Βασιλείου ν. A. Ioannou & G. Panayi Developments Ltd, Αγωγή αρ.: 3312/2012, 2/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A177 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 3312/2012 Μεταξύ: XXXXX Βασιλείου, εκ Λάρνακας Ενάγοντας και Ioannou & G. Panayi Developments Ltd, εκ Λάρνακας Εναγόμενη -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 2 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χ. Καράς για Αντώνης Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κ. Κ. Ανδρέου για Κύπρος Ανδρέου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Ο ενάγοντας αξιώνει, μεταξύ άλλων, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη όπως μεταβιβάσει και εγγράψει επ' ονόματι του το επίδικο ακίνητο ως επίσης και αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη συνεπεία παράβασης της συμφωνίας από μέρους της τελευταίας. 2. Στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι την 8.7.2006 συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία, με την οποία ο ενάγοντας αγόρασε από την εναγόμενη το διαμέρισμα με αριθμό ΒXXX στην πολυκατοικία που ανεγέρθηκε επί του τεμαχίου XX, Φ/Σχ XX/XXXX, με αρ. εγγραφής 1/XX στο Δήμο Λάρνακας. Το τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.55.000.-, το οποίο ήταν πληρωτέο ως ακολούθως: (α) Λ.Κ.15.000.- ως προκαταβολή, (β) Λ.Κ. 15.000.- με το σκελέτωμα της οικοδομής, (γ) Λ.Κ.10.000.- με την έναρξη της κατασκευής της τοιχοποιίας, (δ) Λ.Κ.10.000.- με την τοποθέτηση των κεραμικών και τέλος (ε) κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο θα καταβαλλόταν με την παράδοση της κατοχής του διαμερίσματος. Η πιο πάνω συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Επισημαίνεται ότι η εναγόμενη παρέδωσε την κατοχή του διαμερίσματος τον Σεπτέμβρη του 2006 αφού ο ενάγοντας τίμησε τις πιο πάνω υποχρεώσεις του. Αναφέρεται ότι πριν την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου ο ενάγοντας ζήτησε από την εναγόμενη να της παράσχει τραπεζική εγγύηση καθότι η τράπεζα η οποία του παραχωρούσε δάνειο για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος ζήτησε την συγκεκριμένη εξασφάλιση από την εναγόμενη. Έτσι η τελευταία παρείχε τραπεζική εγγύηση με την οποία εγγυόταν ότι η εναγόμενη θα ενέγραφε το πιο πάνω διαμέρισμα μέχρι την 27.6.2007. Ο ενάγοντας κάλεσε την εναγόμενη να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι του πλην όμως η τελευταία, κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, παρέλειψε να του το μεταβιβάσει. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη με το πρόσχημα της είσπραξης κοινόχρηστων εξόδων εισέπραξε από αυτόν το ποσό των €999,53 το οποίο αντιστοιχεί στο κόστος εξασφάλισης της εγγυητικής επιστολής για ένα χρόνο. 3. Στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης, η εναγόμενη αναγνωρίζει ότι πράγματι κατά την πιο πάνω ημερομηνία συνάφθηκε η πιο πάνω συμφωνία η οποία όμως προνοεί ότι ο αγοραστής υποχρεούται από την παράδοση του διαμερίσματος να καταβάλλει προς τον πωλητή τους κτηματικούς φόρους, ασφάλιστρα, αποχετευτικά και άλλα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων και των κοινοχρήστων εξόδων. Επισημαίνεται ότι πράγματι η εναγόμενη παράσχε τραπεζική εγγύηση και ο ενάγοντας ανέλαβε την υποχρέωση όπως πληρώσει τα έξοδα αυτής. Η εναγομένη εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις της, παρέδωσε την κατοχή του διαμερίσματος στον ενάγοντα πλην όμως ο τελευταίος παρέλειψε να πληρώσει τα πιο πάνω που αφορούσαν το επίδικο διαμέρισμα, με αποτέλεσμα να οφείλει στην εναγόμενη τα έξοδα ανανεώσεων των εγγυητικών τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €9.501,44. Περαιτέρω δε αναφέρεται ότι η πιο πάνω εγγυητική που παρέσχε η εναγόμενη, ρευστοποιήθηκε με αποτέλεσμα να χρεωθεί ο λογαριασμός της εναγόμενης με το ποσό των €88.208,99. Έτσι αξιώνει ανταπαιτητικώς το συνολικό ποσό των €97.710,43 το οποίο αποτελεί το άθροισμα των πιο πάνω ποσών. Επίσης είναι η θέση της ότι, δεν παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, σε αντίθεση με τον ενάγοντα. 4. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα ως επίσης έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο ενάγοντας και για την εναγόμενη ο κ. Γ. Παναγή, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής της. Τα παραδεκτά γεγονότα και συνακόλουθα τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως ακολούθως: (
- i)Στις 8.7.2006 καταρτίστηκε συμφωνία με την οποία ο ενάγοντας αγόρασε από την εναγόμενη το διαμέρισμα που περιγράφεται σε αυτή, για το ποσό των Λ.Κ.55.000.- και με τους όρους που αναφέρονται σ' αυτήν (βλ. Τεκ. 2). (
- ii)Το τίμημα πώλησης ήταν καταβλητέο ως ακολούθως: (α) Λ.Κ.15.000.- ως προκαταβολή, (β) Λ.Κ.15.000.- με την έναρξη του σκελετώματος, (γ) Λ.Κ.10.000.- με την έναρξη της τοιχοποιίας και (δ) Λ.Κ.10.000.- με την έναρξη της τοποθέτησης των κεραμικών-πελεκανικών και τέλος (ε) κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο θα καταβαλλόταν ταυτόχρονα με την παράδοση της κατοχής του διαμερίσματος. (iii) Η εν λόγω συμφωνία διελάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι (α) η μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή θα γινόταν με την έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το κάθε διαμέρισμα και εφόσον ο αγοραστής έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την συμφωνία, (β) ο αγοραστής από την παράδοση του διαμερίσματος υποχρεούται να πληρώνει προς τον πωλητή τους κτηματικούς φόρους, ασφάλιστρα, αποχετευτικά και/ή άλλα δικαιώματα και επιβαρύνσεις που αφορούν το διαμέρισμα, συμπεριλαμβανομένων και των κοινόχρηστων εξόδων. (
- v)Ο ενάγοντας για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος δανειοδοτήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου και για εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου η εναγόμενη μέσω της τράπεζας της, Alpha Bank, παραχώρησε την 14.7.2006 τραπεζική εγγύηση (βλ. Τεκ. 19). Η εν λόγω εγγυητική ανανεωνόταν μέχρι και το 2013. Η Τράπεζα Κύπρου με επιστολή της ημερομηνίας 1.7.2013 (βλ. Τεκ. 20) αξίωσε από την Alpha Bank την πληρωμή της πιο πάνω εγγυητικής και η τελευταία την 6.11.2013 κατέβαλε στην Τράπεζα Κύπρου το ποσό των €88.208,99 (βλ. Τεκ. 21.1 και 21.2). Ο λογαριασμός της εναγόμενης εταιρείας χρεώθηκε με το πιο πάνω ποσό και με την καταβολή του, εξοφλήθηκε πλήρως το δάνειο που συνήψε ο ενάγοντας με την Τράπεζα Κύπρου. Τα έξοδα ανανεώσεων της πιο πάνω εγγυητικής ανήλθαν στο συνολικό ποσό των €14.803,87 και χρεώθηκε σχετικά ο λογαριασμός της εναγόμενης. Ο ενάγοντας κατέβαλε στην εναγόμενη έναντι των εξόδων ανανεώσεων της εγγυητικής το συνολικό ποσό των €4.396,23. 5. Ο ενάγοντας στη μαρτυρία του ανέφερε ότι πράγματι κατά την 8.7.2006 συνομολογήθηκε συμφωνία με την εναγόμενη για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος (βλ. Τεκ. 2) πλην όμως, ως ισχυρίστηκε, το ποσό της αγοραπωλησίας ήταν Λ.Κ.65.000.- και παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετικό αντίγραφο επιταγής (βλ. Τεκ. 3). Η πιο πάνω συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Στη μαρτυρία του ανέφερε ότι η εναγόμενη εταιρεία του υποσχέθηκε ότι θα γινόταν εγγραφή του τίτλου του διαμερίσματος στο όνομα του, το αργότερο μέχρι την 27.6.2007. Για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος σύναψε στεγαστικό δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία για το ποσό των Λ.Κ.65.000.- με τόκο 7% και η μηνιαία δόση καθορίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.474,05 (βλ. Τεκ. 4). Το δάνειο του αποπληρωνόταν κανονικά μέχρι την εξόφληση του (βλ. Τεκ. 9). Η εναγόμενη μέσω της τράπεζας Alpha Bank Ltd, σε αντάλλαγμα της συμφωνίας της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ να παράσχει δάνειο στον ενάγοντα, έτσι ώστε αυτός να δυνηθεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, όπως καθορίζονται στο πιο πάνω αγοραπωλητήριο έγγραφο, παράσχε τραπεζική εγγύηση προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ για το ποσό των Λ.Κ.65.000.- πλέον τόκους, ότι μέχρι την 27.6.2007 θα εγγράψει το πιο πάνω ακίνητο στο όνομα του αγοραστή, ελεύθερο από οποιαδήποτε επιβάρυνση (βλ. Τεκ. 5). Ανέφερε ότι συμμορφώθηκε πλήρως με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, έχει εξοφλήσει το τίμημα αγοραπωλησίας και παράλαβε την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2006. Κάλεσε επανειλημμένως την εναγόμενη να προσέλθει στο κτηματολόγιο για την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 19.7.2012 (βλ. Τεκ. 6 και 7) κάλεσε την εναγόμενη όπως προσέλθει στο Κτηματολόγιο Λάρνακας την 27.8.2012 για να μεταβιβάσει στο όνομα του το επίδικο ακίνητο. Η εναγόμενη παρέλειψε να παρουσιαστεί και έτσι εκδόθηκε σχετική βεβαίωση από το κτηματολόγιο (βλ. Τεκ. 8). Μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής και ειδικότερα την 13.11.2013 η Τράπεζα Κύπρου εξόφλησε πλήρως το υπόλοιπο του δανείου του, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των €88.208.-, αφού ρευστοποίησε την πιο πάνω εγγυητική. Επισήμανε ότι παρά το γεγονός ότι δεν ήταν στις υποχρεώσεις του, κατέβαλε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.2.573.- ως έξοδα της εγγυητικής (βλ. Τεκ. 10.1). Περαιτέρω πλήρωσε στην εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.240.- το οποίο αντιπροσωπεύει τα κοινόχρηστα της περιόδου από Ιανουάριο μέχρι Αύγουστο, 2007 (βλ. Τεκ. 10.2). Επίσης παρουσίασε σχετική βεβαίωση ότι καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €2.475.- το οποίο αντιπροσωπεύει τα κοινόχρηστα για την περίοδο από Δεκέμβριο 2012 μέχρι Ιούνιο 2017 (βλ. Τεκ. 12). Περαιτέρω ανέφερε ότι πλήρωσε (α) το ποσό των Λ.Κ.448,50 για τη σύναψη του πιο πάνω δανείου (βλ. Τεκ. 11) και (β) το ποσό των €3.185,12 για την ασφάλιση του διαμερίσματος (βλ. Τεκ. 13). Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι στα πλαίσια εκτίμησης που διενεργήθηκε τον Αύγουστο του 2017 η αγοραία αξία του διαμερίσματος του ήταν €88.000.- και έτσι, ως ισχυρίζεται, υπέστη ζημιά €26.000.-, το οποίο προκύπτει από την διαφορά του τιμήματος αγοραπωλησίας και της πιο πάνω εκτίμησης. Επισήμανε ότι η αξία του διαμερίσματος μειώθηκε σημαντικά συνεπεία της μη έκδοσης ξεχωριστού τίτλου. Επίσης ήταν η θέση του, ότι λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς της εναγόμενης υπέστη περαιτέρω ζημιά, η οποία ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.65.000.-, αφού χρειάστηκε να δανειοδοτηθεί από την Τράπεζα Κύπρου και ειδικότερα κατέβαλε στην τελευταία το ποσό των €68.092.-. Έτσι, ως προβάλλει, η ζημιά που υπέστη ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €105.329,35. 6. Η εναγόμενη κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. Γ. Παναγή, ο οποίος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εκ των διευθυντών της. Αναγνώρισε πράγματι ότι υπογράφηκε η πιο πάνω συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και επεσήμανε ότι το τίμημα αγοραπωλησίας ήταν Λ.Κ.55.000.- (βλ. Τεκ. 14) και όχι Λ.Κ. 65.000.-, όπως ισχυρίστηκε ο ενάγοντας. Δήλωσε ότι, για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος, ο ενάγοντας ζήτησε δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου για το ποσό των Λ.Κ.65.000.- και ως εξασφάλιση η εναγόμενη παραχώρησε μέσω της Alpha Bank την πιο πάνω εγγυητική (βλ. Τεκ. 5). Ο δε λόγος που αιτήθηκε δάνειο για το πιο πάνω ποσό των Λ.Κ.65.000.-, ήταν για να χρησιμοποιήσει το εναπομείναν ποσό των Λ.Κ.10.000.- για την επίπλωση του διαμερίσματος. Επισήμανε ότι συμφώνησαν, προφορικά, ότι τα τραπεζικά έξοδα ανανεώσεων των εγγυητικών θα τα πλήρωνε ο ενάγοντας στην εναγόμενη καθότι χρεωνόταν ο λογαριασμός της τελευταίας. Πράγματι ο ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.2.573.- το οποίο αντιπροσώπευε τα έξοδα των εγγυητικών μέχρι τον Ιανουάριο του 2008 (βλ. Τεκ. 10.1), πλην όμως παρέλειψε να καταβάλει τα περαιτέρω έξοδα. Παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετική κατάσταση στην οποία εμφαίνονται τα έξοδα ανανεώσεων της εγγυητικής (βλ. Τεκ. 15). Η τράπεζα Alpha Bank Cyprus Ltd, με επιστολή της ημερομηνίας 6.11.2013, πληροφόρησε την εναγόμενη ότι η Τράπεζα Κύπρου απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής που είχε εκδοθεί προς όφελος της (βλ. Τεκ. 20) και ότι την ρευστοποίησαν αφού προηγουμένως χρέωσαν τον λογαριασμό της εναγόμενης με το ποσό των €88.208,99 (βλ. Τεκ. 17). Στην μαρτυρία του, επισήμανε ότι η εναγόμενη, τηρώντας τις συμβατικές της υποχρεώσεις, παρέδωσε στον ενάγοντα το διαμέρισμα τον Σεπτέμβριο του 2006. Ο σχετικός τίτλος του διαμερίσματος εκδόθηκε την 2.3.2012 (βλ. Τεκ. 16) και κλήθηκε κατ' επανάληψη ο ενάγοντας για να του μεταβιβάσει η εναγόμενη το διαμέρισμα, νοουμένου ότι θα εξοφλούσε οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο σ' αυτήν, πλην όμως αρνείτο να καταβάλει τα οφειλόμενα υπόλοιπα και ειδικότερα τα έξοδα ανανέωσης των τραπεζικών εγγυητικών. Περαιτέρω η εναγόμενη με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 16.5.2012, δήλωνε στον ενάγοντα ότι είναι έτοιμη να τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις νοουμένου ότι ο τελευταίος θα κατέβαλλε τις οφειλές του (βλ. Τεκ. 18). Έτσι ως ανέφερε η εναγόμενη επιβαρύνθηκε με το συνολικό ποσό των €9.501,44 το οποίο αντιπροσωπεύει τα έξοδα ανανεώσεων των εγγυητικών, ως επίσης και το ποσό των €88.208,99, όπως περιγράφεται πιο πάνω, ποσά τα οποία αξιώνει ανταπαιτητικώς. 7. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι ο τελευταίος έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση του στον απαιτούμενο βαθμό και συνακόλουθα δικαιολογείται η έκδοση απόφασης ως η απαίτηση. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης ο οποίος, στο στάδιο των αγορεύσεων, εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση του ενώ αντιθέτως δικαιολογείται η έκδοση απόφασης ως η ανταπαίτηση για το συνολικό ποσό των €98.616,63 το οποίο αντιπροσωπεύει το ποσό ρευστοποίησης της εγγυητικής (€88.208,99) πλέον τα έξοδα ανανεώσεων της εγγυητικής (€10.407,64). 8. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μία κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντιθέτως την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός εν όλω ή εν μέρει. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται αξιόπιστοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 219/2012, ημερ. 29.11.2013 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο διήλθε με ιδιαίτερη προσοχή και ενδελέχεια το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. 9. Ο ενάγοντας στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι το τίμημα αγοραπωλησίας του επίδικου διαμερίσματος ήταν Λ.Κ.65.000.-. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24) και το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων όπως φαίνονται με το κλείσιμο των δικογράφων. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα (βλ. Ayia Napa Nissi Development Ltd και άλλου ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Η πιο πάνω θέση του ενάγοντα ότι το τίμημα της αγοραπωλησίας ήταν Λ.Κ.65.000.-, έρχεται στη πλήρη αντίθεση με το δικόγραφο του στο οποίο αναφέρεται ότι «η συμφωνηθείσα τιμή αγοράς ήτο Λ.Κ.55.000.-». Πέραν δε τούτου σύμφωνα με τα γεγονότα αλλά και την σχετική συμφωνία (βλ. Τεκ. 2), το τίμημα αγοραπωλησίας του επίδικου διαμερίσματος ήταν Λ.Κ.55.000.- και όχι το ποσό των Λ.Κ.65.000.-, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Έτσι η σχετική θέση του δεν γίνεται αποδεκτή. Περαιτέρω στη μαρτυρία του επισήμανε ότι η εναγόμενη του υποσχέθηκε ότι θα γινόταν εγγραφή τίτλου του διαμερίσματος στο όνομα του το αργότερο μέχρι 27.6.2007. Η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ρητά προνοεί ότι «Η μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή θα γίνει με την έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το κάθε διαμέρισμα και εφόσον ο αγοραστής έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το παρόν συμβόλαιο» (βλ. Τεκ. 2, παρ. 8
(1)). Στην πιο πάνω συμφωνία δεν καθορίζεται ο ακριβής χρόνος μεταβίβασης του διαμερίσματος επ' ονόματι του ενάγοντα παρά μόνο αναφέρονται τα πιο πάνω. Ευλόγως γεννάται το ερώτημα. Γιατί δεν καταγράφηκε στη συμφωνία η πιο πάνω κατ' ισχυρισμό υπόσχεση της εναγόμενης; Καμία πειστική εξήγηση έδωσε περί τούτου ο ενάγοντας, γιατί δεν συμπεριλήφθηκε στη συμφωνία ένας τέτοιος σημαντικός όρος, ο οποίος εδράζεται στο χρόνο μεταβίβασης του ακινήτου στον ενάγοντα. Αντιθέτως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η συμφωνία καθορίζει ότι η μεταβίβαση του διαμερίσματος στον ενάγοντα θα γίνει με την έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το κάθε διαμέρισμα και εφόσον εκπληρώσει τις πιο πάνω συμβατικές του υποχρεώσεις. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός και συνακόλουθα εύρημα του Δικαστηρίου ότι για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος, ο ενάγοντας δανειοδοτήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου και για εξασφάλιση η εναγόμενη παραχώρησε προς όφελος της πιο πάνω τράπεζας, τραπεζική εγγύηση, η οποία ανανεωνόταν μέχρι και το
- Η εν λόγω εγγυητική ρευστοποιήθηκε την 6.11.2013, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός της εναγόμενης να χρεωθεί με το ποσό των €88.208,
- Ο ενάγοντας δήλωσε ότι δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει τα έξοδα των εγγυητικών, παρά ταύτα όμως κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.2.573.-. Επί του συγκεκριμένου ζητήματος στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι «η εναγόμενη με το πρόσχημα της είσπραξης κοινοχρήστων εξόδων εισέπραξε από τον ενάγοντα το ποσό των €999,53 το οποίο αντιστοιχεί στο κόστος εξασφάλισης της εγγυητικής επιστολής για ένα χρόνο». Στη μαρτυρία του ανέφερε ότι αποδέχτηκε να καταβάλει τα έξοδα των εγγυητικών για τα πρώτα δύο χρόνια πλην όμως στη συνέχεια δεν κατέβαλε τα σχετικά έξοδα καθότι δεν συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο και αν το γνώριζε δεν θα αγόραζε το διαμέρισμα. Κατ' αρχήν η πιο πάνω θέση του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης. Δεν κατέβαλε τα έξοδα της εγγυητικής με το πρόσχημα της είσπραξης κοινοχρήστων εξόδων. Αντιθέτως, κατέβαλε τα έξοδα με πλήρη επίγνωση ότι επρόκειτο για τα έξοδα των εγγυητικών. Πέραν των πιο πάνω δεν έχει επεξηγήσει με την απαραίτητη λεπτομέρεια, επάρκεια και πειστικότητα τους λόγους που κατέβαλε τα έξοδα των εγγυητικών αφού, όπως ισχυρίστηκε, δεν ήταν στις υποχρεώσεις του. Με βάση τα γεγονότα, στις 2.3.2012 εκδόθηκε χωριστός τίτλος εγγραφής του επίδικου διαμερίσματος. Ο ενάγοντας κάλεσε την εναγόμενη με επιστολή του ημερομηνίας 19.7.2012 να παρευρεθεί στο κτηματολόγιο στις 27.8.2012 για να μεταβιβάσει επ' ονόματι του το επίδικο ακίνητο (βλ. Τεκ. 6 και 7). Η εναγόμενη δεν παρουσιάστηκε για τους λόγους που έχει εκθέσει ο κ. Γ. Παναγή. Αντεξεταζόμενος ο ενάγοντας ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι εκδόθηκε ο τίτλος του πιο πάνω διαμερίσματος. Σε μεταγενέστερο στάδιο αναγνώρισε ότι πράγματι του αναφέρθηκε ότι για να του μεταβιβάσουν το ακίνητο θα έπρεπε να καταβάλει το ποσό των €9.000.- για τα έξοδα των εγγυητικών πλην όμως αρνήθηκε και γι' αυτό καταχώρισε την παρούσα αγωγή. Και κάτι ακόμη. Η εναγόμενη με την επιστολή της ημερομηνίας 16.5.2012 (βλ. Τεκ. 18), ενημέρωνε τον ενάγοντα ότι είναι έτοιμη να τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις νοουμένου ότι ο ενάγοντας πληρώσει τις οφειλές του. Συνεπώς η πιο πάνω θέση του ενάγοντα, ότι δεν γνώριζε ότι εκδόθηκε χωριστός τίτλος εγγραφής του διαμερίσματος, κατ' ελάχιστον κατατάσσεται ως μη πειστική. Ήταν η θέση του, ότι έμεινε εκτεθειμένος και δεν κατέχει οποιοδήποτε τίτλο ιδιοκτησίας. Το δάνειο που συνήψε για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος εξοφλήθηκε από την πωλητή-εναγόμενη. Αναγνωρίζει ότι οφείλει το ποσό των €88.208,99 και στο στάδιο της αντεξέτασης ανέφερε, απευθυνόμενος στο συνήγορο της εναγόμενης «. Αν θέλετε το διαμέρισμα δώστε μου τα λεφτά μου που πλήρωσα μέχρι τώρα και πάρτε το διαμέρισμα σας πίσω.» Και ακολούθως δήλωσε «. Τα λεφτά καλά τα βάλατε στη τσέπη σας.» Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι ο ενάγοντας δεν τερμάτισε την επίδικη συμφωνία, η οποία βρίσκεται σε ισχύ. Από τη μια η εναγόμενη εισέπραξε το τίμημα πώλησης και από την άλλη στη συνέχεια εξόφλησε με τον πιο πάνω τρόπο το δάνειο που συνομολόγησε ο ενάγοντας για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος. Ο ενάγοντας όχι μόνο αρνείται να καταβάλει τα έξοδα των εγγυητικών αλλά αρνείται να καταβάλει και το ποσό που κατέβαλε η εναγόμενη συνεπεία της πιο πάνω ρευστοποίησης της εγγυητικής με το οποίο εξοφλήθηκε το δάνειο του. Στη μαρτυρία του επεσήμανε ότι στα πλαίσια εκτίμησης που διενεργήθηκε τον Αύγουστο του 2017 η αγοραία αξία του διαμερίσματος του ήταν €88.000.- και έτσι υπέστη ζημιά η οποία ανέρχεται στο ποσό των €26.000.- η οποία προκύπτει από την διαφορά του τιμήματος αγοραπωλησίας και της αξίας του όπως καθορίζεται στην εκτίμηση. Περαιτέρω ανέφερε ότι η αξία του διαμερίσματος μειώθηκε σημαντικά συνεπεία της μη έκδοσης του τίτλου. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής (βλ. άρθρο 24 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας (βλ. άρθρο 27
(1)του πιο πάνω Νόμου) και ειδικότερα το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη μεταξύ άλλων παραγόντων κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που είχε προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση και περαιτέρω κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (βλ. άρθρο 27
(2)και
(3)του πιο πάνω Νόμου). Επισημαίνεται ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η πιο πάνω εκτίμηση και πέραν δε τούτου δεν έχει καταδειχθεί ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την πιο πάνω εκτίμηση. Επιπρόσθετα, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του ενάγοντα χαρακτηρίζονται από γενικότητα και αοριστία. Δεν έχει θέσει με την απαραίτητη λεπτομέρεια, επάρκεια και πειστικότητα που απαιτείται ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία της μη μεταβίβασης του διαμερίσματος στο όνομα του. Γενικά η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική και για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή.
- Ο κ. Γ. Παναγή, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εκ των διευθυντών της εναγόμενης, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ήταν συνεπής και σταθερός στις απαντήσεις του. Ήταν η θέση του ότι συμφώνησαν προφορικά ότι τα τραπεζικά έξοδα ανανεώσεων των εγγυητικών θα τα πλήρωνε ο ενάγοντας και πράγματι ο τελευταίος κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.2.573.-, το οποίο αντιπροσώπευε τα έξοδα των εγγυητικών μέχρι τον Ιανουάριο του 2008 και στη συνέχεια παρέλειψε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Περαιτέρω ανέφερε ότι η εναγόμενη ήταν σε θέση να μεταβιβάσει το διαμέρισμα του ενάγοντα μετά που εκδόθηκε σχετικός τίτλος την 2.3.2012, νοουμένου ότι θα εξοφλούσε κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο πλην όμως ο ενάγοντας αρνείτο να καταβάλει τα έξοδα ανανέωσης των εγγυητικών. Γενικά η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του.
- Με βάση όλα τα πιο πάνω, τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως ακολούθως. Στις 8.7.2006 καταρτίστηκε γραπτή συμφωνία με την οποία ο ενάγοντας αγόρασε το διαμέρισμα που περιγράφεται για το ποσό των Λ.Κ.55.000.- και με τους όρους που διαλαμβάνονται σ' αυτήν. Το τίμημα αγοραπωλησίας εξοφλήθηκε πλήρως. Ο ενάγοντας για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος δανειοδοτήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου και για εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου η εναγόμενη μέσω της τράπεζας της, Alpha Bank, παραχώρησε την 14.7.2006 τραπεζική εγγύηση (βλ. Τεκ. 19). Η εν λόγω εγγυητική ανανεωνόταν μέχρι και το
- Η Τράπεζα Κύπρου με επιστολή της ημερομηνίας 1.7.2013 (βλ. Τεκ. 20) αξίωσε από την Alpha Bank την πληρωμή της πιο πάνω εγγυητικής και η τελευταία την 6.11.2013 κατέβαλε στην Τράπεζα Κύπρου το ποσό των €88.208,99 (βλ. Τεκ. 21.1 και 21.2) με αποτέλεσμα να εξοφληθεί πλήρως το δάνειο που συνομολόγησε ο ενάγοντας με την πιο πάνω τράπεζα. Τα έξοδα ανανεώσεων της πιο πάνω εγγυητικής ανήλθαν στο συνολικό ποσό των €14.803,87 και χρεώθηκε σχετικά ο λογαριασμός της εναγόμενης. Ο ενάγοντας κατέβαλε στην εναγόμενη έναντι των εξόδων ανανεώσεων της εγγυητικής το συνολικό ποσό των €4.396,
- Περαιτέρω τα έξοδα ανανεώσεων της εγγυητικής όφειλε να τα κατέβαλλε ο ενάγοντας. Ο ενάγοντας κάλεσε την εναγόμενη να προσέλθει την 27.8.2012 στο κτηματολόγιο για την μεταβίβαση του ακινήτου χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο θα επανέλθει στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση όταν θα εξετάζει τα επί μέρους ζητήματα.
- Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι τόσο η επίδικη συμφωνία όσο και η τραπεζική εγγύηση και τα έξοδα αυτής. Όπως έχει νομολογηθεί, βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας και για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενο αυτής να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Σχίζα ν. Αδάμου κ.ά., Πολ. Εφ. 7/11, ημερ. 3.11.16 και Ανόρθωση Αμμοχώστου ν. Απόλλων
(2002)1 Α Α.Α.Δ. 518). Αναφορικά δε με την εγγυητική επισημαίνεται ότι είναι δεδομένη η αυτοτέλεια της (βλ. Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited
(2013)1 B Α.Α.Δ. 1235, Pollock & Mulla: Indian Contract and Specific Relief Acts 13η έκδ. Επαναδημοσίευση 2000, Τόμος B', σελ. 1777-1793 και Edward Owen Engg Ltd v. Barclays Bank Intl Ltd
(1978)1 All E.R. 976).
- Προκύπτει από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ότι την 8.7.2006 καταρτίστηκε συμφωνία με την οποία ο ενάγοντας αγόρασε από την εναγόμενη το επίδικο διαμέρισμα για το ποσό των Λ.Κ.55.000.- (βλ. Τεκ. 2). Η πιο πάνω συμφωνία διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι (α) η μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι του ενάγοντα θα γινόταν με την έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το κάθε διαμέρισμα νοουμένου ότι ο αγοραστής εκπλήρωνε όλες τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το πιο πάνω πωλητήριο έγγραφο και (β) ο αγοραστής από την παράδοση του διαμερίσματος υποχρεούται να πληρώνει προς τον πωλητή «τους κτηματικούς φόρους, ασφάλιστρα, αποχετευτικά και/ή άλλα δικαιώματα και επιβαρύνσεις που αφορούν το διαμέρισμα, συμπεριλαμβανομένου και των κοινόχρηστων εξόδων». Στην προκείμενη περίπτωση ο χωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το συγκεκριμένο ακίνητο εκδόθηκε στις 2.3.2012 (βλ. Τεκ. 16) και η εναγόμενη, όπως ήταν και η θέση της, από την πιο πάνω ημερομηνία μπορούσε να μεταβιβάσει το ακίνητο στον ενάγοντα. Ακολούθως θα εξεταστεί κατά πόσο ο ενάγοντας είχε εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ώστε η εναγόμενη να οφείλει να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι του ενάγοντα. Όπως έχει επισημανθεί το τίμημα πώλησης εξοφλήθηκε πλήρως. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην επίδικη συμφωνία ότι η μεταβίβαση του ακινήτου θα γινόταν υπό τον όρο ότι ο ενάγοντας θα κατέβαλλε και τα έξοδα της εγγυητικής. Εξάλλου η συμφωνία καταρτίστηκε την 8.7.2006 και η πρώτη εγγυητική παραχωρήθηκε λίγες μέρες μετά και ειδικότερα την 14.7.
- Τα έξοδα των εγγυητικών, τα οποία όφειλε να καταβάλει ο ενάγοντας στην εναγόμενη, δεν εμπίπτουν στις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την επίδικη συμφωνία (βλ. Τεκ. 2) αλλά στα πλαίσια άλλης συμφωνίας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί δεδομένη είναι η αυτοτέλεια της εγγυητικής. Περαιτέρω ο λόγος που δεν μεταβιβάστηκε το διαμέρισμα επ' ονόματι του ενάγοντα ήταν διότι δεν κατέβαλε τα έξοδα των εγγυητικών και όχι τα οποιαδήποτε άλλα έξοδα τα οποία όφειλε να καταβάλει με βάση τη συμφωνία. Επί τούτου ο κ. Γ. Παναγή επισήμανε ότι κλήθηκε επανειλημμένως ο ενάγοντας να του μεταβιβαστεί το ακίνητο πλην όμως «αρνείτο να εξοφλήσει στην εναγόμενη εταιρεία τα οφειλόμενα υπόλοιπα και ειδικότερα τα έξοδα ανανέωσης των τραπεζικών εγγυητικών». Ο ενάγοντας κάλεσε την εναγόμενη εταιρεία να παρουσιαστεί στο κτηματολόγιο κατά την 27.8.2012 για να μεταβιβάσει επ' ονόματι του το ακίνητο πλην όμως η τελευταία δεν το έπραξε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγοντας έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του με βάση την επίδικη συμφωνία και έτσι δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη να μεταβιβάσει επ' ονόματι του το επίδικο ακίνητο. Αντιθέτως, όμως δεν έχει επιτύχει να αποδείξει ότι υπέστη οποιαδήποτε άλλη ζημιά ή και απώλεια συνεπεία της μη μεταβίβασης του διαμερίσματος στο όνομα του.
- Αναφορικά με την ανταπαίτηση. Προκύπτει από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση ότι η Τράπεζα Κύπρου, από την οποία δανειοδοτήθηκε ο ενάγοντας για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος, αξίωσε την 1.7.2013 από την Alpha Bank την πληρωμή της εγγυητικής και έτσι η τελευταία την 6.11.2013 κατέβαλε το ποσό των €88.208,99, με αποτέλεσμα να εξοφληθεί πλήρως το πιο πάνω δάνειο του ενάγοντα και να χρεωθεί σχετικά ο λογαριασμός της εναγόμενης. Έτσι ο ενάγοντας οφείλει να καταβάλει στην εναγόμενη το πιο πάνω ποσό. Περαιτέρω τα έξοδα ανανεώσεων της εγγυητικής, με βάση την μεταξύ τους συμφωνία, όφειλε να τα κατάβαλλε ο ενάγοντας. Τα εν λόγω έξοδα ανήλθαν στο συνολικό ποσό των €14.803,87 και χρεώθηκε σχετικά ο λογαριασμός της εναγόμενης. Ο ενάγοντας κατέβαλε στην τελευταία έναντι των πιο πάνω εξόδων το συνολικό ποσό των €4,396,23 και έτσι παραμένει υπόλοιπο το ποσό των €10.407,
- Με την ανταπαίτηση η εναγόμενη δεν αξιώνει το πιο πάνω ποσό αλλά το ποσό των €9.501,
- Έτσι ο ενάγοντας οφείλει να καταβάλει στην εναγόμενη το ποσό των €88.208,99 πλέον €9.501,44, ως περιγράφονται πιο πάνω, ήτοι σύνολο €97.710,43 και έτσι δικαιολογείται η έκδοση απόφασης για το συγκεκριμένο ποσό.
- Εν κατακλείδι, στην προκείμενη περίπτωση, στα πλαίσια της αγωγής δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο επ' ονόματι του ενάγοντα. Στα δε πλαίσια της ανταπαίτησης η εναγόμενη έχει επιτύχει να αποδείξει ότι υπέστη ζημιά για το συνολικό ποσό των €97.710,43, όπως περιγράφεται πιο πάνω και έτσι δικαιολογείται η επιδίκαση του πιο πάνω ποσού υπέρ της εναγόμενης και εναντίον του ενάγοντα.
- Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η εναγόμενη όπως, εντός 30 ημερών από την επίδοση του διατάγματος, μεταβιβάσει επ' ονόματι του ενάγοντα το διαμέρισμα με αρ. Β XXX, το οποίο ανεγέρθηκε επί του τεμαχίου XX, Φ/Σχ. 40/XXXX, στο Δήμο Λάρνακας, όπως τούτο περιγράφεται στη συμφωνία ημερ. 8.7.2006 που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων και η οποία κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας με αρ. φακ. ΠΩΕ 1780/
- Στα πλαίσια της ανταπαίτησης, εκδίδεται απόφαση υπέρ της εναγόμενης και εναντίον του ενάγοντα για το ποσό των €97.710,43 με νόμιμο τόκο από την καταχώριση της ανταπαίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα, ο βασικός κανόνας προβλέπει ότι θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδ. σελ. 421, παρ. 795-796). Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγοντας έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση του, όπως αναφέρεται πιο πάνω ως επίσης και η εναγόμενη πέτυχε να αποδείξει την ανταπαίτηση της. Συνακόλουθα δεν εντοπίζεται οτιδήποτε για παρέκκλιση από τον πιο πάνω γενικό κανόνα. Έτσι στα πλαίσια της αγωγής, επιδικάζονται έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στα πλαίσια της ανταπαίτησης επιδικάζονται έξοδα υπέρ της εναγόμενης και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να υπολογιστούν στην ανάλογη κλίμακα. Νοείται ότι οποιεσδήποτε προηγούμενες διαταγές για έξοδα παραμένουν σε ισχύ. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να γίνει συμψηφισμός των εξόδων που επιδικάστηκαν. Η Δ.59, θ.7 (όπως αναριθμήθηκε το 1999) προβλέπει τα εξής: «
- A set-off for damages or costs between parties may be allowed.» Πιο εξειδικευμένη αναφορά στο θέμα γίνεται από τη Δ.59, θ.13 (όπως έχει αναριθμηθεί επίσης το 1999) και διαλαμβάνει τα εξής: «
- In any case in which, under Rule 13 of this Order, or any other Rule of Court, or by the order or direction of a Court or Judge, or otherwise, a party entitled to receive costs is liable to pay costs to any other party, the taxing officer may tax the costs such party is so liable to pay, and may adjust the same by way of deduction or set-off, or may, if he shall think fit, delay the allowance of the costs such party is entitled to receive until he has paid or tendered the costs he is liable to pay; or such officer may allow or certify the costs to be paid, and the same may be recovered by the party entitled thereto in the same manner as costs ordered to be paid may be recovered.» Οι κανονισμοί αυτοί αντιστοιχούν με τις O.65 r.14 και O.65 r.27
(21)των παλαιών Αγγλικών κανονισμών με τη διαφορά ότι στην O.65 r. 14 υπάρχει επιπλέον η φράση "notwithstanding the solicitor's lien for costs in the particular cause or matter in which the set-off is sought," ενώ η Δ.59 κ.13 είναι πανομοιότυπη με την O.65 r.27
(21). Κατωτέρω στα σχόλια της O.65 r.27 reg
(21)αναφέρονται επίσης τα εξής: ". costs payable under different orders in the same suit, and notwithstanding change of solicitors, .. Or in two suits in which the same estate is being administered ... may be set off against each other; but the costs of two independent proceedings in different Courts cannot be set off against each other". Να σημειωθεί πως κανονικά η αίτηση υποβάλλεται στον υπεύθυνο της ψηφίσεως (taxing officer) ο οποίος είναι και ο μόνος αρμόδιος να αποφασίσει, χωρίς μάλιστα οποιεσδήποτε οδηγίες από το Δικαστήριο. Στην παρούσα εφόσον πρόκειται για διαταγές που δόθηκαν από το Δικαστήριο για υπολογισμό των εξόδων σύμφωνα με την υπόθεση αναφορικά με την αίτηση του Serguei Pugachev
(2006)1 Α.Α.Δ. 353 θα μπορούσε να λεχθεί πως ορθώς κατ' αναλογίαν εμπλέκεται το ίδιο το Δικαστήριο. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (5η έκδοση, τόμος 11, παράγραφος 721), δίνονται κατευθυντήριες γραμμές ως προς το πως δύναται να ασκηθεί η εξουσία του Δικαστηρίου όταν προκύψουν εκατέρωθεν διαταγές εξόδων. Αναφέρονται δε τα ακόλουθα: "The court's discretion. The court has discretion as to whether costs are payable by one party to another, the amount of those costs, and when they are to be paid. The general rule is that the unsuccessful party will be ordered to pay the costs of the successful party, but the court may make a different order. In deciding what order (if any) to make, the court must have regard to all the circumstances, including
(1)the conduct of all the parties;
(2)whether a party has succeeded only part of his case, even if he has not been wholly successful; and
(3)any payment into court or admissible offer to settle made by a party which is drawn to the court's attention and which is not an offer to which costs consequences apply. Where a party entitled to costs is also liable to pay costs the court may assess the costs which that party is liable to pay and either (
- a)set off the amount assessed against the amount the party is entitled to be paid and direct him to pay any balance; or (
- b)delay the issue of a certificate for the costs to which the party is entitled until he has paid the amount which he is liable to pay." (Η έμφαση του Δικαστηρίου) Στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται ταυτότητα διαδίκων και η διαδικασία εκδίκασης τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης ήταν κοινή. Όπως έχει ήδη επισημανθεί τόσο η απαίτηση του ενάγοντα όσο και η ανταπαίτηση της εναγόμενης πέτυχαν. Λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο, ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις όπως γίνει συμψηφισμός των εξόδων που επιδικάστηκαν υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης στα πλαίσια της αγωγής με τα έξοδα που επιδικάστηκαν στα πλαίσια της ανταπαίτησης υπέρ της τελευταίας και εναντίον του ενάγοντα και καταβληθεί οιονδήποτε υπόλοιπο από το πρόσωπο που οφείλει. Συνακόλουθα εκδίδεται ανάλογη διαταγή για συμψηφισμό των εξόδων που το Δικαστήριο επιδίκασε ως ανωτέρω, νοουμένου όμως ότι τόσο ο ενάγοντας όσο και η εναγόμενη υποβάλουν τους καταλόγους εξόδων εντός 30 ημερών από σήμερα. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Συμφωνία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο