ΖΥΓΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΤΔ ν. Χριστοδούλου κ.α., ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 2215/2015, 12/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A193 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 2215/2015 ΜΕΤΑΞΥ꞉ ΖΥΓΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΤΔ Ενάγουσας -και-
- XXXXX Χριστοδούλου
- XXXXX Παρασκευά Εναγομένων Ημερομηνία: 12.11.2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κος Α. Πασιουρτίδης, για Αφροδίτη Οικονόμου και Ανδρέας Σ. Πασιουρτίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κα Ι. Ευσταθίου για κ.κ. Κωνσταντίνο Ταμπούρλα και Βαλεντίνη Ομήρου Προκοπίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 τα ακόλουθα: «Α. €2.565.- δυνάμει ποσόν οφειλόμενον υπό των Εναγομένων εις τους Ενάγοντες δυνάμει προφορικής συμφωνίας και/ή δυνάμει παράβασης συμφωνίας και/ή δυνάμει τιμολογίων και/ή πωληθέντων ακατάλληλων δια ανθρώπινη κατανάλωση φθαρτών και/ή λουβιών και/ή προϊόντων και/ή αποζημίωση ισόποση της αξίας των ακατάλληλων για ανθρώπινη βρώση λουβιών και/ή δυνάμει των Αρχών Αδικαιολόγητου Πλουτισμού (Unjust Enrichment). Β. Οποιαδήποτε άλλη ή και περαιτέρω θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή το Δικαστήριο. Γ. Τόκο επί παντός επιδικασθησομένου ποσού. Δ. Έξοδα.». ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΘΕΙΣΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ Η δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης έχει ως εξής꞉ Η Ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ήταν και εξακολουθεί να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λάρνακα, εγγεγραμμένη σύμφωνα με το Νόμο, η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με τη χονδρική και λιανική πώληση φρούτων και λαχανικών και/ή φθαρτών και άλλων συναφών εμπορευμάτων. Κατά ή περί τις αρχές Απριλίου του 2015, δυνάμει προφορικής συμφωνίας, οι Εναγόμενοι πώλησαν και παρέδωσαν στην Ενάγουσα ποσότητα φθαρτών και/ή λουβιών έναντι του συμφωνηθέντος ποσού των €2.565.-, για το οποίο εκδόθηκε σχετικό τιμολόγιο από τους Εναγόμενους. Η Ενάγουσα παρέλαβε τα ως άνω περιγραφόμενα προϊόντα, τα οποία πλήρωσε τοις μετρητοίς έναντι του ως άνω συμφωνηθέντος ποσού και οι Εναγόμενοι εξέδωσαν και παρέδωσαν στην Ενάγουσα απόδειξη είσπραξης για το εν λόγω ποσό. Κατά την ημερομηνία της προφορικής συμφωνίας και/ή παράδοσης των πωληθέντων εμπορευμάτων, οι Eναγόμενοι διαβεβαίωσαν την Ενάγουσα ότι ήταν φρέσκα και/ή κατάλληλα φροντισμένα και/ή συντηρημένα σύμφωνα με τους κανονισμούς της αγοράς. Περαιτέρω και διαζευκτικά, αποτελούσε ουσιώδη όρο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι τα ως άνω εμπορεύματα ήταν φρέσκα και/ή κατάλληλα φροντισμένα και/ή συντηρημένα σύμφωνα με τους κανονισμούς της αγοράς. Όταν η Ενάγουσα άνοιξε το εμπόρευμα, διαπίστωσε ότι τα λουβιά και/ή φθαρτά και/ή προϊόντα ήταν γεμάτα σκουλήκια και μύγες και ήταν τελείως ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση. Συνεπεία, τούτου, η Ενάγουσα επέστρεψε στους Εναγόμενους το ως άνω εμπόρευμα και οι Εναγόμενοι το αποδέχθηκαν. Ωστόσο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και/ή ειδοποιήσεις της Εναγουσας προς τους Εναγόμενους, όπως της επιστρέψουν το ποσό το οποίο επλήρωσε για το εν λόγω εμπόρευμα, οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να αρνούνται και/ή αμελούν να πράξουν τούτον. Η δικογραφημένη εκδοχή Υπεράσπισης του Εναγόμενου αρ. 1 έχει ως εξής꞉ Ο Εναγόμενος αρ. 1 αρνείται ότι κατά τον επίδικο χρόνο πώλησε στην Ενάγουσα οποιαδήποτε ποσότητα φθαρτών και/ή λουβιών. Είναι ειδικότερα ο ισχυρισμός του ότι τα επίδικα λουβιά δεν ανήκαν στον ίδιο, αλλά στον Εναγόμενο
- Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος 1 δικογραφεί τις εξής λεπτομέρειες γεγονότων (βλέπε παρα. 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης («Ε/Υ»)): (α) Ο Εναγόμενος 1 εργάζεται ως υπάλληλος στην ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας και η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτης της ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας. (β) Η Ενάγουσα κατά τις αρχές Απριλίου 2015 ζήτησε να αγοράσει από την ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας ξηρό λουβί. Ο Εναγόμενος αρ.1 ανέφερε ότι δεν υπήρχε ξηρό λουβί προς πώληση και η Ενάγουσα τον παρακάλεσε εάν γνώριζε κάποιον παραγωγό ο οποίος διέθετε ξηρό λουβί να μεσολαβήσει ώστε να πουλήσει στην Ενάγουσα συγκεκριμένη ποσότητα λουβιών. (γ) Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στην Ενάγουσα ότι ο Εναγόμενος 2 ενδεχομένως να διέθετε λουβιά. (δ) Μετά από οδηγίες της Ενάγουσας και μετά από επιβεβαίωση του Εναγομένου 1 ότι ο Εναγόμενος 2 διέθετε λουβιά προς πώληση, ο Εναγόμενος 1 παρήγγειλε από τον Εναγόμενο 2 προς όφελος της Ενάγουσας 570 κιλά λουβιά.». Περαιτέρω, ο Εναγόμενος αρ. 1 αρνείται ότι η ποσότητα λουβιών που παραδόθηκε στην Ενάγουσα δεν ήταν κατάλληλης ποιότητας ή ότι ήταν ελαττωματική. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος αρ. 1 στην παρα. 6 της Ε/Υ δικογραφεί τα εξής꞉ «(ε) Η εν λόγω παραγγελθείσα προσότητα λουβιών εστάλη στην Ενάγουσα στη Λάρνακα μέσω του οδηγού που μετέφερε εμπορεύματα της ΣΕΔΙΓΕΠ Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς. (στ) Η Ενάγουσα, αφού επιθεώρησε τα λουβιά και διεπίστωσε ότι ήταν της πλήρους αρεσκείας και επιλογής της, τα παρέλαβε και εξέδωσε σχετική βεβαίωση παραλαβής. (ζ) Μετά από πάροδο μερικών ημερών από την παραλαβή των λουβιών, η Ενάγουσα επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο 1, του ανέφερε ότι επιθεώρησε τα λουβιά, τα οποία βρήκε της πλήρους αρεσκείας και επιλογής της και συμφώνησε όπως τα αγοράσει στην τιμή των €4,50 ανά κιλό, ήτοι για το συνολικό ποσό των €2.
- (η) Η Ενάγουσα μετά από πάροδο ακόμη μερικών ημερών από τη συμφωνία αγοράς των λουβιών, απέστειλε στον Εναγόμενο 2 το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης συνοδευόμενο από σχετικό τιμολόγιο αγοράς. (θ) Μετά από πάροδο 1 μηνός περίπου από την ημερομηνία πληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης, η Ενάγουσα επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 1 και του ανέφερε ότι τα λουβιά που αγόρασε από τον Εναγόμενο 2 ήταν ακατάλληλα προς κατανάλωση. Σε ερώτηση του Εναγομένου 1 προς το διευθυντή της Ενάγουσας κ. XXXXX Καλουτσίδη αν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα προστασίας και/ή προφύλαξης και/ή συντήρησης των λουβιών, αυτός του ανέφερε ότι κανένα μέτρο δεν έλαβαν. Υπό το φως των ανωτέρω, είναι η θέση του Εναγομένου 1 ότι: Τα λουβιά ήταν σε άριστη κατάσταση τότε που τα παρέλαβε η Ενάγουσα επιθεωρωντας τα στην παρουσία του υπαλλήλου και/ή μεταφορέα και/ή οδηγού της ΣΕΔΙΓΕΠ Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς που της τα παρέδωσε (βλ. παρα. 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης) και μάλιστα η Ενάγουσα διέθεσε από αυτά 150 κιλά τα οποία πούλησε σε πελάτες της (βλ. παρα. 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Εάν χάλασε οποιαδήποτε ποσότητα λουβιών, αυτό οφείλετο στην λανθασμένη και/ή ακατάλληλη αποθήκευση τους και/ή της παράλειψης της Ενάγουσας να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προστασίας και/ή προφύλαξης και/ή συντήρησης τους (βλ. παρα. 10 της Ε/Υ). Τέλος, ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι ο ίδιος αποδέχθηκε την επιστροφή του ισχυριζόμενου εμπορεύματος που η Ενάγουσα απέστειλε μέσω τρίτου προσώπου. Ισχυρίζεται ότι δεν το αποδέχθηκε, αφού, αφενός, δεν ήταν εμπορεύματα δικά του και, αφετέρου, δεν γνώριζε αν τα λουβιά που επιστράφηκαν ήταν από αυτά που πούλησε στην Ενάγουσα ο Εναγόμενος 2 (βλ. παρα. 11 και 12 της Ε/Υ). Στις ίδιες γραμμές κινείται και η Έκθεση Υπεράσπισης («Ε/Υ») του Εναγόμενου 2, ο οποίος ισχυρίζεται τα εξής: · Είναι παραδεκτό ότι κατά ή περί τις αρχές Απριλίου έγινε προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για να πωλήσουν οι Εναγόμενοι στην Ενάγουσα τα επίδικα λουβιά έναντι του συμφωνηθέντος ποσού των €
- Η συγκεκριμένη ποσότητα που συμφωνήθηκε να πωληθεί έναντι της εν λόγω τιμής ήταν 570 κιλά λουβιά (βλ. παρα. 5 της Ε/Υ). · Είναι επίσης παραδεκτό από τον Εναγόμενο 2 ότι η πιο πάνω ποσότητα λουβιών πληρώθηκε από την Ενάγουσα τοις μετρητοίς και ότι οι Εναγόμενοι παρέδωσαν στην Ενάγουσα απόδειξη είσπραξης του ποσού πώλησης (βλ. παρα. 6 της Ε/Υ). · Αυτό που ο Εναγόμενος 2 αρνείται είναι τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι τα λουβιά που της πώλησαν ήταν ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση. Τα λουβιά ήταν άριστης ποιότητας, χωρίς κανένα απολύτως ελάττωμα και η Ενάγουσα τα παρέλαβε αφού τα επιθεώρησε και τα βρήκε της απολύτου αρεσκείας και επιλογής της. Εάν χάλασε οποιαδήποτε ποσότητα λουβιών, αυτό οφείλετο στην λανθασμένη και/ή ακατάλληλη αποθήκευση τους και/ή στην παράλειψης της Ενάγουσας να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προστασίας και/ή προφύλαξης και/ή συντήρησης τους(βλ. παρα. 7 της Ε/Υ). Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου
- Αναφορικά με τη γραμμή υπεράσπισης του Εναγόμενου αρ. 1 ότι δεν ήταν αυτός ο πωλητής των λουβιών, παρά μόνο αυτός που μεσολάβησε για να αγοράσει η Ενάγουσα λουβιά από τον Εναγόμενο 2, στην Απάντησή της η Ενάγουσα δικογραφεί τα εξής (βλ. παρα. 4(α) έως (γ) και παρα. 5): «4.(α) Ότι ο Εναγόμενος 1 συνεργαζόταν προσωπικά με την Ενάγουσα και κατά καιρούς έστελνε στην Ενάγουσα διάφορα προϊόντα που δεν είχε ο Σύνδεσμος ΣΕΔΙΓΕΠ, όπως φασόλια, ρεβίθια, καρύδια και άλλα συναφή. (β) Κατά τον ουσιώδη χρόνο, όταν η Ενάγουσα ζήτησε να αγοράσει λουβί, ο Εναγόμενος 1 της ανέφερε ότι η ΣΕΔΙΓΕΠ δεν διέθετε λουβί τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, λέγοντας της ότι θα φρόντιζε να την προμηθεύσει με τα συγκεκριμένα φθαρτά, όπως έκανε κατά καιρούς με άλλα προϊόντα. (γ) Κατά ή περί την 1.4.15, ο Εναγόμενος 1 έστειλε τη συγκεκριμένη ποσότητα των λουβιών που είχε ζητήσει η Ενάγουσα με αυτοκίνητο της ΣΕΔΙΓΕΠ Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς με οδηγό τον XXXXX Δημητρίου, οποίος ανέφερε στην Ενάγουσα ότι πήρε οδηγίες από τον Εναγόμενο 1 να πάει σε συγκεκριμένη φρουταρία να πάρει το λουβί και να το μεταφέρει στην Ενάγουσα.
- Κατά ή περί την 17.04.15 η Ενάγουσα πλήρωσε την αξία των λουβιών σε μετρητά. Συγκεκριμένα, στην παρουσία του Επιτρόπου της ΣΕΔΙΓΕΠ XXXXX Πανίκου, ο οποίος παρέλαβε τα λεφτά για να τα παραδώσει στον Εναγόμενο 1 και η Ενάγουσα τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 1 για να του αναφέρει ότι θα του έστελναν τα λεφτά. Ο Εναγόμενος 1 είπε στην Ενάγουσα, στην απόδειξη πληρωμής να γράψει το όνομα XXXXX Παρασκευά, ο οποίος ήταν ο παραγωγός. Η Ενάγουσα του είπε ότι δεν γνώριζε τον συγκεκριμένο κύριο, γι΄ αυτό θα έγραφε τα ονόματα και των δύο, αφού η πράξη έγινε μέσω του Εναγομένου 1, ο οποίος θα παραλάμβανε τα λεφτά.». Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 1 ότι κατά το χρόνο παράδοσης των επίδικων λουβιών στην Ενάγουσα, αυτά ήταν άριστης ποιότητας και ότι έγιναν αποδεκτά από την Ενάγουσα κατόπιν επιθεώρησης από αυτήν ως της απολύτου αρεσκείας της, η Ενάγουσα δικογράφησε στην Απάντηση τους εξής ισχυρισμούς (βλ. παρα. 4(δ), 6, 7 και 8)꞉ «4(δ) Η Ενάγουσα παρέλαβε το λουβί κατά ή περί τις 20.30 της ίδιας μέρας [βλ. παρα. 4(α) ανωτέρω, ήτοι την 1.4.2015] και το τοποθέτησε στο χώρο που τοποθετεί όλα τα φθαρτά, χωρίς να το ελέγξει λόγω της μακράς συνεργασίας τους και την εμπιστοσύνη που είχαν προς το πρόσωπο του Εναγόμενου
- Η Ενάγουσα διαπίστωσε ότι τα λουβιά ήταν ακατάλληλα προς βρώση, 20 μέρες μετά τη παραλαβή, όταν άνοιξε τις σακούλες για να τα διαθέσει προς πώληση.
- Η Ενάγουσα ειδοποίησε τον Εναγόμενο 1 ότι τα λουβιά ήταν ακατάλληλα προς κατανάλωση και ότι θα του τα επέστρεφε, πράγμα που έκανε με τον οδηγό της ΣΕΔΙΓΕΠ XXXXX Μενελάου, ο οποίος όταν παρέδωσε το ακατάλληλο λουβί στον Εναγόμενο 1 αυτός του είπε «οκ άφησε το εκεί και εγώ θα το βάλω σε βαρέλια και θα το ψεκάσω».
- Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Εναγομένου 1 ότι η Ενάγουσα δεν έλαβε κανένα μέτρο προστασίας και/ή προφύλαξης και/ή συντήρησης των λουβιών, η Ενάγουσα αναφέρει ότι τα λουβιά είχαν τοποθετεί σε κλιματιζόμενο χώρο μαζί με τα άλλα φθαρτά και ισχυρίζεται ότι εάν τα λουβιά που της είχαν παραδοθεί από τον Εναγόμενο ήταν φρέσκα και ήταν κατάλληλα συντηρημένα σύμφωνα με τους κανονισμούς της αγοράς, αυτά θα διατηρούντο μέχρι και 4 μήνες.». Με ξεχωριστό δικόγραφο Απάντησης στην Υπεράσπιση του Εναγομένου 2, η Ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του και επαναλαμβάνει τις θέσεις της ως δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης και στην Απάντηση προς τον Εναγόμενο
- Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Δεδομένου ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά την 1.1.2015 και η αξίωση της Ενάγουσας είναι σε κλίμακα €2.000 - €10.000, δόθηκαν οδηγίες από τον αδελφό Δικαστή Μ. Λοΐζου, που επιλαμβανόταν της υπόθεσης στις 3.5.2017, να καταχωρηθεί εγγράφως η μαρτυρία των διαδίκων σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Συγκεκριμένα, προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσαν ένορκες δηλώσεις οι ακόλουθοι μάρτυρες꞉ Ο κ. XXXXX Καλουτζίδης, Διευθυντής της Ενάγουσας (στο εξής «ο ΜΕ1»). Σχετική η Ε/Δ ημερ. 5.9.
- Ο κ. XXXXX Δημητρίου, οδηγός της ΣΕΔΙΓΕΠ Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς (στο εξής «ο ΜΕ2»). Σχετική η Ε/Δ ημερ. 5.9.
- Ο κ. XXXXX Μιχαήλ, Επίτροπος της ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας (στο εξής «ο ΜΕ3»). Σχετική η Ε/Δ ημερ. 5.9.
- Ο κ. XXXXX Μενελάου, οδηγός της ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας (στο εξής «ο ΜΕ4»). Σχετική η Ε/Δ ημερ. 29.8.
- Ο κ. XXXXX Τσούκας, υπάλληλος της Ενάγουσας (στο εξής «ο ΜΕ5»). Σχετική η Ε/Δ ημερ. 29.8.
- Από την άλλη, προς απόδειξη της εκδοχής του Εναγόμενου αρ. 1 κατέθεσε ένορκη δήλωση ο ίδιος (στο εξής «ο ΜΥ1») στις 28.11.
- Για την υπόθεση του Εναγόμενου αρ.2, κατέθεσε ένορκη δήλωση ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 2 (στο εξής «ο ΜΥ2») στις 28.11.
- Περαιτέρω, κατέθεσε ένορκη δήλωση ως μάρτυρας υπεράσπισης ο κ. XXXXX Γεωργίου (στο εξής «ο ΜΥ3») στις 5.12.
- Ολοκληρώθηκε η ακρόαση στη βάση της έγγραφης μαρτυρίας, και οι συνήγοροι των διαδίκων εφοδίασαν το Δικαστήριο με τις γραπτές τελικές αγορεύσεις τους. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Παραθέτω αυτούσιες τις ένορκες δηλώσεις των μαρτύρων. Η έμφαση, όπου τα γράμματα είναι τονισμένα, είναι του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του ΜΕ
- «O κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Καλουτζίδης από τη Λάρνακα ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: Είμαι ο Διευθυντής των Εναγόντων και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. Γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και προβαίνω στη παρούσα ένορκη δήλωση. Εδώ και 25 χρόνια ασχολούμαι με το επάγγελμα της λιανικής και χοντρικής πώλησης φρούτων και λαχανικών και άλλων συναφών προϊόντων. Οι Ενάγοντες συνεργάζονταν προσωπικά με τον Εναγόμενο 1 τα τελευταία 6 περίπου χρόνια. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 1 ο οποίος είναι υπάλληλος της ΣΕΔΙΓΕΠ Αγράκας προμήθευε κατά καιρούς τους Ενάγοντες με αρκετά προϊόντα όπως λουβιά, φακές, φασόλια, ρεβίθια και καρύδια, τα οποία δεν διέθετε η ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας. Κατά ή περί τέλος Μαϊου 2015 οι Ενάγοντες ζήτησαν από τον Εναγόμενο 1, ως υπάλληλο της ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας να τους προμηθεύσει με λουβιά. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε στους Ενάγοντες ότι η ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας δεν διέθετε λουβιά, όμως θα φρόντιζε να τους προμηθεύσει ο ίδιος προσωπικά, όπως έκανε κατά καιρούς και με άλλα προϊόντα. Την 1/4/2015 ο Εναγόμενος 1 έστειλε τη συγκεκριμένη ποσότητα των λουβιών που είχαν ζητήσει οι Ενάγοντες με αυτοκίνητο της ΣΕΓΙΔΕΠ Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς με οδηγό τον XXXXX Δημητρίου, ο οποίος ανέφερε στους Ενάγοντες ότι πήρε οδηγίες από τον Εναγόμενο 1 να πάει στη Φρουταρία «Μαδαρή» στη Λεμεσό να πάρει το λουβί και να το μεταφέρει στους Ενάγοντες. Τα λουβιά παραλήφθηκαν κατά ή περί τις 20.00 της ίδιας μέρας από τον υπάλληλο των Εναγόντων XXXXX Τσούκα, ο οποίος άνοιξε δύο από τις σακούλες για να διαπιστώσει ότι το προϊόν ήταν όντως λουβί. Στη συνέχεια τα λουβιά αφού ζυγίστηκαν στη παρουσία μου τοποθετήθηκαν σε κλιματιζόμενο χώρο, εκεί που τοποθετούνται όλα τα φθαρτά των Εναγόντων. Εκτός του ότι ήταν πρακτικά αδύνατο να ανοιχτούν όλες οι σακκούλες και να ελεγχτούν, πράγμα το οποίο ποτέ δε γίνεται με κανένα προϊόν που παραλαμβάνουμε, υπήρχε εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του Εναγόμενου 1 λόγω της μακράς συνεργασίας που οι Ενάγοντες είχαν μαζί του. Την 17/4/15 οι Ενάγοντες πλήρωσαν την αξία των λουβιών σε μετρητά, ήτοι πλήρωσαν το ποσό των €2.
- Συγκεκριμένα παρουσία του Επιτρόπου της ΣΕΓΙΔΕΠ Αργάκας XXXXX Πανίκου, ο οποίος παρέλαβε τα λεφτά για να τα παραδώσει στον Εναγόμενο 1, τηλεφώνησα προσωπικά στον Εναγόμενο 1 για να του αναφέρω ότι θα του έστελνα τα λεφτά. Στο τηλέφωνο ο Εναγόμενος 1 μου είπε, ότι στο τιμολόγιο αγοράς και στην απόδειξη πληρωμής θα έπρεπε να γράψω το όνομα Αντρέας Τάκη Παρασκευά ο οποίος ήταν ο παραγωγός. Εγώ ανέφερα στον Εναγόμενο 1 ότι επειδή οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν τον συγκεκριμένο κύριο, στο τιμολόγιο αγοράς και στην απόδειξη πληρωμής θα αναγραφόταν τόσο το όνομα του XXXXX Παρασκευά όσο και το όνομα του Εναγόμενου 1, αφού η πράξη έγινε μέσω του Εναγόμενου 1 ο οποίος θα παραλάμβανε και τα λεφτά, πράγμα το οποίο και έγινε. Το εν λόγω τιμολόγιο αγοράς και η εν λόγω απόδειξη πληρωμής επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και
- Οι Ενάγοντες διαπίστωσαν ότι τα λουβιά ήταν ακατάλληλα προς πώληση και βρώση 20 μέρες μετά τη παραλαβή, όταν άνοιξαν τις σακούλες για να τα διαθέσουν προς πώληση. Τότε οι Ενάγοντες ειδοποίησαν τον Εναγόμενο 1 ότι τα λουβιά ήταν ακατάλληλα προς κατανάλωση και ότι θα του τα επέστρεφαν, πράγμα που έκαναν με τον οδηγό της ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας XXXXX Μενελάου, ο οποίος παρέδωσε το ακατάλληλο λουβί στο Εναγόμενο
- Από την εμπειρία 25 χρόνων σε αυτό το επάγγελμα γνωρίζω ότι τα λουβιά μπορούν να διατηρηθούν μέχρι και 4 μήνες. Την 8/09/2015 απέστειλα επιστολή, μέσω της δικηγόρου μου Αφροδίτης Οικονόμου, προς τους εναγόμενους 1 και 2, με την οποία ζητούσα όπως με αποζημιώσουν ή/και μου επιστρέψουν το ποσό το οποίο οι ενάγοντες πλήρωσαν για την αγορά των επίδικων λουβιών. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3.» Η μαρτυρία του ΜΕ
- «O κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Δημητρίου από την Αγία Μαρίνα Χρυσοχούς ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι οδηγός στη ΣΕΔΙΓΕΠ της Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς, γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και προβαίνω στη παρούσα ένορκη δήλωση.
- Tην 1/4/15 πήρα οδηγίες από τον υπάλληλο της ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας XXXXX Χριστοδούλου να πάω στη φρουταρία «Μαδαρή» στην Λεμεσό και να ζητήσω από τον ιδιοκτήτη να μου δώσει λουβιά, χωρίς να μου αναφέρει ποσότητα, για να τα πάρω στη φρουταρία Ζυγός Λαχαναγορά στη Λάρνακα.
- Περίπου στις 6 το απόγευμα της ίδιας μέρας πήγα στη φρουταρία «Μαδαρή» στη Λεμεσό, όπου ο ιδιοκτήτης ο οποίος ήταν συνεννοημένος με τον XXXXX Χριστοδούλου μου έδωσε τα λουβιά, τα οποία τοποθέτησα στο φορτηγό μου για να τα πάρω στη Φρουταρία Ζυγός στη Λάρνακα.
- Περίπου στις 8 το βράδυ έφθασα στην φρουταρία Ζυγός στη Λάρνακα. Κατέβασα τα λουβιά τα οποία ήταν μέσα σε 20 με 22 σακούλες περίπου.
- Παρών ήταν ο υπάλληλος των Εναγόντων XXXXX Τσούκας και ο διευθυντής της εταιρείας Ζυγός Λαχαναγορά Λτδ Κώστας Καλουτζίδης οι οποίοι παρέλαβαν τα λουβιά.
- Ο υπάλληλος των Εναγόντων XXXXX Τσούκας, άνοιξε δύο από τις σακούλες για να διαπιστώσει αν σε αυτές υπήρχαν λουβιά. Στη συνέχεια αφού τα είδε, τα ζύγισε μαζί με τον διευθυντή των Εναγόντων και έπειτα τα τοποθέτησε στο χώρο στον οποίο οι Ενάγοντες τοποθετούν και τα άλλα προϊόντα τους.» Η μαρτυρία του ΜΕ
- «O κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Πανίκου από την Αργάκα ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: Είμαι επίτροπος της ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας, γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και προβαίνω στη παρούσα ένορκη δήλωση. Την 17/4/15 βρισκόμουν στη φρουταρία Ζυγός Λαχαναγορά μαζί με τον οδηγό της ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας XXXXX Μενελάου. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία παρέλαβα ένα φάκελο με λεφτά από τον διευθυντής της εταιρείας Ζυγός Λαχαναγορά Λτδ XXXXX Καλουτζίδη για να τον παραδώσω στον XXXXX Χριστοδούλου. Κατά τη παραλαβή του φακέλου υπέγραψα τόσο την απόδειξη πληρωμής όσο και το τιμολόγιο αγοράς. Εγώ πήρα το φάκελο με τα λεφτά και τον παρέδωσα στον XXXXX Χριστοδούλου μαζί με την απόδειξη πληρωμής και το τιμολόγιο αγοράς.». Η μαρτυρία του ΜΕ4 «O κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Μενελάου από την Αργάκα ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: Είμαι οδηγός στη ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας, γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και προβαίνω στη παρούσα ένορκη δήλωση. Κατά ή περί το τέλος Απριλίου όταν επισκέφθηκα την φρουταρία Ζυγός Λαχαναχορά, ο διευθυντής της εταιρείας XXXXX Καλουτζίδης μου είπε ότι τα λουβιά που του είχε στείλει ο XXXXXX Χριστοδούλου ήταν χαλασμένα και ότι θα του τα επέστρεφε μέσω εμού. Τότε, υπάλληλοι της εταιρείας Ζυγός Λαχαναγορά Λτδ φόρτωσαν τα λουβιά στο φορτηγό μου και εγώ ξεκίνησα να πάω στην Αργάκα για να βρω τον XXXXX Χριστοδούλου, για να του επιστρέψω τα λουβιά. Έφθασα στην ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας αργά το απόγευμα. Εκεί βρισκόταν ο XXXXX Χριστοδούλου και του ανέφερα ότι ο διευθυντής της εταιρείας Ζυγός Λαχαναγορά Λτδ μου είχε δώσει ποσότητα λουβιών για να του τα επιστρέψω λόγω του ότι ήταν χαλασμένα. Ο XXXXX Χριστοδούλου μου είπε 'οκ άφηστα εκεί και εγώ θα τα βάλω σε βαρέλια και θα τα ψεκάσω'. Τότε εγώ άφησα τα λουβιά στον XXXXX Μιχαήλ και έφυγα.» Η μαρτυρία του ΜΕ
- «O κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Τσούκας από τη Λάρνακα ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: Είμαι υπάλληλος των Εναγόντων και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. Γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και προβαίνω στη παρούσα ένορκη δήλωση. Εργάζομαι στους Ενάγοντες από το
- Η Ενάγουσα Εταιρεία συνεργάζεται με τον Εναγόμενο 1, XXXXX Χριστοδούλου τα τελευταία 5 - 6 χρόνια. Συγκεκριμένα, η συνεργασία τους αφορά προϊόντα τα οποία δεν διαθέτει η ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας και τα οποία οι Ενάγοντες προμηθεύονται από τον XXXXX Χριστοδούλου προσωπικά, ο οποίος είναι και υπάλληλος της ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας. Την 1/4/2015 ο Εναγόμενος 1 έστειλε στους Ενάγοντες ποσότητα λουβιών με οδηγό τον XXXXX Δημητρίου. Κατά την ως άνω ημερομηνία κατά ή περί τις 8 το βράδυ ο εν λόγω οδηγός παρέδωσε τα λουβιά στους Ενάγοντες στη παρουσία μου. Τα λουβιά παραλήφθηκαν από εμένα, άνοιξα δύο από τις σακούλες για να διαπιστώσω ότι όντως επρόκειτο για λουβιά και τα τοποθέτησα σε κλιματιζόμενους χώρους μαζί με τα υπόλοιπα προϊόντα της φρουταρίας. Πρακτικά ήταν αδύνατο να ανοιχτούν όλες οι σακούλες με τα λουβιά, πράγμα το οποίο ποτέ δε γίνεται με κανένα προϊόν που παραλαμβάνουμε. Εξ άλλου η μακρά συνεργασία των Εναγόντων με τον Εναγόμενο 1 αλλά και η εμπιστοσύνη που υπήρχε από τους Ενάγοντες προς το πρόσωπο του Εναγόμενου 1 ήταν δεδομένη. Κατά ή περί το τέλος Απριλίου του 2015 όταν άνοιξα τα λουβιά για να τα τοποθετήσω στη φρουταρία για να πουληθούν διαπίστωσα ότι αυτά ήταν γεμάτα σκουλήκια. Αμέσως το ανέφερα στον διευθυντή της Ενάγουσας εταιρείας XXXXX Καλουτζίδη, ο οποίος ευθύς αμέσως τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 1 και του ανέφερε ότι τα λουβιά ήταν χαλασμένα και ότι θα του τα επέστρεφε.» Η μαρτυρία του Εναγόμενου αρ. 1 (ΜΥ1). «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Χριστοδούλου, από Αργάκα ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: Είμαι ο Εναγόμενος 1 και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και προβαίνω στη παρούσα ένορκο δήλωση. Εργάζομαι ως υπάλληλος στην ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας και οι Ενάγοντες είναι πελάτες της ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας τα τελευταία 10 - 15 χρόνια. Οι Ενάγοντες κατά τις αρχές Απριλίου 2015 ζήτησαν να αγοράσουν από τη ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας ξηρό λουβί. Εγώ του ανάφερα ότι δεν υπήρχε ξηρό λουβί προς πώληση και οι Ενάγοντες με παρακάλεσαν εάν γνώριζα κάποιο παραγωγό ο οποίος διέθετε ξηρό λουβί να μεσολαβήσει ώστε να πουλήσει στους Ενάγοντες συγκεκριμένη ποσότητα λουβιών. Εγώ ανέφερα στους Ενάγοντες ότι ο Εναγόμενος 2 ενδεχομένως να διέθετε λουβιά αφού γνώριζα ότι είχε πάρει λουβί στην Φρουταρία "Μαδαρή" στην Λεμεσό, η οποία δεν είχε ανάγκη στις αποθήκες τις για αγορά. Μετά από οδηγίες των Εναγόντων και μετά από επιβεβαίωση μου ότι ο Εναγόμενος 2 διέθετε λουβιά προς πώληση, παρήγγειλα από τον Εναγόμενο 2 προς όφελος των Εναγόντων 570 κιλά λουβιά. Η εν λόγω παραγγελθείσα ποσότητα λουβιών εστάλη στους Ενάγοντες στη Λάρνακα την 01/04/2015 μέσω του κ. XXXXX Δημητρίου, οδηγού που μετέφερε εμπορεύματα της ΣΕΔΙΓΕΠ Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς. Συγκεκριμένα, στους Ενάγοντες στάληκαν 23 ίδιες σακούλες με χωρητικότητα 25 κιλών η καθεμία, ήτοι 570 κιλά όπως είχε συμφωνηθεί. Οι Ενάγοντες, μέσω του κ. XXXXX Καλουτζίδη και του κ. XXXXX Τσούκα, αφού επιθεώρησαν τα λουβιά, ανοίγοντας περί τις 7 - 8 σακούλες και διαπίστωσαν ότι ήταν πλήρους της αρεσκείας και επιλογής τους, τα παρέλαβαν και εξέδωσαν σχετική βεβαίωση παραλαβής. Μετά από πάροδο μερικών ημερών από την παραλαβή των λουβιών, οι Ενάγοντες και συγκεκριμένα ο κ. XXXXX Καλουτζίδης επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί μου και μου ανέφερε ότι επιθεώρησαν τα λουβιά, τα οποία βρήκαν της πλήρους αρεσκείας και επιλογής τους και συμφώνησαν όπως τα αγοράσουν στην τιμή των €4,50 ανά κιλό, ήτοι για το συνολικό ποσό των €2,565.00 αφού ο συνήθης τρόπος συνεργασίας μας ήταν να τους παραδίδουμε οποιοδήποτε εμπόρευμα και μετά από 1 - 2 μέρες να επικοινωνούμε τηλεφωνικά για να κοστολογείται το εμπόρευμα. Οι Ενάγοντες μετά από πάροδο ακόμη μερικών ημερών από τη συμφωνία αγοράς των λουβιών απέστειλαν στον Εναγόμενο 2 το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης συνοδευόμενο από σχετικό τιμολόγιο αγοράς ημερ. 01/04/2015, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο αρ.
- Οι Ενάγοντες και συγκεκριμένα ο κ. XXXXX Καλουτζίδης επικοινωνούσαν τηλεφωνικά μαζί μου κάθε εβδομάδα περίπου 3-4 φορές λόγω του ότι του στέλναμε διάφορα φθαρτά και χρειαζόταν να συμφωνήσουμε την τιμή και ουδέποτε μου ανέφερε ότι είχε οποιοδήποτε πρόβλημα ή ότι δεν ήταν ευχαριστημένος με το λουβί που του απέστειλα. Μετά από πάροδο 1 μηνός περίπου από την ημερομηνία πληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης, οι Ενάγοντες και συγκεκριμένα ο κ. XXXXX Καλουτζίδης επικοινώνησαν και πάλι μαζί μου και μου ανέφεραν ότι αντιμετώπιζαν πρόβλημα με κάποια λουβιά που είχαν στη αποθήκη τους και ήθελαν την βοήθεια μου ως προς τον τρόπο που θα μπορούσαν να τα προστατέψουν. Σε ερώτηση μου προς το διευθυντή των Εναγόντων κ. Κώστα Καλουτσίδη αν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα προστασίας, προφύλαξης και συντήρησης των λουβιών αυτών μου ανέφερε ότι «δεν έκανα κάτι» και εγώ του ανέφερα ότι θα έπρεπε να τα έχουν σε κλιματιζόμενο χώρο και μου ανέφερε ότι δεν γνώριζε κάτι τέτοιο. Οι Ενάγοντες την 03/06/2015, δηλαδή 2 ολόκληρους μήνες μετά την ημέρα παράδοσης του λουβιού απέστειλαν μέσω τρίτου και συγκεκριμένα του κ. XXXXX Μενελάου 434 κιλά λουβί από τα 570 κιλά, πράγμα που δείχνει ότι είχαν πωλήσει ήδη 136 κιλά λουβί. Οι Ενάγοντες του ανέφεραν να τα παραδώσει σε εμένα και ότι επρόκειτο για το λουβί που του απέστειλε ο Εναγόμενος 2, λόγω του ότι δεν ήταν ευχαριστημένοι με την ποιότητα. Επισυνάπτω την σημείωση επιστροφής του λουβιού από τους Ενάγοντες ημερ. 03/06/2015 ως Τεκμήριο Αρ.
- Εκείνη την ημέρα ο κ. XXXXX Μενελάου μετέφερε το λουβί στην ΣΕΓΙΔΕΠ Αργάκας και εγώ ενημερώθηκα την επόμενη μέρα αφού δεν ήμουν παρών την ώρα που έφτασε ο οδηγός και δεν αποδέχτηκα την παραλαβή τους, καθότι αφ' ενός δεν ήταν εμπορεύματα δικά μου και αφ'ετέρου δεν γνώριζα αν τα επιστρεπτέα λουβιά ήταν από τα λουβιά που πούλησε στους Ενάγοντες ο Εναγόμενος
- Συγκεκριμένα, το λουβί που ο Εναγόμενος 2 απέστειλε στους Ενάγοντες ήταν σε 23 ίδιες σακούλες των 25 κιλών ενώ το λουβί που μας απέστειλαν ήταν σε διαφορετικές σακούλες οι οποίες περιείχαν από 15 κιλά μέχρι 33 κιλά και επίσης ήταν διαφορετικού χρωματισμού και μάρκας από τις σακούλες που τους είχαν αποσταλεί. Όλα τα ανωτέρω ορκίζομαι και λέγω ότι είναι αληθινά.» Η μαρτυρία του Εναγόμενου αρ. 2 (ΜΥ2). «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Παρασκευά, από Αργάκα ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: Είμαι ο Εναγόμενος 2 και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και προβαίνω στη παρούσα ένορκο δήλωση. Είμαι παραγωγός στο επάγγελμα και συνεργάζομαι χρόνια με τον Εναγόμενο
- Κατά ή περί την 10/01/2015 απέστειλα στην Φρουταρία "Μαδαρή" στην Λεμεσό λουβί μετά από συνεννόηση που είχα με τον κ. XXXXX Γεωργίου, υπεύθυνο της Φρουταρίας. Μετά από επιθεώρηση των λουβιών και διαπίστωση ότι ήταν πλήρους αρεσκείας και ποιότητας της επιλογής του, μου ανέφερε ότι θα προχωρούσαμε με την συμφωνία. Μετά από λίγες ώρες ο κ. XXXXX Γεωργίου επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 1 και του ανέφερε ότι μετά από καταμέτρηση του λουβιού που είχε στις αποθήκες του δεν θα χρειαζόταν να αγοράσει και το δικό μου αφού είχε καλύψει τις ανάγκες του. Τότε ο Εναγόμενος 1 με πήρε τηλέφωνο και με ενημέρωσε και του είπα να τα στείλει σε άλλη Φρουταρία που είχε ανάγκη από λουβί. Τότε ο Εναγόμενος 1 επικοινώνησε με τον κ. XXXXX Δημητρίου, ο οποίος είναι οδηγός της ΣΕΔΙΓΕΠ Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς την 01/04/2015 ο οποίος παρέλαβε το λουβί από την Φρουταρία "Μαδαρή" στην Λεμεσό και το μετέφερε στην Ενάγουσα, η οποία έκδωσε και σχετικό τιμολόγιο αγοράς ημερ. 01/04/
- Όλα τα ανωτέρω ορκίζομαι και λέγω ότι είναι αληθινά.». Η μαρτυρία του κ. XXXXX Γεωργίου (ΜΥ3). «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Γεωργίου, από Λεμεσό, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: Είμαι ο ιδιοκτήτης της Φρουταρίας "Μαδαρή" στην Λεμεσό και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και προβαίνω στη παρούσα ένορκο δήλωση. Κατά ή περί την 30/03/2015 ο Εναγόμενος 2 απέστειλε στην φρουταρία μου ποσότητα λουβιού την οποία διέθετε για πώληση. Μετά από επιθεώρηση του λουβιού διαπίστωσα ότι ήταν πλήρους της αρεσκείας μου και επιθυμητής ποιότητας και αποφάσισα να προχωρήσω στην αγορά του. Όταν όμως καταμέτρησα το λουβί που είχα στην αποθήκη μου αντιλήφθηκα ότι δεν χρειαζόμουν άλλο λουβί και έτσι επικοινώνησα τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο 1 και τον ενημέρωσα για τούτο. Τότε την 01/04/2015 ο κ. XXXXX Δημητρίου ήρθε και παρέλαβε το λουβί από την Φρουταρία. Όλα τα ανωτέρω ορκίζομαι και λέγω ότι είναι αληθινά. ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ. Σε αστικής φύσεως υποθέσεις, η μαρτυρία αξιολογείται, για να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, έτσι ώστε να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται, ήτοι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι δηλαδή η εκδοχή του είναι πιο πιθανόν να είναι αληθής παρά να μην είναι. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ, ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Η αξιοπιστία καθενός μάρτυρα αξιολογείται ανεξαρτήτως βάρους απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Δεδομένου ότι, λόγω του μικρού μεγέθους της αξίωσης στην αγωγή, δεν δόθηκε δια ζώσης μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από τους μάρτυρες, δεν έχει την ευχέρεια το Δικαστήριο να αξιολογήσει τη μαρτυρία τους με βάση τα συνήθη κριτήρια της εξωτερικής εντύπωσης που του προκαλούν (ετοιμότητα απαντήσεων, σαφήνεια, εμβάθυνση, κ.ο.κ.). Η αλήθεια των ισχυρισμών των μαρτύρων, θα κριθεί από το Δικαστήριο με αντιπαραβολή της έγγραφης ένορκης μαρτυρίας και των τεκμηρίων που τη συνοδεύουν. Θα λάβω, επίσης, υπόψη ότι, αν και δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντα (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491), εντούτοις, εκεί όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057, Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α 624). Ασφαλώς, θα έχω πάντοτε κατά νου τον βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Αφετηρία της όποιας εξέτασης της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί παρά να αποτελέσει η σκιαγράφηση της σχέσης των διαδίκων επί της οποίας εδράζεται η βάση αγωγής. Η Ενάγουσα, υπό τη μη αμφισβητούμενη ιδιότητα του «αγοραστή», ενάγει τους Εναγόμενους 1 και 2 ως «πωλητές» των επίδικων λουβιών. Το ότι η Ενάγουσα αντιμετωπίζει αμφότερους τους Εναγόμενους 1 και 2 ως πωλητές προκύπτει αβίαστα από τις παραγράφους 2, 3 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης, όπου δεν γίνεται κανείς διαχωρισμός μεταξύ Εναγομένου 1 και Εναγομένου 2. Από το περιεχόμενο της παρα. 5 της Ε/Υ του Εναγομένου 2 προκύπτει ότι αυτός αποδέχεται και παραδέχεται ότι ήταν ο «πωλητής», αφού προχωρεί και προσδιορίζει ο ίδιος ποια ήταν επακριβώς η ποσότητα λουβιών που «πώλησε» στην Ενάγουσα. Δεν επιχειρεί να ισχυριστεί ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ο πωλητής. Απεναντίας, ο Εναγόμενος 1 αρνείται ρητά στη δική του Ε/Υ (βλ. παρα. 4 αυτής) ότι ήταν αυτός ο πωλητής των επίδικων λουβιών. Στηρίζει την άρνησή του αυτή στο γεγονός ότι δεν ανήκαν στον ίδιο τα επίδικα λουβιά. Παρουσιάζει τον εαυτό του ως τον μεσάζοντα για να γίνει η πώληση αγαθών που παρήγαγε ο Εναγόμενος 2 προς την Ενάγουσα που αναζητούσε λουβιά για ν' αγοράσει. Αναφέρω συναφώς, ότι η σύναψη συμφωνίας πώλησης «λουβιών», εμπίπτει εντός των διατάξεων του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994 (Ν.10(Ι)/1994), αφού ο όρος «αγαθά» έχει καθορισμένη έννοια στο άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου, τόσο ευρύα, ώστε να καλύπτει «κάθε είδος κινητής περιουσίας», περιλαμβανομένης ασυγκόμιστης σοδειάς, χλόης και πραγμάτων που συδέονται ή που αποτελούν μέρος του εδάφους, τα οποία συμφωνήθηκε να αποχωριστούν από το έδαφος πριν από την πώληση ή δυνάμει της σύμβασης πώλησης. Εντός του πλαισίου του ιδίου Νόμου, ο όρος "αγοραστής" σημαίνει το πρόσωπο που αγοράζει ή συμφωνεί να αγοράζει αγαθά και ο όρος "πωλητής" σημαίνει πρόσωπο που πωλεί ή συμφωνεί να πωλήσει αγαθά. Από νομικής απόψεως, η θέση του Εναγομένου 1 ότι αυτός δεν ήταν «πωλητής» διότι δεν του ανήκαν τα επίδικα λουβιά, βρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες του άρθρου 4 του Ν.10(Ι)/1994, αφού εκεί καθορίζεται ως αναγκαία προϋπόθεση ο πωλητής να έχει την κυριότητα των αγαθών που συμφωνεί να πωλήσει. Παραθέτω αυτούσιο το εδάφιο
(1)του άρθρου 4꞉ «4.-
(1)Σύμβαση πώλησης αγαθών είναι η σύμβαση με την οποία ο πωλητής μεταβιβάζει ή συμφωνεί να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα αγαθών έναντι τιμήματος. Σύμβαση πώλησης δύναται να υπαρξει και μεταξύ κύριου μέρους των αγαθών και άλλου.». Έχοντας κατά νου την νομική πτυχή του πρώτου επίδικου θέματος, ως ανωτέρω την ανέλυσα, προχωρώ και σημειώνω ότι, κατά την κρίση μου, η προσκομισθείσα μαρτυρία έχει διαφωτίσει επαρκώς το Δικαστήριο ως προς το τί πραγματικά συνέβηκε στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, παρατηρώ ότι꞉ Ο ίδιος ο Διευθυντής της Ενάγουσας, XXXXX Καλουτζίδης (ΜΕ1), παραδέχεται στην παρα. 10 της ένορκης δήλωσής του, ημερ. 5.9.2017, ότι προτού αυτός πληρώσει το τίμημα για τα λουβιά, ο Εναγόμενος 1 δήλωσε ρητά ότι παραγωγός αυτών ήταν ο Εναγόμενος 2, γι'αυτό και ο Εναγόμενος 1 υπέδειξε στον ΜΕ1 να εκδώσει τόσο το τιμολόγιο αγοράς όσο και την απόδειξη πληρωμής στο όνομα του Εναγομένου
- Δεν ισχυρίστηκε, επομένως, ποτέ ο Εναγόμενος 1 ότι είχε την κυριότητα των επίδικων λουβιών ούτε ισχυρίστηκε ότι εδικαιούτο να λάβει ο ίδιος το αντίτιμο αυτών. Τα Τεκμήρια 1 και 2 στην Ε/Δ του ΜΕ1, επιμαρτυρούν ότι ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε εξέδωσε επ'ονόματί του «τιμολόγιο πώλησης» ή «απόδειξη είσπραξης» των λουβιών, παρά μόνο η Ενάγουσα εξέδωσε «τιμολόγιο αγοράς» και «απόδειξη πληρωμής», στα οποία ο ΜΕ1, παρά τις ρητές οδηγίες του Εναγομένου 1, επέλεξε να αναγράψει τα ονόματα τόσο του Εναγομένου 1 όσο και του Εναγομένου 2, επειδή, όπως εξηγεί στην παρα. 11 της Ε/Δ του, «η πράξη έγινε μέσω του Εναγόμενου 1». Αυτή η φράση που επέλεξε να χρησιμοποιήσει ο ΜΕ1, περιγράφοντας το ρόλο του Εναγόμενου 1, είναι αποκαλυπτική κατά την κρίση μου της ορθής διάστασης του θέματος꞉ ότι ο Εναγόμενος 1 μεσολάβησε στο να γίνει η πώληση ως αντιπρόσωπος του Εναγομένου 2 που ήταν ο παραγωγός και κύριος των λουβιών. Δηλαδή, το μόνο που συμφώνησε ο Εναγόμενος 1 με τον ΜΕ1 ήταν να αναλάβει να εξεύρει την ποσότητα λουβιών που ήθελε ο ΜΕ1, παρά το ότι δεν ήταν ο ίδιος ο παραγωγός και ιδιοκτήτης της. Πώληση από πρόσωπο που δεν είναι ο ιδιοκτήτης είναι επιτρεπτή εντός του πλαισίου του Ν10(Ι)/1994, νοουμένου ότι αυτός που ενεργεί ως εμπορικός αντιπρόσωπος του πωλητή έχει την εξουσιοδότηση ή συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Μόνον έτσι μπορεί να μεταβιβασθεί η κυριότητα των αγαθών και άρα να συντελεστεί η πώληση. Λέγω τούτο έχοντας κατά νου, αφενός, τον ορισμό του όρου «εμπορικός αντιπρόσωπος» στο άρθρο 2 του Ν.10(Ι)/1994 και, αφετέτου, τις διατάξεις του άρθρου 27 του ιδίου Νόμου. Συγκεκριμένα꞉ o "εμπορικός αντιπρόσωπος" σημαίνει εμπορικό αντιπρόσωπο ο οποίος κατά τη συνηθισμένη διεξαγωγή των εργασιών του ως τέτοιος αντιπρόσωπος, έχει την εξουσία είτε να πωλεί αγαθά είτε να αποστέλλει αγαθά για σκοπούς πώλησης, είτε να αγοράζει αγαθά είτε να βρίσκει χρήματα με το να παρέχει αγαθά ως ασφάλεια˙ Το άρθρο 27 προβλέπει ότι «
- Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε εν ισχύι νόμου, όταν αγαθά πωλούνται από πρόσωπο που δεν είναι ο ιδιοκτήτης τους και ο οποίος δεν τα πωλεί με την εξουσιοδότηση ή τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο αγοραστής δεν αποκτά καλύτερο τίτλο για τα αγαθά από τον τίτλο του πωλητή, εκτός αν ο ιδιοκτητής των αγαθών με τη συμπεριφορά του εμποδίζεται να αρνηθεί την εξουσιοδότηση του πωλητή για πώληση: Νοείται ότι, όταν εμπορικός αντιπρόσωπος, με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη κατέχει τα αγαθά ή έγγραφα τίτλου επί των αγαθών, οποιαδήποτε πώληση έγινε από αυτόν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών εμπορικού αντιπροσώπου είναι εξίσου έγκυρη, ωσάν αυτός να ήταν ρητά εξουσιοδοτημένος από τον ιδιοκτήτη των αγαθών να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό, εφόσον ο αγοραστής ενεργούσε καλόπιστα και κατά το χρόνο της σύμβασης της πώλησης δε γνώριζε ότι ο πωλητής δεν είχε την εξουσιοδότηση για πώληση.». Εν προκειμένω, στην παρούσα υπόθεση, ο ίδιος ο Εναγόμενος 2, περιγράφοντας τη σχέση του με τον Εναγόμενο 1, αναφέρει στην παρα. 2 και 5 της Ε/Δ ημερ. 28.11.2017, ότι συνεργάζονταν για χρόνια μεταξύ τους κατά τρόπο που ο Εναγόμενος 1 έβρισκε πιθανούς ή/και ενδιαφερόμενους αγοραστές για αγορά των προϊόντων του Εναγομένου 2 και διέθετε το λουβί εκεί μόνον κατόπιν ενημέρωσης και κατ'εντολή του ιδίου του Εναγομένου 2 που ήταν δικό του. Αυτό συνέβηκε και στην περίπτωση του λουβιού του Εναγομένου 2 που ενώ βρισκόταν στη Φρουταρία «Μαδαρή» στη Λεμεσό, έδωσε τη συγκατάθεσή του ο Εναγόμενος 2 να μεταφερθεί σε άλλη φρουταρία που του υπέδειξε ο Εναγόμενος 1 ότι το είχε ανάγκη (βλ. παρα. 5 της Ε/Δ του Εναγομένου 2). Το ότι ήταν ο Εναγόμενος 1 αυτός που έκανε όλες τις ενέργειες για να «παραδοθούν» τα λουβιά στον ΜΕ1 δεν διαφοροποιεί τη νομική κατάταξη των πραγμάτων, αφού ο όρος "παράδοση" σημαίνει απλώς την εκούσια μεταβίβαση «κατοχής» (όχι της κυριότητας) από ένα πρόσωπο σε άλλο. Καταλήγω ότι, με τον τρόπο που ολοκληρώθηκε η συμφωνία πώλησης, ήτοι την έκδοση τιμολογίου αγοράς και απόδειξης πληρωμής στο όνομα του Εναγομένου 2 που ήταν ρητά δηλωμένο από τον Εναγόμενο 1 προς τον ΜΕ1 ότι ήταν ο παραγωγός, έπεται ότι «πωλητής» εν τη εννοία του Νόμου ήταν ο Εναγόμενος 2 στον οποίο ανήκαν τα λουβιά, ενώ ο Εναγόμενος 1 μεσολαβόντας να γίνει η πώληση των εν λόγω λουβιών με την εξουσιοδότηση και συγκατάθεση του παραγωγού τους ενήργησε ως εμπορικός αντιπρόσωπος του Εναγομένου 2 και φρόντισε για την παράδοσή τους. Πάντως, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, εν τη σοφία του, ο Νομοθέτης δεν έθεσε λιγότερε υποχρεώσεις στους ώμους του εμπορικού αντιπροσώπου απ' ό,τι στους ώμους του πωλητή, ειδικά όσον αφορά την «ποιότητα» των αγαθών που πωλούνται, που είναι και το δεύτερο επίδικο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση. Απεναντίας, το εδάφιο
(8)του άρθρου 16 του Ν.10(Ι)/1994 αναφέρει ρητά ότι οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου «εφαρμόζονται σε πώληση από πρόσωπο το οποίο κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του ενεργεί ως αντιπρόσωπος άλλου, [...] εκτός όταν αυτός ο άλλος δεν πωλεί κατά τη διεξαγωγη των εργασιών του και είτε ο αγοραστής γνωρίζει το γεγονός αυτό είτε λαμβάνονται εύλογα μέτρα για να περιέλθει αυτό σε γνώση του αγοραστή πριν από τη σύναψη της σύμβασης.». Στην υπό κρίση υπόθεση, ο Εναγόμενος 2 πωλούσε το λουβί ως παραγωγός του, άρα εντός των συνήθων εργασιών του. Ουδέποτε απεκάλυψε κάτι διαφορετικό ο Εναγόμενος 1 στον ΜΕ
- Επομένως, είχε δικαίωμα η Ενάγουσα αναμένει ότι θα τηρούνταν οι υποχρεώσεις του Εναγόμενου 2 ως πωλητή, έστω και αν μεσολάβησε για την πώληση ο Εναγόμενος 1 ως αντιπρόσωπός του. Τα επόμενα ζητήματα που αναφύονται αφορούν στο ποιο ήταν το επίπεδο ποιότητας που η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να αναμένει για τα πωλούμενα αγαθά και ποιος είναι ο ουσιώδης χρόνος για τη διακρίβωση της τήρησης της υποχρέωσης του πωλητή όσον αφορά την ποιότητα αυτή. Παρατηρώ ότι στη μαρτυρία του (Ε/Δ ημερ. 5.9.2017), ο ΜΕ1 δεν αναφέρει να δηλώθηκε ρητά, κατά το χρόνο σύναψης της προφορικής συμφωνίας πώλησης των επίδικων λουβιών, οτιδήποτε που να αφορά στην ποιότητα των λουβιών. Ειδικότερα, επισημαίνω ότι αυτό που ο ΜΕ1 δηλώνει στην παρα. 14 της Ε/Δ του, ότι δηλαδή «τα λουβιά μπορούν να διατηρηθούν μέχρι και 4 μήνες», είναι εντύπωση που ο ίδιος διαμόρφωσε γενικά από την πείρα του, δεν είναι κάτι που να υποσχέθηκε ο Εναγόμενος 1 στον ΜΕ1 κατά το χρόνο σύναψης της προφορικής τους συμφωνίας ούτε είναι παράσταση γεγονότος στην οποία να προέβηκε ο Εναγόμενος 1 κατά το χρόνο που έγινε η παράδοση των λουβιών στον ΜΕ
- Συνεπώς, δεδομένου ότι ήταν σιωπηρή η προφορική τους συμφωνία για το ζήτημα της ποιότητας των λουβιών, αυτό που δύναται να εξετάσει το Δικαστήριο είναι μόνο το αν τυγχάνει εφαρμογής εκ του Νόμου οποιοσδήποτε σιωπηρός όρος για την ποιότητα των πωλούμενων αγαθών. Πράγματι, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 16 του Ν.10(Ι)/1994, «Όταν ο πωλητής πωλεί αγαθά κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του, υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά τα οποία προμηθεύει δυνάμει της σύμβασης είναι αποδεκτής ποιότητας.». Ο όρος «αποδεκτής ποιότητας» έχει καθορισμένη έννοια στο Νόμο. Συγκεκριμένα, το εδάφιο
(3)του άρθρου 16 καθορίζει ότι τα «αγαθά είναι αποδεκτής ποιότητας, αν ανταποκρίνονται στο επίπεδο το οποίο κάποιο λογικό πρόσωπο θα θεωρούσε ως αποδεκτό, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε περιγραφή των αγαθών, η τιμή (εφόσο είναι σχετική) και κάθε άλλη συναφής περίσταση.». Βάσει του εδαφίου
(4)του ιδίου άρθρου, «η ποιότητα των αγαθών περιλαμβάνει την κατάστασή τους, τα ακόλουθα δε (μεταξύ άλλων) αποτελούν σε κατάλληλες περιπτώσεις παράγοντες συναφείς με την ποιότητα των αγαθών, δηλαδή— (α) Η καταλληλότητα για όλους τους σκοπούς για τους οποίους τα αγαθά του συγκεκριμένου είδους συνήθως προμηθεύονται, (β) η εμφάνιση και η τελική επεξεργασία, (γ) η ανυπαρξία μικροελαττωμάτων, (δ) η ασφάλεια, (ε) η ανθεκτικότητα, Για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού "ανθεκτικότητα" σημαίνει εύλογη αντοχή στο χρόνο και τη χρήση και περιλαμβάνει, όπου απαιτείται, τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και ειδικευμένων τεχνικών για τη διασφάλιση της. (στ) [...].». Εν προκειμένω, αυτό που η Ενάγουσα δηλώνει μέσω του ΜΕ1 (βλ. την παρα. 12 και 13 της Ε/Δ ημερ. 5.9.2017) είναι ότι διαφάνηκε ότι τα επίδικα λουβιά ήταν ακατάλληλα για κατανάλωση, δηλαδή ακατάλληλα για βρώση. Αυτός ο σκοπός, για τον οποίο η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι φάνηκε να ήταν ακατάλληλα τα επίδικα λουβιά, είναι ο συνήθης σκοπός για τον οποίο προορίζονται. Επομένως, δεν έχει κανένα ειδικό βάρος η Ενάγουσα στους ώμους της να αποδείξει ότι είχε προειδοποιήσει τους Εναγόμενους 1 και 2 για κάποιο ιδιαίτερο σκοπό χρήσης τους, στον οποίο αυτά να απέτυχαν να ανταποκριθούν. Καταλήγω να κρίνω ότι, εφόσον τα πωλούμενα αγαθά (ήτοι τα λουβιά) είναι τρόφιμο, η καταλληλότητά τους για ανθρώπινη κατανάλωση αποτελεί όντως σιωπηρό συμβατικό όρο όσον αφορά το αποδεκτό της ποιότητάς τους. Απομένει να κριθεί, αν τα επίδικα λουβιά ήταν όντως ακατάλληλα για βρώση, αν η Ενάγουσα είχε λογική ευχέρεια να εξετάσει τα επίδικα λουβιά πριν τα αποδεχθεί, αν τα αποδέχθηκε και αν, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση και να αξιώνει αποζημιώσεις για ολόκληρο το αντίτιμο των λουβιών. Διευκρινίζεται στο εδάφιο
(5)του άρθρου 16 του Νόμου 10(Ι)/1994 ότι - «ο σιωπηρός όρος ότι τα αγαθά είναι αποδεκτής ποιότητας δεν εκτείνεται σε οποιοδήποτε θέμα που καθιστά την ποιότητα των αγαθών απαράδεκτη- (α) Για το οποίο επισύρεται ειδικά η προσοχή του αγοραστή πριν από τη σύναψη της σύμβασης, ή (β) όταν ο αγοραστής εξετάζει τα αγαθά πριν από τη σύναψη της σύμβασης, το οποίο όφειλε να αποκαλύψει η εξέταση αυτή, ή (γ) προκειμένου για σύμβαση πώλησης βάσει δείγματος, το οποίο θα ήταν έκδηλο μετά από εύλογη εξέταση του δείγματος. (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Εν προκειμένω, παρατηρώ ότι ο ΜΕ1 στην Ε/Δ του ημερ. 5.9.2017 δεν δίδει καμία λεπτομέρεια για το ποιο ήταν το ελάττωμα ή το στοιχείο που καθιστούσε μη αποδεκτή τη ποιότητα των επίδικων λουβιών στην παρούσα υπόθεση. Είναι σιωπηρές οι παρα. 12 και 13 της Ε/Δ του για το ζήτημα αυτό. Ο μόνος μάρτυρας για την υπόθεση της Ενάγουσας που εμφανίζεται να προέβη στη διαπίστωση της ακαταλληλότητάς τους είναι ο κ. Ιωνάς Τσούκας, ο οποίος στην παρα. 7 της Ε/Δ του ημερ. 29.8.2017, σημειώνει ότι «
- Κατά ή περί το τέλος Απριλίου του 2015 όταν άνοιξα τα λουβιά για να τα τοποθετήσω στη φρουταρία για να πουληθούν διαπίστωσα ότι αυτά ήταν γεμάτα σκουλήκια.». Δεν πρόκειται για κάποιο μικροελάττωμα, αλλά προφανώς για ένα οφθαλμοφανές ελάττωμα, το οποίο επηρεάζει ευθέως την καταλληλότητα των λουβιών για ανθρώπινη κατανάλωση. Το ζητούμενο είναι, πώς και δεν εντοπίστηκε ένα τέτοιο ελάττωμα την 1.4.2015 που, ως είναι εκατέρωθεν παραδεκτό, παραλήφθηκαν τα αγαθά από την Ενάγουσα στην παρουσία του ιδίου του κ. Ιωνά Τσούκα; Σε αυτό το σημείο αρχίζει ένα νέο επίδικο θέμα. Θυμίζω ότι η Έκθεση Απαίτησης ήταν σιωπηρή για το αν η Ενάγουσα έλεγξε τα επίδικα αγαθά κατά το χρόνο παράδοσής τους σε αυτήν. Όταν οι Εναγόμενοι 1 και 2 έθιξαν στις Εκθέσεις Υπεράσπισής τους τη θέση ότι η Ενάγουσα είχε την ευκαιρία να τα επιθεωρήσει και ότι τα βρήκε της απολύτου αρεσκείας της προτού τα αποδεχθεί (βλ. παρα. 8 της Ε/Υ του Εναγομένου 1 και παρα. 7 της Ε/Δ του Εναγομένου 2), επανήλθε η Ενάγουσα στην Απάντησή της με ρητή άρνηση της θέσης ότι τα έλεγξε κατά το χρόνο της παραλαβής τους. Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε απλώς ότι βασίστηκε στη σχέση εμπιστοσύνης που είχε με τον Εναγόμενο 1 ότι θα την προμήθευε με αγαθά άριστης ποιότητας. Αντιφατικά προς τις πιο πάνω δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, ο ΜΕ5 (Ι. Τσούκας) παρατηρώ ότι στις παρα. 5 και 6 της Ε/Δ του ημερ. 29.8.2017, παραδέχεται ότι ο ίδιος παρέλαβε τα λουβιά και άνοιξε δύο από τις σακούλες για να διαπιστώσει ότι όντως επρόκειτο για λουβιά. Τη θέση του ΜΕ5 υποστηρίζει και ο κ. Παναγιώτης Δημητρίου (ΜΕ2) που ήταν ο οδηγός που τα μετέφερε στα υποστατικά της Ενάγουσας, ο οποίος ήταν, ως ισχυρίζεται, αυτόπτης μάρτυρας των ενεργειών του ΜΕ5 και δεν υπάρχει αντίλογος περί τούτου. [Ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι ο ΜΕ5 είχε ανοίξει 7 - 8 σακούλες για να τις ελέγξει, εφόσον όμως ο ΜΥ1 δεν ήταν παρών, δεν μπορεί να γνωρίζει καλύτερα από τους ΜΕ2 και ΜΕ5.] Επομένως, η Ενάγουσα είχε μέσω του ΜΕ5 τη δυνατότητα να εξέταζε την ποιότητα των λουβιών, έστω ενδεικτικά, μέσω των δύο σακούλων που άνοιξε, ως ο ίδιος ισχυρίζεται. Η θέση του ΜΕ5 ότι ήταν πρακτικά αδύνατο να ανοίξει όλες τις σακούλες και ότι τούτο δεν γίνεται ποτέ με κανένα από τα προϊόντα που παραλαμβάνει η Ενάγουσα είναι κάτι που αφορά σε πρακτική της Ενάγουσας και δεν μπορεί να αιτιάται τους Εναγόμενους για την αποτελεσματικότητα ή μη της τακτικής της αυτής. Δεν εμπόδισαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 την Ενάγουσα από το να ελέγξει ένα μεγαλύτερο αριθμό σακούλων πριν δεχθεί να τις παραλάβει. Δεν υπήρξε τέτοια παράκληση της Ενάγουσας (βλ. το άρθρο 41)[1], την οποία οι Εναγόμενοι να εμπόδισαν. Το γεγονός ότι ο ΜΕ2 δεν εντόπισε οποιοδήποτε ελάττωμα στις σακούλες που έλεγξε και δη το γεγονός ότι δεν εντόπισε σκουλίκια, συνάδει με τη θέση του ΜΥ3, κ. XXXXX Γεωργίου, ο οποίος στη δική του Ε/Δ, ημερ. 5.12.2017, ανέφερε ότι την 30.3.2015 επιθεώρησε τα λουβιά και τα βρήκε της επιθυμητής ποιότητας. Δεν αντεξετάστηκε επ'αυτού του ουσιώδους ισχυρισμού του ο ΜΥ3 από τους συνηγόρους της Ενάγουσας. Δεν κλονίστηκε, επομένως, η μαρτυρία που υπάρχει από τον τελευταίο που επιθεώρησε την ποιότητα των επίδικων λουβιών πριν αυτά μεταφερθούν και παραδοθούν στην Ενάγουσα. Έχει νομική σημασία ο χρόνος που διαπιστώνεται η φθορά των αγαθών. Τούτο διότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7 του Ν.10(Ι)/1994, αν τα αγαθά φθάρηκαν πριν από τη σύναψη της σύμβασης πώλησης, τότε η σύμβαση είναι άκυρη.[2] Αν δηλαδή διαπιστωνόταν ότι στην πραγματικότητα ο ΜΥ3 τα είχε απορρίψει λόγω ακατάλληλης ποιότητας και ακολούθως ο Εναγόμενος 2 μέσω του Εναγόμενου 1 συμφώνησε με την Ενάγουσα να τα πωλήσει στην ίδια, τότε η συμφωνία πώλησης μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 και της Ενάγουσας θα ήταν άκυρη εξ υπαρχής. Δεν υπάρχει, όμως, τέτοια μαρτυρία ενώπιόν μου, δεδομένης και της μη αντεξέτασης του ΜΥ3 που ισχυρίστηκε ότι δεν χρειαζόταν τόσα πολλά κιλά λουβί και γι'αυτό δεν τα κράτησε στην κατοχή του. Παρομοίως, βάσει των προνοιών του άρθρου 8 του Ν.10(Ι)/1994, θα μπορούσε να ακυρωθεί η συμφωνία αν διαπιστωνόταν ότι τα αγαθά φθάρηκαν πριν την πώληση, αλλά μετά τη συμφωνία για πώληση.[3] Τί σημαίνει αυτό; Ότι αν μετά τη σύναψη της συμφωνίας συμπληρωθούν όλες οι αναγκαίες ενέργειες εκατέρωθεν έτσι ώστε, πέραν της παράδοσης της κατοχής των αγαθών, να μεταβιβαστεί και η κυριότητα των αγαθών στον αγοραστή, τότε συντελείται η πράξη της πώλησης και παύει από το σημείο αυτό να είναι ακυρώσιμη η πράξη. Τούτο διότι εκ των διατάξεων του άρθρου 26 του Ν.10(Ι)/1994, ο κίνδυνος, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, μεταβιβάζεται με την κυριότητα.[4] Δηλαδή, ο αγοραστής επωμίζεται τους κινδύνους άπαξ και γίνει ο κύριος των αγαθών. Οι πράξεις που δείχνουν αν έχει συντελεστεί η πράξη της πώλησης εξαρτώνονται αν από τη φύση της σύμβασης χρειάζεται να σταθμιστούν τα αγαθά ή να ζυγιστούν ή να δοκιμαστούν με σκοπό τον καθορισμό του τιμήματός της αγοραπωλησίας (βλ. συναφώς το άρθρο 22 του Ν.10(Ι)/1994)[5]. Στην παρούσα υπόθεση, με βάση τη δοθείσα μαρτυρία, η Ενάγουσα πλήρωσε το αντίτιμο για τα λουβιά κατά ή περί τις 17.4.2015 όταν ο ΜΕ1 έδωσε στον κ. XXXXX Πανίκου (ΜΕ3) τα λεφτά σε ένα φάκελο για να τα παραδώσει στον Εναγόμενο
- Η απόδειξη πληρωμής (Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ του ΜΕ1) επιβεβαιώνει την ημερομηνία αυτή και δεν την αρνείται ο ΜΥ
- Όπως όμως εξήγησε ο ΜΥ1 στη δική του Ε/Δ ημερ. 28.11.2017 το αντίτιμο είχε συμφωνηθεί μερικές ημέρες μετά την 1.4.2015 που έγινε η παράδοση και κάποιες μέρες πριν την πληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού. Δηλαδή κάπου στο μεσοδιάστημα της 1ης και της 17ης Απριλίου
- Επομένως, διαπιστώνω ότι στην παρούσα υπόθεση ο κίνδυνος μεταβιβάστηκε μαζί με την κυριότητα των λουβιών το αργότερο κατά την ημερομηνία πληρωμής του αντίτιμού τους (ήτοι το αργότερο την 17.4.2015), αφού η πράξη αυτή σήμανε την υιοθέτηση της συναλλαγής, ήτοι την ολοκλήρωση της πώλησης. Είναι συνεπώς σημαντικό το γεγονός ότι μέχρι και την ημερομηνία αυτή, και παρά το ότι κατείχε τα προϊόντα στις δικές της αποθήκες για πάνω από 15 ημέρες, η Ενάγουσα ουδόλως απέρριψε τα επίδικα λουβιά. Παραπέμπω συναφώς και στις πρόνοιες του άρθρου 24 του Ν.10(Ι)/1994.[6] Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, κρίνω ότι καθ' ον χρόνο η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι διαπίστωσε την ακαταλληλότητα των προϊόντων, ήτοι κατά ή περί το τέλος Απριλίου 2015 (ως ισχυρίζονται οι ΜΕ1 και ΜΕ5), ο κίνδυνος είχε ήδη μεταβιβαστεί στην Ενάγουσα για ο,τιδήποτε αφορούσε στα λουβιά αφού ήταν δικής της κυριότητας το αργότερο από 17.4.
- Σε αυτήν εναπόκειτο να λάβει κάθε αναγκαία φροντίδα και μέριμνα για τη διατήρηση ή/και συντήρηση της ποιότητάς τους. Δεν απέδειξε η Ενάγουσα με οποιαδήποτε μαρτυρία ότι τα επίδικα λουβία φθάρηκαν ή/και κατέστησαν ακατάλληλα για βρώση πριν καν η ίδια τα παραλάβει ή προτού αυτή υιοθετήσει τη συναλλαγή πώλησης διά της έγκρισης και πληρωμής τους (βλ. το άρθρο 42)[7]. Άνευ βλάβης του πιο πάνω συμπεράσματός μου, προχωρώ και παρατηρώ ότι, ελλείψει αντεξέτασης του Εναγομένου 1 (ΜΥ1) παρέμειναν ακλόνητοι όλοι οι ισχυρισμοί του Εναγομένου 1 (ΜΥ1), οι οποίοι διατυπώνονται στις παρα. 11 και 13 της Ε/Δ του ημερ. 28.11.2017, και οι οποίοι κατά την κρίση μου είναι ουσιώδεις ισχυρισμοί, διότι, αφενός, δείχνουν ότι η Ενάγουσα δεν λάμβανε οποιαδήποτε μέτρα κλιματισμού των λουβιών στις αποθήκες της και, αφετέρου, δείχνουν ότι τα λουβιά που εν τέλει επέστρεψε στον Εναγόμενο 1 ενδέχεται να μην είναι εκείνα που αρχικά της παραδόθηκαν, αφού δεν επεστράφηκαν στις ίδιες συσκευασίες. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι ο Εναγόμενος 1 (ΜΥ1) δεν αντεξετάστηκε ούτε αναφορικά με τον εξίσου ουσιώδη ισχυρισμό του ότι η επιστροφή των προϊόντων έγινε κατά ή περί τις 3/6/2015 (βλ. τη σημείωση ως το Τεκμήριο 3 της Ε/Δ του), ήτοι μετά πάροδο 2 μηνών από τότε που η Ενάγουσα τα παρέλαβε, και όχι ενωρίτερα. Δεν αντεξετάστηκε ούτε και σχέση με τη δήλωσή του, βάσει της οποίας αυτός αρνείται ότι ήταν παρών κατά την επιστροφή των προϊόντων στη ΣΕΔΙΓΕΠ Αργάκας από τον Άδμητο (Μελή) Μενελάου (ΜΕ4), ο οποίος στην Ε/Δ του ισχυριζόταν ότι ο ΜΥ1 ήταν δήθεν παρών και παρέλαβε τα χαλασμένα λουβιά λέγοντα «ΟΚ αφήστε τα εκεί και θα τα ψεκάσω». Ελλείψει αντεξέτασης του ΜΥ1 επί όλων των προαναφερθέντων οσυιωδών ισχυρισμών του, η αξιοπιστία της μαρτυρίας του δεν έχει διασαλευθεί, ενώ το βάρος της απόδειξης επί των θεμάτων που αυτός ανέδειξε, ήταν στους ώμους της Ενάγουσας ή/και άπτονταν της δύναμης της υπόθεσης της Ενάγουσας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω να κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε ότι υπήρξε παραβίαση από πλευράς του Εναγομένου 1 ως αντιπροσώπου του πωλητή, Εναγομένου 2, του ουσιώδους σιωπηρού όρου ότι τα επίδικα λουβιά ήταν κατάλληλης και/ή αποδεκτής ποιότητας καθ'ον χρόνο συνήφθη η συμφωνία πώλησής τους και/ή καθ' ον χρόνο έγινε η πώλησή τους προς την Ενάγουσα. Επομένως, δεν στοιχειοθετήθηκε το δικαίωμα της Ενάγουσας να καταγγείλει τη σύμβαση (βλ. άρθρο 12
(2)του Ν.10(Ι)/1994) κατά το χρόνο που το έπραξε και να απορρίψει τα αγαθά, εφόσον η κυριότητα αυτών και ο κίνδυνος που η ίδια συνεπάγεται είχαν ήδη περάσει στην Ενάγουσα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας και υπέρ των Εναγομένων αρ. 1 και
- Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. Επιδικάζεται ένα σετ εξόδων δεδομένου ότι ήταν κοινή η νομική αντιπροσώπευση των δύο Εναγομένων. (υπ.)........................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «
- Εκτός αν διαφορετικά συμφωνήθηκε, όταν ο πωλητής προσφέρεται να παραδώσει στον αγοραστή αγαθά, αυτός υποχρεούται μετά από παράκληση, να παράσχει στον αγοραστή εύλογη ευχέρεια για εξέταση των αγαθών με σκοπό να διακριβώσει αν αυτά είναι σύμφωνα με τη σύμβαση και, σε περίπτωση σύμβασης πώλησης βάσει δείγματος, να συγκρίνει το σύνολο αυτών με το δείγμα.». [2] «
- Όταν υπάρχει σύμβαση για πώληση συγκεκριμένων αγαθών, η σύμβαση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης, τα αγαθά εν αγνοία του πωλητή φθάρηκαν ή υπέστησαν τέτοια βλάβη, ώστε να μην ανταποκρίνονται πλέον στην περιγραφή τους στη σύμβαση.». [3] «
- Όταν υπάρχει συμφωνία για πώληση συγκεκριμένων αγαθών, και ακολούθως, προτού ο κίνδυνος περιέλθει στον αγοραστή, χωρίς οποιοδήποτε σφάλμα εκ μέρους του πωλητή ή του αγοραστή, τα αγαθά φθαρούν ή υποστούν τέτοια βλάβη, ώστε να μην ανταποκρίνονται πλέον προς την περιγραφή τους στη συμφωνία, η συμφωνία κατά συνέπεια ακυρώνεται.». [4] «
- Εκτός αν διαφορετικά συμφωνήθηκε, ο κίνδυνος των αγαθών παραμένει στον πωλητή, μέχρις ότου μεταβιβαστεί η κυριότητα τους στον αγοραστή, αλλά, όταν η κυριότητα τους μεταβιβαστεί στον αγοραστή, ο κίνδυνος των αγαθών μετατίθεται στον αγοραστή είτε έγινε παράδοση είτε όχι: [...] [5] «
- Όταν υπάρχει σύμβαση που αφορά την πώληση συγκεκριμένων αγαθών σε παραδόσιμη κατάσταση, αλλά ο πωλητής υποχρεούται να σταθμίσει, να μετρήσει, να δοκιμάσει ή να προβεί σε κάποια άλλη ενέργεια ή πράγμα σχετικά με τα αγαθά με σκοπό τον καθορισμό του τιμήματος, η κυριότητα δε μεταβιβάζεται στον αγοραστή μέχρις ότου γίνει τέτοια ενέργεια ή πράγμα και ο αγοραστής ειδοποιηθεί για αυτό.». [6]
- Όταν αγαθά αποστέλλονται στον αγοραστή για έγκριση, ή "για σκοπούς πώλησης ή επιστροφής" ή για άλλους παρόμοιους όρους, η κυριότητα τους μεταβιβάζεται στον αγοραστή- (α) Όταν αυτός εκδηλώσει την έγκριση ή την αποδοχή του στον πωλητή ή προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που υιοθετεί τη συναλλαγή˙ (β) αν αυτός δεν εκδηλώσει την έγκριση ή την αποδοχή του στον πωλητή, αλλά κρατήσει τα αγαθά, χωρίς να δώσει ειδοποίηση απόρριψης, τότε, αν ορίστηκε χρόνος για την επιστροφή των αγαθών, με την παρέλευση του χρόνου αυτού, και αν δεν ορίστηκε χρόνος, με την παρέλευση εύλογου χρόνου. [7] Το άρθρο 42 του Ν.10(Ι)/94 προβλέπει πότε θεωρείται ότι ο αγοραστής αποδέχτηκε το προϊόν꞉ «42.-
(1)Ο αγοραστής θεωρείται ότι αποδέχτηκε τα αγαθά, τηρουμένων των διατάξεων του πιο κάτω εδαφίου
(2)- (α) Αν αυτός δηλώσει στον πωλητή την αποδοχή αυτών, ή (β) αν, αφού παραδοθούν σε αυτόν τα αγαθά, αυτός προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια αναφορικά με αυτά η οποία αντίκειται προς το δικαιώμα κυριότητας του πωλητή.
(2)Aν παραδοθούν στον αγοραστή αγαθά και αυτός δεν τα έχει προηγουμένως εξετάσει, τότε δε θεωρείται ότι τα αποδέκτηκε δυνάμει του πιο πάνω εδαφίου
(1)μέχρις ότου παρασχεθεί σε αυτόν εύλογη ευχέρεια για να τα εξετάσει με σκοπό- (α) Να διακριβωθεί αν αυτά είναι σύμφωνα με τη σύμβαση, και (β) [...].
(6)Ο αγοραστής θεωρείται επίσης ότι αποδέχτηκε τα αγαθά, αν μετά από την παρέλευση εύλογου χρόνου, κρατήσει τα αγαθά, χωρίς να δηλώσει στον πωλητή ότι τα απέρριψε.
(7)[...]». 64. Όταν στον παρόντα Νόμο γίνεται αναφορά σε εύλογο χρόνο, το ερώτημα τι είναι εύλογος χρόνος αποτελεί ζήτημα πραγματικό. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο