← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην Marfin Popular Bank Public Co. Ltd) ν. Νικολάου κ.α., ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 647/12, 8/6/2018

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην Marfin Popular Bank Public Co. Ltd) ν. Νικολάου κ.α., ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 647/12, 8/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 647/12 ΜΕΤΑΞΥ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην Marfin Popular Bank Public Co. Ltd) Εναγόντων και

  1. XXXXX Νικολάου
  2. XXXXX Κωνσταντίνου
  3. XXXXX Ζιντίλη
  4. XXXXX Δημοσθένους Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 8.6.2018 Εμφανίσεις꞉ Για Εναγόμενο αρ 4 - Αιτητή꞉ κα Κυμίτρη, για Μ. Χ. Μυλωνάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση꞉ κα Μ Παρπούνα, για Ανδρέα Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΑΡ. 4 - ΑΙΤΗΤΗ ΗΜΕΡ. 19/1/2018 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ------------------------------------------------------ Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.25 Θ.1 έως 5 και Δ.48 Θ.2, 3 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, τη νομολογία και τη δικαστική πρακτική, οι Εναγόμενοι - Αιτητές (στο εξής «οι Αιτητές») εξαιτούνται άδεια να τροποποιήσουν την Έκθεση Υπεράσπισης ως εξής꞉ Α) Άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει την τροποποίηση της Υπεράσπισης, ως ακολούθως: 1) Δια της προσθήκης ευθύς μετά το τέλος της παραγράφου 3, επέκταση της εν λόγω παραγράφου ως ακολούθως : «Ο Εναγόμενος 4 περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδεμία σχέση και/ή επαφή και/ή επικοινωνία, είχε και/ή έχει με την Εναγόμενη 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 και/ή την Εναγόμενη
  5. Παράλληλα ισχυρίζεται ότι ουδεμία σχέση και/ή επαφή και/ή επικοινωνία, είχε με την Ενάγουσα και τους υπαλλήλους της για να κατέστη και/ή να είναι ιδιοκτήτης του οχήματος μάρκας Mercedes υπ'αρ. εγγραφής XXXXX
  6. Ο Εναγόμενος καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της». 2) Δια της προσθήκης ευθύς μετά το τέλος της παραγράφου 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης, επέκταση της εν λόγω παραγράφου ως ακολούθως : «Συγκεκριμένα είναι η θέση του Εναγόμενου 4 ότι η αναφερόμενη συμφωνία ενοικιαγοράς είναι αποτέλεσμα πλαστογραφίας, δόλου, απάτης, παραποίησης προσωπικών δεδομένων, παραβίαση ιδιωτικής ζωής και άλλων ποινικών αδικημάτων της Ενάγουσας, των υπαλλήλων της και/ή των συνεργατών τους, τα οποία ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι καθιστούν την σύμβαση εγγύησης άκυρη και μη εκτελεστή καθότι η Ενάγουσα παράβηκε τις πρόνοιες της νομοθεσίας ως ακολούθως : α) Tην προστασία των εγγυητών και ειδικότερα τα άρθρα 4, 5 και 12 του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197(Ι)/2003) και συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του άρθρου 4.1, 5(α) και (β), 12.1, 12.2, 12.3 (α) και (β) του ρηθέντος Νόμου. Ειδικότερα ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που η Εναγόμενη 1 και η Ενάγουσα προέβησαν στην εν λόγω συμφωνία ενοικιαγοράς ο Εναγόμενος 4 δεν ενημερώθηκε και/ή συμφώνησε και/ή εγγυήθηκε και/ή υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία εγγύησής και/ή υποχρέωσης και/ή κάλυψη και/ή αποζημίωσης. Ο Εναγόμενος 4 περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδεμία σχέση και/ή επαφή και/ή επικοινωνία, είχε και/ή έχει με την Εναγόμενη 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 και/ή την Εναγόμενη
  7. Είναι η θέση του Εναγόμενου 4 ότι η υπογραφή και/ή τα λοιπά στοιχεία είναι πλαστά και/ή ψευδή και/ή αναληθή και περαιτέρω άνευ βλάβης των προηγούμενων ισχυρισμών του και ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι σκοπίμως η Ενάγουσα και οι υπάλληλοι της δεν ακολούθησαν την ορθή διαδικασία και/ή ενημέρωση και/ή επεξεργασία και/ή εξακρίβωση των στοιχείων και/ή υπογραφών και/ή πληροφοριών και/ή δεδομένων που δόθηκαν σε αυτήν. β) Την προστασία προσωπικών δεδομένων και ειδικότερα τα άρθρα 4.1(β), 4.1(δ), 5

(1), 11
(1)(β) και 11
(2)(α) του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία Του Ατόμου) Νόμος 138(Ι)2001. Είναι η θέση του Εναγόμενου 4 ότι η χρήση των στοιχείων του υποκαταστήματος Ιδαλίου, η διεύθυνση, ταχυδρομικός κωδικός, αριθμός ταυτότητας, ημερομηνία γέννησης και το όνομα του Εναγόμενου 4 όπως αναγράφεται στην ταυτότητα του δόθηκαν για σκοπούς δημιουργίας λογαριασμού στο Δάλι, από την περίοδο την οποία ήταν φοιτητής, τον οποίο δεν χρησιμοποιούσε, και εν αγνοία του, χωρίς την συγκατάθεση του και επικαιροποίηση των στοιχείων του, έτυχαν χρήσης στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς. γ) Τις Διαδικασίες για πρόληψη αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και ειδικότερα τα άρθρα 58(α), (β), (γ), (δ), (ε), (στ) και (η), 60 (α), (β), (γ) και (δ), 61
(1)(α) και 61
(1)(δ), 62
(1), 62
(5)και 62
(6), 64
(1)(α)(i) και 64
(2)του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 (188(I)/2007). Ο Εναγόμενος 4 επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του της παραγράφου 4(α), και παράλληλα δηλώνει ότι η υπογραφή του είναι προϊόν πλαστογραφίας, τα στοιχεία του εργοδότη του, επαγγέλματος και αριθμός κινητού τηλεφώνου είναι ψευδή. Παράλληλα το ποσό για τον ζητούμενο μισθό είναι κενό, πράγμα το οποίο υποδηλώνει άγνοια από πλευράς της Ενάγουσας και των υπαλλήλων της των οικονομικών απολαβών και δυνατοτήτων του Εναγόμενου 4, και συνεπώς δεν δικαιολογούσε την σύνταξη και προώθηση της αίτησής συμβολαίου ενοικιαγοράς. δ) Του άρθρου 8, του Ο Περί Καταναλωτικής Πίστης (Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών) Νόμος του 2001
(39)(Ι)/2001, ως προς τον τύπο και το περιεχόμενο συμφωνιών ενοικιαγοράς. ε) Την ανεπαρκή τήρηση ορθών διαδικασιών ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι όλες οι εγκρίσεις πίστεως γίνονται με άρτιο και ασφαλή τρόπο, κατά παράβαση των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, Κατευθυντήριες Γραμμές προς τις Τράπεζες Αναφορικά με την διαχείριση του Πιστωτικού Κινδύνου. στ) Των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, Κατευθυντήριες Γραμμές προς τις Τράπεζες Αναφορικά με την Διαχείριση του Λειτουργικού Κινδύνου. Συνοψίζοντας η Ενάγουσα και οι υπάλληλοι της προέβησαν :
  1. Σε σύνταξη συμφωνίας ενοικιαγόρας εν αγνοία του Εναγόμενου 4
  2. Χρήση μη επικαιροποιημένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία κατείχε η Ενάγουσα από προηγούμενες συναλλαγές του Εναγόμενου 4, χωρίς την ενημέρωση, σύμφωνη γνώμη και έγκριση του εναγόμενου
  3. Παραποίηση προσωπικών δεδομένων με απώτερο στόχο την εκτέλεση συμφωνίας ενοικιαγόρας για άγνωστα πρόσωπα χωρίς την ενημέρωση και σύμφωνη γνώμη του Εναγόμενου
  4. Μονομερή σύνταξη σύμβασης εγγύησης για αγορά μεταχειρισμένου οχήματος, με υπερεκτιμημένη αξία, χωρίς την ενημέρωση και σύμφωνη γνώμη του Εναγόμενου
  5. Μελέτη και εκτέλεση συμβολαίου χρηματοδότησης ενάντια σε όλες τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και της σχετικής νομοθεσίας.
  6. Εσκεμμένη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία, και ψυχολογική βία, με απώτερο σκοπό και στόχο να υποκύψει ο Εναγόμενος 4, στις οικονομικές απαιτήσεις τους.
  7. Δόλια άρνηση παραχώρησης οποιουδήποτε αντίγραφου σχετιζόμενο με την σχετική συμφωνία ενοικιαγόρας και τον εναγόμενο 4, με απώτερο σκοπό και στόχο να υποκύψει ο Εναγόμενος 4 στις ποινικά κολάσιμες οικονομικές απαιτήσεις τους.
  8. Κατάφορη παραβίαση της ιδιωτικής ζωής του Εναγόμενου 4». 3) Δια της προσθήκης ευθύς μετά το τέλος της παραγράφου 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης, επέκταση της εν λόγω παραγράφου ως ακολούθως : «Ο Εναγόμενος 4 περαιτέρω επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του όπως αυτοί φαίνονται στην παράγραφο 4 ανωτέρω». 4) Δια της προσθήκης ευθύς μετά το τέλος της παραγράφου 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης, επέκταση της εν λόγω παραγράφου έως ακολούθως, «Ο Εναγόμενος 4 καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της και περαιτέρω επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του όπως αυτοί φαίνονται στην παράγραφο 4 ανωτέρω». 5) Δια της προσθήκης στο τέλος της παραγράφου 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης, επέκταση της εν λόγω παραγράφου ως ακολούθως꞉ «Ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε ενημέρωση και/ή ειδοποίηση σχετικά με την αίτηση, σύνταξη, μελέτη και έγκριση της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγόρας και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε ειδοποίηση και/ή ενημέρωση και/ή γνώση λόγω του ότι δεν ήταν μέρος και/ή εγγυητής και/ή καταναλωτής της Ενάγουσας. Είναι δε ισχυρισμός του Εναγόμενου 4 ότι δεν θα μπορούσε να παραβιάσει σύμβαση και/ή συμβόλαιο για το οποίο δεν έχει γνώση και/ή είναι μέρος αυτού και/ή έχει υπογράψει και/ή έχει δώσει την συγκατάθεση του, και περαιτέρω επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του όπως αυτοί φαίνονται στην παράγραφο 4 ανωτέρω». 6) Δια της προσθήκης στο τέλος της παραγράφου 9 νέας πρότασης, επέκταση της εν λόγω παραγράφου έως ακολούθως, «Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αγνοεί το περιεχόμενο της παραγράφου 13 της Έκθεσής Απαιτήσεως καθότι καμία σχέση δεν έχει και/ή είχε με την Εναγόμενη 3 και/ή με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς και γι' αυτό το λόγο δεν μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή ενέργειες και/ή κινήσεις της Εναγόμενης 3». 7) Με την διαγραφή στην παράγραφο 13 Α του σημείου ο «Εναγόμενος 2» και την αντικατάσταση αυτού με την φράση ο «Εναγόμενος 4». 8) Δια της προσθήκης στην παράγραφο Β το σημείο «Δ. Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις». Β) Τα έξοδα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση των Εναγομένων περιέχονται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 14.11.2017, του κ. XXXXX Δημοσθένους εκ Λευκωσίας. Παραθέτω: Είμαι ο Εναγόμενος 4 - Αιτητής στην παρούσα αγωγή και προβαίνω στην παρούσα Ένορκη Δήλωση. Για όσα πιο κάτω καλόπιστα αναφέρω έχω άμεση γνώση των γεγονότων και λαμβάνω επίσης συμβουλή εκ των δικηγόρων μου. Για όσα δεν έχω άμεση γνώση αναφέρω την πηγή πληροφόρησης μου. Κατά την προετοιμασία της Ακρόασης της Αγωγής και την συλλογή των εγγράφων και αλληλογραφίας των μερών στην παρούσα αγωγή, ενημέρωσα τους δικηγόρους μου για την απουσία αντίγραφου του συμβολαίου ενοικιαγοράς και άλλων σχετικών εγγράφων, και τις προσπάθειες τις οποίες κατέβαλα ανεπιτυχώς όλα αυτά τα χρόνια για να πάρω τα σχετικά αντίγραφα. Παράλληλα εντοπίσθηκε ότι εκ παραδρομής δεν είχαν περιληφθεί ισχυρισμοί από τους προηγούμενους δικηγόρους μου οι οποίοι είναι ουσιώδεις και αναγκαίοι για την προώθηση της υπεράσπισης μου. Ως προκύπτει από τους ισχυρισμούς που προωθούνται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να προστεθούν στην έκθεση υπεράσπισης η συμπερίληψη τους είναι αναγκαία προκειμένου να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που στηρίζουν την υπεράσπιση μου. Συγκεκριμένα εν αγνοία μου δεν συμπεριλήφθηκαν ορισμένοι ισχυρισμοί μου ότι δεν έχω σχέση ή επαφή με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς καθώς και το ότι ουδέποτε υπέγραψα σε οποιαδήποτε Τράπεζα, υποκατάστημα αυτής ή αλλού, έντυπα για να τεθώ ως εγγυητής για το αναφερόμενο επίδικο όχημα. Περαιτέρω δεν είχαν αναφερθεί οι ισχυρισμοί μου ότι δεν έχω επικοινωνία και ούτε είχα ποτέ με τον πρωτοφειλέτη και τους λοιπούς εναγόμενους. Θεωρώ ότι όλες οι πληροφορίες πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να είμαι σε θέση να παραθέσω επακριβώς την υπεράσπιση μου στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω, ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, η παράλειψη συμπερίληψης των εν λόγω ισχυρισμών θα επιφέρει μεγάλη αδικία εις βάρος μου, θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα μου, και θα στερηθώ του δικαιώματος διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Ο λόγος που προχώρησα τώρα στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης τροποποίησης είναι γιατί ανάγνωσα για πρώτη φόρα την συμφωνία ενοικιαγόρας στις 17 Οκτωβρίου 2017 όπου και παραλάβαμε σχετικά αντίγραφα από τους δικηγόρους της Ενάγουσας, μετά από απόφαση του σεβαστού Δικαστηρίου στις 02/10/2017, όπου και επιβεβαιώθηκαν όλες οι υποψίες μου. Παράλληλα το συμβόλαιο περιέχει προσωπικά μου στοιχεία τα οποία κατείχε η τράπεζα ιστορικά, και χρησιμοποιήθηκαν εν αγνοία μου και χωρίς την συγκατάθεση μου. Με την ανάγνωση των εγγράφων που παραλήφθηκαν στις 17 Οκτωβρίου 2017, προέβηκα και σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία και συγκεκριμένα στο ΤΑΕ Λάρνακας για πλαστογραφία της υπογραφής μου, με αριθμό καταχώρησης καταγγελίας 120/10/
  9. Για τον λόγο αυτό πιστεύω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν απαραίτητη την τροποποίηση υπεράσπισης μου για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, η αιτούμενη τροποποίηση δεν θέτει νέα βάση αγωγής, καθώς προσπάθεια μας είναι η περαιτέρω επεξήγηση και ανάλυση της αόριστης μη παραδοχής μου στην κατατεθειμένη Έκθεση Υπεράσπισης και δεν πρόκειται να δημιουργήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στην Ενάγουσα η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την απόδοση των εξόδων που θα προκύψουν δυνάμει της παρούσας αίτησης. Η δε απόρριψη της παρούσας αίτησης, θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημία στην υπεράσπιση της υπόθεσης μου και θα μου αποστερήσει το δικαίωμα διεξαγωγής δίκαιης δίκης και αποτελεσματικής απονομής δικαιοσύνης. Συνεπώς εκ των ανωτέρω, ως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, και ενόψει του γεγονότος ότι η ακρόαση της ως άνω Αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει, είναι δίκαιο, εύλογο και ορθό υπό τις περιστάσεις να δοθεί η αιτούμενη άδεια προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων θεμάτων στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ Η πλευρά των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.21, Δ.23 Θ.2, Δ.25 Θ.1-6, Δ.27, Δ.39 Θ.1-21, Δ.48 Θ. 1 - 13, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64 Θ.1-2 ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στον περί Ερμηνείας Νόμο, στις Αρχές της Νομολογίας, στις Αρχές της Επιείκειας και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και/ή λανθασμένη. Η αίτηση είναι γενική και/ή αόριστη και/ή αστήρικτη. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη. Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις επηρεάζουν δυσμενώς τους Καθ' ων η αίτηση κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα και/ή εκπρόθεσμα. Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη και αποσκοπεί στην περαιτέρω περιπλοκή της αγωγής. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση είναι αναληθή και προβάλλονται με τρόπο παραπλανητικό. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα έπρεπε να ήταν γνωστές και/ή ήταν γνωστές και έπρεπε να είχαν επιδιωχθεί σε πολύ προγενέστερο στάδιο. Η αίτηση υποβλήθηκε αφού η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο που θα άρχιζε η ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Επιχειρείται η δικογράφηση ισχυρισμών οι οποίοι είναι σε αντίθεση με την ήδη δικογραφημένη θέση των Αιτητών και/ή παραδοχές στις οποίες προέβηκαν. Ο αιτητής επιδιώκει αλλαγή στην γραμμή υπεράσπισης του. Ο ομνύοντας δεν αιτιολογεί γιατί υποβλήθηκε τόσο καθυστερημένα και/ή εκπρόθεσμα η αίτηση τροποποίησης. Η αίτηση καταχωρήθηκε με σκοπό την αναβολή της ακρόασης και/ή την καθυστέρηση της προώθησης της υπόθεσης. Η ένορκη δήλωση φέρει προγενέστερη ημερομηνία από την αίτηση που συνοδεύει. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του κου XXXXX Νικολάου, από την Λάρνακα.
  1. «Μέχρι την 28η Μαρτίου 2013 βρισκόμουν στην υπηρεσία της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και από την 29η Μαρτίου 2013 βρίσκομαι στην υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ όπου μεταφέρθηκα δυνάμει των προνοιών του Διατάγματος ΚΔΠ 104/2013 το οποίο εκδόθηκε την 29η Μαρτίου 2013 και με αυτή μου την ιδιότητα γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και από τα έγγραφα που έχω στην κατοχή μου αλλά και από πληροφορίες και νομική συμβουλή που έλαβα από τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση. Είμαι περαιτέρω δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους καθ' ων η αίτηση να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους τους και είναι εξ' όσων γνωρίζω και πιστεύω, τα κατωτέρω, ορθά και αληθή. Έχω διαβάσει τους λόγους ένστασης που περιλαμβάνονται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασης τους οποίους αποδέχομαι και υιοθετώ στο σύνολό τους. Έχω διαβάσει την επίδικη αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και αρνούμαι το περιεχόμενο τους στο σύνολο τους εκτός όπου αναφέρω το αντίθετο. Αρνούμαι τις παραγράφους 1 και 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι πρόκειται για μία υπόθεση πολύ παλαιά με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό ο αιτητής και οι δικηγόροι του μόλις πρόσφατα να ανακάλυψαν ότι δεν είχαν στην κατοχή τους, ως ισχυρίζεται ο αιτητής, κάποια από τα έγγραφα και ότι η υπεράσπιση και ανταπαίτηση του αιτητή έχρηζε τροποποίησης. Περαιτέρω, ο αιτητής δεν αναφέρει ακριβώς το χρονικό σημείο κατά το οποίο έγινε αντιληπτή η απουσία ισχυρισμών από το δικόγραφο του προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να αντιληφθεί αν καταχωρήθηκε εγκαίρως η επίδικη αίτηση πράγμα το οποίο αρνούμαι. Αρνούμαι τις παραγράφους 3 και 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι δεν είναι δυνατό εδώ και 6 χρόνια ο αιτητής να μην διάβασε το δικόγραφο που καταχωρήθηκε εκ μέρους του και μόλις τώρα να αντιλήφθηκε την απουσία ισχυρισμών και σε κάθε περίπτωση η αναφορά του αιτητή στην παράγραφο 3 ότι εν αγνοία του κάποιοι ισχυρισμοί δεν περιλήφθηκαν, είναι αντιφατική με την παράγραφο 2 όπου αναφέρει ότι αυτοί δεν περιλήφθηκαν εκ παραδρομής. Πως είναι δυνατό να γνωρίζει ότι εκ παραδρομής δεν περιλήφθηκαν ότι πλέον δεν εκπροσωπείται από το δικηγόρο που καταχώρησε την υπεράσπιση του και ανταπαίτηση του; Είναι ολοφάνερο ότι ο αιτητής προκειμένου να καθυστερήσει την προώθηση της υπόθεσης των εναγόντων ενεργεί κακόπιστα και καταχρηστικά και καταχωρεί τις επίδικες αιτήσεις χωρίς να υπάρχει ουσιαστικό ζήτημα προς εκδίκαση. Αρνούμαι την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η εν λόγω παράγραφο αποκαλύπτει την κακοπιστία και καταχρηστικότητα του αιτητή αφού παραδέχεται ότι δεν προέβηκε στην επίδικη αίτηση γιατί δήθεν αντιλήφθηκε ότι δεν συμπεριλήφθηκαν κάποιοι από τους ισχυρισμούς του αλλά αντίθετα δήθεν το έπραξε λόγω των εγγράφων που έλαβε και προέβηκε σε σχετική καταγγελία. Είναι ολοφάνερο ότι η αγωγή εκκρεμεί εδώ και 6 χρόνια αφού έχει καταχωρηθεί το 2012 ενώ επιδόθηκε στον αιτητή 10.05.2012 οπόταν και ο αιτητής θα έπρεπε να προβεί σε όλα τα σχετικά διαβήματα μόλις έλαβε γνώση της ύπαρξης της αγωγής και όχι προβαίνει σε υποτιθέμενες καταγγελίες (για τις οποίες κανένα τεκμήριο επισύναψε στην αίτηση), λίγες μέρες πριν την έναρξης της ακρόασης της αγωγής. είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι κανένας από τους ισχυρισμούς του αιτητή ευσταθεί ο οποίος απλά επιδιώκει να αποφύγει τις υποχρεώσεις τους τώρα που συνειδητοποίησε ότι θα άρχιζε η ακρόαση της αγωγής καθότι γνωρίζει ότι για τους εναγομένους 1, 2 και 3 έχουν εκδοθεί Δικαστικές αποφάσεις από τις 14.06.
  2. Σημειώνω την παραδοχή του αιτητή στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση αναφορικά με το ότι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων η ενάγουσα δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με την απόδοση εξόδων και λέγω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις επηρεάζουν δυσμενώς τους Καθ' ων η αίτηση κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα αφού θα προκληθεί τεράστια καθυστέρηση στην υπόθεση τους με αποτέλεσμα την παραβίαση συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους. Κατά τα λοιπά, αρνούμαι την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι σε αντίθεση με τις αναφορές του αιτητή, είναι ολοφάνερο ότι επιχειρείται η δικογράφηση ισχυρισμών οι οποίοι είναι σε αντίθεση με την ήδη δικογραφημένη θέση του αιτητή και τις παραδοχές στις οποίες προέβηκε με αποτέλεσμα να προκύπτει ότι ο αιτητής επιδιώκει αλλαγή στην γραμμή υπεράσπισης του. Συγκεκριμένα, τόσο στην παράγραφο 9 της υπεράσπισης του όσο και στην παράγραφο 13Α της ανταπαίτησης του, ο αιτητής παραδέχεται ότι εγγυήθηκε έτσι όπως αναλυτικά αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων. Επιπλέον, οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι πέραν της τεράστιας καθυστέρησης από πλευράς του αιτητή ο οποίος γνώριζε από το 2012 τις θέσεις των καθ' ων η αίτηση, η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε και εκπρόθεσμα σε σχέση με τις οδηγίες που δόθηκαν για την καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Συγκεκριμένα και ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι των καθ' ων η αίτηση, στις 21.11.2017 οπόταν και διαπιστώθηκε η συμμόρφωση των καθ' ων η αίτηση σε σχετική απόφαση του Δικαστηρίου για προηγούμενη αίτηση του αιτητή, η αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση καθότι επρόκειτο για μία πολύ παλαιά υπόθεση και δόθηκε συγκεκριμένη προθεσμία για την καταχώρηση της επίδικης αίτησης ούτως ώστε να ξεκινούσε άμεσα η ακρόαση της ουσίας. Καταχρηστικά, κακόπιστα, κατά παράβαση των οδηγιών του Δικαστηρίου και με μοναδικό σκοπό την αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης, η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα μόλις 10 ημέρες πριν την έναρξη της ακρόασης. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση λοιπόν ότι μόνο και μόνο για τη συμπεριφορά που επέδειξε ο αιτητής, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί όταν μάλιστα δε δόθηκε καμία αιτιολογία και όταν κυρίως, στην αίτηση του για περαιτέρω αποκάλυψη γνώριζε ήδη ότι θα προέβαινε σε αίτηση τροποποίησης και το ανέφερε ως λόγο για να εκδίδονταν τότε τα σχετικά διατάγματα (παράγραφος 5 ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 02.03.2017). Πέραν των πιο πάνω, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει καθότι η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει φέρει προγενέστερη ημερομηνία της αίτησης με αποτέλεσμα ο ομνύοντας ουσιαστικά να ορκίστηκε επί ανύπαρκτης αίτησης και η τελευταία να παραμένει αόριστη και αστήρικτη και ως τέτοια να πρέπει να απορριφθεί. Συμπληρωματικά, στην αίτηση δεν αναφέρεται η ημερομηνία της ένορκης δήλωσης επί της οποία στηρίζεται η αίτηση και κάτι τέτοιο δημιουργεί περισσότερο πρόβλημα και εντείνει το ήδη παράτυπο και αντικανονικό της αίτησης.
  3. Καταληκτικά, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη αφού η νομική της βάση είναι ελλιπής.
  4. Αρνούμαι την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και επαναλαμβάνοντας όλα τα ανωτέρω αλλά και τους λόγους που περιλαμβάνονται στο σώμα της ένστασης λέγω ότι η αίτηση είναι αδικαιολόγητη, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται είναι αναληθή και προβάλλονται με τρόπο παραπλανητικό με αποτέλεσμα να μην είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για αυτά και αξιώνω απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Διαταγή 25, όπως ισχύει αναφορικά με αγωγές που καταχωρήθηκαν πριν την 1.1.2015, προβλέπει ότι: «
  5. Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιον τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.». Στην Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερομηνίας 4/3/2013, το Ανώτατο Δικαστήριο, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, συνόψισε τις εν λόγω αρχές με αναφορά στα πιο κάτω αποσπάσματα από τις υποθέσεις Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Clive Preece) "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος, μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου.) Μέσα στο πιο πάνω πλαίσιο της παλαιάς Δ.25, ακόμη και εκεί όπου η απαιτούμενη τροποποίηση είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, η αίτηση τροποποίησης είναι δυνατό να εγκριθεί, νοουμένου ότι δεν θα προκαλέσει αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη κ.α., Πολιτική Έφεση 79/2009, 4.5.2012). Τούτο, βεβαίως, εφόσον ο αιτητής, δεν ενεργεί κακόπιστα. Σχετικά με τον παράγοντα της καθυστέρησης, στην απόφαση ημερ. 20.3.2014 στις Πολιτικές Εφέσεις 137/13 και 138/13, IKOS CIF LTD v Martin Coward, λέχθηκαν τα εξής꞉ «(σ)ταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).». Τέλος, στην πιο πάνω απόφαση IKOS CIF LTD επισημάνθηκε ότι- «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Στην Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε ότι στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιµάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγµατος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Είναι σημαντικό να συνεκτιμηθεί ο συνολικός χρόνος που διέρρευσε μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης και η συμπεριφορά που επέδειξε η πλευρά του Εναγομένου αρ.. 4 κατά το διάστημα αυτό, προκειμένου το Δικαστήριο να αποφασίσει δίκαια επί της αίτησης. Αντλώντας στοιχεία από το Δικαστικό φάκελο, επισημαίνω τα εξής꞉ Το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 24.2.2012 και επιδόθηκε στον Εναγόμενο αρ. 4 στις 10.5.
  1. Ο Εναγόμενος αρ. 4 καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 24.5.2012 μέσω δικηγόρου, άλλου από αυτόν που τον εκπροσωπεί σήμερα. Η Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγόμενου αρ. 4 καταχωρήθηκε στις 10.6.
  2. Η Απάντηση των Εναγόντων καταχωρήθηκε στις 19.6.2013 και τότε έκλεισαν τα δικόγραφα. Οριστηκε πρώτη φορά για οδηγίες η υπόθεση όσον αφορά τον Εναγόμενο αρ. 4 στις 24.10.2013 και δόθηκαν οδηγίες για αποκάλυψη εγγράφων. Οι Ενάγοντες αποκάλυψαν τα έγγραφα που θα χρησιμοποιούσαν στη δίκη, περιλαμβανομένης της συμφωνίας ενοικιαγοράς, ημερ. 21.9.2009, με ένορκη δήλωση ημερ. 26.11.
  3. Ο Εναγόμενος αρ. 4 καταχώρισε τη δική του ένορκη δήλωση αποκάλυψης στις 12.12.
  4. Στις 12.12.2013 ορίστηκε πρώτη φορά για έναρξη ακρόασης η αγωγή στις 21.5.
  5. Ακολούθησαν κάποιες αναβολές της ακρόασης με αιτήματα που προέρχονταν από πλευράς των Εναγόντων. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 30.6.2016, ημέρα κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο συνήγορος του Εναγομένου αρ. 4 ζήτησε άδεια να αποσυρθεί από δικηγόρος του και αναβλήθηκε η ακρόαση για τις 30.11.
  6. Την 1.9.2016 ανέλαβε την εκπροσώπηση του Εναγομένου αρ. 4 ο νυν δικηγόρος. Ζήτησε αναβολή της ακρόασης στις 30.11.2016 επικαλούμενος ότι από 1.9.2016 που ανέλαβε το χειρισμό της, εξακολουθούσε να μην έχει λάβει οποιαδήποτε έγγραφα που αφορούν στην υπόθεση αυτή. Αναβλήθηκε η ακρόαση για τις 11.5.
  7. Στις 2.3.2017 ο Εναγόμενος αρ. 4 καταχώρισε μέσω του νέου συνηγόρου του αίτηση για αποκάλυψη και προσαγωγή διαφόρων εγγράφων, μεταξύ αυτών και την συμφωνία ενοικιαγοράς. Καταχωρήθηκε ένσταση από τους Ενάγοντες, και έτσι η αίτηση δικάστηκε με το Δικαστήριο να εκδίδει απόφαση στις 2.10.2017, κρίνοντας ότι η αποκάλυψη ήταν εκ του περισσού, αφού επρόκειτο για έγγραφο που είχε προ πολλού αποκαλυφθεί, αλλά επιτράπηκε και διατάχθηκε η προσαγωγή του, εφόσον είχε προηγηθεί στις 23.12.2016 η αποστολή Ειδοποίησης Προσαγωγής προς τους Ενάγοντες με την οποία εκείνοι δεν είχαν συμμορφωθεί. Με την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, ημερ. 2.10.2017, η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 21.11.2017, για να ελεγχθεί αν υπήρξε συμμόρφωση με το εκδοθέν Διάταγμα. Εκείνη τη δικάσιμο, ημερ. 21.11.2017, η πλευρά του Εναγομένου αρ. 4 ζήτησε όπως η υπόθεση επαναοριστεί για οδηγίες αντί για ακρόαση λόγω της πρόθεσής του να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης. Το Δικαστήριο, έχοντας επίγνωση της παλαιότητας της υπόθεσης, την όρισε για ακρόαση στις 31.1.2018 και έδωσε ρητές οδηγίες, οι οποίες είναι καταγραμμένες στο πρακτικό του Δικαστηρίου, ότι «Σε περίπτωση που ο Εναγόμενος επιθυμεί να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης, να πράξει τούτο το αργότερο εντός 1 μηνός από σήμερα», ήτοι από 21.11.
  8. Αντ' αυτού, η υπό κρίση αίτηση τροποποίησης της Ε/Υ καταχωρήθηκε μόλις στις 19.1..
  9. οι Ενάγοντες ζήτησαν χρόνο για να ενστούν σε αυτήν και έτσι η ακρόαση της αγωγής στις 31.1.2018 αναβλήθηκε, με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου αρ.
  10. Σημειωτέον ότι, για τους Εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3, εκδόθηκε στις 14.6.2012 απόφαση στην αγωγή εναντίον τους, κατόπιν μονομερούς αίτησης των Εναγόντων ημερ. 14.5.2012, λόγω παράλειψης καταχώρισης Σημειώματος Εμφάνισης. Στις 10.6.2013 οι Εναγόμενοι 1 και 2 εμφανίστηκαν σε αίτηση έρευνας ημερ. 21.11.2012 και αποδέχθηκαν να εκδοθεί διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον τους προς εξόφληση της δικαστικής απόφασης. Στις 19.5.2015 εκδόθηκε διάταγμα παράδοσης του οχήματος XXXXX19 Mercedes για να πωληθεί δια πληστειριασμού προς εξόφληση της δικαστικής απόφασης. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ Στην Έκθεση Απαίτησης («η Ε/Α») η Εναγόμενη αρ. 1 περιγραφόταν ως η αντισυμβαλλόμενη των Εναγόντων στο πλαίσιο συμφωνίας ενοικιαγοράς ως πρωτοφειλέτιδα, ενώ οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 περιγράφονταν ως εγγυητές της εν λόγω συμφωνίας, ημερ. 21.9.2009 (βλ. παρα. 6 της Ε/Α). Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, η Εναγόμενη 1 εμφανιζόταν ως πρωτοφειλέτιδα στο πλαίσιο συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων προς αυτήν, ημερ. 21.9.2009, με τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 να περιγράφονται ως εγγυητές στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας (βλ. παρα. 9 της Ε/Α). Την εν λόγω συμφωνία ημερ. 21.9.2009 οι Ενάγοντες την τερμάτισαν με επιστολή ημερ. 14.11.2011 την οποίαν απέστειλαν προς όλους τους Εναγομένους (βλ. παρα. 15 της Ε/Α). Η Έκθεση Υπεράσπισης («η Ε/Υ») που καταχώρησε ο Εναγόμενος αρ. 4 στις 10.6.2013 ανέφερε ότι (βλ. παρα. 4 της Ε/Υ) αυτός αρνείται ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς καταρτίστηκε μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 με την εγγύηση των υπολοίπων εναγομένων. Αρνήτο κατ' επέκταση και τους όρους της συμφωνίας ενοικιαγοράς και εγγύησης που δικογραφούνταν στην παρα. 7 της Ε/Υ. Στην παρα. 7 της Ε/Υ επαναλάμβανε ότι αυτός ουδέποτε εγγυήθηκε συμφωνίες ως αυτές που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες και αρνήτο τον ισχυρισμό ότι του απεστάλη η επιστολή τερματισμού από τους Ενάγοντες (βλ. παρα. 8 της Ε/Υ). ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ. Υπάρχουν δύο όψεις, κατά την κρίση μου, της προτεινόμενης τροποποίησης꞉ αφενός, είναι η προσπάθεια εισαγωγής ισχυρισμών που συνάδουν με την αρχική δικογράφηση της υπεράσπισης του Εναγομένου αρ. 4 και, αφετέρου, είναι η προσπάθεια εισαγωγής νέων ισχυρισμών που την μεταβάλλουν και επεκτείνουν. Συγκεκριμένα, επισημαίνω ότι ισχυρισμοί ως αυτοί που περιφράφονται υπό το αιτητικό Α.1, Α.5 και Α.6 δεν απέχουν από τη βάση αγωγής που είχε αρχικά δικογραφηθεί. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος ουδεμία σχέση, ή επικοινωνία ή επαφή είχε είτε με την Εναγόμενη αρ. 1 είτε με τους Ενάγοντες, ούτε έλαβε ενημέρωση ή ειδοποίηση οποτεδήποτε για τη σύνταξη της συμφωνίας ενοικιαγοράς και δεν υπέγραψε σύμβαση ούτε έδωσε οποιαδήποτε συγκατάθεση, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει για οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις ή/και κινήσεις ως αυτές που του αποδίδονται στην Έκθεση Απαίτησης, συνάδουν με τον αρχικό ισχυρισμό (βλ. παρα. 1 και 7 της αρχικής Ε/Υ) ότι ο ίδιος ουδέποτε εγγυήθηκε συμφωνίες όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Αν δεν υπήρχε υπέρμετρη καθυστέρηση από την ημερομηνία καταχώρισης της αρχικής έκθεσης Υπεράσπισης μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης, θα μπορούσα να επέτρεπα την τροποποίηση για την προσθήκη των ανωτέρω ισχυρισμών, με το σκεπτικό ότι εξειδικεύουν την ήδη υπάρχουσα βάση υπεράσπισης και δεν δύνανται επομένως να επηρεάσουν τα συμφέροντα των Εναγόντων κατά τρόπο ανεπανόρθωτο. Από την άλλη όμως, η καθυστέρηση που υπήρξε, αν μετρηθεί από την ημρομηνία έγερσης της αρχικής υπεράσπισης, υπερβαίνει τα 4,5 χρόνια (10.6.2013 μέχρι 19.1.2018) και είναι αυτή που δημιουργεί τον κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης στο συνταγματικό δικαίωμα των Εναγόντων να δικασθεί η υπόθεσή τους εντός ευλόγου χρόνου. Δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης να ανοίξει στο παρόν στάδιο νέος γύρος δικογραφίας, και να απωλεσθεί άλλος ένας σχεδόν χρόνος, απλώς και μόνον για να εξειδικευθεί η βάση υπεράσπισης κατά τέτοιον τρόπο. Δεν διαβλέπω κίνδυνο να αποκλειστεί μαρτυρία την οποία ο Εναγόμενος αρ. 4 δυνατόν να επιθυμεί να προσκομίσει, για το ότι δεν είχε επικοινωνία ή επαφή ή ειδοποίηση ή ενημέρωση για τη σύνταξη της συμφωνίας εγγύησης, αν δεν του επιτραπεί η τροποποίηση ως το αιτητικό Α.1, Α. 5 και Α. 6, αφού τέτοιοι ισχυρισμοί συνάδουν με την αρχική βάση της υπεράσπισης. Καταλήγω να απορρίπτω τα αιτητικά Α.1, Α. 5 και Α. 6 για το λόγο που εξήγησα ανωτέρω. Όσον αφορά το αιτητικό Α.2 και συνεπακόλουθα τα αιτητικά Α.3 και Α.4, παρατηρώ ότι έχουν δίκαιο οι Ενάγοντες να επισημαίνουν μέσω της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων τους ότι ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, ο Εναγόμενος αρ. 4 επιχειρεί να εισάξει νέα βάση υπεράσπισης με πολλαπλά μάλιστα νομικά ερείσματα. Τούτο είναι πρόδηλο. Ειδικότερα, είναι φανερό ότι ξεφεύγει, πλέον, από την αρχική βάση υπεράσπισης που εστιαζόταν στην άρνηση της όποιας συμμετοχής του στη συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ή/και συμφωνίας εγγύησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία ενοικιαγοράς ημερ. 21.9.
  11. Απεναντίας, με την προτεινόμενη τροποποίηση θέτει ως αφετηρία τη συνομολόγηση τέτοιας συμφωνίας και επιδιώκει να την κηρύξει άκυρη και/ή μη εκτελεστή ως παραβιάζουσα αριθμό νομοθεσιών꞉ τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο 197(Ι)/2003, τον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο 138(Ι)/2001, τον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο 188(Ι)/2007, τον περί Καταναλωτικής Πίστης (Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών) Νόμο του 2001, και άλλες Κατευθυντήριες Γραμμές που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και οι οποίες απευθύνονται προς τις τράπεζες. Συγχρόνως, ο Εναγόμενος αρ. 4 προωθεί τη νέα υπεράσπιση ότι η σύμβαση εγγύησης φέρει πλαστογραφημένη υπογραφή του και άρα είναι προϊόν δόλου και/ή απάτης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής꞉ είναι δυνατόν αν γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Εναγομένου αρ. 4 ότι αυτός απέκτησε για πρώτη φορά την ευκαιρία να δει το κείμενο της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς και εγγύησης στις 17.10.2017 όπως ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωσή του; Αυτό το ερώτημα καλούν το Δικαστήριο οι Ενάγοντες να εξετάσει, για να κρίνει αν είναι καλόπιστη ή κακόπιστη η τόσο μεγάλη καθυστέρηση με την οποία προωθείται η υπό κρίση αίτηση τροποποίησης. Αμφισβητούν οι Ενάγοντες το γνήσιο αυτού του ισχυρισμού του Εναγομένου αρ.
  12. Παρατηρώ, συναφώς, προς το πιο πάνω ερώτημα τα εξής. Δεν παρέχεται περιθώριο αμφισβήτησης της δήλωσης του Εναγομένου αρ. 4 ότι αυτός έλαβε στα χέρια του το κείμενο της απόφασης στο πλαίσιο συμμόρφωσης των Εναγόντων με το διάταγμα προσαγωγής εγγράφων που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 2.10.
  13. Εκείνο όμως που μπορεί να ελεγχθεί είναι αν η καθυστέρηση μέχρι να αιτηθεί την προσαγωγή του, βαρύνει και πάλιν τον ίδιο꞉ Από 10.5.2012 που επιδόθηκε στον Εναγόμενο αρ. 4 το κλητήριο της αγωγής, αυτός γνώριζε ότι επίδικο είναι το έγγραφο συμφωνίας ημερ. 21.9.
  14. Από τότε θα έπρεπε να λάβει μέτρα για αναζήτηση και απόκτησή του αν, πράγματι, δεν το κατείχε, ώστε να ελέγξει και την υπογραφή του σε αυτό. Αν ληφθεί υπόψη ότι οι Ενάγοντες αποκάλυψαν ενόρκως ότι κατείχαν το κείμενο της επίδικης συμφωνίας και ότι θα το χρησιμοποιούσαν στη δίκη και ότι η αποκάλυψη αυτή έγινε στις 26.11.2013, έπεται ότι από τότε θα μπορούσε ο Εναγόμενος αρ. 4 να αιτηθεί στο Δικαστήριο την επιθεώρηση του εν λόγω εγγράφου ή/και την προσαγωγή του εφόσον ισχυριζόταν ότι ο ίδιος δεν το κατείχε. Ουδέν τέτοιο διάβημα λήφθηκε από πλευράς του Εναγομένου αρ. 4 μέχρι τις 2.3.
  15. Αφέθηκαν δηλαδή 3,5 σχεδόν χρόνια χωρίς να αξιωθεί ως θεραπεία από το Δικαστήριο η διαταγή επιθεώρησης ή/και προσαγωγής του εγγράφου της συμφωνίας ενοικιαγοράς και εγγύησης. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι το γεγονός ότι χρειάστηκε να επέλθει την 1.9.2016 η αλλαγή του δικηγόρου του Εναγομένου αρ. 4 για να ληφθεί τέτοιο διάβημα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί χρονικά σε εκτροχιασμό της δίκης. Είναι, όμως, ακόμη μία παράμετρος που δημιουργεί προβληματισμό στο Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος αρ. 4 θα μπορούσε μέσω του εκάστοτε συνηγόρου του να λάμβανε πλήρη γνώση για το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς και εγγύησης, αν έκανε απλή έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου, για να διαπιστώσει επί ποίας βάσης εκδόθηκε η απόφαση εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 που ήταν συνεναγόμενοί του. Αντίγραφο της συμφωνίας ενοικιαγοράς και της ενσωματωμένης σε αυτήν συμφωνίας εγγύησης, είχε κατατεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου με ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Νικολάου, ημερ. 30.5.2012, στο πλαίσιο της αίτησης των Εναγόντων για έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και
  16. Δεν έγινε τέτοια έρευνα, η οποία θα αποκάλυπτε πριν 5 και πλέον χρόνια στον Εναγόμενο αρ. 4 αν υπήρχε η δική του υπογραφή σε αυτήν και ποιοι οι όροι της συμφωνίας. Περαιτέρω καθυστέρηση προκλήθηκε από τον Εναγόμενο αρ. 4 στο στάδιο υποβολής της υπό κρίση αίτησης τροποποίησης. Όπως ορθά επισημαίνουν οι συνήγοροι των Εναγόντων, το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα προσαγωγής του επίμαχου εγγράφου με την ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 2.10.2017 με ρητές οδηγίες τυχόν αίτηση τροποποίησης να καταχωρήτο εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος, ήτοι εντός ενός μηνός (μέχρι 2.11.2017). Ακόμη και σε αυτό το στάδιο, η αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, μόλις στις 19.1.2018, εκτροχιάζοντας τον προγραμματισμό για ακρόαση της αγωγής που ήταν ορισμένη στις 31.1.2018, σε βάρος των συμφερόντων των Εναγόντων οι οποίοι αναμένουν ακόμη την έναρξη αυτής και με ασύγνωστη παραγνώριση των οδηγιών του Δικαστηρίου. Υπό το φως του πιο πάνω υπόβαθρου, σταθμίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και την επιχειρηματολογία των διαδίκων, όπως αναπτύχθηκε στις γραπτές αγορεύσεις τους, τις οποίες μελέτησα με προσοχή, κρίνω ότι έχουν δίκαιο οι Ενάγοντες να παραπονούνται, αφενός, για υπερβολική και αδικαιολόγητη καθυστέρηση που παρατηρείται σε σχέση με την καταχώρηση της αίτησης, αλλά και για περαιτέρω καθυστέρηση που με βεβαιότητα θα προκληθεί εάν επιτραπεί η τροποποίηση και ανοίξει νέος γύρος δικογραφίας επί εντελώς νέων βάσεων υπεράσπισης, μέχρις ότου η υπόθεση μπορέσει εκ νέου να ωριμάσει για να οριστεί σε ακρόαση, η οποία καθυστέρηση, στο σύνολό της, διαφαίνεται ικανή να εξουδετερώσει το δικαίωμα των Εναγόντων σε εκδίκαση της υπόθεσής τους μέσα σε εύλογο χρόνο. Από την άλλη, εφόσον δεν επιτραπεί η τροποποίηση, ο Εναγόμενος θα εξακολουθεί να δύναται να αμφισβητήσει την υπογραφή του σε αυτή, εφόσον εξ αρχής αρνήτο ότι εγγυήθηκε οποτεδήποτε την Εναγόμενη αρ. 1 στο πλαίσιο συμφωνίας ημερ. 21.9.
  17. Δεν θα επανέλθει ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικά του συμφέροντα. Για τον πιο πάνω λόγο καταλήγω να απορρίπτω τα αιτητικά Α.2, Α.3, Α.
  18. Εγκρίνω την τροποποίηση ως το αιτητικό Α.7) της αίτησης, την οποία τροποποίηση επιτρέπω όπως επιφέρει χειρόγραφα επί της αρχικής Έκθεσης Υπεράσπισης ο/η συνήγορος του Εναγομένου αρ. 4, εφόσον πρόκειται για πρόδηλο τυπογραφικό σφάλμα και δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο στο παρόν στάδιο τα συμφέροντα των Εναγόντων, αφού η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε απ' αυτούς με σαφή αντίληψη ότι αφορούσε στον Εναγόμενο αρ. 4 και όχι στον Εναγόμενο αρ. 2, για τον οποίο είχαν ήδη εξασφαλίσει την έκδοση δικαστικής απόφασης. Απορρίπτω όμως την τροποποίηση ως το αιτητικό Α.8) περί προσθήκης νέας αξίωσης κατά των Εναγόντων για τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις, αφού κρίνω υπερβολικό το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την αρχική έγερση της υπεράσπισης μέχρι τώρα που επιδιώκεται η διεύρυνση των θεραπειών του Εναγομένου αρ.
  19. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω να απορρίπτω την αίτηση σε ό,τι αφορά τα αιτητικά Α.1 έως Α.8, με εξαίρεση το αιτητικό Α.7, το οποίο επιτρέπω και διατάττω να γίνει η τροποποίηση αμέσως μετά την έκδοση της παρούσας απόφασης, ως εξήγησα ανωτέρω. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου αρ. 4, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όπως πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .................................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.