CH & E ROOF CONSTRUCTION CO LTD κ.α. ν. CYMATERIAL LTD, Αρ. Αγωγής 1332/2013, 26/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A102 ΕΠΑΡΧIΑΚΟ ΔIΚΑΣΤΗΡIΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1332/2013 ΜΕΤΑΞΥ:
- CH & E ROOF CONSTRUCTION CO LTD
- XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Ενάγοντες και CYMATERIAL LTD Εναγομένων Ημερομηνία꞉26.6.2018 Εμφανίσεις꞉ Για Ενάγοντες꞉ κ. Χρίστος Καράς, για Αντώνης Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενους꞉ κ. Απόστολος Ντορζής ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν꞉ «Α) Το ποσό των €30.000 ένεκα χρέους και/ή ως αποζημιώσεις. Β) Το ποσό των €2.500 ως συμφωνημένες προμήθειες και/ή συμφωνημένη αμοιβή του ενάγοντος αρ. 2 και/ή αποζημιώσεις. Γ) Νόμιμο τόκο. Δ) ΦΠΑ, έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης.». Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται οι πιο πάνω αξιώσεις των Εναγόντων δικογραφήθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης ως εξής꞉
- Οι Ενάγοντες αρ. 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών.
- Η Εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών.
- Κατά και/ή περί την 12/2/2012 η Ενάγουσα αρ. 1 εταιρεία υπέγραψε γραπτή συμφωνία για την πώληση στην Εναγόμενη την επιχείρηση πώλησης κεραμιδιών, οικοδομικής πέτρας και άλλων παρεμφερών υλικών, καθώς και ενός φορτηγού οχήματος MERCEDES AZTECO 1823 με ανυψωτικό μηχανισμό γερανού με αρ. εγγραφής XXXXX03, ένα FORKLIFT 2.5 τόνων μάρκας MITSUBISHI, και ενός ξύλινου κτιρίου έναντι του συνολικού ποσού των €60,000.00 συμπεριλαμβανόμενων της εμπορικής εύνοιας (good will).
- Η Εναγόμενη συνεφώνησε και υπέγραψε την συμφωνία αγοράς και ανέλαβε να πληρώσει στην ενάγουσα το τίμημα αγοράς ως ακολούθως: I. Με την υπογραφή της συμφωνίας το ποσόν των €30,000.00 σε διάφορες μεταχρονολογημένες επιταγές. II. Μέχρι 30/6/2012 το ποσόν των €10,000.00 εφόσον η Ενάγουσα φέρει συνολικές πωλήσεις στην Εναγόμενη αξίας €150,000.00 III. Μέχρι 30/9/2012 το ποσόν των €10,000.00 εφόσον η Ενάγουσα φέρει συνολικές πωλήσεις στην Εναγόμενη €300,000.00 IV. Στις 30/12/2012 το ποσόν των €10,000.00, εφόσον η Ενάγουσα φέρει πωλήσεις στην Εναγόμενη €480,000.00 V. Είναι πρόνοια της συμφωνίας ότι εάν οι πωλήσεις υπό στοιχεία Ι, ΙΙ, ΙΙΙ και IV καθυστερούσαν, θα αναστέλλετο και η πληρωμή του ποσού.
- Ο Ενάγων αρ. 2 δυνάμει της συμφωνίας θα είχε ως αμοιβή για την προώθηση των πωλήσεων της Εναγόμενης, αμοιβή και/ή όφελος από 3% μέχρι 5%, επί των πλήρως εισπραχθέντων πωλήσεων αναλόγως της κατηγορίας των προϊόντων.
- Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι η Ενάγουσα δεσμευόταν να αγοράζει όλα τα υλικά από την Εναγόμενη με πίστωση 30 ημερών.
- Η Ενάγουσα εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις της προς την Εναγόμενη εταιρεία.
- Η Εναγόμενη κατέβαλε μέχρι σήμερα στην Ενάγουσα το ποσό των €30,000.00 αρνείται όμως και/ή αμελεί και/ή καθυστερεί να πληρώνει το υπόλοιπο ποσόν των €30,000.00 προς εξόφληση.
- Η Εναγόμενη ωσαύτως καθυστερεί και/ή αμελεί και/ή αρνείται να πληρώσει στον Ενάγοντα αρ. 2 το ποσόν των €2,500.00 ως συμφωνημένες προμήθειες και ή όφελος από την προώθηση πώλησης εμπορευμάτων της Εναγόμενης.
- Οι Ενάγοντες εζήτησαν κατ' επανάληψη από την Εναγόμενη να τους παραδώσουν και/ή πιστοποιήσουν τις πωλήσεις που διενέργησαν δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 29/2/2012, η Εναγόμενη όμως αρνείται και/ή αμελεί και καθυστερεί να πράξει τούτο μέχρι σήμερα. Για τους πιο πάνω λόγους, οι Ενάγοντες αξιώνουν ως ανωτέρω. Παρατηρώ ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, η Εναγόμενη είχε δικογραφήσει προδικαστική ένσταση περί έλλειψης κατά τόπο αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, την οποία όμως ουδέποτε προώθησε με υποβολή αίτησης για εκδίκασή της κατά προτεραιότητα. Δεν ήγειρε το ζήτημα αυτό ούτε όταν άρχισε η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, η προδικαστική ένσταση θεωρείται εγκαταληφθείσα και απορρίπτεται. Άνευ βλάβης της κρίσης του Δικαστηρίου περί αυτού του αποτελέσματος, επισημαίνω ότι η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 29.2.2012 υπεγράφη μεν στη Λευκωσία, πλην όμως αφορούσε στην πώληση επιχείρησης των Εναγόντων η οποία λειτουργούσε στην οδό Χρυσούπολης στη Λάρνακα και οι όροι της επίδικης συμφωνίας που κατ' ισχυρισμόν δεν εκπληρώθηκαν άπτονται του κύκλου εργασιών ή/και πωλήσεων που θα έκαναν από το συγκεκριμένο υποστατικό οι Ενάγοντες προς όφελος της Εναγομένης, ώστε να δικαιούνται στη συμφωνηθείσα αμοιβή. Επομένως, η ισχυριζόμενη διάρρηξη της σύμβασης συσχετίζεται με τη λειτουργία της πωληθείσας επιχείρησης στη Λάρνακα. Επομένως, η παρούσα υπόθεση φαίνεται να εμπίπει εντός των προνοιών του άρθρου 21
(1)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60.[1] Επί της ουσίας της υπόθεσης, η δικογραφημένη εκδοχή γεγονότων επί της οποίας εδράζεται η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση είναι η εξής꞉
- Η Εναγομένη παραδέχεται τους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται στις παρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης.
- Η Εναγομένη αρνείται τους ισχυρισμούς των Ενάγοντων που περιέχονται στην παρα. 7 της Έκθεσης Απαίτησης των και τους καλεί σε αυστηρή απόδειξη των. Είναι ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι οι Ενάγοντες, κατά παράβαση της μεταξύ των συμφωνίας ημερ. 12/2/2012 και του όρου αυτής που περιγράφεται στην παρα. 4 της Έκθεσης Απαίτησης, παρέλειψαν να φέρουν στην Εναγόμενη τις συμφωνηθείσες πωλήσεις με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιούνται στα αξιούμενα ποσά και/ή η αγωγή τους να είναι πρόωρη.
- Η Εναγόμενη από την παρα. 8 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων παραδέχεται μόνο ότι κατέβαλε στους Ενάγοντες το ποσό των €30,
- Είναι ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να απαιτούν το υπόλοιπο ποσό των €30,000 καθ'ότι δεν υλοποίησαν την δέσμευση τους που περιγράφεται στην παρα. 4 της Έκθεσης Απαίτησης.
- Η Εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιγράφονται στην παρα. 9 της Έκθεσης Απαίτησης των και ισχυρίζεται ότι κατόπιν μεταξύ τους συμφωνίας το ποσό των €1,639.72, το οποίο ώφειλε στους Ενάγοντες συμψηφίσθηκε με οφειλή των Εναγόντων από αγορές και παράδοση εμπορευμάτων από αυτή για ποσό €3,462.25 οι οποίες έγιναν από 21/11/2012 μέχρι 22/5/2013 και έτσι οι Ενάγοντες οφείλουν στην Εναγόμενη ποσό €1,822.53, το οποίο η εναγόμενη ζητά ανταπαιτητικά από τους Ενάγοντες.
- Η Εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται στην παρα. 10 της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιονδήποτε ποσό σ'αυτήν.
- Αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην παρα. 11 της Έκθεσης Απαίτησης και ζητά την απόρριψη της αγωγής ως πρόωρης και αβάσιμης.
- Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών γεγονότων, η Εναγόμενη αξιώνει ανταπαιτητικά: (Α) Απόφαση για το ποσό των €1,822.53 (Β) Νόμιμο τόκο (Γ) Έξοδα. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες - Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι ισχυρίζονται τα εξής꞉ Ότι οι Εναγόμενοι έπρεπε να συνεχίσουν τη λειτουργία της επιχείρησης που τους πώλησαν οι Ενάγοντες, ενώ οι Εναγόμενοι καθυστέρησαν και /ή έκλεισαν την επιχείρηση για τους επόμενους 2,5 μήνες, με αποτέλεσμα οι πελάτες των Εναγόντων να αγοράζουν τα οικοδομικά υλικά από άλλες επιχειρήσεις. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι συστηματικά αρνήθηκαν να προμηθεύσουν τιμοκαταλόγους στους Ενάγοντες για να είναι σε θέση οι Ενάγοντες να προωθήσουν σε μεγαλύτερο βαθμό τις πωλήσεις των Εναγομένων. Η προσπάθεια των Εναγομένων ήταν από της υπογραφής της Συμφωνίας η απομάκρυνση των Εναγόντων από την επιχείρηση προς αποφυγή της καταβολής προμήθειας και/ή του υπολοίπου ποσού των €30.
- Παρά την επιμονή των Εναγόντων να τους εδίδετο κατάσταση λογαριασμού στην οποία να εμφαίνονται οι πελάτες και το ύψος πωλήσεων, οι Εναγόμενοι αμέλησαν να συνεργαστούν και/ή να ενημερώσουν δίκαια και/ή συμβατικά όπως είχαν υποχρέωση και οι καταστάσεις λογαριασμού, όποτε τους δόθηκαν, αποτελούσαν έγγραφα ακατανόητα, από τα οποία δεν προκύπτει αληθής εικόνα των πωλήσεων και/ή των δικαιωμάτων των Εναγόντων. Όταν προσήρχεντο πελάτες στην επιχείρηση και ζητούσαν τους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι τους απαντούσαν με προσβλητικό τρόπο, με στόχευση να μην αναφερθεί το όνομά τους στην πώληση. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι μετά την υπογραφή της σύμβασης πώλησης της επιχείρησης έχουν πραγματοποιήσει πωλήσεις μέχρι €200.000 και αν δεν ανακόπτονταν από τους Εναγόμενους και/ή αν δεν άφηναν κλειστή την επιχείρηση για 2,5 μήνες, τότε οι πωλήσεις τους θα υπερέβαιναν το ποσό των €350.
- Τέλος, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι όποιες αγορές διενήργησαν οι Ενάγοντες έχουν πληρωθεί και/ή εξοφληθεί και/ή συμψηφισθεί με προμήθειες που δικαούντο οι Ενάγοντες και παραμένει προς εξόφληση το ποσό των €2.500 Η προσκομισθείσα μαρτυρία. Από την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν οι: · η κα XXXXX Χαραλάμπους, μέτοχος και γραμματέας της Ενάγουσας αρ. 1 εταιρείας (στο εξής «η ΜΕ1»), και · ο κ. XXXXX Παπανικολάου, αρμόδιος υπάλληλος της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου στο Περιφερειακό Γραφείο Λάρνακας - Αμμοχώστου (στο εξής «ο ΜΕ2»). Από την πλευρά της Εναγομένης, μαρτυρία έδωσε μόνο ο κ. XXXXX Ποντίκης, διευθυντής της Εναγομένης (στο εξής «ο ΜΥ1»). Ακολούθως, οι συνήγοροι των διαδίκων εφοδίασαν το Δικαστήριο με γραπτές τελικές αγορεύσεις. Η μαρτυρία της Ελπίδας Χαραλάμπους (ΜΕ1) Η ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Α». Την παραθέτω αυτούσια꞉ «Εγώ η XXXXX Χαραλάμπους, είμαι μέτοχος και Γραμματέας της Ενάγουσας Εταιρείας. Ο κ. XXXXX Χαραλάμπους που υπέγραψε την Συμφωνία ημερ. 29/02/2012 στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, είναι ο άλλος μέτοχος της Ενάγουσας Εταιρείας καθώς επίσης και Διευθυντής της. Εγώ με τον Χριστάκη Χαραλάμπους είμαστε σύζυγοι. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες για να προβώ εις την παρούσα γραπτή δήλωση. Περαιτέρω, προβαίνω εγώ στην κατάθεση μαρτυρίας στην παρούσα υπόθεση, διότι σε αρκετές περιπτώσεις εγώ ενεργούσα για λογαριασμό τόσο της Ενάγουσας 1 Εταιρείας όσο και του συζύγου μου Ενάγοντα
- Η Ενάγουσα 1 Εταιρεία διατηρούσε κατάστημα πώλησης κεραμιδιών, οικοδομικής πέτρας και άλλων παρεμφερών υλικών επί της οδού Χρυσούπολης στη Λάρνακα. Την 29/02/2012 η Ενάγουσα 1 υπέγραψε συμφωνία ως το Τεκμήριο 1 με την Εναγόμενη Εταιρεία για την πώληση: · Της Εμπορικής εύνοιας της επιχείρησης · Ενός φορτηγού οχήματος MERCEDES AZTECO 1823 με ανυψωτικό μηχανισμό γερανού με αρ. εγγραφής XXXXX03 · ΦΟΡΚΛΙΦΤ μάρκας MITSUBISHI · Ενός ξύλινου κτιρίου Η αξία των ανωτέρω, καθορίστηκε από τα μέρη ως το ποσόν των €60,
- Η ρηθείσα γραπτή συμφωνία προέβλεπε τον τρόπο πληρωμής του συμφωνηθέντος ποσού των €60.000,00 ως ακολούθως: · Με την υπογραφή της συμφωνίας το ποσό των €30.000,00 με διάφορες μεταχρονολογημένες επιταγές το οποίο η Ενάγουσα 1 εισέπραξε. · Μέχρι 30/06/2012 το ποσό των €10.000,00 εφόσον οι Ενάγοντες έκαναν πωλήσεις αξίας €150.
- · Μέχρι 30/09/2012 το ποσό των €10.000,00 εφόσον οι Ενάγοντες έκαναν πωλήσεις €300.
- · Μέχρι 30/12/2012 το ποσό των €10.000,00 εφόσον πραγματοποιούσαμε πωλήσεις μέχρι €450.
- Δηλαδή για κάθε € 150.000 αξίας πωλήσεων, η Ενάγουσα 1 Εταιρεία θα εισέπραττε το ποσόν των €10.
- Σε περίπτωση δε που οι πωλήσεις που έκανε η Ενάγουσα 1 δεν έφτανε στο ποσόν των € 150,000 στα πλαίσια της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, τότε η Ενάγουσα 1 θα εδικαιούτο να εισπράξει την αμοιβή της, άπαξ και συμπληρωνόταν το ποσόν αυτό, έστω και μεταγενέστερα. Πέραν των ανωτέρω, ήταν συμφωνημένος όρος ότι ο Ενάγων 2 θα είχε για την προώθηση των εμπορευμάτων της Εναγομένης Εταιρείας, επιπλέον ως αμοιβή και/ή όφελος από 3% μέχρι 5% επί των πλήρως εισπραχθέντων πωλήσεων αναλόγως της κατηγορίας των προϊόντων. Δηλαδή, εκτός από την καταβολή των ποσών για την αγορά της εμπορικής εύνοιας της επιχείρησης, του φορτηγού, του φόρκλιφτ και του κτιρίου, όπως περιέγραψα ανωτέρω, ο Ενάγων 2 ο οποίος είναι και σύζυγός μου, θα είχε ως επιπλέον αμοιβή ποσοστό μεταξύ 3% - 5% επί των εισπραχθέντων πωλήσεων. Να αναφέρω στο Σεβαστό Δικαστήριο πως για την πληρωμή του ποσού των €150,000 λαμβανόνταν υπόψην τόσο οι πωλήσεις που έκανε η Ενάγουσα 1 όσο και οι πωλήσεις που έκανε ο σύζυγός μου Ενάγων 2, οι οποίοι και οι δύο αναφέρονται ως πωλητές στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση. Παραπέμπω για απόδειξη των ισχυρισμών μου στην συμφωνία η οποία υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων και έχει σημειωθεί από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Η συμφωνία υπογράφηκε ενώπιον 2 μαρτύρων τους XXXXX Ευαγόρου. Και XXXXX Κυπριανού. Για να διαπιστωθεί κατά πόσον η Ενάγουσα 1 αλλά και ο Ενάγων 2, πέτυχαν την πώληση προϊόντων αξίας €150,000 ήταν εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας των μερών, πως εγώ, ως γραμματέας της Ενάγουσας 1 θα ζητούσα από τους λογιστές της Εναγόμενης σχετική κατάσταση πωλήσεων με την οποία να εμφαίνονται με ακρίβεια οι πωλήσεις όπου έκανε η Ενάγουσα 1 Εταιρεία καθώς επίσης και ο σύζυγός μου. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη Εταιρεία υπέδειξε σε εμένα τον κ. XXXXX Ευαγγέλου, με τον οποίο θα επικοινωνούσα και ο οποίος θα με εφοδίαζε με σχετικές καταστάσεις λογαριασμών, όπου θα εμφαίνονταν με ακρίβεια οι τιμολογήσεις που έκανε η Ενάγουσα 1 αλλά και ο Ενάγων 2 κάθε μήνα. Σε περίπτωση που η Εναγόμενη Εταιρεία δεν με εφοδίαζε με σχετικές καταστάσεις λογαριασμών τότε δεν θα υπήρχε τρόπος να διαπιστώσουν οι Ενάγοντες πόσες πωλήσεις έγιναν και μέχρι ποιας αξίας. Από την πλευρά των Εναγόντων, εκπληρωθήκαν όλες οι συμβατικές υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα: · Παρέδωσαν την διαχείριση της επιχείρησής της Ενάγουσας 1 στην Εναγόμενη. · Μεταβίβασαν και παρέδωσαν το φορτηγό τύπου MERCEDES AZTECO
- · Μεταβίβασαν και παρέδωσαν το φορτκλιφτ μάρκας MITSUBISHI. · Μεταβίβασαν και παρέδωσαν το ξύλινο κτίριο. Από την πλευρά της η Εναγόμενη Εταιρεία, έκανε τα πάντα για να ματαιώσει ή και να εμποδίσει την εκπλήρωση των συμβατικών μας υποχρεώσεων καθώς επίσης και να εμποδίσουν την διενέργεια πωλήσεων από τους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα: · Την επόμενη μέρα από την υπογραφή της συμφωνίας έκλεισαν το κατάστημα που αγόρασαν από εμάς και παρέμεινε κλειστό μέχρι τις 15/05/2012 ήτοι για 2,5 μήνες. · Μέχρι τα μέσα Ιουνίου στο Γραφείο δεν υπήρχε ηλεκτρισμός. · Δεν προμήθευσαν τους Ενάγοντες με τιμοκατάλογο και δεν καθόρισαν τα όρια εκπτώσεων προς τους πελάτες που να έχουν σχέση με τα διάφορα προϊόντα ή με το ύψος των πωλήσεων. · Ενώ διαφήμιζαν από το ράδιο και την τηλεόραση τα καταστήματα τους στη Λευκωσία και Λεμεσό απέφευγαν να διαφημίζουν το κατάστημα που αγόραζαν από τους Ενάγοντες. · Δεν επιτρέπετο καμία διευκόλυνση για εισπράξεις από τους πελάτες που είχαν οι Ενάγοντες. Η όποια διαδικασία πώλησης έπρεπε να εγκριθεί από τη Διευθύντρια πωλήσεων των Εναγομένων που ήταν στη Λευκωσία. Συγκεκριμένα έπαιρνα τηλέφωνο από το κινητό μου και εφόσον μου απαντούσε μου έλεγε να περιμένω για να μου δώσει τιμή, έτυχε σε πολλές περιπτώσεις να μου απαντήσει σε μισή ώρα ή/ και 45 λεπτά ενώ ο πελάτης περίμενε να του δώσω τιμή. Η συμπεριφορά αυτή των Εναγομένων έναντι μου είχε σαν αποτέλεσμα να φαίνεται η Ενάγουσα 1 αλλά και ο Ενάγων 2 έναντι των πελατών τους αναξιόπιστος και να μην μπορούν αποτελεσματικά να εξυπηρετήσουν τους πελάτες τους όπως και πριν από την πώληση της επιχείρησης. Ως εκ των ανωτέρω οι Ενάγοντες έχαναν πελάτες. Παρά τα πιο πάνω προβλήματα οι Ενάγοντες κατάφεραν να πετύχουν πωλήσεις πέρα των €150.000,
- Συγκεκριμένα: · Η Ενάγουσα 1 από την 22/10/2011 μέχρι και την 29/06/2012 πέτυχε πωλήσεις ύψους € 42.200,
- Εγώ, ενεργώντας για λογαριασμό του συζύγου μου Ενάγοντος 2, μέχρι την 30/06/2012 έκανα πωλήσεις ύψους 37,895,
- · Η Ενάγουσα 1 τον Ιούλιο του 2012 πέτυχε πωλήσεις ύψους € 13,098.
- Εγώ ενεργώντας για λογαριασμό του συζύγου μου Ενάγοντος 2, πέτυχα πωλήσεις ύψους € 22,940.24 για τον ίδιο μήνα. · Η Ενάγουσα 1 τον Αύγουστο του 2012 πέτυχε πωλήσεις ύψους € 8,130.
- Εγώ για λογαριασμό του συζύγου μου Ενάγοντος 2, για τον μήνα Αύγουστο του έτους 2012, έκανα πωλήσεις ύψους € 11,780.
- · Η Ενάγουσα 1 για τον μήνα Σεπτέμβριο του 2012 πέτυχε πωλήσεις ύψους € 9,733.
- · Εγώ για λογαριασμό του συζύγου μου Ενάγοντος 2, για τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2012, έκανα πωλήσεις ύψους € 1695,
- · Η Ενάγουσα 1 για τον μήνα Νοέμβριο του 2012 πέτυχε πωλήσεις ύψους € 11,049.
- · Η Ενάγουσα 1 για τον μήνα Δεκεμβρίου του 2012 πέτυχε πωλήσεις ύψους € 9068,
- Προς απόδειξη των ανωτέρω ζητώ από το Σεβαστό Δικαστήριο να καταθέσω και να σημειωθούν ως Τεκμήρια σχετικές καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες με εφοδίασε η ίδια η Εναγόμενη. Συγκεκριμένα οι καταστάσεις λογαριασμού αφορούν: · Τιμολογήσεις μέχρι 30/06/2012 από τις πωλήσεις που έκανε η Ενάγουσα 1 ως Τεκμήριο
- · Τιμολογήσεις μέχρι 30/06/2012 από τις πωλήσεις που έκανα εγώ ως αντιπρόσωπος του συζύγου μου ως Τεκμήριο
- · Τιμολογήσεις για τον Ιούλιο 2012 από τις πωλήσεις που έκανε η Ενάγουσα 1 ως Τεκμήριο
- · Τιμολογήσεις για τον Ιούλιο 2012 από τις πωλήσεις που έκανα εγώ ως αντιπρόσωπος του συζύγου μου ως Τεκμήριο
- · Τιμολογήσεις για τον Αύγουστο 2012 από τις πωλήσεις που έκανε η Ενάγουσα 1 ως Τεκμήριο
- · Τιμολογήσεις για Αύγουστο 2012 από τις πωλήσεις που έκανα εγώ ως αντιπρόσωπος του συζύγου μου ως Τεκμήριο
- · Τιμολογήσεις για τον Σεπτέμβριο του 2012 από τις πωλήσεις που έκανε η Ενάγουσα 1 ως Τεκμήριο
- · Τιμολογήσεις για τον Οκτώβριο του 2012 από τις πωλήσεις που έκανε η Ενάγουσα 1 ως Τεκμήριο
- · Τιμολογήσεις για τον Νοέμβριο του 2012 από τις πωλήσεις που έκανε η Ενάγουσα 1 ως Τεκμήριο
- · Τιμολογήσεις για τον Δεκέμβριο του 2012 από τις πωλήσεις που έκανε η Ενάγουσα 1 ως Τεκμήριο
- Από τα πιο πάνω, προκύπτει με σαφήνεια πως οι Ενάγοντες έκαναν πωλήσεις αξίας συνολικού ύψους €172.762,30σ. Ως εκ των ανωτέρω, οι Ενάγοντες δικαιούνται αμοιβή ύψους €11,060 για τις πωλήσεις ύψους €172.762,30σ. Περαιτέρω, ο Ενάγων 2 δικαιούται συμφωνημένες προμήθειες ύψους €4.432,
- Ωστόσο ο Ενάγων 2 αξιοί μόνο το ποσό των €2.500 καθότι οι Ενάγοντες είχαν οφειλόμενα προς την Εναγομένη Εταιρεία ύψους €1880, και ως εκ τούτου η απαίτησή τους έχει συμψηφιστεί. Παρά του ότι δεν έκαναν πωλήσεις επιπλέον των €172.762,30σ., είναι η θέση των εναγόντων πως οι Εναγόμενοι από την αγορά της επιχείρησης, φορτκλιφτ, αυτοκινήτου και κτιρίου, όπου η αξία τους καθορίζεται ρητά εις την σύμβαση που υπογράφτηκε μεταξύ των διαδίκων, η Εναγόμενη Εταιρεία κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη. Ως εκ των ανωτέρω, οι Ενάγοντες αξιούν ποσόν € 18,940 δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Παρά τις συνεχείς οχλήσεις μας, όταν εγώ η ίδια αποτάθηκα στον κ. XXXXX Ποντίκη, Διευθυντή των Εναγομένων, μου είπε να μιλήσω με το λογιστήριο με τον κ. XXXXX Ευαγγέλου ο οποίος με διάφορες δικαιολογίες προσπαθούσε να με πείσει ότι οι πωλήσεις μου δεν ήταν πάνω από €75.000,
- Εγώ είπα στον κ. XXXXX Ευαγγέλου ότι έχω τις σημειώσεις μου να τις δούμε μαζί με την κατάσταση που κρατά ο ίδιος για να τις συγκρίνουμε. Το αποτέλεσμα ήταν να τηλεφωνήσει ο κ. Ποντίκης, Διευθυντής της Εναγομένης, στο σύζυγο μου, Ενάγοντα 2, την Κυριακή το βράδυ, 12/08/2012, λέγοντας του ότι σταματά την συνεργασία μαζί μας και να παραδώσω τα κλειδιά την επομένη. Στη συνέχεια πήρα το τηλέφωνο και τον ρώτησα για ποιο λόγο να παραδώσω τα κλειδιά, και μου είπε «ο σύζυγος σου χρησιμοποίησε κεραμίδια για δουλειά στο Ξυλοφάγου τα οποία αγόρασε από αλλού». Η υπόθεση όμως αυτή ήταν συζητημένη μεταξύ του συζύγου μου και του κ. Ποντίκη διότι ο σύζυγος μου τον πληροφόρησε ότι ο πελάτης στο Ξυλοφάγου ήθελε συγκεκριμένα κεραμίδια που εμείς δεν είχαμε. Εγώ πρότεινα στον κ. Ποντίκη να αναθέσει την ευθύνη του καταστήματος σε όποιν θέλει αλλά να μου δώσει κάποιο χώρο σε ένα κατάστημα των Εναγόντων για να μπορέσω να εξυπηρετήσω τους πελάτες μου και να τηρήσω το συμβόλαιο αλλά από την πλευρά των Εναγομένων υπήρξε άρνηση. Όπως διεπίστωσα στην συνέχεια από πρώην πελάτες μου ενώ είχαν συστηθεί από εμένα για την αγορά εμπορευμάτων από τους Εναγόμενους οι Εναγόμενοι δεν τους συμπεριέλαβαν στον κατάλογο των πωλήσεων μου για να μην δικαιούμαι την προμήθεια, επίσης όταν οι πελάτες με εζητούσαν προσωπικά όταν πήγαινα στο κατάστημα τους οι Εναγόμενοι και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπάλληλοι τους αναφέρονταν για μένα με απαξιωτικό και/ή προσβλητικό τρόπο. Δια τούτο ζητούμε απόφαση του Δικαστηρίου για το ποσό των €30.000,00 πλέον €2.500 ως συμφωνημένες προμήθειες ή αμοιβή ένεκα χρέους και/ή το αυτό ποσό ως αποζημιώσεις διότι οι Εναγόμενοι με την συμπεριφορά τους άφησαν το κατάστημά μας από την ημερομηνία πωλήσεως και για περίοδο 2.5 μηνών και είχε ως αποτέλεσμα να χάσουμε αρκετούς πελάτες. Επίσης η αρνητική συμπεριφορά προς εμένα δεν μας έδινε τη δυνατότητα να εκπληρώσουμε το στόχο των πωλήσεων ένεκα της συμπεριφοράς των Εναγομένων έναντι μας.» Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι δεν γίνεται καμία αναφορά μέσα στην επίδικη σύμβαση, ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, για τη δική της πρόσληψη ως συνεργάτη της Εναγομένης και ότι η συμφωνία για το δικό της ρόλο έγινε μεταγενέστερα. Υποβλήθηκε στη ΜΕ1 ότι ο σύζυγός της (Ενάγων αρ. 2) είναι αυτός που τον Απρίλη του 2012 παρακάλεσε τον διευθυντή της Εναγομένης (ΜΥ1) να την προσλάβει. Η ΜΕ1 επανέλαβε τη θέση της ότι δεν ήταν υπάλληλος της Εναγόμενης, ήταν συνεργάτης της. Περαιτέρω, η ΜΕ1 αντεξετάστηκε αναφορικά με το ποσοστό προμήθειας που συμφώνησε να λαμβάνει η ίδια από την Εναγόμενη. Ήταν η θέση της ότι συμφώνησαν για ποσοστό 3% μέχρι 5% και ειδικότερα ότι αυτό της είχε πει ο λογιστής της Εναγόμενης, κ. XXXXX Ευαγγέλου. Απεναντίας, της υποβλήθηκε ως θέση της Υπεράσπισης ότι η δική της προμήθεια θα ήταν 1% μέχρι 4%, ανάλογα με το είδος της πώλησης. Υποδείχθηκε στη ΜΕ1 το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α, το οποίο η ίδια παρουσίασε και το οποίο ήταν κατάσταση προμηθειών μέχρι 30/
- Δεν θυμόταν η ΜΕ1 να πει αν πληρώθηκε τις προμήθειες που δικαιούταν. Τούτο διότι στην κατάσταση προμηθειών δεν φαίνονταν ημερομηνίες, ήταν διαφορετικά ποσοστά προμηθειών για διαφορετικά ονόματα και πολλά άλλα πράγματα. Της υπεδείχθη από το συνήγορο Υπεράσπισης το αντίγραφο επιταγής με αριθμό 9749631, το οποίο κατατέθηκε ακολούθως ως τεκμήριο με ένδειξη Έγγραφο Β. Της υπεδείχθη επίσης ένα σημείωμα, ημερομηνίας 26.7.2012 με συντάκτη την ίδια την ΜΕ1 το οποίο ακολούθως κατατέθηκε ως τεκμήριο με ένδειξη Έγγραφο Γ. Τόσο η επιταγή όσο και το εν λόγω σημείωμα μαρτυρούσαν ότι η ΜΕ1 αναγνώριζε ότι πληρώθηκε τις προμήθειες που δικαιούταν μέχρι τον Αύγουστο
- Στη συνέχεια ο συνήγορος Υπεράσπισης αντεξέτασε τη ΜΕ1 αναφορικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο Α. Της υπεδείχθηκαν τα ποσά πωλήσεων επί των οποίων αυτή δικαιούταν να λάβει προμήθεια, για να καταδειχθεί ότι το ποσοστό προμήθειας που δικαιούταν, ως η κατάσταση που η ίδια κατέθεσε ως τεκμήριο, ήταν 1% και όχι 3% έως 5% όπως ισχυρίστηκε. Συγκεκριμένα της υποδείχθηκε το ποσοστό της τάξεως του 1% ως αυτό που φαίνεται στην εν λόγω κατάσταση αναφορικά με πωλήσεις 282,05σ, 1008,55σ, 923,08σ., 327,5%, 461,54σ. Παραδέχθηκε η ΜΕ1 ότι γι' αυτές τις πωλήσεις το αντίστοιχο ποσοστό προμήθειας ήταν 1%. Ο συνήγορος Υπεράσπισης επεσήμανε στη ΜΕ1 ότι το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α που η ίδια κατέθεσε ως τεκμήριο, παρουσιάζει τα ίδια ποσά προμηθειών ωσάν να αναλογούν και στην Ενάγουσα αρ. 1 εταιρεία. Συγκεκριμένα, της υπέδειξε ποσά πωλήσεων €1.008,55σ., €923,08σ., €327,35σ., €109,40σ., €8,55σ., €179,49σ. ως ποσά που υπάρχουν ως πωλήσεις που διενήργησε τόσο η ΜΕ1 όσο και η Ενάγουσα αρ.
- Διερωτήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης πώς δικαιολογεί η ΜΕ1 το γεγονός ότι διεκδικούνταν οι προμήθειες τόσο από τη ΜΕ1 όσο και από την Ενάγουσα αρ.
- Η μόνη απάντηση που έδωσε η ΜΕ1 ήταν ότι ούτε η ίδια μπορεί να γνωρίζει, αν είναι ορθά όσα φαίνονται στις εν λόγω καταστάσεις ως τα Τεκμήρια 2 και 3, διότι δεν είχε την ευκαιρία να τα συγκρίνει με τις δικές της σημειώσεις. Στερήθηκε αυτή την ευκαιρία επειδή άλλαξε η Εναγόμενη την κλειδωνιά του χώρου εργασίας της και έτσι δεν μπόρεσε να δει τις σημειώσεις της. Ισχυρίστηκε η ΜΕ1 ότι υπήρξε περίπτωση που αυτή εξυπηρέτησε πελάτη, αγόρασε εκείνος τα πράγματα, αλλά η πράξη αυτή δεν φάνηκε στην κατάσταση προμηθειών ως δική της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι πελάτες που αυτή εξυπηρετούσε στη Λάρνακα και τους οποίους έστελνε στο κατάστημα Λευκωσίας για να αγοράσουν τα πράγματα, επίσης δεν φαίνονταν ως δικές της πράξεις. Της υποβλήθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι είναι εκ των υστέρων σκέψεις της όλα αυτά που ανέφερε και εκείνη απάντησε ότι θα μπορούσε να φέρει στοιχεία για να αποδείξει αυτές τις περιπτώσεις. Δεν επανήλθε όμως ποτέ επί του θέματος. Στη συνέχεια αντεξετάστηκε η ΜΕ1 αναφορικά με τον ισχυρισμό της ότι το επίδικο κατάστημα που πώλησαν οι Ενάγοντες στην Εναγόμενη παρέμεινε κλειστό για 2,5 μήνες αμέσως μετά τη συμφωνία πώλησης του προς την Εναγόμενη. Ήταν η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι από την αμέσως επόμενη μέρα της πώλησης του καταστήματος στην Εναγόμενη, η Εναγόμενη ενοικίασε και τον διπλανό χώρο, ενάμιση οικόπεδο και το πρόσθεσε στο χώρο εξυπηρέτησης του καταστήματος; Παραδέχθηκε η ΜΕ1 το γεγονός ότι ότι έγιναν έργα στο κατάστημα και ότι χρησιμοποιήτο διπλανός χώρος για την εξυπηρέτηση των πελατών, όμως επανέλαβε ότι το κατάστημα εσωτερικά δεν λειτουργούσε, αφού για να λειτουργήσει έπρεπε να έχει τουλάχιστον ηλεκτρισμό. Υπεδείχθη στη ΜΕ1 η κατάσταση λογαριασμού ρεύματος που εκδόθηκε για την περίοδο από τις 26/03 μέχρι τις 25/
- Ο συγκεκριμένος λογαριασμός ηλεκτρισμού κατατέθηκε ως τεκμήριο με την ένδειξη Έγγραφο Δ. Ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι το κατάστημα μετά τα έργα που γίνονταν σ' αυτό επαναλειτούργησε στις 15 Μαΐου και σχολίασε σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού ότι δεν γίνεται το κατάστημα να λειτουργεί με 84 ευρώ το δίμηνο. Παραδέχθηκε η Εναγόμενη ότι το λογαριασμό αυτό τον πλήρωσε η Εναγόμενη. Υπενθύμισε η ΜΕ1 ότι το επίδικο συμβόλαιο πώλησης του καταστήματος υπεγράφη στις 29 Φεβρουαρίου και παρέδωσε την κατοχή του στην Εναγόμενη. Επέμεινε ότι από τότε έκλεισε το κατάστημα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη δεν παρέδιδε οικονομικές καταστάσεις στους Ενάγοντες, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέδειξε στην ΜΕ1 ότι τις καταστάσεις που η ίδια κατέθεσε στο Δικαστήριο είναι από την Εναγόμενη που τις έλαβε. Δεν το αρνήθηκε η ΜΕ1, παρά μόνο αντέταξε ότι αυτές «Δεν είναι ολοκληρωμένες» και ότι ήθελε να τις συγκρίνει με τις σημειώσεις της. Υποβλήθηκε στη συνέχεια στη ΜΕ1 ότι από τις υπάρχουσες καταστάσεις προκύπτει ότι αυτή σκοπό είχε να προσθέσει στην εταιρεία, στους ενάγοντες, πωλήσεις τις οποίες δεν είχαν κάνει εκείνοι. Η απάντηση της μάρτυρος ήταν ότι «Εγώ όμως δεν εργάζουμουν στο CyMaterial. Σωστά; Εγώ ανέλαβα το κατάστημα για να κάμουμε τις πωλήσεις για σύνολα που επουλήσαμεν το κατάστημα μας για να κρατήσουμε το συμβόλαιο και να πετύχουμε τον στόχο 150.
- Είναι σύνολα με τη CH Roof Construction που είμαι μέτοχος της εταιρείας και ανέλαβα προσωπικά το κατάστημα που μου το ζήτησε ο κύριος XXXXX Ποντίκης, αλλιώς αν δεν ήταν, δεν θα ήμουν εκεί στο κατάστημα ή κάποιος άλλος, πάλι θα μετρούσαν στο σύνολο οι πωλήσεις.». Ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι αυτή άρχισε να εργάζεται στο επίδικο κατάστημα ως συνεργάτης της Εναγόμενης από τις 15 του Μάη, ενώ αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της Εναγομένης, ο οποίος της υπέβαλε ότι από τις 27.4.2012 αυτή έδινε προσφορές σε πελάτες που επισκέπτονταν το κατάστημα της Εναγόμενης, αλλά τις παρουσίαζε ως πωλήσεις της Ενάγουσας αρ.
- Η απάντηση της ΜΕ1 ήταν ως εξής꞉ «Τες δικές μου δεν γίνεται. Της εταιρείας CH Roof Construction που είμαι μέτοχος και γραμματέας της εταιρείας και μπορεί να φάνηκε το όνομα μου XXXXX Χαραλάμπους που είναι της εταιρείας της Roof Construction, αλλά δεν ήμουν ποτέ υπάλληλος του CY Material. Είμαι συνεργάτης.». Τέλος, υποβλήθηκε στη ΜΕ1 ότι, με βάση την εμπορική συνεργασία της Ενάγουσας αρ. 1 με την Εναγόμενη μετά την επίδικη συμφωνία, η Ενάγουσα εταιρεία οφείλει στην Εναγόμενη, το ποσό της ανταπαίτησης €1.822,53σ.το οποίο εξακολουθεί να οφείλει. Η απάντηση της ΜΕ1 ήταν «Δεν το γνωρίζω». Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη δεν οφείλει στους Ενάγοντες το ποσό των 30.000 ευρώ το οποίο αξιώνουν στην αγωγή, διότι δεν έκαμαν τις αναγκαίες πωλήσεις. Η απάντηση της ΜΕ1 ήταν ότι αυτή βρίσκεται στο Δικαστήριο για να αποδείξει ότι το πρώτο ποσό που προβλεπόταν στη σύμβαση, δηλαδή των 150.000 ευρώ, το πέτυχαν, αλλά, με εμπόδια που τους έθετε η ίδια η Εναγόμενη εταιρεία, η οποία, πρώτον, απέκρυβε τις συνεργασίες τις ΜΕ1 και, δεύτερον, κλείνοντας το κατάστημα. Ερωτηθείσα η ΜΕ1 να πει ποιο ήταν το μέσο λογικό κέρδος που είχε η Ενάγουσα αρ. 1 όταν εμπορευόταν τα υλικά που στη συνέχεια εμπορευόταν η Εναγόμενη, η ΜΕ1 είπε από την πείρα της ότι το κέρδος κυμαινόταν από 20 μέχρι 50%, αλλά εξαρτώταν από το είδος του υλικού και από τη συμφωνία που η ίδια είχε με τους μεταπωλητές ή με τους προμηθευτές των υλικών. Δεδομένης της απάντησής της αυτής, ο συνήγορος Υπεράσπισης τη ρώτηση αν η ίδια πιστεύει ότι με τέτοια ποσοστά κέρδους η Εναγόμενη είχε οποιοδήποτε συμφέρον να μην δίδουν στην ίδια προμήθεια και να χάνουν πωλήσεις. Η απάντηση της ΜΕ1 ήταν ότι «Ναι, το πιστεύω». Δεν υπήρξε επανεξέταση της ΜΕ
- Η μαρτυρία του ΜΕ
- Ο ΜΕ2 παρουσίασε κατά την κυρίως εξέτασή του μία Κατάσταση Λογαριασμού της ΑΗΚ, ημερ. 21.11.2017, αναφορικά με τον πελάτη CH & E ROOF CONSTRUCTION CO LTD στη διεύθυνση «Χρυσουπόλεως 22, Άγιος Νικόλαος Λυώμενο Γραφείο, 6041 Λάρνακα», που είναι η Ενάγουσα αρ. 1, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο που σημειώθηκε από το Δικαστήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Ε». Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ2 επεσήμανε ότι꞉ · Στο Έγγραφο Ε περιγράφεται η κατανάλωση ρεύματος σε διάφορες περιόδους από 29.5.2009 μέχρι 28.6.
- · Από την ίδια κατάσταση λογαριασμού φαίνεται ότι αποσυνδέθηκε το ρεύμα στο επίδικο υποστατικό στις 28.6.
- · Φαίνεται επίσης να υπήρξε μηδενική κατανάλωση ρεύματος μεταξύ 25.5.2012 και 28.6.
- · Η κατάσταση λογαριασμού ως το Έγγραφο Ε δεν αποκαλύπτει ποια ήταν η κατανάλωση ρεύματος κατά την περίοδο από 25.7.2012 μέχρι 26.9.
- Ο συνήγορος Υπεράσπισης, αντεξετάζοντας τον ΜΕ2, του υπέδειξε την Κατάσταση Λογαριασμού της ΑΗΚ για το υποστατικό στην ίδια διεύθυνση ως ανωτέρω, με διαφορετικό όμως όνομα πελάτη, ήτοι την Εναγόμενη εταιρεία CYMATERIAL, για την περίοδο μεταξύ 25.7.2012 μέχρι 26.9.
- Αφού το αναγνώρισε ο ΜΕ2 ως έγγραφο που εκδίδεται από την ΑΗΚ, ακολούθως κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Στ». Υπεβλήθη στον ΜΕ2 ότι ο λόγος που η κατανάλωση ρεύματος κατά την περίοδο μεταξύ 25.5.2012 και 28.6.2012 φαίνεται να είναι μηδενική είναι διότι δεν εμετρήθη η κατανάλωση ρεύματος εκείνο το μήνα. Η απάντηση που έδωσε ο ΜΕ2 ήταν ότι δεν είχε στοιχεία για το αν έγινε επιτόπια επίσκεψη για έλεγχο της κατανάλωσης τη συγκεκριμένη περίοδο από υπάλληλο της ΑΗΚ, αλλά θα μπορούσε να το ψάξει. Έπειτα, υπεδείχθη στον ΜΕ2 από το συνήγορο Υπεράσπισης, η κατάσταση λογαριασμού στην ίδια διεύθυνση στο όνομα του πελάτη CYMATERIAL την περίοδο μεταξύ 29.6.2012 μέχρι 25.7.2012, η οποία κατάσταση κατατέθηκε ακολούθως ως τεκμήριο με την ένδειξη Έγγραφο Ζ. Ο ΜΕ2 δήλωσε ότι το γράμμα «Υ» που είναι σημειωμένο επί της εν λόγω κατάστασης υποδηλώνει τον όρο «Υπολογιζόμενη κατανάλωση», δηλαδή δεν μετρήθηκε. Η μαρτυρία του ΜΥ
- Ο ΜΥ1 έδωσε στο Δικαστήριο ενόρκως μαρτυρία, απαντώντας αρχικώς προφορικά σε ερωτήσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης και στη συνέχεια, σε νέα δικάσιμο, υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο σημειωθέν με την ένδειξη «Έγγραφο Η». Στο πλαίσιο της προφορικής μαρτυρίας που έδωσε κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι το 2012 είχε συμφωνήσει να αναλάβει η ΜΕ1 ως πωλήτρια στο κατάστημα της Λάρνακας για εξυπηρέτηση όλων των εκεί πελατών, σαν συνεργάτης με προμήθεια, δηλαδή ως αυτοεργοδοτούμενη. Η προμήθεια, ως η αμοιβή της, θα ανερχόταν από 1% έως 4%. Επιχείρησε ο ΜΥ1 να καταθέσει στο Δικαστήριο ένα «ενημερωτικό δελτίο» που εξέδωσαν, ως ισχυρίστηκε, όταν άρχισε η συνεργασία με την ΜΕ
- Το εν λόγω έγγραφο ήταν υπογραμμένο μόνο από τον ΜΥ1 ως διευθυντή της Εναγομένης, ιδιοκτήτριας του καταστήματος. Υπήρξε όμως ένσταση από το συνήγορο των Εναγόντων για την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου ως τεκμηρίου, αφενός, διότι δεν αποκαλύφθηκε πριν την έναρξη της ακρόασης, σύμφωνα με τη Δ.28, και, αφετέρου, διότι δεν έφερε ούτε ημερομηνία ούτε υπογραφή της ίδιας της ΜΕ1 ως ενδιαφερόμενης. Εν τέλει, ο συνήγορος Υπεράσπισης απέσυρε το αίτημα κατάθεσης του εν λόγω εγγράφου. Εν πάση περιπτώσει, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι οι όροι εργοδότησης της ΜΕ1 από την Εναγόμενη εταιρεία, όπως ο ίδιος τους θυμόταν, ήταν ότι η ΜΕ1 - (α) θα τηρούσε τη στολή πωλητριών της εταιρείας, και την τηρούσε, (β) θα εφάρμοζε το ωράριο εργασίας που εφαρμοζόταν και στα υπόλοιπα καταστήματα στις άλλες πόλεις που είχε η Εναγόμενη, (γ) για να λάμβανε οποιαδήποτε άδεια χρειαζόταν να δώσει προηγουμένως 7 μέρες προειδοποίηση γραπτώς, και (δ) το ποσοστό (%) της προμήθειας της θα κυμαινόταν μεταξύ 1 - 4 %. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι η Εναγόμενη εταιρεία, μέσω του λογιστηρίου της, εξέδιδε κάθε τέλος του μήνα κατάσταση με τις πωλήσεις των διαφόρων πωλητών, βάσει των οποίων ουσιαστικά προχωρούσε στη συνέχεια το λογιστήριο στην πληρωμή των προμηθειών που όφειλε η Εναγόμενη, ανάλογα και με τη συμφωνία που είχε με τον καθένα πωλητή ξεχωριστά. Στην περίπτωση της ΜΕ1, κάποιες από τις καταστάσεις, όπως είναι και τα Τεκμήρια 3, 5 και 7 υπό Έγγραφο Α, δίνονταν στους πωλητές όπως δόθηκαν και στη ΜΕ1, γι' αυτό και είναι στη θέση να τις έχει στην κατοχή της για να τις καταθέσει σαν τεκμήριο στο Δικαστήριο. Η Εναγόμενη αγόρασε την επιχείρηση των Εναγόντων στις 29/2/2012 και ουσιαστικά την επόμενη μέρα η Εναγόμενη μπορούσε και ήταν στη διάθεση του Ενάγοντος αρ. 2 και της εταιρείας του (Ενάγουσας αρ. 1), για να εξυπηρετήσει τους πελάτες που ουσιαστικά οι Ενάγοντες δήλωναν ότι είχαν και ότι θα τους έφερναν ν'αγοράσουν προϊόντα από την Εναγόμενη εταιρεία. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι, ενώ υπήρχαν πολλές υποσχέσεις γι' αυτούς τους πελάτες, φάνηκε στη συνέχεια και μπορεί ν' αποδειχνεί από τις προσφορές που έδωσε η Εναγόμενη σε πελάτες των Εναγόντων πριν ανοίξει το ανακαινισμένο κατάστημα, το οποίο χρειάστηκε ουσιαστικά 1- 2 μήνες για να ανακαινισθεί, ότι αυτοί ήταν οι πελάτες που είχε και θα έδινε. Αυτή η περίοδος των 1 - 2 μηνών, ήταν, ως ο ισχυρισμός του ΜΥ1, η καθαρή περίοδος που θα μπορούσαν οι Ενάγοντες να έφερναν μόνο δικούς τους πελάτες. Ως η θέση του ΜΥ1, «δεν ήρθαν πάνω από 2 - 4 πελάτες σε αυτή την περίοδο των 1,5 - 2 μηνών μέχρι να λειτουργήσει το ανακαινισμένο κατάστημα». Η Εναγόμενη εταιρεία είχε καταστήματα στη Λευκωσία στη Λεμεσό και ακολούθως το κατάστημα της Λάρνακας μετά από την επίδικη συμφωνία. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι, όπως έπραττε για όλα τα άλλα καταστήματα της Εναγομένης, η εν λόγω εταιρεία έκανε το παν όσον αφορά την υποδομή και την παρουσίαση του εκθεσιακού χώρου που αγόρασε από τους Ενάγοντες, έτσι ώστε να το φέρει σε εξαιρετική κατάσταση και να έχει οσο το δυνατόν περισσότερα δείγματα για να εκθέτει στους πελάτες. Η Εναγόμενη ενεργούσε πάντα μηχανογραφημένα, για να μπορεί να έχει όσο το δυνατόν καλύτερα τις πληροφορίες που θα βοηθούσαν να είναι αποτελεσματική στις πωλησεις. Έγινε πλήρης ανακαίνιση του καταστήματος που αγόρασε από τους Ενάγοντες. Ο ΜΥ1 θυμόταν ότι η Εναγόμενη εργοδοτούσε την ΜΕ1 μέχρι τα μέσα Αυγούστου 2012 περί τις 10 - 15 Αυγούστου. Θυμόταν ότι την προσέλαβαν για να εξυπηρετεί όλους τους πελάτες του επίδικου καταστήματος στη Λάρνακα. Κατά το στάδιο πρόσληψής της, ο ΜΥ1 είχε τους ενδοιασμούς του αν η πρόσληψη ήταν ορθή ενέργεια, διότι αυτός διέβλεπε τον κίνδυνο πελάτες της Εναγομένης εταιρείας να παρουσιάζονται, κατόπιν συνεννόησης των δύο συζύγων ήτοι του Ενάγοντος αρ. 2 και της ΜΕ1, ως πελάτες της Ενάγουσας αρ. 1 εταιρείας, ακόμη και αν δεν ήταν πραγματικές πωλήσεις του Ενάγοντος αρ. 2, για να θέλουν πιο νωρίς να πληρωθούν το υπόλοιπο και τους τόκους. Τελικά, «φάνηκε ότι οι ανησυχίες μου ήταν εύλογες», σχολίασε ο ΜΥ
- Σε νέα δικάσιμο, ο ΜΥ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της ακόλουθης γραπτής δήλωσης ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και ακολούθως προσφέρθηκε για αντεξέταση από το συνήγορο των Εναγόντων. Ανέφερε τα ακόλουθα:
- «Οι ενάγοντες για λίγο χρονικό διάστημα μετά την καταχώρηση της αγωγής των εναντίον της εναγομένης συνεργάζονταν μαζί με αυτή. Μετά το πιο πάνω χρονικό διάστημα δηλαδή από το τέλος Δεκεμβρίου 2012 οι ενάγοντες έπαυσαν να συστήνουν πελάτες όπως ήταν η συμφωνία μας ημερ. 29/2/2012 η οποία συμφωνία είναι κατατεθειμένη στο Δικαστήριο.
- Εμείς ως εταιρεία αναμέναμε και αναμένουμε από τους ενάγοντες να μας φέρουν πελάτες, να τους δίνουμε την συμφωνημένη προμήθεια τους οπότε θα κερδίζουν και εκείνοι και εμείς.
- Όπως ανέφερα και στην προφορική μου κατάθεση το κατάστημα που αγόρασε η εταιρεία μου από τους ενάγοντες, από την επόμενη της αγοράς του, ενώ το ανακαινίζαμε παράλληλα συνεχίζαμε να το λειτουργούμεν εμπλουτίζοντας το με την γκάμα των εμπορευμάτων που εμπορεύετο η εταιρεία μας στα άλλα καταστήματα της και το διαφημίζαμε μαζί με τα άλλα καταστήματα μας. Περαιτέρω νοικιάσαμε και το διπλανό οικόπεδο έτσι ώστε να μεγαλώσει περισσότερο η όλη επιχείρηση.
- Η εναγόμενη δεν οφείλει οποιονδήποτε ποσό στους ενάγοντες ως προμήθεια ή υπόλοιπο από την συμφωνία ημερ. 29/2/2012 που έχει συνάψει μαζί τους. Οι ενάγοντες μέχρι σήμερα δεν έχουν φέρει όπως ήταν οι υποχρεώσεις τους, από την μεταξύ μας συμφωνία, πελάτες οι οποίοι να αγοράσουν εμπορεύματα τουλάχιστο €150,000.00 για να δικαιούνται να απαιτήσουν έστω το ποσό των €10,000.
- Οι πωλήσεις της κας XXXXX Χαραλάμπους δεν μπορούν να προστεθούν στις πωλήσεις των εναγόντων γιατί η κα XXXXX Χαραλάμπους ήταν υπάλληλος μας και υπεύθυνη του καταστήματος μας στην Λάρνακα από τις 27/4/2012 μέχρι 12/8/2012 και πληρωνόταν για την δουλειά της με προμήθεια 1% μέχρι 4% αναλόγως με το πωληθέν εμπόρευμα. Οι πελάτες ήταν του καταστήματος και όχι της κας XXXXX.
- Εμείς παραδίδαμε στους ενάγοντες τις μηνιαίες καταστάσεις των πωλήσεων τους και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ότι υπήρξε οποιονδήποτε λάθος. Είναι γιατί τους τις είχαμε δώσει και τις είχαν στην κατοχή τους και τις κατάθεσαν στο Δικαστήριο. Ανάμενα από τον ενάγοντα 2 XXXXX Χαραλάμπους ο οποίος καθ' όλη την διάρκεια της ακρόασης της αγωγής βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου ότι θα έδιδε μαρτυρία για να δικαιολογήσει την απαίτηση του για προμήθειες και τα τυχόν παράπονα του και να του απαντήσω αλλά δεν εμφανίσθηκε.
- Ο ενάγοντας αρ. 1 αγόραζε εμπορεύματα για τις εργασίες του από την εναγόμενη.
- Όταν οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή είχαν να λαμβάνουν από την εναγόμενη ως προμήθειες το ποσό των €1,639.72 αλλά χρωστούσαν σ' αυτή €3,462.25 και συμφώνησαν μαζί μου σε συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων οπότε σήμερα οφείλουν στην εναγόμενη το ποσό των €1,882.53 το οποίο απαιτά από την [εξ ανταπαιτήσεως] εναγόμενη 1 η οποία είναι η πραγματική οφειλέτρια. Για τις δοσοληψίες και γενικά το λογιστικό μέρος θα παρουσιασθεί μάρτυρας από το λογιστήριο της εναγόμενης.». Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 ο συνήγορος των Εναγόντων υπέδειξε στον ΜΥ1 ότι βάσει της έγγραφης συμφωνίας ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, στο συνολικό τίμημα των €60.000 για την πώληση της επιχείρησης των Εναγόντων προς την Εναγόμενη, περιλαμβανόταν ένα ποσό €45.000 με την περιγραφή «Εμπορική εύνοια (goodwill) της επιχείρησης». Ο ΜΥ1 έδειξε να έχει τη δική του ερμηνεία για τον όρο αυτό ή/και για το νόημα που οι αντισυμβαλλόμενοι είχαν πρόθεση να του αποδώσουν στο πλαίσιο της συμφωνίας τους ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση του ότι η υποχρέωση πληρωμής των €45.000 για την εμπορική εύνοια, τελούσε υπό τον όρο «Γ» της εν λόγω συμφωνίας, που έδειχνε ότι προϋπόθεση για την πληρωμή αποτελούσε το να έφερναν οι Πωλητές κάποια δουλειά (πελατεία) μελλοντικά, δηλαδή μετά την υπογραφή της συμφωνίας, στην επιχείρηση της Εναγομένης. Ακολούθως, ο συνήγορος των Εναγόντων υπέδειξε στον ΜΥ1 ότι για κάθε χρονική περίοδο, ήτοι μέχρι 30.6.2012, μέχρι 30.9.2012 και μέχρι 31.12.2012, για την οποία ετίθετο στη συμφωνία ένα ποσό συνολικών πωλήσεων που αν έφερναν οι Ενάγοντες ως πωλητές της επιχείρησης στην Εναγόμενη ως αγοραστή της επιχείρησης, τότε θα δικαιούνταν ν' αναλάβουν ένα ποσό της τάξεως των €10.000, υπήρχε συγχρόνως ο όρος ότι «Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν συμπληρωθούν οι προαναφερθείσες πωλήσεις, τότε το πληρωτέο ποσό θα εξοφληθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία.». Δηλαδή, ο συνήγορος των Εναγόντων υπέβαλε στον ΜΥ1 ότι αυτό που η Εναγόμενη συμφώνησε ήταν, από το συνολικό ποσό των €60.000, να πληρώσει τις πρώτες €30.000 με την υπογραφή της συμφωνίας ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α και ακολούθως τμηματικά σε διάφορες ημερομηνίες τις υπόλοιπες €30.
- Ο ΜΥ1 δεν αποδέχθηκε αυτή την ερμηνεία της σύμβασης. Η δική του αντίληψη ήταν ότι, από το συνολικό τίμημα των €60.000, οι €15.000 αντιστοιχούσαν στην αξία των πωλούμενων μηχανημάτων, οι άλλες €15.000 αντιστοιχούσαν στην «εμπορική εύνοια» με τη συνήθη έννοια, όπως τη χρησιμοποιεί ο συνήγορος των Εναγόντων, και αυτές οι €30.000 συνολικά πληρώθηκαν κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ενώ οι υπόλοιπες €30.000 έχουν συνδεθεί στη συμφωνία ημερολογιακά με μελλοντικούς πελάτες που θα έφερναν στην Εναγόμενη οι Ενάγοντες, δηλαδή αναλόγως του μελλοντικού κύκλου εργασιών της πωλούμενης επιχείρησης. Εν τέλει, δεν έφεραν οι Ενάγοντες αυτό το υποσχόμενο εισόδημα στην Εναγόμενη, γι' αυτό και δεν τους αποπλήρωσε τις υπόλοιπες €30.
- Ο ΜΥ1 επέμεινε, κατά την αντεξέτασή του, ότι η πρόσληψη της ΜΕ1 προέκυψε μεταγενέστερα από τη σύναψη της συμφωνίας ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, συγκεκριμένα μετά που άνοιξε το ανακαινισμένο κατάστημα. Διατύπωσε την εκτίμηση ο ΜΥ1 ότι η Εναγόνενη είναι μια σοβαρή εταιρεία και κάνει αυτά που προνοούνται από τους κανονισμούς. Ο λόγος που δεν αναφέρεται στις κοινωνικές ασφαλίσεις η ΜΕ1 είναι διότι θα λειτουργούσε ως αυτοεργοδοτούμενη. Ο ΜΥ1 δήλωσε ότι αγνοούσε ότι η ΜΕ1 ήταν διευθύντρια ή/και γραμματέας της Ενάγουσας αρ.
- Αυτό πρώτη φορά το πληροφορήθηκε κατά την ακρόαση της αγωγής στο Δικαστήριο, όταν το μαρτύρησε η ίδια η ΜΕ
- Εξήγησε ο ΜΥ1 ότι ο λόγος που γράφτηκαν δύο οντότητες ως πωλητές (ήτοι οι Ενάγοντες 1 και 2) ήταν διότι, πέραν του οικονομικού μέρους της συμφωνίας για τις €60.000, ο Χριστάκης (Ενάγων αρ. 2) θα λειτουργούσε και ως συνεργάτης και θα πληρωνόταν με συγκεκριμένη προμήθεια, όπως αναφέρεται στην παραγραφο Ζ του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Α. Παρατίθενται οι σχετικοί όροι꞉ «Δ) Ο XXXXX,ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ θα συνεργάζεται με τους ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ ως πωλητής (εξωτερικός συνεργάτης) των ΑΓΟΡΑΣΤΩΝ. Υπό την ιδιότητα του αυτή δεσμεύεται όπως καταβάλλει τον απαραίτητο χρόνο και προσπάθεια για την εξεύρεση νέων πελατών για τους ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ. Ε) ΟΙ ΠΩΛΗΤΕΣ και ειδικότερα Ο XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ δεσμεύονται ότι θα μεταβιβάσουν όλο το υφιστάμενο πελατολόγιο τους στους ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ. Ζ) Η αμοιβή του XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ για τις υπηρεσίες του όπως αναφέρονται στην παράγραφο Δ) πιο πάνω θα είναι από 3% μέχρι 5% επί των πλήρως εισπραχθέντων πωλήσεων, αναλόγως της κατηγορίας προιόντων, που θα έχει διενεργήσει προς όφελος των ΑΓΟΡΑΣΤΩΝ. Αυτή οι αμοιβή θα πληρώνεται στο τέλος κάθε μήνα.». Ο λόγος που μπήκε η Ενάγουσα αρ. 1 στη συμφωνία ήταν, αφενός, διότι διέθετε κάποια περιουσιακά στοιχεία προς πώληση και αφετέρου διότι η ίδια ήταν και πελάτης της Εναγόμενης εταιρείας μας. Οι αγορές της Ενάγουσας αρ. 1 από την Εναγόμενη ήταν ουσιαστικά και αυτές πωλήσεις που θα συμψηφίζονταν στους αριθμούς των πωλήσεων που έπρεπε να έφερνε ο Ενάγων αρ. 2 από άλλους πελάτες και από τη δική του εταιρεία. Υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι σύμφωνα με τις καταστάσεις των λογιστών της Εναγομένης, οι πωλήσεις των Εναγόντων ξεπέρασαν τις €150.000 όπως δείχνουν οι καταστάσεις του λογιστή της Εναγομένης ως τα Τεκμήρια 2 έως 11 υπό Έγγραφο Α. Η απάντηση του ΜΥ1 στην υποβολή αυτή ήταν ότι - «Ta statement βέβαια τα αποδέχομαι, όμως όπως βλέπετε στην παραγραφο 1 και στα Τεκμήρια που αναφέρεστε να συμπεριλαμβάνετε και να προσπαθείτε να παρουσιάσετε μια εικόνα ότι συμψηφίζονταν οι πωλήσεις του καταστήματος τις οποίες διεκπεραίωνε η XXXXX για λογαριασμό της Εναγόμενης εταιρείας με πωλήσεις του κ. XXXXX Χαραλάμπους. [.] Εσείς έχετε πάρει και από τους δύο τις πωλήσεις, τις έχετε συμψηφίσει σαν συνολικές πωλήσεις, ενώ όλες αυτές οι πωλήσεις είναι κοινές, είναι μια πώληση και πιστωνόταν και στην XXXXX σαν πωλητή και στον XXXXX βάσει της συμφωνίας 29/
- Για παράδειγμα, γινόταν μια πώληση 1000 ευρώ, την οποία έφερνε ο XXXXX στην εταιρεία μας και τον πελάτη τον εξυπηρετούσε ουσιαστικά η XXXXX για να ετοιμάσει προσφορά ως υπάλληλος της εταιρείας μας, έπαιρναν και οι δύο προμήθεια από αυτά τα 1000 ευρώ, διαφορετική προμήθεια, όχι αυτήν που αναφέρεται στο συμβόλαιο για τον κ. XXXXX Χαραλάμπους, η οποία δική του ήταν 3 - 5%, αλλά η XXXXX αμοιβόταν 1 - 4% όπως φαίνεται στις καταστάσεις). [.] Στο Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, πάνω αριστερά αναφέρεται ότι έχει εκδοθεί για την Ενάγουσα εταιρεία. Πάμε στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α που είναι οι πωλήσεις της XXXXX Χαραλάμπους σαν υπάλληλος την Εναγομένης εταιρείας. Οι Ενάγοντες έχουν ουσιαστικά προσπάθήσει να συμψηφίσουν τις πωλήσεις της XXXXX σαν υπαλλήλου μας και να προσπαθήσουν να τις παρουσιάσουν για την Ενάγουσα εταιρεία. [.]». Ουδείς άλλος μάρτυρας Υπεράσπισης προσήλθε. Αυτή ήταν η υπόθεση για τους Εναγομένους. Το βάρος της απόδειξης. Όπως έχει νομολογηθεί, το γενικό βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις το φέρει ο ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση (βλ. Ιορδάνου Θεοδόσης v Δήμου Ζήνωνος
(1998)1 ΑΑΔ 652). Σύμφωνα με πλούσια νομολογία επί του θέματος, η οποία ερμηνεύει το γενικό βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ο ενάγων, ο ενάγων οφείλει να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι (βλ. Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295) Συγκεκριμένα στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 λέχθηκε: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Αξιολόγησης της μαρτυρίας, νομική πτυχή και εκτίμηση Δικαστηρίου. Διευκρινίζεται ότι η αξιοπιστία καθενός μάρτυρα αξιολογείται ανεξαρτήτως βάρους απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Τέλος, αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς. Όπως λέχθηκε στην Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Στην παρούσα υπόθεση, από την αντεξέταση της ΜΕ1 και του ΜΥ1, που ήταν οι ουσιαστικοί μάρτυρες, αναδείχθηκαν τα εξής αμφισβητούμενα θέματα, γύρω από τα οποία θα ελεγχθεί η αξιοπιστία τους꞉ · Πρώτον, αν η ΜΕ1 ήταν υπάλληλος της Εναγομένης κατά την περίοδο εφαρμογής της επίδικης συμφωνίας ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α ή αν ήταν εξωτερικός συνεργάτης επί προμήθεια, δηλαδή αυτοεργοδοτούμενη. · Δεύτερον, ποιο ποσοστό προμήθειας συμφωνήθηκε να λαμβάνει η Εναγόμενη από την Εναγόμενη. · Τρίτον, αν γίνονταν διπλές καταχωρήσεις πωλήσεων ή/και αν καταβάλλονταν διπλές προμήθειες από την Εναγόμενη, δηλαδή προς όφελος τόσο της ΜΕ1 όσο και του συζύγου της (Ενάγοντος αρ. 2) ή/και της εταιρείας (Ενάγουσας αρ. 1). · Τέταρτον, αν το επίδικο κατάστημα που πωλήθηκε στην Εναγόμενη από τους Ενάγοντες παρέμεινε κλειστό μετά την πώλησή του για περίοδο 2,5 μηνών. · Πέμπτον, αν η Εναγόμενη παρέδιδε στους Ενάγοντες τις οικονομικές καταστάσεις που ζητούσαν ή αν παρέλειπε να το πράττει. · Έκτον, αν πωλήσεις της Εναγόμενης παρουσιάζονταν από την ΜΕ1 ως πωλήσεις της Ενάγουσας αρ. 1. · Έβδομο, αν υπήρξε συμψηφισμός των οφειλών της Ενάγουσας αρ. 1 με τις οφειλές της Εναγόμενης, με αποτέλεσμα οφειλόμενο υπόλοιπο προς την Εναγόμενη ως αυτό που ανταπαιτεί. Με αναφορά στα πιο πάνω ζητήματα, η γενική εντύπωση που μου έκανε η ΜΕ1 ήταν ότι σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας της προέβαινε σε υπεκφυγές ή και έδιδε απαντήσεις που δεν απέδιδαν την πλήρη αλήθεια, με μοναδικό γνώμονα να προστατεύσει το συμφέρον του Ενάγοντος αρ. 2 που είναι σύζυγός της και, κατ' επέκταση της Ενάγουσας αρ.1, στην οποία, όπως η ΜΕ1 ισχυρίστηκε, η ίδια είναι μέτοχος. Θα προβώ σε λεπτομερέστερη αξιολόγηση μετέπειτα. Όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα, κρίνω ότι ο ΜΥ1 απαντούσε ρεαλιστικά, με την απαραίτητη λεπτομέρεια και πειστικά. Από την άλλη, δεν μου διαφεύγει ότι ο ΜΥ1 κλήθηκε σε μεγάλος μέρος της αντεξέτασής του από το συνήγορο των Εναγόντων να ερμηνεύσει διάφορους όρους της σύμβασης ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Δεν πρόκειται για νομικό ή νομομαθή, επομένως οι απαντήσεις που έδωσε για ερμηνευτικά θέματα αναφορικά με τους όρους της σύμβασης λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο με δεδομένο υπόβαθρο ότι αυτός συμμετείχε στη σύναψη της σύμβασης εκ μέρους της Εναγόμενης, πάντοτε όμως στο μέτρο που παρέχεται ευχέρεια να ληφθεί υπόψη τέτοια μαρτυρία τηρουμένου του κανόνα περί αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας. Διαφωτιστική είναι η απόφαση Πίγκος Εστέϊτς Λτδ ν. Μ. Θ. Καλογήρου, κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A628, ΠΕ 304/2009, απόφαση ημερ. 28.9.2015, σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Συνιστά βασικό κανόνα σε ό,τι αφορά τις γραπτές συμβάσεις, ότι οι πρόνοιες που τις συναποτελούν και ρυθμίζουν τις σχέσεις των μερών, καθορίζοντας τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, δεν επιδέχονται εξωγενή μαρτυρία προκειμένου να προσθέσει, να αφαιρέσει, να τις τροποποιήσει ή να τις αντικρούσει. Είναι ο κανόνας αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας όσον αφορά σε γραπτές συμβάσεις. Εδράζεται στη φιλοσοφία ότι όπου τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αποφασίσει να συνομολογήσουν γραπτή σύμβαση, τότε είναι το ίδιο το περιεχόμενό της και μόνο που περιέχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Στον κανόνα αυτό έχουν αναγνωρισθεί εξαιρέσεις, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα υπέρβασης των όρων ή των λέξεων που τα μέρη χρησιμοποίησαν στη σύμβαση, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να επιτρέπεται προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας σε περίπτωση διευκρίνισης αμφιβολίας ή ασάφειας σε κάποιο έγγραφο προς το σκοπό της αποσαφήνισης της πρόθεσης των συμβαλλομένων. Η αναζήτηση της πραγματικής φύσης της συναλλαγής καθιστά επιτρεπτή την αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας, στα πλαίσια του καθήκοντος του Δικαστηρίου «να αναδείξει την αληθινή συναλλαγή, απαλλάσσοντάς την από ο,τιδήποτε διαπιστώνεται ότι αποτελεί μόνο μάσκα ή επικάλυψή της» (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1432, 1436).» Κρίνω πως θα είναι πιο ευχερής η αξιολόγηση της μαρτυρίας εις βάθος, αν θέσω πρώτα το πλαίσιο της νομικής πτυχής της υπόθεσης με αναφορά στις εκατέρωθεν δικογραφηθείσες εκδοχές. Τούτο, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατ' ουσίαν το πρώτιστο ζήτημα αντιδικίας ήταν η ερμηνεία των όρων της σύμβασης ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Θυμίζω ότι η βάση αγωγής στην υπό κρίση υπόθεση αφορά σε ισχυριζόμενη παράβαση σύμβασης λόγω άρνησης ή αμέλειας ή καθυστέρησης στην πληρωμή οφειλόμενου μέρους του τιμήματος της σύμβασης (ήτοι ποσού €30.000) και άλλων προμηθειών που προβλέπονταν στη σύμβαση (ήτοι €2.500) προς όφελος του Ενάγοντος αρ.
- Σχετικές οι παράγραφοι 7 έως 10 της Έκθεσης Απαίτησης, τις οποίες έχω ήδη παραθέσει στο πλαίσιο της περιγραφής της δικογραφίας. Από την άλλη, η Υπεράσπιση ως έχει δικογραφηθεί (βλ. την παρα. 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης) είναι ότι η αγωγή ως προς το ποσό των €30.000 είναι πρόωρη, διότι οι Ενάγοντες δεν υλοποίησαν την υπόσχεσή τους, ήτοι τους όρους της σύμβασης που αποτελούσαν προϋπόθεση για την πληρωμή του ποσού που αξιώνουν. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι όσον αφορά το ποσό των προμηθειών €2.500, συμψηφίστηκε κατόπιν σχετικής συμφωνίας με το ποσό που οι Ενάγοντες όφειλαν προς την Εναγόμενη για το κόστος αγοράς εμπορευμάτων από αυτήν. Στην Απάντηση των Εναγόντων, δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες, μετά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης, πραγματοποίησαν πωλήσεις μέχρι €200.000 και λένε ότι, αν δεν ανακόπτονταν από την Εναγόμενη, η οποία απομάκρυνε τους Ενάγοντες από την επιχείρηση προς αποφυγή καταβολής του ποσού των €30.000 ή/και αν δεν κρατούσαν κλειστή την επιχείρηση για περίοδο 2,5 μηνών, οι Ενάγοντες θα ήταν σε θέση να προωθήσουν σε μεγαλύτερο βαθμό τις πωλήσεις των Εναγομένων και θα υπερέβαιναν το ποσό των €350.
- Παρατηρώ, λοιπόν, ότι οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν ακύρωση της σύμβασης, παρά μόνον αποζημιώσεις για να λάβουν το πλήρες ποσό που θα λάμβαναν αν εκπληρωνόταν πλήρως η σύμβαση ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, με το σκεπτικό ότι στερήθηκαν της ευκαιρίας να εκπληρώσουν τη σύμβαση με υπαιτιότητα της Εναγομένης με τους παρεμπόδισε να το πράξουν. Σχετικές οι ακόλουθες διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149꞉ · Άρθρο
- Αν η σύμβαση συνίσταται από αμοιβαίες υποσχέσεις που πρέπει να εκπληρωθούν ταυτόχρονα, κανένας από τους οφειλέτες δεν υποχρεούται να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει, εκτός αν ο άλλος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει. · Άρθρο
- Αν η σύμβαση περιέχει αμοιβαίες υποσχέσεις και ο ένας από τους συμβαλλόμενους εμποδίζει τον άλλο να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει, η σύμβαση καθίσταται ακυρώσιμη κατ' εκλογή του συμβαλλόμενου που εμποδίζεται και ο τελευταίος έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον άλλο για οποιαδήποτε ζημιά την οποία ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της σύμβασης. · Άρθρο
- Αν μια από τις αμοιβαίες υποσχέσεις από τις οποίες συνίσταται η σύμβαση, δεν δύναται να εκπληρωθεί ή η εκπλήρωση της δεν δύναται να αξιωθεί πριν από την εκπλήρωση της άλλης, το πρόσωπο που βαρύνεται με την άλλη αυτή υπόσχεση, αν παραλείψει να την εκπληρώσει, δεν δύναται να αξιώσει εκπλήρωση της υπόσχεσης με την οποία βαρύνεται ο άλλος από τους συμβαλλόμενους, υποχρεούται όμως να τον αποζημιώσει για κάθε ζημιά, την οποία ήθελε υποστεί, λόγω της μη εκπλήρωσης της σύμβασης. · Άρθρο
- Η εκπλήρωση της υπόσχεσης δύναται να γίνει κατ' οποιοδήποτε τρόπο ή σε οποιοδήποτε χρόνο τον οποίο ορίζει ή εγκρίνει ο δανειστής. · Άρθρο
- Αν δυνάμει της σύμβασης, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την υπόσχεση χωρίς όχληση του δανειστή και δεν ορίζεται στη σύμβαση χρόνος εκπλήρωσης, η υποχρέωση πρέπει να εκπληρωθεί εντός εύλογου χρόνου. Το "τι είναι εύλογος χρόνος", αποτελεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα. · Άρθρο 55
(1)Αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου ή πριν από το χρόνο αυτό, ή σε ορισμένες ενέργειες εντός ορισμένων χρόνων ή πριν από τους χρόνους αυτούς, και παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια κατά ή πριν από τον ορισμένο χρόνο, η σύμβαση ή το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμη καθίσταται ακυρώσιμο κατ' εκλογή του δανειστή, αν πρόθεση των συμβαλλόμενων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης.
(2)Aν πρόθεση των συμβαλλόμενων δεν ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης, η σύμβαση δεν καθίσταται ακυρώσιμη λόγω παράλειψης του οφειλέτη να ενεργήσει εντός του ορισμένου χρόνου ή πριν από αυτόν, ο δανειστής όμως έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον οφειλέτη για κάθε ζημιά, την οποία ήθελε υποστεί λόγω της παράλειψης αυτής.
(3)[...] · Άρθρο 73
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης. Επίμαχος στην παρούσα υπόθεση, όπως αναδείχθηκε κατά την ακρόαση, είναι ο όρος «Γ» που αφορά στον χρόνο και τρόπο πληρωμής του τιμήματος της σύμβασης ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α και, ειδικότερα, επίμαχη είναι η ευθύνη για την εκπλήρωση ή μη εκπλήρωση του όρου Γ, ο οποίος εμπερικλείει εκατέρωθεν υποσχέσεις των συμβαλλομένων. Είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι, όπως είναι διατυπωμένος ο όρος «Γ» σε συνδυασμό με τον όρο «Β», το αξιούμενο μέρος του τιμήματος της πώλησης, ήτοι οι €30.000, θα πληρώνονταν από την Εναγόμενη (που είναι ο ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ) στους Ενάγοντες 1 και 2 (που είναι οι ΠΩΛΗΤΕΣ), τμηματικά, όταν και εφόσον η οι Ενάγοντες 1 και 2 (που είναι οι ΠΩΛΗΤΕΣ) εκπλήρωναν την υπόσχεση να καλύψουν τους στόχους για συγκεκριμένη αξία πωλήσεων εμπορευμάτων εντός τακτής προθεσμίας (ήτοι €10.000 αν έκαναν πωλήσεις €150.000 μέχρι 30.6.2012, ακολούθως €10.000 αν έκαναν πωλήσεις €300.000 μέχρι 30.9.2012 και τέλος €10.000 αν έκαναν πωλήσεις €450.000 μέχρι 31.12.2012). Η υπόσχεση που αναλήφθηκε αποδεικνύεται από το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε «νοουμένου ότι οι ΠΩΛΗΤΕΣ θα φέρουν συνολικές πωλήσεις στους ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ αξίας ...». Υπήρχε όμως και ένας πρόσθετος όρος που, κατά την κρίση μου, εκδήλωνε τη βούληση των μερών να μην καταστήσουν το χρόνο εκπλήρωσης των πιο πάνω τμηματικών υποσχέσεων ως ουσιώδη όρο. Αναφέρομαι στον όρο ότι «Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν συμπληρωθούν οι προαναφερθείσες πωλήσεις [εννοώντας προφανώς εντός της ταχθείσας προθεσμίας], τότε το πληρωτέο ποσό θα εξοφληθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία.». Σε τέτοια περίπτωση, όπου η προθεσμία εκπλήρωσης μιας υπόσχεσης δεν καθορίζεται κατά τρόπο ανατρεπτικό, αλλά ενδεικτικό, η εκπλήρωση της υπόσχεσης θα πρέπει να συμβεί εντός ευλόγου χρόνου (κατ' αναλογία προς τις διατάξεις του άρθρου 46, Κεφ. 149 ανωτέρω), εκτός αν με τροποποιητική συμφωνία καθορισθεί άλλη συγκεκριμένη προθεσμία. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 22.4.2013, ήτοι μετά πάροδο ενός τριμήνου από τη λήξη της τελευταίας προθεσμίας επίτευξης των στόχων πωλήσεων ως η ρηθείσα υπόσχεση των ΠΩΛΗΤΩΝ. Πρόκειται για χρονικό διάστημα που θεωρώ ότι σηματοδοτεί τη λήξη του εύλογου χρόνου μετά την παρέλευση της τελευταίας ενδεικτικής προθεσμίας, αν ληφθεί υπόψη ότι οι στόχοι τίθονταν τμηματικά ανά τρίμηνο (30/6, 30/9, 31/12). Κατά την κρίση μου, ο λόγος που τα δύο συμβαλλόμενα μέρη εισήξαν ενδεικτική και όχι ανατρεπτική προθεσμία για την εκπλήρωση κάθε τμηματικής υπόσχεση που περιέλαβαν υπό τον όρο «Γ», ήταν για να διασφαλίσουν ότι οι ΠΩΛΗΤΕΣ (Ενάγοντες), θα κατέληγαν να πληρωθούν ολόκληρο το συμφωνημένο τίμημα της σύμβασης (ως ο όρος «Β») που καθορίστηκε στις €60.
- Διαφορετικά, ενώ καθόρισαν στον όρο «Β» συγκεκριμένο τίμημα για την πώληση της επιχείρησης (ήτοι της εμπορικής της εύνοιας, των μηχανημάτων και του κτιρίου), θα επιφόρτιζαν ετεροβαρώς στους ΠΩΛΗΤΕΣ το ρίσκο μη εκπλήρωσης της υπόσχεσής τους εντός της ταχθείσας προθεσμίας (ήτοι της μη εκπλήρωσης του στόχου πωλήσεων), καθιστώντας αβέβαιο αν αυτοί θα λάμβαναν όλο το αντάλλαγμα για την αξία της επιχείρησης που πώλησαν. Θυμίζω ότι στον όρο «Β» της σύμβασης καθοριζόταν ότι, εκ των €60.000 που ήταν το συνολικό τίμημα της σύμβασης, οι €45.000 αντιστοιχούσαν στην εμπορική εύνοια (goodwill) της επιχείρησης, και οι υπόλοιπες €15.000 αντιστοιχούσαν στο φορτηγό (€5.000), το φόρκλιφτ (€1.500) και το κτίριο (€8.500). Εισήξαν, συγχρόνως, στον όρο «Γ» της σύμβασης την υπόσχεση ότι οι ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ θα κατέβαλλαν στους ΠΩΛΗΤΕΣ με την υπογραφή της σύμβασης το ποσό των €30.000 μόνο. Δεν προσδιόρισαν έναντι ποιου επιμέρους ανταλλάγματος θα καταβάλλετο αυτό το ποσό. Αν, δηλαδή, θα ήταν ως αντάλλαγμα για το μεγαλύτερο μέρος της εμπορικής εύνοιας ή αν ήταν ως αντάλλαγμα για το φορτηγό, το φόρκλιφτ και το κτίριο και για ένα μόνο μέρος της εμπορικής εύνοιας. Σε αυτό το σημείο ήταν που ο ΜΥ1 έδωσε τη δική του ερμηνεία αντεξεταζόμενος, εξηγώντας ότι, με βάση όσα ο ίδιος γνώριζε, οι πρώτες €30.000 πληρώθηκαν κατά την υπογραφή της σύμβασης έναντι της αξίας του φορτηγού, του φόρκλιφτ, του κτιρίου και για ένα μέρος της εμπορικής εύνοιας (€15.000), με αποτέλεσμα να υπολείπεται η πληρωμή του υπόλοιπου μέρους (€30.000) για την εμπορική εύνοια. Κρίνω πως δεν υπάρχει οτιδήποτε το ανεπίτρεπτο στο να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΥ1 περί τούτου, εφόσον δεν προσδιορίστηκε ρητά στη γραπτή σύμβαση οτιδήποτε περί του αντιθέτου. Ο ίδιος ως διευθυντής της Εναγόμενης που ενεργούσε για λογαριασμό της Εναγομένης, ήταν κατάλληλο πρόσωπο για να μαρτυρήσει ποια ήταν η πρόθεση των μερών. Όσα αυτός ανέφερε, δεν μεταβάλλουν κατά την κρίση μου το φυσικό νόημα των όρων της σύμβασης, αφού είναι γεγονός ότι η καταβολή του ποσού των €30.000 καλώς ή κακώς συναρτήθηκε με την ανάληψη υπόσχεσης από τους Ενάγοντες ΠΩΛΗΤΕΣ να αποδείξουν ότι είχαν την εμπορική εύνοια ή/και φήμη ή/και ικανότητα να φέρουν συγκεκριμένης αξίας πωλήσεις στην επιχείρηση μετά την υπογραφή της σύμβασης. Αξίζει στο σημείο αυτό να επισημάνω ότι αν και ο όρος «Ε» της σύμβασης αναφέρει ότι «Ε) Οι ΠΩΛΗΤΕΣ και ειδικότερα ο XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ δεσμεύονται ότι θα μεταβιβάσουν όλο το υφιστάμενο πελατολόγιο τους στους ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ», εντούτοις δεν ήταν επίδικο στην παρούσα υπόθεση αν εκπληρώθηκε ο όρος αυτός, γι' αυτό και δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για το ποιο ήταν το πελατολόγιο της Ενάγουσας αρ. 1 κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας. Το σπουδαιότερο είναι ότι, όπως σχεδιάστηκε η σύμβαση, η εμπορική εύνοια δεν διασυνδέθηκε με το υφιστάμενο πελατολόγιο και την τήρηση του όρου Ε), αλλά με την εκπλήρωση μελλοντικών στόχων πωλήσεων. Το ζητούμενο, επομένως, με βάση τις εκατέρωθεν δικογραφηθείσες εκδοχές είναι αν οι ΠΩΛΗΤΕΣ εκπλήρωσαν τις υποσχέσεις τους για τις μελλοντικές πωλήσεις δυνάμει του όρου Γ όπως ισχυρίστηκαν (βλ. παρα. 7 της Ε/Α) και αν όχι, ποιος ευθύνεται για την παράλειψη εκπλήρωσης. Δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω εξ αρχής ότι, αντιφατικά προς την παρα. 7 της Ε/Α όπου οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν πλήρη επίτευξη της υπόσχεσης που ανέλαβαν να εκπληρώσουν (που θα ήταν εν προκειμένω συνολικές πωλήσεις €450.000 μέχρι 31.12.2012), ήρθαν οι ίδιοι στην Απάντηση στην Υπεράσπιση να δικογραφήσουν τη θέση ότι πραγματοποίησαν πωλήσεις μέχρι €200.000, χωρίς να προσδιορίζουν μέχρι πότε πέτυχαν κατ' ισχυρισμό το στόχο αυτό, ενώ προχωρούν και πάλιν αντιφατικά προς την παρα. 7 της Ε/Α και πιθανολογούν ότι θα έκαναν πωλήσεις πέραν των €350.000 αν δεν ανεκόπτοντο από την Εναγόμενη ή/και αν δεν έμενε κλειστό το επίδικο υποστατικό εξ υπαιτιότητας της Εναγομένης για περίοδο 2,5 μηνών. Για να αποδείξει το μέγεθος των πωλήσεων που πέτυχαν, η ΜΕ1 παρουσίασε τις καταστάσεις ως τα Τεκμήρια 2 έως 11 υπό Έγγραφο Α, τα οποία δείχνουν τις ισχυριζόμενες πωλήσεις για την περίοδο από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης (Φεβρουάριο του 2012) μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του
- Ισχυρίστηκε ότι αυτές απεδείκνυαν ότι οι Ενάγοντες έκαναν συνολικά το ποσό των €172.762,30σ. Άρα, κατ' ουσίαν παραδέχθηκε η ΜΕ1 με τη μαρτυρία της ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε πέτυχαν τον στόχο των €450.000 που ήταν ο τελικός στόχος στο τέλος ολόκληρης της περιόδου που προβλεπόταν στον όρο «Γ» της σύμβασης (ήτοι μέχρι 31.12.
- Η δικογραφημένη εκδοχή στην παρα. 7 της Ε/Α κατέρρευσε βάσει της μαρτυρίας της αυτής. Συγχρόνως, συρρυκνώθηκε και η εκδοχή που δικογραφήθηκε στην Απάντηση στην Υπεράσπιση, όπου γινόταν αναφορά σε πωλήσεις μέχρι €200.000, αφού περιόρισε το ποσό ατις €172.762,30σ. . Αν το Δικαστήριο έβρισκε αξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΕ1, τότε οι Ενάγοντες, το μέγιστο ποσό που θα δικαιούνταν βάσει του όρου «Γ» να λάβουν από την Εναγόμενη είναι €10.000, αφού μέχρι 31.12.2012 που ήταν η ενδεικτική προθεσμία ή/και μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής που έληγε κατά την κρίση μου ο εύλογος χρόνος, δεν είχαν εκπληρώσει την υπόσχεση συνολικά, παρά μόνον για τον πρώτο στόχο πωλήσεων ύψους €150.
- Η ίδια η ΜΕ1, που στηρίχθηκε στα Τεκμήρια 2 έως 11 για να αποδείξει έστω το ποσό των €172.762,30σ., αμφισβήτησε την ορθότητα ή/και την αλήθεια του περιεχομένου των εν λόγω τεκμηρίων, λέγοντας ότι δεν αποτελούσαν ολοκληρωμένες οικονομικές καταστάσεις αλλά καταστάσεις που ο λογιστής της Εναγόμενης ετοίμασε παραλείποντας εγγραφές πωλήσεων που είχε κάνει η ΜΕ
- Είναι αντιφατικό να απορρίπτει η ΜΕ1 το περιεχόμενο των καταστάσεων ως τα Τεκμήρια 2 έως 11 υπό Έγγραφο Α ως μη ολοκληρωμένο ή ως εσφαλμένο και την ίδια ώρα να στηρίζει σε αυτό την απαίτησή της για το ποσό αμοιβής που αναλογούσε για πωλήσεις €172.762,30σ. Δεν μπορεί η ΜΕ1 να στηρίξει αξιόπιστη αξίωση σε μαρτυρία που η ίδια θέτει υπό αμφιβολία. Πάντως, ο ισχυρισμός της ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη παρέλειπε να εφοδιάζει τους Ενάγοντες με καταστάσεις που να πιστοποιούν τις πωλήσεις των Εναγόντων ή/και τις προμήθειες που δικαιούνταν, δεν συνάδει με το γεγονός ότι αυτή έχει στην κατοχή της τις καταστάσεις ως τα Τεκμήρια 2 έως 11 που ετοίμασε η Εναγόμενη μέσω του λογιστή της. Καταρρίπτεται, επομένως, ως μη αληθής ο ισχυρισμός ότι δεν εκδίδονταν ή/και δεν της χορηγούνταν οι οικονομικές καταστάσεις από την Εναγόμενη. Περαιτέρω, οι αμφιβολίες που έσπειρε η ΜΕ1 δεν τεκμηριώθηκαν, διότι η ίδια δεν συγκεκριμενοποίησε τις αναφορές της για το ποιες πωλήσεις που διενήργησε δεν συνυπολογίστηκαν στις καταστάσεις ως τα Τεκμήρια 2 έως
- Η συνεχής επίκληση της αδυναμίας της να συμβουλευθεί τις σημειώσεις της επειδή κατ' ισχυρισμόν η Εναγόμενη την παρεμπόδισε να εισέλθει στο γραφείο της όπου της τηρούσε, δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι το Δικαστήριο στερείται της ευκαιρίας να ελέγξει τον ισχυρισμό της περί ελλειπών καταστάσεων λογαριασμού. Απεναντίας, ο ΜΥ1 υιοθέτησε ως ορθές τις εν λόγω οικονομικές καταστάσεις. Παρά το ότι δεν προσήλθε ο λογιστής της εταιρείας ως μάρτυρας, εντούτοις, οι συγκεκριμένες παρατηρήσεις που διατύπωσε ο ίδιος αναφορικά με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 έως 11, ήταν αυταπόδεικτες στην όψη των τεκμηρίων. Θυμίζω ότι υπέδειξε κατά τρόπο συγκεκριμένο και όχι γενικό και αόριστο ποιες εγγραφές που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 3 περασμένες προς όφελος της ΜΕ1 ως πωλήσεις για τις οποίες δικαιούτο να λάβει προμήθεια ήταν περασμένες και στο Τεκμήριο 2 επ' ονόματι της Ενάγουσας αρ. 1, επεξηγώντας και τονίζοντας ότι, εφόσον αφορούσαν στις ίδιες πράξεις πωλήσεων, μία φορά θα πρέπει να προσμετρήσουν ως πωλήσεις για σκοπούς του όρου «Γ». Αποδέχομαι ως ορθή και λογική την τοποθέτηση αυτή, αφού είναι αυταπόδεικτο στην όψη των εν λόγω Τεκμηρίων 2 έως 11, ότι τα ονόματα των πελατών, οι αριθμοί τιμολογίων και τα ποσά ήταν τα ίδια για τις πωλήσεις που υπέδειξε ο ΜΥ1 και άρα μία φορά έγιναν πωλήσεις βάσει των εν λόγω τιμολογίων. Συγκεκριμένα, επσημαίνω ότι η μαρτυρία της ΜΕ1 ως το Έγγραφο Α ήταν ότι: · Η Ενάγουσα 1 από την 22/10/2011 μέχρι και την 29/06/2012 πέτυχε πωλήσεις ύψους € 42.200,
- Εγώ, ενεργώντας για λογαριασμό του συζύγου μου Ενάγοντος 2, μέχρι την 30/06/2012 έκανα πωλήσεις ύψους 37,895,
- · Η Ενάγουσα 1 τον Ιούλιο του 2012 πέτυχε πωλήσεις ύψους € 13,098.
- Εγώ ενεργώντας για λογαριασμό του συζύγου μου Ενάγοντος 2, πέτυχα πωλήσεις ύψους € 22,940.24 για τον ίδιο μήνα. · Η Ενάγουσα 1 τον Αύγουστο του 2012 πέτυχε πωλήσεις ύψους €8,130.
- Εγώ για λογαριασμό του συζύγου μου Ενάγοντος 2, για τον μήνα Αύγουστο του έτους 2012, έκανα πωλήσεις ύψους € 11,780.
- · Η Ενάγουσα 1 για τον μήνα Σεπτέμβριο του 2012 πέτυχε πωλήσεις ύψους € 9,733.
- · Εγώ για λογαριασμό του συζύγου μου Ενάγοντος 2, για τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2012, έκανα πωλήσεις ύψους € 1695,
- · Η Ενάγουσα 1 για τον μήνα Νοέμβριο του 2012 πέτυχε πωλήσεις ύψους € 11,049.
- · Η Ενάγουσα 1 για τον μήνα Δεκεμβρίου του 2012 πέτυχε πωλήσεις ύψους € 9068,
- Ελέγχοντας το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α στη λεπτομέρειά του, το οποίο καλύπτει όλες τις τιμολογήσεις της Εναγόμενης από την έναρξη της σύμβασης μέχρι τις 30.6.2012 που έληγε η προθεσμία για την επίτευξη του στόχου των €150.000, παρατηρώ τα εξής꞉ · Η εν λόγω κατάσταση έχει 9 κάθετες στήλες με τις εξής κεφαλίδες꞉ o Chanel BP o Τιμολόγιο αρ. o Ημερομηνία o Αρ. πελάτη o Πελάτης - όνομα o Ποσό (χωρίς ΦΠΑ) o Ποσό (με ΦΠΑ) o Υπόλοιπο πελάτη o Πωλητής. · Υπό την κεφαλίδα «Chanel BP» αναφέρεται σε όλες τις γραμμές το όνομα «CH & E ROOF CONTRUCTION». Δείχνει ότι πρόκειται για πωλήσεις που καταχωρούνται προς όφελος της Ενάγουσας αρ.
- · Υπό την κεφαλίδα «Πωλητής» αναγράφονται διάφορα ονόματα πωλητών, περιλαμβανομένου και αυτού της XXXXX Χαραλάμπους (ΜΕ1). Συνεπώς, αυτή δεν ήταν η μόνη πωλήτρια που διενεργούσε πωλήσεις, οι οποίες καταχωρούνταν στο σύστημα προς όφελος των πωλήσεων που αποδίδονταν στην Ενάγουσα αρ.
- Αν γίνει δεκτή η ερμηνεία που έδωσε η ΜΕ1 ότι όλες οι πωλήσεις του επίδικου καταστήματος μετά την υπογραφή της σύμβασης θα έπρεπε να μετρούν ως πωλήσεις για σκοπούς επίτευξης των στόχων της σύμβασης ως ο όρος «Γ» (είτε μεσολαβούσαν για τις πωλήσεις του εν λόγω καταστήματος άλλοι πωλητές είτε διεκπεραίωνε τις πωλήσεις στο εν λόγω κατάστημα η ΜΕ1 ως αυτοεργοδοτούμενη σύμβουλος της Εναγομένης είτε ως υπάλληλος της είτε για πελάτες που έρχονταν με τη σύσταση του συζύγου της - Ενάγοντος αρ. 2 είτε ανεξάρτητα από αυτόν), τότε θα πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες οι πωλήσεις ως φαίνονται στα Τεκμήρια 2 και 3 (για περίοδο μέχρι τέλος Ιουνίου 2012), τα Τεκμήρια 4 και 5 (για Ιούλιο 2012) τα Τεκμήρια 6 και 7 (για Αυγ.2012), 8 (για Σεπτ. 2012), 9 (για Οκτ.2012), 10 (για Νοεμβ. 2012), 11 (για Δεκ. 2012). Σε τέτοια περίπτωση τα μεγέθη έχουν ως εξής꞉ · Το συνολικό ποσό πωλήσεων για την περίοδο μέχρι 30.6.2012, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, ανερχόταν σε €42.200,
- Όμως, βάσει της μαρτυρίας του ΜΥ1 και της θέσης που υπέβαλε στη ΜΕ1 ο συνήγορος Υπεράσπισης, η οποία έμεινε ακλόνητη, στο πιο πάνω ποσό συγκαταλέγονταν πωλήσεις για τα ποσά των (282.05 + 1008.55 + 923.08 + 327.35 +109.40 + 8.55 + 179.49 + 179.49 + 4.27 + 2.794, 87 + 538,46 + 81,20 + 66,61 + 61,40 + 102.56 + 204.60 + 17.09), ήτοι σύνολο πωλήσεων αξίας €6.889,02σ. τις οποίες διεκπεραίωσε η ΜΕ1 ως πωλήτρια, οι οποίες όμως δεν δύνανται να διεκδικούνται από αυτήν ως ξεχωριστές πωλήσεις επ ονόματί της ή/και για λογαριασμό του Ενάγοντος αρ. 2, εφόσον αφορούν στα ίδια τιμολόγια, των ιδίων πελατών και μέτρησαν ήδη μια φορά προς όφελος της Ενάγουσας. Επομένως, το ποσό αυτό θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό πωλήσεων αξίας €37.895,20σ. που η ΜΕ1 ισχυρίστηκε βάσει του Τεκμηρίου 3 ότι ήταν οι πωλήσεις που διενήργησε η ίδια ως αναφέρει στο Έγγραφο Α μέχρι 30.6.
- · Παρομοίως, στο Τεκμήριο 4 εμφανίζονται ως πωλήσεις επ ονόματι και προς όφελος της Ενάγουσας αρ. 1 οι πωλήσεις για τα ποσά των 538.46 + 81.2 + 102.56 + 662.69 + 247.86 + 29.91 + 17.09 + 16.24 + 10.26 = €1.706,27σ., τις οποίες η ΜΕ1 εμφανίζει ως δικές της ξεχωριστές πωλήσεις στο Τεκμήριο 5, ενώ πρόκειται για τις ίδιες πωλήσεις που θα ήταν λάθος να προσμετρήσουν διπλά. · Το ίδιο σκηνικό εμφανίζεται σε σχέση με τα Τεκμήρια 6 και 7 που αφορούν στο μήνα Αύγουστο. Οι πωλήσες για τα ποσά των (550.38 + 335.82 +157.35 + 247.86 = €1.291,41) έχουν ήδη προσμετρήσει μία φορά επ ονόματι και προς όφελος της Ενάγουσας αρ. 1 στο Τεκμήριο 6, συνεπώς μπορεί να λογίζονται διπλά ως πωλήσεις στο Τεκμήριο
- Αν αφαιρεθούν οι πιο πάνω διπλές καταχωρήσεις, τότε προκύπτει ότι꞉ Κατά τη λήξη της προθεσμίας 30/6 για τον 1ο στόχο (πωλήσεις €150.000) ως ο όρος «Γ», το επίδικο υποστατικό είχε διενεργήσει συνολικές πωλήσεις 36.081,38σ. (χωρίς ΦΠΑ) επ ονόματι της Ενάγουσας αρ. 1 συν 37.895,20σ. μέσω της ΜΕ1 ως πωλήτριας πλην €6.889,02σ. που είναι οι κοινές πωλήσεις = €67.087,56σ. Κατά τη λήξη της προθεσμίας 30/9 για τον 2ο στόχο (πωλήσεις €300.000) ως ο όρος «Γ» το επίδικο υποστατικό είχε διενεργήσει συνολικές πωλήσεις €143.071,07σ. ως εξής꞉ €67.087,56σ. μέχρι 30/6, ως τα Τεκμήρια 2 και 3 μετά την αφαίρεση των κοινών πωλήσεων. €47.630, 01σ. μέχρι 31/7 ως τα Τεκμήρια 4 και 5 μετά την αφαίρεση των κοινών πωλήσεων, €18.619,93σ. μέχρι 31/8 ως τα Τεκμήρια 6 και 7 μετά την αφαίρεση των κοινών πωλήσεων, και €9.733,57 μέχρι 30/9 ως το Τεκμήριο
- Κατά τη λήξη της προθεσμίας 31/12 για τον 3ο στόχο (πωλήσεις €450.000) ως ο όρος «Γ» το επίδικο υποστατικό είχε διενεργήσει συνολικές πωλήσεις €170.034,64σ. ως εξής꞉ €143.071,07σ. μέχρι 30/9 ως τα Τεκμήρια 2 έως 8 ως αναφέρθηκε ανωτέρω. €6.845,80σ μέχρι 30/10 ως το Τεκμήριο 9 €11.049,33σ μέχρι 30/11 ως το Τεκμήριο 10 €9.068,44σ μέχρι 31/12 ως το Τεκμήριο
- Συνεπώς, με βάση τον όρο «Γ» οι Ενάγοντες κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής θα δικαιούνταν να λάβουν €10.000 στη βάσει των πωλήσεων ως τα Τεκμήρια 2 έως 11, νοουμένου ότι συνυπολογίζονταν όλες οι πωλήσεις της ΜΕ1 (υπό τις πιο πάνω αφαιρέσεις για το λόγο που αναφέρθηκε). Θυμίζω ότι η θέση του ΜΥ1 ήταν ότι η ΜΕ1 προσλήφθηκε ως υπαλληλος της Εναγόμενης και διεκπεραίωνε πωλήσεις στο επίδικο κατάστημα για λογαριασμό της ίδιας της Εναγόμενης, ενώ παράλληλα διεκπεραίωνε και πωλήσεις για πελάτες που έφερνε ή/και σύστηνε ο σύζυγός της (Ενάγων αρ. 2) έναντι προμήθειας 1% και ότι αυτές οι πωλήσεις πελατών που έφερνε ο σύζυγός της περνούνταν στο σύστημα ως πωλήσεις επ ονόματι της Ενάγουσας αρ. 1 εταιρείας. Ήταν, μάλιστα, η θέση του ΜΥ1 ότι, για σκοπούς ελέγχου της τήρησης των στόχων πωλήσεων βάσει του όρου «Γ» κανονικά θα έπρεπε να λαμβάνονταν υπόψη μόνο οι πωλήσεις που θα έφερνε ο Ενάγων αρ. 2 μόνος του και φροντίδη της ΜΕ1, όχι εκείνες οι πωλήσεις που διεκπεραίωνε η Εναγόμενη μέσω της ΜΕ1 ως υπαλλήλου της για οποιουσδήποτε τρίτους πελάτες. Κρίνω πως οι ίδιες οι καταστάσεις (Τεκμήρια 2 έως 11) όπως συντάχθηκαν από την Εναγόμενη δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να προβεί σε τέτοιο διαχωρισμό, ως αυτόν που εισηγείται ο ΜΥ1, εφόσον παρέμεινε μέχρι τέλους της δίκης άγνωστο ποιο ήταν το πελατολόγιο της Ενάγουσας αρ. 1 που μεταβιβάσθηκε στην Εναγόμενη, ποιοι ήταν οι νέοι πελάτες που έφερε ο Ενάγων αρ. 2 φροντίδη της ΜΕ1 και ποιοι πελάτες ήταν καθαρά και μόνον της Εναγόμενης. Πέραν τούτου, αποδέχομαι ως εύλογη την εξήγηση που έδωσε η ΜΕ1 ότι ο λόγος που ανέλαβε το επίδικο κατάστημα η ίδια, ήταν για να διασφαλισθεί η συνέχιση των εργασιών του και η τήρηση των στόχων της σύμβασης. Γι'αυτό και θεωρώ ορθό και δίκαιο να λάβω υπόψη όλες τις πωλήσεις ως φαίνονται στα Τεκμήρια 2 έως 11 που διενήργησε η πωληθείσα επιχείρηση στο επίδικο κατάστημα αμέσως μετά την ανάληψή της από την Εναγόμενη (ανεξαρτήτως ονόματος πωλητή ή πελάτη), ως πωλήσεις που μετρούσαν για το αν εκπληρώθηκε ο στόχος πωλήσεων που τέθηκε στον όρο «Γ» της σύμβασης πώλησης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ΜΕ1 ότι το επίδικο κατάστημα παρέμεινε κλειστό από την Εναγόμενη για 2,5 μήνες μέχρι 15/5/2012, και ότι τούτο παρεμπόδισε την Ενάγουσα αρ. 1 να κάμει πωλήσεις ως η συμβατική της υποχρέωση, παρατηρώ τα εξής꞉ Από τη μαρτυρία του ΜΕ2 το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να εξάξει οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα για το πότε ήταν κλειστό το επίδικο κατάστημα. Ειδικότερα, κρίνω ότι η αποσύνδεση του ρεύματος επ' ονόματι της Ενάγουσας αρ. 1 στις 28.6.2012, όπως και η καταγραφή μηδενικής κατανάλωσης ρεύματος τη διμηνία που αρχίζει από 25.5.2012 σε λογαριασμό επ' ονόματι της Ενάγουσας (βλ. Έγγραφο Ε), δεν είναι στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι το κατάστημα ήταν κλειστό από 29.2.2012 μέχρι 15.5.2012 όπως ισχυρίστηκε η ΜΕ
- Δεν δόθηκε καμία εξήγηση από τη ΜΕ1 πως συμβαίνει τότε να δείχνει το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α ότι η Ενάγουσα αρ. 1 διενεργούσε πωλήσεις καθ' όλη την περίοδο από 12.3.2012 μέχρι 15.5.2012 αν το κατάστημα ήταν κλειστό. Επισημαίνω ότι το Τεκμήριο 2 συμποσώνει όλες τις πωλήσεις που έκανε η Ενάγουσα αρ. 1 σε €36.081,38σ. πλέον ΦΠΑ και η ΜΕ1 βασίζεται στο ποσό αυτό (βλ. το Έγγραφο Α), για να αποδείξει την επίτευξη των στόχων της Ενάγουσας. Επομένως, δεν μπορεί να παραβλέπει ότι η Εναγόμεμη αναγνώρισε πωλήσεις προς όφελος της Ενάγουσας αρ. 1 ακόμη και την περίοδο που η ΜΕ1 ισχυρίζεται ότι το επίδικο κατάστημα ήταν κλειστό. Προφανώς, έχει δίκαιο ο ΜΥ1 ότι, ναι μεν το κατάστημα έκλεισε για να ανακαινισθεί, αλλά η Εναγόμενη μερίμνησε να ενοικιάσει διπλανό χώρο, για να μπορεί να συνεχίσει να διεξάγει τις εργασίες της η επιχείρηση όσο διεξάγονταν τα έργα. Παρατηρώ ότι δεν αντεξετάστηκε ο ΜΥ1 αναφορικά με τους ισχυρισμούς γεγονότων που προέβαλε στη μαρτυρία του σε σχέση με τα μέτρα προώθησης των εργασιών του επίδικου καταστήματος που έλαβε η Εναγόμενη άπαξ της υπογραφής της επίδικης σύμβασης και η οποία μαρτυρία αντέκρουσε τους ισχυρισμούς της ΜΕ1 περί παρεμπόδισης των Εναγόντων να διενεργήσουν πωλήσεις για να εκπληρώσουν τους συμβατικούς τους στόχους. Ο ΜΥ1 απαρίθμησε τα πιο κάτω μέτρα τα οποία κατ' ισχυρισμόν έλαβε η Εναγόμενη για την προώθηση των εργασιών του επίδικου καταστήματος꞉ · Δημιούργησε εκθεσιακό χώρο σε μια μορφή αρκετά καλή για τον πελάτη, για να μπορεί να παραγγείλει τα προϊόντα του. · Είχε συνεχώς ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές διαφημίσεις για τα καταστήματα της, στις οποίες άρχισε να περιλαμβάνει και το επίδικο κατάστημα μετά την ανακαίνισή του. · Εξέδιδε καταλόγους με τα προϊόντα της, τους οποίους παραχωρούσε στις περιοχές εμβέλειας των καταστημάτων της, περιλαμβανομένου του επίδικου στη Λάρνακα. · Οργάνωσε την εκδήλωση live link με την ευκαιρία του ανοίγματος του ανακαινισμένου καταστήματος. · Δόθηκαν τότε σε όλους τους πωλητές της Εναγομένης, οι κατάλογοι και τιμοκατατάλογοι, για να εξυπηρετούν τους πελάτες της καλύτερα. · Είχε σύστημα stock control, για να βλέπουν ανα πάσα στιγμή οι πωλητές τα αποθέματα για καλύτερη εξυπηρέτηση των πελατών τους. Στο επίδικο κατάστημα εμπορεύονταν κεραμίδια, διακοσμητικές πέτρες, κεραμικά πατώματος και ό,τι αφορούσε το σπίτι. Η εμπορία αυτών των προιόντων ήταν κερδοφόρα, με μέσο όρο μεικτής κερδοφορίας γύρω στο 25 - 30 %. Με ένα τέτοιο ποσοστό κερδοφορίας, ξεκάθαρα το ποσοστό προμήθειας που χορηγούσε η Εναγόμενη στους πωλητές της, δεν την εμπόδιζε από το να κάνει κέρδη και συνεπώς ήταν προς όφελος της εταιρείας να γίνονται μεγαλύτερες πωλήσεις, παρά μικρότερες. Συνεπώς, η Εναγόμενη δεν είχε κίνητρο να εμποδίζει τις πωλήσεις από την ΜΕ1 για να αποφύγει δήθεν την παροχή προμήθειας σε αυτήν της τάξεως του 1 % ή 4%. Η περί του αντιθέτου εκτίμηση της ΜΕ1 δεν ήταν πειστική. Έδωσε πλήρεις εξηγήσεις ο ΜΥ1 για την απομάκρυνση και/ή παύση της ΜΕ1 από υπαλλήλου της Εναγομένης στο επίδικο κατάστημα στα μέσα Αυγούστου
- Εξήγησε ότι η Εναγόεμνη προχώρησε στο μέτρο αυτό όταν ένας πελάτης, ο οποίος επισκέφθηκε το κατάστημα στη Λαρνακα για το σπίτι που έχτιζε στην Ξυλοφάγου, ζήτησε να του προτείνει η Εναγόμενη έναν τεχνίτη για τη στέγη και ενώ η Εναγόμενη πρότεινε τον Ενάγοντα αρ. 2 με τον οποίο η Εναγόμενη διατηρούσε συνεργασία, στο τέλος της ημέρας ο πελάτης δεν αγόρασε όλα τα προϊόντα από την Εναγόμενη. Του έκτισε τη στέγη ο Ενάγων αρ. 2, αλλά αγόρασαν τα προϊόντα από ανταγωνιστική εταιρεία. Τούτο συνιστούσε παραβίαση του συμβολαίου από μέρους των Εναγόντων. Τούτη ήταν και η αιτία που η Εναγόμενη έπαυσε τη ΜΕ1, αφού φάνηκε ότι, σε συνεργασία της ΜΕ1 και του συζύγου της, προωθούνταν οι πωλήσεις του καταστήματος σε ανταγωνιστικές εταιρείες, με πιο ψηλές προμήθειες. Σημειωτέον ότι στην επίδικη συμφωνία ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α υπήρχαν οι ακόλουθοι όροι꞉ «Η) Η εταιρεία CH & Ε ROOF CONSTRUCTION LTD δεσμεύεται όπως αγοράζει όλα τα υλικά, εννοείται αυτά που εμπορεύονται οι ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ, για την συνήθη διεξαγωγή των οικοδομικών εργασιών της, αποκλειστικά από τους ΑΓΟΡ ΑΣΤΕΣ. Οι ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ θα παρέχουν πίστωση 30 (τριάντα ημερών). Θ) Ο XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ δεσμεύεται ότι η σύζυγος του και συγγενικά πρόσωπα μέχρι πρώτου βαθμού συγγένειας, -Δεν θα συνεργάζονται καθ' οποιονδήποτε τρόπο, με άλλη ανταγωνιστική εταιρεία ή επιχείρηση του τομέα δραστηριότητας των ΑΓΟΡΑΣΤΩΝ. - Κατά την διάρκεια της συνεργασίας ή για περίοδο τριών ετών μετά τον τερματισμό για οποιονδήποτε λόγο της συνεργασίας τους με τους ΑΓΟΡ ΑΣΤΕΣ, να μην ασκήσουν υπό οποιονδήποτε τρόπο ή μορφή επιχειρηματική δραστηριότητα ανταγωνιστική προς τους ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ.». Επομένως, δεν ήταν αντισυμβατική η ενέργεια της Εναγόμενης, αλλά αντίθετα ενέργεια για προστασία των συμβατικών της συμφερόντων. Άλλωστε η Ενάγουσα αρ. 1 διατήρησε και συνέχισε τη συνεργασία της με την Εναγόμενη αρ. 1 από Αύγουστο μέχρι και Δεκέμβρη. Ουδέποτε ζήτησε τερματισμό της σύμβασης λόγω της παύσης της ΜΕ
- Άλλωστε, η εργοδότηση της ΜΕ1 από την Εναγόμενη ήταν αντικείμενο ξεχωριστής συμφωνίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω την εκδοχή των Εναγόντων ότι ο λόγος που δεν εκπλήρωσαν πλήρως τους στόχους πωλήσεων προκειμένου να ικανοποιήσουν τον όρο Γ της σύμβασης, οφειλόταν σε παρεμπόδισή τους από την Εναγόμενη λόγω δικής της αντισυμβατικής συμπεριφοράς. Συγχρόνως, κρίνω ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πρόωρη, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι Ενάγοντες είχαν αγώγιμο δικαίωμα για ένα μέρος τουλάιστον του τιμήματος που δικαιούνταν βάσει του όρου «Γ», ήτοι για το ποσό των €10.
- Όσον αφορά το θέμα της ανταπαίτησης, η ΜΕ1 δεν ήταν έτοιμη να απαντήσει στις θέσεις που της υπέβαλε ο συνήγορος της Εναγόμενης - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας, επομένως έμεινε ακλόνητη η μαρτυρία του ΜΥ1 και η εκδοχή της εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων αρ. 1 και 2 για το ποσό των €10.000, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόντων για το ποσό της ανταπαίτησης. Δεδομένου του πιο πάνω αποτελέσματος, θεωρώ πιο δίκαιο να είναι κάθε πλευρά τα έξοδά της. (υπ.)..................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] 21.-
(1)Τo Επαρχιακόv Δικαστήριov, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 19, θα έχη πρωτόδικov δικαιoδoσίαv ίvα ακoύη και απoφασίζη oιαvδήπoτε αγωγήv συμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 22 oσάκις- (α) η βάσις της αγωγής έχη πρoκύψει είτε καθ' oλoκληρίαv είτε εv μέρει εvτός τωv oρίωv της επαρχίας δι' ηv τo δικαστήριov καθιδρύθη, cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο