Shahap ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Παραπομπής: 205/03, 4/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Παραπομπής: 205/03 Μεταξύ: XXXXX Shahap Αιτήτριας και Κυπριακής Δημοκρατίας δια Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Καθ΄ ης η Αίτηση και Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Μεσεγγυούχου Αίτηση Ημερομηνία: 16.5.2017 Ημερομηνία: 4.5.
- Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Δ. Μαππουρίδου για Ρίκκος Μαππουρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (κ. Α. Νικολάου για να ακούσει απόφαση). Για την Καθ΄ ης η Αίτηση και Μεσεγγυούχο: κα Ε. Φλωρέντζου με κα Δ. Παπαμιλτιάδους. (κα Δ. Παπαστεφάνου για να ακούσει απόφαση). ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 18.2.08 στην παρούσα παραπομπή 205/03 εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας ως απαλλωτριούσας αρχής για αποζημίωση της Αιτήτριας με το ποσό των €512.580,00 με τόκους προς 9% ετησίως από 18.11.1994 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €5.716 δικηγορικά έξοδα με τόκους 8% επί ποσού €5.640 από 18.2.08 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €500 εκτιμητικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €5.626,
- Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν περιείχε επιφύλαξη δέσμευσης του ποσού από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, τα δε δικηγορικά και εκτιμητικά έξοδα καταβλήθηκαν. Η Αποζημιούσα Αρχή αρνήθηκε την καταβολή της επιδικασθείσας αποζημίωσης και ως εκ τούτου η Αιτήτρια προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ΕΔΑΔ, με αίτηση υπ΄ αριθμό 24536/10, στην οποία εκδόθηκε απόφαση, ημερομηνίας 4.9.
- Ήταν ισχυρισμός της Αιτήτριας, πως το καθεστώς κηδεμονίας τουρκοκυπριακών περιουσιών, διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και οι ίδιες οι πρόνοιες του Νόμου για τον Κηδεμόνα, συνιστούσαν στέρηση περιουσίας ή αδικαιολόγητο περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων της και εν όψει της περί του αντιθέτου καθιερωμένης Κυπριακής νομολογίας, ότι ο εν λόγω νόμος προσέκρουε στις συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν το δικαίωμα περιουσίας με πρόνοιες ανάλογες εκείνων της σύμβασης, αυτό απέκλειε οποιαδήποτε προσφυγή της Αιτήτριας στα Κυπριακά Δικαστήρια, η οποία θα ήταν εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Η προσφυγή της Αιτήτριας στο ΕΔΑΔ, απορρίφθηκε όμως λόγω μη εξάντλησης όλων των εσωτερικών ένδικων μέσων τα οποία δημιουργήθηκαν νομοθετικά, με σχετικές τροποποιήσεις στο Νόμο για τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών, ενόσω εκκρεμούσαν οι προσφυγές στο ΕΔΑΔ, κατόπιν νομικής συμβουλής και υποδείξεων της Νομικής Υπηρεσίας προς το αρμόδιο υπουργείο. Οι θεραπείες εισήχθηκαν με τον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2010 (39(Ι)/2010), όπως τροποποιήθηκε, που προβλέπει παραπομπή στα Κυπριακά Δικαστήρια, όπως η διεκδίκηση αποζημιώσεων και άλλων θεραπειών που προβλέπει ο Νόμος, με αγωγή για παραβίαση δικαιωμάτων της Σύμβασης, όπως ορίζεται στο άρθρο 6Α
(4). Επίσης, το τροποποιημένο άρθρο 3, στην παράγραφο β στη δεύτερη επιφύλαξη, ορίζει ότι όταν πρόκειται για διαχείριση περιουσίας που σε οποιοδήποτε χρόνο μετά που περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισης της από τον Κηδεμόνα, της οποίας τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης περιουσίας εγκαταστάθηκε μόνιμα και συνεχίζει αδιάλειπτα να είναι μόνιμα εγκατεστημένος στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, αίρεται η διαχείριση από τον Κηδεμόνα. Στις 26.7.16 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας αίτηση για έκδοση εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας κατά της Δημοκρατίας για την είσπραξη του ποσού της εκδοθείσας απόφασης, με αριθμό 096656. Το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας, επιστράφηκε με την ένδειξη ότι το ποσό του εντάλματος, στις 22.12.08 πληρώθηκε απευθείας στον Κηδεμόνα Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, όπως φαίνεται στην επισυνημμένη στην αίτηση κατάσταση πληρωμής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας (Τεκμήριο 6). Στις 30.8.16 το Υπουργείο Εσωτερικών - Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, με επιστολή του ιδίας ημερομηνίας, ενημέρωσε τους δικηγόρους οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, πως το αξιούμενο από την Αιτήτρια ποσό, έχει κατατεθεί στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Τεκμήριο 7, στην επίδικη αίτηση). Στις 3.11.16, είχε καταχωριστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, η αίτηση για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, υπ΄ αριθμό 179/16, η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε άνευ βλάβης, ενόψει διαβουλεύσεων μεταξύ των Καθ΄ ων η αίτηση και κατ΄ επέκταση με τους εκπροσώπους του Γενικού Εισαγγελέα, και των δικηγόρων της Αιτήτριας επί του θέματος, χωρίς όμως οποιοδήποτε αποτέλεσμα, γι΄ αυτό και στις 16.5.17 καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση. Στις 16.5.17 καταχωρήθηκε η παρούσα δεύτερη αίτηση μεσεγγύησης κατά του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών με την οποία επιδιώκεται η κατάσχεση του οφειλόμενου εξ αποφάσεως χρέους εις χείρας τρίτου (του μεσεγγυούχου) Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Η αίτηση βασίζεται στα δικαιοδοτικά άρθρα 73-81 Μέρος VII του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, τα οποία ρυθμίζουν τη διαδικασία εκτέλεσης απόφασης με τη διαδικασία της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου απαίτησης από περιουσία η οποία βρίσκεται στα χέρια του τρίτου. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται όταν ο αιτούμενος την κατάσχεση, είναι εξ αποφάσεως πιστωτής. Ειδικότερα, το άρθρο 14
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), προνοεί ότι η κατάσχεση στα χέρια τρίτου δυνάμει του Μέρους VII του Νόμου αποτελεί μέσο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 73 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, που τελεί υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Στην κοινή ένσταση των Καθ΄ ου η αίτηση και μεσεγγυούχου, προβάλλουν τους ακόλουθους 6 λόγους ένστασης, οι οποίοι επεξηγούνται με ένορκη δήλωση της κας Δήμητρας Παπαμιλτιάδους Νεοκλέους, Δικηγόρου της Δημοκρατίας Α που συνοδεύει την ένσταση: "
- H παρούσα αίτηση είναι λανθασμένη και παράτυπη.
- Η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να προωθηθεί καθότι στερείται νομικής βάσης.
- Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας αίτησης επειδή δεν υπάρχει δικαστική απόφαση ή και οφειλόμενο ποσό ή και εξ αποφάσεως χρέος ως ορίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και στην εν γένει νομοθεσία και πρακτική των Δικαστηρίων και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 73 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.
- Η εν λόγω αίτηση δεν είναι δικαιολογημένη και δεν μπορεί να επιτύχει καθότι εκφεύγει του δικαιοδοτικού πλαισίου του εκδικάζοντος Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου Καθορισμού Αποζημίωσης και ως εκ τούτου η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντίκειται στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης ή και της ισότητας των όπλων.
- Η αίτηση δημιουργεί καταστρατήγηση ή και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και υπονόμευση και αποδυνάμωση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών. Επιχειρείται η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος σε διαδικασία που είχε ως σκοπό μόνο τον καθορισμό αποζημίωσης ώστε η αιτήτρια με αυτό τον τρόπο προσδοκεί σε δικαίωμα που δεν κρίθηκε ότι έχει.
- Η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε πρόωρα ή και δεν δόθηκε η απαιτούμενη εκ του νόμου συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πριν την καταχώριση της παρούσας αίτησης." Στις παραγράφους 3-7 της ένορκης δήλωσης της κας Παπαμιλτιάδους-Νεοκλέους αναφέρει τους λόγους που η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Τις παραθέτω αυτούσιες: "
- Αρνούμαι και απορρίπτω το περιεχόμενο των παραγράφων 1, 2, 4, 8, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 της ένορκης δήλωσης του κ. XXXXX Bora και ισχυρίζομαι πως τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως: 3.
- Η Αιτήτρια δεν κατοικούσε κατά τους επίδικους χρόνους σε ελεγχόμενη από τη Δημοκρατία περιοχή, με αποτέλεσμα να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3(β) του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου, (στο εξής «ο Νόμος»). 3.
- Στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Παραπομπή έχει εκδοθεί Δικαστική απόφαση στις 6/2/2007, σύμφωνα με την οποία η Αιτήτρια με την εν λόγω Παραπομπή της ζήτησε καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης και πάντως δεν προώθησε οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό δικαίωμα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και κανονισμούς, η αρμοδιότητα και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου άπτεται και εξαντλείται σε τούτο ακριβώς, στον καθορισμό της αποζημίωσης σε περίπτωση απαλλοτρίωσης και μόνο.
- Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας αίτησης επειδή δεν υπάρχει Δικαστική Απόφαση ή και οφειλόμενο ποσό ή και εξ αποφάσεως χρέος ως ορίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και στην εν γένει νομοθεσία και πρακτική των Δικαστηρίων. Η αίτηση δημιουργεί καταστρατήγηση ή και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και υπονόμευση και αποδυνάμωση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών. Επιχειρείται η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος σε διαδικασία που είχε ως σκοπό μόνο τον καθορισμό αποζημίωσης ώστε η αιτήτρια με αυτό τον τρόπο προσδοκεί σε δικαίωμα που δεν κρίθηκε ότι έχει.
- Είναι η θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση ότι, δεν υπάρχει οφειλόμενο εκ Δικαστικής αποφάσεως ποσό, με αποτέλεσμα να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 73 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Και τούτο διότι η Δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της Παραπομπής από το εκδικάζον Δικαστήριο, εκτείνεται και προορίζεται μόνο στο ζήτημα καθορισμού, της αποζημίωσης και κατ΄ επέκταση, η οποιαδήποτε διεκδίκηση ιδιοκτησιακού δικαιώματος δεν εμπίπτει στο πλαίσιο της αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά η καταβολή της αποζημίωσης εξετάζεται από το Δικαστήριο ως διαφορά που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Αστικού Δικαστηρίου.
- Τοιουτοτρόπως, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είναι «οφειλέτης» ποσού έναντι της Αιτήτριας, βάσει των προνοιών του πιο πάνω άρθρου.
- Πέραν των πιο πάνω, ούτε οι πρόνοιες του άρθρου 77 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου πληρούνται καθ΄ όσον ουδέποτε εδόθη η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα αναφορικά με την καταβολή του επίδικου ποσού, ουσιαστική και αναγκαία προϋπόθεση όταν και εφόσον το ποσό βρίσκεται υπό τον έλεγχο δημοσίου λειτουργού. Ο Κηδεμόνας Τ/Κ Περιουσιών είναι δημόσιο πρόσωπο και το Ταμείο υπάγεται στον έλεγχο του Κράτους." Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και όπως μεταξύ άλλων κρίθηκε και στην Πολιτική Έφεση μεταξύ των Carna Plants Ltd v. Masalcha and Brothers Ltd
(1990)1 ΑΑΔ 28, η διαδικασία έκδοσης εντάλματος κατάσχεσης ιδιοκτησίας εις χείρας τρίτου για να τύχει εφαρμογής, απαιτεί να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:
- Ο Αιτητής να είναι εξ αποφάσεως πιστωτής.
- Η ύπαρξη χρημάτων ή αντικειμένων στην κατοχή τρίτου προσώπου (μεσεγγυούχου) του οποίου νόμιμος δικαιούχος είναι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης ή η ύπαρξη σχέσης πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και μεσεγγυούχου, και
- Να υπάρχει ταυτόχρονα την ημέρα της κατάσχεσης κάποιο αντικείμενο το οποίο αναγνωρίζεται ως χρέος, δηλαδή υπαρκτό χρέος το οποίο δύναται να κατασχεθεί. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, σελ. 331 και 332 αναφέρεται πως η διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου διαλαμβάνει δύο μέρη. Το πρώτο αφορά την εξασφάλιση από τον εξ αποφάσεως πιστωτή μονομερούς διατάγματος (garnishee order nisi), το οποίο απευθύνεται στον μεσεγγυούχο και τον καλεί να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία και ώρα κατά την οποία θα εξεταστεί το ζήτημα, ενώ στο μεταξύ διατάζεται να μην αποξενώσει το ποσό το οποίο αναφέρεται στο διάταγμα. Κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας εξετάζεται κατά πόσον η περίπτωση είναι τέτοια ώστε ο μεσεγγυούχος να διαταχθεί να πληρώσει το ποσό το οποίο δεσμεύτηκε στον εξ αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων. Στην παρούσα διαδικασία δεν ακολουθήθηκε από τον κ. Μαππουρίδη η διαδικασία έκδοσης διατάγματος (degree nisi) κατάσχεσης εις χείρας του μεσεγγυούχου και ακολούθως αφού ακουστούν τα μέρη διαταγής ή μη πληρωμής του ποσού στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης και ο μεσεγγυούχος ουσιαστικά ταυτίζονται στην παρούσα υπόθεση ως το ίδιο πρόσωπο και έχουν κοινή θέση γι΄ αυτό και το ιδιάζων της παρούσας υποθέσεως. Περαιτέρω, είναι θέση της Αιτήτριας πως είναι αναγκαίο να υπάρχει η σχέση πιστωτή-χρεώστη μεταξύ του εξ αποφάσεως χρεώστη και του μεσεγγυούχου. Αν ο εξ αποφάσεως χρεώστης μπορεί να εναγάγει τον μεσεγγυούχο για το ποσό που του οφείλεται και να το ανακτήσει, τότε είναι φανερό ότι υπάρχει χρέος μεταξύ τους που είναι κατασχέσιμο. Με άλλα λόγια πρέπει να υπάρχει χρηματικό ποσό οφειλόμενο στον εξ αποφάσεως χρεώστη. Ο όλος σκοπός της διαδικασίας μεσεγγύησης είναι να καταστήσει τα χρέη που οφείλονται στον εξ αποφάσεως χρεώστη από τρίτα πρόσωπα, περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα προς εκτέλεση. Στην παρούσα περίπτωση ταυτίζονται ουσιαστικά εξ αποφάσεως οφειλέτης και μεσεγγυούχος λόγω της διαχείρισης των τουρκοκυπριακών περιουσιών από τον Κηδεμόνα. Το ποσό δεν οφείλεται από τον μεσεγγυούχο (Κηδεμόνα) στον εξ αποφάσεως οφειλέτη (Κράτος) αλλά ο εξ αποφάσεως οφειλέτης το κατέβαλε στον μεσεγγυούχο να το κατέχει μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης που δημιουργήθηκε. Έχουν εκφραστεί εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις των διαδίκων όσον αφορά την ύπαρξη εξ αποφάσεως χρέους και την ύπαρξη σχέσης μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και του μεσεγγυούχου. Η θέση της Αιτήτριας είναι ότι "εξ αποφάσεως πιστωτής" σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 σημαίνει πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων, ενώ παράλληλα στις διατάξεις του ιδίου άρθρου ερμηνεύεται και ο εξ αποφάσεως οφειλέτης, σύμφωνα με το οποίο "εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους» σημαίνει πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων, ενώ «εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος", σημαίνει χρήματα που επιδικάστηκαν με δικαστική απόφαση. Κατά συνέπεια η θέση της Αιτήτριας είναι ότι στη βάση της ερμηνείας που έδωσε ο νομοθέτης για το τι θεωρείται εξ αποφάσεως χρέος, ο ισχυρισμός των Καθ΄ ων η αίτηση που περιέχεται στο λόγο 3 της εκδοποίησης για πρόθεση καταχώρησης ένστασης, ότι δεν υπάρχει εξ αποφάσεως χρέος ως αυτό ορίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, είναι αβάσιμος και αστήριχτος, δεδομένου βεβαίως ότι η απόφαση αφορά ονομαστικά την Αιτήτρια και όχι τον Κηδεμόνα, ως το αρμόδιο πρόσωπο διαχείρισης τουρκοκυπριακών περιουσιών, ο οποίος κατά την έκδοση της απόφασης δεν κλήθηκε υπό την ιδιότητα του αυτή να συμμετάσχει στη διαδικασία, αφού η Δημοκρατία έκρινε ότι με βάση τα ενώπιον της στοιχεία η Αιτήτρια μπορούσε να διεκδικήσει το ποσό της αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας της και όχι ο Κηδεμόνας προς τον οποίο αποστάληκε η προσφορά προς αποζημίωση από την ίδια τη Δημοκρατία. Προς τούτο ο κ. Μαππουρίδης παραπέμπει στο λεκτικό του Τεκμηρίου 3, που είναι η δικαστική απόφαση, σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου ".η Αποζημιούσα αρχή να πληρώσει στον αιτητή το ποσό των €512.580, ως αποζημίωση." Το λεκτικό της απόφασης καταρρίπτει τον ισχυρισμό που περιέχεται στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση ότι η απόφαση εκτείνεται και περιορίζεται μόνο στο ζήτημα καθορισμού της αποζημίωσης και κατ΄ επέκταση η οποιαδήποτε διεκδίκηση ιδιοκτησιακού δικαιώματος δεν εμπίπτει στο πλαίσιο της αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά η καταβολή της αποζημίωσης εξετάζεται από το Δικαστήριο ως διαφορά που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του αστικού Δικαστηρίου. Αν έτσι είχαν τα πράγματα - σύμφωνα πάντα με την Αιτήτρια - οι αποφάσεις του Δικαστηρίου Καθορισμού Αποζημιώσεων δεν θα μπορούσαν να εκτελεστούν, αφού θα περιορίζονταν μόνο στον καθορισμό της αποζημίωσης και όχι στην επιδίκαση τους υπέρ του δικαιούχου. Τέλος ο κ. Μαππουρίδης παραπέμπει στις διατάξεις του άρθρου 3(β) του Νόμου Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Ν. 1991 (Ν.139/1991), όπου αναφέρεται πως η διαχείριση των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών από τον Κηδεμόνα, και δη τον Υπουργό Εσωτερικών διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης, αίρεται όταν ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας εγκαταστάθηκε μόνιμα και συνεχίζει αδιάλειπτα να είναι μόνιμα εγκατεστημένος στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Στην παρούσα περίπτωση, η Αιτήτρια, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 4 στην αίτηση, ήταν μόνιμος κάτοικος στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και συγκεκριμένα διέμενε στην οδό XXXXX 11, διαμέρισμα 1, XXXXX Κωρτ
- Στη βάση τούτου, το ως άνω κριτήριο εφαρμόζεται όχι γενικά ως προς τη μάζα των Τουρκοκυηπρίων, αλλά συγκεκριμένα ως προς κάθε ιδιοκτήτη. Επίσης, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 11
(1)ιδρύεται ειδικό Ταμείο με την επωνυμία "Ταμείο Τουρκοκυπριακών Περιουσιών", το οποίο βρίσκεται κάτω από τη διαχείριση του Κηδεμόνα. Στο Ταμείο κατατίθενται όλες οι εισπράξεις και από αυτό γίνονται όλες οι πληρωμές, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. Σε κάθε περίπτωση, "Τουρκοκυπριακή περιουσία" περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία και "Τουρκοκύπριος" σημαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκάφ. Λαμβανομένων λοιπόν υπόψη και των ορισμών που προσδίδει ο νομοθέτης για το κατά πόσο μια περιουσία θεωρείται τουρκοκυπριακή και κατ΄ επέκταση η διαχείριση της εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Κηδεμόνα, είναι θέση της Αιτήτριας πως η περιουσία της δεν είναι τέτοια, ώστε να παραβιάζεται παράλληλα και το αναφαίρετο δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης η πιο πάνω θέση του κ. Μαππουρίδη, στην οποία στηρίζεται ουσιαστικά η εκτέλεση της απόφασης στην παραπομπή, δηλαδή ότι η Αιτήτρια ήταν μόνιμη κάτοικος στις ελεύθερες περιοχές δεν επιβεβαιώνεται αλλά προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην παρούσα παραπομπή 205/03 κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Αποζημιούσα Αρχή, η Δημοκρατία καταχώρησε υπεράσπιση προβάλλοντας δύο προδικαστικές ενστάσεις και ακολούθως αιτήθηκε όπως αυτές εξεταστούν προδικαστικά. Τις ακόλουθες: "
- Ο Καθ΄ ου η Αίτηση προβάλλει προδικαστική ένσταση για το ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται και ή δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει την παρούσα παραπομπή, επειδή κατά τον ουσιώδη χρόνο κρίσης της υπόθεσης ή κατά οποιοδήποτε άλλο χρόνο, δεν ήταν και ή δεν είναι ιδιοκτήτρια και ή κάτοχος του επιδίκου απαλλοτριωθέντος ακινήτου με αρ. τεμ. XXXXX/1 και XXXXX/3 (νέο τεμάχιο 3 XXXXX9), Φ/ΣΧ XL62 ευρισκόμενο στο Καλό Χωριό Λάρνακος, επειδή το εν λόγω ακίνητο τελεί υπό την ιδιοκτησία, και ή κατοχή και ή επίβλεψη και ή έλεγχο και ή υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, με βάση σχετική Νομοθεσία. Έτσι αρμόδιος να επιλαμβάνεται της τύχης του εν λόγω Τ/Κ ακινήτου δεν είναι η αιτήτρια, αλλά ο πιο πάνω Κηδεμόνας.
- Περαιτέρω υποβάλλεται και δεύτερη προδικαστική ένσταση, για το ότι όσα, αιτούνται στην Έκθεση Απαίτησης δεν είναι επίδικα, με βάση κειμένη νομολογία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου." Με ενδιάμεση απόφαση της η κα Π. Παναγή (Π.Ε.Δ.) επί των δύο ανωτέρων προδικαστικών ενστάσεων ημερ. 6.2.07 αποφάνθηκε ότι η Αιτήτρια εδικαιούτο να καταχωρήσει την παραπομπή και όχι ο Κηδεμόνας τουρκοκυπριακών περιουσιών αλλά τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα είχαν δοθεί στον Κηδεμόνα και δεν είχαν αρθεί επειδή αυτή δεν ήταν μόνιμη κάτοικος στις ελεύθερες περιοχές. Παραθέτω σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση της κας Παναγή: "Παρόμοιο ερώτημα με αυτό που τίθεται με την προδικαστική ένσταση είχε απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση Kiazim Halit κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπόθεση Αρ. 18/2005, ημερ. 29/11/2006 στην οποία εγέρθηκε προδικαστική ένσταση ότι οι αιτητές, Τουρκοκύπριοι, στερούντο ενεστώτος εννόμου συμφέροντος στην καταχώριση προσφυγής με την οποία ζητούσαν την ακύρωση διατάγματος απαλλοτρίωσης καθότι τις εγκαταλειφθείσες τουρκοκυπριακές περιουσίες είχε αναλάβει ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών δυνάμει του Νόμου 139/
- Αφού το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην υπόθεση Σολομωνίδης[5] αποφάνθηκε με το ακόλουθο σκεπτικό ότι οι αιτητές νομιμοποιούνταν στην καταχώριση της προσφυγής: «Όπως παρατήρησε το Εφετείο στην υπόθεση εκείνη «τα μέτρα αυτά σκοπό δεν είχαν τη θέσπιση μόνιμων περιορισμών ή στέρηση των δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών αλλά την προσωρινή, για όσο χρόνο ήταν αναγκαίο, προστασία και διαχείριση της περιουσίας». Με βάση τα όσα παρατηρήθηκαν στην υπόθεση Σολομωνίδης (ανωτέρω) καταλήγω αβίαστα στο συμπέρασμα ότι, δεδομένου πως οι Τουρκοκύπριοι ιδιοκτήτες δεν απώλεσαν τα περιουσιακά τους δικαιώματα εξαιτίας του διορισμού του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και των άλλων μέτρων που λήφθηκαν δυνάμει του Ν 139/91 με σκοπό την προστασία των περιουσιών τους και δεδομένου ότι τα μέτρα εκείνα θα ισχύουν μόνον εκκρεμούσης της εκρύθμου καταστάσεως που δημιουργήθηκε εξαιτίας της Τουρκικής κατοχής και για όσο χρόνο η κατοχή υφίσταται, οι Τουρκοκύπριοι ιδιοκτήτες και συγκριμένα στην παρούσα υπόθεση οι αιτητές, έχουν ενεστώς έννομο συμφέρον με βάση το οποίο νομιμοποιούνται στην καταχώριση της παρούσας προσφυγής, με σκοπό την προσβολή της εγκυρότητας του διατάγματος απαλλοτριώσεως της περιουσίας τους. Θεωρώ επομένως πως και αυτή η προδικαστική ένσταση είναι αβάσιμη και θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης.» Το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και το υιοθετώ. Παρότι η τύχη της προδικαστικής ένστασης με βάση τα πιο πάνω έχει κριθεί, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω και τα ακόλουθα: Το δικαίωμα ενός ιδιοκτήτη να ζητήσει από Δικαστήριο να καθορίσει την καταβλητέα σε αυτό αποζημίωση για την απαλλοτρίωση της περιουσίας του πηγάζει από τον περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμο του 1962, οι σχετικές πρόνοιες του οποίου επαναθεσπίζουν μέρος των παραγράφων 3 και 11 του Άρθρου 23 του Συντάγματος (οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, στην καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση στέρησης ή περιορισμού περιουσίας η οποία, σε περίπτωση διαφωνίας, καθορίζεται από το Δικαστήριο).[6] Σύμφωνα με το άρθρο 9 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμο του 1962 (όπως έχει τροποποιηθεί) «παν ενδιαφερόμενον πρόσωπο» δύναται με αίτηση να ζητήσει από το Δικαστήριο όπως προβεί στον καθορισμό της καταβλητέας για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης. «Ενδιαφερόμενος», σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου περιλαμβάνει «όστις δυνάμει του άρθρου 11 του παρόντος Νόμου δικαιούται εις τοιαύτην αποζημίωση». Το άρθρο 11 καθορίζει ότι το δικαιούμενο εις αποζημίωση πρόσωπο είναι ο ιδιοκτήτης της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο 16 του εν λόγω Νόμου το οποίο, όπως προκύπτει από τον πλαγιότιτλο, αφορά στους περιορισμούς επί της εφαρμογής του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου. Καμία αναφορά δεν γίνεται στο άρθρο αυτό με την οποία οι πι πάνω διατάξεις του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου να υπόκεινται σε σχετικές διατάξεις του Νόμου 139/1991, ούτε τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός στο δικαίωμα τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη να αιτηθεί όπως το άρθρο 9 ορίζει. Περαιτέρω, ενώ το άρθρο 14 του Νόμου 139/91 εξαιρεί ρητά την εφαρμογή των διατάξεων του περί Ενοικιοστασίου Νόμου στις περιπτώσεις Τουρκοκυπριακών περιουσιών, καμιά ανάλογη αναφορά δεν γίνεται σχετικά με τις υπό συζήτηση διατάξεις του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου του
- Επισημαίνεται εδώ παρενθετικά ότι παρόλο που η συνταγματικότητα συγκεκριμένων προνοιών του Νόμου 139/91 εξετάστηκε από το Εφετείο και κρίθηκε, όπως ορθά ανέφερε η κα Μαυρομουστάκη, ότι δεν παραβίαζαν πρόνοιες του Άρθρου 23 του Συντάγματος, δεν φαίνεται να έχει εξεταστεί κατά πόσο το άρθρο 6(β) του Νόμου καταστρατηγεί το Άρθρο 23.11 του Συντάγματος. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, ειδικότερα την ιδιοκτησία της αιτήτριας επί του επίδικου ακινήτου, και τα όσα παρατηρήθηκαν στις υποθέσεις Σολομωνίδης και Halit (ανωτέρω), το σκεπτικό της οποίας έχω υιοθετήσει, καταλήγω ότι η αιτήτρια έχει ενεστώς έννομο συμφέρον με βάση το οποίο νομιμοποιείται στην καταχώριση της παρούσας παραπομπής με σκοπό τον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της περιουσίας της. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση ενδεχομένως να ισοδυναμούσε με άρνηση του δικαιώματος της πρόσβασης σε δικαστήριο που διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος, μία διάσταση του οποίου είναι και το δικαίωμα έγερσης πολιτικής αγωγής ή διαδικασίας. Στην προκείμενη υπόθεση, η αιτήτρια δεν επιζητεί την καταβολή οποιουδήποτε ποσού ή την κατοχή ή τη διαχείριση της περιουσίας της αυτής καθαυτής, αλλά το χειρισμό ενός θέματος που άπτεται της ιδιοκτησίας της και για το οποίο ο Κηδεμόνας κανένα ενδιαφέρον δεν φαίνεται να έχει επιδείξει μέχρι σήμερα. Η προδικαστική ένσταση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της Αποζημιούσας Αρχής όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της παραπομπής." (Η υπογράμμιση δική μου). Η Αιτήτρια είναι "Τουρκοκύπρια" εν τη εννοία του Νόμου και δεν εξαιρείται των προνοιών αυτού γιατί δήθεν κατοικούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στις ελεύθερες περιοχές. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο για την έκδοση απόφασης, ήταν μόνιμη κάτοικος της κατεχόμενης Λευκωσίας κατά τον ουσιώδη χρόνο και παρουσίασε για σκοπούς νομιμοποίησης της στην καταχώρησης της παραπομπής ένα ενοικιαστήριο έγγραφο που υπεγράφη στις 18.12.07 για ενοικίαση διαμερίσματος στη Λάρνακα για το 2008, χρόνο κατά τον οποίο εξεδόθη η εκ συμφώνου απόφαση στην παρούσα παραπομπή για να μεταφέρει τη διαμονή της στις ελεύθερες περιοεχές. Στην Arif Mustafa v. Υπουργού Εσωτερικών μέσω Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού
(2004)4Β ΑΑΔ 790, 795-796 αναφέρεται πως όταν ο ιδιοκτήτης αποκτήσει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές το ίδιο το κριτήριο του Νόμου εξαιρεί την περιουσία από τη διαχείριση του Κηδεμόνα, και σημειώνεται ότι: "Και δεν είναι, περαιτέρω, ασφαλώς μόνο, για να μην αναφερθώ και στη στοιχειώδη ανθρωπιστική λογική, οι συνήθεις ερμηνευτικοί κανόνες που υπαγορεύουν την άποψη αυτή αλλά και θεμελιακές ερμηνευτικές αρχές που θέλουν η ερμηνεία των νόμων να συνάδει προς τα συνταγματικά δικαιώματα και να είναι αναλόγως περιοριστική. Αν ο Νόμος ερμηνεύετο άλλως ώστε να καλύπτει τη συνέχιση της διαχείρισης τουρκοκυπριακής περιουσίας μετά από την επανακαθιέρωση της συνήθους διαμονής του ιδιοκτήτη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ενδεχομένως να συνιστούσε αδικαιολόγητο και υπέρμετρο, ακόμα και ως προς την ίδια την ανάγκη που ρητά αναφέρεται στο Νόμο ως δικαιολογούσα αυτόν, περιορισμό του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Η προσέγγιση αυτή προκύπτει και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως προς την ισχύ της αρχής της αναλογικότητας, ως αντικειμενικού και εύλογου κριτηρίου, στους περιορισμούς που μπορεί να τεθούν στη βάση διακρίσεως κατά παράβαση του Άρθρου 14 της Σύμβασης (που αντανακλάται και στο Άρθρο 28 του Συντάγματος)." Στην προκειμένη όμως περίπτωση η συνήθης διαμονή της Αιτήτριας ήταν στην κατεχόμενη Λευκωσία. Ο Νόμος τροποποιήθηκε το 2010 (Ν.39(Ι)/2010)με την εισαγωγή του άρθρου 6 Α το οποίο προνοεί ότι: «
(1)Η παραβίαση δικαιώματος που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλά της που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου, είναι αγώγιμη.
(2)Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της, δικαιούται, εάν απορριφθεί σχετικό αίτημα του στον Υπουργό, να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα για την κατ΄ ισχυρισμόν παραβίαση και να αξιώσει για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο:» Η παραπομπή ήταν κατά συνέπεια μόνο για τον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης. Η Αιτήτρια ήταν "Τουρκοκύπρια" εν τη εννοία του Νόμου. Η θέση ότι πρέπει να εκτελεστεί η απόφαση και να καταβληθεί προς αυτήν το ποσό της απόφασης που προώθησε ο κ. Μαππουρίδης δεν με βρίσκει σύμφωνο. Απαιτείται να γίνει κάτι τέτοιο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. [5] Βλ. Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α. (ανωτέρω) [6] Για μια συζήτηση αναφορικά με τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων κάτω από το Άρθρο 23.11 του Συντάγματος βλ. το σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας του Α Ν. Λοΐζου, σελ. 156. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο