COBALTAIR LTD ν. Madar, Αρ. Αγωγής 620/18, 9/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 620/18 COBALTAIR LTD Ενάγοντες - Αιτητές και XXXXX Madar Εναγόμενος - Καθ΄ ου η αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 30.5.2018 Ημερομηνία: 9.7.
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Η. Κυριακίδης με κα Ν. Θεοδώρου. Για Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Σ. Αγγελίδης με κα Καλαντζάκη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 30.5.18 η Ενάγουσα αεροπορική εταιρεία καταχώρησε αγωγή εναντίον του Εναγόμενου πρώην εργοδοτούμενου της επιδιώκοντας την έκδοση αναγνωριστικών διαταγμάτων με τα οποία να αναγνωρίζεται η συμβατική υποχρέωση του όπως τηρεί την ρήτρα εμπιστευτικότητας που υπάρχει στη σύμβαση εργοδότησης του μετά τον τερματισμό της εργοδότησης του, την προηγούμενη μέρα, στις 29.5.
- Την ίδια ημέρα κατόπιν μονομερούς αίτησης οι Ενάγοντες εξασφάλισαν τα ακόλουθα υπό στοιχεία Α, Β, Δ διατάγματα ενώ για ένα τέταρτο διάταγμα (υπό στοιχείο Γ στην αίτηση) διατάχθηκε η επίδοση του. Τα τρία εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα ορίστηκαν επιστρεπτέα στις 6.6.
- "Α. Προσωρινό Διάταγμα και/ή Προληπτικό Διάταγμα (QUIA TIMET) του Σεβαστού Δικαστηρίου, που να απαγορεύει στον Καθ΄ ου η Αίτηση προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων του και/ή υπηρετών και/ή εκπροσώπων του και/ή αντιπροσώπων του και/ή μέσω οποιουδήποτε νομικού και/ή φυσικού προσώπου, να χρησιμοποιεί με οιοδήποτε τρόπο και/ή για οιοδήποτε σκοπό και/ή να εκμεταλλεύεται και/ή να αποκαλύπτει και/ή δημοσιοποιεί και/ή να προκαλεί την δημοσίευση οποιασδήποτε πληροφορίας και/ή στοιχείου το οποίο περιήλθε στην γνώση και/ή στην κατοχή του, είτε άμεσα είτε έμμεσα ως αποτέλεσμα και/ή δυνάμει και/ή κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του από την Ενάγουσα, σε οποιοδήποτε φυσικό και/ή νομικό πρόσωπο και/ή δημόσια και/ή κρατική και/ή ημικρατική και/ή προξενική αρχή ή μέσο μαζικής ενημέρωσης και/ή κοινωνικής δικτύωσης στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό μέχρι αποπεράτωσης της με τον ως άνω αριθμό και/ή τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα και/ή Προληπτικό Διάταγμα (QUIA TIMET) του Σεβαστού Δικαστηρίου, που να απαγορεύει στον Καθ΄ ου η Αίτηση προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων του και/ή υπηρετών και/ή εκπροσώπων του και/ή αντιπροσώπων του και/ή μέσω οποιουδήποτε νομικού και/ή φυσικού προσώπου να προβαίνει σε οιεσδήποτε προφορικές και/ή γραπτές δηλώσεις και/ή παραστάσεις αναφορικά με την Αιτήτρια και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους αξιωματούχους και/ή διευθυντές και/ή τους άμεσους και/ή έμμεσους μετόχους της και/ή την μετοχική και/ή οργανωτική της δομή και/ή την επιχειρησιακή και/ή λειτουργική της δράση και/ή κατάσταση και/ή να αναφέρεται στην Αιτήτρια και/ή να δυσφημίζει και/ή κατηγορεί και/ή να μέμφεται μέσω προφορικών και/ή γραπτών δηλώσεων και/ή δημοσιευμάτων και/ή κειμένων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και/ή κοινωνικής δικτύωσης και/ή σε οιαδήποτε δημόσια και/ή κρατική και/ή ημικρατική και/ή προξενική αρχή και/ή σε οποιοδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό την Αιτήτρια, μέχρι αποπεράτωσης της με τον ως άνω αριθμό και/ή τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, που να διατάσσει τον Καθ΄ ου η Αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους του και/ή υπαλλήλους και/ή συνεργάτες του και/ή οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο έχει στην κατοχή του τις συσκευές που έλαβε από την Αιτήτρια, ήτοι 1 Barracuda Device (Computer room equipment for web security), 1 iPad pro serial number DMPRG8VZGXQ4, 1 Lenovo YOGA SN 80Y70010US, 1 IPhone telephone, 1 Huaweii phone, 1 sim card phone number XXXXX02, να παραδώσει αυτές εντός 3 ημερών από της επιδόσεως του παρόντος Διατάγματος σ΄ αυτόν, στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και/ή στην Αιτήτρια, μέχρι αποπεράτωσης της με τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερας διαταγής του Δικαστηρίου." Στις 6.6.18 ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση, συνοδευόμενη από δική του εκ 40 σελίδων ένορκη δήλωση, αποτελούμενη από 118 παραγράφους, με 33 λόγους ένστασης και επισυνημμένα σ΄ αυτήν πληθώρα τεκμηρίων. Οι Ενάγοντες-Αιτητές κατά την ακροαματική διαδικασία δια των αγορεύσεων τους ήγειραν θέμα αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση όσον αφορά τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε σ΄ αυτήν και είναι η Ελληνική (γλώσσα μη κατανοητή στον Ενόρκως Δηλούντα) στον οποίο κατ΄ ισχυρισμό του μεταφράστηκε (παρ. 3 ένορκης δήλωσης) αλλά και όσον αφορά τη συμπερίληψη σ΄ αυτήν αντιφατικών και διαζευκτικών ισχυρισμών του Καθ΄ ου η αίτηση που την καθιστούν ως εκ τούτου, πάσχουσα και κατά συνέπεια αντικανονική. Τέλος οι Αιτητές διατείνονται ότι δεν πρέπει να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση (σε περίπτωση που αυτή θεωρηθεί κανονική και ότι οι παρατυπίες που παρατηρούνται σ΄ αυτήν είναι θεραπεύσιμες) λόγω παράλειψης αποκάλυψης από τον Καθ΄ ου η αίτηση της πηγής γνώσης συγκεκριμένων πληροφοριών που συμπεριλήφθησαν σ΄ αυτήν όπως επίσης και στο γεγονός παρουσίασης από τον ίδιο παρανόμως ληφθείσας μαρτυρίας και άσχετης με τα επίδικα θέματα με σκοπό τον αποπροσανατολισμό και/ή την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Δεν θα ενδιατρίψω στα θέματα αυτά επί του παρόντος αλλά θα εξετάσω αρχικά κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου (περί Δικαστηρίων Νόμος Ν.14/60, άρθρο 32) και της νομολογίας για να καταστούν απόλυτα τα εκδοθέντα διατάγματα, χωρίς να υπεισέρχομαι στην εξέταση της διαφοράς που προκύπτει και οδήγησε δικαιολογημένα ή όχι στον τερματισμό της εργοδότησης του Καθ΄ ου η αίτηση. Η εργοδότηση του Εναγομένου ως CEO και Accountable Μanager από τους Ενάγοντες άρχισε την 1.8.
- Ο Εναγόμενος - Καθ΄ ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση του (παράγραφος 16) διατείνεται ότι στις 16.4.18 περιήλθε στην αντίληψη του (άγνωστο πως) αλληλογραφία του προηγούμενου CEO των Εναγόντων με τον ομνύοντα την ένορκη δήλωση στην αίτηση XXXXX Διάκου, του νομικού συμβούλου των Εναγόντων και άλλους αξιωματούχους αυτής "που αφορούσε και/ή κάλυπτε ακριβώς τη διαδικασία ίδρυσης και αδειοδότησης της Αιτήτριας-Ενάγουσας σύμφωνα με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές υποχρεώσεις και απαιτήσεις". Σύμφωνα πάντα με τον Καθ΄ ου η αίτηση η αλληλογραφία αυτή "περιέχει ισχυρισμούς και/ή αναφορές σε συγκεκριμένες πράξεις και/ή ενέργειες εκ μέρους όλων των, εμπλεκομένων στην ίδρυση της εταιρείας, μερών που ήταν δόλιες και/ή ποινικά κολάσιμες και/ή κακόβουλες και/ή αντίθετες στην εγχώρια και/ή στην Ευρωπαϊκή νομοθεσία και/ή που σκοπό είχαν την εξαπάτηση των εγχώριων και των Ευρωπαϊκών Αρχών και/ή την εξασφάλιση άδειας λειτουργίας της Εταιρείας χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν κατ΄ απόλυτο τρόπο οι οικείες νομοθετικές διατάξεις." (βλ. παρ. 17 ένορκης δήλωσης). Σύμφωνα με την παρ. 19 της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ ου η αίτηση: "
- Η σκόπιμη παρεμπόδισή μου από την αποκάλυψη και καταγγελία τούτων των συγκεκριμένων και/ή στοιχειοθετημένων και/ή αναντίλεκτων στοιχείων και/ή ενεργειών και/ή πράξεων της Αιτήτριας/Ενάγουσας, είναι ακριβώς ο πραγματικός λόγος για τον οποίο επιδιώχθηκε και ανεπίτρεπτα επιτεύχθη χωρίς να μου δοθεί η ευκαιρία να ακουστώ, η έκδοση των υπό αναφορά προσωρινών Διαταγμάτων τύπου QUIA TIMET." Η αλληλογραφία αυτή ετέθη, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του Καθ΄ ου η αίτηση, από τον Καθ΄ ου η αίτηση υπόψιν των αξιωματούχων και/ή μετόχων της Ενάγουσας εταιρείας για τη λήψη διορθωτικών μέτρων, οι οποίοι αντ΄ αυτού επιχείρησαν να τον παραμερίσουν αφαιρώντας του αρχικά αρμοδιότητες και εξουσίες που είχε και στη συνέχεια να τον απολύσουν στις 29.5.18 και να τον φιμώσουν με την έκδοση των διαταγμάτων. Στο σύνολο σχεδόν της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση του ο Καθ΄ ου η αίτηση προσπαθεί να καταδείξει το παράνομο της απομάκρυνσης του από τα καθήκοντα του και τις συνέπειες που αυτό θα έχει στην ασφάλεια των πτήσεων της Ενάγουσας εταιρείας. Ο Καθ΄ ου η αίτηση ταυτίζει στην ένορκη δήλωση του την έννοια του "δημόσιου συμφέροντος" και της "δημόσιας ασφάλειας" με την επιθυμία του για προσωπική αποδέσμευση, μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του, από το καθήκον εμπιστευτικότητας που ο ίδιος έχει έναντι των Εναγόντων (βλέπε όρο 9 συμβολαίου εργοδότησης του - Τεκμήριο 3 στην αίτηση). Προτού προβώ στην ανάλυση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω εν συντομία τις αρχές που διέπουν την προληπτική αγωγή και τα προληπτικά (QUIA TIMET) διατάγματα. Τέτοιας φύσεως είναι και η με τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αλλά και τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα. Έχει γίνει νομολογιακά δεκτό ότι, στις περιπτώσεις όπου ο Ενάγων έχει βάσιμες υποψίες και/ή ανησυχίες για την παραβίαση ενός δικαιώματος του στο άμεσο μέλλον, έχει τη δυνατότητα να εγείρει προληπτική αγωγή με σκοπό να "προλάβει" την παραβίαση και/ή την πρόκληση οιασδήποτε ζημιάς του. Για να καταστεί αυτό εφικτό, ο Ενάγων θα πρέπει να αιτηθεί ταυτόχρονα με την προώθηση της αγωγής του και τα αντίστοιχα προληπτικά απαγορευτικά ή προστακτικά διατάγματα. Σχετικά με την ορθότητα και/ή νομιμότητα προώθησης προληπτικής αγωγής και/ή προληπτικών ενδιάμεσων διαταγμάτων, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα "Διατάγματα" των κ. κ. Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 2016, σελίδα 188: "Αυτού του είδους τα διατάγματα, αποτελούν ένα ισχυρό όπλο το παρεμπίπτον στάδιο όπου η επαπειλούμενη ζημιά, αν προκύψει, θα είναι δύσκολο να αποζημιωθεί σε χρήμα. Πρόκειται για "προληπτική δικαιοσύνη" την οποία η αγγλική νομολογία δεν αποκλείει, αλλά αντίθετα την θεωρεί "τόσο αρχαία όσο και τα βουνά".[5] Εκδίδονται πολλά τέτοια διατάγματα στο παρεμπίπτον στάδιο, χωρίς βέβαια να αναφέρεται στο ίδιο το διάταγμα ότι πρόκειται για "Quia Timet", γι΄ αυτό και δεν είναι ευρέως γνωστά εφόσον στην ουσία δεν αποτελούν ειδική ή ξεχωριστή κατηγορία διαταγμάτων, αλλά διατάγματα τα οποία ενδεχομένως να ήταν καλύτερα να ιδωθούν κάτω από την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
- Ίσως η μόνη διαφορά να είναι ότι απαιτείται σαφής μαρτυρία για την επαπειλούμενη ζημιά που θα προκύψει. Συνήθως για να εκδοθεί ένα απαγορευτικό διάταγμα απαιτείται να έχει προκληθεί ζημιά η οποία αν δεν εμποδιστεί θα συνεχίσει με αποτέλεσμα να παραβιάζονται τα δικαιώματα του ενάγοντα π.χ. παράνομη εισαγωγή προϊόντων. Όμως όπου η ζημιά και παραβίαση των δικαιωμάτων του ενάγοντα δεν έχει ακόμα επέλθει, αλλά υπάρχει σαφής μαρτυρία και ένδειξη ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος ότι ο ενάγων θα υποστεί ζημιά, τότε το διάταγμα "Quia Timet" είναι βοηθητικό. Ο επαυξημένος κίνδυνος θα πρέπει να είναι άμεσος και θα πρέπει να υπάρχει αυξημένη πιθανότητα ότι θα επέλθει ζημιά μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής. Για παράδειγμα το δικαστήριο δεν θα διστάσει να επέμβει αν η επαπειλούμενη ζημιά είναι καταστροφικής φύσης ή δημιουργεί σημαντική οχληρία."[6] Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Ed. Reissue, Vol. 24, para.832 αναφέρονται τα εξής: "
- . If a plaintiff's right to relief rests mainly on damage which has not been actually suffered but is likely to accrue within a reasonable time, the court will take that into consideration and grant an injunction. Therefore, although the plaintiff's legal right is not disputed, an injunction may by granted to restrain the commission of an apprehended or threatened act, on the ground that if the act is done it will violate the plaintiff's legal right, if he can show strong probability that the apprehended mischief will in fact arise. [.] if a defendant claims and insists upon his right or gives distinct notice of his intention[7] or threatens[8] or intents to commit[9] an act which, if committed, would, in the court's opinion, violate the plaintiff's right, an injunction will be granted." Στην υπόθεση Εταιρεία Ασφαλιστικών Πρακτόρων, Μεσάζοντων Συμβούλων ΗΩ Λιμιτεδ ν. Trust International Insurance Co (Cyprus) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 827/201 ημερ. 28.9.16 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: "Με θέματα που άπτονται δυσφημιστικών σχολίων που έχουν δημοσιευτεί και επιζήμιας ψευδολογίας που καλύπτει προφορικές αναφορές που έχουν γίνει πραγματεύονται τα άρθρα 17-25 του Κεφ. 148, στα οποία και παραπέμπω. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη έχει λεχθεί οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αφορούν παράνομη κατακράτηση μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της από την Καθ΄ ης η αίτηση στη βάση των περιστατικών που ο διευθυντής της Αιτήτριας περίγραψε μέσα από την ένορκη δήλωση του και σύμφωνα με τα λεγόμενα της Αιτήτριας συνεχίζεται να κατακρατείται από τις 26.05.16 μέχρι σήμερα. Παράλληλα η ίδια υπόθεση εμπεριέχει και στοιχείο προληπτικής αγωγής (quia action) καθότι η Αιτήτρια επιχειρεί να εμποδίσει την Καθ΄ ης η αίτηση από το να δημοσιεύσει δυσφημιστικά σχόλια και να προβεί σε κακεντρεχείς προφορικές δηλώσεις που θα πλήξουν την αξιοπιστία και την οικονομική κατάσταση της Αιτήτριας βασιζόμενη στη πεποίθηση του διευθυντή της για πρόθεση αποστολής επιστολών στις 06.06.16 από την Καθ΄ ης η αίτηση σε διάφορους ασφαλιζομένους με στόχο να τραυματίσουν την εικόνα της Αιτήτριας στα μάτια των πελατών της. Προς τούτο η Αιτήτρια αξιώνει ως θεραπεία την έκδοση σχετικού διατάγματος. Από τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Αιτήτριας και γενικότερα το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν σοβαρά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια η πρώτη προϋπόθεση πληρείται." Δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, καθορίζονται οι προϋποθέσεις εκείνες που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά προκειμένου να παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία να εκδώσει προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα, οι οποίες και συνοψίζονται ως εξής:
- Το δικαστήριον πρέπει να ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασίαν
- Υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται σε θεραπεία
- Εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατο να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερον στάδιον. Προκειμένου να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο, κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα εκδώσει προσωρινό διάταγμα, πρέπει και οι τρεις προαναφερθείσες προϋποθέσεις να συντρέχουν σωρευτικά. Η συνδρομή όμως των πιο πάνω προϋποθέσεων, δεν είναι αρκετή για την έκδοση διαταγμάτων τέτοιας φύσης. Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557 και Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152). Επιπλέον, προτού καν εξεταστεί η συνδρομή των προαναφερόμενων προϋποθέσεων από το Δικαστήριο, για να στοιχειοθετηθεί δικαιοδοσία του προς έκδοση διατάγματος τέτοιας φύσης μονομερώς, θα πρέπει πρωτίστως να ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος στην έκδοση του (άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6), που αποτελεί δικαιοδοτικό όρο στην έκδοση διατάγματος με μονομερή αίτηση, καθώς και το γεγονός ότι ο επιτυχών την έκδοση μονομερώς διατάγματος, προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και χωρίς την απόκρυψη ή την προβολή με λανθασμένο-παραπλανητικό για το Δικαστήριο τρόπο, γεγονότων ουσιωδών για την υπόθεση του. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση εντοπίζεται όπου αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής (βλ. Odysseos (ανωτέρω) και Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited
(2013)1 AAΔ 1235. Νοουμένου ότι αποκαλύπτεται δια των δικογράφων της υπόθεσης καλή αιτία αγωγής, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της Αιτήτριας, με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του. Σύμφωνα με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, ενδεικτικά αναφέρω την Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453, εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο έκδοσης προσωρινού διατάγματος, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities). Ό,τι απαιτείται προς ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας (visible chance of success). Η Ενάγουσα Αιτήτρια εταιρεία, με την σαφή μαρτυρία και ένδειξη ορατού κινδύνου και/ή επαπειλούμενου κινδύνου, που επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Διάκου που συνοδεύει την αίτηση και τα εκεί αναφερόμενα διαβήματα στα οποία είχε ήδη προβεί ο Καθ΄ ου η αίτηση που αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για την καλή φήμη της Ενάγουσας εταιρείας και θα προκαλέσουν σ΄ αυτήν ανεπανόρθωτη βλάβη (παρουσία του στις προξενικές αρχές της Κίνας, στην Πολιτική Αεροπορία, ισχυρισμοί ατεκμηρίωτοι περί "δημόσιας ασφάλειας" που οφείλει δήθεν να γνωστοποιήσει στις αρχές για να προστατεύσει το "δημόσιο συμφέρον", παράβαση ρήτρας εμπιστευτικότητας, χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών της Αιτήτριας, απειλές για διάδοση αναληθών φημών), ακολούθησε τη μόνη νόμιμη διέξοδο που είχε προς διασφάλιση των συμφερόντων της. Αυτή της προώθησης αγωγής και έκδοσης διαταγμάτων τύπου QUIA TIMET στα πλαίσια αυτής. Οι προθέσεις του Καθ΄ ου η Αίτηση να προβεί στα όσα τα ίδια τα εκδοθέντα Διατάγματα του απαγορεύουν, είναι διάχυτες σε όλο το εύρος της ένορκης δήλωσης με ορατό κίνδυνο η Ενάγουσα εταιρεία να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που αυτά απορριφθούν. Να σημειωθεί εδώ επίσης, το γεγονός ότι διά της εν λόγω αγωγής, η Αιτήτρια επιδιώκει τη διασφάλιση των εμπιστευτικών/προσωπικών της δεδομένων, τα οποία μάλιστα προστατεύονται από τη σχετική συμβατική ρήτρα εμπιστευτικότητας με τον Καθ΄ ου η αίτηση, η οποία ξεκάθαρα παραβιάστηκε και θα συνεχίσει να παραβιάζεται εάν ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν διαταχθεί να σταματήσει. Άγνωστο παραμένει το γεγονός το πώς περιήλθαν στην κατοχή του Καθ΄ ου η αίτηση σειρά εγγράφων επί των οποίων ουδεμία ανάμειξη είχε. Άγνωστο πως τερματίστηκε η υπηρεσία του στις 29.5.18, χωρίς όπως ισχυρίζεται να λάβει γνώση περί τούτου, χωρίς να έχει πρόσβαση στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις του και χωρίς έκτοτε να παρουσιαστεί στα γραφεία της Αιτήτριας, βρέθηκε να κατέχει εμπιστευτικές πληροφορίες της τελευταίας. Παράλληλα παρατηρώ πώς ενώ ο Καθ΄ ου η αίτηση εργοδοτείτο κανονικά στην Αιτήτρια περί τις 22.5.18 και χωρίς να έχει προηγηθεί τερματισμός των υπηρεσιών του, ο οποίος έλαβε χώρα στις 29.5.18, ανταλλάσσει ηλεκτρονικό μηνύματα σε σχέση με τις θέσεις που εδώ προωθεί με τον δικηγόρο του. Είναι φανερό ότι το τελευταίο διάστημα πριν τον τερματισμό των υπηρεσιών του Καθ΄ ου η αίτηση υπήρχε μία υποβόσκουσα αντιπαράθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας εταιρείας με τον Καθ΄ ου η αίτηση, εργοδοτούμενο τους από τον οποίο επεδίωξαν να αφαιρέσουν εξουσίες για να δοθούν σε άλλα πρόσωπα, κάτι για το οποίο αντέδρασε ο Καθ΄ ου η αίτηση εκτοξεύοντας μεταξύ άλλων και απειλές σε περίπτωση που αυτό υλοποιείτο. Το Δικαστήριο από το περιεχόμενο των ενώπιον του ενόρκων δηλώσεων, του κ. Διάκου και του Καθ΄ ου η αίτηση, διαπιστώνει τη διαφορά απόψεων επί ουσιωδών θεμάτων. Η πρόθεση των Αιτητών να περιθωριοποιήσουν τον Καθ΄ ου η αίτηση αφαιρώντας του εξουσίες, έφερε την από μέρους του αντίδραση της υλοποίησης εκφρασθεισών και προγενέστερα απειλών και εκβιασμών ενημέρωσης εποπτικών αρχών και ΜΜΕ για τα τεκταινόμενα στην αεροπορική Ενάγουσα εταιρεία με αποκορύφωμα την από μέρους του Καθ΄ ου η αίτηση εκβιαστική απαίτηση καταβολής ποσού €20.000.000 για να κλείσει το στόμα του (βλέπε παρ. 9.5. ένορκης δήλωσης κ. Διάκου) κάτι που και ο ίδιος αποδέχεται στην παρ. 76 της δικής του ένορκης δήλωσης ισχυριζόμενος όμως ότι η απαίτηση του αυτή ήταν για δίκαιη και εύλογη αποζημίωση του για τα 2 χρόνια υπηρεσίας του (από 1.8.16) στους Ενάγοντες - Αιτητές, όπως συμβαίνει πάντοτε με όσους αποχωρούν από τη θέση τους. Δεν θα υπεισέλθω στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς. Είναι δικαίωμα των Εναγόντων να τερματίζουν τις υπηρεσίες του Καθ΄ ου η αίτηση ως εργοδοτούμενου τους και είναι υποχρέωση του ίδιου να τηρήσει τη ρήτρα εμπιστευτικότητας που υπάρχει στη σύμβαση εργοδότησης του. Δεν είναι του παρόντος να εξετάσει το Δικαστήριο το δικαιολογημένο ή μη του τερματισμού των υπηρεσιών του Καθ΄ ου η αίτηση και τους λόγους που οδήγησαν στην κατάληξη αυτή, ούτε αν προκύπτει πρόβλημα συμμόρφωσης των Εναγόντων με την απόφαση τους αυτή με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για την ασφάλεια των πτήσεων. Είναι θέση μου ότι συντρέχουν σωρευτικά οι 3 προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την έκδοση των διαταγμάτων, δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανόν οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία και σε περίπτωση που ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν διαταχθεί να τηρήσει τη ρήτρα εμπιστευτικότητας που υπάρχει στη σύμβαση εργοδότησης του να είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο. Δεν μπορεί επίσης να αμφισβητηθεί ότι το θέμα της έκδοσης των διαταγμάτων ήταν κατεπείγον και αυτά θα μπορούσαν να εκδοθούν χωρίς ειδοποίηση στον Καθ΄ ου η αίτηση (μονομερώς) για να προστατευθούν τα συμφέροντα των Εναγόντων - Αιτητών. Στην προκειμένη περίπτωση ικανοποιείται ο δικαιοδοτικός όρος του κατ΄ επείγοντος (άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6) αφού μια ημέρα μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του Καθ΄ ου η αίτηση, οι Ενάγοντες-Αιτητές προσέφυγαν στο Δικαστήριο με αγωγή και μονομερή αίτηση για διαφύλαξη του κύρους και της αξιοπιστίας της Ενάγουσας εταιρείας το οποίο διακυβεύετο από πράξεις και/ή ενέργειες του απολυθέντος εργοδοτούμενου τους. Εκεί όμως που ο Καθ΄ ου η αίτηση αποτυγχάνει παταγωδώς είναι όταν εξεταστεί ο ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience). Αυτός που θα υποστεί δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημιά σε περίπτωση ακύρωσης των εκδοθέντων διαταγμάτων είναι οι Ενάγοντες σε αντίθεση με τον Καθ΄ ου η αίτηση που καμία ζημιά δεν υφίσταται από την οριστικοποίηση τους. Η παρούσα υπόθεση είναι τόσο απλή και έγινε τόσο πολύπλοκη και σύνθετη. Το Δικαστήριο διέταξε τον Καθ΄ ου η αίτηση να πράξει το αυτονόητο. Να σεβαστεί και να συμμορφωθεί με τη ρήτρα εμπιστευτικότητας που υπάρχει στη σύμβαση εργοδότησης του. Η "ασφάλεια των πτήσεων" η "ασφάλεια του επιβατικού κοινού" και η αδειοδότηση της Ενάγουσας αεροπορικής εταιρείας που επικαλείται ο Αιτητής για να αιτιολογήσει τη θέση του ότι η φίμωση του κατ΄ επίκληση του δημόσιου συμφέροντος είναι ανεπίτρεπτη, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Από τη μελέτη της ενώπιον μου κατατεθείσας μαρτυρίας και ιδιαίτερα των τεκμηρίων (αλληλογραφίας) που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση, προκύπτει ότι έμμεσες απειλές ενημέρωσης των εποπτικών αρχών για τα κακώς κείμενα στην Ενάγουσα εταιρεία, εκτοξεύοντο από τον ίδιο πριν τον τερματισμό των υπηρεσιών του όταν επιχειρήθηκε να του αφαιρεθούν καθήκοντα και εξουσίες, επικαλούμενος την υψηλή θέση που κατείχε καθώς εκβιαστικά υπεδείκνυε ότι δεν θα έπρεπε να αντικατασταθεί γιατί αυτό θα επηρέαζε την ασφάλεια των πτήσεων. Ο Καθ΄ ου η αίτηση, ο οποίος επτά μέρες πριν τερματιστούν οι υπηρεσίες του από την Αιτήτρια, διαμοίρασε ηλεκτρονικά μηνύματα που αντάλλαζε με εκπροσώπους της Αιτήτριας σε ήδη διορισμένο δικηγόρο (βλ. Τεκμήριο 15), ο οποίος θεώρησε ως "εύλογο" το ποσό των €20.000.000 ως ex gratia αποζημίωση για να φύγει γιατί δεν άντεχε τις "παρανομίες" (βλ. παρ. 76 ένορκης δήλωσης Καθ΄ ου η αίτηση), ο οποίος παραδέχεται ότι πριν να ζητήσει το εν λόγω ποσό επισκέφθηκε την Κινεζική Πρεσβεία και την Πολιτική Αεροπορία (βλ. παρ. 97 ένορκης δήλωσης Καθ΄ ου η αίτηση που επιβεβαιώνει την παρ. 19 ένορκης δήλωσης του κ. Διάκου), ο οποίος άγνωστο πως κατέχει εμπιστευτικές πληροφορίες και προσωπικές επικοινωνίες, τις οποίες απειλεί να δώσει στις εποπτικές αρχές μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του για να προστατεύσει την "ασφάλεια των πτήσεων", δεν είναι δυνατό να κατηγορεί την Ενάγουσα-Αιτήτρια ότι δεν προέβη σε ειλικρινή αποκάλυψη. Υπάρχει στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση άσχετος πλατειασμός θεμάτων που δεν μπορούν ως μη επίδικα στην παρούσα διαδικασία να επηρεάσουν την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στην οριστικοποίηση ή ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν αμφισβητεί ούτε ότι οι υπηρεσίες του έχουν τερματισθεί, αλλά ούτε την ύπαρξη της συμβατικής υποχρέωσης του για εχεμύθεια και τήρηση εμπιστευτικότητας ανεξαρτήτως τρόπου και χρόνου τερματισμού. Παράλληλα, με σαφήνεια, ειλικρίνεια και πληρότητα ο ενόρκως δηλών κ. XXXXX Διάκου, παρέθεσε στα πλαίσια της αίτησης όλα τα ουσιώδη και σχετικά με αυτήν γεγονότα χωρίς αναφορά σε άσχετα θέματα. Με σαφή και ειδικό τρόπο, καταγράφοντας συγκεκριμένα τους λόγους και τις ενέργειες του Καθ΄ ου η αίτηση που δικαιολογούσαν τους φόβους της Αιτήτριας, παρέθεσε στο Δικαστήριο μια πλήρη και ακριβοδίκαιη εικόνα των ουσιωδών εκείνων γεγονότων που συνηγορούσαν στην έκδοση των διαταγμάτων. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε στον αντίποδα από τον Καθ΄ ου η αίτηση, για τους λόγους που αναφέρω, όχι μόνο δεν δημιουργεί στον μέσο καλόπιστο παρατηρητή την εντύπωση ότι απεκρύβησαν οιαδήποτε ουσιώδη γεγονότα, αλλά μάλλον επιβεβαιώνει την ορθότητα των εκδοθέντων διαταγμάτων στη βάση των ουσιωδών γεγονότων που αποκαλύφθηκαν. Επανερχόμενος στις παρατυπίες που οδήγησαν στην αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ ου η αίτηση (γλώσσα, αντιφατικούς και διαζευκτικούς ισχυρισμούς, μη αποκάλυψη της πηγής γνώσης του Καθ΄ ου η αίτηση συγκεκριμένων πληροφοριών) θα συμφωνήσω με τους Αιτητές-Ενάγοντες ότι για τους λόγους που επικαλούνται δεν μπορεί να αποδοθεί καμία βαρύτητα στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι η ένορκη δήλωση οιουδήποτε προσώπου, πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή σ΄ αυτόν και αυτή να συνοδεύεται με τη μετάφραση της, καθώς επίσης και με σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή, δια της οποίας να βεβαιώνει το πιστό και αληθές του περιεχομένου της. Η ενδεδειγμένη, ορθή συνεπώς διαδικασία, περιλαμβάνει ουσιαστικά την κατάθεση τριών ενόρκων δηλώσεων (Annual Practice 1995, σελ. 683). Στο Σύγγραμμα "Το Δίκαιο της Απόδειξης" των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη στην σελίδα 88 αναφέρεται ότι: "Η ένορκη δήλωση αλλοδαπού αιτητή που δεν γνωρίζει την Ελληνική και η οποία συνοδεύει την αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, μπορεί να υπογραφεί από αυτόν νοουμένου ότι τόσο η ένορκη δήλωση όσο και ο όρκος, του έχουν προηγουμένως μεταφραστεί από μεταφραστή που επίσης ορκίζεται ως προς την ορθότητα της μετάφρασης (Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1(B) AAΔ.772). To ίδιο, ισχύει και για τα έγγραφα που συνοδεύουν ή αφορούν σε μια τέτοια ένορκη δήλωση (Αναφορικά με την Αίτηση του Papy Nsatsu Mambu, Αρ. Αίτ. 24/12, ημερ. 28.06.12) και επεκτείνεται ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου προκύπτει δυσκολία κατανόησης του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης από τον δικηγόρο του αντίδικου λόγω της σύνταξης της σε γλώσσα άλλη από την Ελληνική (Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Abdallah και Άλλων, ΠΕ 69/11, 25.06.12). Κατά προέκταση, η ίδια προσέγγιση μπορεί να θεωρείται ότι εφαρμόζεται και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση αίτησης ή ένορκης δήλωσης αλλοδαπού προσώπου που δεν γνωρίζει την Ελληνική ή άλλη επίσημη γλώσσα της χώρας μας (βλ. Κατ΄ αναλογίαν, Geningconsult (Cyprus) Ltd v. MCR Resource Management Ltd και Άλλων, Αρ. Αίτ. 30/01, ημερ. 30.3.01 [αδημοσίευτη], με αναφορά στην πρωτόδικη προσέγγιση). Το κατά πόσο η ένορκη δήλωση αιτητή είναι συνταγμένη σε μη κατανοητή από αυτόν γλώσσα, θα πρέπει να αξιολογείται αναλόγως των ισχυρισμών και της μαρτυρίας που τίθεται σχετικώς ενώπιον του Δικαστηρίου (Αναφορικά με την Αίτηση της Yuxian Wang, Πολ. Αίτ.13/12, ημ. 15.03.12)." Η νομολογιακή προσέγγιση και υιοθέτηση της πιο πάνω αρχής, εντοπίζεται σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Ενδεικτικά αναφέρω την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Φωτίου κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 781 όπου τονίστηκαν τα ακόλουθα: "Η δεύτερη αιτήτρια είναι Ολλανδή υπήκοος και δεν γνωρίζει ελληνικά. Παρά ταύτα, η ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την αίτηση είναι διατυπωμένη στα ελληνικά, ενώ στο τέλος επιβεβαιώνεται από Πρωτοκολλητή ότι η ενόρκως δηλούσα ορκίστηκε και υπόγραψε ενώπιόν του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Είμαι της άποψης ότι η συγκεκριμένη δήλωση δεν συνιστά ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου. Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκες δηλώσεις που είναι συντεταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν (Αναφορικά με τον Saab Abbas Nazar
(2003)1 Α.Α.Δ. 772)." Επίσης στην αίτηση Αναφορικά με την αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1 Α.Α.Δ. 772 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ' αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση (Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παραγρ. 314)." Διαφορετική από την πιο πάνω προσέγγιση, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο ο ενόρκως δηλών να μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες τυχόν ενδεχόμενης διαδικασίας ψευδορκίας, όπως ειδικώς λέχθηκε στην Αναφορικά με την Αίτηση του Krishnakanthan Sangaralingam
(2011)1 ΑΑΔ 7, με το ακόλουθο απόσπασμα: "Στην προκείμενη περίπτωση, παρόλη την απουσία σχετικής πρόνοιας στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, η πρακτική που ακολουθείται και προδιαγράφεται στους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς και αναφέρομαι στο Annual Practice 1955, σελ. 683 δίδει κατεύθυνση προς τη σωστή διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί. Η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά, από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκη δήλωση που είναι συνταγμένη στα ελληνικά από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τη γλώσσα δεν συνιστά, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. (Βλ. Φωτίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 783). Επανερχόμενοι στην υπό εξέταση ένορκη δήλωση, αναφέρεται από τον Καθ΄ ου η αίτηση στην παράγραφο 3: "3. Έχω μελετήσει προσεκτικά τη μετάφραση που ετοίμασαν για εμένα οι Δικηγόροι μου και/ή άτομα τα οποία γνωρίζουν καλά την Αγγλική και την Ελληνική, και πιο ειδικά το περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος, αλλά και της Αίτησης ημερομηνίας 30.05.2018 [.] Πρόσθετα, ανέγνωσα τους λόγους Ένστασης στην Αίτηση, τους οποίους υιοθετώ πλήρως και τους επαναλαμβάνω ως αναπόσπαστο μέρος της παρούσας Ένορκης Δήλωσής μου. Αμφότερες αναγνώσθηκαν σε γλώσσα κατανοητή προς εμένα και επεξηγήθηκαν σε εμένα από τους Δικηγόρους μου." Ξεκάθαρα προκύπτει από τα ανωτέρω, όπως βεβαίως συνάγεται και από το σύνολο της μαρτυρίας στο φάκελο, ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν είναι γνώστης της Ελληνικής γλώσσας, ούτε και είναι σ΄ αυτόν κατανοητή. Τούτο αφενός, αφού τα δικόγραφα που του μεταφράστηκαν από άτομα που γνωρίζουν την "Αγγλική και την Ελληνική", είναι συντεταγμένα στα Ελληνικά οπότε του μεταφράστηκαν στα Αγγλικά. Αφετέρου, διότι η ένορκη δήλωσή του, επίσης συντεταγμένη στα Ελληνικά, του μεταφράστηκε επίσης σε "γλώσσα κατανοητή" προς αυτόν. Καμιά όμως μετάφραση των εν λόγω εγγράφων και ειδικότερα της ίδιας της Ένορκης Δήλωσης παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, πόσο δε μάλλον η μετάφραση αυτή να συνοδεύεται και από σχετική ένορκη δήλωση του ατόμου που προέβη σ΄ αυτήν, που να υποστηρίζει την πιστή μετάφραση της στον ενόρκως δηλούντα, όπως υποδεικνύεται σχετικά στις επί του θέματος πιο πάνω αυθεντίες. Εκ του λόγου τούτου και μόνο, ως ξεκάθαρα υποδεικνύει η πιο πάνω νομολογία, η ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση ελέγχεται ως αντικανονική και/ή παράτυπη και ως εκ τούτου απορριπτέα, αφήνοντας παντελώς μετέωρη και/ή άνευ πραγματικού υποβάθρου την ένσταση του Καθ΄ ου η αίτηση. Έπεται ότι η ένσταση του Καθ΄ ου η αίτηση στερείται οιασδήποτε αποδεκτής μαρτυρίας και υπόβαθρου, η δε ένορκη δήλωση θα πρέπει να αγνοηθεί παντελώς ως μη υπάρχουσα, αφήνουσα έκθεση σε απόρριψη την ένσταση του Καθ΄ ου η αίτηση. Επιπρόσθετος λόγος απόρριψης της ένορκης δήλωσης στην ολότητα της, αν αυτή δεν έπασχε λόγω της γλώσσας που χρησιμοποίησε και είναι άγνωστη στον Καθ΄ ου η αίτηση, αποτελεί η παράθεση διαζευκτικών και αντιφατικών ισχυρισμών του Καθ΄ ου η αίτηση σε όλο της το εύρος. Η σχετική επί του θέματος τούτου νομολογία, θέλει τέτοιες ένορκες δηλώσεις να πάσχουν ως αντικανονικές και ανεπαρκείς (βλ. σχετικά μεταξύ άλλων Χριστόδουλου Καρεκλά ν. Άντρης Αντωνιάδου, υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 6560/14, ημερ. 18.2.16). Εφόσον δε η ένορκη δήλωση αποτελεί μαρτυρία επί γεγονότων, η προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών ως προς αυτά, πλήττει την αξιοπιστία του ενόρκως δηλούντα και καθιστά όσα διαζευκτικώς προβάλλονται αναπόδεικτα (Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782, Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν. Του Πλοίου "Arabella"
(2002)1 ΑΑΔ 1033). Είναι προφανές ότι η χρήση του συνδέσμου "ή" συνιστά διαζευκτικότητα της μίας πρότασης από την άλλη (Γεωργίου Μιχάλης Ζ. ν. Δημοκρατίας και Άλλης
(1993)4 ΑΑΔ 569). Επί των πραγματικών δε δεδομένων, η διάζευξη ή η αντιφατικότητα, είναι ανεπίτρεπτη σε βαθμό που αποτελεί καταλυτικό παράγοντα στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Καθ΄ ου η αίτηση. Αυθεντία όσον αφορά το θέμα αυτό, αποτελεί η απόφαση El Faith Co For International Trade S.A.E. v. EDT Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 1255 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Η δικηγόρος των εναγόντων επιχείρησε να αιτιολογήσει τη διάζευξη με τον τρόπο που σημείωσα. Δεν νομίζω πως υπάρχει περιθώριο για κάτι τέτοιο. Η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας. . Τελικά, είναι το ζήτημα του βάρους που μπορεί να δοθεί στην ένορκη δήλωση που υποστηριζει την αίτηση. Είναι στοιχειώδες πως ενώ στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων είναι επιτρεπτό να περιλαμβάνονται σε ένορκες δηλώσεις και πληροφορίες που λήφθηκαν ή, ακόμα, και πεποιθήσεις που σχηματίστηκαν, είναι απαραίτητο αυτές οι δηλώσεις να γίνονται με αναφορά στην πηγή των πληροφοριών και στους λόγους που οδηγούν στο σχηματισμό της πεποίθησης. (Βλ. την αγγλική Ο. 38 γ. 3 Annual Practice
(1958)σελ. 922, και Seraphim Brothers v. Jacquet Freres 14 CLR 119). Αναφέρομαι στην αγγλική διαταγή αντί στην αντίστοιχη κυπριακή Δ.39 θ. 2 ενόψει του θεσμού 237 των Θεσμών Ναυτοδικείου." Διαβάζοντας την ένορκη δήλωση, παρατηρούμε ότι η χρήση διαζευκτικών ισχυρισμών από τον Καθ΄ ου η αίτηση, σε καίρια δε σημεία υποστήριξης της θέσης του περί δήθεν διάπραξης παρανομιών της Αιτήτριας και της δικαιολόγησης των ξεκάθαρων προθέσεων του ιδίου να προβεί σε ενέργειες που τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα του απαγορεύουν, είναι διάχυτη σε όλη την έκταση της. Η χρήση του "και/ή" ωσάν η ένορκη δήλωση να αποτελεί δικόγραφο, εντοπίζεται τόσες πολλές φορές, ώστε να είναι αφενός πρακτικά αδύνατο να διαπιστωθεί ποια εκδοχή αντικατοπτρίζει τα γεγονότα αφετέρου ώστε να πλήττει ξεκάθαρα την αξιοπιστία του ενόρκως δηλούντα, ο οποίος παρουσιάζεται τουλάχιστον αβέβαιος σε σχέση με ποια από όλες τις διαζεύξεις που προτάσσει ισχύει. Ακόμα και για τα όσα ο ίδιος ορκίζεται, επιλέγει τη χρήση διαζευκτικών ισχυρισμών επιδιώκοντας προφανώς να βασίσει με τον ένα ή τον άλλο "διαζευκτικό" τρόπο, τους ισχυρισμούς του. Προφανώς με την ένορκη δήλωση του, ούτε καν ο ίδιος είναι σε θέση να υποστηρίξει την αλήθεια των "διαζευκτικών" ισχυρισμών του. Εν κατακλείδι θεωρώ ότι ενόψει της διαπίστωσης της ύπαρξης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα πρέπει να οριστικοποιηθούν και να καταστούν απόλυτα και επιπλέον να εκδοθεί το υπό στοιχείο Γ διάταγμα. Τα έξοδα είναι εις βάρος του Καθ΄ ου η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από Πρωτοκολλητή, εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [5] Deutsche Bank AG v. Highland Crusader Offshore Partners [2009] EWCA Civ 725, Sahab Shipyard (Pakistan) Ltd v. Islamic Republic of Pakistan [2003] 2 Lloyd's Rep 571. [6] Halsbury's Laws of England, 4th Ed. Reissue, Vol.24. para.854 [7] A-G v. Forbes
(1836)2 My & Cr 123 at 132 per Lord Cottenham LC [8] Potts v Levy
(1854)2 Drew 272 aat279 per Kindersley V-C, Cooper v. Wjottomgja
(1880)15ChD [9] Hext v Gill
(1872)7 Ch App 699, Adair v. Young *1879) 12 ChD 13, CA cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο