στο παράρτημα Ι, ΙΙ και IV της απόφασης, ως ισοδύναμες προς τις κυπριακές θεωρήσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 και το άρθρο 3 παράγραφος 1 της απόφασης, και λόγω της απουσίας διπλωματικών σχέσεων, η Κύπρος δεν θα εφαρμόζει την παρούσα απόφαση όσον αφορά τις θεωρήσεις και τις άδειες διαμονής που προσαρτώνται σε ταξιδιωτικά έγγραφα τα οποία έχουν εκδοθεί από το Αζερμπαϊτζάν και την Τουρκία. Η ΡΟΥΜΑΝΙΑ εφαρμόζει την απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ και, σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης, αναγνωρίζει τις εθνικές θεωρήσεις και τις άδειες διαμονής που εκδίδονται από τη Βουλγαρία, την Κύπρο και την Κροατία οι οποίες απαριθμούνται, αντίστοιχα, στο παράρτημα Ι, ΙΙ και IΙΙ της απόφασης, ως ισοδύναμες προς τις ρουμανικές θεωρήσεις.». Επομένως, στη βάση όλων των πιο πάνω, το παρόν Δικαστήριο φρονεί ότι, παρόλο που βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 539/2001 οι υπήκοοι τρίτων χωρών, μεταξύ αυτών και το Καζαγκστάν, υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης, εντούτοις τόσο η Κύπρος όσο και η Ρουμανία, στις οποίες εφαρμόζεται από 6.9.2014 η Απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ μέχρις ότου εφαρμοσθεί πλήρως στα κράτη αυτά το σύνολο των διατάξεων του κεκτημένου Σέγκεν, έχουν δεσμευτεί ότι αναγνωρίζουν ως ισοδύναμες προς τις εθνικές τους θεωρήσεις για διέλευση μέσω της επικράτειάς τους ή για πρόθεση διαμονής στην επικράτειά τους η οποία δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών, τις θεωρήσεις ή/και τους τίτλους διαμονής που καθορίζονται στα Παραρτήματα ΙΙΙ και IV της Απόφασης αριθ. 565/2014/ΕΕ, όπως τα παρέθεσα ήδη πιο πάνω. Η Κύπρος έχει προβλέψει ρητά και ειδοποιήσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή συναφώς, ότι δεν θα εφαρμόζει την Απόφαση σε σχέση με ταξιδιωτικά έγγραφα που εκδόθηκαν «από το Αζερμπαϊτζάν και την Τουρκία», με τις οποίες δεν διατηρεί διπλωματικές σχέσεις, ενώ η Ρουμανία δεν εμφανίζεται να ειδοποίησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για οποιαδήποτε εξαίρεση της εφαρμογής της πιο πάνω Απόφασης και, ιδίως, δεν φαίνεται να εξαίρεσε το Καζαγκστάν κατά τον ίδιο τρόπο που η Κύπρος εξαίρεσε την Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, κρίνω ότι ο Ενάγων είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο το δικαίωμα να βασίζεται στην κοινοποίηση που έκαναν τα δύο εμπλεκόμενα κράτη μέλη (Κύπρος και Ρουμανία) για την εφαρμογή της Απόφασης αριθ. 565/2014/ΕΕ όπως δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πιο πάνω μνημονεύθηκε, η οποία δεν εξαιρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης από το πεδίο εφαρμογής της τις άδειες διαμονής που εκδίδει η Κύπρος όταν αυτές προσαρτώνται σε ταξιδιωτικά έγγραφα επιβάτη που εκδόθηκαν από το Καζαγκστάν. Απεναντίας, κατά την κρίση μου ήταν στους ώμους των Εναγομένων το βάρος της απόδειξης τυχόν ισχυρισμού ότι δεν εφαρμοζόταν η προμνησθείσα Απόφαση κατά τον ουσιώδη χρόνο λόγω του ότι η Ρουμανία δεν διατηρούσε διπλωματικές σχέσεις με το Καζαγκστάν. Οι Εναγόμενοι δεν προσέφεραν μαρτυρία που να αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Η. ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗΣ. Παρά το ότι οι διάδικοι δεν είχαν αιτηθεί την παραπομπή οποιουδήποτε προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «το Δ.Ε.Ε.»), εντούτοις το παρόν Δικαστήριο διέκρινε ότι αναφύονται νομικά ερμηνευτικά ζητήματα που αφορούν στο Ευρωπαϊκό δίκαιο και τα οποία είναι αναγκαίο να ερμηνευθούν από το ΔΕΕ προτού το παρόν Δικαστήριο διαμορφώσει την τελική του ετυμηγορία αναφορικά με το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος. Ως εκ τούτου, προχωρεί με την παρούσα απόφασή του στον καθορισμό και τη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων που προκρίνει ως αναγκαίο να απαντηθούν από το ΔΕΕ, πριν εκδοθεί τελική απόφαση στην παρούσα αγωγή. Η.1. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΑΡΑΓΕΙ ΑΜΕΣΑ ΕΝΝΟΜΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ. 77. Ανεξάρτητα της κατάληξης μου στο συμπέρασμα ότι η Απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ ήταν σε ισχύ και εφαρμογή κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα υπόθεση και ότι ουδόλως αποδείχθηκε από τους Εναγόμενους ότι εξαιρούνταν από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Απόφασης οι άδειες διαμονής που εκδίδει η Κύπρος όταν αυτές προσαρτώνται σε ταξιδιωτικά έγγραφα επιβάτη που εκδόθηκαν από το Καζαγκστάν, απομένει να κριθεί αν η εν λόγω Απόφαση παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα (αν έχει δηλαδή direct effect) τα οποία ο Ενάγων να δικαιούται να επικαλεστεί ενώπιον του παρόντος εθνικού δικαστηρίου, για να αξιώσει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον ιδιώτη φορέα και ειδικότερα εναντίον του αερομεταφορέα, όπως είναι η Εναγόμενη αρ. 1 για τη ζημιά που υπέστη από παράβαση των όσων προβλέπονται στην εν λόγω Απόφαση. 78. Σύμφωνα με το Άρθρο 288 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 249 της ΣΕΚ και πρώην άρθρο 189 της ΣΕΟΚ) ꞉ «Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, τα θεσμικά όργανα θεσπίζουν κανονισμούς, οδηγίες, αποφάσεις, συστάσεις και γνώμες. Ο κανονισμός έχει γενική ισχύ. Είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Η απόφαση είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της. Όταν ορίζει αποδέκτες, είναι δεσμευτική μόνο για αυτούς. Οι συστάσεις και οι γνώμες δεν δεσμεύουν.» Στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (όπως ήταν τότε), ημερομηνίας 6 Οκτωβρίου, 1970 στην υπόθεση C-9/70 Franz Grad v Finanzamt Traunstein [1970] ECR 825 (στο εξής απόφαση «Grad») λέχθηκε ότι (το αυθεντικό κείμενο δεν είναι διαθέσιμο στην Ελληνική γλώσσα, γι' αυτό παραθέτω τις παρα. 4 έως 6 της εν λόγω απόφασης σε αγγλική μετάφραση όπως είναι δημοσιευμένο το κείμενο στο www.curia.europa.eu )꞉ «4. The german government in its observations defends the view that by distinguishing between the effects of regulations on the one hand and of decisions and directives on the other, article 189 precludes the possibility of decisions and directives producing the effects mentioned in the question, which are reserved to regulations. 5. However, although it is true that by virtue of article 189, regulations are directly applicable and therefore by virtue of their nature capable of producing direct effects, it does not follow from this that other categories of legal measures mentioned in that article can never produce similar effects . in particular, the provision according to which decisions are binding in their entirety on those to whom they are addressed enables the question to be put whether the obligation created by the decision can only be invoked by the community institutions against the addressee or whether such a right may possibly be exercised by all those who have an interest in the fulfilment of this obligation. It would be incompatible with the binding effect attributed to decisions by article 189 to exclude in principle the possibility that persons affected may invoke the obligation imposed by a decision . particularly in cases where, for example, the community authorities by means of a decision have imposed an obligation on a member state or all the member states to act in a certain way, the effectivenes ( " l' effet utile " ) of such a measure would be weakened if the nationals of that state could not invoke it in the courts and the national courts could not take it into consideration as part of community law . although the effects of a decision may not be identical with those of a provision contained in a regulation, this difference does not exclude the possibility that the end result, namely the right of the individual to invoke the measure before the courts, may be the same as that of a directly applicable provision of a regulation. 6. Αrticle 177, whereby the national courts are empowered to refer to the court all questions regarding the validity and interpretation of all acts of the institutions without distinction, also implies that individuals may invoke such acts before the national courts . therefore, in each particular case, it must be ascertained whether the nature, background and wording of the provision in question are capable of producing direct effects in the legal relationships between the addressee of the act and third parties.». Ωστόσο, στη Marshall v Southampton and South West Hampshire Area Health Authority (Teaching) Case 152/84 [1986] ECR 723 τέθηκε ότι οι πρόνοιες μιας Απόφασης που απευθύνεται προς τα κράτη μέλη δεν μπορούν να έχουν οριζοντίως άμεση ισχύ, δηλαδή δεν μπορούν να τύχουν επίκλησης από ένα ιδιώτη έναντι ενός άλλου ιδιώτη με σκοπό να επιβάλουν υποχρέωση στον άλλο ιδιώτη διότι οι ίδιες οι πρόνοιες της δεν δημιουργούν υποχρεώσεις για τους ιδιώτες αλλά για τα κράτη στα οποία απευθύνονται (βλ. παρα. 48 της εν λόγω απόφασης). Επομένως, εκείνο που πρέπει να ελέγχεται σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά είναι αν ο εναγόμενος διάδικος ενήργησε ως «ιδιώτης» ή ως «κράτος» στο οποίο απευθυνόταν η Απόφαση (βλ. παρα. 49). Αν ο εναγόμενος ιδιώτης ενήργησε κατά την ενάσκηση εξουσιών που του χορηγήθηκαν από το Κράτος για την παροχή μιας δημόσιας αποστολής ή δημόσιας υπηρεσίας υπό τον έλεγχο του Κράτους (βλ. case C-188/89, Foster v British Gas [1990] ECR I-3313), τότε μπορεί να γίνει επίκληση ευθέως των διατάξεν που του δημιουργούσαν μια υποχρέωση. Περαιτέρω, για να έχουν άμεση ισχύ οι διατάξεις μιας Απόφασης θα πρέπει να είναι από απόψεως περιεχομένου επαρκώς σαφείς και ανεπιφύλακτες (βλ. παρα. 52, Marshall). Ελέγχεται αν η διάταξη προβλέπει ένα αριθμό παρεκκλίσεων, οι λεπτομέρειες των οποίων θα πρέπει να καθοριστούν από τα κράτη μέλη ή/και αν η διατύπωσή τους είναι ασαφής και απαιτεί τη μεταγενέστερη λήψη μέτρων εφαρμογής (βλ. παρα. 45, Marshall). Η επίμαχη στην παρούσα αγωγή Απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ δεν δημιουργούσε υποχρέωση για τα κράτη μέλη, παρά μόνο ευχέρεια παρέκκλισης από τις πρόνοιες κανονισμού, διά τη θέσπισης ενός πιο απλουστευμένου συστήματος θεωρήσεων. Με βεβαιότητα, τα κράτη μέλη άσκησαν τη διακριτική αυτή ευχέρεια και καθόρισαν τις παρεκκλίσεις από το πιο αυστηρό πλαίσιο του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 539/2001. Είναι κατά την κρίση μου σαφές και ακριβές το αποτέλεσμα που επεδίωξε η Απόφαση και το επέφερε κατά τρόπο που δημοσιοποιήθηκε,ώστε να δεσμεύει τα κράτη μέλη στα οποία απευθυνόταν. Αν ο Ενάγων αφήνετο να επιβιβαστεί στη πτήση και να φτάσει στο έδαφος της Ρουμανίας, θα μπορούσε να επικαλεστεί ευθέως ενώπιον Ρουμανικού Δικαστηρίου το δικαίωμα εισόδου του στη χώρα δυνάμει της Απόφασης αριθ. 565/2014 όπως αυτή εφαρμόσθηκε κατά τρόπο δεσμευτικό από Κύπρο και Ρουμανία. Επομένως, τα ερωτήματα που με απασχολούν είναι τα εξής꞉ Είναι ορθό να ερμηνευθεί ότι η Απόφαση αρ. 565/2014/ΕΕ δημιουργεί άμεσα έννομα αποτελέσματα υπό μορφή δικαιωμάτων των ιδιωτών υπηκόων τρίτων χωρών να μην απαιτηθεί θεώρηση για την είσοδό τους στο κράτος μέλος προορισμού και υποχρέωσης του εν λόγω κράτους μέλους που εφάρμοσε την Απόφαση να μην απαιτήσει τέτοια θεώρηση, εφόσον κατέχουν θεώρηση ή τίτλο διαμονής που εμπίπτει στον κατάλογο εκείνων που τυγχάνουν αμοιβαίας αναγνώρισης βάσει της Απόφασης αρ. 565/2014/ΕΕ; Όταν ένας ιδιωτικός αερομεταφορέας αποφασίζει να αρνηθεί την επιβίβαση ενός επιβάτη λόγω ισχυριζόμενης ανεπάρκειας των ταξιδιωτικών του εγγράφων, κατ' εντολή των αρχών του κράτους μέλους προορισμού, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι ενεργεί ως προέκταση του Κράτους (emanation of State), ώστε ο θιγόμενος ιδιώτης να μπορεί να επικαλείται ευθέως τις διατάξεις της Απόφασης αρ. 565/2014/ΕΕ ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους αναχώρησης κατά του εν λόγω αερομεταφορέα, εφόσον κατέχει θεώρηση ή τίτλο διαμονής που τυγχάνει αμοιβαίας αναγνώρισης βάσει της Απόφασης αρ. 565/2014/ΕΕ; Η.2. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΕΜΠΊΠΤΟΥΝ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΚ) ΑΡΙΘ. 261/2004. Σύμφωνα με το Άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία παροχής σε διάδικο θεραπείας, έστω και αν δεν την αξιώνει ρητά (βλ. Γιαννάκης Πελεκάνος ως Διαχειριστής της Περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. ν Ανδρέα Πελεκάνου
(2006)1 Α.Α.Δ. 390).[3] Όπως σημειώθηκε στην Kennedy Hotels Ltd. v. Haig Indirdjan
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, οι Κυπριακοί δικονομικοί θεσμοί δεν καθιστούν απαραίτητο τον επακριβή προσδιορισμό της θεραπείας η οποία επιδιώκεται, ούτε αποκλείουν την παροχή θεραπείας άλλης από εκείνη η οποία επιζητείται. Εφ' όσο στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως για την παροχή θεραπείας, αυτή μπορεί να αποδοθεί χωρίς να έχει επιζητηθεί. Είναι υπό το φως της προμνησθείσας νομοθετικής διάταξης και της σχετικής νομολογίας, που το παρόν Δικαστήριο έχει στρέψει τη σκέψη του στο ενδεχόμενο να μπορεί να αποδοθεί στον Ενάγοντα θεραπεία δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 295/
- Ο εν λόγω Κανονισμός έχει, σύμφωνα με το Άρθρο 288 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην Άρθρο 249 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας), τα εξής χαρακτηριστικά꞉ έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και έχει άμεση ισχύ σε κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δημιουργεί έννομα αποτελέσματα (δικαιώματα και υποχρεώσεις) δεσμευτικά για αυτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του. Συγχρόνως, ο εν λόγω Κανονισμός είναι δεσμευτικός για το παρόν Δικαστήριο ως μέρος του Ενωσιακού Δικαίου που αποτελεί πηγή του Κυπριακού Δικαίου. Το ερώτημα που απασχολεί το παρόν Δικαστήριο είναι κατά πόσον, υπό το φως των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι υπήρξε απόφαση για άρνηση επιβίβασης κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 261/2004, η οποία να δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα για απόδοση αποζημιώσεων στον Ενάγοντα από τον αερομεταφορέα που θα πραγματοποιούσε την επίδικη πτήση για τη μετάβασή του στο Βουκουρέστι. Σημειώνεται, συναφώς, ότι βάσει του άρθρου 1 του εν λόγω Κανονισμού, προβλέπονται τα ελάχιστα δικαιώματα των επιβατών σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, «άρνησης επιβίβασης παρά τη θέλησή τους». Σχετική η υποπαράγραφος α) της παραγράφου 1 του εν λόγω Άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 261/2004, το οποίο και παραθέτω꞉ «Άρθρο 1 Αντικείμενο
- Ο παρών κανονισμός θεσπίζει, υπό τους ακόλουθους προσδιοριζόμενους όρους, τα ελάχιστα δικαιώματα των επιβατών σε περίπτωση: α) άρνησης επιβίβασης παρά τη θέλησή τους· β) ματαίωσης της πτήσης τους· γ) καθυστέρησης της πτήσης τους.». Για τους σκοπούς εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 261/2004, το άρθρο 2, παράγραφοι α), β) και ι), αντίστοιχα, αποδίδουν συγκεκριμένη έννοια στους όρους «αερομεταφορέας», «πραγματικός αερομεταφορέας» και «άρνηση επιβίβασης», όπως αυτοί παρατίθενται πιο κάτω꞉ «Άρθρο 2 Ορισμοί Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοείται ως: α) "αερομεταφορέας", αεροπορική εταιρεία με έγκυρη άδεια εκμετάλλευσης· β) "πραγματικός αερομεταφορέας", αερομεταφορέας που πραγματοποιεί ή σκοπεύει να πραγματοποιήσει πτήση κατόπιν συμβάσεως με επιβάτη ή για λογαριασμό άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει σύμβαση με τον επιβάτη· [...] ι) "άρνηση επιβίβασης", η άρνηση να μεταφερθούν σε μια πτήση επιβάτες, μολονότι εμφανίσθηκαν προς επιβίβαση υπό τους όρους του άρθρου 3 παράγραφος 2, εκτός εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να μην τους επιτραπεί η επιβίβαση, όπως λόγοι υγείας, ασφάλειας της πτήσης ή αεροπορικής ασφάλειας, ή έλλειψης επαρκών ταξιδιωτικών εγγράφων·». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 3, παράγραφος 5 σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του ιδίου Κανονισμού, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεών του κάθε πραγματικός αερομεταφορέας που παρέχει υπηρεσίες μεταφοράς σε επιβάτες που αναχωρούν από αερολιμένα στο έδαφος κράτους μέλους στο οποίο εφαρμόζεται η Συνθήκη, ανεξαρτήτως του αν συνήφθη σύμβαση μεταξύ του εν λόγω αερομεταφορέα και του επιβάτη. Απλώς, όπως διασαφηνίζεται στο Άρθρο 3, παράγραφος 5 - «Όταν ο πραγματικός αερομεταφορέας που δεν έχει σύμβαση με τον επιβάτη εκπληρώνει υποχρεώσεις του βάσει του παρόντος κανονισμού, λογίζεται ότι το πράττει για λογαριασμό του προσώπου με το οποίο έχει σύμβαση ο συγκεκριμένος επιβάτης.». Σε ό,τι αφορά τους επιβάτες, το Άρθρο 3, παράγραφος 2, οριοθετεί το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 261/2004, κατά τρόπο ώστε να εμπίπτει σε αυτόν κάθε επιβάτης που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις꞉ «α) έχει επιβεβαιωμένη κράτηση στη συγκεκριμένη πτήση και, εκτός από την περίπτωση ματαίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 5, παρουσιάζεται στον έλεγχο εισιτηρίων: - όπως έχει ορίσει και την ώρα που έχει υποδείξει προηγουμένως εγγράφως (ενδεχομένως με ηλεκτρονικά μέσα) ο αερομεταφορέας, ο ταξιδιωτικός πράκτορας ή ο εξουσιοδοτημένος πράκτοράς του, ή, εφόσον δεν προσδιορίζεται ώρα, - το αργότερο σαράντα πέντε λεπτά πριν από την αναγραφόμενη αναχώρηση της πτήσης, ή β) έχει μεταφερθεί από τον αερομεταφορέα ή τον ταξιδιωτικό πράκτορα από την πτήση για την οποία είχε κράτηση σε άλλη πτήση, ανεξαρτήτως αιτίας.». Εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, βάσει του Άρθρου 3, παράγραφος 3, «τα δωρεάν ταξίδια ή τα ταξίδια με μειωμένο ναύλο που δεν διατίθεται άμεσα ή έμμεσα στο κοινό», ενώ εφαρμόζεται ο Κανονισμός «στους επιβάτες που ταξιδεύουν με εισιτήρια που εκδίδονται βάσει προγράμματος τακτικών επιβατών ή άλλων εμπορικών προγραμμάτων ενός αερομεταφορέα ή ταξιδιωτικού πράκτορα». Τέλος, το Άρθρο 3, παράγραφος 4, θέτει ως προϋπόθεση εφαρμογής του Κανονισμού οι επιβάτες να μεταφέρονται με «μηχανοκίνητο αεροσκάφος με σταθερές πτέρυγες». Κρίνω ότι, με βάση τα ευρήματα γεγονότων του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση, η περίπτωση του Ενάγοντος ως «επιβάτη» και της Εναγόμενης αρ. 1 ως του «πραγματικού αερομεταφορέα», καθώς επίσης το είδος του ταξιδιού που θα διενεργούσε ο Ενάγων ως επιβάτης, είναι τέτοια που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 261/
- Το ερώτημα που τίθεται, προδικαστικά προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι κατά πόσον η "άρνηση επιβίβασης", με βάση τον ορισμό του όρου αυτού στο Άρθρο 2, παράγραφος ι) του εν λόγω Κανονισμού, θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να καλύπτει την περίπτωση που η άρνηση επιβίβασης έγινε για λόγους ισχυριζόμενης «έλλειψης επαρκών ταξιδιωτικών εγγράφων», όταν οι λόγοι αυτοί αποδεικνύεται ή/και κρίνεται δικαστικά ότι δεν ευσταθούσαν και άρα «δεν ήταν σοβαροί». Ο λόγος που το παρόν Δικαστήριο φρονεί ότι είναι αβέβαιο αν η ορθή ερμηνεία του Άρθρου 2, παράγραφος ι) είναι ότι εξαιρείται παντελώς από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού η άρνηση επιβίβασης επιβάτη οποτεδήποτε αυτή αποφασίζεται από τον αερομεταφορέα για λόγους που άπτονται της ισχυριζόμενης «έλλειψης επαρκών ταξιδιωτικών εγγράφων» ή αν, αντίθετα, είναι ορθό να ερμηνευθεί ότι είναι δυνατόν να εμπίπει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού η άρνηση επιβίβασης κατ' επίκληση τέτοιου λόγου αποκλεισμού επιβάτη εφόσον αποδειχθεί δικαστικώς αναιτιολόγητος ή αβάσιμος ή ατεκμηρίωτος ο συγκεκριμένος λόγος που προβλήθηκε, έγκειται στη διατύπωση του Άρθρου 4 του ιδίου Κανονισμού, όπου ο Ευρωπαίος Νομοθέτης δεν φαίνεται να είχε στρέψει την προσοχή του στην περίπτωση άρνησης επιβίβασης λόγω ανεπαρκών ταξιδιωτικών εγγράφων. Συγκεκριμένα, το Άρθρο 4 προβλέπει ότι꞉ «Άρθρο 4 Άρνηση επιβίβασης
- Όταν πραγματικός αερομεταφορέας εκτιμά εύλογα ότι θα προβεί σε άρνηση επιβίβασης, αναζητεί κατά πρώτον επιβάτες διατεθειμένους να παραιτηθούν από τις κρατήσεις τους ("εθελοντές") με αντάλλαγμα κάποιο όφελος υπό όρους που θα συμφωνηθούν μεταξύ ενδιαφερόμενου επιβάτη και πραγματικού αερομεταφορέα. Στους εθελοντές παρέχεται βοήθεια σύμφωνα με το άρθρο 8, η οποία είναι επιπρόσθετη των οφελών που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο.
- Εάν δεν παρουσιασθεί αρκετός αριθμός εθελοντών έτσι ώστε να επιτραπεί στους εναπομένοντες επιβάτες με κρατήσεις να επιβιβασθούν στο αεροσκάφος, ο πραγματικός αερομεταφορέας μπορεί τότε να αρνηθεί σε επιβάτες την επιβίβαση παρά τη θέλησή τους.
- Εάν υπάρξει άρνηση επιβίβασης επιβατών παρά τη θέλησή τους, ο πραγματικός αερομεταφορέας τούς αποζημιώνει αμέσως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 και τους παρέχει βοήθεια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9.». Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο επιθυμεί να υποβάλει προδικαστικά στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ερώτημα κατά πόσον, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί δικαστικά με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά μιας υπόθεσης, ότι δεν υφίσταντο «σοβαροί λόγοι» άρνησης επιβίβασης του επιβάτη, διότι η απόφαση για την άρνηση της επιβίβασής του ήταν αναιτιολόγητη ή/και παράνομη ως αντιβαίνουσα το Ευρωπαϊκό δίκαιο ή/και εσφαλμένη, χρειάζεται να αποδειχθεί «αμέλεια»[4] του αερομεταφορέα στη λήψη της απόφασης για άρνηση επιβίβασης του επιβάτη, ή είναι αρκετό να κριθεί ότι εκ των πραγμάτων δεν ευσταθούσαν οι λόγοι αυτοί; Με άλλα λόγια, είναι δυνατό να παραβιάζει τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 261/2004 το Δικαστήριο αν εξαρτά το δικαίωμα χορήγησης αποζημιώσεων για άρνηση επιβίβασης επιβάτη, από τον όρο απόδειξης αμέλειας του αερομεταφορέα ή του αντιπροσώπου του κατά τον έλεγχο της επάρκειας των ταξιδιωτικών εγγράφων; (Το ερώτημα τίθεται έχοντας κατά νου την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 2004 στην υπόθεση C-275/03, Commission v Portugal, η οποία ασφαλώς λήφθηκε υπό διαφορετικό νομοθετικό πλέγμα).[5] Εάν η απάντηση στα πιο πάνω δύο προδικαστικά ερωτήματα είναι - · πρώτον, ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 261/2004 η περίπτωση παραπονούμενου επιβάτη που αποδεικνύει στο Δικαστήριο ότι παράνομα και/ή αναιτιολόγητα και/ή εσφαλμένα ο αερομεταφορέας του αρνήθηκε να επιβιβαστεί στην πτήση, και · δεύτερον, ότι δεν έχει σημασία για σκοπούς υπαγωγής στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 261/2004 το κατά πόσον ο αερομεταφορέας προέβηκε σε όλες τις εύλογες και δέουσες ενέργειες για να ερευνήσει μέσω των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους προορισμού του επιβάτη την επάρκεια ή μη των ταξιδιωτικών εγγράφων του επιβάτη για είσοδό του στο εν λόγω κράτος μέλος, ήτοι ανεξάρτητα του αν ο αερομεταφορέας υπήρξε αμελής ή μη στη λήψη της απόφασης για άρνηση επιβίβασης, τότε το επόμενο ερώτημα που απευθύνεται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι κατά πόσον ένας επιβάτης μπορεί να αποστερηθεί του δικαιώματος σε αποζημίωση που παρέχει το άρθρο 4, παράγραφος 3 σε συνδυασμό με τα άρθρα 7, 8 και 12 του ιδίου Κανονισμού, κατ'επίκληση ρήτρας αποποίησης ή περιορισμού της ευθύνης αερομεταφορέα για την απαγόρευση εισόδου πελάτη σε άλλο κράτος μέλος λόγω ισχυριζόμενης ανεπάρκειας των ταξιδιωτικών εγγράφων του επιβάτη, όπου μια τέτοια ρήτρα υπάρχει στους συνήθεις, και δημοσιευμένους εκ των προτέρων, όρους λειτουργίας ή/και παροχής υπηρεσιών ενός αερομεταφορέα. Συναφώς προς το πιο πάνω ερώτημα, παραπέμπω στο άρθρο 15 του Κανονισμού το οποίο δείχνει να αποκλείει ως απαράδεκτες τις ρήτρες περιορισμού της ευθύνης, για τις περιπτώσεις δικαιούχου αποζημίωσης βάσει των άρθρων 3, παρα. 4, 7, 8 και
- Παραθέτω όλα τα προαναφερθέντα άρθρα꞉ «Άρθρο 4, παρα.
- Εάν υπάρξει άρνηση επιβίβασης επιβατών παρά τη θέλησή τους, ο πραγματικός αερομεταφορέας τούς αποζημιώνει αμέσως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 και τους παρέχει βοήθεια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9.». Άρθρο 7 Δικαίωμα αποζημίωσης
- Όταν γίνεται παραπομπή στο παρόν άρθρο, ο επιβάτης λαμβάνει αποζημίωση ύψους: α) 250 ευρώ για όλες τις πτήσεις έως και 1500 χιλιομέτρων· β) 400 ευρώ για όλες τις ενδοκοινοτικές πτήσεις άνω των 1500 χιλιομέτρων και όλες τις άλλες πτήσεις μεταξύ 1500 και 3500 χιλιομέτρων· γ) 600 ευρώ για όλες τις πτήσεις που δεν εμπίπτουν στα στοιχεία α) ή β). Για τον προσδιορισμό της σχετικής απόστασης, λαμβάνεται ως βάση ο τελευταίος προορισμός στον οποίο ο επιβάτης θα φθάσει καθυστερημένα μετά την προγραμματισμένη ώρα εξαιτίας της άρνησης επιβίβασης.
- Όταν προσφέρεται στους επιβάτες μεταφορά στον τελικό τους προορισμό με άλλη πτήση σύμφωνα με το άρθρο 8, η ώρα άφιξης της οποίας δεν υπερβαίνει την προγραμματισμένη ώρα άφιξης της πτήσης για την οποία είχε αρχικά κρατηθεί η θέση κατά: α) δύο ώρες για όλες τις πτήσεις έως 1500 χιλιομέτρων, ή β) τρεις ώρες προκειμένου για όλες τις ενδοκοινοτικές πτήσεις άνω των 1500 χιλιομέτρων και για όλες τις άλλες πτήσεις μεταξύ 1500 και 3500 χιλιομέτρων, ή γ) τέσσερις ώρες προκειμένου για όλες τις πτήσεις που δεν εμπίπτουν στα στοιχεία α) ή β), ο πραγματικός αερομεταφορέας μπορεί να μειώσει την αποζημίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 κατά 50 %.
- Η αποζημίωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καταβάλλεται σε ρευστό, με ηλεκτρονικό τραπεζικό έμβασμα, με τραπεζική εντολή ή επιταγή, ή, εφόσον συμφωνήσει ενυπογράφως ο επιβάτης, με ταξιδιωτικά κουπόνια (voucher) ή/και άλλες υπηρεσίες.
- Οι αποστάσεις που δίδονται στις παραγράφους 1 και 2 μετρούνται με τη μέθοδο της μεγιστοκύκλιας διαδρομής. Άρθρο 8 Δικαίωμα επιστροφής χρημάτων ή μεταφοράς με άλλη πτήση
- Όταν γίνεται παραπομπή στο παρόν άρθρο, παρέχεται στον επιβάτη η δυνατότητα να επιλέξει: α) - την εντός επτά ημερών επιστροφή, με τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3, του πλήρους αντιτίμου του εισιτηρίου του, στην τιμή που το αγόρασε, για το μέρος ή τα μέρη του ταξιδιού που δεν πραγματοποιήθηκαν και για το μέρος ή τα μέρη του ταξιδιού που ήδη πραγματοποιήθηκαν, εφόσον η πτήση δεν εξυπηρετεί πλέον κανένα σκοπό σε σχέση με το αρχικό ταξιδιωτικό του σχέδιο, καθώς επίσης, αν συντρέχει η περίπτωση: - πτήση επιστροφής στο αρχικό σημείο αναχώρησής του το νωρίτερο δυνατόν· β) τη μεταφορά του με την ενωρίτερη δυνατή πτήση, υπό συγκρίσιμες συνθήκες μεταφοράς, στον τελικό του προορισμό, ή γ) τη μεταφορά του, υπό συγκρίσιμες συνθήκες μεταφοράς, στον τελικό του προορισμό άλλη ημέρα που τον εξυπηρετεί εφόσον υπάρχει διαθεσιμότητα θέσεων.
- Η παράγραφος 1 στοιχείο α) εφαρμόζεται και στους επιβάτες η πτήση των οποίων αποτελεί μέρος οργανωμένου ταξιδιού, εκτός καθ' όσον αφορά το δικαίωμα επιστροφής χρημάτων, όταν γεννάται δυνάμει της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ.
- Σε περίπτωση που μια πόλη ή μια περιοχή εξυπηρετείται από περισσότερα του ενός αεροδρόμια, όταν ο πραγματικός αερομεταφορέας προσφέρει σε έναν επιβάτη μια πτήση προς άλλο αεροδρόμιο από εκείνο για το οποίο είχε γίνει η κράτηση, ο πραγματικός αερομεταφορέας αναλαμβάνει το κόστος μεταφοράς του επιβάτη από το αεροδρόμιο αυτό είτε ως εκείνο για το οποίο είχε γίνει η κράτηση είτε, με τη σύμφωνη γνώμη του επιβάτη, σε άλλο κοντινό προορισμό. Άρθρο 12 Περαιτέρω αποζημίωση
- Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τα δικαιώματα του επιβάτη για περαιτέρω αποζημίωση. Η χορηγούμενη δυνάμει του παρόντος κανονισμού αποζημίωση μπορεί να εκπίπτει από την τυχόν περαιτέρω αποζημίωση.
- Με την επιφύλαξη των οικείων αρχών και κανόνων εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της νομολογίας, η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στους επιβάτες που παραιτήθηκαν εθελουσίως από κράτηση σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1.». Άρθρο 14 Υποχρέωση ενημέρωσης των επιβατών για τα δικαιώματά τους
- Ο πραγματικός αερομεταφορέας εξασφαλίζει ότι κατά τον έλεγχο των εισιτηρίων υπάρχει ανηρτημένη με ευδιάκριτο για τους επιβάτες τρόπο ευανάγνωστη γνωστοποίηση, η οποία περιέχει το ακόλουθο κείμενο: "Σε περίπτωση που σας αρνηθούν την επιβίβαση ή σε περίπτωση ματαίωσης ή δίωρης τουλάχιστον καθυστέρησης της