← Κύπρος

ΣΙΑΚΑΛΛΗ ν. M. CHR. DRAKOU DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 2836/2013, 18/6/2018

ΣΙΑΚΑΛΛΗ ν. M. CHR. DRAKOU DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 2836/2013, 18/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2836/2013 Μεταξύ: XXXXX ΣΙΑΚΑΛΛΗ Ενάγουσα ΚΑΙ M. CHR. DRAKOU DEVELOPERS LTD Εναγόμενης Ημερομηνία꞉ 18.6.2018 Εμφανίσεις꞉ Για την Ενάγουσα꞉ κ. Σπύρος Ιωάννου, για Γιώργος Βασιλείου & Συνεργάτες. Για την Εναγόμενη꞉ κ. Θεόδουλος Θεοδούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των €4.000 λόγω ολικής αποτυχίας του ανταλλάγματος (total failure of consideration) και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή ως χρέος και/ή βάσει των αρχών αποκατάστασης και/ή ως αχρεωστήτως καταβληθέν από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη, πλέον τόκο, πλέον έξοδα πλέον ΦΠΑ. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ H εκδοχή της Ενάγουσας. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα κατάγεται και/ή διαμένει στη Λάρνακα και η Εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λάρνακα και ασχολείται μεταξύ άλλων με την ανάπτυξη γης, με αγοραπωλησίες ακίνητης ιδιοκτησίας, ανέγερση κτιρίων και λοιπές οικοδομικές και συναφείς εργασίες. Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο 2011 η Ενάγουσα συμφώνησε προφορικά με την Εναγόμενη την αγορά διαμερίσματος υπ' αριθ. 104 στο «Δράκο 3» έναντι του ποσού των Λ.Κ. 80.000 (ήτοι €136.688,82σ) κατόπιν υπόσχεσης και/ή διαβεβαίωσης της Εναγόμενης ότι θα προωθούσε και/ή διασφάλιζε δάνειο επ' ονόματι της Ενάγουσας από την ΣΠΕ Λειβαδιών, όπου εργαζόταν συγγενικό πρόσωπο της Εναγόμενης. Ισχυρίζεται δε η Ενάγουσα ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων προφορικής συμφωνίας ότι, σε περίπτωση που δεν εξασφαλιζόταν το εν λόγω δάνειο, η συμφωνία θα ακυρωνόταν κα/ή θα τερματιζόταν αυτοδικαίως. Κατά ή περί τις 27/09/2011 η Ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό επ' ονόματι της στη ΣΠΕ Λειβαδιών για την αγορά του διαμερίσματος. Στις 28/09/2011 η Ενάγουσα κατέβαλε στην Εναγόμενη €2470 ως προκαταβολή και/ή ως μέρος του τιμήματος έναντι του ποσού της αξίας του διαμερίσματος έναντι αποδείξεως που της εκδόθηκε από την Εναγόμενη με αρ. 0000072 και ημερ. 28.9.

  1. Περαιτέρω, ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι αυτή και/ή αντιπρόσωποι της ιδίας και/ή συγγενικά της πρόσωπα κατ' εντολή και δια λογαριασμό της κατέλαβαν επιπλέον διάφορα ποσά τοις μετρητοίς εις την Εναγόμενη συμποσούμενα σε €1530 ως μέρος του τιμήματος, δηλαδή το συνολικό ποσό των €
  2. Και ότι παρά τις επανειλημμένες και συνεχείς προσπάθειες της ενάγουσας και τις συνεχείς υποσχέσεις της Εναγόμενης δια την εξασφάλιση δανείου επ' ονόματι της Ενάγουσας τελικά δεν κατέστει δυνατό να πάρει δάνειο. Επίσης, ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι κάλεσε επανειλημμένα την Εναγόμενη να της επιστρέψει το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό και για το λόγο αυτό απέστειλε και σχετική επιστολή με το δικηγόρο της, ημερομηνίας 15/05/
  3. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, η Ενάγουσα προβάλλει τη θέση ότι η Εναγόμενη κατακρατώντας το εν λόγω ποσό της προκαταβολής και αρνούμενη να το επιστρέψει πλούτισε σε βάρος της Ενάγουσας αδικαιολόγητα. Η εκδοχή υπεράσπισης. Στην Έκθεση Υπεράσπισης, η Εναγόμενη αρνείται ότι η Ενάγουσα διέμενε κατά τον ουσιώδη χρόνο στη Λάρνακα και ισχυρίζεται ότι κατ' εκείνον τον χρόνο ήταν κάτοικος Αγγλίας. Η Εναγόμενη παραδέχεται ότι η Ενάγουσα συμφώνησε προφορικά με την Εναγόμενη την αγορά του διαμερίσματος 104 στο υπό ανέγερση κτίριο «Δράκος 3» κατά ή περί το Σεπτέμβριο
  4. Αρνείται η Εναγόμενη ότι το εν λόγω διαμέρισμα πωλήτο για το ποσό των ΛΚ80.000 και λέγει ότι πωλήτο για €80.
  5. Αρνείται η Εναγόμενη ότι έδωσε οποιαδήποτε υπόσχεση ή/και συνεχείς υποσχέσεις προς την Ενάγουσα για την εξασφάλιση δανείου επ' ονόματι της Ενάγουσας. Περαιτέρω, η Εναγόμενη αρνείται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι η προφορική συμφωνία αγοραπωλησίας του διαμερίσματος τελούσε υπό τον ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο ότι, σε περίπτωση που η Ενάγουσα δεν εξασφάλιζε δάνειο από τη ΣΠΕ Λειβαδιών, η συμφωνία θα ακυρωνόταν κα/ή θα τερματιζόταν αυτοδικαίως. Αρνείται η Εναγόμενη ότι η ίδια ήταν πελάτης ή/και διατηρούσε οποιοδήποτε λογαριασμό με το πιστωτικό ίδρυμα ΣΠΕ Λειβαδιών κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σε ό,τι αφορά το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού της Ενάγουσας στο συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα, η Εναγόμενη το αρνείται και καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη. Παραδέχεται η Εναγόμενη ότι η Ενάγουσα κατέβαλε έναντι απόδειξης ημερ. 28.9.2011 το ποσό των €2470, αλλά ισχυρίζεται η Εναγόμενη ότι ενώ αυτή καλούσε τη Ενάγουσα να προσέλθει για να υπογράψει το πωλητήριο έγγραφο, η Ενάγουσα αρνείτο να πράξει τούτο, παρά μόνο ζητούσε από την Εναγόμενη να δεσμεύσει το διαμέρισμα Αρ. 104 έναντι του εν λόγω ποσού προς όφελος της Ενάγουσας μέχρις ότου αυτή το αγοράσει. Αρνείται η Εναγόμενη τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι συγγενικά πρόσωπα της τελευταίας κατέβαλαν κατ' εντολή της διάφορα ποσά συμποσούμενα σε €1530 ως μέρος του τιμήματος του διαμερίσματος. Αρνείται δηλαδή η Εναγόμενη ότι η Ενάγουσα κατέβαλε το συνολικό ποσό των €4.
  6. Είναι η θέση της Εναγομένης ότι ο αδερφός της Ενάγουσας έδειξε ενδιαφέρον κατά ή περί τις 23.2.2012 για το διαμέρισμα αρ. 202 στο υπό ανέγερση κτίριο «Δράκος 3». Κατά ή περί την ίδια ημερομηνία, η Ενάγουσα συμφώνησε προφορικά μέσω τηλεφώνου στην παρουσία της Εναγομένης, του πατέρα της και του αδερφού της, όπως το ποσό των €2470, το οποίο είχε καταβάλει στις 28.9.2011 ως μέρος της προκαταβολής για το διαμέρισμα 104, μεταφερθεί και/ή προστεθεί ως ποσό έναντι μερικής προκαταβολής για την αγορά του διαμερίσματος 202, για το οποίο ο αδερφός της Ενάγουσας συμβλήθηκε και έδωσε επιπρόσθετο ποσό, ήτοι €1.000, στις 22.5.
  7. Δεδομένης της συμφωνίας της Ενάγουσας για την εν λόγω μεταφορά, η Εναγόμενη μετέφερε το ποσό των €2470 προς όφελος του αδερφού της Ενάγουσας. Απορρίπτει η Εναγόμενη τον ισχυρισμό της περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και λέγει ότι εξ υπαιτιότητας της Ενάγουσας και των συνεχών διαβεβαιώσεων της ιδίας της Ενάγουσας ότι θα εξασφάλιζε δάνειο για να αγοράσει το διαμέρισμα, η Εναγόμενη κράτησε προς όφελος της Ενάγουσας εκτός αγοράς το διαμέρισμα 104 από τις 28.9.2011 μέχρι και τις 22.5.2012, ήτοι για περίοδο περίπου 8 μηνών. Καταλήγει η Εναγόμενη να ισχυρίζεται ότι καμία νομική υποχρέωση δεν υπάρχει έναντι της Ενάγουσας για επιστροφή σε αυτήν του ποσού που αξιώνει και καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας. Στην Απάντηση που καταχώρισε η Ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι η υπεράσπιση είναι άνευ ουσίας, διότι το ποσό που αυτή αξιώνει καταβλήθηκε ως προκαταβολή και /ή ως μέρος του τιμήματος και βάσει της νομολογίας τέτοιο ποσό είναι επιστρεπτέο. Περαιτέρω, η Ενάγουσα απορρίπτει την εκδοχή υπεράσπισης περί μεταφοράς του αξιούμενου ποσού προς όφελος του αδερφού της Ενάγουσας κατόπιν συμφωνίας της, ως προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων της Εναγομένης με σκοπό να αποκομίσει αθέμιτο όφελος. Ειδικότερα, η Ενάγουσα αρνείται ότι συγκατατέθηκε οποτεδήποτε στα όσα επικαλείται η Εναγόμενη σε σχέση με τις συναλλαγές του αδερφού της. Γι' αυτό και η Ενάγουσα αξιώνει απόρριψη της υπεράσπισης και έκδοση απόφασης ως η έκθεση απαίτησής της. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία, για την υπόθεση της Ενάγουσας κατέθεσε ως μοναδικός μάρτυρας η ίδια η Ενάγουσα (ΜΕ1), ενώ προς υποστήριξη της εκδοχής της Εναγομένης κατέθεσε ο Διευθυντής της Εναγόμενης κ. XXXXX Χριστοφή (Δράκου) (στο εξής «ΜΥ1»). Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής της, η Ενάγουσα υιοθέτησε επί του όρκου της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Α». Υιοθέτησε και επανέλαβε κατ' ουσίαν το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και της Απάντησής της και προς απόδειξη των εκεί δικογραφημένων ισχυρισμών της, παρουσίασε και κατέθεσε ως τεκμήρια στο Δικαστήριο τα εξής έγγραφα꞉ · Ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, το έγγραφο που της δόθηκε από τη ΣΠΕ Λειβαδιών για να δείξει ότι την 27.9.2011 ανοίχθηκε εκεί λογαριασμός επ' ονόματι της Ενάγουσας. · Ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, την απόδειξη ημερ. 28.9.2011 υπ' αριθμό 0000072 για το ποσό των €2470 ως προκαταβολή για το διαμέρισμα 104, η οποία απόδειξη εκδόθηκε από την Εναγόμενη επ' ονόματι της Ενάγουσας. · Ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α, την επιστολή ημερ. 15.5.2013 που απέστειλε ο συνήγορος της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη αξιώνοντας να καταβάλει η Εναγόμενη στην Ενάγουσα εντός 7 ημερών από τη λήψη της εν λόγω επιστολής το συνολικό ποσό των €4000 που προερχόταν από διάφορες πληρωμές που έγιναν ως προκαταβολή για την αγορά του διαμερίσματος 104 στο κτίριο Δράκος 3 εκ μέρους της Ενάγουσας. Σημειωτέον ότι στην παρα. 7 της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο Α), η Εναγόμενη ισχυριζόταν ότι το ποσό των €1.530 (επιπρόσθετα του ποσού των €2470) καταβλήθηκε από αυτήν σε διάφορες ημερομηνίες και ότι η Εναγόμενη και/ή οι αντιπροσώποι της υπόσχονταν διαρκώς ότι θα τις έδιναν τις σχετικές αποδείξεις, αλλά αμέλησαν να το πράξουν. Απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση του συνηγόρου της, η Ενάγουσα δήλωσε ότι το ποσό των €1.530 εδίδετο από αυτήν τοις μετρητοίς προς τον «κ. XXXXX», τον οποίο έδειξε και αναγνώρισε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Στην παρα. 8 της γραπτής της δήλωσης η Ενάγουσα υποστήριξε ότι, εφόσον δεν κατέστη δυνατό να εξασφαλίσει δάνειο για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος, ματαιώθηκε ή δεν υλοποιήθηκε ή τερματίστηκε η προφορική συμφωνία για την αγορά του διαμερίσματος που είχε κάνει με την Εναγόμενη. Επανέλαβε η Ενάγουσα ότι αυτή ουδέποτε συγκατατέθηκε να μεταφερθεί ποσό που η ίδια κατέβαλε, προς όφελος ή/και για λογαριασμού του αδερφού της για άλλη συναλλαγή που είχε εκείνος με την Εναγόμενη. Αντεξετάστηκε η Ενάγουσα. Στο πλαίσιο της αντεξέτασής της, αυτή επέμεινε ότι έδωσε το συνολικό ποσό των €4000 ως προακαταβολή για την αγορά του διαμερίσματος, ενώ κατείχε απόδειξη πληρωμής μόνο για το ποσό των €2470 και τούτο διότι κάθε φορά που αυτή έδινε λεφτά στο XXXXX, το διευθυντή της Εναγομένης, «μου έλεγε θα σου δώσω απόδειξη λίγο πιο μετά και τον εμπιστεύτηκα». Το ποσό των €2470 το έδωσε η ίδια σε διάφορες φάσεις που ερχόταν στην Κύπρο από την Αγγλία. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι αυτή συνάντησε τον XXXXX «κάπου 4 - 5 φορές, μπορεί 6 - 7, 8 - 10». Απεναντίας, υποβλήθηκε στην Ενάγουσα η θέση της υπεράσπισης ότι αυτή μόνο μία φορά είδε τον XXXXX και εδώ η απάντησή της ήταν «Εγώ δεν το θεωρώ ότι μόνο μία φορά είδα το XXXXX». Της υποβλήθηκε περαιτέρω ότι «Τα €1000 τα έδωσε ο πατέρας σου εξ ονόματος σου, τα άλλα €1000 τα έδωσε ο αδερφός σου και τα €470 ευρώ τα εδώσατε εσείς του XXXXX όντως, όταν εσυναντηθήκατε στις 28.9.2011 όταν για πρώτη φορά εβρεθήκατε που ήρθες από την Αγγλία». Η απάντηση της Εναγομένης στην θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι «Μπορεί να είχε περίπτωση ο πατέρας μου να έδωσε κάποια χρήματα, αλλά δεν ήταν προσωπικά, δεν τον είδε τον XXXXX, απλά στείλαμε τα λεφτά στην Κύπρο στο XXXXX από την Αγγλία». Το ποσό των €2470 «είναι τα δικά μου λεφτά», επέμεινε η Ενάγουσα. Ισχυρίστηκε εν τέλει η Ενάγουσα ότι τότε που ο πατέρας της έστειλε τα χρήματα ο ίδιος δεν ήταν Κύπρο, αλλά στην Αγγλία, διευκρινίζοντας ότι η αναφορά της αυτή αφορούσε πριν τις 28.9.
  8. Αρνήθηκε ότι η ίδια έδωσε οποτεδήποτε στον αδερφό της το XXXXX €1000 για να τα δώσει εκείνος στο XXXXX. Αντεξεταζόμενη, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι δεν είχαν πει ακριβώς πόση θα ήταν η προκαταβολή, ούτε σε πόσες φάσεις θα εξοφλούσε ολόκληρο το ποσό, παρά μόνο ότι όταν αυτή θα έπαιρνε το δάνειο και θα εξοφλούσε το ποσό του διαμερίσματος που συμφωνήθηκε συνολικά στις €80.
  9. Αποτάθηκε η ίδια για να εξασφαλίσει δάνειο για το ποσό των €76.000 από τη ΣΠΕ Λειβαδιών. Το λογαριασμό τον άνοιξε στη συγκεκριμένη ΣΠΕ «τη μέρα που υποτίθεται έδωκα την προκαταβολή στο XXXXX. Πριν την προκαταβολή». Ερωτηθείσα να διευκρινίσει αν υπέβαλε «αίτηση για δάνειο», η Ενάγουσα δήλωσε ότι «Δεν ήταν ακριβώς αίτηση. Εμίλησα για να προσπαθήσω να κάνω αίτηση, για να πιάσω τούτο το δάνειο. Για να δω τί θα γίνει, για να το πιάσω. Εμίλησα με την υπάλληλο. Δεν μπορούσαν να μου δώσουν το ακριβές ποσό που ήθελα. Δεν είχα λεφτά μες την τράπεζα. Ήταν μόλις άνοιξα το λογαριασμό. Ήταν πολύ δύσκολο για εκείνους.». Αντεξετασθείσα περαιτέρω, η Ενάγουσα δήλωσε ότι αυτή δεν αποτάθηκε σε άλλη τράπεζα για να εξασφαλίσει δάνειο, «Γιατί δεν είχα, δεν μπορούσα να δείξω ότι είχα λογαριασμό να πιάνω κάποια λεφτά να έρχονται μέσα στην τράπεζα, για να με εμπιστευτούν να μου δώσουν δάνειο. Οπόταν δεν μπορούσα να πάω ούτε σε άλλη τράπεζα.». Όσον αφορά τον ισχυρισμό που δικογράφησε και προώθησε με στην παρα. 4 της γραπτής της δήλωσης (βλ. Έγγραφο Α), ότι έλαβε υπόσχεση και διαβεβαίωση των Εναγομένων ότι θα προωθούσαν και διασφάλιζαν από τη ΣΠΕ Λειβαδιών την έγκριση δανείου προς όφελος της ίδιας, γιατί εργαζόταν συγγενικό τους πρόσωπο στη ΣΠΕ Λειβαδιών, αντεξετάσθηκε η Ενάγουσα για να πει αν θυμόταν ποιο ήταν αυτό το συγγενικό πρόσωπο και αν της είχε ποτέ αναφερθεί το όνομά του. Η απάντησή της ήταν ότι δεν θυμόταν. Υποβλήθηκε στην Ενάγουσα ότι τον λογαριασμό που η ίδια ισχυρίστηκε ότι άνοιξε στη ΣΠΕ Λειβαδιών ήταν ο πατέρας της που τον άνοιξε για την ίδια στο όνομά της χρησιμοποιώντας τον αριθμό ταυτότητάς της. Της υποβλήθηκε περαιτέρω ότι η υπογραφή της επί του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Α τέθηκε τότε που αυτή πήγε να παραλάβει το συγκεκριμένο πιστοποιητικό ανοίγματος λογαριασμού και όχι κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, αφού ήταν ο πατέρας της εκείνος που άνοιξε το λογαριασμό στο όνομά της. Παραδέχθηκε η Ενάγουσα ότι η υπογραφή της επί του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Α τέθηκε από την ίδια μία μέρα πριν προσέλθει στο Δικαστήριο για να το καταθέσει, δηλαδή στις 16.1.
  10. Υποβλήθηκε στην Ενάγουσα ότι «Μέσω τηλεφώνου συμφωνήσατε τόσον εσείς όσο και ο XXXXX στην παρουσία του πατέρα σας, μέσω τηλεφώνου φυσικά, όσον αφορά την μεταφορά των 2470 ευρώ που είχαν καταβληθεί στο XXXXX από σας, στη συμφωνία που έκαμε ο αδερφός σας, XXXXX, για ν΄αγοράσει διαμέρισμα από το XXXXX». Η απάντηση της Ενάγουσας ήταν ότι «Όχι. Δεν έγινε αυτό το πράγμα.» Δεν υπήρξε καμία άλλη ερώτηση προς την Ενάγουσα, ούτε και επανεξέταση. Αυτή ήταν η υπόθεση για την Ενάγουσα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Ο κ. XXXXX Δράκου (ΜΥ1) έδωσε ενόρκως προφορική μαρτυρία. Παραθέτω τα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας του꞉ Ο ΜΥ1 συναντήθηκε για πρώτη φορά με την Ενάγουσα περί τα τέλη Σεπτεμβρίου
  11. Ο ίδιος γνώριζε από προηγουμένως την οικογένειά της. Μια συγγενής της Ενάγουσας ενοικίαζε διαμέρισμα στην πολυκατοικία της Εναγομένης με αρ. «Δράκος 1» και η ίδια συγγενής της Ενάγουσας αγόρασε διαμέρισμα σε άλλη πολυακτοικία της Εναγομένης, την «Δράκος 2». Ο πατέρας της Ενάγουσας ξεκίνησε συζητήσεις με τον ΜΥ1 για ν' αγοράσει και η Ενάγουσα ένα διαμέρισμα στην υπό ανέγερση πολυκατοικία της Εναγομένης «Δράκος 3». Ο ΜΥ1 μιλούσε περί τον ενάμιση χρόνο με τον πατέρα της Ενάγουσας για την αγορά του διαμερίσματος. Δεν έγινε ποτέ πωλητήριο έγγραφο για την Ενάγουσα. Μόνο προφορική συμφωνία. Ο ΜΥ1 εκ μέρους της Εναγομένης και ο πατέρας της Ενάγουσας, εκ μέρους της Ενάγουσας συμφώνησαν την τιμή του διαμερίσματος στις στις €80.
  12. Η προκαταβολή θα ήταν της τάξεως του 20 - 25%. Ο ΜΥ1 έλαβε ως μέρος της προκαταβολής το ποσό των €1.000 από τον πατέρα της Ενάγουσας και μετά ο πατέρας της απέστειλε στον ΜΥ1 μέσω του αδερφού της Ενάγουσας ακόμη ένα ποσό των €1.
  13. Απόδειξη δεν τους έδωσε η Εναγόμενη, διότι περίμενε ο ΜΥ1 την ίδια την Ενάγουσα να έρθει και όταν αυτή ήρθε του έδωσε €470 και τότε ο ΜΥ1 τις εξέδωσε απόδειξη για το συνολικό ποσό των €2470 (ως είναι το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α). Κατά τον ουσιώδη χρόνο της προφορικής συμφωνίας για την αγοραπωλησία του διαμερίσματος προς την Ενάγουσα, ο ΜΥ1 δεν διατηρούσε οποιοδήποτε λογαριασμό στη ΣΠΕ Λειβαδιών. Ούτε υποσχέθηκε ο ίδιος στην Ενάγουσα ότι θα της εξασφάλιζε δάνειο από το συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα για την αγορά του διαμερίσματος. Πήγε ο ΜΥ1 μαζί με τον πατέρα της Ενάγουσας στη ΣΠΕ Λειβαδιών, όπου ο πατέρας της Ενάγουσας πήρε το λογαριασμό της σύνταξής του. Αλλά, λόγω του ότι η Ενάγουσα δεν ήταν κάτοικος Κύπρου, για να εξασφάλιζε δάνειο η Ενάγουσα, έπρεπε να μπει συνοφειλέτης με τον αδερφό της, κ. XXXXX Σιακαλλή, ο οποίος ήταν κάτοικος Κύπρου και εργαζόταν. Γι' αυτό χρειαζόταν να πάει η Ενάγουσα με τον αδερφό της για να υποβάλουν από κοινού την αίτηση για το δάνειο. Τελικά η Ενάγουσα δεν πήγε ποτέ στη ΣΠΕ Λειβαδιών για να υποβάλει την αίτηση για δάνειο. Δεν γνώριζε ο ΜΥ1 για ποιο λόγο η Ενάγουσα παρέλειψε να αιτηθεί το δάνειο. Εξ όσων ο ίδιος νόμιζε, ο λόγος ήταν οικογενειακός. Αρχές Οκτωβρίου 2011 ο πατέρας της Ενάγουσας ειδοποίησε τηλεφωνικώς τον ΜΥ1 από την Αγγλία ότι θα έρχετο ο γιος του - αδερφός της Ενάγουσας Γιάννος Σιακαλλής, ο οποίος διέμενε στα Λειβάδια, για να μεταφέρουν το ποσό των €2470 προς όφελος του ιδίου. Έτσι, προσχώρησε η Εναγόμενη στην έκδοση πωλητήριου εγγράφου επ' ονόματι του αδερφού της Ενάγουσας, και ακύρωσε η Εναγόμενη την αρχική απόδειξη για το ποσό των €2470 που είχε εκδώσει επ ονόματι της Ενάγουσας, ενημερώνοντας παράλληλα και την Υπηρεσία ΦΠΑ, μέσω του Λογιστή της. Επειδή ο ίδιος ο XXXXX Σιακαλλής έδωσε επιπλέον ποσό €1000, η Εναγόμενη του εξέδωσε νέα απόδειξη για το συνολικό ποσό των €
  14. Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο που συνήφθη μεταξύ της Εναγομένης και του αδερφού της Ενάγουσας, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΥ1 και κατατέθηκε ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Β». Είναι έγγραφο ημερ. 23.2.
  15. Ο ΜΥ1 είδε και αναγνώρισε επί του εγγράφου αυτού τις υπογραφές αυτού εκ μέρους της Εναγομένης και του αδερφού της Ενάγουσας ως αγοραστή. Το συγκεκριμένο αγοραπωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Σχετική η αίτηση κατάθεσή του, ως το τεκμήριο που κατέθεσε ο ΜΥ1 με την ένδειξη «Έγγραφο Γ». Μετά πάροδο 2 - 3 μηνών ο αδερφός της Ενάγουσας αποφάσισε να μεταβεί και ο ίδιος στην Αγγλία για να εξεύρει δουλειά. Εν τω μεταξύ περίμενε και εκείνος απάντηση από την Alpha Bank αν θα του χορηγούσε δάνειο για να πληρώσει το υπόλοιπο του τιμήματος δυνάμει του δικού του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ως το Έγγραφο Β. Ουδέν άλλο ποσό κατέβαλε εν τέλει ο αδερφός της Ενάγουσας προς την Εναγομένη. Αντιθέτως, αυτός ζήτησε την απόσυρση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου από το Κτηματολόγιο με αίτηση ημερ.12.10.2012 και πήγε μαζί του ο ΜΥ1 και δικολάβος για να ακυρώσουν το αγοραπωλητήριο έγγραφο που ήταν κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο. Επεσήμανε ο ΜΥ1 ότι αποτελούσε ρητό όρο στο άρθρο 4 του αγοραπωλητηρίου που σύναψε η Εναγόμενη με τον αδερφό της Ενάγουσας, ότι «Σε περίπτωση που ο ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ θελήσει να ακυρώσει την παρούσα συμφωνία, ο ΠΩΛΗΤΗΣ δεν θα είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει οποιαδήποτε ποσά θα έχει εισπράξει μέχρι την απόφαση της ακύρωσης της παρούσας συμφωνίας». Ουδέποτε ζήτησε η Ενάγουσα ή ο πατέρας της ή ο αδερφός της από τον ΜΥ1 την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού είχε καταβληθεί. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι꞉ Τα μόνα χρήματα που έλαβε αυτός από την Ενάγουσα προσωπικά ήταν €470, όταν ήρθε η ίδια στην Κύπρο και ήταν χάρη που της έκαμε που έπιασε €
  16. Δεν αρνήθηκε ο ΜΥ1 ότι ουδέποτε υλοποιήθηκε η συμφωνία αγοραπωλησίας του διαμερίσματος στην Ενάγουσα και ότι, ως εκ τούτου, η Ενάγουσα δεν έλαβε αντάλλαγμα, για το ποσό που κατέβαλε. Βλέποντας την επιστολή από τους δικηγόρους της Ενάγουσας που του επιδόθηκε στις 3.6.2013, ο ΜΥ1, σχολίασε ότι το 2013 που την έλαβε την πήρε στο δικηγόρο του για να απαντήσει εκείνος. Ο συνήγορος της Ενάγουσας υπέδειξε τότε στον ΜΥ1 τη σχετική απαντητική επιστολή που απέστειλε ο δικηγόρους της Εναγομένης στις 10.6.2013, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Ε» και διερωτήθηκε «πού αναφέρει ότι δήθεν οποιοδήποτε ποσό μεταφέρθηκε από την κα XXXXX Σιακαλλή εις πίστην του κ. Σιακαλλή». Ο ΜΥ1 συμφώνησε ότι δεν φαίνεται να έγινε τέτοια αναφορά στην απαντητική επιστολή του δικηγόρου της Εναγομένης. Συγχρόνως όμως ο ΜΥ1 αρνήθηκε την υποβληθείσα σε αυτόν θέση ότι ο ίδιος ο ΜΥ1 ψεύδεται ενώπιον του Δικαστηρίου όταν λέγει ότι συμφωνήθηκε δήθεν η μεταφορά του ποσού που πλήρωσε η Ενάγουσα, εις πίστην του αδερφού της. Σχολιάζοντας την υποβληθείσα σε αυτόν θέση ότι «τα όσα αναφέρετε είναι εκ των υστέρων σκέψεις σας, προφάσεις σας και δικαιολογίες σας, για να οικειοποιηθείτε τα ποσά που σας πλήρωσε η κα Σιακαλλή», ο ΜΥ1 απάντησε λέγοντας «Εν θα επροχώρουν να έκαμνα πωλητήριο του αδερφού της, για να έχω και διαμέρισμα μπλοκαρισμένο για τα 1000 ευρώ που μου έδωσε. Είναι συνεννόηση που ήρθε η οικογένεια και έγινε τούτο το πράμα. Επήαμε σε πιο φτηνό διαμέρισμα για να μπορούν να το αγοράσουν». Το ότι δεν υπάρχει υπογραφή της Ενάγουσας στο πωλητήριο έγγραφο ως το «Έγγραφο Β», ο ΜΥ1 το απέδωσε στο γεγονός ότι δεν αναφέρεται σε αυτήν το αγοραπωλητήριο, γι' αυτό και δεν χρειαζόταν η υπογραφή της. Η εξήγηση που έδωσε ο ΜΥ1 για το γεγονός ότι δεν έγινε καμία αναφορά μέσα στο εν λόγω αγοραπωλητήριο έγγραφο για την μεταφορά των €2470, ήταν ότι «Ήδη εκδόθηκε απόδειξη. Ήταν να γράφουμε εδόθηκε μας 1000 ο άνθρωπος και 1000 ο παπάς;». Επανέλαβε ο ΜΥ1 τη θέση του ότι «Εν με τον παπά της που εμίλουν εγώ, εκείνος μου έδινε τα λεφτά, εκείνος μου τηλεφωνούσε, εκείνον ήξερα. Δεν είχα τα τηλέφωνα τους άλλους εγώ.». Έτσι, σχολιάζοντας τη θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι δεν του είπε ποτέ η Ειρήνη «προχώρα οκ» για τη μεταφορά του ποσού που πληρώθηκε από αυτήν προς όφελος του αδερφού της, ο ΜΥ1 επανέλαβε ότι αυτός είναι με τον παπά της που έκαμνε τη συνεννόηση, αφού εκείνοι έμεναν όλοι μαζί στην Αγγλία. Πρόσθεσε ο ΜΥ1 ότι «Μέχρι τη μέρα που ακυρώθηκε το πωλητήριο του αδερφού της, τα 2/3 του Μπέρμιχαμ ηξέραν ότι ήταν να αγοράσει εκείνη η οικογένεια διαμέρισμα στα Λιβάδια. Είχαν 10 μήνες περιθώριο. Εγνώριζε το ο ένας με τον άλλο. Ήταν για ναμεν χαθούν τζίηνα τα λεφτά. Εγώ εμπορούσα να εζήτουν τζιαι άλλα λεφτά του αδελφού.» Δεν υπήρξε καμία άλλη ερώτηση προς το ΜΥ1 ούτε και επανεξέταση. Αυτή ήταν η υπόθεση για την Εναγόμενη. ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Όπως έχει νομολογηθεί, το γενικό βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις το φέρει ο ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση (βλ. Ιορδάνου Θεοδόσης v Δήμου Ζήνωνος

(1998)1 ΑΑΔ 652). Σύμφωνα με πλούσια νομολογία επί του θέματος, η οποία ερμηνεύει το γενικό βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ο ενάγων, ο ενάγων οφείλει να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι (βλ. Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295) Συγκεκριμένα στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 λέχθηκε: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ, ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Κριτήρια αξιολόγησης της μαρτυρίας. Διευκρινίζεται ότι η αξιοπιστία καθενός μάρτυρα αξιολογείται ανεξαρτήτως βάρους απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Τέλος, αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς. Όπως λέχθηκε στην Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Σύμφωνα με το δικαιϊκό μας σύστημα, το οποίο είναι αντιπαραθετικό, κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Βrowne v. Dunn [1894] 6 R. 67, (H.L.) και R. V. Hart [1932] 23 Cr.App. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Στην Κύπρο, στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. v. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Σχετική είναι και η υπόθεση Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 384: «Failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity, but in the absence of a proper explanation of the omission, the Court may disregard it, because of the denial of a proper opportunity to the plaintiff to controvert it.» Στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785, 791 λέχθηκαν, επίσης, τα εξής: «[...] Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διατυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου». Εκτίμηση Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία της ΜΕ1 και του ΜΥ
  1. Παρά το ότι η εξωτερική εντύπωση που μου έκανε η Ενάγουσα (ΜΕ1) ήταν θετική, υπό την έννοια ότι όταν κατέθετε ήταν σοβαρή, συνεπής στις θέσεις της και εντός των πλαισίων της δικογραφημένης εκδοχής της ως η Έκθεση Απαίτησης, εντούτοις, εξετάζοντας εις βάθος τη μαρτυρία της και ειδικότερα αντιπαραβάλλοντάς την με εκείνην που έδωσε ο ΜΥ1, καταλήγω να μην θεωρώ αξιόπιστη τη μαρτυρία της Ενάγουσας. Εξηγώ γιατί. Κατ' αρχάς, υπήρξαν ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας της στα οποία δημιούργησε ή/και άφησε αμφιβολία για την ακρίβεια των δηλώσεών της. Για παράδειγμα, αναφέρομαι στη δήλωσή της ότι συνάντησε τον XXXXX (ΜΥ1) «κάπου 4 - 5 φορές, μπορεί 6 - 7, 8 - 10». Δεν έδειξε να έχει καθαρή μνήμη για το πόσες φορές συναντήθηκαν, στοιχείο το οποίο έχει σημασία για την πειστικότητα του ισχυρισμού της ότι αυτή συναντούσε κατά διαστήματα τον ΜΥ1 και του έδιδε χρήματα έναντι του τιμήματος του διαμερίσματος, πέραν του ποσού των €2470 για το οποίο κατείχε απόδειξη πληρωμής. Θυμίζω ότι η Εναγόμενη αρνείται ότι εισέπραξε από την Ενάγουσα οποιαδήποτε άλλα ποσά πέραν των €2470 για τα οποία της έδωσε απόδειξη στις 28.9.
  2. Συνεπώς, η Ενάγουσα ήταν εκείνη που όφειλε να δώσει πειστική και αξιόπιστη μαρτυρία για να αποδείξει τις επιπλέον πληρωμές. Η Ενάγουσα δεν στάθηκε έτοιμη ή/και ικανή να προσδιορίσει με χρονική ακρίβεια είτε τη συχνότητα είτε το χρόνο κατά τον οποίο προέβη στις εν λόγω πληρωμές ή/και ποια ήταν τα επιμέρους ποσά που κατ' ισχυρισμόν έδιδε κάθε φορά. Δεν κράτησε οποιεσδήποτε σημειώσεις στις οποίες να ανατρέξει ούτε έφερε οποιεσδήποτε αποδείξεις αναλήψεων αντίστοιχου ποσού από οποιοδήποτε τραπεζικό ίδρυμα ούτε έδωσε λεπτομέρειες για την πηγή του εισοδήματος από το οποίο αντλούσε η ίδια τα ποσά που κατ' ισχυρισμόν κατέβαλε. Παρέμεινε εντελώς αόριστος ο ισχυρισμός της για τις επιπλέον πληρωμές. Άλλωστε, αν ληφθεί υπόψη ότι η Ενάγουσα παρουσίασε το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, για να αποδείξει ότι η ίδια άνοιξε λογαριασμό στη ΣΠΕ Λειβαδιών στις 27.9.2011 με σκοπό να εξασφάλιζε δάνειο από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κατά την επικοινωνία της με το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα πληροφορήθηκε ότι δεν θα μπορούσε να της παραχωρηθεί δάνειο υπό τις συνθήκες που τελούσε κατ' εκείνον τον χρόνο (δεν είχε εισοδήματα στην Κύπρο ή/και διαθέσιμη εξασφάλιση του δανείου, δεν ήταν μόνιμη κάτοικος Κύπρου), είναι πολύ αμφίβολο αν της έμενε οποιοδήποτε κίνητρο ή οποιαδήποτε εύλογη αιτιολογία να συνεχίσει η ίδια με πληρωμές προς τον ΜΥ1, πέραν των €2470 που είχε ήδη καταβάλει μέχρι 28.9.2011 (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α), για την αγορά ενός διαμερίσματος που, ως η θέση της, δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει αν δεν εξασφάλιζε το δάνειο. Το ότι, όπως παραδέχθηκε η ίδια, δεν αποτάθηκε σε κανένα άλλο πιστωτικό ίδρυμα για να ζητήσει δάνειο, υπό τις ανωτέρω προσωπικές της συνθήκες, υποδηλώνει ότι είχε ήδη παραιτηθεί της προσπάθειας να μαζέψει ή να εξεύρει χρήματα για να αγοράσει το διαμέρισμα. Σημειωτέον ότι ούτε ο δικηγόρος της Ενάγουσας έδωσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για το χρόνο ή/και τον τρόπο πληρωμής των €4.000 προς την Εναγόμενη στην επιστολή ημερ. 15.5.2013 ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, δεν έχω πεισθεί ή/και ικανοποιηθεί ότι η Ενάγουσα απέδειξε την καταβολή των επιπλέον €1530 που αξιώνει από την Εναγομένη ως ποσό που κατ' ισχυρισμόν πλήρωσε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 28.9.2011 (που έλαβε την απόδειξη για προηγούμενες πληρωμές €2470 ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α) και 15.5.2013 (που ο δικηγόρος της απέστειλε επιστολή προς την Εναγόμενη εγείροντας τον ισχυρισμό για πληρωμή συνολικού ποσού 4000 ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α). Καταλήγω να κρίνω ότι το μόνο ποσό που η Ενάγουσα αποδεδειγμένα κατέβαλε είτε προσωπικά είτε μέσω τρίτων προσώπων προς όφελος και για λογαριασμό της προφορικής συμφωνίας που σύναψε με τον ΜΥ1 για αγορά από την Εναγόμενη του διαμερίσματος 104 στην Πολυκατοικία Δράκος 3, ήταν το ποσό των 2470 κατά ή περί τις 28.9.2011 όπως εμφαίνεται στην απόδειξη ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. Όσον, δε, αφορά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, ότι αυτή είχε άμεση και επικοινωνία με τον ΜΥ1 προς τον οποίο η ίδια προσωπικά κατέβαλλε τα ποσά που συμποσούνται σε €2470 και ότι ουδείς άλλος επικοινωνούσε με τον ΜΥ1 για να γίνουν οι πληρωμές πλην της ίδιας προσωπικά, παρατηρώ ότι εν τέλει η Ενάγουσα δεν αρνήθηκε κατά την αντεξέτασή της ότι ο πατέρας της είχε επικοινωνία από την Αγγλία με τον ΜΥ1 και ότι εκείνος είχε φροντίσει για την πληρωμή κάποιου ποσού. Το αν η πληρωμή αυτή έγινε εξ ονόματός της ή/και προς όφελός της Ενάγουσας, δεν είναι κάτι που αρνείται η ίδια η Υπεράσπιση. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι αναγνώρισε η Ενάγουσα ότι είναι πιθανόν να είχε απευθείας επαφή ο πατέρας της με τον ΜΥ1 και να είχε ενεργήσει εκείνος για λογαριασμό της. Απορρίπτω τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι αυτή έλαβε οποιαδήποτε υπόσχεση από την Εναγόμενη ότι θα τη διευκόλυναν να εξασφαλίσει ή ότι θα της εξασφάλιζαν δάνειο από τη ΣΠΕ Λειβαδιών. Η Ενάγουσα έδειξε να αγνοεί ποιο πρόσωπο ήταν αυτό που ως ο ισχυρισμός της είχε συγγένεια με τον ΜΥ1 και ενώ ισχυρίζεται ότι πήγε η ίδια προσωπικά στη ΣΠΕ για τις επαφές για το αίτημα δανείου, έδειξε να αγνοεί την εκεί ύπαρξη ενός τέτοιου συγγενικού προσώπου ή/και την αναζήτηση ενός τέτοιου προσώπου καθ' υπόδειξη του ΜΥ1 ή/και άλλου προσώπου εκ μέρους της Εναγόμενης. Καταλήγω να πιστεύω ότι ουδέποτε υποσχέθηκε η Εναγόμενη στην Ενάγουσα ότι θα της εξασφάλιζε δάνειο ή/και ότι η συμφωνία αγοραπωλησίας του διαμερίσματος 104 θα τελούσε υπό τον όρο εκπλήρωσης τέτοιας υπόσχεσης από την Εναγόμενη. Η αδυναμία της Ενάγουσας να εξασφαλίσει δάνειο οφειλόταν σε αντικειμενικούς λόγους που άπτονταν της δικής της πιστοληπτικής ικανότητας, όπως τους περιέγραψε η ίδια η Ενάγουσα και ουδεμία ευθύνη δημιουργούν στην Εναγόμενη για τη ματαίωση της συμφωνίας αγοραπωλησίας του διαμερίσματος
  3. Η ματαίωση ή/και ακύρωση της προφορικής συμφωνίας μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης για την αγοραπωλησία του διαμερίσματος 104 για τον ανωτέρω λόγο, ο οποίος δεν καθιστά υπαίτια την Εναγόμενη, είναι εκατέρωθεν παραδεκτή. Συγχρόνως, η πλήρης αποτυχία ανταλλάγματος για το ποσό των €2470 είναι επίσης παραδεκτή εκατέρωθεν (βλ. την παραδοχή του ΜΥ1 κατά την αντεξέτασή του). Προχωρώ λοιπόν και σημειώνω, αναφορικά με το δικαίωμα της Ενάγουσας να ανακτήσει το ποσό ως αχρεωστήτως καταβληθέν στην Εναγόμενη, τα εξής꞉ Σύμφωνα με καλά καθιερωμένη νομολογία, η οποία υποστηρίζεται από νομικά συγγράμματα, όπου, υπό τα ιδιαίτερα περιστατικά μιας υπόθεσης, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ένα χρηματικό ποσό καταβλήθηκε έναντι του συνολικού τιμήματος της συμφωνίας αγοραπωλησίας, τότε, σε περίπτωση τερματισμού της σύμβασης, το ποσό αυτό καθίσταται επιστρεπτέο στο πρόσωπο που το κατέβαλε, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, εφόσον ουδέν αντάλλαγμα λήφθηκε για την πληρωμή του και τούτο ισχύει ανεξαρτήτως του ποιο από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη ήταν υπαίτιο για τη διάρρηξη της συμφωνίας. Στο σύγγραμμα CHITTY ON CONTACTS, σελ. 1421 παραγρ. 29-34 καταγράφονται τα ακόλουθα: "General Principles Where money has been paid under a transaction that is or becomes ineffective the payer may recover the money provided that the consideration for the payment has totally failed ... In that context failure of consideration occurs where the payer has not enjoyed the benefit of any part of what he bargained for ..The failure has to be total because the consideration is "whole and indivisible," and the courts will not divide or apportion it unless the parties have done so. This is partly because one cannot assume that all parts of the payee's performance are equally valuable and that the contract price is earned incrementally, but historically it was also because of the absence in English law of a defence of change of position until recently. Thus, any performance of the actual thing promised, as determined by the contract, is fatal to recovery under this heading." Στην υπόθεση Kαλησπέρας Kώστας ν. Δάφνου Δρυάδη κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 867 λέχθηκε ότι: «Αδιαμφισβήτητο είναι ότι, βάσει των γενικών αρχών του δικαίου, χρηματικό ποσό, το οποίο καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο έναντι ανταλλάγματος, το οποίο δεν παρέχεται, είναι ανακτητέο ως χρέος (money had and received). Ότι παραγνωρίζεται από τον εφεσείοντα, είναι ότι το ποσό καταβλήθηκε αποκλειστικά για την απόκτηση της ιδιοκτησίας του διαμερίσματος. Η απουσία ανταλλάγματος ήταν πλήρης. Ανάλογα απόλυτη ήταν και η υποχρέωση του εφεσείοντα να επιστρέψει το ποσό στους εφεσίβλητους, για την αποκατάστασή τους. (Βλ. Hicks v Hicks [1802] 3 East 16, 102 ER
  1. Rover International v Cannon Film Sales (No 3) [1989] 3 All ER
  2. Westdeutsche v Islington London BC [1996] 2 All ER
  3. Guinness Mahon v Kensington BC [1998] 2 All ER 272.)» Στο σημείο αυτό είναι που υπεισέρχεται η αναγκαιότητα ελέγχου της αξιοπιστίας της εκδοχής της Υπεράσπισης ότι η Ενάγουσα κωλύεται από το να ανακτήσει το ποσό των €2470 που κατέβαλε, παρά την πλήρη αποτυχία του τιμήματος, λόγω της μετέπειτα συμπεριφοράς της, ήτοι λόγω του ότι κατ' ισχυρισμόν συγκατένευσε όπως το ποσό αυτό μεταφερθεί ή/και κατακρατηθεί από την Εναγόμενη ως προκαταβολή προς όφελος της γραπτής συμφωνίας που σύναψε ο αδερφός της για αγορά άλλου διαμερίσματος ως περιέχεται στο Έγγραφο Β. Θυμίζω ότι η ίδια αρνήθηκε κατηγορηματικά έναν τέτοιο ισχυρισμό, ενώ ο ΜΥ1 δήλωνε με βεβαιότητα ότι ο πατέρας της Ενάγουσας ήταν αυτός που το δήλωσε στον ίδιο το ΜΥ1 τηλέφωνικά, στην παρουσία της Ενάγουσας και του αδερφού της. Ούτε ο αδερφός ούτε ο πατέρας της Ενάγουσας ήρθαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρες, της μιας πλευράς ή της άλλης, για να διαφωτίσουν το Δικαστήριο για τα γεγονότα. Επομένως, απομένει να ελέγξει το Δικαστήριο το λόγο της Ενάγουσας έναντι του λόγου του ΜΥ1, την αξιοπιστία δηλαδή του ενός συγκριτικά με την αξιοπιστία του άλλου. Αξιολογώντας τη μαρτυρία, κρίνω ότι꞉ το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν αντέδρασε οποτεδήποτε για να αξιώσει επιστροφή του ποσού των €2470 από την Εναγόμενη μέσα στο χρονικό διάστημα μεταξύ 28.9.2011 και 23.2.2012 που ο αδερφός της συνήψε τη δική του έγγραφη συμφωνία με την Εναγόμενη για αγορά άλλου διαμερίσματος (βλ. το Έγγραφο Β που κατέθεσε ο ΜΥ1, και ότι η παράλειψή της αυτή σημειώθηκε παρά το γεγονός ότι η ίδια η Ενάγουσα ματαίωσε τη δική της προφορική συμφωνία με την Εναγομένη πολύ ενωρίτερα όταν διαπίστωσε από την επικοινωνία της με τη ΣΠΕ Λειβαδιών κατά ή περί τον Σεπτέμβρη του 2011 την αδυναμία να εξασφαλίσει δάνειο επ' ονόματί της για την αγορά διαμερίσματος της τάξεως των €80.000, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η πρώτη αντίδραση της Ενάγουσας μέσω δικηγόρων για επιστροφή του ποσού που η ίδια είχε καταβάλει στην Εναγόμενη, έγινε σχεδόν 2 χρόνια μετά τον Σεπέμβριο του 2011 και δή μετά την ακύρωση από μέρους του αδερφού της του δικού του αγοραπωλητήριου εγγράφου (βλ. την αίτηση ακύρωσης ή/και απόσυρσης από το Κτηματολόγιο του εν λόγω αγοραπωλητήριου εγγράφου ημερ. 12.10.2012 ως το Έγγραφο Δ και την επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας ημερ. 15.5.2013 που επιδόθηκε στις 3.6.2013 ως το Τεκμήροιο 3 υπό Έγγραφο Α), υποδηλώνει ότι η Ενάγουσα είχε όντως διασυνδέσει τα ποσά που αυτή κατέβαλε ή/και τα δικαιώματά της με την έκβαση που θα είχε η συμφωνία του αδερφού της με την Εναγόμενη. Είναι φανερό, κατά την κρίση μου, ότι όταν ματαιώθηκε εκείνη η έγγραφη συμφωνία του αδερφού της Ενάγουσας με την Εναγόμενη, ως το Έγγραφο Β, τότε και μόνον η Ενάγουσα δοκίμασε να ανακτήσει τα χρήματα που είχαν αρχικά καταβληθεί επ ονόματί της, επειδή αντιλήφθηκε ότι ο αδερφός της συνυπόγραψε όρο (βλ. τον όρο αρ. 4) που τον εμπόδιζε από το να ανακτήσει τα χρήματα αν ματαιωνόταν η πραγμάτωση της συμφωνίας του ή αν την ακύρωνε, ενώ η Ενάγουσα δεν δεσμευόταν από αντίστοιχο όρο στο πλαίσιο της δικής της συμφωνίας με την Εναγόμενη, μη έχοντας υπογράψει οποτεδήποτε έγγραφη συμφωνία κατά το υπόδειγμα του Εγγράφου Β. Δηλαδή, μου φαίνεται ότι, με το όχημα της παρούσας αγωγής, η Ενάγουσα επεδίωξε να ανακτήσει τόσο το ποσό των €2470 όσο και το επιπλέον ποσό των €1000 που ο αδερφός της κατέβαλε έναντι του τιμήματος του διαμερίσματος που εκείνος συμφώνησε γραπτώς να αγοράσει. Η υστεροβουλία φαίνεται να προέρχεται από την πλευρά της Ενάγουσας παρά από την πλευρά του ΜΥ
  4. Κρίνω πως ο ΜΥ1 ήταν μάρτυρας της αλήθειας ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσα ο ίδιος περιέγραψε χαρακτηρίζονταν από λογική συνάφεια με τα έγγραφα που παρουσίασε, καθώς και με τη χρονική αλληλουχία των ενεργειών των μερών. Απηχούν και την εμπορική λογική. Καταγράφω τις παρατηρήσεις μου πιο κάτω꞉ Δεν υπήρξε ποτέ έγγραφη συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης και συνεπώς, το να ληφθεί υπόψη η προφορική μαρτυρία του ΜΥ1 για ό,τι διαμείφθηκε μεταξύ του ΜΥ1 και του πατέρα της Ενάγουσας για να ρίξει φως στις συνθήκες ή/και τους όρους υπό τις/τους συνήφθη ή/και λύθηκε η προφορική συμφωνία αγοραπωλησίας του διαμερίσματος 104, δεν αντιβαίνει στον κανόνα του αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας, ο οποίος εφαρμόζεται μόνο αναφορικά με την ερμηνεία γραπτών συμβάσεων (βλ. το Δίκαιο των Συμβάσεων, Πολύβιος Γ. Πολυβίου, Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, Τόμος Β, σελ. 535). Ήταν εξ αρχής δικογραφημένη η εκδοχή της υπεράσπισης ότι υπήρξε μεταφορά του ποσού που καταβλήθηκε επ' ονόματι της Ενάγουσας έναντι της προκαταβολής που προέβλεπε η έγγραφη συμφωνία του αδερφού της με την Εναγόμενη (βλ. παρα. 8 της Ε/Υ). Η Ενάγουσα θα μπορούσε να είχε κλητεύσει τον πατέρα της ή/και τον αδερφό της, για να διαψεύσει την εκδοχή της Υπεράσπισης, αλλά δεν το έπραξε. Δεν διαψεύστηκε το σκέλος της μαρτυρίας του ΜΥ1 που αφορά στο ότι ο ΜΥ1 είχε σε διάφορα χρονικά διαστήματα απευθείας επικοινωνία με τον πατέρα της Ενάγουσας, τηλεφωνικώς, ενόσω βρισκόταν στην Αγγλία για θέματα που αφορούσαν τη συμφωνία της Ενάγουσας ή/και τις πληρωμές επ ονόματί της. Επομένως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ως παράλογη ή/και ως απίθανη η μαρτυρία του ΜΥ1 ότι αυτός έλαβε οδηγίες τηλεφωνικώς από τον πατέρα της Ενάγουσας στην παρουσία της ίδιας για τη μεταφορά των χρημάτων προς όφελος του αδερφού της Ενάγουσας. Όταν ο αδερφός υπέγραφε το συμβόλαιό του, ήταν ήδη ξεκάθαρο πως η Ενάγουσα είχε ματαιώσει ή/και τερματίσει τη δική της προφορική συμφωνία, χωρί η ίδια να αξιώσει επιστροφή των χρημάτων της. Ήταν προς όφελος της οικογένειας της Ενάγουσας, η οποία μέχρι το Φεβράρη του 2012 δεν είχε αναζητήσει την επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε το Σεπτέμβριο του 2011, να τα αξιοποιούσε προς όφελος του αδερφού της Ενάγουσας που θ' αγόραζε διαμέρισμα από την ίδια εταιρεία για να μην τα διπλοπληρώσει. Είναι λογική η δήλωση του ΜΥ1 ότι δεν έγινε μνεία μέσα στο αγοραπωλητήριο έγγραφο για το μέγεθος του ποσού που ο αδερφός της Ενάγουσας κατέβαλε ως προκαταβολή, αφού εκδίδετο απόδειξη για το ποσό που καταβλήθηκε. Ο αδερφός της Ενάγουσας δεν εμφανίστηκε για να αμφισβητήσει το ποσό που λογίστηκε ότι κατέβαλε έναντι της προκαταβολής του διαμερίσματός του, ούτε εμφανίζεται μέχρι σήμερα να είναι παραπονούμενος για τη μη επιστροφή οποιουδήποτε ποσού από την Εναγόμενη προς τον ίδιο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ1 και απορρίπτω τη μαρτυρία της Ενάγουσας όσον αφορά τον ισχυρισμό της ότι αυτή ουδέποτε συγκατένευσε στη μεταφορά του ποσού των €2470 προς όφελος ή/και έναντι της προκαταβολής που ο αδερφός της είχε υποχρέωση να πληρώσει για το διαμέρισμα που συμφώνησε να αγοράσει από την Εναγόμενη ως το Έγγραφο Β διελάμβανε. Διαμήνυσε τη συγκατάθεσή της η Ενάγουσα προς τον ΜΥ1 μέσω του πατέρα της τηλεφωνικώς από την Αγγλία όπου βρισκόταν, στην παρουσία της. Για τούτο, ενόσω η σύμβαση ως το Έγγραφο Β βρισκόταν σε ισχύ η Ενάγουσα παρέλειψε να αξιώσει ανάκτηση ή/και επιστροφή των χρημάτων από την Εναγόμενη. Δεδομένου του όρου αρ. 4 της εν λόγω σύμβασης, ο αδερφός της Ενάγουσας, που ήταν ο μόνος αντισυμβαλλόμενος της Εναγόμενης, αποποιήθηκε του δικαιώματος να αξιώσει επιστροφή του ποσού της προκαταβολής ανεξαρτήτως υπαιτιότητας ή μη για τον τερματισμό της σύμβασης ως το Έγγραφο Β. Συνεπώς, απώλεσε και η Ενάγουσα, μέσω αυτού, το δικαίωμα σε ανάκτηση του ποσού που λογιζόταν ως μέρος της προκαταβολής για σκοπούς της σύμβασης ως του Εγγράφου Β. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η αγωγή απορρίπτεται. Τα δικηγορικά έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)..................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.