← Κύπρος

ZOLOTUKHIN ν. S.C. BLUE AIR - AIRLINE MANAGEMENT SOLUTIONS S.R.L. κ.α., Αρ. Αγωγής: 189/2016, 3/9/2018

ZOLOTUKHIN ν. S.C. BLUE AIR - AIRLINE MANAGEMENT SOLUTIONS S.R.L. κ.α., Αρ. Αγωγής: 189/2016, 3/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛAΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 189/2016 XXXXX ZOLOTUKHIN Ενάγοντος και

  1. S.C. BLUE AIR - AIRLINE MANAGEMENT SOLUTIONS S.R.L.
  2. ORTHODOXOU GROUP OF COMPANIES LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 3 Σεπτεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις꞉ Για τον Ενάγοντα꞉ κ. Κωνσταντίνος Παπαντωνίου, για Γεώργιος Παπαντωνίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη αρ. 1꞉ κ. Νίκος Α. Δαμιανού ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παρούσα απόφαση εκδίδεται σε συνέχεια της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2018, αφού δόθηκε η ευκαιρία στους συνηγόρους των ως άνω εμφανιζόμενων διαδίκων να αγορεύσουν σε σχέση με το προτεινόμενο από το Δικαστήριο διάβημα, της προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων νομικών ερωτημάτων που το ίδιο το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα ήγειρε και διατύπωσε στην απόφαση ημερ. 5.7.
  3. Στις 13.8.2018 αγόρευσε ο συνήγορος της Εναγόμενης αρ. 1, επεξηγώντας τους λόγους διαφωνίας του με την προτεινόμενη παραπομπή των ερωτημάτων στο ΔΕΕ. Στις 20.8.2018 αγόρευσε ο συνήγορος του Ενάγοντος για τους λόγους που συμφωνεί πως είναι αναγκαία και κατάλληλη η προδικαστική παραπομπή. Με την παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο αποφαίνεται για το αν θα παραπέμψει εν τέλει ή όχι τα εν λόγω ερωτήματα στο ΔΕΕ. Η ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ Ε.Ε. Επιθυμώ να θέσω πρώτα το πλαίσιο που διέπει την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δ.Ε.Ε., όπως περιγράφεται στο έγγραφο που εξέδωσε το Δ.Ε.Ε. με τίτλο «Συστάσεις προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων» (2016/C 439/01). Παραθέτω πιο κάτω αυτούσια αποσπάσματα꞉ «Εισαγωγή
  4. Η προδικαστική παραπομπή, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 19, παράγραφος 3, στοιχείο β', της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (στο εξής: ΣΕΕ) και 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ), αποτελεί θεμελιώδη μηχανισμό του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σκοπός της είναι η διασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου αυτού στην Ένωση, με την παροχή στα δικαστήρια των κρατών μελών ενός μέσου το οποίο τους επιτρέπει να υποβάλλουν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Δικαστήριο) προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή το κύρος των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.
  5. Η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής βασίζεται στη στενή συνεργασία του Δικαστηρίου με τα δικαστήρια των κρατών μελών. Για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της διαδικασίας αυτής, είναι σκόπιμη η υπενθύμιση των ουσιωδών χαρακτηριστικών της και η παροχή ορισμένων διευκρινίσεων με στόχο την αποσαφήνιση των διατάξεων του κανονισμού Διαδικασίας σε ό,τι αφορά, μεταξύ άλλων, το όργανο που ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και το αντικείμενο της σχετικής αιτήσεως, καθώς και τη μορφή και το περιεχόμενό της. Οι διευκρινίσεις αυτές —οι οποίες αφορούν όλες τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως (I)— συμπληρώνονται από ρυθμίσεις οι οποίες αφορούν τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που απαιτούν επίσπευση της εκδικάσεως της υποθέσεως (II) και από ένα παράρτημα, στο οποίο παρατίθενται συνοπτικά τα ουσιώδη στοιχεία οποιασδήποτε αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. I. Διατάξεις οι οποίες έχουν εφαρμογή σε όλες τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως Το όργανο που ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
  6. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας ή του κύρους του δικαίου της Ένωσης ασκείται με αποκλειστική πρωτοβουλία του εθνικού δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το αν οι διάδικοι της κύριας δίκης έχουν εκφράσει ή όχι την επιθυμία για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο. Στο εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά και το οποίο φέρει την ευθύνη της αποφάσεως που θα εκδοθεί, εναπόκειται αποκλειστικά να εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο.
  7. Ο όρος «δικαστήριο» ερμηνεύεται από το Δικαστήριο ως αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης, λαμβανομένου συναφώς υπόψη ενός συνόλου παραγόντων, όπως είναι η ίδρυση με νόμο του οργάνου το οποίο υποβάλλει το ερώτημα, ο μόνιμος χαρακτήρας του, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της προσφυγής σε αυτό, η τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως κατά την ενώπιόν του διαδικασία, η εφαρμογή, από το όργανο αυτό, κανόνων δικαίου, καθώς και η ανεξαρτησία του.
  8. Τα δικαστήρια των κρατών μελών μπορούν να υποβάλλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης εφόσον εκτιμούν ότι η επίλυση του ζητήματος από το Δικαστήριο είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους αποφάσεως (βλέπε άρθρο 267, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ). Η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη ιδίως όταν ανακύπτει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου νέο ερμηνευτικό ζήτημα το οποίο έχει γενικότερη σημασία για την ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να παράσχει τις διευκρινίσεις που είναι αναγκαίες σε ένα καινοφανές νομικό ή πραγματικό πλαίσιο.
  9. Ωστόσο, όταν ανακύπτει ζήτημα σε υπόθεση εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να υποβάλει στο Δικαστήριο τέτοιο ερώτημα (βλέπε άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), εκτός εάν υπάρχει ήδη σχετική νομολογία ή εάν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την ορθή ερμηνεία του οικείου κανόνα δικαίου.
  10. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, μολονότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την ευχέρεια να απορρίπτουν τους λόγους που προβάλλονται ενώπιόν τους σχετικά με το ανίσχυρο μιας πράξεως θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης, εντούτοις η δυνατότητα κήρυξης ως ανίσχυρης μιας τέτοιας πράξεως ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστήριου. Εφόσον λοιπόν, ένα δικασήριο κράτους μέλους έχει αμφιβολίες ως προς το κύρος μιας τέτοιας πράξεως, οφείλει να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η εν λόγω πράξη είναι ανίσχυρη. Το αντικείμενο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
  11. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να αφορά την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης και όχι την ερμηνεία κανόνων του εθνικού δικαίου ή ζητήματα σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης.
  12. Το Δικαστήριο αποφαίνεται επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως μόνον εφόσον το δίκαιο της Ένωσης είναι εφαρμοστέο στην υπόθεση της κύριας δίκης. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εκθέτει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία που το οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης ενδέχεται να έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση.
  13. Όσον αφορά τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως οι οποίες αφορούν την ερμηνεία του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 51, παράγραφος 1, αυτού, οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Αν και οι περιπτώσεις τέτοιας εφαρμογής μπορεί να ποικίλλουν, εντούτοις, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο, ότι ένας κανόνας του δικαίου της Ένωσης, πλην του Χάρτη, έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης. Στο μέτρο που το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως όταν μια έννομη κατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, οι διατάξεις του Χάρτη των οποίων ενδεχομένως γίνεται επίκληση από το αιτούν δικαστήριο δεν μπορούν να θεμελιώσουν, καθ' εαυτές, την αρμοδιότητα αυτή.
  14. Τέλος, μολονότι για την έκδοση της αποφάσεώς του το Δικαστήριο λαμβάνει, κατ' ανάγκην, υπόψη το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, όπως αυτό προσδιορίζεται από το αιτούν δικαστήριο στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, εντούτοις δεν εφαρμόζει το ίδιο το δίκαιο της Ένωσης στην εν λόγω διαφορά. Το Δικαστήριο, όταν αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, επιχειρεί να δώσει απάντηση χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, εναπόκειται όμως στο αιτούν δικαστήριο να αντλήσει τις συγκεκριμένες συνέπειες της απαντήσεως αυτής, μη εφαρμόζοντας ενδεχομένως τον εθνικό κανόνα που κρίνεται αντίθετος προς το δίκαιο της Ένωσης. Η κατάλληλη στιγμή για την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
  15. Ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα όταν διαπιστώνει ότι, για την έκδοση της αποφάσεώς του, είναι αναγκαία μια απόφαση σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης. Πράγματι, το εθνικό δικαστήριο μπορεί καλύτερα να εκτιμήσει σε ποιο στάδιο της διαδικασίας πρέπει να υποβληθεί το ερώτημα αυτό.
  16. Εντούτοις, στο μέτρο που η αίτηση αυτή θα αποτελέσει τη βάση της διαδικασίας που θα διεξαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και που το τελευταίο πρέπει να έχει στη διάθεσή του όλα τα στοιχεία τα οποία θα του επιτρέψουν να ελέγξει την αρμοδιότητά του για να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα και, σε καταφατική περίπτωση, να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα αυτά, είναι αναγκαίο η απόφαση περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος να λαμβάνεται σε στάδιο της δίκης κατά το οποίο το αιτούν δικαστήριο είναι σε θέση να προσδιορίσει, με επαρκή ακρίβεια, το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης καθώς και τα ανακύπτοντα σε αυτή νομικά ζητήματα. Ενδέχεται, επίσης, να είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης η προδικαστική παραπομπή να γίνεται μετά από κατ' αντιμωλίαν συζήτηση.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 5/16, ημερ. 5.4.2017 έχουν συνοψισθεί από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι αρχές στη βάση των οποίων ένα εθνικό δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραπέμπει προδικαστικό ζήτημα στο Δ.Ε.Ε.. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Είναι γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες εθνικό Δικαστήριο στην Ευρωπαϊκή Ένωση δύναται ή υποχρεούται, αν είναι τελευταίου βαθμού, να παραπέμψει ζήτημα στο Δικαστήριο ως προδικαστική παραπομπή. Η προδικαστική παραπομπή διέπεται από το άρθρο 267 της Συνθήκης το οποίο καθορίζει ότι με προδικαστική απόφαση το Δικαστήριο αποφαίνεται επί της ερμηνείας της Συνθήκης, του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και επί της ερμηνείας των καταστατικών των οργανισμών που ιδρύθηκαν με πράξη του Συμβουλίου. Το εθνικό Δικαστήριο αποστέλλει ερώτημα ακόμη και αυτεπαγγέλτως, έστω και αν το χρησιμοποιηθέν δικονομικό μέτρο από διάδικο είναι ελλιπές ή άκυρο, όπου το ίδιο το Δικαστήριο διαπιστώνει την προς τούτο αναγκαιότητα εφόσον κρίνει ότι το ανακύψαν ζήτημα είναι ουσιώδες και η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του κρίσης. Στο ημεδαπό δίκαιο έχει τεθεί σε ισχύ το άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60, που στην ουσία επαναλαμβάνει τα πιο πάνω. Αναγνωρίζονται εξαιρέσεις στη δυνατότητα ή υποχρέωση του εθνικού Δικαστηρίου να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα όταν η ερμηνεία είναι τόσο προφανής που να μην χρειάζεται το εθνικό Δικαστήριο να ανατρέξει σε προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος, αρχή γνωστή ως acte claire όπως έχει καθιερωθεί στην υπόθεση Srl CILFIT v. Ministry of Health, Case 283/1981

(1982)E.C.R. 3415. Επίσης εξαίρεση έχει καθιερωθεί στη βάση της αρχής του acte éclairé, η οποία τυγχάνει εφαρμογής όταν το ερώτημα που ανακύπτει έχει ήδη τύχει εξέτασης σε ουσιωδώς παρόμοιο ερώτημα και έχει απαντηθεί από το Δικαστήριο. Η Κυπριακή σχετική νομολογία επί των θεμάτων της προδικαστικής παραπομπής έχει αναφερθεί και συνοψισθεί σε αρκετές αποφάσεις μεταξύ των οποίων η Cypra Ltd v. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 305 και Kristian Bekefi κ.ά. v. Δημοκρατίας, Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 42/2013 κ.ά., ημερ. 8.9.
  1. Για το διαδικαστικό μέρος μιας παραπομπής έχει δημοσιευθεί ο προαναφερθείς περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός (Αρ. 1) του 2008, κατά τον οποίο Δικαστήριο δύναται να εκδώσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας σχετική διαταγή παραπομπής είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αίτησης διαδίκου, εκθέτοντας σε Παράρτημα την παράκληση προς το Δικαστήριο για έκδοση προδικαστικής απόφασης εξειδικεύοντας το ερώτημα και όλα τα σχετικά στοιχεία που καθορίζονται στον Κανονισμό.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΑΡ. 1 Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης αρ. 1 ήγειρε στη γραπτή αγόρευσή του διάφορους λόγους διαφωνίας. Κάποιοι εξ αυτών βάλλουν κατά του τρόπου με τον οποίο το Δικαστήριο αποφάνθηκε ή χειρίστηκε ορισμένα διαδικαστικά ή ουσιαστικά ζητήματα. Δεν θα υπεισέλθω σε αυτά, εφόσον, αφενός, δεν δύναμαι να ενεργήσω αναθεωρητικά ως Εφετείο δικής μου απόφασης και, αφετέρου, επειδή δεν σχετίζονται με τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να προβεί ή να μην προβεί σε προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ. Επικεντρώνομαι, λοιπόν, στους δύο ουσιαστικά λόγους ένστασης που διακρίνω στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Εναγομένης όσον αφορά το να γίνει παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δ.Ε.Ε. από το παρόν Δικαστήριο, ήτοι꞉ (α) Ότι δεν είναι αναγκαία η απάντηση των προτεινόμενων ερωτημάτων από το ΔΕΕ, προκειμένου να κρίνει το παρόν Δικαστήριο τη διαφορά ως η δικογραφία της παρούσας υπόθεσης. (β) Ότι είναι αδύνατη η προδικαστική παραπομπή στο παρόν στάδιο της δίκης, διότι έχει ξεπεραστεί το προδικαστικό στάδιο στο πλαίσιο της δίκης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Παρατίθενται αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από την αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης꞉ Αναφορικά με τον πιο πάνω λόγο ένστασης (α). «Με βάση την ισχυριζόµενη βάση αγωγής, το πως παρουσιάστηκε η υπόθεση του ενάγοντα και η αναµφισβήτητη µαρτυρία που τέθηκε είναι φανερό ότι η απόφαση επί των ζητηµάτων που εγείρει το Δικαστήριο δεν είναι αναγκαία για την απόφαση του. Η υπόθεση του ενάγοντα δεν δικογραφήθηκε καθόλου σε πραγµατικούς ισχυρισµούς, αλλά και βάση αγωγής κατά των εναγοµένων 1, έτσι ώστε στα επίδικα θέµατα να εµπίπτουν ζητήµατα εφαρµογής της απόφασης ή του κανονισµού που αναφέρει το Δικαστήριο. Η βάση αγωγής προσδιορίζεται από τα δικόγραφα του ενάγοντα. Δεν προσδιορίζεται ούτε επεκτείνεται βέβαια µε την µαρτυρία που προσκοµίζεται (εδώ ένορκη δήλωση) ούτε και µε αχρείαστη (κατά την άποψη µου και µε όλο το σεβασµό χωρίς έρεισµα στην υπόθεση) νοµική ανάλυση του ευρωπαϊκού δικαίου στα δικαιώµατα επιβατών και τα παρεχόµενα ένδικα µέσα ή θεραπείες. Η αγωγή περιορίζεται στο αστικό αδίκηµα της αµέλειας και µάλιστα αυτό το προσδιορίζει εναντίον της εναγοµένης 2 ORTHODOXOU GROUP OF COMPANIES LTD. Η βάση αγωγής προσδιορίζεται από τις παραγράφους 7 και 8 της έκθεσης απαίτησης. Αναφέρει ο ενάγοντας ότι «... η Εναγοµένη 2 ενήργησε παράνοµα και/ή καταχρηστικά και/ή αµελώς µε την απόφαση της να µην επιτρέψει στον ενάγοντα να ταξιδεύει στη Ρουµανία.» Παραθέτει στη συνέχεια "λεπτοµέρειες αµελείας". Ξεκάθαρα οι λεπτοµέρειες αµελείας (α) - (στ) αναφέρονται στην Εναγοµένη
  2. Οι αναφερόµενες αιτιάσεις, µοµφές κτλ. συνάδουν µόνο µε όσα ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έκαµαν οι εναγόµενοι 2 τους οποίους τοποθετεί άλλωστε µε την παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης του στη διαδικασία ελέγχου "check in" και στους υπαλλήλους των εναγοµένων 2 αναφέρεται ότι "επέµεναν στη θέση τους". Στη παράγραφο 8 σε συνέχεια της παραγράφου 7 όπου καταφέρεται εναντίον της εναγοµένης 2 και θέτει λεπτοµέρειες αµέλειας συνεχίζει για να πει ότι αυτές οι αµελείς πράξεις των εναγοµένων είχαν ως αποτέλεσµα να υποστεί τις ειδικές ζηµιές που θέτει υπό (α)-(ε). Είναι, λοιπόν, µε όλο το σεβασµό ξεκάθαρο ότι: (α) Δεν ισχυρίζεται ο ενάγοντας αµέλεια των εναγοµένων 1 ούτε τη γενική αναφορά «... ότι ενήργησαν παράνοµα και/ή καταχρηστικά ...». (β) Δεν ισχυρίζεται ο ενάγοντας και πουθενά δεν δικογραφεί ότι οι εναγόµενοι 1 σε αυτές τις αµελείς πράξεις ενεργούσαν υπό συνθήκες καθιστώσες εκ προστήσεως υπεύθυνους τους εναγοµένους 1 (vicariously liable). (γ) Η αιτιώδης συνάφεια (causation), το ζηµιογόνο δηλαδή γεγονός που συνιστά τη βάση αγωγής προσδιορίζεται στις αµελείς πράξεις των εναγοµένων 2 (παράγραφος 5: «Με βάση τις πιο πάνω αµελείς πράξεις των εναγοµένων είχαν ως αποτέλεσµα ο ενάγων να υποστεί τις πιο κάτω ειδικές ζηµιές.») Το γεγονός ότι η εναγόµενη 2 δεν είχε καµιά σχέση µε τους εναγοµένους 1, και αυτό διαφάνηκε από την υπεράσπιση των εναγοµένων 2 ή έστω από την κατατεθείσα ένορκη δήλωση και των εναγοµένων 1, δύο µήνες προ της ακρόασης, θα ανέτρεπε ακόµη και αν τίθετο δικογραφία (που δεν τέθηκε) ισχυρισµό εκ προστήσεως ευθύνης των εναγοµένων
  3. Ο ενάγοντας δεν αναφέρει και δεν προσδιορίζει ως βάση αγωγής καµιά άρνηση ή παράλειψη ή παράβαση των εναγοµένων
  4. Σε ολόκληρη την έκθεση απαίτησης η µόνη αναφορά στους εναγοµένους 1 γίνεται στη τελευταία πρόταση της παραγράφου 5 («Για την ανάγκη έκδοσης της visa ποτέ δεν του υποδείχθηκε από την εναγοµένη 1 ούτε και έθετε προϋποθέσεις ή όρους αγοράς του εισιτηρίου την έκδοση visa, ούτως ώστε να γνώριζε και να το διευθετούσε ο Ενάγοντας προηγουµένως.») Αυτή όµως η αναφορά δεν συσχετίζεται µε τις ισχυριζόµενες ζηµιές ούτε και θα µπορούσε άλλωστε αφού σταθερή θέση του ενάγοντα ήταν η ανυπαρξία ανάγκης έκδοσης visa. Με λίγα λόγια όπως τέθηκε η βάση αγωγής από την έκθεση απαίτησης και που ουσιαστικά έµεινε αναλλοίωτη και από την απάντηση (παρά τις µεσολαβηθείσες υπερασπίσεις) δεν µπορούσε και δεν µπορεί να επιζήσει ή ευσταθεί εναντίον των εναγοµένων 1.». Αναφορικά με τον πιο πάνω λόγο ένστασης (β). «ΣΤ. ΑΔΥΝΑΤΗ «ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ» ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5/07/
  5. Όπως διατυπώθηκε το άρθρο 34Α και ιδίως ο περί Προδικαστικής Παραποµπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισµός (1/2008) είναι φανερό ότι η παραποµπή γίνεται προδικαστικά. Όπως λοιπόν ο τίτλος υπονοεί αλλά και η έννοια της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 2 του Καν.1/2008)το χρονικό σηµείο υποβολής τέτοιου ερωτήµατος δεν µπορεί να ακολουθεί την εκδίκαση. Σε κάθε περίπτωση δεν µπορεί να ακολουθεί την πλήρη εκδίκαση της υπόθεσης, µε παράθεση όλης της µαρτυρίας από πλευράς κάθε διαδίκου, την ολοκλήρωση των αγορεύσεων µε την παράθεση πλήρως και τελικώς των θέσεων της κάθε πλευράς. Εδώ µάλιστα στην περίπτωση µας εκδόθηκε και απόφαση του Δικαστηρίου ηµεροµηνίας 5/07/2018 και αποφάσισε σειρά ζητηµάτων. Μπορεί µεν όπως έχει λεχθεί στο Information Note on references from NationaI Courts for a PreIiminary RuIing (2012/C338/01) να είναι επιθυµητό όπως η απόφαση παραποµπής προδικαστικού ερωτήµατος ληφθεί όταν η διαδικασία ενώπιον του εθνικού Δικαστηρίου έχει φτάσει στο σηµείο όπου το εθνικό Δικαστήριο να µπορεί να καθορίσει τα γεγονότα και το νοµικό πλαίσιο του ερωτήµατος, αυτό όµως δεν µπορεί να γίνεται σε σηµείο µετά τη δίκη και µετά που οι διάδικοι παρουσίασαν την υπόθεση τους µε µαρτυρία και αγόρευσαν επ'αυτής της υπόθεσης που να ανατρέπει αυτή το αντικείµενο της δίκης που είχαν. Έχει εκδοθεί απόφαση µε σηµαντικά ευρήµατα, µε αξιολόγηση µαρτυρίας, µε αποφάσεις ζητηµάτων µέχρι και απόρριψη αγωγής σε ότι αφορά τους εναγοµένους
  6. Η προσκόµιση µαρτυρίας κώτω από οπιεσδήποτε συνθήκες έχει τελειώσει προ πολλού. Η ανακατανοµή της διαδικασίας πλέον δεν είναι εφικτή. Η έννοια της προδικαστικής παραποµπής δεν είναι, µε όλο το σεβασµό εφικτή µετά το κλείσιµο της δίκης και τις αγορεύσεις των διαδίκων. Πόσο µάλλον όταν ήδη δόθηκε και απόφαση.». «Η διαδικασία διεξάχθηκε µε βάση την Δ.
  7. Συγκριµένα η ακρόαση έκλεισε µε την αγόρευση και του δεύτερου µέρους (των εναγοµένων). Το Δικαστήριο µετά το κλείσιµο της υπόθεσης µπορούσε και όφειλε να εκδώσει απόφαση µόνον (Δ.33 Θ.12). Καταληκτικά, ο συνήγορος της Εναγόμενης ισχυρίζεται ότι - «Η εµπλοκή των παραπεµπόµενων ζητηµάτων/ερωτηµάτων σε αυτό το στάδιο στην υπόθεση µε διεύρυνση της βάσης της υπόθεσης σε σηµεία που δεν ηγέρθη καν καθόλου µάλιστα στην δικογραφία εναντίον των εναγοµένων 1 θα συνιστούσε ανατροπή της ισότητας των όπλων, ανατροπή του δικαιώµατος ακρόασης και της προσκόµισης µαρτυρίας αλλά και παράβαση της Διαταγής
  8. Η υπόθεση µπορεί ξεκάθαρα να αποφασιστεί στην ολότητα της χωρίς ανάγκη των προδικαστικών ζητηµάτων.». Από την άλλη, ο συνήγορος του Ενάγοντος, παρέπεμψε στην απόφαση του Δικαστή MacPherson στην υπόθεση R. v. Η.Μ. Τreasury, ex parte DaiIy MaiI and GeneraI Τrust pIc.
(1987)C.M.L.R.
(2), ρ. 1, 4, η οποία χρησιµοποιήθηκε και στην υπόθεση ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ v. ELLINAS FINANCE L ΤD κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A170, Πολιτική Εφεση Αρ. 283/2010, 10/3/2015, για να δείξει ποιοι λόγοι αναγνωρίζονται σωρευτικά ως ικανοί να αιτιολογήσουν μια παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ. Σχετικό απόσπασµα (σε Ελληνική µετάφραση) παρατίθεται: «Δεν παραπέµπω την υπόθεση απλά γιατί σοβαρό σηµείο του Κοινοτικού Δικαίου εγείρεται, αλλά την παραπέµπω για τους πιο κάτω λόγους:
  1. Τα σχετικά γεγονότα δεν τελούν υπό αµφισβήτηση. Η υπόθεση ενώπιον µου στην έγγραφη µορφή της και τα ενώπιον µου έγγραφα παραθέτουν τα γεγονότα τα οποία, αν όχι στην ολότητά τους, στην ουσία είναι συµφωνηµένα.
  2. Το νοµικό σηµείο που ηγέρθη, κατά την κρίση µου, θα είναι καθοριστικό για την επίλυση τελεσίδικα της επίδικης διαφοράς.
  3. Δεν υπάρχει Κοινοτική αυθεντία ακριβώς στο σηµείο ή πραγµατικά κατά την κρίση µου, παραπλήσια του.
  4. Το εγερθέν σηµείο και πραγµατικά αυτή η ίδια η υπόθεση προβάλλονται και τα δύο καλόπιστα και χωρίς υστερόβουλο κίνητρο.
  5. Είµαι πεπεισµένος ότι σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας η υπόθεση θα παραπεµφθεί ή θα πρέπει να παραπεµφθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
  6. Δεν βρίσκω ότι το σηµείο είναι απαλλαγµένο αµφιβολίας.». Επισημαίνει ο συνήγορος του Ενάγοντος ότι στο παρόν στάδιο που έχει φθάσει η υπόθεση, έχει καταχωρηθεί η µαρτυρία των διαδίκων και έχει εκδοθεί απόφαση επί ορισµένων σηµείων/γεγονότων. Τα ευρήματα γεγονότων του Δικαστηρίου θέτουν, ως εισηγείται ο συνήγορος του Ενάγοντος, «το θεµέλιο λίθο» για την παραπομπή των προδικαστικών ερωτηµάτων. Συνοπτικά, τα γεγονότα ως έχουν δικαστικά διακριβωθεί είναι ότι꞉ Ο Ενάγων κατά την 6η Σεπτεμβρίου 2015 παρουσιάστηκε στο αεροδρόµιο Λάρνακας εγκαίρως για να ταξιδέψει µε αεροπλάνο της Εναγοµένης 1 στο Βουκουρέστι. Κατείχε διαβατήριο του Καζακστάν, όπως και προσωρινή άδεια παραµονής στο έδαφος της Κυπριακής Δηµοκρατίας. Περί τις 2 ή 3 µέρες πριν την αναχώρηση του για τη Ρουµανία, ο Ενάγων υπέβαλε αίτηση ηλεκτρονικά για την έκδοση θεώρησης εισόδου στη Ρουµανία μέσω του ηλεκτρονικού αυτοµατοποιηµένου συστήµατος του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρουµανίας και έλαβε απάντηση ότι δεν χρειάζεται θεώρηση εισόδου. Οι υπαλλήλοι της αντιπροσώπου εταιρείας των Εναγοµένων 1 στην Κύπρο επικοινώνησαν µε την ground controller στο Βουκουρέστι, η οποία τους ανακοίνωσε ότι οι Ρουµανικές Αρχές αρνούντο να επιτρέψουν την είσοδο του στο έδαφος της Ρουµανίας. Ουδέποτε αυτή η απόφαση κοινοποιήθηκε στον Ενάγοντα µε οποιοδήποτε τρόπο όπως π.χ. ηλεκτρονικά ή τηλεφωνικά, παρά µόνο στο αεροδρόµιο, όχι όμως γραπτώς και αιτιολογημένα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του συνηγόρου της Εναγομένης αρ. 1 περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ισχυριζόµενης ζηµιάς του Ενάγοντα και των πράξεων ή παραλείψεων της Εναγόμενης αρ. 1, λόγω του ότι ως ισχυρίζεται η Εναγόμενη αρ. 1 η ζημιά που υπέστη ο Ενάγων προκλήθηκε από τις Ρουμανικές αρχές, ενώ η μη επιβίβασή του στο αεροπλάνο ουδεμία ζημιά του προκάλεσε, εφόσον δεν θα γινόταν δεκτή η είσοδός του στη Ρουμανία, ο συνήγορος του Εναγομένου απαντά ως εξής꞉ «Ο Ενάγοντας όντως αξιώνει στη βάση παράβασης σύµβασης και/ή αµέλειας. Χρησιµοποιεί όµως την ΑΠΟΦΑΣΗ αριθ. 565/2014/ΕΕ για να στηρίξει την αγωγή του.». «Ο Ενάγοντας ουδέποτε µπόρεσε να αντιµετωπίσει την άρνηση τρίτων ήτοι των Ρουµανικών Αρχών και ουδέποτε του δόθηκε επίσηµα η θέση τους. Αντιθέτως, µε αίτηση του στο ηλεκτρονικό σύστηµα του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρουµανίας η απάντηση που έλαβε ήταν θετική, µαρτυρία που κατατέθηκε ως τεκµήριο και δεν είχε κανένα λόγο ο Ενάγοντας να στραφεί µε προσφυγή κατά των Ρουµανικών Αρχών.». «Ο Ενάγοντας να επαναλάβω ουδέποτε αντιµετώπισε την άρνηση των Ρουµανικών Αρχών και ουδέποτε αποδέχτηκε ότι υπήρξε άρνηση των Ρουµανικών Αρχών. Πάντοτε επέµενε ότι αυθαίρετα η Εναγοµένη 1 µέσω των αντιπροσώπων της, δεν αποδέχτηκε την είσοδο του στο αεροπλάνο παρόλο που είχε όλα τα αναγκαία έγγραφα που συνάδουν µε την Απόφαση 565/2014/ΕΕ.» Εφόσον όμως έγινε δεκτή η μαρτυρία της Εναγόμενης ότι υπήρξε άρνηση από τις Ρουµανικές Αρχές να δεχτούν τον Ενάγοντα στο έδαφος τους, ο συνήγορος του Ενάγοντος θεωρεί εύλογο να εξεταστεί αν η Απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ στην οποία ο Ενάγων στηρίζει ρητά την απαίτησή του, παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα προς όφελός του και αν δύναται επικαλεστεί το παράνομο της απόφασης των Ρουμανικών αρχών εναντίον του αερομεταφορέα που, εφαρμόζοντας τη Ρουμανική άρνηση εισόδου, απαγόρευσε την επιβίβασή του. Καταληκτικά, ο συνήγορος του Ενάγοντος αναφέρει στη γραπτή αγόρευσή του ότι꞉ «Με βάση το νόµο και τη νοµολογία και τα γεγονότα της υπόθεσης όπως διαµορφώθηκαν µετά τη µαρτυρία των διαδίκων, οι προϋποθέσεις για παραποµπή προδικαστικού ερωτήµατος εισηγούµαι ότι πληρούνται και έτσι υπάρχει ανάγκη για προδικαστική παραποµπή.». ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. (α) Αναφορικά με το αν είναι κατάλληλο στάδιο να γίνει προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ. Είναι νομολογημένο ότι το εθνικό Δικαστήριο είναι ο κατ' εξοχήν φορέας της εξουσίας διακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων θα στηριχθεί το Δικαστήριο της Ε.Ε. για να ερμηνεύσει μια διάταξη και ότι είναι βολικό για το Δικαστήριο της Ε.Ε. να έχουν ήδη διακριβωθεί τα γεγονότα στο εθνικό δικαστήριο προτού αυτό παραπέμψει τα προδικαστικά ερωτήματα. Αν το εθνικό Δικαστήριο δεν αποφασίσει ποια είναι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης πριν προβεί στην προδικαστική παραπομπή, το ΔΕΕ δεν θα επιχειρήσει να προβεί το ίδιο στη διεργασία διακρίβωσης των γεγονότων. Αυτά επεξηγεί το Σύγγραμμα «References to the European Court, David W.K. Anderson Q.C. and Marie Demetriou, 2002, 2nd edition, Sweet & Maxwell, Thomson Reuters», στην παρα. 3-084, σελ. 81-82, με παραπομπή σε νομολογία του ΔΕΕ. Στο ίδιο Σύγγραμμα στην παρα. 3-098 αναφέρεται ότι δεν υπάρχει περιορισμός ως προς το στάδιο της δίκης κατά το οποίο μπορεί να προωθηθεί μια προδικαστική παραπομπή. Μπορεί να αποφασισθεί να γίνει παραπομπή ακόμη και όταν εξετάζεται μια ενδιάμεση αίτηση για διαγραφή δικογράφου ή διάδικου, πριν ή μετά την ακρόαση μαρτυρίας επί της ουσίας της υπόθεσης, νοουμένου ότι θα δοθεί η ευκαιρία στους διάδικους να τοποθετηθούν επί του διαβήματος της προδικαστικής παραπομπής (C-107/76 Hoffman-La Roche [1977] ECR 957). Η ακρόαση μαρτυρίας και η διακρίβωση των γεγονότων της υπόθεσης δεν συνιστούν εμπόδιο στο να διενεργηθεί αμέσως μετά παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ. Εκείνο που καθιστά το εθνικό Δικαστήριο functus officio και του αφαιρεί πλέον την εξουσία προδικαστικής παραπομπής είναι η έκδοση τελικής απόφασης στην ενώπιον του διαφορά (βλ. παρα. 3-098, σελ. 87 του ανωτέρω Συγγράμματος, με παραπομπή στην απόφαση Chiron Corp. v Murex-Diagnostics Ltd [1995] All ER (E.C.) 88). Μετά την έκδοση τελικής απόφασης, το Δικαστήριο θεωρείται ότι έχει εξετελέσει το καθήκον του και η εξουσία του έχει λήξει. Συνεπώς η έννοια της προδικαστικής παραπομπής, συσχετίζεται με το ότι εξακολουθεί να εκκρεμεί η έκδοση της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της δίκης. Δεν συσχετίζεται απαραιτήτως με το αν λήφθηκε ή όχι η μαρτυρία επί της ουσίας της υπόθεσης ή/και με τη διαμόρφωση δικαστικών ευρημάτων για τα γεγονότα της υπόθεσης. Εν προκειμένω, στην ενώπιον μου υπόθεση, η απόφαση που εκδόθηκε στις 5.7.2018 δεν έχει διαγνώσει κατά τρόπο τελικό τα επίδικα θέματα. Απεναντίας, το Δικαστήριο αφότου εξέτασε τη ληφθείσα μαρτυρία, ήταν μεν σε θέση να προβεί σε ευρήματα γεγονότων και να αποφανθεί ότι κακώς συνενώθηκε η Εναγόμενη 2 ως διάδικος αφού δεν είχε καμία εμπλοκή στα γεγονότα της υπόθεσης, πλην όμως όσον αφορά την Εναγόμενη αρ. 1 και την ύπαρξη τυχόν αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντος εναντίον αυτής, έκρινε πως δεν ήταν δυνατόν να εκδώσει τελική απόφαση στην αγωγή διότι αναφύονται στη βάση των γεγονότων νομικά ζητήματα, για τα οποία προσανατολίζεται να απευθύνει προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ. Έδωσε το παρόν Δικαστήριο την ευκαιρία στους συνηγόρους εκατέρωθεν να γνωρίζουν ποια είναι τα νομικά ερωτήματα που αυτεπάγγελτα εγείρει ως αναγκαία για την έκδοση της τελικής του απόφασης. Επομένως, το Δικαστήριο έχει καταστεί functus officio μόνο σε σχέση με την Εναγόμενη 2, αλλά όχι ακόμη σε σχέση με την Εναγόμενη
  7. (β) Αναφορικά με το αν είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης του ΔΕΕ επί των προτεινόμενων ερωτημάτων, προκειμένου να αποφανθεί το παρόν Δικαστήριο στην παρούσα αγωγή. Αντλώντας και πάλι καθοδήγηση από το προμνησθέν Σύγγραμμα των Anderson & Demetriou, σημειώνω ότι η απόφαση του ΔΕΕ επί ενός προδικαστικού ερωτήματος μπορεί να θεωρηθεί ως αναγκαία για την έκδοση απόφασης από ένα εθνικό Δικαστήριο, εκτός όταν η ερώτηση δεν είναι σχετική με τα επίδικα θέματα, αν δηλαδή όποια κι αν είναι η απάντηση στην υποβληθείσα ερώτηση, αυτή δεν θα είναι ικανή να επηρεάσει την έκβαση της δίκης (βλ. παρα. 3-112, σελ. 91 του Συγγράμματος, με παραπομπή στην υπόθεση 283/81, Sri CILFIT v Ministry of Health [1982] ECR 3415, σελ. 3429). Όπως το έθεσε το ΔΕΕ στην απόφαση C-143/94 Furlamis Costruzioni Generali SpA v Azienda Nazionale Autonoma Strade (ANAS) [1995] E.C.R. I-3633, p.12, στο εθνικό Δικαστήριο εναπόκειται να αποφασίσει αν η προδικαστική παραπομπή είναι αναγκαία. Μια προδικαστική παραπομπή μπορεί να απορριφθεί από το ΔΕΕ ως μη αναγκαία μόνο όταν είναι αρκούντως φανερό ότι η ερμηνεία του Κοινοτικού δικαίου που επιζητείται από αυτό δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική φύση της υπόθεσης ή του αντικειμένου της κυρίως δίκης꞉ "It is for the national courts alone, before which the proceedings are pending and which must assume responsibility for the judgment to be given, to determine, having regard to the particular features of each case, both the need for a preliminary ruling to enable them to give judgment and the relevance of the questions which they refer to the Court. A request for a preliminary ruling from a national court may be rejected only if it is quite obvious that the interpretation of Community Law sought by that court bears no relation to the actual nature of the case or the subject-matter of the main action." Αναγνωρίζεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στα εθνικά δικαστήρια να εγείρουν ακόμη και αυτοβούλως προδικαστικά ερωτήματα. Είναι ήδη νομολογημένο ότι ένα εθνικό δικαστήριο δύναται να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα με το οποίο να ρωτά αν μια πρόνοια ευρωπαϊκού δικαίου έχει ή δεν έχει άμεση ισχύ (βλ. υπόθεση C 26/62, Van Gen den Loos [1963] ECR 1, σελ.13 κ.α.). Όπως επεξηγείται στο προμνησθέν Σύγγραμμα στη σελ. 74, το ίδιο το ΔΕΕ προτιμά να αποφασίζει κατά προτεραιότητα αν μια διάταξη στην οποία στηρίζεται η αξίωση του διάδικου ενώπιον του εθνικού Δικαστηρίου έχει άμεση ισχύ, διότι θα ήταν ανώφελο να προβαίνει το ΔΕΕ στην ερμηνεία της εν λόγω διάταξης αν αυτή δεν παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα στα οποία να δύναται να στηριχθεί ο εν λόγω διάδικος. «Sometimes the Court prefers to determine whether a provision is directly effective before deciding whether to interpret it as requested by the national court. The reasoning is that if a private party relies upon a provision solely for the purposes of obtaining an enforceable right, there is no point in interpreting it, if the provision has no direct effect.». Στην παρούσα υπόθεση το παρόν Δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 261/2004 για τα δικαιώματα των επιβατών, ο οποίος εξ ορισμού (βλ. άρθρο 288 της ΣΛΕΕ) έχει άμεση ισχύ. Όσον αφορά την Απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ, η οποία εξ ορισμού είναι δεσμευτική μόνον για τους αποδέκτες της, που είναι εν προκειμένω τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνεται ονομαστικά, το παρόν Δικαστήριο φρονεί ότι είναι πρώτα αναγκαίο να αποφασιστεί αν, σε συνθήκες όπως αυτές της παρούσας υπόθεσης, η εν λόγω Απόφαση μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ως αποδέκτη της την Εναγόμενη αρ. 1, η οποία αν και ιδιώτης, εφάρμοσε ή/και κοινοποίησε απόφαση που υπάγεται στα κυριαρχικά δικαιώματα του κράτους της Ρουμανίας, ως προέκτασή του, έτσι ώστε να έχει άμεση ισχύ και αν μπορεί να αντιταχθεί οριζοντίως εναντίον της από έναν ιδιώτη. Αν έχει άμεση ισχύ, τότε και μόνο θα ενδιαφέρει η ερμηνεία της διά των λοιπών ερωτημάτων. Όσον αφορά την αναγκαιότητα απάντησης από το ΔΕΕ των πιο πάνω ερωτημάτων προκειμένου να δυνηθεί το παρόν Δικαστήριο να αποφασίσει αν ο Ενάγων έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης αρ. 1, σημειώνω τα εξής꞉ (α) Μέχρι στιγμής, το παρόν Δικαστήριο δεν απέκλεισε ούτε απέρριψε καμία εκ των βάσεων αγωγής που διαζευκτικά ήγειρε ο Ενάγων εναντίον της Εναγόμενης αρ. 1, ήτοι της παράβασης σύμβασης μεταφοράς και/ή της πρόκλησης ζημιάς λόγω παράνομων πράξεων και/ή αμέλειας. Εκκρεμεί ακριβώς η απόφασή του για το αν τα γεγονότα αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα σε τέτοια βάση. (β) Όσον αφορά την ισχυριζόμενη παράβαση σύμβασης, ο Ενάγων δικογράφησε στην παρα. 4 τη «σύναψη σύμβασης μεταφοράς» με αεροπλάνο της Εναγόμενης αρ. 1 από το αεροδρόμιο Λάρνακας προς το αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου. Τέτοια σύμβαση συνάπτεται βάσει του ατομικού εισιτηρίου, όπου ο όρος εισιτήριο ορίζεται ως «το έγκυρο έγγραφο που παρέχει δικαίωμα μεταφοράς, ή το ισοδύναμό του σε μη έντυπη, π.χ. ηλεκτρονική μορφή, το οποίο έχει εκδοθεί ή εγκριθεί από τον αερομεταφορέα ή τον εξουσιοδοτημένο πράκτορά του·» (βλ. άρθρο 2(στ) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 261/2004). Αντίστοιχα, ο όρος "κράτηση", σημαίνει «την κατοχή από τον επιβάτη εισιτηρίου, ή άλλου στοιχείου, το οποίο αποδεικνύει ότι η κράτηση έχει γίνει δεκτή και καταγραφεί από τον αερομεταφορέα ή τον ταξιδιωτικό πράκτορα». Στην παρούσα υπόθεση το εισιτήριο του Ενάγοντος εκδόθηκε από ηλεκτρονική ιστοσελίδα με την οποία δεν σχετίζεται η Εναγόμενη αρ.1, πλην όμως η Εναγόμενη αρ. 1 ουδόλως αρνήθηκε την έγκριση ή/και εγκυρότητα του εισιτηρίου του. Δεν αμφισβητήθηκε από τη μάρτυρα της Εναγομένης αρ. 1 ότι κατά την ουσιώδη ημερομηνία και ώρα που ο Ενάγων προσήλθε στο αεροδρόμιο, είχε επιβεβαιωμένη κράτηση θέσης στο αεροπλάνο της Εναγόμενης αρ.
  8. Ο λόγος για τον οποίο η σύμβαση μεταφοράς δυνάμει του εισιτηρίου του Ενάγοντος δεν εκπληρώθηκε, ήταν ότι η Εναγόμενη αρ. 1, δια μέσω της εταιρείας στην οποία αυτή ανέθεσε τον έλεγχο των ταξιδιωτικών εγγράφων στο σημείο check in, δεν επέτρεψε στον Ενάγοντα την επιβίβασή του στο αεροπλάνο επικαλούμενη τη μη κατοχή από τον Ενάγοντα θεώρησης (visa) που να επιτρέπει την είσοδό του στο έδαφος της Ρουμανίας (βλ. παρα. 5 της Ε/Α). Είναι η θέση του Ενάγοντος ότι δεν υπήρχε τέτοιος όρος ή προϋπόθεση στη σύμβαση μεταφοράς του με την Εναγόμενη αρ. 1, ούτως ώστε ο ίδιος να τον εκπλήρωνε προηγουμένως. Αν ο ίδιος δεν εκπλήρωσε όρο, που όφειλε να γνωρίζει ότι έχει ευθύνη να τηρήσει και ότι οφείλει να εκπληρώσει για να μπορέσει να τηρηθεί η σύμβαση μεταφοράς του, τότε δεν θα φέρει ευθύνη η Εναγόμενη αρ.
  9. Η ίδια η Εναγόμενη αρ. 1, στην παρα. 4(γ) της Έκθεσης Υπεράσπισής της, ισχυρίστηκε ότι «Ο ενάγοντας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι χρειαζόταν άδεια ή ότι ενδεχόμενα ή πιθανώς να μην αποδέχονταν κατά τη διακριτική τους ευχέρεια οι Ρουμανικές αρχές την είσοδό του στη Ρουμανία». Συγχρόνως, μέσω της μαρτυρίας που προσκόμισε η μάρτυρας για την Εναγόμενη αρ. 1, αποδείχθηκε ότι στους όρους μεταφοράς που είναι δημοσιευμένοι στην ιστοσελίδα της Εναγόμενης αρ. 1 στο διαδίκτυο (βλ. https://www.blueairweb.com/en/gb/Travel-Conditions/, σε σχέση με την επιβίβαση και τον έλεγχο των ταξιδιωτικών εγγράφων - «Check in and Embarkation»), αναφέρεται ρητά ότι η αεροπορική εταιρεία δεν έχει ευθύνη για την άρνηση των αρχών του Κράτους προορισμού στην είσοδο του πελάτη στη χώρα και επιφυλάσσει το δικαίωμά της να αρνηθεί να ταξιδέψει οποιοσδήποτε ταξιδιώτης που δεν έχει τα έγγραφα που είναι αναγκαία βάσει των νόμων και κανονισμών ή οδηγιών (βλ. σελ. 25 της απόφασής μου ημερ. 5.7.2018). Είναι σε αυτό το σημείο που αναφύεται ως επίδικο θέμα το αν πράγματι ο Ενάγων απαιτείτο να έχει visa για να εισέλθει στο έδαφος της Ρουμανίας, κάτι που ο ίδιος αρνείται και στηρίζει τη θέση του αυτή στην Απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αυτός κατείχε άδεια παραμονής στην Κύπρο που τυγχάνει αμοιβαίας αναγνώρισης από τη Ρουμανία δυνάμει της προμνησθείσας Απόφασης. Επομένως, ενόψει όλων των προεκτεθέντων, η ερμηνεία της Απόφασης αριθ. 565/2014/ΕΕ είναι απολύτως αναγκαία, προκειμένου να αποφανθεί το παρόν Δικαστήριο αν ο Ενάγων είχε δικαίωμα κατά τον ουσιώδη χρόνο να ταξιδέψει στη Ρουμανία χωρίς visa. Στην απόφασή του ημερ. 5.7.2018, το παρόν Δικαστήριο έχει ήδη αναλύσει τις πρόνοιες της Απόφασης αριθ. 565/2014/ΕΕ σε συνδυασμό με το υπόλοιπο κοινοτικό κεκτημένο και έχει διαμορφώσει αιτιολογημένα την ερμηνεία ότι ο Ενάγων πράγματι δεν χρειαζόταν να λάβει visa υπό τις περιστάσεις του ως ίσχυαν την ημερομηνία του επίδικου ταξιδίου του. Η εφαρμογή, όμως, της ερμηνείας αυτής προς όφελος του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγόμενης αρ. 1 για σκοπούς αξίωσης αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης, εξαρτάται από το αν η Εναγόμενη αρ. 1 είχε ευθύνη να αποφασίσει η ίδια για την επάρκεια των ταξιδιωτικών εγγράφων του Ενάγοντος. Η ίδια το αρνείται. Λέγει στην παρα. 4(γ) της Έκθεσης Υπεράσπισης ότι ο λόγος της μη επιβίβασης του ενάγοντα οφείλετο σε άρνηση των Ρουμανικών αρχών και δεν μπορούσε να εμπλέκεται ιδιωτική εταιρεία στο ζήτημα τούτο. Εδώ είναι που εστιάζεται ένα από τα προτεινόμενα προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ꞉ αν η Απόφαση αριθ. 565/2014/ΕΕ μπορεί να αντιταχθεί ευθέως από τον Ενάγοντα στην αεροπορική εταιρεία όταν η ίδια ενεργεί βάσει εντολών των αρχών ενός κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η εν λόγω Απόφαση. (γ) Όσον αφορά την ισχυριζόμενη αμέλεια, είναι γεγονός ότι οι λεπτομέρειες αμέλειας που δικογράφησε ο Ενάγων στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρονταν σε πράξεις ή παραλείψεις της Εναγομένης αρ. 2 εταιρείας. Η εταιρεία υπό την επωνυμία που εισήχθη στο κλητήριο ως Εναγόμενη αρ. 2 αποδείχθηκε από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι δεν είχε καμία ανάμειξη στα γεγονότα που περιγράφονται στο κλητήριο, γι'αυτό και απορρίφθηκε η αγωγή εναντίον της. Αποδείχθηκε όμως στη δίκη, μέσω της μαρτυρίας που προσκόμισε η ίδια η Εναγόμενη αρ. 1 ότι, για τη μη επιβίβαση του Ενάγοντος στο αεροπλάνο της, μεσολάβησαν όντως οι ενέργειες ελέγχου των ταξιδιωτικών του εγγράφων από άλλη εταιρεία, την Orthodoxou Aviation Ltd, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Εναγόμενης αρ.
  10. Το Δικαστήριο, στην απουσία της Orthodoxou Aviation Ltd από τη θέση διάδικου στην παρούσα δίκη, δεν προτίθεται να επιδικάσει αποζημιώσεις για αμέλεια εναντίον ανύπαρκτου διάδικου. Εφόσον όμως ο έλεγχος check in εμπίπτει στους όρους μιας σύμβασης μεταφοράς που συνάπτεται με τον αερομεταφορέα, οι αποδεδειγμένες (με μαρτυρία της Εναγόμενης αρ. 1) ενέργειες της εταιρείας Orthodoxou Aviation Ltd στην οποία η Εναγόμενη αρ. 1 ανέθεσε τη διενέργεια του εν λόγω ελέγχου, έχουν σχέση με το εξής ζήτημα꞉ αν υπήρξε άρνηση επιβίβασης εκ μέρους της Εναγόμενης αρ. 1 ως αερομεταφορέα για νόμιμους, σοβαρούς και αιτιολογημένους λόγους, έτσι ώστε, αφενός να μην παραβιάζει τη σύμβαση μεταφοράς και, αφετέρου, να μην παραβιάζει τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 261/2004 για τα δικαιώματα των επιβατών, οι οποίες έχουν εξ ορισμού (βλ. άρθρο 288 της ΣΛΕΕ) άμεση ισχύ. Περαιτέρω, κρίνεται σκόπιμο να ερωτηθεί αν ο αερομεταφορέας επιφορτίζεται με την υποχρέωση παράδοσης στον επιβάτη, σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης λόγω ανεπαρκών ταξιδιωτικών εγγράφων, της γραπτής αιτιολογημένης απόφασης για την άρνηση των αρχών του κράτους προορισμού να δεχθούν την είσοδό του στη χώρα. Αναλόγως των απαντήσεων αυτών, ο Ενάγων ενδέχεται να έχει ή να μην έχει αγώγιμο δικαίωμα για παράνομες και/ή αντισυμβατικές πράξεις της Εναγόμενης αρ.
  11. Προτού μπορέσω να αποφασίσω για τα όρια ευθύνης του αερομεταφορέα, δεν θα μπορούσα να καταλήξω επί του ζητήματος της αιτιώδους συνάφειας των πράξεων ή παραλείψεών του με τη ζημιά που υπέστη ο Ενάγων. Γι' αυτό και δεν έχω αποφασίσει επ'αυτού μέχρι στιγμής. Δεν έχω εντοπίσει προϋπάρχουσα νομολογία του ΔΕΕ που να ξεκαθαρίζει τα εγερθέντα ζητήματα. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι είναι σχετική και αναγκαία η παραπομπή των προδικαστικών ερωτημάτων (τα οποία αναδιατυπώνω και περιορίζω ελαφρώς εν σχέση προς το κείμενο της απόφασης ημερ. 5.7.2018), όπως φαίνονται στη Διαταγή για την παραπομπή. (υπ.)............ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.