← Κύπρος

ALDECOR TRADING LIMITED ν. ASTROBANK LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 582 / 2018, 31/8/2018

ALDECOR TRADING LIMITED ν. ASTROBANK LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 582 / 2018, 31/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 582 / 2018 Μεταξύ: ALDECOR TRADING LIMITED Ενάγουσα -και-

  1. ASTROBANK LTD
  2. XXXXX ΖΑΚΧΑΙΟΣ, υπό την ιδιότητα του ως φερόμενος Παραλήπτης/Διαχειριστής της εταιρείας ALDECOR TRADING LIMITED Εναγομένων Αίτηση Ημερομηνίας 18.5.2018 Ημερομηνία: 31 / 8 /
  3. Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Α. Μαθηκολώνης. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1: κα Γ. Δημητρίου για Α. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ. Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2: κ. Χ. Σκορδής για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με μονομερή Αίτηση που καταχωρήθηκε στις 18.5.2018, την ίδια μέρα με την αγωγή, οι Ενάγοντες εξασφάλισαν το ακόλουθο διάταγμα: «Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και να εμποδίζει τον Εναγόμενο 2 από το να αποξενώσει και/ή εκχωρήσει και/ή πωλήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή με οποιοδήποτε τρόπο περιορίσει και/ή μεταβάλει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των πιο πάνω περιγραφόμενων ακινήτων, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας-Αιτήτριας, στην περιοχή Στροβόλου της Επαρχίας Λευκωσίας, μέχρι τελικής εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή για οποιοδήποτε άλλο χρόνο το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει: 3.
  4. Αρ. εγγραφής 13/3908, Φ/Σχ. 21/55W2, τεμάχιο 1507 στην περιοχή Στροβόλου στην επαρχία Λευκωσίας. 3.
  5. Αρ. εγγραφής 13/3910, Φ/Σχ. 21/55W2, τεμάχιο 1507 στην περιοχή Στροβόλου στην επαρχία Λευκωσίας». Με την επίδοση του διατάγματος ο Εναγόμενος 2/Καθ΄ ου η Αίτηση 2, ο οποίος ουσιαστικά εμποδίζετο με το εκδοθέν διάταγμα να ασκήσει τα καθήκοντά του ως Διαχειριστής/Παραλήπτης, καταχώρησε ένσταση στην εξακολούθηση της ισχύος του, επικαλούμενος τους ακόλουθους 7 λόγους ένστασης:
  6. Η αίτηση δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή συνέχιση του αιτούμενου διατάγματος και/ή τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση γεγονότα, ουδεμία εκ των προβλεπόμενων προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινού και/ή ενδιάμεσου διατάγματος και/ή θεραπείας, στοιχειοθετούν.
  7. Η Ενάγουσα δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και/ή δεν έχει ορατή προοπτική να δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες στην αγωγή.
  8. Η Ενάγουσα δεν έχει προβεί σε πλήρη και/ή αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καλή πίστη και/ή με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψε σημαντικά στοιχεία και/ή ουσιώδη γεγονότα.
  9. Διά της αίτησης και/ή της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει αυτή και/ή τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα υπόθεση, δεν δεικνύουν πως σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της Ενάγουσας, θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  10. Η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας εφόσον οι Εναγόμενοι είναι φερέγγυοι και έχουν την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον τους.
  11. Η Ενάγουσα επέδειξε σε κάθε περίπτωση καθυστέρηση στις ενέργειες της και/ή στην λήψη των σχετικών δικονομικών διαβημάτων και/ή είναι υπαίτιος αδικαιολόγητης και/ή υπέρμετρης καθυστέρησης και/ή δεν έδωσε οποιοδήποτε λόγο και/ή ικανοποιητικό λόγο για την καθυστέρηση αυτή.
  12. Η Ενάγουσα διά της συμπεριφοράς της κωλύεται και/ή εμποδίζεται να επιζητεί τα εν λόγω διατάγματα. Ένσταση καταχώρησε επίσης και η Εναγομένη 1 Τράπεζα με τους ακόλουθους 13 λόγους ένστασης:
  13. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  14. Οι αιτητές δε δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες.
  15. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  16. Οι αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο.
  17. Οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  18. Οι αιτητές εξασφάλισαν το προσωρινό διάταγμα με απόκρυψη στοιχείων.
  19. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  20. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και εκδικητική.
  21. Οι αιτητές αναφέρουν ψευδή και παραπλανητικά δεδομένα.
  22. Οι καθ΄ων η αίτηση είναι απολύτως φερέγγυοι.
  23. Το διάταγμα δεν είναι αναγκαίο.
  24. Δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  25. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. Η Ενάγουσα Εταιρεία με την παρούσα αγωγή επιδιώκει, μεταξύ άλλων αναγνωριστικών και/ή δηλωτικών αποφάσεων και/ή διαταγμάτων, την ακύρωση μεταξύ άλλων του διορισμού του Εναγομένου 2 ως Διαχειριστή/Παραλήπτη για το μέρος της περιουσίας της Εταιρείας που αφορά τα επίδικα ενυπόθηκα κτήματα και ακύρωση της συμφωνίας ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης δυνάμει του οποίου αυτός διορίστηκε, ημερομηνίας 14.5.
  26. Ο Εναγόμενος 2 διορίστηκε από την Εναγόμενη 1 Εταιρεία Διαχειριστής/Παραλήπτης της Ενάγουσας σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα, τα οποία είναι υποθηκευμένα προς όφελος της Εναγομένης 1, από την Εναγόμενη 1 στις 20.4.2017 και ο διορισμός του κοινοποιήθηκε προς την ενάγουσα εταιρεία την 2.5.2017 (Τεκμήριο 2 στην Αίτηση). Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και κανονισμούς [Βλ. Decades v. Studio

(1996)1 Α.Α.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων [Βλ. Acropol Shipping Co. Ltd. v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 A.A.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 282, Louis Vuiton v. Dermosak Limited κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453]. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο 32 του Ν.14/60 καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα, όπου αυτό θα εκρίνετο δίκαιο ή πρόσφορο, είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει σε ισχύ το διάταγμα (Balance of Convenience) (Βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)Α.Α.Δ. 149). Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό, το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος [Βλ. Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beograbska Banka
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802]. Ωστόσο, σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης [Βλ. Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248]. Τόσο η βάση της παρούσας αγωγής όσο και το εκδοθέν διάταγμα στηρίχτηκαν στα γεγονότα που ισχυρίζεται η Ενάγουσα Εταιρεία στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της XXXXX Αποστόλου, που συνοδεύει την Αίτηση, ότι το Ομόλογο Επιβάρυνσης ημερ. 14.5.13, και/ή οποιασδήποτε άλλης ημερομηνίας και/ή οποιαδήποτε τροποποίηση και/ή προσθήκη και/ή μεταβολή και/ή άλλως πως που καταρτίστηκε και/ή υπογράφηκε από την Ενάγουσα εταιρεία, είναι παράνομο και/ή άκυρο διότι:
  1. υπογράφτηκε και/ή καταρτίστηκε καθ΄ υπέρβαση του Ιδρυτικού και/ή του Καταστατικού Εγγράφου της Ενάγουσας Εταιρείας και/ή καταρτίστηκε χωρίς την νόμιμη και/ή οποιαδήποτε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας Εταιρείας,
  2. και/ή δέον όπως ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί διότι καταρτίστηκε ως αποτέλεσμα οικονομικού εξαναγκασμού και/ή εξαναγκασμού και/ή αθέμιτης πίεσης και/ή επιρροής και/ή ψυχικής πίεσης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων προς την Ενάγουσα Εταιρεία. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο, ο διορισμός του Παραλήπτη/Διαχειριστή Εναγομένου 2, που έγινε ένα και πλέον χρόνο πριν την καταχώρηση της αγωγής και δεν αμφισβητήθηκε, είναι «παράνομος και/ή αυθαίρετος και/ή αντινομικός και/ή παράτυπος και/ή ανυπόστατος και/ή στερείται νομικού και/ή συμβατικού ερείσματος και/ή κατά παράβαση και/ή καθ΄υπέρβαση των ρητών προνοιών του Ομολόγου Επιβάρυνσης ημερ. 14.5.13 .». Η εγκυρότητα του Ομολόγου Επιβάρυνσης και ο συνεπεία αυτού διορισμός του Διαχειριστή/Παραλήπτη, που αμφισβητούνται διά της αγωγής υπό προϋποθέσεις, μπορεί να αποτελούν καλή βάση αγωγής και να προσδίδουν σ΄ αυτήν πιθανότητα επιτυχίας. Ουσιαστικά, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 με την αμφισβήτηση της εγκυρότητας του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Η επιφανειακή αυτή προσέγγιση της υπόθεσης, όπως αυτή παρουσιάστηκε στην Ένορκη Δήλωση του XXXXX Αποστόλου που συνοδεύει την Αίτηση των Εναγόντων, μπορεί να λεχθεί ότι ικανοποιεί και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 ότι σε περίπτωση που ο Διαχειριστής/Παραλήπτης προχωρήσει με την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (εφόσον ο διορισμός του αμφισβητείται ως μη έγκυρος) ικανοποιώντας, παράλληλα, και το στοιχείο του κατεπείγοντος στην έκδοση και διατήρηση της ισχύος του διατάγματος αφού, σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση του XXXXX Αποστόλου (Διευθυντή της ενάγουσας), μόλις στις 8.5.18 πληροφορήθηκε για την πρόθεση της Εναγόμενης 1 να πωλήσει τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα από δημοσίευση στην εφημερίδα ″Φιλελεύθερος″. Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη. Παρά το ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ότι δηλαδή μπορεί να πάσχει και/ή να μην είναι έγκυρο το ομόλογο, δεν εδικαιολογείτο η έκδοση και/ή δεν δικαιολογείται η εξακολούθηση της ισχύος του εκδοθέντος μονομερώς διατάγματος, γιατί δια της αγωγής επιδιώκεται η απενεργοποίηση των εξουσιών του Διαχειριστή/Παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί πριν ένα χρόνο, τον διορισμό του οποίου αποδέχτηκαν οι Ενάγοντες, ουδέποτε τον αμφισβήτησαν, δεν συμπεριέλαβαν στην ανταπαίτησή τους στο πλαίσιο της αγωγής 1442/14 αίτημα για ακύρωση του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης και του διορισμού του Διαχειριστή/Παραλήπτη, συμμορφώθηκαν σε αίτηση του (173/17) και παρέδωσαν σ΄ αυτόν περιουσιακές καταστάσεις της εταιρείας και επιπρόσθετα προσπάθησαν να παρακάμψουν τον διορισμό αυτό με την Αίτηση 75/17 για διορισμό εξεταστή η οποία απερρίφθη από το Δικαστήριο, πράγμα το οποίο παρέλειψαν να αποκαλύψουν με την Ένορκο Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Πέραν τούτου, δεν ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος που αποτελεί δικαιοδοτικό όρο (άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6) στην έκδοση διαταγμάτων μονομερώς. Ο κ. Μαθηκολώνης είναι δικηγόρος των Εναγόντων από το 2014 και ο διορισμός του Διαχειριστή Παραλήπτη έγινε πριν ένα χρόνο σε σχέση μόνο με τα επίδικα ακίνητα και την πώληση τους και δεν αμφισβητήθηκε, ούτε βέβαια ήρθε στη γνώση των Εναγόντων πρόσφατα, όπως διατείνεται ο ενόρκως δηλών στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για να δικαιολογήσει το κατεπείγον στη μονομερή έκδοση του διατάγματος. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, παράλληλα με την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience), οδηγεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος των καθ΄ ων η αίτηση, ότι δηλαδή πρέπει να αφεθεί ο Διαχειριστής/Παραλήπτης να επιτελέσει το έργο για το οποίο έχει διοριστεί, γιατί αυτό δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στους ενάγοντες οι οποίοι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους είναι δυνατό να αποζημιωθούν από τους εύρωστους οικονομικά εναγόμενους 1 και 2. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, στις περιπτώσεις όπως η παρούσα υπόθεση όπου ένας αιτητής ζητά την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων μονομερώς, επιφορτίζεται επιπλέον με το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Όπως αναφέρθηκε στη Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 82: «Είναι πράγματι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το Δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. και Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφεση Ε6/2014 ημερ. 27.2.2015 επαναλαμβάνονται οι καλά γνωστές αρχές της νομολογίας επί του θέματος και σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 Α.Α.Δ. 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με ″καθαρά χέρια″. Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι΄ αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης.» Η παράλειψη του Ενόρκως Δηλούντος στην Αίτηση των Εναγόντων, διευθυντή τους XXXXX Αποστόλου, να αποκαλύψει στο Δικαστήριο την προσπάθεια που οι Ενάγοντες έκαμαν με την Αίτηση 75/17 δια του κ. Μαθηκολώνη για να διοριστεί εξεταστής (η οποία τελικά απερρίφθη) ήταν ουσιώδης γιατί αποσκοπούσε εμμέσως στην απενεργοποίηση των εξουσιών του Παραλήπτη/Διαχειριστή και στην ουσία εγένετο παραδεκτό με την καταχώρησή της ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν ήταν ικανή να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις της. Ψευδής και παραπλανητική, επίσης, είναι και η θέση του Ενόρκως Δηλούντος ότι στην ανταπαίτηση της αγωγής 1442/14 αμφισβητείται από την Ενάγουσα Εταιρεία η εγκυρότητα του επίδικου ομολόγου δυνάμει του οποίου προέκυψε ο διορισμός του Διαχειριστή/Παραλήπτη. Η Ενάγουσα παρέλειψε επίσης να αναφέρει δια του Ενόρκως Δηλούντος ότι τον Μάρτιο του 2018 συμμορφώθηκε και παρέδωσε, μετά από την Αίτηση 173/17 του καθ΄ ου η αίτηση 2, περιουσιακή κατάσταση (statement of Affairs) της Εταιρείας προς αυτόν. Γεγονότα ουσιώδη στην άσκηση της δικαστικής κρίσης για χορήγηση με μονομερή αίτηση του διατάγματος. Τα ανωτέρω ήσαν γνωστά στους Αιτητές/Ενάγοντες και ουσιώδη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να εκδώσει μονομερώς το διάταγμα και θα έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί. Μόνον εκ του λόγου τούτου, το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και να παύσει να ισχύει. Τα έξοδα είναι προς όφελος αμφοτέρων των Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι δε καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Παπαμιχαήλ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.