← Κύπρος

Μισού κ.α. ν. Μισού, Αρ. Αγωγής: 1657/11, 11/5/2018

Μισού κ.α. ν. Μισού, Αρ. Αγωγής: 1657/11, 11/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1657/11 Μεταξύ:

  1. XXXXX Μισού
  2. XXXXX Αμπίζα Εναγόντων -και- XXXXX Μισού Εναγόμενου 11 Μαΐου, 2018 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Γ. Αμπίζας Για τον Εναγόμενο: κα Μ. Μικελλίδου (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Κούννα) ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Οι ενάγοντες αξιώνουν, μεταξύ άλλων, διάταγμα εναντίον του εναγόμενου με το οποίο να διατάσσεται όπως εγκαταλείψει και παραδώσει στους ενάγοντες την κατοχή της ανώγεια κατοικίας του κτιρίου που βρίσκεται στην οδό XXXXX 1 στην Ορμήδεια ως επίσης και διάταγμα με το οποίο ν΄ απαγορεύεται σ΄ αυτόν να επεμβαίνει, να κατέχει, να διαμένει και να χρησιμοποιεί την πιο πάνω κατοικία. Στο στάδιο των αγορεύσεων εγκαταλείφθηκε η αξίωση αποζημιώσεων από μέρους των εναγόντων.
  4. Τα παραδεκτά γεγονότα και συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις έχουν ως ακολούθως: (α) Η ενάγουσα αρ. 1 είναι θυγατέρα του ενάγοντα αρ. 2 και πρώην σύζυγος του εναγόμενου. Παντρεύτηκαν την 7.9.1985 και από το γάμο τους απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Οι σχέσεις της ενάγουσας αρ. 1 και του εναγόμενου διασαλεύτηκαν προ πολλών ετών και έτσι κατά την 24.6.09 εκδόθηκε διαζύγιο από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης. (β) Η ενάγουσα αρ.1 διαμένει σε ανώγειο κατοικία ακινήτου που βρίσκεται στην οδό XXXXX 1, στην Ορμήδεια, ιδιοκτησίας του πατέρα της ενάγοντα αρ.
  5. Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι ο εναγόμενος κλήθηκε επανειλημμένως από τους ενάγοντες τόσο πριν όσο και μετά το διαζύγιο να εγκαταλείψει την πιο πάνω ανώγεια κατοικία πλην όμως αρνείται να το πράξει. Λόγω της άρνησης του να εγκαταλείψει την κατοικία η ενάγουσα αρ. 1 κατά ή περί την 29.4.11 άλλαξε τις κλειδαριές της κατοικίας αλλά ο εναγόμενος βίαια εισήλθε σ΄ αυτήν, αρνούμενος και πάλιν να την εγκαταλείψει. Προβάλλεται ότι δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα να την κατέχει και ότι παρεμβαίνει παράνομα σ΄ αυτήν. Αναφέρεται ότι η συμπεριφορά του ήταν κακή, ανάρμοστη και προκλητική.
  6. Ο εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισης του προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος για να εγκαταλείψει την πιο πάνω κατοικία αφού η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία διελάμβανε ότι η κατοικία θα ανεγειρόταν με χρήματα του εναγόμενου και θα χρησιμοποιείτο ως συζυγική οικία και ο ενάγοντας αρ. 2 θα την μεταβίβαζε επ΄ ονόματι της θυγατέρας του και του εναγομένου. Ο εναγόμενος υλοποίησε τα συμφωνηθέντα σ΄ αντίθεση με τους ενάγοντες. Επισημαίνεται ότι πράγματι αρνείται να εγκαταλείψει την κατοικία ενόψει των πιο πάνω και αναγκάστηκε να αλλάξει τις κλειδωνιές για να εισέλθει σ΄ αυτήν αφού έχει δικαίωμα να διαμένει. Περαιτέρω δε προβάλλει ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι υφίσταται δεδικασμένο αφού υπάρχει ταύτιση των επιδίκων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης με την αγωγή 117/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση των εναγόντων επί του τελευταίου ζητήματος. Στην απάντηση στην υπεράσπιση αναφέρεται ότι στην πιο πάνω αγωγή η απαίτηση ήταν για παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του ισογείου του υποστατικού στον ιδιοκτήτη ενάγοντα αρ. 2 ενώ αντιθέτως στην παρούσα αγωγή η απαίτηση άπτεται του ζητήματος της παράνομης επέμβασης εκ μέρους του εναγόμενου στην ανώγεια κατοικία. Προβάλλεται ότι το τι είχε εγερθεί και εξεταστεί στην αγωγή 117/08 είναι τα όσα εγείρει ο εναγόμενος στην παρούσα και έτσι εμποδίζεται να τα επικαλείται εκ νέου.
  7. Για στοιχειοθέτηση της απαίτησης τους έδωσαν μαρτυρία οι ενάγοντες 1 και 2 ενώ από την άλλη πλευρά έδωσαν μαρτυρία ο εναγόμενος και οι XXXXX Μισός, XXXXX Νέμιτσας, XXXXX Σεργίδης και XXXXX Σολωμού.
  8. Η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από μέρους των εναγόντων 1 και 2 έχει ως ακολούθως: (α) Η ενάγουσα αρ.1 διαμένει στην ανώγειο κατοικία του ακινήτου που βρίσκεται στην οδό XXXXX 1 στην Ορμήδεια, ιδιοκτησίας του πατέρα της ενάγοντα αρ.2 (βλ.Τεκ.1). Το ακίνητο αποτελείται από ισόγειο και ανώγειο. Το ισόγειο ανεγέρθηκε από τον ενάγοντα αρ. 2 περί το έτος 1977 -
  9. Όταν η ενάγουσα αρ. 1 νυμφεύθηκε τον εναγόμενο το 1985, ο πατέρας της ολοκλήρωσε την ανώγειο κατοικία, η οποία αποτέλεσε τη συζυγική τους κατοικία. Αναφορικά δε με το ισόγειο ο ενάγοντας αρ.2 επέτρεψε στον τότε γαμπρό του, εναγόμενο να διαμορφώσει μέρος του ισογείου σε χονδρική αγορά φθαρτών. (β) Οι σχέσεις της ενάγουσας αρ.1 και του εναγόμενου διασαλεύθηκαν λόγω της κακής συμπεριφοράς του τελευταίου όπως, μεταξύ άλλων, φωνές, βρισιές, απειλές και αναφέρθηκαν συγκεκριμένα γεγονότα. Στις 24.6.09 εκδόθηκε διαζύγιο από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους (βλ.Τεκ.2). Μετά τη διασάλευση των σχέσεων των συζύγων και την καταχώριση της αίτησης διαζυγίου ο ενάγοντας αρ.2 ανακάλεσε την άδεια που παραχώρησε στον εναγόμενο και τον κάλεσε όπως παραδώσει ελεύθερη κατοχή και χρήση του πιο πάνω ισογείου. Ο εναγόμενος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ισόγειο και έτσι ο ενάγοντας αρ. 2 καταχώρισε εναντίον του την αγωγή αρ. 117/08 Ε.Δ. Λάρνακας (βλ.Τεκ.3.1). Οι εναγόμενοι, στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, καταχώρισαν Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση με την οποία ζητούσαν, μεταξύ άλλων, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πιο πάνω ανώγεια κατοικία βρίσκεται στην κατοχή του εναγόμενου δυνάμει καταπιστεύματος και ότι είναι ο αποκλειστικός δικαιούχος ως επίσης και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι του εναγόμενου στην παρούσα την ανώγειο κατοικία (βλ.Τεκ.3.2). Στο Δικαστήριο παρουσιάστηκαν τα σχετικά δικόγραφα (βλ.Τεκ.3.2 - 3.5). Στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις 21.12.12 εκδόθηκε υπέρ του ενάγοντα αρ.2 στην παρούσα, και εναντίον του εναγόμενου και της εταιρείας Δ & Α Μισός Λτδ, απόφαση ότι ο ενάγοντας είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης και κάτοχος του ισογείου υποστατικού που βρίσκεται στην οδό XXXXX 1, στην Ορμήδεια, διάταγμα με το οποίο διατάχθηκαν οι εναγόμενοι 1 και 2 όπως εντός 30 ημερών από την επίδοση του διατάγματος παραδώσουν στον ενάγοντα κενή και ελεύθερη κατοχή του ισογείου του υποστατικού που περιγράφεται πιο πάνω ως επίσης και αποζημιώσεις. Η δε Ανταπαίτηση απορρίφθηκε (βλ.Τεκ.3.6). Ο εναγόμενος καταχώρισε έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης (βλ.Τεκ.4 και 5), η οποία εκκρεμεί. (γ) Η ενάγουσα αρ.1 συνεπεία της ανάρμοστης συμπεριφοράς του εναγόμενου προέβηκε σε καταγγελίες εναντίον του. Παρουσίασε στο Δικαστήριο επιστολή της αστυνομίας όπου αναφέρονται σ΄ αυτήν διάφορες καταγγελίες (βλ.Τεκ.6). (δ) Ο εναγόμενος ακόμη και μετά την έκδοση του διαζυγίου αρνείτο να εγκαταλείψει την ανώγειο κατοικία παρά το γεγονός ότι του ζητήθηκε επανειλημμένα από τους ενάγοντες. Η δε συμπεριφορά του εξακολουθούσε να είναι ανάρμοστη και δεν προσέφερε τα ουσιώδη. Η ενάγουσα αρ.1 χαρακτηριστικά επισήμανε ότι κατάφερε και βρήκε το θάρρος που χρειαζόταν και έτσι την 29.4.11 άλλαξε κλειδωνιές ώστε να μην μπορεί να εισέλθει στην κατοικία και μετέφερε τα ρούχα του στο ισόγειο. Ο εναγόμενος όταν το αντιλήφθηκε, έσπασε την πόρτα, εισήλθε στην κατοικία εξαγριωμένος και τελικά έφερε πίσω τα πράγματα του αρνούμενος να την εγκαταλείψει. Από τις 20.4.11 μέχρι τον Μάιο του 2011 συνέχιζαν να ζουν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Οι ενάγοντες προβάλλουν ότι ο εναγόμενος δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα να διαμένει την ανώγειο κατοικία αφού η σχετική άδεια που του παραχωρήθηκε ανακλήθηκε προ πολλού από αυτούς. (ε) Αναφορικά με το ζήτημα της συνεισφοράς του εναγόμενου στην κατοικία επισημάνθηκε ότι ήταν αντικείμενο της διαδικασίας στην αγωγή αρ. 117/08 Ε.Δ. Λάρνακας και επομένως επί τούτου του σημείου υφίσταται δεδικασμένο και περαιτέρω συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Αντιθέτως δε τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα αγωγή δεν είναι τα ίδια με την άλλη υπόθεση.
  10. Ο εναγόμενος στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι η ανώγεια κατοικία ανεγέρθηκε μετά το γάμο τους από τον ίδιο και ήταν η οικογενειακή τους στέγη. Επισήμανε ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να εγκαταλείψει την ανώγεια κατοικία καθότι αυτή ανεγέρθηκε με δικά του χρήματα κατόπιν συμφωνίας με τους ενάγοντες. Περαιτέρω ο ίδιος διαμόρφωσε το ισόγειο υποστατικό, πλην του χώρου που καταλάμβανε η κατοικία του ενάγοντα αρ. 2, σε αποθήκη για τις ανάγκες της επιχείρησης του. Ανέφερε δε ότι η ανέγερση των εν λόγω υποστατικών έγινε αποκλειστικά με δικά του χρήματα υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγοντας θα τα μεταβίβαζε επ΄ ονόματι του ιδίου και της συζύγου του, ενάγουσας αρ.
  11. Ο ενάγοντας αρ.2 του υποσχέθηκε ότι όλο το οικοδόμημα ανήκει τόσο σ΄ αυτόν όσο και στη σύζυγο του, ως δώρο γάμου. Ο εναγόμενος θεωρεί άδικο να εγκαταλείψει την κατοικία του την οποία ανήγειρε με χρήματα δικά του και της εταιρείας του ως επίσης και με προσωπική εργασία και ήταν ο λόγος που αναγκάστηκε να αλλάξει τις κλειδαριές και να εισέλθει σ΄ αυτήν. Αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 29.7.
  12. Ανέφερε ότι η εταιρεία του κατέβαλε το ποσό των ΛΚ2.000.- για την αγορά γειτνιάζοντος χαλίτικου κυβερνητικού οικοπέδου εμβαδού 57τ.μ. το οποίο βρίσκεται μπροστά από την επίδικη κατοικία. Το εν λόγω ακίνητο εγγράφηκε επ΄ ονόματι του ενάγοντα αρ.2 και αρνήθηκε ότι ο τελευταίος του κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων. Επισήμανε ότι οι σχέσεις του με τη σύζυγο του διασαλεύτηκαν εξ αιτίας της ανάρμοστης και προσβλητικής της συμπεριφοράς προς το πρόσωπο του ενώ ο ίδιος ουδέποτε χρησιμοποίησε βία τόσο προς αυτήν όσο και προς τα παιδιά τους. Αρχικά αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν καταδικάστηκε σε οποιαδήποτε υπόθεση ενώ ακολούθως δήλωσε ότι παραδέχθηκε στην υπόθεση που αφορούσαν τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν την 16.9.06 πλην όμως δεν γνώριζε ότι λήφθηκαν υπόψη σε αυτήν και άλλες υποθέσεις. (βλ.Τεκ.9). Επισήμανε ότι οι ενάγοντες είναι αυτοί που δημιουργούσαν τα προβλήματα και αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, σε καταγγελία που προέβη στην ΑΗΚ για παράνομη επέμβαση (βλ.Τεκ.8). Επισημαίνει δε ότι τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης είναι τα ίδια με τα θέματα που εγέρθηκαν στην αγωγή αρ. 117/08 Ε.Δ. Λάρνακας και δεν υφίστατο λόγος να προβούν σε δύο αγωγές τόσο για το ισόγειο όσο και για την ανώγεια κατοικία. Αναφέρει δε ότι κανένας διαχωρισμός δεν υπήρξε για το εν λόγω οικοδόμημα και ως εκ τούτου το ζήτημα θα μπορούσε να εγερθεί και να αποφασιστεί στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής.
  13. Ο XXXXX Σεργίδης, ιερέας του χωριού που διαμένουν οι διάδικοι, επισήμανε ότι την 16.9.06 ενώ έκαμνε τρισάγιο στο κοιμητήριο άκουσε φωνές και έτσι μετέβη στο σπίτι τους. Αντιλήφθηκε τον εναγόμενο να είναι κτυπημένος στο δεξί φρύδι. Ανέφερε ότι οι δύο πλευρές αντάλλασαν βρισιές πλην όμως ενόψει του διαρρεύσαντα χρόνου δεν θυμόταν το τι έλεγαν. Επίσης στο χώρο βρισκόταν η αστυνομία και ο ίδιος προσπάθησε να ηρεμήσει την όλη κατάσταση.
  14. Ο κ.XXXXX Νέμιτσας, είναι γαμπρός της ενάγουσας και του εναγόμενου. Δεν θυμόταν αν επισυνέβη οποιοδήποτε περιστατικό κατά την 16.9.
  15. Ανέφερε ότι πριν περίπου 6-7 χρόνια η κόρη της ενάγουσας του ζήτησε να πάρει το μικρότερο αδελφό της για να μην βλέπει το τι διαδραματιζόταν, πράγμα το οποίο έπραξε. Διαπίστωσε ότι στο χώρο υπήρχε περιπολικό και διάφορα πρόσωπα πλην όμως δεν αντιλήφθηκε τον ενάγοντα αρ.2 και τον εναγόμενο.
  16. Ο θείος του εναγόμενου, κ. XXXXX Μισός ανέφερε ότι ο εναγόμενος είναι πολύ καλός χαρακτήρας και απέκλεισε το ενδεχόμενο να κτύπησε την οικογένεια του και τον πεθερό του. Σε αρκετές περιπτώσεις αντιλήφθηκε τον εναγόμενο να είναι κτυπημένος και όταν τον ρωτούσε τι έγινε αυτός του δήλωνε ότι του κτύπησε είτε ο πεθερός του είτε ο σύγαμπρος του. Στη μαρτυρία του επισήμανε ότι δεν ήταν παρών σε οποιοδήποτε περιστατικό.
  17. Ο κ. XXXXX Σολωμού, ηλεκτρολόγος, ανέφερε ότι ο εναγόμενος του ζήτησε να συνδέσει το ρεύμα της κατοικίας του. Όταν μετέβη στο χώρο μαζί με τον εναγόμενο, ο ενάγοντας αρ. 2 του ζήτησε να εξηγήσει το λόγο της εκεί παρουσίας του, πράγμα το οποίο έπραξε. Επακολούθησε συζήτηση μεταξύ του εναγόμενου και του ενάγοντα αρ.
  18. Όταν ο εναγόμενος μετά από σχετική ερώτηση του ανέφερε ότι τον κάλεσε για να επιδιορθώσει το ρεύμα, ο ενάγοντας αρ.2 κτύπησε με το χέρι του τον εναγόμενο στην αριστερή πλευρά. Ο τελευταίος, ως ανέφερε, δεν αντέδρασε.
  19. Μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους, αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας

(2004)2Α ΑΑΔ 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). 13.1 Ο ενάγοντας αρ.2 ανέφερε ότι δεν επιτέθηκε στον πρώην γαμπρό του, εναγόμενο. Ο XXXXX Σολωμού επισήμανε ότι στην παρουσία του ο ενάγοντας επιτέθηκε στον εναγόμενο κτυπώντας τον στην αριστερή πλευρά. Περαιτέρω ο XXXXX Σεργίδης ανέφερε ότι την 16.9.06 εντόπισε τον εναγόμενο στα σκαλοπάτια της κατοικίας τραυματισμένο στο δεξί φρύδι πλην όμως δεν γνώριζε ποιος του κτύπησε. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι οι XXXXX Σολωμού, XXXXX Σεργίδης και XXXXX Νέμιτσας ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους καθοιονδήποτε τρόπο. Το γεγονός ότι ο XXXXX Σολωμού σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του αρνήθηκε ν΄ απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις δεν είναι ικανό να καταρρίψει συθέμελα τη μαρτυρία του. Απάντησε με ευθύτητα στο τι αντιλήφθηκε ο ίδιος κατ΄ εκείνη την ημέρα. 13.2 Αναφορικά με τον θείο του εναγόμενου, κ.XXXXXX Μισό, επισημαίνεται ότι αυτός δεν ήταν παρών σε οποιοδήποτε περιστατικό. Αρκέστηκε ν΄ αναφέρει ότι σε αρκετές περιπτώσεις αντιλήφθηκε τον εναγόμενο να είναι κτυπημένος και όταν τον ρωτούσε σχετικά, του δήλωσε ότι τον κτύπησε είτε ο πεθερός του είτε ο σύγαμπρος του. Σε σχέση με τα όσα του ανέφερε ο εναγόμενος επισημαίνεται ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία. Η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιανδήποτε διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνον διότι αυτή είναι εξ ακοής (βλ. άρθρο 24 του περί Απόδειξης Νόμου). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη μεταξύ άλλων κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση(βλ. άρθρο 27
(1)
(2)(α) του πιο πάνω Νόμου). Στην προκείμενη περίπτωση έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο εναγόμενος και το Δικαστήριο θα αξιολογήσει τη μαρτυρία του τελευταίου. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ΄ακοής μαρτυρία του πιο πάνω προσώπου. 13.3 Αναφορικά με τους ενάγοντες αρ. 1 και 2 επισημαίνεται ότι δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους καθοιονδήποτε τρόπο. Ήταν συνεπείς και σταθεροί στις απαντήσεις τους. Το γεγονός ότι ο ενάγοντας αρ. 2 ανέφερε ότι δεν κτύπησε τον πρώην γαμπρό του εναγόμενο, ενώ από τη μαρτυρία Α. Σολωμού προκύπτει το αντίθετο δεν είναι ικανό να κλονίσει συθέμελα την αξιοπιστία του ενάγοντα αρ. 2 επί των ουσιωδών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση.
  1. Ο εναγόμενος στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι η ανέγερση και η διαμόρφωση του υποστατικού έγινε αποκλειστικά με χρήματα δικά του υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγοντας αρ. 2 θα μεταβίβαζε το ακίνητο τόσο επ΄ ονόματι της θυγατέρας του, όσο και επ΄ ονόματι του ιδίου. Αρνείται να εγκαταλείψει την κατοικία καθότι ο ίδιος την ανήγειρε κάτω από τις υποσχέσεις του ενάγοντα αρ.2 ότι θα την μεταβίβαζε επ΄ ονόματι της ενάγουσας αρ. 1 και του ιδίου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε κάτι εντελώς διαφορετικό και ειδικότερα ότι τον εξαπάτησαν αφού η ενάγουσα αρ.1, σύζυγος του, τον έπεισε ότι το σπίτι βρίσκεται επ΄ ονόματι της ενώ στην πραγματικότητα ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι του πεθερού του, ενάγοντα αρ.
  2. Στα πλαίσια της αγωγής αρ. 117/08 αναγνώρισε ότι πράγματι ανέφερε ότι προσδοκία του ήταν να την μεταβίβαζαν στη σύζυγο του και όχι στον ίδιο πλην όμως όταν διαπίστωσε ότι η κατοικία δεν ήταν εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι της συζύγου του, απαιτούσε να εγγραφεί επ΄ ονόματι του το ½ μερίδιο. Η μαρτυρία του ήταν νεφελώδης και χαρακτηριζόταν από παλινδρομήσεις. Οι ισχυρισμοί του περί συνεισφοράς στην ανώγεια κατοικία είναι γενικοί και αόριστοι. Δεν έχει θέση με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται γεγονότα που να συνθέτουν και να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς του. Ήταν η θέση του ότι το προσκείμενο σ΄ αυτόν σύμπαν συμπεριλαμβανομένων και των εξ αίματος συγγενών του, συνωμότησαν εναντίον του για την περιουσία του πατέρα του. Και πάλιν πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στέρεο υπόβαθρο γεγονότων που να υποστηρίζει τα όσα πιο πάνω έχει αναφέρει. Στη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι η σύζυγος και ο πεθερός του, τον κτυπούσαν επί καθημερινής βάσεως και παρά ταύτα ο ίδιος ουδέποτε τους άγγιξε και όπως χαρακτηριστικά ανέφερε αποδεχόταν τα κτυπήματα σε στάση προσοχής. Υπερβολές. Επισήμανε ότι αν τους άγγιζε θα προσπαθούσαν να τον βάλουν στη φυλακή και ότι δεν καταδικάστηκε για οποιοδήποτε αδίκημα. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε έγγραφο (βλ.Τεκ.9) σε σχέση με τις υποθέσεις που παραδέχθηκε στο Δικαστήριο και ανέφερε ότι εν αγνοία του λήφθηκαν υπόψη και άλλες υποθέσεις. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι δεν καταδικάστηκε σε οποιαδήποτε υπόθεση ενώ αμέσως μετά αναγνώρισε ότι πράγματι καταδικάστηκε για κάποια αδικήματα πλην όμως δεν γνώριζε ότι στην υπόθεση που παραδέχθηκε λήφθηκαν υπόψη και άλλες υποθέσεις. Ο εναγόμενος ήταν παρών στο Δικαστήριο και γνώριζε. Η μαρτυρία του ήταν νεφελώδης και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποστασιοποιηθεί. Έφτασε στο σημείο να αναφέρει ότι πιστεύει «. ακράδαντα ότι υπερασπίζω και τη γυναίκα μου και τον πεθερό μου γιατί και ο πεθερός μου στην πίεση είναι». Η μαρτυρία του ήταν νεφελώδης, χαρακτηριζόταν από παλινδρομήσεις σε κάποια σημεία όπως έχει ήδη αναφερθεί ήταν γενική και αόριστη. Δεν ήταν πειστική και έτσι το Δικαστήριο δεν την αποδέχεται. 15.1 Κατ΄ αρχήν θα εξεταστεί η εισήγηση της συνηγόρου του εναγόμενου ότι υφίσταται δεδικασμένο καθότι ως προβάλλει υπάρχει ταύτιση των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης με την αγωγή 117/08 Ε.Δ. Λάρνακας, ενόψει του γεγονότος ότι στην περίπτωση που επιτύχει εκθεμελιώνεται η απαίτηση των εναγόντων χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. 15.2 Το ζήτημα του δεδικασμένου έτυχε ανάλυσης τόσο από την Νομολογία μας όσο και από την αγγλική Νομολογία η οποία έχει δώσει και τις αναγκαίες κατευθύνσεις ως προς το θέμα (βλ. Spencer Bower and Handley Res Judicata 4th edition p.1-20). Ο κανόνας του δεδικασμένου περιέχει τέσσερα στοιχεία: (α) τελεσίδικη απόφαση (β) ταύτιση διαδίκων (γ) ταύτιση ιδιότητας διαδίκων (δ) ταύτιση επιδίκων θεμάτων (βλ. Χρύσω Κακοφεγγίτου ν Κυπριακές Αερογραμμές, Πολ.Έφ.225/12, ημερ. 6.12.17, Επίσημου Παραλήπτη κ.ά. ν Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ.Έφ. 274/09, ημερ. 27.4.16, Ανδρέας Νικολάου Μιχαήλ ν Μιχαήλ Σκουτέλλα
(2008)1Β ΑΑΔ 1125 και Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος κ.ά. ν Λουκά Παναγιώτου Σταυρινού, Πολ.Έφ. 62/11, ημερ. 17.12.15) Η δέσμευση δε που προκύπτει από το δεδικασμένο βαρύνει μόνο τους διαδίκους και τους διαδόχους τους. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 15, σελ. 184, αναφέρεται ότι όταν ένα επίδικο γεγονός αποφασιστεί σε δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων και το ίδιο γεγονός επανεμφανιστεί σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων, εγείρεται θέμα δεδικασμένου, όμως η σχετική αρχή δεν εφαρμόζεται μόνο σε ζητήματα που έχουν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά επεκτείνεται και σε ζητήματα που θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στην πρώτη διαδικασία (βλ. Theori and Another v Djoni and Another
(1984)1CLR 296, Παμπορίδης ν Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670, Γαβριήλ κ.ά. ν Αγαπίου
(1998)1Γ ΑΑΔ 1868 και Χριστοφή (Παπέττας) ν Σ. & Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.ά.
(2001)1Γ ΑΑΔ 1703). 15.3 Όπως έχει επισημανθεί επιζητείται η απόρριψη της αγωγής ενόψει του γεγονότος ότι το επίδικο ζήτημα είναι το ίδιο με το ζήτημα που εγέρθηκε στην αγωγή 117/
  1. Η συνήγορος του εναγόμενου εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι η αγωγή αρ. 117/08 Ε.Δ. Λάρνακας δεν είναι τελεσίδικη. Εκδόθηκε απόφαση την 21.12.12 (βλ.Τεκ.3.6) και καταχωρήθηκε έφεση η οποία εκκρεμεί (βλ.Τεκ.5). Πέραν δε τούτου, επισημαίνεται οι ενάγοντες αρ. 1 και 2 στην παρούσα αγωγή είναι οι XXXXX Μισού και XXXXX Αμπίζας, αντίστοιχα. Στη δε αγωγή 117/08 Ε.Δ. Λάρνακας ενάγοντας ήταν μόνο ο XXXXX Αμπίζας. Συνεπώς η ενάγουσα αρ.1 δεν ήταν διάδικος στην πιο πάνω αγωγή και έτσι σε σχέση με αυτή δεν υφίσταται ταύτιση διαδίκων. Από τα σχετικά έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ.Τεκ.3.1, 3.2, 3.
  2. 3.
  3. 3.5, 3.6, 4 και 5) προκύπτει ότι αντικείμενο της αγωγής 117/08 ήταν το ισόγειο του ακινήτου και όχι το ανώγειο το οποίο αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας εκδόθηκε υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου και της εταιρείας Δ & Α Μισός Λτδ απόφαση ότι ο ενάγοντας αρ. 2 στην παρούσα είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης και κάτοχος του ισογείου υποστατικού που βρίσκεται στην οδό Νεάρχου 1, στην Ορμήδεια, διάταγμα με το οποίο διατάχθηκαν οι εναγόμενοι 1 και 2 όπως εντός 30 ημερών από την επίδοση του διατάγματος παραδώσουν στον ενάγοντα κενή και ελεύθερη κατοχή του ισογείου του υποστατικού που περιγράφεται πιο πάνω ως επίσης και αποζημιώσεις. Αντικείμενο των επιδίκων θεμάτων στην παρούσα διαδικασία είναι κατά πόσο υφίσταται παράνομη επέμβαση από μέρους του εναγόμενου στην ανώγεια κατοικία. Έτσι δεν υφίσταται ταύτιση των επιδίκων θεμάτων της παρούσας με την αγωγή 117/08 Ε.Δ. Λάρνακας αφού όπως έχει επεξηγηθεί. Και κάτι ακόμη. Προκύπτει από τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ότι παρά το γεγονός ότι εκδόθηκε διαζύγιο την 24.6.09 η ενάγουσα αρ.1 και ο εναγόμεος συμβίωναν στην ανώγεια κατοικία μέχρι τις 29.4.
  4. Κατ΄ εκείνη την ημέρα, ενόψει των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν, η ενάγουσα αρ.1 όπως χαρακτηριστικά ανέφερε βρήκε το θάρρος που χρειαζόταν και άλλαξε τις κλειδωνιές της ανώγεια κατοικίας ώστε να μην μπορεί να εισέρχεται σ΄ αυτήν. Παρά ταύτα ο εναγόμενος έσπασε την πόρτα και εισήλθε σ΄ αυτήν. Το αγώγιμο δικαίωμα της παράνομης επέμβασης δημιουργήθηκε κατ΄ ελάχιστον από την πιο πάνω ημερομηνία αφού ως έχει ήδη αναφερθεί ανακλήθηκε η άδεια χρήσης της ανώγεια κατοικίας στον εναγόμενο. Πρόκειται για γεγονότα τα οποία διαδραματίστηκαν μετά την καταχώριση της αγωγής 117/
  5. Συνεπώς για όλους τους λόγους που εξηγούνται η σχετική εισήγηση για την ύπαρξη δεδικασμένου απορρίπτεται. 15.4 Αντιθέτως, το ζήτημα της συνεισφοράς του εναγόμενου στην ανοικοδόμηση της ανώγειας κατοικίας αποτέλεσε αντικείμενο της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. Όπως έχει ήδη επεξηγηθεί, με την ανταπαίτηση του στην αγωγή 117/08 ζητούσε, μεταξύ άλλων, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ανώγεια κατοικία βρίσκεται στην κατοχή του δυνάμει καταπιστεύματος και ότι είναι ο αποκλειστικός δικαιούχος ως επίσης και διάταγμα με το οποίο να διατασσόταν ο ενάγοντας να μεταβιβάσει και εγγράψει επ΄ ονόματι του την ανώγεια κατοικία. Η ανταπαίτηση του απορρίφθηκε (βλ.Τεκ.3.6). Όπως έχει νομολογηθεί η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν Αναφορικά με την αίτηση του Τζενναρο Περρελλα, Πολ.Έφ. 9173, ημερ. 16.3.95, Σοφία Κοζάκη ν Γεώργιου Κοζάκη Πολ.Έφ. 143, ημερ. 8.11.02 και Τσιακλίδης ν Ευαγγέλου, Πολ.Έφ.11346, ημερ. 23.1.04). Έτσι το ζήτημα της συνεισφοράς που προέβαλε στη μαρτυρία του ο εναγόμενος σε σχέση με την ανώγεια κατοικία έναντι του πρώην πεθερού του, εναγόμενου αρ. 2, αποτέλεσε αντικείμενο της αγωγής 117/08 και η ανταπαίτηση του, όπως έχει ήδη αναφερθεί απορρίφθηκε. Περαιτέρω δε η συνήγορος του εναγόμενου στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας δήλωσε ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα απαίτησης για συνεισφορά ή οτιδήποτε άλλο από μέρους του. 16.1 Ακολούθως θα εξεταστεί κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν επιτύχει να αποδείξουν την απαίτηση τους εναντίον του εναγόμενου. Το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων συνίσταται σε παράνομη επέμβαση από μέρους του εναγόμενου στην ανώγεια κατοικία. Το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου προνοεί τα ακόλουθα:
(1)Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.
(2)Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς. 16.2 Το βάρος απόδειξης της επέμβασης το φέρει ο ενάγοντας. Ωστόσο το βάρος ότι η επέμβαση δεν είναι παράνομη το φέρει ο εναγόμενος (βλ. άρθρο 43
(2)του Κεφ.148 και Β. Παπακόκκινου ν Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653). Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se (βλ. Adrian Holdings Ltd ν Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 ΑΑΔ 1836). Στην υπόθεση Καϊλής κ.ά. ν Κώστα Μιχαήλ Λειβαδιώτης Λτδ κ.ά. Πολ.Έφ.133/12, ημερ. 28.11.17, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Λάμπρου ν. Κεφάλα
(2000)1Γ ΑΑΔ 1516 επισήμανε τα ακόλουθα: «Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίου ν. Ανδρέα
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2311, όπου η φύτευση δένδρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή). Στην παρούσα περίπτωση, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες 3 και 4 ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και, παρόλον ότι δεν είχαν κατοχή, αφού η επέμβαση στο κτήμα είχε μόνιμο χαρακτήρα, κατά την κρίση μας εδικαιολογείτο η νομιμοποίησή τους για να εγείρουν την αγωγή.» Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως κατοχή εκτός εάν προκύπτει από τη μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος (βλ. Γλυκύς ν Ιεράς Μονής Μαχαιρά
(1999)1Α ΑΑΔ 654). 16.3 Σύμφωνα με την Νομολογία το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα περιβάλλοντα γεγονότα για να καταλήξει στη φύση και το είδος της κατοχής (βλ. Royal Ris Ltd v Δήμου Λάρνακας
(2005)1Β ΑΑΔ 1149) και κατ΄ επέκταση κατά πόσο υφίσταται παράνομη επέμβαση. Αναφορικά με την άδεια χρήσης, στην υπόθεση Απολλώνιο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ ν C & S American Heart Institute Ltd κ.ά.
(2011)1 Α ΑΑΔ 379, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: Ο διαχωρισμός των εννοιών μεταξύ ενοικίασης και άδειας χρήσης («tenancy» ή «licence»), δεν είναι εύκολος, έχει δε δώσει το έναυσμα στην Αγγλία για την έκδοση μιας σειράς αποφάσεων ώστε εξελικτικά το κοινοδίκαιο που δεν παρείχε επαρκή προστασία στους αδειούχους να μετασχηματιστεί σταδιακά και προς όφελος τους με τη βοήθεια του δικαίου της επιείκειας («equity»). Ακόμη και μέχρι το 1966, η νομολογία επί του θέματος χαρακτηριζόταν στο σύγγραμμα των Megarry & Wade: «The Law of Real Property» 3η έκδ. σελ. 775-776, ως υπό διαμόρφωση με κυρίαρχα τα ερωτήματα ως προς τα ποια είδη άδειας χρήσης δημιουργούν δικαιώματα δεσμευτικά για τρίτους και κατά πόσο οι συμβατικές άδειες χρήσης είναι ή όχι ακυρώσιμες. Η διχοτόμηση μεταξύ της έννοιας της ενοικίασης και της έννοιας της άδειας χρήσης έχει στην Αγγλία μεγαλύτερη σημασία από ό,τι στο Κυπριακό Δίκαιο ενόψει του ότι εκεί οι ενοικιάσεις («leases»), δημιουργούν δικαιώματα επί της γης («estates in land»), ενώ η άδεια χρήσης παρέχει απλώς δικαιώματα προσωρινής φύσεως, κατά τη βούληση του ιδιοκτήτη, ώστε ο αδειούχος να δύναται να εισέλθει στη γη ή το υποστατικό κατά νόμιμο τρόπο για ορισμένο σκοπό που άλλως θα ήταν παράνομος. Στην Κύπρο, η ενοικίαση δημιουργεί απλώς συμβατική υποχρέωση μεταξύ των μερών εκτός εάν πρόκειται για εκμίσθωση γης πέραν των 15 ετών, η οποία δημιουργεί εμπράγματο δικαίωμα εφόσον όμως εγγράφεται στο Κτηματολόγιο με βάση τα Αρθρα 65Α-65ΙΕ (Μέρος IV) του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ. 224, ως τροποποιήθηκε. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και στην Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ v. Σπύρος Kολοκασίδης Eστέιτς Λτδ
(1991)1 A.A.Δ. 327, σελ. 332-333. Η ενοικίαση στην Κύπρο με βάση τη σχετική νομοθεσία μπορεί βέβαια να επιφέρει πέραν των συμβατικών υποχρεώσεων και την εκ του νόμου καθοριζόμενη προστασία λόγω της μετατροπής της σε θεσμία ενοικίαση. Η παραδοσιακή έννοια της άδειας χρήσης παραπέμπει ακριβώς σε άδεια ή ανοχή ώστε να νομιμοποιείται εκείνο που άλλως πως θα θεωρείτο ως παράνομη επέμβαση στη γη. (Winter Garden Theatre (London) Ltd v. Millennium Productions Ltd [1946] 1 All E.R. 678, σελ. 680). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Hanbury and Martin: Modern Equity 16η έκδ.
(2001), η παροχή άδειας δυνατόν να αναδύεται μέσα από μια πληθώρα διαφορετικών καταστάσεων. Στο κοινοδίκαιο οι βασικές κατηγορίες της άδειας χρήσης ήταν και εξακολουθούν να είναι, η απλή ή κατά χάριν άδεια («bare or gratuitous licence»), η άδεια χρήσης που συνοδεύεται από παροχή δικαιώματος («licence coupled with a grant (or an interest») και η συμβατική άδεια («contractual licence»). Στην πορεία του χρόνου έχει αναπτυχθεί και τέταρτη κατηγορία αυτή του «licence by estoppel», που θεωρείται ως ένα νέο δικαίωμα in alieno solo, της άδειας χρήσης θεωρούμενης δηλαδή όχι ως εναλλακτικής λύσης ή υποκατάστατο της ενοικίασης, αλλά ως αυτόνομο δικαίωμα. (Cedric D. Bell: Land: The Law of Real Property 3η έκδ. σελ. 213 και Pascoe v. Turner [1979] 2 All E.R. 945). Η πρώτη κατηγορία της απλής άδειας αφορά περιπτώσεις όπου ο ιδιοκτήτης της γης επιτρέπει απλώς την πρόσβαση στην ιδιοκτησία του χωρίς να παρέχεται οποιοδήποτε συμβατικό ή ιδιοκτησιακό δικαίωμα και μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τη δυνατότητα παραχώρησης άδειας χρήσης με ταυτόχρονη παροχή κάποιου περιορισμένου δικαιώματος επί της γης, όπως, για παράδειγμα, άδεια εισόδου σε γη με σκοπό την αγορά ξυλείας. Η άδεια εισόδου στη γη υπό τις περιστάσεις αυτές δεν μπορεί να ανακληθεί. .. Η τρίτη κατηγορία, αυτή της συμβατικής άδειας, έχει δημιουργήσει και τα περισσότερα προβλήματα, σε σχέση, ιδιαιτέρως, με τα δικαιώματα του αδειούχου. Κατά το κοινοδίκαιο, η άδεια που δίδει ο ιδιοκτήτης στον αδειούχο να εισέλθει στη γη του για ορισμένο σκοπό ή για ορισμένη περίοδο χρόνου μπορούσε, έστω κατά παράβαση της συμφωνίας, να ανακληθεί από τον ιδιοκτήτη με αποτέλεσμα ο αδειούχος να θεωρείται επεμβασίας με συνακόλουθη την εκδίωξη του. Το δίκαιο της επιείκειας όμως εφηύρε τρόπους προς προστασία του αδειούχου. Σ' αυτή την προσπάθεια κατέστη δυνατή η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ώστε ο ιδιοκτήτης να μην μπορεί να παραβιάσει τη συμβατική άδεια χρήσης. Αναγνωρίστηκε ακόμη και η δυνατότητα ειδικής εκτέλεσης («specific performance»), μιας συμβατικής άδειας (Verrall v. Great Yarmouth Borough Council [1981] Q.B. 202). Στην υπόθεση Hounslow London Borough Council v. Twickenham Garden Developments Ltd [1971] Ch 233, λέχθηκε ότι είναι δύσκολο να θεωρηθεί ως επεμβασίας ο κάτοχος γης με συμβατική άδεια χρήσης, διότι δεν είναι δυνατό να διαχωριστεί η σύμβαση από την άδεια ώστε να αποκηρύσσονται χωριστά.» Όσον αφορά το ζήτημα ανάκλησης άδεια στο σύγγραμμα Hill & Redmans Law of Landlord and Tenand 15η έκδοση, στη σελ.22 αναφέρονται τα ακόλουθα: «A bare license does not even amount to a contract, with the result that it may be revoked by the licensor at any time without giving a right to damages to the licensee» (βλ. Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ ν Σπύρος Κολοκασίδης Εστέιτς Λτδ,
(1991)1 ΑΑΔ 327). Στο δε σύγγραμμα Winfield & Jolowiez on Tort, 17η έκδοση, σελ. 494, παράγρ.13.10, αναφέρονται τα ακόλουθα: «A bare license . . . may be revoked at any time, and so may many contractual licenses, . . . After revocation the licensee becomes a trespasser, but he must be allowed a reasonable time in which to leave and to remove his goods.» (βλ. Καϊλής κ.ά. ν Κώστα Μιχαήλ Λειβαδιώτης Λτδ κ.ά., ανωτέρω). 16.4 Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγοντας αρ.2 είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου που βρίσκεται στην οδό XXXXX 1 στην Ορμήδεια, το οποίο αποτελείται από ισόγειο και ανώγεια κατοικία. Η ενάγουσα αρ. 1 την 7.9.1985 νυμφεύθηκε τον εναγόμενο και διέμεναν στην πιο πάνω ανώγεια κατοικία. Οι σχέσεις των συζύγων διασαλεύτηκαν και έτσι την 24.6.2009 εκδόθηκε διαζύγιο από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους. Ακόμη και μετά την έκδοση του διαζυγίου συνέχιζαν να διαμένουν στην πιο πάνω ανώγεια κατοικία. Οι δε σχέσεις τους εξακολουθούσαν να μην είναι καλές. Ο εναγόμενος αρνείτο να εγκαταλείψει τη συζυγική οικία, ιδιοκτησίας του ενάγοντα αρ. 2, παρά το γεγονός ότι του ζητήθηκε επανειλημμένα. Η ενάγουσα αρ.1 την 29.4.11 άλλαξε τις κλειδωνιές ώστε να μην μπορεί να εισέλθει σ΄ αυτήν. Ο εναγόμενος όμως όταν το αντιλήφθηκε, έσπασε την πόρτα και εισήλθε στην κατοικία αρνούμενος να την εγκαταλείψει. Προκύπτει από τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ότι την κατοχή της κατοικίας, την έχουν οι ενάγοντες και ανακάλεσαν την άδεια χρήσης της ανώγεια κατοικίας από μέρους του εναγόμενου. Παρά ταύτα ο εναγόμενος επεμβαίνει σ΄ αυτήν. Ο τελευταίος παρέλειψε να καταδείξει ότι έχει δικαίωμα κατοχής της ανώγεια κατοικίας, ιδιοκτησίας του πρώην πεθερού του ως επίσης και ότι η κατοχή της δεν είναι παράνομη από μέρους του. Και κάτι ακόμη. Ο εναγόμενος είχε το δικαίωμα να απευθυνθεί εντός της προθεσμίας που τάσσει ο Νόμος, στο Οικογενειακό Δικαστήριο για επίλυση των όποιων περιουσιακών του διαφορών με τη σύζυγο του και δεν το έπραξε (βλ. άρθρο 15(α)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο 232/91). Με βάση όλα τα πιο πάνω, οι ενάγοντες έχουν επιτύχει ν΄ αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο εναγόμενος επεμβαίνει παράνομα στην πιο πάνω κατοικία. Όπως έχει δε νομολογηθεί σε περίπτωση απόδειξης παράνομης επέμβασης δικαιωματικά εκδίδεται διάταγμα για άρση της προκειμένου να τερματιστεί η παρανομία ή απαγόρευση για το μέλλον (βλ. Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ ν Σπύρος Κολοκασίδης Εστέιτς Λτδ, ανωτέρω). 17.1 Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω δικαιολογείται η έκδοση σχετικών διαταγμάτων. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο εναγόμενος όπως εντός 10 ημερών από την επίδοση του, εγκαταλείψει και παραδώσει στους ενάγοντες την κατοχή της ανώγεια κατοικίας του κτιρίου που βρίσκεται στον οδό XXXX 1 στην Ορμήδεια επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4XXXX8 τεμάχιο 5XXXX9, Φ./Σχ. XLI/22.E.1, τοποθεσία Πίτσιλλος στην Ορμήδεια της επαρχίας Λάρνακας. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο, εντός 10 ημερών από την επίδοση του, απαγορεύεται στον εναγόμενο να επεμβαίνει, να κατέχει, να διαμένει και να χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο την πιο πάνω περιγραφόμενη κατοικία. 17.2 Αναφορικά με τα έξοδα. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. Υπ.): ........ Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.