MARATHON DISTRIBUTORS LIMITED ν. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2348/2016, 30/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A220 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2348/2016 ΜΕΤΑΞΥ: MARATHON DISTRIBUTORS LIMITED, H.E. 116865, Κιλκίς 35, 2234 Λατσιά Ενάγουσα -και-
- XXXXX ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, XXXXX 2, XXXXX XXXXX
- Α. & G. KLEIMA ELECTRICALS LIMITED, H.E. 44079, Αγίου Αθανασίου 2, 7102 Αραδίππου
- ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Η.Ε.131789, Μεδούσης 2, Ydrogios House, 6059 Λάρνακα Εναγόμενοι Ημερομηνία꞉ 30.11.2018 Εμφανίσεις꞉ Για την Ενάγουσα꞉ κ. Αλέξανδρος Κουκούνης, για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3꞉ κ. Κενδέας Α. Σέργη, για Κενδέας Α. Σέργης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα εξαιτείται εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €762,10σ. ως ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος ημερ. 06/02/2015, το οποίο ισχυρίζεται ότι επεσυνέβη συνεπεία αμέλειας του Εναγόμενου 1 ή/και λόγω αμέλειας της Εναγόμενης 2 ευθυνόμενης εκ προσθήσεως για τον Εναγόμενο 1 ή/και λόγω αμέλειας της Εναγόμενης 3, ευθυνόμενης εκ προσθήσεως για τον Εναγόμενο 1 και για την Εναγόμενη
- Αξιώνει επίσης νόμιμο τόκο επί του ποσού των €762,10σ. ή/και επί παντός επιδικαζόμενου ποσού από τις 6.2.2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα δικηγορικά έξοδα συν ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Αξίωση για γενικές αποζημιώσεις, δεν προωθήθηκε από την Ενάγουσα. Η Εκδοχή γεγονότων που δικογράφησε η Ενάγουσα στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα έχει ως εξής꞉
- Η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής ήταν η ιδιοκτήτρια του οχήματος υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37, κατασκευής PEUGEOT και εμπορικής ονομασίας PARTNER. Το όχημα αυτό ήταν ασφαλισμένο, με περιεκτική ασφαλιστική κάλυψη, από τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ και οδηγείτο νόμιμα από τον XXXXX Αμιανίτη.
- Ο Εναγόμενος 1 καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής ήταν ο οδηγός ή/και ο κάτοχος ή/και ο δικαιούχος ή/και ο έχων τον έλεγχο του οχήματος υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX
- Η Εναγόμενη 2 καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής ήταν η ιδιοκτήτρια ή/και η δικαιούχος του οχήματος υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX
- Η Εναγόμενη 3 ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής η ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ως άνω ρηθέν όχημα της Εναγόμενης 2 υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37 και ενάγεται υπό αυτή την ιδιότητα ως προνοείται από το άρθρο 16Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.
- Κατά/ή περί την 6/2/2015 το απόγευμα, στην Οδό Βασιλέως Ευαγόρου στη Λάρνακα - · ενόσω το όχημα της Ενάγουσας υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37 οδηγείτο νόμιμα και κανονικά από τον XXXXX Αμιανίτη και κινείτο νόμιμα και κανονικά με ευθεία κατεύθυνση πάνω στην οδό Βασιλέως Ευαγόρου, · ο Εναγόμενος 1, ενώ βρισκόταν μέσα στο παράνομα σταθμευμένο και ακίνητο όχημα της Εναγόμενης 2 υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37 στη δεξιά πλευρά της ρηθείσας οδού Βασιλέως Ευαγόρου, ξαφνικά, απροειδοποίητα και παράνομα άνοιξε την αριστερή μπροστινή πόρτα του εν λόγω οχήματος υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37, · με αποτέλεσμα να προκαλέσει σύγκρουση και ζημιά στη δεξιά πλευρά του οχήματος της ενάγουσας υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37, προκαλώντας στο ως άνω ρηθέν όχημα της Ενάγουσας εκτεταμένες ζημιές.
- Το ως άνω ρηθέν δυστύχημα οφειλόταν και επισυνέβη συνεπεία της αμέλειας ή/και της παράβασης των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων των εναγομένων. Λεπτομέρειες αμέλειας δικογραφούνται σε επιμέρους υποπαραγράφους της παρα. 6, στις οποίες κάνω αναφορά πιο κάτω.
- Η ενάγουσα, από το δυστύχημα υπέστη ζημιές και απώλειες που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €762,10, το οποίο συμποσούται ως εξής꞉ €590 ως το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37 (μπογιαντίσματα, ισιώματα και εφαρμογές και αυτοκόλλητα ενάγουσας), συν €112,10 ως ΦΠΑ επί του ποσού των €590, συν €60 ως το κόστος ετοιμασίας της Έκθεσης Εκτιμητή Ζημιών του οχήματος XXXXX
- Κατά τη δικάσιμο, ημερ. 21/09/2017, δηλώθηκε εκ συμφώνου στο Δικαστήριο, ότι οι ειδικές ζημιές της Ενάγουσας επί πλήρους ευθύνης, ανάγονται στο ποσό των €762,10.-, ενώ στις 02/10/2017 δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα από τους διαδίκους τα κάτωθι: (α) Ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ως προς την παρούσα αγωγή ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX37 ήταν η ενάγουσα. (β) Ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ως προς την παρούσα αγωγή ιδιοκτήτρια του οχήματος XXXXX37 ήταν η εναγόμενη
- Παρέμεινε έτσι ως μόνο επίδικο θέμα, το θέμα της ευθύνης πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Όσον αφορά το ζήτημα της ευθύνης πρόκλησης του δυστυχήματος, η Ενάγουσα δικογραφεί σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας των εναγομένων 1, 2 και 3 στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησής της. Σχετικές οι υποπαράγραφοι «α» έως «κη» της Έκθεσης Απαίτησης. Τις παραθέτω πιο κάτω, παραλείποντας μόνο εκείνες που θεωρώ ότι συνιστούν επανάληψη άλλων προπαρατεθέντων꞉ α. Ο εναγόμενος 1 δεν είχε τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα στο δρόμο. β. Ο εναγόμενος 1 οδηγούσε το ως άνω ρηθέν όχημα της εναγόμενης 2 υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37 ασυναίσθητα και χωρίς να ελέγχει το ρηθέν όχημα. γ. Ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να έχει τη δέουσα παρατηρητικότητα ή/και δεν είχε καθόλου παρατηρητικότητα στο δρόμο και αγνόησε την ύπαρξη άλλων οχημάτων στο δρόμο και δη την ύπαρξη του οχήματος υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37 της ενάγουσας, το οποίο κινείτο νόμιμα και κανονικά πάνω στην Οδό Βασιλέως Ευαγόρου στη Λάρνακα. δ. Ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να κοιτάξει γύρω του ή/και από το καθρεφτάκι του οχήματος της εναγόμενης 2 για να δει εάν υπήρχαν διερχόμενα αυτοκίνητα στην Οδό Βασιλέως Ευαγόρου προτού ανοίξει η πόρτα του εν λόγω οχήματος της εναγόμενης
- ε. Ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα ή/και καθόλου το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο νόμιμα και κανονικά από τον Χρίστο Αμιανίτη με ευθεία κατεύθυνση κανονικά και νόμιμα επί της Οδού Βασιλέως Ευαγόρου στη Λάρνακα. στ. Ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να δώσει προσοχή ή/και παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης με το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο κινείτο με ευθεία κατεύθυνση κανονικά και νόμιμα επί της οδού Βασιλέως Ευαγόρου στη Λάρνακα. ζ. [...] η. Ο εναγόμενος 1 γενικά ενήργησε αμελώς ή/και άνευ της δέουσας προσοχής στο δρόμο και χωρίς συμμόρφωση προς τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. θ. Ο εναγόμενος 1 αδιαφόρησε για την ασφάλεια του, για την ασφάλεια του οχήματος που οδηγούσε, καθώς και για την ασφάλεια του οχήματος της ενάγουσας υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX
- ι. [...] ια. Ο εναγόμενος 1 παράνομα στάθμευσε το όχημα της εναγόμενης 2 υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37 μισό πάνω στο πεζοδρόμιο και μισό πάνω στο οδόστρωμα της Οδού Βασιλέως Ευαγόρου στη Λάρνακα. ιβ. Ο εναγόμενος 1 παράνομα άνοιξε την αριστερή μπροστινή πόρτα του οχήματος της εναγόμενης 2 υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37 χωρίς να προσέξει τα διερχόμενα οχήματα και δη αυτό της ενάγουσας υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX
- ιγ. [...] ιδ. [...] ιε. Ο εναγόμενος 1 παράνομα επέτρεψε να ανοιχθεί η αριστερή μπροστινή πόρτα του οχήματος της εναγόμενης 2 υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37 χωρίς να προσέξει τα διερχόμενα οχήματα και δη αυτό της ενάγουσας υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX
- ιστ. [...] ιζ. Ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να έχει σταθμευμένο νόμιμα το όχημα της εναγόμενης 2 XXXXX37 της ενάγουσας, παρέλειψε να χρησιμοποιεί νόμιμα το εν λόγω όχημα και παρέλειψε να διασφαλίσει την ασφαλή χρήση του ρηθέντος οχήματος. ιη. [...] ιθ. [...] κ. Ο εναγόμενος 1 ξαφνικά, απροειδοποίητα και παράνομα άνοιξε την αριστερή μπροστινή πόρτα του οχήματος της εναγόμενης 2 υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37 με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα της ενάγουσας XXXXX37, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο κινείτο κανονικά και νόμιμα και με ευθεία κατεύθυνση επί της Οδού Βασιλέως Ευαγόρου στη Λάρνακα. κα. Ο εναγόμενος 1 παράνομα και αντικανονικά προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του οχήματος της εναγόμενης 2 υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37 μέσα στην Οδό Βασιλέως Ευαγόρου στη Λάρνακα. κβ. Ο εναγόμενος 1 παράνομα και αντικανονικά και ξαφνικά δημιούργησε κίνδυνο για τα επερχόμενα αυτοκίνητα έχοντας ξαφνικά ανοίξει την πόρτα του οχήματος της εναγόμενης 2 υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX
- κγ. [...] κδ. Ο εναγόμενος 1 απερίσκεπτα, αντικανονικά, επικίνδυνα και παράνομα επέτρεψε να ανοιχθεί η μπροστινή αριστερή πόρτα του οχήματος της εναγόμενης 2 υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX
- κε. Ο εναγόμενος 1 δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα στο δρόμο προτού αποπειραθεί να ανοίξει την πόρτα του οχήματος της εναγόμενης 2 υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX
- κστ. [...] κζ. [...] κη. Ο εναγόμενος 1 παράνομα και αντικανονικά είχε σταθμευμένο το όχημα της εναγόμενης 2 υπ' αριθμό εγγραφής υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX37 επί της Οδού Βασιλέως Ευαγόρου στη Λάρνακα, παρακωλύοντας με αυτό τον τρόπο την ασφαλή διέλευση των οχημάτων και του οχήματος της ενάγουσας XXXXX37 επί της ρηθείσας Οδού Βασιλέως Ευαγόρου. (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Πρόδηλα, στο πιο πλαίσιο της πιο πάνω δικογράφισης, εγείρονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί σε σχέση με την οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Παρατηρώ συναφώς ότι꞉ - αφενός, του αποδίδεται ότι αυτός άνοιξε την μπροστινή αριστερή πόρτα του οχήματος XXXXX37, - αφετέρου, του αποδίδεται ότι αυτός επέτρεψε να ανοιχθεί η μπροστινή αριστερή πόρτα, ή/και - ότι αυτός αποπειράθηκε να ανοίξει την μπροστινή αριστερή πόρτα του οχήματος. Περαιτέρω, καθίσταται πρόδηλο από την ανωτέρω δικογράφιση ότι το άνοιγμα της πόρτας ή/και η απόπειρα ανοίγματος της πόρτας, σε συνδυασμό με τη θέση που κατέλαβε το όχημα του κατηγορούμενου 1 μέσα στο δρόμο, ως εκ της παράνομης στάθμευσής του, παρακωλύοντας την ασφαλή διέλευση των άλλων οχημάτων μέσα στο δρόμο, είναι, ως η εκδοχή της Ενάγουσας, η αιτία που προκλήθηκε το δυστύχημα. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, στις παραγράφους 4, 5 και 6 της Έκθεσης Υπερασπίσεως τους αρνούνται τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Ενάγουσας αναφορικά με τον τρόπο και/ή τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το επίδικο δυστύχημα, καλώντας την σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Ειδικότερα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι: · Την αριστερή μπροστινή πόρτα και/ή η πόρτα του συνοδηγού του οχήματος XXXXX37 άνοιξε ο συνοδηγός του οχήματος, απότομα και αιφνιδιαστικά χωρίς να δώσει την οποιαδήποτε προειδοποίηση στον εναγόμενο
- · Ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε έδωσε εντολή και/ή άδεια και/ή επέτρεψε στον συνοδηγό του οχήματος XXXXX37 να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου, ενώ ήταν σταθμευμένος και/ή σε στάση αναμονής και/ή ακινητοποιημένος. · Σε κάθε δε περίπτωση, ο εναγόμενος 1 δεν είχε την ευκαιρία να σταματήσει τον συνοδηγό του από το να ανοίξει την αριστερή μπροστινή πόρτα του οχήματος που οδηγούσε. Οι Εναγόμενοι παραθέτουν, επίσης, λεπτομέρειες αμέλειας του οδηγού του οχήματος της Ενάγουσας, κ. XXXXX Αμιαντίτη, στην παράγραφο 7 της Έκθεσης υπερασπίσεως τους. ισχυρίζονται ότι εκείνος επέδειξε συντρέχουσα αμέλεια, διότι꞉ (α) Οδηγούσε αφηρημένα και επικίνδυνα και παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα ότι άνοιξε η αριστερή μπροστινή πόρτα του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος
- (β) Παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα καθόλου ή/κια επαρκώς για να αποφύγει τη σύγκρουση. (γ) Οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα υπό τις περιστάσεις. (δ) Παρέλειψε να προβεί στους αναγκαίους ελιγμούς για αποφυγή της σύγκρουσης. (ε) Οδηγούσε σε λανθασμένη θέση εντός του δρόμου. (στ) Ενώ είδε ότι άνοιξε η αριστερή πόρτα του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1, αμελώς συνέχισε την πορεία του αντί να σταματήσει έγκαιρα, με αποτέλεσμα να μην αποφύγει να συγκρουστεί στην εν λόγω πόρτα. Στην Απάντηση που καταχώρισε η Ενάγουσα, αυτή αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των Εναγομένων ως ανεδαφικούς, εκ των υστέρων σκέψεις και αστήρικτους από γεγονότα. Επαναλαμβάνει τη θέση της ότι αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος φέρουν οι Εναγόμενοι. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Με την συμπλήρωση της δικογραφίας, εφόσον η αξίωση της αγωγής ήταν σε κλίμακα €500 - €2.000, η υπόθεση έτυχε χειρισμού δικονομικά ως "ταχείας εκδίκασης" υπόθεση με βάση τη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως οι διάδικοι καταχωρήσουν γραπτώς ένορκη μαρτυρία προς υποστήριξή της υπόθεσης τους, όπως ορίζει η νέα Διαταγή
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, στις 15/11/2017 καταχωρήθηκε η ένορκη γραπτή μαρτυρία του κ. XXXXX Αμιαντίτη, οδηγού κατά τον επίδικο χρόνο του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX37, ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Στις 28/12/2017 καταχωρήθηκε η γραπτή ένορκη μαρτυρία του Εναγομένου 1, κ. XXXXX Νεοκλέους προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγομένων. Κατόπιν αίτησης της Ενάγουσας, ημερ. 22/01/2018, και ύστερα από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 05/02/2018, ο Εναγόμενος 1 διατάχθηκε όπως παραστεί στο Δικαστήριο, για να αντεξεταστεί από το συνήγορο της Ενάγουσας επί συγκεκριμένων ισχυρισμών του που αναφέρονται στην ένορκη γραπτή του μαρτυρία. Ο εναγόμενος 1 αντεξετάστηκε από τον Δικηγόρο της ενάγουσας στις 12/03/
- Δεν υπήρξε αντίστοιχο αίτημα από το συνήγορο των Εναγομένων για αντεξέταση του κ. XXXXX Αμιαντίτη, μοναδικού μάρτυρα για την υπόθεση της Ενάγουσας. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της υπόθεσης στη βάση της πιο πάνω προσκομισθείσας μαρτυρίας και ακολούθως οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων εφοδίασαν το Δικαστήριο με τις τελικές αγορεύσεις τους, γραπτώς. ΝΟΜΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε αστικής φύσεως υποθέσεις όπως είναι η παρούσα, η επιτυχία της υπόθεσης της Ενάγουσας προϋποθέτει ότι αυτή θα επιτύχει να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είναι πιο πιθανή, παρά να μην είναι, ως ορθή και αληθής, η δική της εκδοχή. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους της Ενάγουσας για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της που στοιχειοθετούν την αξίωση της στην έκθεση απαιτήσεως, προσκομίζοντας την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Η απόσειση του βάρους αυτού συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο. (βλ. Χ'' Παυλή κ.ά v. Α. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220, Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689). Είναι πάγια νομολογημένη αρχή, ότι τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα θέματα. Δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση θεμάτων που δεν εγείρονται στα δικόγραφα. Ισχυρισμοί που δεν αναφέρονται σε αυτά, δεν αποτελούν επίδικα θέματα, έστω και αν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία και το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να δεχτεί τέτοια μαρτυρία (βλ. D. Nikolaou & Sons (Landowners) Ltd v. Nίκου Κ. Χ'' Αντώνη
(1997), Πολ. Εφ. 9183, ημερ. 11/03/1997, 1 ΑΑΔ 273, Δημήτρη Χαραλάμπους κ.ά. v. Λοΐζου Κούτα). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ Σύμφωνα με το άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αμέλεια συνίσταται꞉ (α) στην τέλεση πράξης, την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε [.], και (β) στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε υποθέσεις οδικής αμέλειας είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού (Σωκράτους v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Φοινικαρίδης v Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ 475). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού (βλ. Σωκράτους). Με άλλα λόγια, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αλεξάνδρου v. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420: "το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο". Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και (β) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης (Χριστοδούλου v Γρηγορίου
(1989)1 Ε Α.Α.Δ 178). Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας (βλ. Χαραλάμπους v Kασάπη,
(1988)1 C.L.R. 225). Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά, αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη (Βλ. Χριστοδούλου). Το βάρος απόδειξης τυχόν συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντος είναι στους ώμους του εναγόμενου (Βλ. Owen v. Brimmell [1977] 1 Q.B. 859). Τούτο, δεν σημαίνει ότι ο εναγόμενος είναι αναγκασμένος να δώσει μαρτυρία, αλλά, αν επιλέξει να μην δώσει μαρτυρία, τότε το Δικαστήριο θα εξάξει συμπεράσματα μόνο στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας από την πλευρά του ενάγοντος και, συνεπώς, ο εναγόμενος θα διατρέχει τον κίνδυνο να μην αποδείξει τον ισχυρισμό του περί συντρέχουσας αμέλειας (βλ. Chapman v Copeland
(1966)Times 7 May, 110 Sol Jo 569, CA, Bingham's Motor Claims Cases, Eighth ed., London, Butterworths, 1980, σελ. 51). Το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, βέβαια, να συμπεράνει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν, όπως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο (Βλ. Elliott v. Bax Ironside [1925] 2 K.B. 301, Sharpe v. Southern Railway [1925] 2 K.B. 311, Baker v. Longhurst & Sons Ltd [1933] 2 K.B. 461 και Clerk & Lindsell on Torts, 16th Ed., par. 1-156). Αποτελεί πάγια αρχή της νομολογίας, ότι το Δικαστήριο δεν δύναται από μόνο του να προβαίνει στην διεξαγωγή αυθαίρετων συμπερασμάτων, τα οποία δεν υποστηρίζονται από γνώμη και μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Στην Παπαϊωάννου Αντώνης v. Νίκου Νικολάου
(2005)1.Α.Α.Δ. 800, λέχθηκαν τα εξής: «.Όταν ένα επίδικο αμφισβητούμενο ερώτημα απαιτεί την παρουσίαση της γνώμης ενός πραγματογνώμονα, όπως π.χ. τα αίτια που οδήγησαν σε μια σύγκρουση οχημάτων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει από μόνο του από μια απλή περιγραφή των ζημιών των οχημάτων ή την παράθεση φωτογραφιών των ζημιών σε δικά του συμπεράσματα, τα οποία προϋποθέτουν την κατοχή ειδικών τεχνικών γνώσεων. Το θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Eliasides v Police
(1978)2 C.L.R. 114, στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας τις δύο διϊστάμενες εκδοχές ως προς τα αίτια που οδήγησαν σε μια σύγκρουση δύο οχημάτων, αφού έλαβε υπόψη τις ζημιές που είχαν προκληθεί στον προφυλακτήρα του ενός οχήματος, βρήκε τον εφεσείοντα ένοχο αμελούς οδήγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη αφού δεν δόθηκε μαρτυρία πραγματογνώμονα ως προς τις προεκτάσεις των ζημιών του προφυλακτήρα, αφού οι ζημιές θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τις δύο προβληθείσες εκδοχές των οδηγών. ........... Από τη νομολογία όπως έχει διαμορφωθεί μπορεί να λεχθεί ότι οι Δικαστές έχουν την ευχέρεια να καταφεύγουν σε κοινές γενικές γνώσεις, αλλά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα πιο πάνω πλαίσια και να μετατρέπονται σε εμπειρογνώμονες.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αλήθεια των ισχυρισμών των δύο μαρτύρων, στο βαθμό που συγκρούονται μεταξύ τους, θα κριθεί από το Δικαστήριο με αντιπαραβολή της έγγραφης ένορκης μαρτυρίας και των τεκμηρίων που τη συνοδεύουν. Θα λάβω, επίσης, υπόψη ότι, αν και δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντα (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Δ. 491), εντούτοις, εκεί όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057, Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α 624). ΕΝΟΡΚΗ ΓΡΑΠΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Ο κ. Αμιαντίτης (ΜΕ1), που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για την Ενάγουσα, στην ένορκη γραπτή του μαρτυρία, ημερ. 15/11/2017, αναφέρει τα ακόλουθα: · Στην παρα. 7 αναφέρει ότι κατά την 06/02/2015 κατά τις 15.55 μ.μ οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX37 ιδιοκτησίας της ενάγουσας εταιρείας, στην οδό Βασιλέως Ευαγόρου, στην Λάρνακα με ευθεία κατεύθυνση. · Στην παρα. 8 περιγράφει την οδός Βασιλέως Ευαγόρου. Είναι μονόδρομος και στενός δρόμος. Από την αρχή της εν λόγω οδού μέχρι την μέση της περίπου, υπάρχουν καθορισμένοι χώροι στάθμευσης στην αριστερή πλευρά της οδού, μπροστά κατά μήκος των καταστημάτων και στην δεξιά πλευρά της οδού υπάρχει ανυψωμένο πεζοδρόμιο όπου απαγορεύεται η στάθμευση με διπλή κίτρινη γραμμή. Από την μέση της οδού περίπου και μέχρι το τέλος της υπάρχουν καθορισμένοι χώροι στάθμευσης στην δεξιά πλευρά της οδού μπροστά κατά μήκος των καταστημάτων και στην αριστερή πλευρά της οδού υπάρχει ανυψωμένο πεζοδρόμιο όπου απαγορεύεται η στάθμευση με διπλή κίτρινη γραμμή. · Στην παρα. 9 αναφέρει ότι, ενόψει της στενότητας του δρόμου και του ότι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα νόμιμα στην αριστερή πλευρά της οδού και κάποια παράνομα στην δεξιά πλευρά της οδού, από την αρχή μέχρι και την μέση της οδού περίπου, αυτός, δηλ. ο κ. Αμιαντίτης, οδηγούσε το όχημα XXXXX37 στην μέση περίπου του δρόμου με χαμηλή ταχύτητα περίπου 15 με 20 χιλιόμετρα ανά ώρα. · Στην παρα. 10 δηλώνει ότι το όχημα με αριθμόν εγγραφής XXXXX37 τύπου Van, βρισκόταν παράνομα και επικίνδυνα σταθμευμένο το μισό στο ανυψωμένο πεζοδρόμιο και το μισό μέσα στον δρόμο στην δεξιά πλευρά της οδού Βασιλέως Ευαγόρου όπως ήταν η νόμιμη κατεύθυνση του, όπου απαγορευόταν η στάθμευση με διπλή κίτρινη γραμμή. · Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επίδικο δυστύχημα, ο κ. Αμιαντίτης αναφέρει στην παρα. 11 ότι, ενώ αυτός οδηγούσε το όχημα του με ευθεία πορεία στην ως άνω οδό και ενώ βρισκόταν στην αριστερή πλευρά και στο μέσο του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX37, ξαφνικά, απροειδοποίητα, απότομα και παράνομα και χωρίς να είναι ασφαλές, άνοιξε η αριστερή μπροστινή πόρτα του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX37, με αποτέλεσμα να προκαλέσει αναπόφευκτη σύγκρουση και ζημία στην δεξιά πλευρά του οχήματος που οδηγούσε ο κ. Αμιαντίτης, και ο ίδιος δεν πρόλαβε και δεν είχε χώρο για να αντιδράσει ή να προβεί σε ελιγμό. · Στην παρα. 12 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι αμέσως μετά την σύγκρουση και αφότου κατέβηκε από το αυτοκίνητο του ο συνοδηγός του οχήματος XXXXX37 του ανέφερε πως δεν τον πρόσεξε και για αυτό άνοιξε την πόρτα. · Στην παρα. 13 της ένορκης του δήλωσης, αποδίδει την ευθύνη της σύγκρουσης στον εναγόμενο 1, καταρχάς γιατί όφειλε να μην σταθμεύσει το όχημα που οδηγούσε παράνομα και επικίνδυνα και αφετέρου επειδή δεν έλαβε προληπτικά μέτρα διασφαλίζοντας ότι η αριστερή μπροστινή πόρτα του οχήματος XXXXX37 δεν θα ανοιγόταν από τον συνοδηγό. · Στην παρα. 14 αναφέρει ότι, τόσο ο οδηγός - εναγόμενος 1, τόσο και ο συνοδηγός αλλοδαπός αγνώστων προς αυτόν στοιχείων, βρίσκονταν στην υπηρεσία της εναγομένης 2 εταιρείας και ενεργούσαν κατ' εντολήν της. · Στην παρα. 15, επαναλαμβάνει ότι την ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα την φέρει ο εναγόμενος 1, ενώ επίσης αναφέρει ότι η εναγομένη 2 ευθύνεται λόγω της εκ προστήσεως ευθύνης που υπέχει για την αμέλεια και τις παραλήψεις του εναγομένου
- Αναφέρει επίσης την ύπαρξη ευθύνης της εναγομένης 3, ως ασφαλιστικής εταιρείας εις στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX37 και ότι ενάγεται υπό αυτή της την ιδιότητα ως προνοείται από το άρθρο 16Α του Περί Μηχανοκίνητών Οχημάτων (Ασφάλιση Έναντι Τρίτου) Νόμο του 2000 και φέρει ευθύνη για το ως άνω ρηθέν δυστύχημα σύμφωνα με το εν λόγο άρθρο και την κείμενη νομοθεσία. Ο εν λόγω μάρτυρας (ΜΕ1) δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο των Εναγομένων. ΕΝΟΡΚΗ ΓΡΑΠΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Ο Εναγόμενος 1, που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας (ΜΥ1) για την υπόθεση των Εναγομένων 1, 2 και 3, αναφέρει στην γραπτή ένορκη μαρτυρία του, ημερ. 28/12/2017, τα ακόλουθα: · Στην παρα. 1 της ένορκης του δήλωσης, ο ΜΥ1 αναφέρει ότι, μετά το μεσημέρι της 06/02/2015, οδηγούσε το όχημα ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 2 με αριθμόν εγγραφής XXXXX37 στην οδό Βασιλέως Ευαγόρου στην Λάρνακα, η οποία είναι μονής κατεύθυνσης με συνοδηγό τον τουρκοκύπριο συνάδελφο του XXXXX Ismael, με σκοπό να παραδώσουν εμπορεύματα που μετέφεραν σε παρακείμενο διαμέρισμα. · Στην παρα. 2, ο ΜΥ1 αναφέρει ότι, επειδή όλοι οι νόμιμοι χώροι στάθμευσης ήταν πλήρεις και επειδή τα εμπορεύματα που είχε να παραδώσει ήταν βαρετά αναγκάστηκε και στάθμευσε στην άκρια δεξιά πλευρά του δρόμου ως η πορεία του, καταλαμβάνοντας και μέρος του πεζοδρομίου, αφήνοντας αρκετό χώρο στα αριστερά, ούτως ώστε να μην παρεμποδίζεται η υπόλοιπη τροχαία κίνηση. · Στην παρα. 3, ο ΜΥ1 αναφέρει ότι, κατά η ώρα 15꞉50 περίπου, είχαν τελειώσει με τον συνάδελφο την παράδοση των εμπορευμάτων. Είχαν μπει στο αυτοκίνητο για να φύγουν, εκείνος κάθισε στην θέση του οδηγού και ο Erdan Ismael στην θέση του συνοδηγού και ενώ αυτός (εναγόμενος 1) ξεκίνησε την μηχανή και πριν ακόμα να κινηθεί και ενώ προσπαθούσε να φορέσει την ζώνη ασφαλείας του, ο συνοδηγός του Erdan Ismael άνοιξε την αριστερή μπροστινή πόρτα του συνοδηγού του οχήματος που οδηγούσε, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με την δεξιά πλευρά του επερχόμενου οχήματος XXXXX
- Ο εναγόμενος 1, ανέφερε ότι δεν είδε τον XXXXX Ismael να ανοίγει την πόρτα και δεν του έδωσε να καταλάβει τι θα έπραττε. · Στην παρα. 4, ο ΜΥ1 αναφέρει ότι,ο συνοδηγός του άνοιξε τόσο απότομα και αιφνιδιαστικά την πόρτα, χωρίς να του δώσει κανένα περιθώριο αντίδρασης, για να τον αποτρέψει. Επίσης, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι, όταν άκουσε τον θόρυβο από την πόρτα που άνοιγε και γύρισε προς το μέρος του Erdan, ταυτόχρονα επεσυνέβη και η σύγκρουση με το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX
- Ουδέποτε έδωσε ο ΜΥ1 εντολή ή επέτρεψε στον συνοδηγό του να ανοίξει την αριστερή πόρτα του οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο. · Στην παρα. 5 ο ΜΥ1 αναφέρει ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να υπολογίσει ότι ο συνοδηγός του θα ενεργούσε με αυτό τον τρόπο. Αιφνιδιάστηκε και δεν ήταν κάτι το οποίο ανέμενε. Ενήργησε με τέτοια ταχύτητα που δεν του έδωσε καμία ευκαιρία να αντιδράσει και να τον σταματήσει. · Στην παρα. 6 ο ΜΥ1 αναφέρει ότι, αφού αυτός κατέβηκε από το αυτοκίνητο, είδε τις ζημιές και στα δύο οχήματα, οι οποίες ήταν μικροζημιές, γδαρσίματα. Ακολούθως, ήρθε υπάλληλος της εταιρείας οδικής βοήθειας, ο οποίος κατέγραψε το δυστύχημα και τις ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων. · Στην παρα. 7 αναφέρει ο ΜΥ1 ότι, όπως τον πληροφόρησε ο Erdan μετά το δυστύχημα, άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού, για να πάει να τοποθετήσει το βαλιτσάκι με τα εργαλεία στο πίσω μέρος του οχήματος, το οποίο είχε ξεχάσει και το είχε τοποθετήσει μπροστά του. · Στην παρα. 8 ο ΜΥ1 αναφέρει ότι, καθ' ον χρόνο κατέβαζαν μαζί με το συνάδελφό του τα εμπορεύματα από το αυτοκίνητο και τα μετέφεραν στο παρακείμενο κατάστημα, πέρασαν από τον ίδιο δρόμο πάρα πολλά οχήματα και δεν διαπίστωσε ο ΜΥ1 να παρακώλυε με κανένα τρόπο το όχημά του, όπως ήταν σταθμευμένο, την κυκλοφορία των άλλων οχημάτων επί της οδού. · Αρνείται τον ισχυρισμό της ενάγουσας που περιέχεται στην έκθεση απαίτησης της και στην οποία αναφέρει ότι ο ίδιος άνοιξε την αριστερή μπροστινή πόρτα του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Όπως ο ίδιος ο ΜΕ1 αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του, όταν κατέβηκαν από τα οχήματά τους μετά το δυστύχημα, ο συνοδηγός του ΜΥ1 είπε στον ΜΕ1 ότι εκείνος ήταν που άνοιξε την πόρτα, χωρίς αν προσέξει το επερχόμενο όχημα του ΜΕ
- Το έντυπο απαίτησης της Ενάγουσας επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΜΥ
- Αντεξέταση εναγόμενου 1 Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1, αυτός διευκρίνισε τα εξής꞉ · Αποδέχεται ότι ήταν παράνομο να σταθμεύσει επί του πεζοδρομίου, πλην όμως κατέστη αναγκαίο να σταθμεύσει εκεί, παρά την είσοδο της πολυκατοικίας στην οποία θα κατέβαζε βαρετά εμπορεύματα, ήτοι μια κραβατοκάμαρη, 2 κομοδίνα και μια τουαλέτα. Ήταν τόσο βαρετά που δεν μπορούσε να σταθμεύσει μακριά και να τα μεταφέρει. Θα τα ανέβαζε στον πρώτο διαμέρισμα. · Το όχημά του ΜΥ1 ήταν κανονικό βαν Mazda, με κάσια πίσω. Το μήκος του ήταν 2,5 μέτρα και το πλάτος του ήταν 2 μέτρα. Όπως το στάθμευσε, το μισό βαν ήταν πάνω στο πεζοδρόμιο και το άλλο έξεχε μέσα στο δρόμο. Το πεζοδρόμιο ήταν περί τα 10 εκατοστά ύψος. · Παρά τον τρόπο πού ήταν σταθμευμένο το όχημά του, εντούτοις ο ίδιος παρατήρησε όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο και περίομενε για λίγο, ότι χώρεσαν και πέρασαν 3 - 4 αυτοκίνητα απ' εκεί. · Επέμεινε ο ΜΥ1 ότι αυτός ουδέποτε έδωσε εντολή και/ή επέτρεψε στον συνοδηγό του να ανοίξει την πόρτα του οχήματος, αυτό έγινε απότομα, αιφνιδιαστικά και ξαφνικά χωρίς να του δώσει οποιαδήποτε προειδοποίηση. Ούτε τον είδε να ανοίγει την πόρτα, παρά μόνο άκουσε το θόρυβο που κάνει η πόρτα όταν ανοίξει και σε κλάσματα δευτερολέπτου έγινε η σύγκρουση με το όχημα του ΜΕ
- · Αρνήθηκε ο ΜΥ1 την θέση που του υπέβαλε ο συνήγορος της Ενάγουσας ότι όπως ήταν σταθμευμένο το όχημά του το μισό πάνω στο πεζοδρόμιο και το μισό μέσα στο δρόμο, βρισκόταν σε τέτοια κλίση, που όταν άνοιγε η πόρτα του συνοδηγού, αν εκείνος δεν την κρατούσε, θα άνοιγε από μόνη της μέσα στο δρόμο λόγω της κλίσης του οχήματος. Ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε τόσο μεγάλη κλίση που να δημιουργούσε τέτοιο κίνδυνο. · Ο λόγος που ο συνοδηγός του ΜΥ1 άνοιξε την πόρτα του ήταν για να βγει από το αυτοκίνητο και να μετακινήσει πίσω στο όχημα μια βαλίτσα με εργαλεία που είχε βάλει αρχικά μπροστά στο κάθισμα του. Μόνος του ο συνοδηγός πήγρε αυτή την απόφαση. · Δεν μπορούσε ο ΜΥ1 να γνωρίζει αν ο ΜΕ1 ως ο επερχόμενος οδηγός είχε χώρο ή χρόνο να αντιδράσει στο άνοιγμα της πόρτας από το συνοδηγό του ΜΥ
- Δεν είχε χρόνο να το παρατηρήσει, διότι ο ίδιος ο ΜΥ1, την ώρα που ο ΜΕ1 επιχειρησε ν'ανοίξει την πόρτα, ήταν γυρισμένος δεξιά στην προσπάθειά του να φορέσει τη ζώνη ασφαλείας του. · Απαντώντας στην υποβληθείσα θέση της Υπεράσπισης ότι ο ΜΥ1 όφειλε να προειδοποιούσε το συνοδηγό του ή/και να λάβει προληπτικά μέτρα για να είναι απόλυτα σαφές να ανοιχθεί η πόρτα, ήτοι να ελεγχθεί προηγουμένως η κυκλοφορία οχημάτων από πίσω, ο ΜΥ1 απάντησε ότι «Ήταν ζήτημα δευτερολέπτων που άνοιξε την πόρτα, ούτε του είπα εγώ άνοιξέ την. Ήταν κλάσματα δευτερολέπτου που πήρε την απόφαση από μόνος του. Δεν του είπα εγώ τίποτε.». Σημειωτέον ότι κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ΜΥ1 από το συνήγορο της Ενάγουσας ηγέρθηκε ένσταση στο να επιτραπεί να απαντηθεί από τον ΜΥ1 η υποβολή περί προειδοποίησης που όφειλε να είχε δώσει στον συνοδηγό του για να μην ανοίξει την πόρτα προτού ελέγξει την κυκλοφορία των επερχχόμενων οχημάτων. Η ένσταση προβλήθηκε με το σκεπτικό ότι η εν λόγω θέση, συγκρουόταν με την εκδοχή που διογράφησε η Ενάγουσα στην παρα. 5 της Έκθεσης Απαίτησής της, όπου ισχυριζόταν ότι ήταν ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 αυτός που άνοιξε την πόρτα. Ο συνήγορος της Ενάγουσας, απαντώντας στην εν λόγω ένσταση, υπέδειξε ότι η διαζευκτική εκδοχή ότι ο Εναγόμενος 1 παράνομα επέτρεψε σε άλλο πρόσωπο να ανοίξει την πόρτα, ή ότι δεν έλαβε τις αναγκαίες προφυλάξεις για να μην ανοιχθεί η πόρτα, είχε δικογραφηθεί ρητά υπό την παρα. 6(ιε)(ιζ)(κδ). Πράγματι, το Δικαστήριο, έχοντας κατά νου τις λεπτομέρειες αμέλειας που δικογραφήθηκαν στην παρα. 6, επέτρεψε να απαντηθεί η συγκεκριμένη υποβολή, έστω και αν αυτή εμφανιζόταν να προωθεί μια διαφορετική από εκείνην που προβαλλόταν στην παρα. 5 της Έκθεσης Απαίτησης. Τούτο, με το σκεπτικό ότι υπήρχε δικογραφημένη στην παρα. 6, ως διαζευκτική εκδοχή, αυτή που προωθήτο με τη συγκεκριμένη υποβολή. Παρατηρώ ότι επανέρχεται επί του θέματος αυτού στην τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων. Εισηγείται, με παραπομπή στο Σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 17η έκδοση volume 2 στην σελ. 1327, κάτω από τον τίτλο Road Traffic Accident, ότι σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων, ο ενάγων πρέπει να παραθέτει σε ξεχωριστή παράγραφο τα γεγονότα ως προς τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες προκλήθηκε το επίδικο δυστύχημα και, ακολούθως, πρέπει να παραθέτει λεπτομέρειες που να επεξηγούν λεπτομερώς τα γεγονότα που αναφέρει πιο πάνω. Δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να υπάρχουν λεπτομέρειες αμέλειας, οι οποίες δεν στηρίζονται σε θετικά γεγονότα για τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, γιατί μετά δεν θα υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο εις το οποίο θα σχετίζονται. Έχω διεξέλθει τη συγκεκριμένη περικοπή από το Σύγγραμμα στο οποίο με παρέπεμψε ο συπαίδευτος συνήγορος. Αν και είναι λογική η θέση που ο ίδιος διατυπώνει, εντούτοις δεν εντοπίζω στο εν λόγω Σύγγραμμα να έχει αποκλειστεί η διατύπωση διαζευκτικών εκδοχών ως προς τις συνθήκες με τις οποίες προκλήθηκε, κατ' ισχυρισμών αμελώς, ένα δυστύχημα. Επαναλαμβάνω με την ευκαιρία αυτή, ότι όπως είναι νομολογημένο (βλ. την Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Ανδρέας Μιχαήλ, Πολ. Έφεση 347/08, ημερ. 23.1.12), ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει στο δικόγραφο του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει κατά την ακροαματική διαδικασία να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. Δεν επιτρέπεται η προώθηση διαζευκτικών εκδοχών γεγονότων. Σημειώνω, λοιπόν, ότι, από το πρακτικό της δικασίμου ημερ. 12.3.2018, φαίνεται ότι η Ενάγουσα εγκατέλειψε την εκδοχή που είχε δικογραφήσει στην παρα. 5 της Έκθεσης Απαίτησης, ότι ήταν ο Εναγόμενος 1 προσωπικά εκείνος που άνοιξε την πόρτα. Απεναντίας, έκτισε ο συνήγορος της Ενάγουσας όλη την αντεξέτασή του, στη βάση της εκδοχής που υποστήριξε ο ΜΥ1 ότι ήταν ο συνοδηγός του εκείνος που άνοιξε την πόρτα. Συνεπώς, δεν προωθήθηκαν διαζευκτικές εκδοχές. Μετέβαλε η Ενάγουσα την εκδοχή της αποκλίνοντας από την παρα. 5 αλλά παραμένοντας εντός της παρα. 6, κατά τρόπο που ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι αν αυτή απέδειξε ότι ο Εναγόμενος 1 «επέτρεψε» στο συνοδηγό του να ανοίξει την πόρτα ή αν ο Εναγόμενος 1 δεν έλαβε όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις για την ασφάλεια των άλλων οχημάτων προτού «επιτρέψει» στον συνοδηγό του να ανοίξει την πόρτα. ΕΥΘΥΝΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ - ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Από την αντεξέταση του Εναγόμενου αρ. 1 (ΜΥ1), τον οποίο είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω να δίδει δια ζώσης μαρτυρία και τον οποίο κρίνω ειλικρινή, έχοντας κατά νου την αμεσότητα των απαντήσεών του, την ευκρίνεια της σκέψης του και τη διατήρηση ζωντανών παραστάσεων στη μνήμη του, τις οποίες μετέφερε πειστικά προς το Δικαστήριο, καταλήγω να κρίνω ως παραδεκτό πλέον από την Υπεράσπιση, το γεγονός ότι꞉ · Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ΜΥ1 είχε σταθμεύσει το επίδικο όχημα επί του πεζοδρομίου σε λωρίδα κυκλοφορίας στη δεξιά πλευρά του δρόμου, αντίθετα προς την πορεία του, σε θέση όπου δεν επιτρεπόταν η στάθμευση, με κλίση του οχήματος προς το δρόμο. · Το όχημα που οδηγούσε ο ΜΥ1 είχε πλάτος περί τα 2 μέτρα και ήταν σταθμευμένο κατά τρόπο που τουλάχιστον το μισό αυτού καταλάμβανε τμήμα του δρόμου εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ΜΕ
- Υπήρχε χώρος για να περάσουν με ασφάλεια άλλα οχήματα, αφού ο ίδιος είδε τουλάχιστον 3 - 4 αυτοκίνητα που πέρασαν. · Το δυστύχημα προκλήθηκε εξαιτίας του ανοίγματος της πόρτας του συνοδηγού του οχήματος του ΜΥ1, η οποία συγκρούστηκε με το διερχόμενο όχημα του ΜΕ
- · Η σύγκρουση έγινε καθ' ον χρόνο ο ΜΥ1 καθόταν στη θέση του οδηγού και είχε ήδη ξεκινημένη τη μηχανή του οχήματος. · Το άνοιγμα της πόρτας έγινε από τον συνοδηγό του ΜΥ
- · Το άνοιγμα της πόρτας έγινε αιφνιδιαστικά, απότομα, όχι σταδιακά ή αργά. · Ο ΜΥ1 δεν έλαβε καμία προειδοποίηση από τον συνοδηγό του ότι θα άνοιγε την πόρτα. Δεν είχε στραμμένη την προσοχή του προς το συνοδηγό του τη στιγμή που εκείνος άνοιξε την πόρτα αριστερά μέσα στο δρόμο, διότι η προσοχή του ήταν στραμμένη δεξιά προς το σημείο της ζώνης ασφαλείας την οποία ο ΜΥ1 ήταν έτοιμος να φορέσει για να φύγουν. Το άνοιγμα της πόρτας έγινε μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. · Ο ΜΥ1 δεν μπορεί να γνωρίζει τί περιθώριο χρόνου ή χώρου είχε ο οδηγός του επερχόμενου οχήματος (ο ΜΕ1). Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να μην είχε ούτε εκείνος ο οδηγός (ήτοι ο ΜΕ1) κανένα περιθώριο να αντιληφθεί την πρόθεση του συνοδηγού του ΜΥ1 να ανοίξει την πόρτα, εφόσον το άνοιγμα της έγινε ξαφνικά και απότιμα, ήταν ζήτημα δευτερολέπτων η όλη κίνηση. · Ο ΜΥ1 μπορούσε να προβλέψει ότι ο τόπος όπου ο συνοδηγός του τοποθέτησε την κάσια με τα εργαλεία, δηλαδή μπροστά στα πόδια του στη θέση του συνοδηγού, δεν ήταν βολική για εκείνον. Ωστόσο, μόνος του έλαβε ο συνοδηγός την απόφαση να την μετακινήσει, χωρίς να το πει προηγουμένως στον ΜΥ
- Δεν παρακίνησε ο ΜΥ1 τον συνοδηγό του να τη μετακινήσει στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, αφότου είχαν καθίσει στις θέσεις τους για να εκκινήσουν το όχημα. Τα πιο πάνω αποτελούν και ευρήματά μου ως προς τα γεγονότα, αφού δεν αντιστρατεύονται τη μαρτυρία του ΜΕ1, την οποία επίσης δέχομαι ως αληθή, εφόσον δεν κλονίσθηκε η αξιοπιστία της με οποιαδήποτε αντεξέταση. Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων γεγονότων καταλήγω να κρίνω ότι ο Εναγόμενος 1 (ΜΥ1) ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο της σύγκρουσης «οδηγός» του οχήματος υπό την νομική έννοια του όρου. Για το τι συνιστά «οδήγηση» λαμβάνω υπόψη την R v MacDonagh
(1974)RTR 372, 375, όπου αποφασίστηκε ότι, για να θεωρηθεί ότι κάποιο πρόσωπο οδηγούσε θα πρέπει, όχι μόνο να κάθεται στη θέση του οδηγου ή να έχει τον έλεγχο του τιμονιού του οχήματος, αλλά οι πράξεις του να εμπίπτουν στην καθημερινή έννοια της λέξης «οδήγηση», καθώς και την Stevens v Thornborrow
(1969)3 All ER 1487 όπου κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε οδήγηση η ενέργεια του οδηγού ο οποίος ευρισκόταν για 15 λεπτά εντός ακινητοποιημένου, αλλά όχι ξεκινημένου, οχήματος και συζητούσε με τους συνεπιβάτες του. Στην ενώπιον μου υπόθεση, η οδήγηση άρχισε, εφόσον ο Εναγόμενος 1 είχε ξεκινήσει τη μηχανή του οχήματος και ήταν στη θέση απ' όπου είχε τον έλεγχο του τιμονιού. Το ότι το όχημα εξακολουθούσε να είναι σταθμευμένο, δεν αποστερεί από τον Εναγόμενο 1 την ιδιότητα του «οδηγού». Σχετικός ο ορισμός του όρου «οδηγός» όπως θεσμοθετήθηκε στον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμο 86/1972, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε꞉ «"οδηγός" περιλαμβάνει παν πρόσωπον, όπερ εν τη πραγματικότητι οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα εις δεδομένον τινά χρόνον ως και παν πρόσωπον, όπερ φέρει την ευθύνην του οχήματος διά σκοπούς οδηγήσεως αυτού, εν όσω τούτο είναι εσταθμευμένον εφ' οιασδήποτε οδού, εν τη περιπτώσει δε ρυμουλκουμένου οχήματος, τον οδηγόν του οχήματος, υφ' ου σύρεται το ρυμουλκούμενον όχημα·». Στην τελική του αγόρευση ο συνήγορος της Ενάγουσας υποδεικνύει στο Δικαστήριο τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας όπως αναφέρεται στους περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς του 1984 εώς 2012 και επισημαίνει τους εξής κανονισμούς που παραβιάστηκαν από τον εναγόμενο 1 (ΜΥ1) υπό την ιδιότητα του οδηγού: «58.-
(9)(vi) Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο, οφείλει να μη σταθμεύει το όχημα ούτε εγκαταλείπει αυτό πάνω σε πεζοδρόμιο ή πεζόδρομο. 58.-
(10)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει να: (α) μην παρεμποδίζει, παρενοχλεί ή διακόπτει, από αμέλεια ή από πρόθεση, την ελεύθερη διακίνηση προσώπων, μηχανοκινήτων ή άλλων οχημάτων σε οποιοδήποτε δρόμο και για το σκοπό αυτό να διατηρεί το όχημα στην αριστερή πλευρά του δρόμου.». Υποδεικνύει, επίσης, στο Δικαστήριο τον Κανονισμό 62, όπου τίθενται υποχρεώσεις των επιβατών꞉ (i) Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο: (α) να ανοίγει την πόρτα μηχανοκίνητου οχήματος προς την πλευρά που διακινούνται τα άλλα οχήματα, εκτός όταν η ενέργεια αυτή είναι απαραίτητη, εύλογα ασφαλής και δεν παρενοχλεί την κίνηση άλλων οχημάτων. Οφείλω να τονίσω ότι η παράβαση κανονισμού τροχαίας από τον οδηγό, είτε αυτή αφορά στην παράβαση σήματος (διπλή κίτρινη γραμμή) είτε στην παράνομη στάθμευση, δεν αποτελεί αφ' εαυτής αμέλεια (βλ. Σκεύη Χριστοφόρου ν Ανδρέα Τρύφωνος
(1999)1 ΑΑΔ 1516). Ομοίως, η απόφραξη του δρόμου ως εκ της θέσης ενός οχήματος, όσο αλόγιστη και αν είναι, δεν προσδίδει ευθύνη στον οδηγό του εν λόγω οχήματος για επακόλουθο ατύχημα (Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436, Σιαλαμπή ν. Παναγή
(2008)1 Α.Α.Δ. 75 και Rouse v. Squires and others
(1973)2 All E.R. 903, Τσολάκης ν. Ανδρέου
(2007)1 ΑΑΔ 129). Θα πρέπει να καταδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του κανονισμού και της πρόκλησης του δυστυχήματος, για να μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη για αμελή οδήγηση. Στην παρούσα υπόθεση, δεν έχει καταδειχθεί παρακώλυση της κυκλοφορίας, αφού ο ΜΕ1 δεν διαμαρτύρεται για το ότι εμποδιζόταν το όχημά του να διέλθει του δρόμου λόγω της θέσης όπου ήταν σταθμευμένο το όχημα. Ο μόνος λόγος που επήλθε η σύγκρουση ήταν ότι άνοιξε προς το μέρος του οχήματος του ΜΕ1 η αριστερή μπροστινή πόρτα του οχήματος του ΜΥ1, ξαφνικά. Επέτρεψε στον συνοδηγό του ο ΜΥ1 να ανοίξει την πόρτα; Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences, 10th edition, σελίδες 39 και 40꞉ «[...] "to permit" is a vaguer term than "to cause". It may denote an express permission, general or particular, as distinguished from a mandate. The other person is not told to use the vehicle in a particular way, but he is told that he may do so if he desires. The word also includes cases in which permission is merely inferred. If the other person is given the control of the vehicle, permission may be inferred, if the vehicle is left at the other´s disposal in such circumstances as to carry with it a reasonable implication of a discretion or liberty to use it in the manner in which it was used (Mc Leod v Buchanan [1940] 2 All ER 179, at p. 187). The statement in Goodbarne v Buck [1940] 1 All ER 613, at p. 616, that the only person who can permit the use of a car, in that he can forbit another person to use it, is the owner, is incorrect: any person who has control on the owner´s behalf, eg a chauffer or a manager of a company, can permit its use (Lloyd v Singleton [1953] 1 All ER 291; Morris v Williams
(1952)50LGR 308). [.] A distinction should normally be drawn between knowledge of the use of the vehicle and knowledge of the unlawfulness of its use. Knowledge of the former kind is an essential ingredient of permitting, knowledge of the latter kind may or may not be an essential ingredient. "Permitting to be used", in contradistinction to "using", imports mens rea. Aliter in the case of insurance offences where knowledge that the vehicle´s use was uninsured does not have to be proved. Mens rea does not only consist of actual knowledge but also of constructive knowledge in the sense that the person concerned willfully shuts his eyes to the obvious or deliberately refrains from making proper inquiry. [...]". Δεν έχει αποδειχθεί ότι ο ΜΥ1 έλαβε οποιαδήποτε θετική δράση ή ενέργεια ή ότι έδωσε οποιαδήποτε οδηγία προς τον ΜΕ1 που να υποδηλώνει ότι εν γνώση του «προκάλεσε» (caused) το άνοιγμα της πόρτας από το συνοδηγό. Προειδοποίηση ότι ήθελε να ανοίξει την πόρτα ο συνοδηγός, δεν έδωσε στον ΜΥ1, ως είναι τα ευρήματα γεγονότων, επομένως δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι σιωπηρά έστω συνέναισε ο ΜΥ1 στο άνοιγμα της πόρτας. Η σιωπηρή άδεια που μπορεί να δίδεται από ένα οδηγό στους υπόλοιπες επιβαίνοντες να ανοίξουν την πόρτα τους, υπόκειται στους περιορισμούς που η κοινή λογική επιβάλλει ως αναγκαίους για την ασφάλεια των εν λόγω προσώπων αλλά και των άλλων διερχόμενων οδηγών. Εξαρτάται από το αν το όχημα βρίσκεται σε κίνηση ή αν είναι σταθμευμένο, καθώς επίσης και από τη συνήθη συμπεριφορά των επιβατών. Είναι ζήτημα εκτίμησης των συνθηκών την κάθε υπόθεσης ξεχωριστά. Στην απόφαση στην Πολ. Έφεση 7165 ημερ 24.11.1989 Χριστόδουλος Ιωάννου vs Παναγιώτης Βασιλείου και άλλοι
(1989)1 Ε ΑΑΔ 699, προκλήθηκε τροχαίο δυστύχημα όταν επιβάτιδα σε ταξί άνοιξε απότομα την δεξιά πισινή πόρτα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποδεχθεί τη μαρτυρία του οδηγού του ταξί ότι είχε σταματήσει στην αριστερή πλευρά του δρόμου για να κατεβεί η εν λόγω επιβάτιδα. Η εν λόγω επιβάτιδα καθόταν στα αριστερά, αλλά μετακινήθηκε στο κέντρο για να πληρώσει τον ταξιτζή. Την ώρα που αυτός ασχολείτο με το να δώσει τα ρέστα, άκουσε ξαφνικά τον θόρυβο της σύγκρουσης και αντιλήφθηκε ότι η επιβάτισα άνοικε τη δεξιά πόρτα, αντί την αριστερή. Η πόρτα του ταξί συγκρούστηκε με διερχόμενη μοτοσικλέτα. Ήταν εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε μαρτυρία ότι ο οδηγός του ταξί γνώριζε ή ότι όφειλε να γνωρίζει ότι υπό τις περιστάσεις η επιβάτιδα του ταξί θα άνοιγε την δεξιά πόρτα του αυτοκινήτου. Επιπλέον, δεν υπήρχε μαρτυρία ότι ο οδηγός είχε την ευκαιρία να σταματήσει την επιβάτιδα από το να ανοίξει την πόρτα ή να την προειδοποιήσει να μην το πράξει. Το Εφετείο επικύρωσε την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπ'αυτές τις συνθήκες. Η διαφορά που έχει η ενώπιον μου υπόθεση από την υπόθεση ανωτέρω με τον οδηγό ταξί έγκειται στο ότι η θέση του ταξί ήταν νόμιμη και κατάλληλη μέσα στο δρόμο, δεν δημιουργούσε αφ' εαυτής τις συνθήκες πρόκλησης δυστυχήματος. Ήταν η επιβάτιδα του ταξί που δημιούργησε τις συνθήκες για δυστύχημα, διότι εκείνη επέλεξε να ανοίξει την πόρτα από την πλευρά που διέρχονται τα οχήματα. Απεναντίας, στην παρούσα υπόθεση, η παράνομη στάθμευση του ΜΥ1 ήταν εκείνη που έθεσε τις προϋποθέσεις για τυχόν δυστύχημα, εφόσον οποτεδήποτε και αν άνοιγε την πόρτα του ο συνοδηγός, θα εκτίθετο μέσα στο δρόμο, παρεμβάλλοντας εμπόδιο προς τους διερχόμενους οδηγούς. Δεν αναμένεται από συνοδηγό να βγει από την πόρτα του οδηγού. Επομένως, ο ΜΥ1 είχε αυξημένη ευθύνη να λάβει μέτρα προφύλαξης ώστε ο επιβαίνων στο όχημά του θα εισέρχετο ή θα εξέρχετο από αυτό με ασφάλεια για τον ίδιο και για τους άλλους διερχόμενους, κάθε φορά που θα άνοιγε την πόρτα του. Είναι εξίσου σημαντικό να σημειωθεί ότι η ενώπιον μου υπόθεση διαφοροποιείται και από την υπόθεση Brown v Roberts and another
(1963)2 All ER 263, στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος των Εναγομένων υπό την εξής έννοια꞉ το δυστύχημα εκεί συνέβη, όταν η επιβάτιδα στο όχημα του Εναγόμενου άνοιξε απότομα την πόρτα και προκάλεσε τη σύγκρουση και το σοβαρό τραυματισμού ενός πεζού, πλην όμως το όχημα βρισκόταν στην ορθή πλευρά του δρόμου με κατεύθυνση προς τον πεζό. Δηλαδή, ο Εναγόμενος που ήταν οδηγός του οχήματος, δεν έθεσε το όχημα σε οποιαδήποτε θέση που να είναι παράνομη ή/και η οποία να προκαλεί αφ' εαυτής κίνδυνο μέσα στο δρόμο. Ωστόσο, η υπάρχουσα ευθύνη του ΜΥ1 λόγω της ανωτέρω παράνομης και αντικανονικής θέσης στην οποία είχε σταθμευμένο το όχημά του ο ΜΥ1, δεν θεωρώ ότι δύναται να εξισωθεί με αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος της Ενάγουσας με παραπομπή σε αγγλικές αυθεντίες (βλ. Roberts v Arnold
(1967)C.A. 173, Pickett v Hall
(1968)C.A). Σε εκείνες τις υποθέσεις δεν αντιλήφθηκα να μεσολάβησε ενέργεια τρίτου προσώπου. Το εμπόδιο ή/και ο κίνδυνος που προκάλεσε το δυστύχημα ήταν αυτή καθ' εαυτή η θέση του σταθμευμένου οχήματος. Στην παρούσα υπόθεση, ξεξάθαρα μεσολάβησε και η ενέργεια του συνοδηγού. Αποφασίζοντας για το ποσοστό ευθύνης, θεωρώ αναγκαίο να εξετάσω πόσο προβλεπτή ήταν για τον ΜΥ1 η ενέργεια εκείνη, ώστε να όφειλε να λάμβανε μέτρα προφύλαξης από αυτήν ή παρεμπόδισής της, όπως του υπέβαλε ο συνήγορος της Ενάγουσας. Ο ΜΥ1 άφησε να νοηθεί ότι είχαν ολοκληρώσει το σκοπό για τον οποίο είχαν σταθμεύσει στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου, ήτοι ότι παρέδωσαν τα έπιπλα στο διαμέρισμα παρά το οποίο στάθμευσαν, και ότι θα εκκινούσε εκείνη την ώρα το όχημά του ο ΜΥ1 για να αποχωρήσουν από το μέρος, γι'αυτό και ο ΜΥ1 ξεκίνησε τη μηχανή και ετοιμαζόταν να φορέσει τη ζώνη ασφαλείας του. Δεν αντεξετάστηκε επί τούτου. Υπ' αυτες τις συνθήκες, κατά την κατά την κρίση μου, αφότου κάποιος τοποθετείται στο κάθισμα με σκοπό να εκκινήσει το όχημα, δεν είναι το αναμενόμενο να ανοίξει την πόρτα για να βγει από αυτό. Δηλαδή η ενέργεια του συνοδηγού, δεν ήταν η ευλόγως αναμενόμενη. Ήταν επιλογή του συνοδηγού να τοποθετήσει τα εργαλεία μπροστά στα πόδια του και, άβολη όσο κι αν ήταν, δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ο οδηγός πόσο σύντομα θα αναιρούσε ο συνοδηγός αυτή του την επιλογή. Γι' αυτό το λόγο, κρίνω ότι είναι μερική μόνον η ευθύνη του Εναγομένου αρ. 1 στην πρόκληση του δυστυχήματος και, υπό το σύνολο των ανωτέρω συνθηκών, την καθορίζω στο 25%. Με βάση τα ευρήματα γεγονότων, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια του ΜΕ1, αφού αντιμετώπισε αιφνίδιο κίνδυνο, για τον οποίο δεν αποδείχθηκε ότι είχε το χώρο ή το χρόνο να αντιδράσει. Συνεπώς, το 75% της ευθύνης θα το απέδιδα στον συνεπιβάτη. ΕΚ ΠΡΟΣΤΗΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 2. Στην υπόθεση Hellenic Mining Co Ltd v. Galaxy Tours Ltd
(1978)1 CLR 414, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Τριανταφυλλίδης, κάνοντας ανασκόπηση της Αγγλικής επί του θέματος νομολογίας, ανέφερε, ότι για να υπέχει ευθύνη ο ιδιοκτήτης ενός οχήματος για την αμέλεια του οδηγού του είναι απαραίτητο να καταδειχθεί είτε ότι ο οδηγός είναι ο υπηρέτης (servant) του ιδιοκτήτη ή ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο οδηγός ενεργούσε εκ μέρους του ιδιοκτήτη ως αντιπρόσωπός του (agent). Για να καταδειχθεί η σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου είναι απαραίτητο να καταδειχθεί ότι ο οδηγός χρησιμοποιούσε το όχημα κατόπιν παράκλησης του ιδιοκτήτη, ρητή ή σιωπηρή, ή με τις οδηγίες του και ότι οδηγώντας το όχημα του ιδιοκτήτη ενεργούσε κατά την εκτέλεση σκοπού ή καθήκοντος το οποίο ανατέθηκε σε αυτόν από τον ιδιοκτήτη. Το γεγονός, ότι ένας οδηγός χρησιμοποιεί ένα όχημα με την άδεια του ιδιοκτήτη και ότι ο ιδιοκτήτης αυτός έχει συμφέρον στον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται το όχημα από τον οδηγό του δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετήσει εκ προστήσεως ευθύνη. Σε σχέση με το κατά πόσο «συγκατάθεση ή άδεια για την οδήγηση οχήματος καθιστά τον ιδιοκτήτη εκ προστήσεως υπεύθυνο για την αμέλεια του οδηγού κατά την χρήση του αυτοκινήτου» το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα στην υπόθεση Χριστάκης Ποταμίτης και Άλλοι ν. Έλενας Ιωάννου διά του πατρός και πλησιέστερου φίλου αυτής Ανδρέα Ιωάννου
(1992)1 ΑΑΔ 479 (σελίδες 481 - 483): «Η εκ προστήσεως ευθύνη προσώπου για τις συνέπειες αστικού αδικήματος που διαπράττεται από άλλο πρόσωπο ρυθμίζεται από το άρθρο 13 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Εκ προστήσεως ευθύνη φέρει ο εναγόμενος για τις πράξεις άλλου προσώπου όταν (α) αυτές εξουσιοδοτούνται ή επικυρώνονται, ή (β) συνιστούν πράξεις εργοδοτουμένου (υπηρέτη) στο πλαίσιο της εργασίας του. Συνοπτικά, εκ προστήσεως ευθύνη, βάσει του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου περιορίζονται σε πράξεις αντιπροσώπου ή υπηρέτη κάτω από τους όρους που θέτει το άρθρο
- Για να έχουμε δηλαδή εκ προστήσεως ευθύνη θα πρέπει να αποδειχθεί ότι καταρχάς υπήρχε μια αμελής πράξη και αφετέρου ότι ο αμελής λειτουργούσε κάτω από τις υπηρεσίες ενός τρίτου.». Στην παρούσα υπόθεση, η εναγομένη 2 ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμόν εγγραφής XXXXX37 που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 (παράγραφος 3 και λεπτομέρειες αμελείας της εναγομένης 2 στην έκθεση απαιτήσεως). Εξάλλου, έχει νομολογηθεί ότι το γεγονός και μόνο ότι η εναγομένη 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια υπ' αριθμόν εγγραφής XXXXX37 δεν την καθιστά αφ εαυτής και εκ προστήσεως υπεύθυνη του οδηγού της που στην παρούσα υπόθεση ήταν ο εναγόμενος 1 (βλ. Πανίκος Καθιτζιώτης v Manocas Transport Co Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 954). Θα συμφωνήσω με τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η δικογράφιση της Έκθεσης Απαίτησης σε ό,τι αφορά την εκ προστήσεως ευθύνη της Εναγόμενης 2 δεν ήταν η κατάλληλη, αφού δεν δικογραφήθηκε ο ουσιώδης ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος ήταν υπάλληλος, εργοδοτούμενος της - υπηρέτης της εναγομένης 2 και ότι κατά τον χρόνο αυτό οδηγούσε ως αντιπρόσωπος (agent) της εναγομένης 2 ή σε εντεταλμένη υπηρεσία της. Αν και έχει δοθεί μαρτυρία από τον ΜΕ1 (βλ. την παρα. 14 της Ε/Δ του) ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίδικου δυστυχήματος ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε υπό την ιδιότητα του εργοδοτουμένου της εναγομένης 2, εντούτοις ορθά ο συνήγορος των Εναγομένων καλεί το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη τη μαρτυρία αυτή, καθότι ισχυρισμοί που δεν αναφέρονται στα δικόγραφα δεν αποτελούν επίδικα θέματα έστω και αν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να δεχθεί τέτοια μαρτυρία. Δεν μπορεί να αναπληρωθεί με προσκόμιση μαρτυρίας, το κενό δικογραφίας. Απορρίπτεται η αγωγή σε ό,τι αφορά την Εναγόμενη
- ΕΥΘΥΝΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 3 - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Η εναγομένη 3 σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως ασφαλιστικής εταιρείας που κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε ασφαλισμένο το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX37 ιδιοκτησίας της εναγομένης 2, που οδηγούσε ο εναγόμενος 1, σύμφωνα με το άρθρο 16Α του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Έναντι Τρίτου) Νόμο του 2000 (96(Ι)/2000), ως έχει τροποποιηθεί. Ενάγεται επίσης και ως εκ προστήσεως υπεύθυνη για τις πράξεις και/ή παραλήψεις και/ή παραβιάσεις του εναγομένου
- Το άρθρο 16Α του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Έναντι Τρίτου) Νόμο (96(Ι)/2000), αναφέρει τα ακόλουθα: «Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του Περί Συμβάσεων Νόμου και του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπεύθυνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου.». Στο άρθρο 2 του Νόμου ερμηνεύεται ο όρος "ζημιωθείς" που σημαίνει το πρόσωπο, που έχει υποστεί σωματική βλάβη ή ζημία σε περιουσία, η οποία προκλήθηκε ή προέκυψε από τη χρήση μηχανοκίνητου οχήματος· σε περίπτωση θανάτου, ως "ζημιωθείς" νοείται το πρόσωπο που δικαιούται αποζημίωσης βάσει του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου·». Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, που φέρει τον τίτλο "Υποχρεωτική ασφάλιση έναντι τρίτου, αδικήματα και ποινές"꞉ «3.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να: (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού. (β) Προκαλεί ή επιτρέπει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το άλλο αυτό πρόσωπο, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού.» Μία ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να εναχθεί δυνάμει του άρθρου 16Α του Νόμου, εφόσον είναι υπόχρεα στην κάλυψη της ζημίας από το ασφαλιστήριο μηχανοκινήτων οχημάτων που βρίσκεται σε ισχύ και το οποίο η ίδια έχει εκδώσει. Σε κάθε περίπτωση όμως, θα πρέπει η ζημία να έχει προκληθεί από τη «χρήση» του οχήματος, νοουμένου ότι η χρήση αυτή γίνεται σε οδό. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης με παρέπεμψε στην αγγλική υπόθεση Brown vs. Roberts
(1963)2AII ER 263, όπου αποφασίστηκε ότι η χρήση του αυτοκινήτου από έναν επιβάτη που άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του και τραυμάτισε ένα πεζό δεν ήταν το αντικείμενο της υποχρεωτικής ασφάλισης και, επομένως, η ασφαλιστική εταιρεία δεν είχε υποχρέωση ασφαλιστικής κάλυψης. Ήταν η θέση του κ. Σέργη ότι η πιο πάνω αγγλική υπόθεση, υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου, στην Πολ. Έφ. 7165, Χριστόδουλου Ιωάννου v. Παναγιώτης Βασιλείου
(1989)1 Ε ΑΑΔ 699, ως προς αυτό το ζήτημα. Κρίνω ότι αυτό που αποφασίστηκε στην Brown vs. Roberts
(1963)2AII ER 263, συμπυκνώνεται στο εξής απόσπασμα꞉ «The first defendant was not driving the van. The policy did not purport to give cover in respect of the legal liability of any passenger carried on the van, for bodily injury to any third party caused by the negligence of the passenger while mounting in or travelling in or getting out of the van.». Δηλαδή, εκεί αποφασίστηκε ότι ο οδηγός ουδεμία ευθύνη είχε για την πρόκληση του δυστυχήματος και ότι αποκλειστική ευθύνη είχε ο επιβάτης, επομένως καμία εκ προστίσεως ευθύνη δεν μπορούσε να αποδοθεί στην ασφαλιστική για την αμέλεια του επιβάτη, αφού το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν προοριζόταν να καλύψει τη νομική ευθύνη των επιβατών, παραμόνο του οδηγού. Εφαρμόζοντας τα νομολογηθέντα στην Brown vs. Roberts, ανωτέρω, καταλήγω να κρίνω ότι η Εναγόμενη 3 είναι υπεύθυνη και υπόλογη μόνο αναφορικά με το ποσοστό ευθύνης που επιμέρισα στον Εναγόμενο 1 (ΜΥ1) ως οδηγό, όχι για την ευθύνη που εν προκειμένω αναλογεί στον συνοδηγό του για τη δική του αμέλεια. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Με βάση τα όσα λέχθηκαν πιο πάνω, η ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Επιμερίζεται ποσοστό 25% ευθύνης στον Εναγόμενο 1 και αντίστοιχα στην Εναγόμενη 3 ως ασφαλιστική εταιρεία που ασφάλισε το όχημα που βρισκόταν σε χρήση καθ'ον χρόνο προκλήθηκε το δυστύχημα. Επιδικάζεται συνεπακόλουθα το ποσό των €190,53 ως το ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό 25% επί των ειδικών ζημιών που δηλώθηκαν ως παραδεκτές ενώπιον του Δικαστηρίου, υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Επιπλέον, επιδικάζεται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, νόμιμος τόκος επί του ποσού αυτού από 6.2.2015 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)................................... Α. Πανταζή - Λαμπρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο