← Κύπρος

ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗΣ (ΣΟΥΒΛΑΚΙ EXPRESS) ΛΤΔ ν. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Αγωγή Αρ. 1091/2016, 24/8/2018

ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗΣ (ΣΟΥΒΛΑΚΙ EXPRESS) ΛΤΔ ν. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Αγωγή Αρ. 1091/2016, 24/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1091/2016 Μεταξύ: XXXXX ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗΣ (ΣΟΥΒΛΑΚΙ EXPRESS) ΛΤΔ, XXXXX 13, Αναφωτία, Λάρνακα. Ενάγουσας -και- ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Θεμιστοκλή Δέρβη 2 - 4, Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 24.8.2018 Εμφανίσεις꞉ Για την Ενάγουσα꞉ κ. Κων/νος Παπαλλής, για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη꞉ κα. Π. Δημητρίου, για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει: «Α. Διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο θα αναγνωρίζει την παράβαση απο την Εναγόμενη εταιρεία της ασφαλιστικής σύμβασης με αριθμό 11300042312, μεταξύ αυτής και της Ενάγουσας. Β. Πληρωμή δυνάμει των όρων της σύμβασης του ποσού των €1.700.00 το οποίο η Ενάγουσα αναγκάστηκε να πληρώσει μετά από άρνηση της Εναγόμενης εταιρείας. Γ. Νόμιμο τόκο απο την ημερομηνία πληρωμής του ως ανωτέρω ποσού από την Ενάγουσα. Δ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α, πλέον έξοδα επίδοσης.». Η δικογραφημένη εκδοχή γεγονότων στην Έκθεση Απαίτησης έχει ως εξής:

  1. «Σε κάθε ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα ήταν η ιδιοκτήτρια της μοτοσυκλέττας με αριθμό εγγραφής XXXXX
  2. Σε κάθε ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή η Εναγόμενη εταιρεία ήταν και εξακολουθεί να είναι Ασφαλιστική Εταιρεία.
  3. Η Ενάγουσα υπέγραψε στην Λάρνακα με την Εναγόμενη Εταιρεία Συμβόλαιο Ασφάλισης με αριθμό 11300042312 για την μοτοσυκλέττα της. Το συμβόλαιο προνοούσε περίοδο ασφάλισης από 27/10/2012 εώς 26/10/
  4. Κατά ή περί την 28/10/2012 υπάλληλος της Ενάγουσας που οδηγούσε την ως άνω μοτοσυκλέττα ενεπλάκη σε δυστύχημα με το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX91 ιδιοκτησίας της XXXXX Χρυσοστόμου / Χρυσάνθου, με οδηγό τον XXXXX Χρυσάνθου. Τις επόμενες μέρες του δυστυχήματος η Ασφαλιστική Εταιρεία Prime με την οποία η ιδιοκτήτης είχε συμβόλαιο, με επιστολή ημερομηνίας 31/10/2012 προς την Εναγόμενη εταιρεία τους ανέφέρε ότι θα υπέβαλλαν απαίτηση εκ μέρους της πελάτιδάς τους, καθώς, όπως ανέφεραν, την ευθύνη του δυστυχήματος έφερε ο οδηγός της μοτοσυκλέττας που ήταν ασφαλισμένη με την Εναγόμενη. Επιπλέον, κάλεσαν την Εναγόμενη όπως προβεί σε εξέταση του οχήματος της XXXXX Χρυσοστόμου / Χρυσάνθου, για να διαπιστώσουν / υπολογίσουν τις ζημιές. Υπήρξε μάλιστα περαιτέρω επικοινωνία με την Εναγόμενη με θέμα συζήτησης το εν λόγω δυστύχημα.
  5. Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η συμπεριφορά της Εναγόμενης εταιρείας πρός την Ενάγουσα και γενικά πρός την υπόθεση όπως φαίνεται από τα γεγονότα, ήταν τέτοια που χαρακτηρίζεται ως η καθιερωμένη προσέγγιση σε υποθέσεις εξέτασης και/ή κάλυψης δυστυχημάτων.
  6. Η Prime ασφαλιστική συνέχισε την επικοινωνία με την Εναγόμενη τηλεφωνικώς αλλά και με email για διερεύνηση της υπόθεσης. Κατά ή περί την 02/01/2014 η Εναγόμενη μέσω email ενημέρωσε την Prime Ασφαλιστική ότι το ασφαλιστήριο με το οποίο παρείχετο κάλυψη για την μοτοσυκλέττα της Ενάγουσας ακυρώθηκε με οδηγίες της Ενάγουσας από τις 27/10/
  7. Η Prime ασφαλιστική τότε ζήτησε μέσω του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Οχημάτων λεπτομέρειες του τρόπου ακύρωσης του συμβολαίου της Ενάγουσας με την Εναγόμενη για να διαπιστώσουν και οι ίδιοι αν κατά την ώρα του ατυχήματος η Εναγόμενη παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο όχημας της Ενάγουσας.
  8. Με Επιστολή του μάλιστα κατά ή περι την 08/01/2014 το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Οχημάτων ζητά από την Εναγόμενη όπως του εξασφαλίσει την γραπτή οδηγία της Ενάγουσας για ακύρωση του εν λόγω συμβολαίου.
  9. Η Εναγόμενη δεν προχώρησε σε καμμιά απάντηση ενώ επίσης δεν πλήρωσε ως όφειλε βάση του ασφαλιστηρίου την XXXXX Χρυσοστόμου/ Χρυσάνθου.
  10. Ως εκ τούτου η XXXXX Χρυσοστόμου/ Χρυσάνθου μέσω των δικήγόρων της εξέδωσε ένταλμα για την εκποίηση της κινητής περιουσίας της Ενάγουσας (Αρ.Αγωγής 730/2015) για το ποσό των €1.700,00, το οποίο η Ενάγουσα αναγκάστηκε να πληρώσει.
  11. Κατά ή περί την 29/03/2016 οι δικηγόροι της Ενάγουσας με επιστολή προς την Εναγόμενη εταιρεία ανέφεραν ότι το συμβόλαιο της Ενάγουσας μαζί τους ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο του δυστυχήματος και ότι μετά την άρνηση τους να αναλάβουν τον χειρισμό της υπόθεσης η Ενάγουσα αναγκάστηκε να καταβάλει το πιό πάνω ποσό και τους κάλεσαν όπως καταβάλουν το ποσό αυτό στην Ενάγουσα.
  12. Κατά ή περί την 06/04/2016 η Εναγόμενη εταιρεία με επιστολή της πρός τους δικηγόρους της Ενάγουσας ανέφερε ότι δεν προτίθεται να καλύψει το ποσό καθότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος η μοτοσυκλέττα δεν ήταν ασφαλισμένη μαζί τους.
  13. Βάση των γεγονότων, είναι σαφές ότι η Εναγομενη εταιρεία βρίσκεται σε καθαρή παράβαση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που υπέγραψε με την Ενάγουσα
  14. Δι'αυτό και καταχωρείται η παρούσα αγωγή και ζητείται ως ανωτέρω.». Η Εναγόμενη καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης στην οποία αρνείται όλους µαζί και τον καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισµούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, και εκθέτει τη δική της εκδοχή γεγονότων ως εξής: Βλ. παρα. 4 της Ε/Υ꞉ «Στις 26.10.2010 η Εναγόµενη εξέδωσε µετά από οδηγίες της Ενάγουσας το ασφαλιστήριο µε αριθµό 11300042310 (Οχηµάτων) («Ασφαλιστήριο»), µε το οποίο καλυπτόταν η µοτοσυκλέτα µε αριθµούς εγγραφής XXXXX35 για την περίοδο ασφάλισης από 27.10.2010 µέχρι 26.10.2011 και η µέθοδος πληρωµής ασφαλίστρου ήταν µετρητά. Κατά την ανανέωση του Ασφαλιστηρίου για την περίοδο από 27.10.2010 µέχρι 26.10.2013 η Ενάγουσα ενηµέρωσε την Εναγόµενη ότι δεν επιθυµούσε την ανανέωση του Ασφαλιστηρίου, εφόσον η µοτοσυκλέτα είχε πωληθεί. Ως εκ τούτου, δεν της παραδόθηκε το νέο πιστοποιητικό ασφάλισης και δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ασφάλιστρο από την Ενάγουσα και συνεπώς δεν υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο συµβόλαιο µεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόµενης.». Βλ. παρα. 5 της Ε/Υ꞉ «Η πρώτη επιστολή που έλαβε η Εναγόµενη από την εταιρεία Prime Insurance Company Ltd ήταν στις 13.09.2013 στην οποία η Εναγόµενη απάντησε αυθηµερόν, ενηµερώνοντάς την ότι το όχηµα XXXXX35 δεν ήταν ασφαλισµένο στην Εναγόµενη.». Βλ. παρα. 9 της Ε/Υ꞉ «Στις 3.2.2014 η Εναγόµενη ενηµέρωσε το Ταµείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχηµάτων (το «Ταµείο») ότι προχώρησε σε µη ανανέωση του Ασφαλιστηρίου και όχι σε ακύρωση αυτού και συνεπώς δεν απαιτούνταν γραπτές οδηγίες από τον ασφαλισµένο. Επίσης, στις 22.11.2013 η Εναγόµενη απέστειλε επιστολή στο Ταµείο µε την οποία του επισύναπτε σχετικό εσωτερικό της σηµείωµα µε το οποίο φαινόταν ότι δεν θα γινόταν ανανέωση του Ασφαλιστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, είναι η θέση της Εναγόµενης ότι στον Πίνακα Ασφάλισης ηµεροµηνίας 17.09.2012, ο οποίος είχε εκδοθεί µε σκοπό να παραδοθεί στην Ενάγουσα µαζί µε τα υπόλοιπα έγγραφα ανανέωσης πλην όµως µετά από επιθυµία της Ενάγουσας η ανανέωση δεν πραγµατοποιήθηκε, φαίνεται η υπογραφή του διευθυντή της Ενάγουσας Αργύρη Καραγιώργη η οποία αποτελεί σύµφωνα µε το Νόµο συγκατάθεση για µη ανανέωση ή/και ακύρωση του Ασφαλιστηρίου.». Βλ. παρα. 12 της Ε/Υ꞉ «Η Εναγόµενη αναφέρει ότι στις 11.4.2016 µε επιστολή της προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας, η Εναγόµενη επισήµανε ότι η µη ανανέωση του Ασφαλιστηρίου έγινε µετά από γραπτές οδηγίες διευθυντή της Ενάγουσας, καθώς και ότι η Εναγόµενη ουδέποτε παρέδωσε στην Ενάγουσα νέο πιστοποιητικό ασφάλισης.». Η Εναγόµενη αρνείται και απορρίπτει όλες τις προβαλλόµενες αξιώσεις της Ενάγουσας υπό στοιχεία Α, Β, Γ και Δ, που εκτίθενται στο αιτητικό της Ε/Α της, και εξαιτείται απόρριψη της αγωγής µε έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση, δικογραφώντας τα εξής꞉ Στην παρα. 2 της Απάντησης η Ενάγουσα αρνείται κατηγορηµατικά την παράγραφο 4 της Ε/Υ και εµµένει στην θέση της ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη απο την Εναγόµενη µε βάση το Συµβόλαιο Ασφάλισης µε αριθµό 11300042312 για την µοτοσυκλέττα που είχε στην ιδιοκτησία της. Το συµβόλαιο και/ή ο πίνακας του Συµβολαίου προνοούσε περίοδο ασφάλισης από 27/10/2012 έως 26/10/
  15. Στην παρα. 3 της Απάντησης η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η πώληση της µοτοσυκλέττας έγινε µεταγενέστερα κατά/ή περί την 24/06/
  16. Όσον αφορά το ασφάλιστρο ήταν πάντοτε στην διάθεση της Εναγόµενης και/ή του αντιπροσώπου και/ή υπαλλήλου της που επισκεπτόταν και/ή χειριζόταν την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα ενηµέρωσε την Εναγόµενη µέσω του συστήµατος αργότερα κατά/ή περί την 26/11/2012 να σταµατήσει την ασφάλεια λόγω µηχανικής βλάβης της µοτοσυκλέττας. Στην παρα. 4 της Απάντησης, η Ενάγουσα αρνείται τις παραγράφους 5 και 7 της Ε/Υ και επαναλαµβάνει τους ισχυρισµούς των παραγράφων 4, 5 και 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Η Εναγοµένη είχε επαφές µε την ασφαλιστική Εταιρεία PRIME αµέσως µετά το δυστύχημα. Στην παρα. 5 της Απάντησης, η Ενάγουσα αγνοεί και αρνείται τους ισχυρισµούς της παραγράφου 9 της Ε/Υ και θέτει την Εναγόµενη σε απόδειξη τούτων. Εν πάση περιπτώσει, κι αν αποδειχθεί ότι ο Διευθυντής της Εναγόµενης υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο, αυτό έγινε µεταγενέστερα του δυστυχήµατος και µεταγενέστερα της ειδοποίησης απο την Ενάγουσα για τερµατισµό του συµβολαίου λόγω µηχανικής βλάβης και µετά από την πώληση της µοτοσυκλέττας τον Ιούνιο 2013, όταν αυτό ζητήθηκε από τον αντιπρόσωπο των Εναγοµένων, γεγονότα που συνηγορούν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη, γιατί το ασφαλιστήριο συµβόλαιο είχε ανανεωθεί στις 27/10/2012 όπως γινόταν και τα προηγούµενα χρόνια µε την λήξη του συµβολαίου. Καταληκτικά, η Ενάγουσα επαναλαµβάνει ότι δικαιούται των αιτούµενων θεραπειών και αξιώσεων ως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Δεδομένου ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά την 1.1.2015 και η αξίωση της Ενάγουσας είναι σε κλίμακα κάτω των €3.000, η εκδίκασή της διεξήχθη τηρουμένων των προνοιών της νέας Δ.30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Αρχικά, καταχωρήθηκαν γραπτές ένορκες δηλώσεις των μαρτύρων εκατέρωθεν, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30, θ.5

(1)
(2)
(5). Συγκεκριμένα, προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσε ένορκη δήλωση, ημερ. 22.3.2017, ως μοναδικός μάρτυρας ο κ. Αργύρης Καραγιώργης, Διευθυντής της Ενάγουσας (στο εξής «ο ΜΕ1»), ενώ προς απόδειξη της εκδοχής της Εναγομένης κατέθεσε ένορκη δήλωση, ημερ. 22.5.2017, η κα Χλόη Αμερικάνου, Λειτουργός στο Τμήμα Απαιτήσεων στην Υπηρεσία της Εναγομένης (στο εξής «η ΜΥ1»). Ακολούθως, με εκατέρωθεν αιτήσεις ημερ. 24.5.2017 και 28.6.2017, οι οποίες εδράζονταν στη Δ.30, θ.7, ως φαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη και η Ενάγουσα, αντίστοιχα, αιτήθηκαν την αντεξέταση του ΜΕ1 και της ΜΥ1, αντίστοιχα. Στις 5.10.2017 εκδόθηκαν εκ συμφώνου διατάγματα αντεξέτασης των ΜΕ1 και ΜΥ
  1. Η αντεξέταση αμφοτέρων των μαρτύρων διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 24.1.
  2. Ακολούθως, στις 14.3.2018 οι συνήγοροι των διαδίκων εφοδίασαν το Δικαστήριο με τις γραπτές τελικές αγορεύσεις τους, ολοκληρώνοντας έτσι την ακρόαση της αγωγής. Η μαρτυρία του ΜΕ
  3. Στο πλαίσιο της Ε/Δ του ΜΕ1, αυτός υιοθέτησε και επανέλαβε το περιεχόμενο της Ε/Α, δίδοντας μαρτυρία υπό την ιδιότητά του ως Διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας και ως πρόσωπο που κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ήταν στην υπηρεσία της Ενάγουσας και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένο από την Ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση, καθώς γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Προς αποφυγή επαναλήψεων των δικογραφημένων στην Ε/Α ισχυρισμών γεγονότων, σημειώνω απλώς ότι, προς απόδειξη της εκδοχής της Ενάγουσας, ο ΜΕ1 κατέθεσε επισυνημμένα στην Ε/Δ του τα εξής αποδεικτικά έγγραφα꞉ Ως «Τεκμήριο 1», τον Πίνακα Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με αριθμό 11300042312 που σύναψε η Ενάγουσα στη Λάρνακα με την Εναγόμενη Εταιρεία, για την επίδικη μοτοσυκλέτα για την περίοδο ασφάλισης από 27/10/2012 έως 26/10/
  4. Ως «Τεκμήριο 2», την επιστολή της Ασφαλιστικής Εταιρείας Prime ημερ. 31/10/2012 προς την Εναγόμενη εταιρεία, όπου η Prime ανέφερε ότι θα υπέβαλλε στην Εναγόμενη απαίτηση εκ μέρους της πελάτιδας τους, κας XXXXX Χρυσοστόμου-Χρυσάνθου, οδηγού του οχήματος με το οποίο συγκρούστηκε η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο υπάλληλος της Ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθώς όπως ανέφεραν, την ευθύνη του δυστυχήματος έφερε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας που ήταν ασφαλισμένη με την Εναγόμενη. Επιπλέον, η Prime κάλεσε την Εναγόμενη όπως προβεί σε εξέταση του οχήματος της για να διαπιστώσουν ή/και υπολογίσουν τις ζημιές. Στην εν λόγω επιστολή ημερ. 31/10/2012, επισυνάπτεται Υπεύθυνη Δήλωση Εξυπηρέτησης Ατυχήματος ημερ. 28/10/
  5. Ως «Τεκμήριο 2Α», το έγγραφο που τιτλοφορείται «Claim file Maintenance» και το οποίο δείχνει ότι η Prime ασφαλιστική συνέχισε την επικοινωνία με την Εναγόμενη τηλεφωνικώς και με ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων για τη διερεύνηση της υπόθεσης, καθώς επίσης το Έντυπο Υποβολής Απαίτησης και το σχεδιάγραμμα ατυχήματος από τον κ. XXXXX Σιαθά ημερ. 28/10/
  6. Ως «Τεκμήριο 3», το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε κατά ή περί την 02/01/2014 η Εναγόμενη προς την Prime Ασφαλιστική, με την οποία την ενημέρωσε ότι το ασφαλιστήριο, το οποίο παρείχε κάλυψη για τη μοτοσυκλέτα της Ενάγουσας ακυρώθηκε με οδηγίες της Ενάγουσας από τις 27/10/
  7. Ως «Τεκμήριο 4», την επιστολή του ημερ. 8/1/2014 του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Οχημάτων που ζητούσε από την Εναγόμενη όπως του εξασφαλίσει την γραπτή οδηγία της Ενάγουσας για ακύρωση του επίδικου ασφαλιστήριου συμβολαίου. Δεν δόθηκε καμία απάντηση από την Ενάγουσα στην εν λόγω επιστολή του Ταμείου ενώ επίσης δεν πλήρωσε την απαίτηση της XXXXX Χρυσοστόμου/ Χρυσάνθου. Ως «Τεκμήριο 5», την απόδειξη για την πληρωμή του ποσού των €1.700,00, το οποίο η Ενάγουσα αναγκάστηκε να πληρώσει προς τη XXXXX Χρυσοστόμου/ Χρυσάνθου, μέσω των δικηγόρων της, εφόσον εξέδωσαν ένταλμα για την εκποίηση της κινητής περιουσίας της Ενάγουσας στο πλαίσιο της Αγωγής Αρ. 730/
  8. Ως «Τεκμήριο 6», την επιστολή ημερ. 29/03/2016 που απέστειλαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη εταιρεία, όπου έθεσαν τη θέση τους ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο της Ενάγουσας με την Εναγόμενη ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο του δυστυχήματος και πληροφόρησαν την Εναγόμενη ότι, μετά τη δική της άρνηση να αναλάβει το χειρισμό της υπόθεσης, η Ενάγουσα αναγκάστηκε να καταβάλει το πιο πάνω ποσό και τους κάλεσαν όπως καταβάλει το ποσό αυτό στην Ενάγουσα. Ως «Τεκμήριο 7», την επιστολή ημερ. 11/04/2016 που έστειλε η Εναγόμενη εταιρεία προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας, όπου ανέφερε ότι δεν προτίθεται να καλύψει το ποσό, καθ' ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος η μοτοσυκλέτα δεν ήταν ασφαλισμένη μαζί τους. Με βάση τα πιο πάνω αποδεικτικά έγγραφα, ο ΜΕ1 στην Ε/Δ του διατύπωνε την εκτίμηση ότι, «είναι σαφές ότι η Εναγόμενη εταιρεία βρίσκεται σε καθαρή παράβαση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που υπέγραψε με την Ενάγουσα» και για τούτο η Ενάγουσα αξιώνει την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης ως οι παράγραφοι Α έως Δ της εν λόγω αγωγής. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι η επίδικη μοτοσικλέτα είχε μεταβιβαστεί από την Ενάγουσα σε τρίτο πρόσωπο πριν τις 27.10.2012 και δη πριν το επίδικο δυστύχημα. Ο ΜΕ1, ο οποίος ως ανέφερε ήταν διευθυντής της Ενάγουσας από το 2003 που ιδρύθηκε, καθώς και το 2012 όταν έγινε το επίδικο δυστύχημα, αν και παραδέχτηκε ότι ήταν αυτός που υπέγραψε τη συμφωνία πώλησης και μεταβίβασης της μοτοσικλέτας, εντούτοις δεν την προσκόμισε στο Δικαστήριο για να την παρουσιάσει ως Τεκμήριο. Ισχυρίστηκε όμως ότι η επίδικη μοτοσικλέτα ήταν ιδιοκτησίας της Ενάγουσας κατά τον χρόνο του δυστυχήματος μέχρι και τον Ιούνιο 2013 (25.6.2013) που πωλήθηκε στον κ. Ανδρέα Τζουλίου, δηλαδή 8 περίπου μήνες μετά το δυστύχημα. Κληθείς να επιθεωρήσει το Τεκμήριο 1 της Ε/Δ του, ο ΜΕ1 δεν δίστασε να παραδεκτεί ότι στο κάτω μέρος αυτής αναγράφεται από τον ίδιο χειρόγραφα η λέξη «πωλήθη» και δίπλα υπάρχει η υπογραφή του. Ωστόσο, ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι η σημείωση αυτή τέθηκε ενυπόγραφα από τον ίδιο μετά την πώληση της μοτοσικλέτας. Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε, «Ο XXXXX ήρθε σε κάποια φάση το καλοκαίρι και μου είπε έχω έναν Πίνακα Συμβολαίου μιας μοτόρας. Ποιάς; Την είδα, είδα ότι ήταν αυτή που πωλήθηκε. Η πώληση έγινε 26.6.
  9. Πότε ακριβώς υπέγραψα στον Πίνακα δεν θυμούμαι, αλλά ήταν μετά την πώληση.» Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι μέχρι τότε που αυτός υπέγραψε τη φάση «Πωλήθη», δεν είχε γνώση ότι η Εναγόμενη αμφισβητούσε την ισχύ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Αυτό το γεγονός περιήλθε σε γνώση της Ενάγουσας το 2015, όταν παρέλαβε την αγωγή της οδηγού με την οποία συγκρούστηκε η επίδικη μοτοσικλέτα στις 28.10.
  10. Η Ενάγουσα διατηρούσε πολλά χρόνια συνεργασίας με την Εναγόμενη πριν το δυστύχημα. Στις 28.10.2012, όταν έγινε το δυστύχημα, ο ΜΕ1, ο οποίος βρισκόταν σε ποδοσφαιρικό αγώνα στο Δασάκι της Άχνας, ενημέρωσε την Οδική Βοήθεια, η οποία αφού έλεγξε ότι η μοτοσικλέτα ήταν ασφαλισμένη με την Εναγόμενη, πήγε στο μέρος του δυστυχήματος αντιπρόσωπος της Εναγόμενης και τους κάλυψε. Δηλαδή, με τον όρο τους «κάλυψε», εννοούσε ότι επικοινωνούσε ο αντιπρόσωπος της Εναγομένης με τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου που ήταν η ασφαλιστική της άλλης οδηγού. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο ΜΕ1, «Για ένα ολόκληρο μήνα μετά το δυστύχημα μιλούσαν οι Γενικές Ασφάλειες Κύπρου μιλούσαν με την Prime και διαφωνούσαν για το ποιος έχει ευθύνη. Μετά από ένα μήνα, βρέθηκα εγώ ανασφάλιστος και τρία χρόνια μετά, πήρα την αγωγή από την Prime.». Σε σχέση με το ερώτημα αν η Ενάγουσα πλήρωσε το ασφάλιστρο για το έρος 28.10.2012 - 27.10.2013, ο ΜΕ1 απάντησε ότι δεν αρνήθηκε ποτέ οφειλή ασφαλίστρου, επομένως μπορεί να το πλήρωσε, απλώς ο ίδιος δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα αν το πλήρωσε. Δεν δίστασε να παραδεκτεί ότι δεν κατέχει απόδειξη πληρωμής του ασφαλίστρου. Τούτο όμως τον κάνει να πιστεύει ότι σκόπιμα η Εναγόμενη δεν του έφεραν το συμβόλαιο, γιατί είδαν ότι είχε δυστύχημα και ήθελαν να αποφύγουν την πληρωμή. Αν ήθελαν, μπορούσαν να του ζητήσουν να πληρώσει τυχόν οφειλόμενο ασφάλιστρο. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι στα 10 χρόνια συνεργασίας της Ενάγουσας με την Εναγόμενη, το συμβόλαιο ανανεωνόταν αυτόματα. Αν αυτός δεν επιθυμούσε την ανανέωση, θα έπρεπε να ειδοποιήσει γραπτώς την ασφαλιστική. «Πράγμα που εγώ ποτέ δεν έκανα», δήλωσε ο ΜΕ
  11. Δηλαδή, ουδέποτε ειδοποίησε την ασφαλιστική ότι δεν επιθυμεί την ανανέωση του συμβολαίου. Απαντώντας σε σχετική υποβολή της συνηγόρου της Εναγομένης ότι ήταν πριν τις 27.10.2012 που ο ίδιος έγραψε τη λέξη «πωλήθη», ο ΜΕ1 αρνήθηκε κατηγορηματικά την εκδοχή αυτή, λέγοντας τα εξής꞉ «Σε καμιά περίπτωση. Γίνεται να είμαι ιδιοκτήτης και να λέω το πούλησα; Δέστε το ΤΟΜ.». Απαντώντας επίσης σε υποβολή της συνηγόρου της Εναγόμενης αν ζήτησε ποτέ ρητά την ανανέωση του ασφαλιστήριου συμβολαίου για την περίοδο από 27.10.2012 μέχρι 27.10.2013, ο ΜΕ1 απάντησε λέγοντας ότι «Ποτέ δεν το ζητούσαμε ρητά. Ανανεωνόταν αυτόματα. Ερχόταν ο αντιπρόσωπος και πληρωνόταν». Σε νέα υποβολή της συνηγόρου της Εναγόμενης ότι αυτός ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση του συμβολαίου, ο ΜΕ1 απάντησε ότι «Αν υπάρχει τέτοιο έγγραφο που το γράφει τούτο, δεσμεύομαι. Αλλά δεν ξέρω τέτοιο έγγραφο να υπάρχει. Το μόνο που υπάρχει, σας το ερμηνεύω.» Η μαρτυρία της ΜΥ
  12. Στο πλαίσιο της Ε/Δ της ΜY1, αυτή υιοθέτησε και επανέλαβε το περιεχόμενο της Ε/Y. Πρόκειται για λειτουργό της Εναγόμενης στο Τμήμα Απαιτήσεων στα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία, εδώ και αρκετά χρόνια, και εντός των καθηκόντων της είναι η διαχείριση και διευθέτηση απαιτήσεων εναντίον της Εναγόμενης σε παγκύπρια βάση και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην Ε/Δ. Επιβεβαίωσε η ΜΥ1 ότι η Εναγόμενη ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία και έχει γραφεία σε όλες τις πόλεις της Κύπρου. Ασχολείται με τη διεξαγωγή ασφαλιστικών εργασιών και σε αυτό περιλαμβάνεται και η ασφάλιση οχημάτων στην Κύπρο. Σε ευθυγράμμιση με τη δικογραφημένη στην παρα.2 της Ε/Υ μη παραδοχή του ισχυρισμού ότι η επίδικη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής XXXXX35 ήταν ιδιοκτησίας της Ενάγουσας, η ΜΥ1 επεσήμανε ότι «δεν έχει προσκομισθεί πιστοποιητικό εγγραφής του Οχήματος στο όνομα της Ενάγουσας ούτε και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ως προς την ιδιοκτησία του Οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο». Κάλεσε την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη του ισχυρισμού της. Παραδεχόμενη ότι στις 16.10.2010 η Εναγόμενη εξέδωσε μετά από πρόταση ασφάλισης της Ενάγουσας το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αριθμό 11300042310 (Οχημάτων) με το οποίο καλυπτόταν η επίδικη μοτοσικλέτα αρχικά για την περίοδο ασφάλισης από 27.10.2010 μέχρι 26.10.2011, όπου η μέθοδος πληρωμής ασφαλίστρου ήταν σε μετρητά, η ΜΥ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 το αντίγραφο της πρότασης ασφάλισης ημερομηνίας 16.10.2010 που είχε στην κατοχή της. Ήταν η θέση της ΜΥ1 ότι (βλ. την παρα. 5 της Ε/Δ της) ότι «Κατά την δεύτερη ανανέωση του Ασφαλιστηρίου για την περίοδο από 27.10.2012 μέχρι 26.10.2013, η Ενάγουσα ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση του Ασφαλιστηρίου εφόσον το Όχημα είχε πωληθεί. Ως εκ τούτου, δεν της παραδόθηκε το νέο πιστοποιητικό ασφάλισης και δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ασφάλιστρο από την Ενάγουσα και συνεπώς δεν υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης. Στον Πίνακα Ασφάλισης ημερομηνίας 17.09.2012, ο οποίος είχε εκδοθεί με σκοπό να παραδοθεί στην Ενάγουσα μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα ανανέωσης -πλην όμως μετά από επιθυμία της Ενάγουσας η ανανέωση δεν πραγματοποιήθηκε- φαίνεται η υπογραφή του διευθυντή της Ενάγουσας XXXXX Καραγιώργη καθώς και η λέξη «Πώληση», δηλαδή ο λόγος μη ανανέωσης (πώληση του αντικειμένου ασφάλισης).» Προς τεκμηρίωση της θέσης της η ΜΥ1, κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο του Πίνακα συμβολαίου με την ισχυριζόμενη «υπογραφή μη ανανέωσης» ημερομηνίας 17.9.2012, ως το Τεκμήριο
  13. Συνέχισε η ΜΥ1 στην παρα. 6 της Ε/Δ της διατυπώνοντας τη θέση ότι «Η Εναγόμενη προχώρησε άμεσα» σε ακύρωση της πιο πάνω ανανέωσης από τις 27.10.2012, ημερομηνία ανανέωσης του Ασφαλιστηρίου. Εντούτοις, η εσωτερική διαδικασία για μη ανανέωση του Ασφαλιστηρίου στο λογισμικό της Εταιρείας έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο. Το πιο πάνω γεγονός επιβεβαιώνεται σε εσωτερική αλληλογραφία της Εναγόμενης ημερομηνίας 26.11.2012 με την οποία επιβεβαιώνεται η ακύρωση ανανέωσης του Ασφαλιστηρίου της Ενάγουσας.». Προς επίρρωση των λεγόμενών της, η ΜΥ1 κατέθεσε αντίγραφο της εν λόγω αλληλογραφίας ως το Τεκμήριο 3 και αντίγραφο της Ακυρωτικής Σημείωσης που εξέδωσε η Εναγόμενη στις 11.12.2012, στην οποία αναγράφεται ότι το Ασφαλιστήριο ακυρώνεται από 27.10.2012, ως Τεκμήριο
  14. Στην παρα. 8 της Ε/Δ της, η ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι στις 13.09.2013 η Εναγόμενη έλαβε για πρώτη φορά επιστολή από την εταιρεία Prime Insurance Company Ltd («Prime») με την οποία ενημερώθηκε ότι στις 28.10.2012 επισυνέβη ατύχημα για το οποίο ευθύνη φέρει η Ενάγουσα. Με την εν λόγω επιστολή ζητήθηκε από την Εναγόμενη να προβεί στην πληρωμή του ποσού των €1.290, το οποίο κατέβαλε η Prime ως κάλυψη στην ιδιοκτήτρια του ενεχόμενου οχήματος και πελάτη της. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι «αυτή ήταν και η πρώτη επιστολή την οποία έλαβε η Εναγόμενη από την Prime σχετικά με το επίδικο ατύχημα». Την κατέθεσε ως Τεκμήριο
  15. Ό,τι επακολούθησε περιγράφεται σε χρονολογική σειρά στις παραγράφους 9 έως 14 της Ε/Δ της ΜΥ1 ως εξής꞉ «
  16. Η Εναγόμενη απάντησε αυθημερόν στην πιο πάνω επιστολή, ενημερώνοντάς την Prime ότι το Ασφαλιστήριο για το Όχημα δεν έχει ανανεωθεί ή/και έχει ακυρωθεί από τις 27.10.2012 και ως εκ τούτου η Εναγόμενη δεν θα προβεί σε καμιά πληρωμή για το εν λόγω όχημα. Αντίγραφο της επιστολής έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο
  17. Ακολούθως, στις 20.11.2013 η Εναγόμενη έλαβε επιστολή από το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Οχημάτων (το «Ταμείο») με την οποία ζητήθηκε όπως ενημερωθούν για τον τρόπο ακύρωσης του Ασφαλιστηρίου. Αντίγραφο της επιστολής έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο
  18. Σε απάντηση της εν λόγω επιστολής, η Εναγόμενη απέστειλε επιστολή στις 22.11.2013 με την οποία ενημέρωσε το Ταμείο ότι το Ασφαλιστήριο δεν ανανεώθηκε λόγω του ότι το Όχημα πωλήθηκε, προσκομίζοντας μάλιστα την σχετική Ακυρωτική Σημείωση με την οποία φαινόταν ότι δεν θα γινόταν ανανέωση του Ασφαλιστηρίου. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο
  19. Επιπρόσθετα, στις 29.11.2013 η Εναγόμενη απόστειλε δεύτερη επιστολή προς το Ταμείο με την οποία έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες όσον αφορά το Ασφαλιστήριο και τον τρόπο μη ανανέωσης του, προσκομίζοντας αντίγραφο του Πίνακα Συμβολαίου επί του οποίου φαίνεται η υπογραφή του διευθυντή της Ενάγουσας XXXXX Καραγιώργη ως συγκατάθεση για την μη ανανέωση του Ασφαλιστηρίου. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο
  20. Περαιτέρω, στις 2.1.2014 η Εναγόμενη, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, ενημέρωσε εκ νέου την Prime ότι το Ασφαλιστήριο δεν ανανεώθηκε από τις 27.10.2012 κατόπιν οδηγιών από την Ενάγουσα. Αντίγραφο της εν λόγω ηλεκτρονικής ενημέρωσης έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο
  21. Στις 8.1.2014, το Ταμείο απέστειλε εκ νέου επιστολή στην Εναγόμενη με την οποία ανέφερε ότι το Ταμείο είναι διατεθειμένο να αναθεωρήσει τη θέση του νοουμένου ότι η Εναγόμενη θα εξασφαλίσει την γραπτή δήλωση από την Ενάγουσα για ακύρωση του Ασφαλιστηρίου. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο
  22. Σε απάντηση, στις 3.2.2014 η Εναγόμενη ενημέρωσε με επιστολή το Ταμείο ότι προχώρησε σε μη ανανέωση του Ασφαλιστηρίου και όχι σε ακύρωση αυτού και συνεπώς δεν απαιτούνταν γραπτές οδηγίες από τον ασφαλισμένο. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο
  23. Στις 29.3.2016, οι δικηγόροι της Ενάγουσας απόστειλαν επιστολή στην Εναγόμενη με την οποία ζητούσαν την καταβολή του ποσού των €1.700, το οποίο πλήρωσε η Ενάγουσα προς εξόφληση δικαστικής απόφασης και δικηγορικών εξόδων στην αγωγή υπ' αριθμό 730/2015, η οποία εκδόθηκε εναντίον της Ενάγουσας. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο
  24. Σε απάντηση η Εναγόμενη, απέστειλε στις 6.4.2016 επιστολή στους δικηγόρους της Ενάγουσας με την οποία τους ενημέρωσε ότι η Εναγόμενη δεν προτίθεται να προβεί στην πληρωμή του ποσού επαναλαμβάνοντας ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος το Όχημα δεν καλυπτόταν από το Ασφαλιστήριο. Επιπρόσθετα, με νέα επιστολή ημερομηνίας 11.4.2016 η Εναγόμενη προσκόμισε στους δικηγόρους της Ενάγουσας αντίγραφο του Πίνακα Συμβολαίου επί του οποίου φαίνεται η υπογραφή του διευθυντή της Ενάγουσας Αργύρη Καραγιώργη ως συγκατάθεση για την μη ανανέωση του Ασφαλιστηρίου και το οποίο ουδέποτε παραδόθηκε στην Ενάγουσα. Αντίγραφα των εν λόγω επιστολών έχω στην κατοχή μου και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 14 και Τεκμήριο 15 αντίστοιχα.». Συνοψίζοντας τη θέση της Εναγομένης, η ΜΥ1 δήλωσε στην παρα. 15 της Ε/Δ της, ότι꞉ · Το Ασφαλιστήριο δεν ανανεώθηκε ή/και ακυρώθηκε νόμιμα, μετά από επιθυμία της Ενάγουσας και με την συγκατάθεση της σε χρόνο πριν την επέλευση του ατυχήματος. · Συνεπώς, δεν εκδόθηκε και δεν παραδόθηκε στην Ενάγουσα νέο Πιστοποιητικό Ασφάλισης μετά τις 27.10.2012, ημερομηνία ανανέωσης του Ασφαλιστηρίου. · Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να μην υποχρεούται στην πληρωμή του ποσού των €1.700, το οποίο εξαιτείται η Ενάγουσα. · Η Εναγόμενη δεν παρέβηκε οποιοδήποτε όρο του Ασφαλιστηρίου ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, εφόσον το εν λόγω Ασφαλιστήριο κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν βρισκόταν σε ισχύ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Εναγόμενη, μέσω της ΜΥ1, ζήτησε την απόρριψη της αγωγής εναντίον της με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας. Κατά την αντεξέταση της ΜΥ1, η μαρτυρία που έδωσε ήταν ως εξής꞉ · Η Εναγόμενη ουδέποτε είδε τον τίτλο ιδιοκτησίας της επίδικης μοτοσικλέτας, παραταύτα είναι παραδεκτό ότι την είχε ασφαλίσει από παλιά, πριν από τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος. · Στην πρόταση ασφάλισης υπάρχει ερώτηση αν ο πελάτης είναι ή όχι ο ιδιοκτήτης του ασφαλισμένου οχήματος, αλλά κατά το χρόνο που συμπληρώνεται η πρόταση ασφάλισης η ασφαλιστική δεν ζητά το πιστοποιητικό εγγραφής ιδιοκτησίας. Αυτό ζητείται μόνο αν υπάρξει δυστύχημα και κληθεί η ασφαλιστική να πληρώσει. Πριν πληρώσει βάσει του συμβολαίου, προβαίνει σε έλεγχο αν ο πελάτης είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης του οχήματος. · Όταν έγινε το επίδικο δυστύχημα, η Εναγόμενη δεν ζήτησε από την Ενάγουσα να παρουσιάσει το πιστοποιητικό εγγραφής της επίδικης μοτοσικλέτας. Δεν το ζήτησε, επειδή, ως η θέση της, δεν υπήρχε ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε ισχύ, έτσι ώστε να έπρεπε να πληρώσει. Εφόσον η Εναγόμενη έκρινε ότι δεν θα προέβαινε σε πληρωμή, δεν ζήτησε από την Ενάγουσα το πιστοποιητικό εγγραφής ιδιοκτησίας της μοτοσικλέτας. · Το ότι στη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος μετέβη η Υπηρεσία Φροντίδας Ατυχημάτων της Εναγομένης μετά από κλήση που έλαβαν από τον οδηγό της μοτοσικλέτας ο οποίος ανέφερε ότι η μοτοσικλέτα ήταν ασφαλισμένη με την Εναγόμενη, δεν σημαίνει ότι η Υπηρεσία Φροντίδας Ατυχημάτων ανέλαβε ευθύνη εκ μέρους της Εναγόμενης για πληρωμή τυχόν ζημιών ή/και αποζημιώσεων. Η εν λόγω Υπηρεσία μεταβαίνει στο μέρος χωρίς ανάληψη ευθύνης. · Το ότι η Υπηρεσία Φροντίδας Ατυχημάτων μετέβη στο μέρος, θεωρώντας ότι η επίδικη μοτοσικλέτα ήταν ασφαλισμένη στην Εναγόμενη, μπορεί να εξηγηθεί ως εκ του γεγονότος ότι την 28.10.2012 που συνέβη το δυστύχημα δεν είχαν ακόμη καταχωρηθεί στο λογισμικό της Εναγομένης οι οδηγίες της Ενάγουσας για μη ανανέωση του ασφαλιστηρίου για την περίοδο από 27.10.2012 έως 27.10.
  25. Επομένως, ο λειτουργός που μετέβη στο μέρος δεν γνώριζε για τη μη ανανέωση. · Απαντώντας σε υποβολή του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η επίδικη μοτοσικλέτα ήταν ιδιοκτησίας της Ενάγουσας από 29.10.2010 και ουδέποτε πωλήθηκε πριν τις 25.6.2013 όπως επιμαρτυρεί η επιστολή του Τ.Ο.Μ. ημερ. 2.5.2017, η οποία αποκαλύφθηκε με Σ.Ε.Δ. του ΜΕ1 ημερ. 24.1.2018 και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Α, η ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι ο ισχυρισμός περί πώλησής της προβλήθηκε από τον ίδιο τον ΜΥ1 όταν ρωτήθηκε γιατί δεν επιθυμεί να ανανεώσει το ασφαλιστήριο. · Κληθείσα να διευκρινίσει αν τελικά ήταν περίπτωση ακύρωσης του συμβολαίου ή μη ανανέωσής του, η ΜΥ1 τοποθετήθηκε ως εξής꞉ «Δεν ανανεώθηκε. Ουδέποτε πληρώθηκε ασφάλιστρο για την περίοδο του ατυχήματος, ούτε παραδόθηκε Πιστοποιητικό Ασφάλισης για τη συγκεκριμένη μοτοσικλέτα. Δεν υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο, για να ακυρωθεί.». · Υπεδείχθη από το συνήγορο της Ενάγουσας ότι είναι αντιφατική η ορολογία που χρησιμοποιείται από την Ενάγουσα στα Τεκμήρια 6 και 12 της Ε/Δ της ΜΥ
  26. Στο Τεκμήριο 6 γίνεται αναφορά σε «ακύρωση», ενώ στο Τεκμήριο 12 γίνεται αναφορά σε μη ανανέωση. Η δικαιολογία που έδωσε η ΜΥ1 για τη χρήση του όρου «ακύρωση» στην επιστολή ως το Τεκμήριο 6 ήταν ότι υπέγραφε την εν λόγω επιστολή ο κ. Νικολάου, ο οποίος δεν είναι νομικός. Κατά την άποψη της ΜΥ1, η οποία είναι νομικός, η ορθή ορολογία για την περίπτωση ήταν ότι υπήρξε «μη ανανέωση». Το Τεκμήριο 12 συντάχθηκε από την ίδια, γι'αυτό και φέρει εκεί τον όρο «μη ανανέωση» αντί «ακύρωση». · Κληθείσα, σε συνέχεια των ανωτέρω, να εξηγήσει πώς τότε στο Τεκμήριο 4 της Ε/Δ της γίνεται αναφορά σε «επιστρεφόμενο ασφάλιστρο», η ΜΥ1 εξήγησε ότι, πρώτον, το Τεκμήριο 4 πρόκειται για ακυρωτική σημείωση που εκδίδεται αυτόματα από το λογισμικό και, δεύτερον, εκεί όπου γίνεται εξ υπαρχής ακύρωση του ασφαλιστηρίου, ο ασφαλιζόμενος δεν οφείλει να καταβάλει το ασφάλιστρο, ενώ αν το κατέβαλε, τότε οφείλει η εταιρεία να του το επιστρέψει. · Ήταν η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας, την οποία υπέβαλε στην ΜΥ1, ότι η Εναγόμενη είχε εκδώσει πιστοποιητικό ασφάλισης και θα πληρωνόταν ποσό €232 ως ασφάλιστρο. Η ακύρωση του συμβολαίου έγινε από την Εναγόνενη χωρίς να λάβει οδηγίες από την Ενάγουσα. Απέρριψε την εκδοχή αυτή η ΜΥ1, επαναλαμβάνοντας ότι η Εναγόμενη έλαβε οδηγίες από το Διευθυντή της Ενάγουσας, ο οποίος ως δικαιολογία ανέφερε την πώληση της μοτοσικλέτας. · Αρνήθηκε η ΜΥ1 να μπει στη σκέψη του Ταμείου Ανασφάλιστων Οδηγών (MIF) όταν κλήθηκε να σχολιάσει γιατί αυτό δεν κάλυψε τον Ενάγοντα, μη αποδεχόμενο προφανώς τις δικαιολογίες της Εναγόμενης περί ακύρωσης του συμβολαίου. Ήταν η θέση της ΜΥ1 ότι δεν αφορά την Εναγόμενη η όποια απόφαση θα λάμβανε το MIF για κάλυψη ή μη της απαίτησης για το επίδικο δυστύχημα. · Ισχυρίστηκε η ΜΥ1 ότι, αν και η Εναγόμενη είχε τη χειρόγραφη σημείωση της λέξης «πώληση» με την υπογραφή του Διευθυντή της Ενάγουσας (ΜΕ1), η οποία επιμαρτυρούσε, ως η θέση της, τις οδηγίες του για μη ανανέωση του συμβολαίου, εντούτοις, λόγω και της στάσης που τήρησε το MIF, η Εναγόμενη επεδίωξε μέσω του εισπράκτορά της να λάβει και γραπτή δήλωση του ΜΕ1 που να επιβεβαιώνει τις οδηγίες του για μη ανανέωση, αλλά αυτός αρνήθηκε να συνεργαστεί και να δώσει γραπτή δήλωση. · Εν πάσει περιπτώσει, ήταν η θέση της ΜΥ1 ότι, εφόσον επρόκειτο για μη ανανέωση και όχι για ακύρωση του συμβολαίου, δεν απαιτούνταν γραπτές οδηγίες από τον ασφαλισμένο. · Δεν μπορούσε να πει η ΜΥ1 πότε έγραψε ο ΜΕ1 τη λέξη «πώληση». Δεν υπήρχε ημερομηνία δίπλα ή κάτω από αυτή τη λέξη. Φαίνεται όμως η ημερομηνία του εγγράφου επί του οποίου σημειώθη η λέξη «πώληση». Ήταν έγγραφο ημερομηνίας 17.9.
  27. «Αυτή η ημερομηνία δεν μπορεί να αλλαχθεί από τον οποιοδήποτε», σχολίασε η ΜΥ
  28. · Αρνήθηκε η ΜΥ1 την εκδοχή που της υπέβαλε ο συνήγορος της Ενάγουσας ότι η λέξη «πώληση» σημειώθηκε μεταγενέστερα του επίδικου δυστυχήματος. Τοποθετήθηκε η ΜΥ1 ως εξής꞉ «Απορρίπτω αυτόν τον ισχυρισμό. Δεν θα ήταν λογικό κάποιος που έχει ατύχημα στις 28.10.2012 να ζητήσει να ακυρωθεί το συμβόλαιο του μεταγενέστερα». Για να της υποβάλει τότε ο συνήγορος της Ενάγουσας, τη θέση του ότι «Όπως και δεν είναι λογικό να ακυρώσει χωρίς λόγο το συμβόλαιο, αφού η μοτοσικλέτα του δεν ήταν πωλημένη», με την ΜΥ1 να απαντά σε αυτή τη νέα υποβολή ότι «Δεν μπορώ να γνωρίζω αν ο λόγος που δεν επιθυμούσε να το ανανεώσει επειδή επωλήθηκε ήταν και ο πραγματικός. Γνωρίζω ότι αυτή η δικαιολογία δόθηκε από τον ίδιο όταν ρωτήθηκε γιατί δεν θέλει να το ανανεώσει». · Τέλος, υποβλήθηκε στην ΜΥ1 ότι δεν ακολουθήθηκε καλή πρακτική στην επίδικη περίπτωση, με την ΜΥ1 να απαντά και να επιμένει ότι «Ακολουθήθηκε πιστά η πρακτική από το συγκεκριμένο εισπράκτορα. Επεδίωξε ανανέωση, αλλά αρνήτο ο Ενάγων. Γι'αυτό και δεν εκδόθηκε Πιστοποιητικό Ασφάλισης.» Πρόσθετα, η ΜΥ1 εξήγησε ότι για τη μη ανανέωση δεν απαιτείται να συμπληρωθεί συγκεκριμένη αίτηση από τον ασφαλισμένο. Κάθε φορά που θα λήξει ένα συμβόλαιο ασφάλισης, ειδοποιείται από τον εισπράκτορα το ασφαλιμένο πρόσωπο, εισπράττεται το ασφάλιστρο και εκδίδεται το Πιστοποιητικό Ασφάλισης. Ενώ στην παρούσα υπόθεση, ο εισπράκτορας επικοινώνησε και έλαβε απάντηση ότι δεν επιθυμώ [την ανανέωση]. ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σύμφωνα με πάγια νομολογία, ο ενάγων σε μία αγωγή έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προβώ σε αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας, κρίνω σκόπιμο να θέσω την όλη υπόθεση υπό το φακό της νομικής πτυχής της. Προκειμένου να πετύχουν οι αξιώσεις της Ενάγουσας Εταιρείας, θα πρέπει πρώτα αυτή να πετύχει στην απόδειξη της εκδοχής ως η παράγραφος 3 της Έκθεσης Απαίτησής της, ήτοι να αποδείξει ότι το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (υπ' αριθ. 11300042312) προνοούσε για περίοδο ασφάλισης από 27.10.2012 έως 26.10.2013 και ότι ήταν σε ισχύ κατά ή περί την 28.10.2012 όταν συνέβη το επίδικο τροχαίο δυστύχημα ως περιγράφεται στην παρα. 4 της Ε/Α. Στον αντίποδα, βρίσκεται η θέση της Εναγομένης, όπως δικογραφήθηκε στην παρα. 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης ότι το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν βρισκόταν σε ισχύ κατά ή περί την 28.10.2012 διότι, κατά την ανανέωση του ασφαλιστηρίου για την περίοδο από 27.10.2012 μέχρι 26.10.2013 η Ενάγουσα πληροφόρησε την Εναγόμενη ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση του Ασφαλιστηρίου, εφόσον η μοτοσικλέτα είχε πωληθεί. Τούτος ήταν και ο λόγος που η Εναγόμενη δεν παρέδωσε στην Ενάγουσα νέο Πιστοποιητικό Ασφάλισης και δεν πληρώθηκε από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη οποιοδήποτε ασφάλιστρο. Κατά την ακροαματική διαδικασία, ως περιγράφηκε ανωτέρω, ακούστηκε η θέση του ΜΕ1 ότι πριν το επίδικο δυστύχημα αυτός ουδέποτε έδωσε οδηγίες για μη ανανέωση του ασφαλιστηρίου, ενώ από την άλλη ακούστηκε η θέση της ΜΥ1, μεταξύ άλλων, ότι εφόσον επροκειτο για μη ανανέωση και όχι για ακύρωση του συμβολαίου, δεν απαιτούνταν γραπτές οδηγίες από τον ασφαλισμένο. Ενόψει των ανωτέρω αντιμαχόμενων θέσεων, έκρινα σκόπιμο να αντλήσω καθοδήγηση από το Σύγγραμμα "General Principles of Insurance Law", E. R. Hardy Ivamy, 4η έκδοση, 1979, London Butterworths (στο εξής «το Σύγγραμμα»), το οποίο επεξηγεί τον τρόπο με τον οποίο καταρτίζονται, ανανεώνονται ή ακυρώνονται και ερμηνεύονται τα διάφορα ασφαλιστήρια συμβόλαια. Στη σελ. 3 του εν λόγω Συγγράμματος αναφέρεται ότι - «A contract of insurance in the widest sence of the term may be defined as a contract whereby one person, called the Insurer, undertakes, in return for the agreed consideration, called the Premium, to pay to another person, called the Assured, a sum of money, or its equivalent, on the happening of a specified event. Δηλαδή, σε ελεύθερη μετάφραση, σύμβαση ασφάλισης στη γενική της έννοια αποτελεί σύμβαση δυνάμει της οποίας ένα πρόσωπο, λεγόμενο ασφαλιστής, αναλαμβάνει έναντι συμφωνηθείσας αντιπαροχής, λεγόμενο ασφάλιστρο, να πληρώσει σε άλλο πρόσωπο, το λεγόμενο ασφαλισμένο πρόσωπο, ένα ποσό χρημάτων σε περίπτωση που συμβεί ένα συγκεκριμένο γεγονός. Η Πρόταση Ασφάλισης που προηγείται της σύναψης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου έχει την έννοια της πρότασης που προέρχεται από τον ενδιαφερόμενο ασφαλιζόμενο να συμβληθεί με τους ασφαλιστές υπό τους όρους που αναφέρονται στην εν λόγω Πρόταση (βλ. σελ. 107 - 108 του Συγγράμματος)꞉ «The proposal form, when duly filled in and signed by the proposed assured and forwarded to the insurers operates as a formal offer by the proposed assured to the insurers to enter into a contract of insurance. The proposal form shows the terms upon which he is willing to contract, and if the offer is accepted, he cannot insist upon having an insurance differing in its terms from those specified in the proposal. Since the proposal form, in practice, proceeds from the insurers, it further shows the terms upon which they are, too, willing to contract. They are bound, therefore, after acceptance, to issue a policy in accordance with the proposal.» Όπως αναφέρεται στη σελ. 119 του ιδίου Συγγράμματος, η έκδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποτελεί την επίσιμη ένδειξη ότι οι ασφαλιστές αποδέχθηκαν την Πρόταση Ασφάλισης και ότι δεσμεύονται από την αποδοχή αυτή («The issue of the policy is a conclusive intimation that the insurers have accepted the proposal. They are therefore bound by their acceptance and from it they cannot recede.»). Στις σελίδες 247 - 251 του ιδίου Συγγράμματος αναφέρεται, σχετικά με τη διάρκεια της ισχύος της ασφάλισης, ότι η ασφάλιση παραμένει σε ισχύ μέχρι τη λήξη της περιόδου ασφαλιστικής κάλυψης που αναφέρεται στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, εκτός αν διακοπεί προηγουμένως για έναν οποιονδήποτε από τους λόγους που απαριθμούνται, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η παράβαση της ασφαλιστικής σύμβασης. Όσον αφορά το δικαίωμα ακύρωσης του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, στη σελ. 248 του Συγγράμματος αναφέρεται ότι τα αντισυμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να συμφωνήσουν οποτεδήποτε εντός της διάρκειας της ασφαλιστικής περιόδου να ακυρώσουν το συμβόλαιο, νοουμένου ότι θα εκδηλωθεί με σαφήνεια η μεταξύ τους συμφωνία για ακύρωση του συμβολαίου, είτε τούτο αφορά σε τερματισμό του είτε σε έκδοση νέου ασφαλιστηρίου με διαφορετικούς όρους. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα꞉ CANCELLATION OF THE POLICY «The parties may, at any time during the period of insurance, agree to cancel the policy, either for the purpose of putting an end to the contract between them or for the purpose of substituting a policy in different terms. The agreement for cancellation must, however, be clearly shown. There is no effective cancellation where the parties acted under the mistaken belief that the policy was void, or where the cancellation was agreed to on behalf of the assured by an agent who, in doing so, exceeded his authority. On the other hand, a misunderstanding as to the terms of the cancellation does not prevent the cancellation, if otherwise clear, from being effective. Αναγνωρίζεται συγχρόνως το δικαίωμα του Ασφαλισμένου προσώπου να τερματίσει το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο πριν την ημερομηνία λήξης της ασφαλιστικής περιόδου, με το να επιστρέψει στους Ασφαλιστές του το Πιστοποιητικό Ασφάλισης και δίδοντας τη σχετική προειδοποίηση, αξιώνοντας να του επιστραφεί τυχόν αναλογία του ασφαλίστρου που ήδη κατέβαλε για την περίοδο που δεν θα υφίσταται το ασφαλιστήριο σε ισχύ. Από την ημερομηνία που οι ασφαλιστές λαμβάνουν την ειδοποίηση τερματισμού του ασφαλιστηρίου και παράδοσης του συμβολαίου (Πιστοποιητικού ασφάλισης), παύουν να έχουν υποχρέωση να καλύψουν οποιαδήποτε μελλοντική ζημιά του ασφαλισμένου, παρά μόνον υποχρεούνται να του επιστρέψουν την αναλογία του ασφαλίστρου που αχρεωστήτως κατέβαλε. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 249 του ιδίου Συγγράμματος꞉ «[.] The assured may be entitled, on giving notice to the insurers, to surrender the policy before the expiration of the period of insurance and to receive back a rateable proportion of the premium and the surrender value, if any, of the policy. In this case, the policy ceases to be in force as soon as the insurers have received the notice of surrender from the insured. In the event, therefore, of a subsequent loss, the assured is not entitled to recover the amount payable under the policy, but only the balance of premium and any surrender value that may be payable under the condition. It is immaterial that at the time of the loss the policy has not been formally cancelled or the premium refunded or the surrender value paid.». Η εξουσία του Δικαστηρίου να ακυρώσει ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιορίζεται στις περιπώσεις εκείνες όπου το συμβόλαιο ήταν εξ αρχής ακυρώσιμο λόγω ελαττώματος κατά τη σύναψή του. Αν όμως ήταν έγκυρο κατά τη σύναψή του, τότε οι ασφαλιστές δεν δύνανται να κινήσουν αγωγή αξιώνοντας να κηρυχθεί άκυρο από το Δικαστήριο για λόγους που ανέκυψαν στην πορεία, παρά μόνο δύνανται να εγείρουν τους λόγους αυτούς ως υπεράσπιση σε τυχόν αγωγή που θα κινηθεί εναντίον τους δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Τούτο διευκρινίζεται στη σελ. 252 του Συγγράμματος꞉ «The power of the Court to declare the contract void and to order the cancellation of the policy, only exists where the contract is voidable ab initio by reason of defect existing when the contract was made. If the policy is in its inception valid, but events subsequently happen which will preclude the assured from enforcing any claim under it, the Court cannot, on the application of the insurers order the policy to be cancelled or declare that the insurers are not liable upon it. In this case the insurers have a good legal defence to an action on the policy and must wait until they are sued. [.]». Από την άλλη, αν ο ασφαλιζόμενος διαβλέπει ότι οι ασφαλιστές θα επιχειρήσουν να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, τότε αυτός δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για να αξιώσει Δηλωτική απόφαση ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι έγκυρο και σε ισχύ, εφόσον προκύψει κάποια απαίτηση ή αντιδικία δυνάμει αυτού. Τούτο διασαφηνίζεται στη σελ. 253 του ιδίου Συγγράμματος꞉ «If the assured anticipates that the isnurers will seek to avoid the policy, he may apply to the Court for a declaration that the policy is valid, but only if a claim or at least a dispute has arisen.». Όσον αφορά τη δυνατότητα ανανέωσης ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στη σελ.262 του Συγγράμματος περιγράφονται τρεις διαφορετικές πρόνοιες που δυνατόν να περιέχει ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο꞉ είτε την πρόνοια που καθιστά εφικτή την ανανέωση, νοουμένου ότι συμφωνούν και τα δύο αντισυμβαλλόμενα μέρη, είτε την πρόνοια που καθιστά εφικτή την ανανέωση, εφόσον το επιλέξει ο ασφαλισμένος, ή την πρόνοια με την οποία δεσμεύονται και τα δύο μέρη σε από καιρό εις καιρό ανανέωση, εκτός εάν οποιοσδήποτε εκ των δύο αντισυμβαλλομένων δώσει ειδοποίηση στο άλλο μέρος ότι δεν επιθυμεί την ανανέωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Συνοψίζοντας τα όσα επεξηγούνται στο ίδιο Σύγγραμμα, αναφέρω ότι꞉ Στην πρώτη περίπτωση, η συμφωνία για ανανέωση δύναται να εκδηλωθεί, εφόσον ο ασφαλισμένος καταβάλει το ασφάλιστρο για τη νέα περίοδο ασφάλισης και οι ασφαλιστές δεν αρνηθούν να το εισπράξουν, ή, αντίστροφα, αν οι ασφαλιστές καλέσουν τον ασφαλιζόμενο να πληρώσει για ανανέωση της περιόδου ασφάλισης και εκείνος συμφωνήσει να πληρώσει το ασφάλιστρο. Σε αυτή την πρώτη περίπτωση, δεν είναι αναγκαίο να δώσουν οι ασφαλιστές ειδοποίηση στον ασφαλισμένο ότι δεν επιθυμούν την ανανέωση. Στη δεύτερη περίπτωση, η ίδια η πρόνοια του συμβολαίου συνεπάγεται τη δικαιωματική ανανέωση του συμβολαίου προς όφελος του ασφαλισμένου, εκτός αν ο ασφαλισμένος λάβει προηγουμένως προειδοποίηση από τους ασφαλιστές ότι αποσύρουν την ασφαλιστική κάλυψη. Στην τρίτη περίπτωση, κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει δικαίωμα να δώσει ειδοποίηση στην άλλη πλευρά, πριν τη λήξη της αρχικής περιόδου, ότι θα τερματίσει τη σύμβαση στη λήξη της. Αν δεν δοθεί τέτοια ειδοποίηση από οποιαδήποτε πλευρά, τότε στη λήξη της περιόδου ο ασφαλισμένος υποχρεούται να πληρώσει το ασφάλσιτρο για τη νέα περίοδο και οι ασφαλιστές υποχρεούνται να καλύψουν τον ασφαλιστικό κίνδυνο αν ανακύψει εντός της περιόδου. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από τις σελ. 262 και 263 του Συγγράμματος꞉ «RENEWAL OF THE POLICY A stipulation as to renewal may be framed in three different ways꞉ A stipulation may make the policy renewable if both parties so desire. The stipulation may make it renewable at the option of the assured. The stipulation may bind both parties to renew it unless either party notifies the other that he does not intend to renew it. Where the policy is renewable by mutual consent. The assured by tendering the renewal premium, in the first instance makes an offer to renew the policy, which the insurers may accept or decline at pleasure; they cannot, therefore, be compelled to accept the renewal premium when tendered. If on the other hand the insurers invite the assured to renew the policy by sending him a renwal notice, the offer to renew the policy proceeds from them and his acceptance is signified by payment of the renewal premium. In this case they are bound to accept the renewal premium when tendered. But if the insurers offer to renew the policy at an increased premium, which the assured refuses to pay, a subsequent tender of the increased premium is inoperative, even though made during the days of grace. Unless the terms of the stipulation so provide, it is unnecessary for the insurers to give notice to the assured that they do not intend to renew it. Their failure to do so does not preclude them from denying that they have renewed their policy. Where the policy is renewable at the option of the assured. The stipulation may make the policy renewable at the option of the assured. His right to claim a renewal may be absolute, in which case the policy must be renewed if he so desires, or it may. By the terms of the stipulation, be liable to be defeated if, before it is exercised, the insurers have given notice of their intention to determine the policy at the expiration of the current period. In the latter case the stipulation amounts to a standing offer by the insurers to renew the policy and the assured may accept it at any time before he has received notice of its withdrawal. Upon complying with the terms of the policy as to renewal, therefore, he is entitled to insist upon his policy being renewed and the insurers cannot decline to renew it unless they have first given notice of their intention not to do so. Where both parties must renew the policy in the absence of notice. The stipulation may provide that the policy is to continue in force for a further period unless prior to the expiration of the first period notice has been given by either party to determine it. If, therefore, no such notice is given, the policy continues in force as a matter of course. Without any given act of assent on the part of either, the assured becomes liable to pay a further premium whilst the insurers become liable in their turn to make good any loss happening during the second or any renewed period. Αν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι σιωπηρό σε ό,τι αφορά τους όρους ανανέωσής του, τότε η συνήθης πρακτική, όπως περιγράφεται στο Σύγγραμμα, είναι η εξής꞉ Λίγο καιρό πριν τη λήξη της αρχικής ασφαλιστικής περιόδου, οι ασφασλιστές αποστέλλουν στον ασφαλισμένο τη λεγόμενη ειδοποίηση ανανέωσης, καθορίζοντας το ασφάλιστρο που πρόκειται να είναι πληρωτέο. Αυτό το βήμα αποτελεί την πρότασή τους προς τον ασφαλισμένο για την ανανέωση της περιόδου ασφάλισης. Η αποδοχή της πρότασης ανανέωσης εκδηλώνεται από τον ασφαλισμένο με την εκ μέρους του πληρωμή του ασφαλίστρου. Αν ο ασφαλισμένος, έχοντας λάβει την Ειδοποίηση Ανανέωσης, δηλώσει ρητά την άρνησή του για ανανέωση, τότε τυχόν εκ των υστέρων πληρωμή του ασφαλίστρου από αυτόν δεν δύναται αφ' εαυτής να ανανεώσει τη σύμβαση. Αν όμως οι ασφαλιστές παρέλειψαν να στείλουν Ειδοποίηση Ανανέωσης αμέσως πριν τη λήξη της ασφαλιστικής περιόδου, τότε ο ασφαλισμένος δύναται να εκδηλώσει τη δική του πρόθεση ανανέωσης είτε με το να πληρώσει το νέο ασφάλιστρο ή με άλλη συμπεριφορά και οι ασφαλιστές δυνανται να το αποδεχθούν ή να το αρνηθούν. Σχετικό το απόσπασμα από το Σύγγραμμα που παρατίθεται πιο κάτω꞉ «The practice as to renewal In practice, the insurers, shortly before the expiration of the policy in force, send to the assured "a renewed notice", intimating that the renewal premium is about to fall due. The sending of this notice to the assured amounts to an offer by the insurers to renew the policy, on the footing of the original proposal or any variation of the terms indicated in the renewal notice, such as an increased premium. The assured is usually required to intimate his acceptance of this offer by paying the premium for the renewed period and unless and until he does so, the renewal does not take effect. If, however, he expressly declines the offer to renew his policy, a subsequent tender of the premium will not, of itself, renew it. Where the insurers have taken no steps in the matter, the assured may tender the premium or otherwise intimate his willingness to renew the policy. In this case the offer to renew the policy comes from him, and the insurers may accept or decline it, as they think fit.» Εκεί όπου ο ασφαλισμένος έχει πληρώσει το νέο ασφάλιστρο και έχει παραλάβει απόδειξη ανανέωσης, τότε δύναται να βασίζεται σε αυτήν για να αποδεικνύει την ανανέωση της σύμβασης. (On paying the premium the assured usually receives a renewal receipt on which he is entitled to rely showing that the policy has been duly renewed. When the payment is made to an agent on the insurer's behalf, the binding effect of the payment depends upon the authority of the agent to receive it. If however the payment is otherwise good, the insurers cannot reputiade liability upon the ground of a mere informality in the form of receipt actually given by the agent.) Στη σελίδα 293 του ιδίου Συγγράμματος αναφέρεται ότι η πληρωμή του ασφαλίστρου αποτελεί «condition precedent» για την ύπαρξη ευθύνης από τους ασφαλιστές («It is a condition precedent to the liability of the insurers that the premium shall be paid.»). Και τούτο διότι, όπως επεξηγείται στη σελ. 197 του ιδίου Συγγράμματος, το ασφάλιστρο αποτελεί την αντιπαροχή προς την ανάληψη από μέρους του ασφαλιστή της υποχρέωσης να πληρώσει όταν επισυμβεί ο κίνδυνος («The premium is the consideration which the insurers receive from the insured in exchange for their undertaking to pay the sum insured in the event insured against.»). Στις σελ. 205 - 206, υπό τον τίτλο «2. Effect of payment» αναφέρεται στο ίδιο Σύγγραμμα ότι η αποδοχή ενός ασφάλιστρου από τους ασφαλιστές δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι υφίσταται το ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε ισχύ. Το ίδιο τεκμήριο εγείρεται όταν οι ασφαλιστές απαιτούν να εισπράξουν το ασφάλιστρο, εκτός αν υπάρξει άρνηση ικανοποίησης της απαίτησης αυτής από τον ασφαλιζόμενο, στην οποία περίπτωση υφίσταται παραβίαση του συμβολαίου από τον ασφαλιζόμενο. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα꞉ «The acceptance of the premium by the insurers, in the absence of circumstances pointing to a contrary conclusion, leads to the inference that there is a concluded contract of insurance.[ .] The making of a demand for the premium leads to the same inference, unless the demand is refused, in which case there is a repudiation of the contract by the assured which releases the insurers from their liability. [.]». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Εάν παραβιστεί όρος της ασφαλιστικής σύμβασης που αφορά σε «condition precedent» για την ύπαρξη ευθύνης των ασφαλιστών, τότε η συνέπεια της παράβασης της σύμβασης είναι να εμποδίσει τον ασφαλιζόμενο από το να υποβάλει απαίτηση βάσει της σύμβασης, αλλά η περίοδος ασφάλισης συνεχίζει και η ασφάλιση παραμένει σε ισχύ. Γι' αυτό και αν προκύψει κάποια μεταγενέστερη απώλεια, ο ασφαλιζόμενος δύναται να υποβάλει απαίτηση προς τους ασφαλιστές, νοουμένου όμως ότι θα εκπληρώσει προηγουμένως τον όρο που είχε παραβιάσει. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα꞉ A. THE DURATION OF THE POLICY The policy remains in force, in the ordinary course of events, until the expiration of the period of insurance. [.] The policy may, however, cease to be in force at an earlier date by reason of one or other of the following cases꞉ 1. By payment of the full sum insured under the policy. 2. By consent of the parties. 3. Under statute. 4. By breach of condition. [.] Where the condition broken is a condition precedent to the liability of the insurers, the only effect of the breach is to preclude the assured from enforcing any claim in respect to which there has been a breach of condition. The period of insurance continues to run and the policy remains in force. If therefore a subsequent loss takes place, the assured is not precluded from enforcing his claim in respect of such loss by reason of his previous breach of condition, provided that, in this case, the condition is duly performed. Υπό ορισμένες συνθήκες που περιγράφονται στις σελ. 201 - 205 του προμνησθέντος Συγγράμματος, υπό τον τίτλο «1. Time for Payment», η ασφαλιστική εταιρεία κωλύεται λόγω συμπεριφοράς από το να αποφύγει τη δική της ευθύνη, παρά τη μη πληρωμή του ασφαλίστρου. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι αν η ασφαλιστική εσφαλμένα αρνήθηκε να δεχθεί πληρωμή του ασφαλίστρου ή αν η ίδια παραβίασε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, τέτοια παραβίαση απαλλάσσει τον ασφαλιζόμενο από το να εκπληρώσει τη δική του υποχρέωση, εν προκειμένω περί καταβολής του ασφαλίστρου και γι' αυτό η εταιρεία εμποδίζεται από το να επικαλείται τη μη πληρωμή του ασφαλίστρου. Παραθέτω: «[.] There are certain cases, however, in which the insurers are, by their conduct, precluded from relying upon the non-payment of the premium and are, therefore, notwithstanding the stipulation, liable to the assured although the premium is not paid until after the loss or never paid at all. These cases are꞉ a. Where the insurers issue a policy under seal reciting that the premium has been paid; [.] b. Where the insurers by their conduct discharge the assured from the necessity of complying with the condition. The insurers may have wrongfully refused to accept payment of the premium when rendered to them or may have otherwise repudiated the contract contained in the policy. By such refusal or repudiation, as the case may be, the assured is discharged from the obligation of performing the condition, and the insurers cannot, therefore, rely upon the non-performance. [.] ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης της νομικής πτυχής της υπόθεσης, κρίνω αναγκαίο να αξιολογήσω τη δοθείσα μαρτυρία με σκοπό να διαμορφώσω ευρήματα σε σχέση με τα εξής επίδικα θέματα꞉ Υπάρχει μαρτυρία που να αποδεκνύει τους αρχικούς όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου; Αν ναι, τότε τί προέβλεπε σε ό,τι αφορά τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανανέωση ή/και ακύρωση του συμβολαίου; Υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει ότι υπήρξε ανανέωση του ασφαλιστήριου συμβολαίου για περίοδο που να καλύπτει την επίδικη ημερομηνία του δυστυχήματος; Αν ναι, ποια; Αν όχι, ποια; Υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει τις εντολές του Διευθυντή της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη; ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Ωστόσο, η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614).). Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήριο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Πέραν των γραπτών ενόρκων δηλώσεων των δύο μαρτύρων, εφόσον αυτοί κλήθηκαν για αντεξέταση και έδωσαν δια ζώσης μαρτυρία στο Δικαστήριο, είναι κατάλληλο να αξιολογηθεί η μαρτυρία τους με βάση τα καθιερωμένα κριτήρια σε ό,τι αφορά τον έλεγχο της αξιοπιστίας τους. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Ασφαλώς, κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν δύναται να έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Τέλος, σημειώνω ότι αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Όπως, περαιτέρω, λέχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 στη σελ. 721 λέχθηκε ότι: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.LR. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απρόοπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophvtou and Οthers
(1983)1 C.LR. 669, 680). Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης.». Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς. Όπως λέχθηκε στην Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες στο εδώλιο επί του όρκου τους. Θετική εντύπωση μου έκανε η μαρτυρία του ΜΕ1, καθ'ότι υπήρξε αυθόρμητος, άνετος και παραστατικός ο λόγος του. Απεναντίας, παρά το σοβαρό και επαγγελματικό ύφος της ΜΥ1 στο εδώλιο, εντούτοις η μαρτυρία της δεν με έπεισε ότι προέρχεται από πρόσωπο που έχει άμεση και προσωπική γνώση των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης. Απεναντίας, η ίδια προσήλθε για να επεξηγήσει και να ερμηνεύσει έγγραφα της Εναγομένης και επιχείρησε να συγκεράσει αντιφάσεις που υπήρξαν στην όψη τους (βλ. Τεκμήρια 6 και 8 συγκριτικά προς το Τεκμήριο 9). Η δική της πρώτη ανάμειξη στην υπόθεση χρονολογείται βάσει του Τεκμηρίου 8 στις 22.11.2013, ήτοι πολύ μεταγενέστερα των κρίσιμων ημερομηνιών της 17.9.2012 ή/και της 28.10.
  1. Πέραν των πιο πάνω γενικών παρατηρήσεων για την εξωτερική εντύπωση που μου έκαναν οι μάρτυρες, προχωρώ σε λεπτομεριακή αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, έχοντας ως οδηγό το συσχετισμό των δηλώσεών τους με την πραγματική μαρτυρία (real evidence) που έχει κατατεθεί. Υπάρχει, ενώπιον μου ως πραγματική μαρτυρία, η Πρόταση Ασφάλισης Γενικής Οχημάτων, ημερ.16.10.2010 (Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ της ΜΥ1), επί της οποίας δεν αντεξετάστηκε η ΜΥ
  2. Σκοπός της κατάθεσης της εν λόγω Πρότασης από την ΜΥ1 ήταν να φανεί ότι το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο συνήφθη αρχικά τον Οκτώβρη του 2010 με αρχική περίοδο ασφάλισης «27.10.2010 έως 26.10.2011 ώρα 12꞉28», γι' αυτό και η όλη συζήτηση στο πλαίσιο της δίκης για το αν κατά η περί τις 28.10.2012 το ίδιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο παρέμενε σε ισχύ δυνάμει ανανέωσης ή αν έπαυσε να βρίσκεται σε ισχύ κατόπιν οδηγίας του ασφαλιζόμενου προσώπου για ακύρωση ή μη ανανέωσή του. Με βάση τη νομική πτυχή που ανέλυσα ανωτέρω, από την Πρόταση Ασφάλισης το Δικαστήριο αντλεί γνώση για τους όρους που ο προτεινόμενος ασφαλιζόμενος πρότεινε ως βάση σύναψης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Εφόσον η ΜΥ1 στηρίζεται σε αυτό το έγγραφο προς απόδειξη της εκδοχής της Εναγόμενης, έπεται ότι η Εναγόμενη αποδέχθηκε να συμβληθεί βάσει των όρων που περιέχει η εν λόγω Πρόταση ως το Τεκμήριο
  3. Το Τεκμήριο 1, αν και ανυπόγραφο αντίγραφο, εφόσον δεν υποβλήθηκε σε αμφισβήτηση για την αλήθεια του περιεχομένου του από το συνήγορο της Ενάγουσας ελλείψει αντεξέτασης της ΜΥ1 αναφορικά με αυτό, φανερώνει στο Δικαστήριο τις εξής πληροφορίες ως αληθείς꞉ ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπ' αριθ. 11300042310 αφορούσε στην ασφάλιση «μοτοσικλέτας», «εμπορικής χρήσης», μάρκας «LIFAN» με «αρ. πλαισίου 000047» και «έτος κατασκευής το 2010», ημερ. αγοράς το «10/2010», για «1 επιβάτη», για κάλυψη ευθύνης «third party plus» με προτεινόμενο ασφαλιζόμενο την Ενάγουσα εταιρεία και εξουσιοδοτημένο οδηγό «οποιοδήποτε οδηγό κάτοχο κανονικής άδειας οδήγησης», για την πιο πάνω αναφερόμενη αρχική περίοδο ασφάλισης, με τρόπο πληρωμής ασφαλίστρου τα «μετρητά». Κρίνω σκόπιμο να προβώ σε δύο επισημάνσεις꞉ (α) Είναι σιωπηρή η Πρόταση Ασφάλισης σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα και τη διαδικασία τυχόν ανανέωσης της ασφάλισης για οποιαδήποτε μετέπειτα χρονική περίοδο περίοδο. (β) Μέσα στους τυποποιημένους όρους της Πρότασης Ασφάλισης, συγκαταλέγεται και ο εξής όρος στην 3η σελίδα αυτής꞉ «Προσοχή꞉ Επισύρεται ιδιαίτερα η προσοχή του ασφαλισμένου στο γεγονός ότι σε περίπτωση μεταβίβασης ή συμφωνίας για μεταβίβαση του οχήματος η ασφάλισή σας παύει να ισχύει.» Είναι άξιον απορίας, γιατί δεν έγινε επίκληση του όρου αυτού από τους συνηγόρους της Εναγομένης ή ακόμη από την ίδια τη ΜΥ1, η οποία είναι νομικός όπως η ίδια τόνισε και ξέρει να ερμηνεύει τους όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ή/και να χρησιμοποιεί με ακρίβεια την ορολογία στην αλληλογραφία με άλλους οργανισμούς ή φορείς του ασφαλιστικού κλάδου. Θα ανέμενε το Δικαστήριο, εφόσον υπήρχε ένας τέτοιος όρος στη βάση της συμφωνίας ασφάλισης, να τον επικαλείτο η ΜΥ1 ή/και η Εναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισής της, για να δείξει ότι, έπαυε αυτόματα η ισχύς της ασφαλιστικής σύμβασης από την ημερομηνία της όποιας συμφωνίας για μεταβίβαση της επίδικης μοτοσικλέτας ή της πράξης της μεταβίβασής της. Όχι μόνον δεν έγινε ειδική επίκληση του όρου αυτού, αλλά όταν, μάλιστα, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι δεν έφερε μαζί του στο Δικαστήριο τη συμφωνία πώλησης ή τη δήλωση μεταβίβασης της μοτοσικλέτας επειδή δεν τη θεωρούσε σχετική με τα επίδικα θέματα, η πλευρά της Υπεράσπισης δεν του υπέδειξε τον πιο πάνω όρο ασφάλισης ή τη σημασία του, ούτε του ζήτησε να εντοπίσει τα έγγραφα αυτά και να τα προσκομίσει στο Δικαστήριο, για να φανεί πότε ακριβώς έγινε η συμφωνία για μεταβίβαση. Ούτε φάνηκε να μερίμνησε η Εναγόμενη οποτεδήποτε πριν τη δίκη να λάβει από τον πελάτη της αντίγραφο της συμφωνίας μεταβίβασης ή της αλλαγής ιδιοκτησίας του ασφαλισμένου οχήματος για να γνωρίζει από ποια ημερομηνία εδικαιούτο να θεωρήσει μη ισχύουσα την ασφάλιση. Απεναντίας, η θέση του ΜΕ1 ότι τα έγγραφα της μεταβίβασης ήταν άσχετα προς τα επίδικα θέματα και ότι τούτος ο λόγος που δεν τα προσκόμισε στη δίκη, είχε συνοχή με τη θέση του ότι η πώληση της μοτοσικλέτας έγινε περί τους 8 μήνες μετά το επίδικο δυστύχημα, γι'αυτό και δεν επιδρούσε στην ισχύ του ασφαλιστικού συμβολαίου κατά την ημερομηνία του επίδικου δυστυχήματος. Εδώ, η πλευρά της Υπεράσπισης υπέβαλλε διαρκώς στον ΜΕ1 τη θέση ότι η ημερομηνία πώλησης της μοτοσικλέτας ήταν προγενέστερη της 27.10.2012 που θα άρχιζε η περίοδος ανανέωσης του ασφαλιστικού συμβολαίου. Παραταύτα, η Εναγόμενη δεν είχε μεριμνήσει να λάβει από την Ενάγουσα κανένα αποδεικτικό στοιχείο για να αποδείξει πότε ακριβώς της γνωστοποιήθηκε η πώληση της μοτοσικλέτας. Η χειρόγραφη σημείωση της λέξης «πώληση» επί του Πίνακα Συμβολαίου, στην οποία στηρίχθηκε κατά κόρον η μαρτυρία της ΜΥ1, δεν ήταν χρονολογημένη. Η ΜΥ1 δεν είχε άμεση γνώση για το πότε τέθηκε η εν λόγω χειρόγραφη σημείωση από τον ΜΕ
  4. Δεν τέθηκε στην παρουσία της. Το πρόσωπο, στην παρουσία του οποίου έθεσε τη σημείωση ο ΜΕ1, δεν προσήλθε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Έμειναν αποδεικτικά κενά στην εκδοχή της Εναγόμενης. Ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι έθεσε τη σημείωση αυτή κατά ή περί τον Ιούνιο του 2013 που του παρουσίασε τον Πίνακα του Συμβολαίου κάποιος Γιάννος. Δεν αντεξετάστηκε επί τούτου ο ΜΕ
  5. Δεν του υποβλήθηκε οποιαδήποτε άρνηση της θέσης ότι υπήρχε κάποιος Γιάννος στην υπηρεσία της Εναγομένης. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι κατά ή περί τον Ιούνιο του 2013 που του παρουσίασε ο Γιάννος τον Πίνακα του συμβολαίου η μοτοσικλέτα είχε όντως πωληθεί, γι'αυτό και ο ίδιος έθεσε ενυπόγραφα τη χειρόγραφη σημείωσή του με τη λέξη «πώληση». Όπως αποδεικνύει η επιστολή του Τ.Ο.Μ. μέχρι τον Ιούνιο του 2013 η επίδικη μοτοσικλέτα εξακολουθούσε να αποτελεί ιδιοκτησία της Ενάγουσας. Έμεινε αναντίλεκτη η θέση του ΜΕ1 αυτή, αφού η Εναγόμενη δεν είχε κάποιο διαφορετικό αποδεικτικό στοιχείο να αντιτάξει. Επομένως, δεν αποδείχθηκε η θέση της Υπεράσπισης ότι είτε η συμφωνία μεταβίβασης είτε η μεταβίβαση της μοτοσικλέτας από την Ενάγουσα προς τρίτο πρόσωπο έγινε προγενέστερα της 27.10.
  6. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ΜΥ1 ότι δεν είχε νόημα να γράψει τη λέξη «πώληση» ο ΜΕ1 μετά το επίδικο ατύχημα, διότι «δεν θα ήταν λογικό κάποιος που έχει ατύχημα στις 28.10.2012 να ζητήσει να ακυρωθεί το συμβόλαιο του μεταγενέστερα», κρίνω ότι η απάντηση δόθηκε από τον ίδιο το ΜΕ1, ο οποίος δήλωσε σαφώς ότι κατά ή περί τον Ιούνιο του 2013 εκείνος εξακολουθούσε να αγνοεί ότι η Εναγόμενη αρνήθηκε να καλύψει την ευθύνη έναντι τρίτου για το επίδικο δυστύχημα ή/και ότι θεωρούσε ως ακυρωθέν ή μη ανανεωθέν το συμβόλαιο ασφάλισής του. Πράγματι, δεν υπάρχει ενώπιον μου καμία αλληλογραφία μεταξύ της Εναγόμενης και του ΜΕ1 ή της Ενάγουσας μέχρι τον Ιούνιο του 2013 που να φανερώνει ότι ενημερώθηκε η Ενάγουσα για τη θέση της Εναγομένης ότι δεν υπήρχε ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε ισχύ. Όπως δήλωσε ο ΜΕ1 και αυτό έμεινε αναντίλεκτο, η επικοινωνία γινόταν μεταξύ της ασφαλιστικής του άλλου οδηγού που εμπλεκόταν στο δυστύχημα και της Εναγομένης. Αργότερα ενεπλάκη το MIF. Η Ενάγουσα πληροφορήθηκε μέσω της αγωγής που στράφηκε εναντίον της από τον άλλο οδηγό για τη στάση που τήρησε η Εναγόμενη. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να καταρρίπτει ως αναξιόπιστη αυτή τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι κατά ή περί τον Ιούνιο του 2013 αυτός εξακολουθούσε να αγνοεί ότι η Εναγόμενη αρνήθηκε την ευθύνη κάλυψης του επίδικου δυστυχήματος. Άλλωστε, ενώπιον του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη μέσω της ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι για πρώτη φορά αυτή έλαβε επιστολή από την ασφαλιστική εταιρεία Prime που εκπροσωπούσε την άλλη οδηγό περί τις 13.9.2013 (βλ. Τεκμήριο 5 στην Ε/Δ της ΜΥ1), δηλαδή σχεδόν ένα χρόνο μετά το επίδικο δυστύχημα και δη μετά την πώληση της επίδικης μοτοσικλέτας. Συνεπώς, έχει δίκαιο ο ΜΕ1 να λέει ότι ουδεμία όχληση προς τον ίδιο είχε γίνει μέχρι τον Ιούνιο του 2013 και εν προκειμένω αυτός ορθά ενημέρωσε την ασφαλιστική για την πώληση της μοτοσικλέτας σ' εκείνο το χρονικό στάδιο που έπαυσε να έχει την ιδιοκτησία της η Ενάγουσα. Το δεύτερο στοιχείο πραγματικής μαρτυρίας που υπάρχει ενώπιόν μου είναι ο Πίνακας του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου, με ημερ. έκδοσης 17.9.2012, με ίδιο αριθμό συμβολαίου ως αυτόν που αναγράφεται στην πιο πάνω αναφερόμενη Πρόταση Ασφάλισης, τον οποίο κατέθεσαν αμφότεροι οι μάρτυρες με το ίδιο επακριβώς περιεχόμενο (βλ. Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ του ΜΕ1 και Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ της ΜΥ1). Αφορά στην ασφάλιση της ίδιας μοτοσικλέτας έναντι ασφαλίστρου €232 σε μετρητά και προσδιορίζει την περίοδο ασφάλισης ως εξής꞉ «ΑΠΟ 27.10.2012 ΜΕΧΡΙ 26.10.
  7. ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Ο ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΣ ΘΑ ΚΑΤΑΒΑΛΕΙ ΚΑΙ Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΑ ΣΥΜΦΩΝΗΣΕΙ ΝΑ ΔΕΧΘΕΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΟ ΓΙΑ ΑΝΑΝΕΩΣΗ.». Χωρούν οι ακόλουθες επισημάνσεις στην όψη του Πίνακα του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου꞉ Ο όρος ή/και η διαδικασία που διέπει την ανανέωση της περιόδου ασφάλισης, ο οποίος δεν αναφερόταν στην Πρόταση Ασφάλισης, εντοπίζεται στον Πίνακα του Συμβολαίου. Κατά την ανανέωση της ασφαλιστικής περιόδου, είθισται να συνεχίζουν οι ίδιοι όροι ως η αρχική Πρόταση Ασφάλισης, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν σε τροποποίηση των όρων, οπόταν εκδίδεται νέο συμβόλαιο. Εδώ, δεν έγινε ποτέ λόγος για τροποποίηση των όρων της ασφαλιστικής κάλυψης, παρά μόνον για ανανέωση της προϋπάρχουσας σύμβασης ασφάλισης, άρα προχωρώ θεωρώντας ότι ο όρος που διέπει τη διαδικασία ανανέωσης ως αναγράφεται στο Τεκμήριο 2 της Ε/Δ της ΜΥ1 είναι αυτός που είχε εξ υπαρχής συμφωνηθεί στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο. Μου φαίνεται να αποτελεί όρο όπως αυτόν της «δεύτερης περίπτωσης» που περιγράφει το προμνησθέν Σύγγραμμα, όπου δηλαδή ο όρος του συμβολαίου συνεπάγεται τη δικαιωματική ανανέωση του συμβολαίου προς όφελος του ασφαλισμένου, εκτός αν ο ασφαλισμένος λάβει προηγουμένως προειδοποίηση από τους ασφαλιστές ότι αποσύρουν την ασφαλιστική κάλυψη. Εφόσον ο ασφαλισμένος δεν λάβει τέτοια προειδοποίηση από τους ασφαλιστές αμέσως πριν τη λήξη της αρχικής περιόδου ασφάλισης, ήτοι αν αυτοί δεν εκδηλώσουν έγκαιρα την πρόθεσή τους να μην δεχθούν την πληρωμή ασφαλίστρου ανανέωσης, τότε ο ασφαλισμένος δύναται να επιμείνει να πληρώσει το ασφάλιστρο για να έχει δικαιωματικά την ανανέωση της ασφάλισής του. Με βάση την πιο πάνω θεώρηση των πραγμάτων, εφόσον η Εναγόμενη εξέδωσε κατά ή περί τις 17.9.2012 Πίνακα Συμβολαίου τον οποίο παρέδωσε ο ασφαλιστικός της αντιπρόσωπος στον ΜΕ1, ως ισχυρίστηκε η ΜΥ1, έπεται ότι εκδήλωσε κατ' αυτόν τον τρόπο την πρόθεσή της να ζητήσει το ασφάλιστρο ανανέωσης, όχι την πρόθεσή της να αρνηθεί την πληρωμή ασφαλίστρου ανανέωσης. Επομένως, εύλογα η Ενάγουσα θεωρούσε κατά ή περί τις 27.10.2012 ότι δικαιούταν σε ανανέωση του συμβολαίου της για την περίοδο από 27.10.2012 έως 26.10.
  8. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι ο εν λόγω Πίνακας Συμβολαίου βρίσκεται στην κατοχή του ΜΕ1 ώστε να τον καταθέτει ως τεκμήριο και ότι αυτός δεν αντεξετάστηκε υπό ποιες συνθήκες περιήλθε στην κατοχή του ή πώς είναι δυνατόν να τον κατέχει όταν η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εξέδωσε ή/και παρέδωσε Πιστοποιητικό Ασφάλισης στην Ενάγουσα για ανανέωση της περιόδου ασφάλισης από 27.10.2012 έως 26.10.
  9. Εάν ο ασφαλιστικός αντιπρόσωπος έστελνε ειδοποίηση ανανέωσης στην Ενάγουσα καλώντας την να πληρώσει το ασφάλιστρο και η Εναγόμενη δήλωνε ότι δεν επιθυμούσε πλέον την ασφάλιση λόγω του ότι πώλησε το όχημα, τότε το λογικό θα ήταν να μην εκδοθεί Πίνακας Συμβολαίου ή αν είχε εκδοθεί να ζητήτο η επιστροφή του από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη. Αντί τούτου, ο Πίνακας Συμβολαίου βρίσκεται στην κατοχή του ΜΕ1, Διευθυντή της Ενάγουσας. Δια της συμπεριφοράς του ΜΕ1, ότι δηλαδή αυτός κάλεσε την ασφαλιστική (την Εναγόμενη), να επισκεφθεί τη σκηνή του δυστυχήματος αμέσως μόλις αυτό συνέβη, γεγονός παραδεκτό από πλευράς της ΜΥ1, δείχνει ότι κατά ή περί τις 28.10.2012 αυτός βασιζόταν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Δεν συμπεριφέρθηκε ως κάποιος που κατά ή περί τις 17.9.2012 ή/και οποτεδήποτε πριν τις 27.10.2012 έδωσε οδηγίες για τερματισμό ή μη ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης. Όπως ανέλυσα τη νομική πτυχή της υπόθεσης ανωτέρω, απαιτείται να εκδηλώνεται σαφώς τέτοια πρόθεση. Εφόσον εδώ αμφισβητείται από τον ίδιο, στην Εναγόμενη που ισχυρίζεται ότι δόθηκε τέτοια εντολή ακύρωσης ή μη ανανέωσης βρίσκεται το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού της. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό από το Δικαστήριο ότι μία χειρόγραφη σημείωση της λέξης «πώληση», χωρίς ρητή αναφορά σε επιθυμία ακύρωσης του συμβολαίου ή μη ανανέωσής του, μπορεί να εξομοιωθεί με εντολή ή οδηγία του ασφαλιζόμενου για ακύρωση ή μη ανανέωση του ασφαλιστήριου συμβολαίου. Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν αυθαίρετη. Δεν αποδόθηκε με την απαραίτητη σαφήνεια η πρόθεση του ασφαλισμένου να ακυρωθεί ή να μην ανανεωθεί η ασφάλιση. Το ότι δεν υπάρχει μαρτυρία να εισπράχθηκε το ασφάλιστρο ανανέωσης αποδεικνύεται να οφείλεται σε εκ των υστέρων εσωτερικές οδηγίες της Εναγόμενης για ακύρωση της ανανέωσης και επιστροφή του ασφαλίστρου ανανέωσης. Σχετικά τα τεκμήρια 3 και 4 που παρουσίασε η ίδια η ΜΥ
  10. Το Τεκμήριο 3 αποτελεί έγγραφο που τιτλοφείται «ακυρώσεις ανανεώσεων», προέρχεται από το Διευθυντή του Καταστήματος Λάρνακας της Εναγόμενης, απευθύνεται προς τα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία, φέρει ημερομηνία 26/11/2012 και ζητεί την ακύρωση «εξ υπαρχής» της ανανέωσης από «27.10.2011» του ασφαλιστήριου συμβολαίου της Ενάγουσας. Καμία εξήγηση δεν δόθηκε γιατί να ζητήθηκε η ακύρωση από τις «27.10.2011» ή/και γιατί «εξ υπαρχής». Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι μέχρι 26.11.2012, ήτοι ένα σχεδόν μήνα μετά το επίδικο ατύχημα, υπήρχε εκδοθείσα πράξη ανανέωσης του συμβολαίου, καθώς και χρεωθέν ασφάλιστρο εντός του συστήματος της Εναγομένης. Εάν η Εναγόμενη είχε λάβει από την Ενάγουσα κατά ή περί τις 17.9.2012 οδηγίες μη ανανέωσης του συμβολαίου για την περίοδο από 27.10.2012, λογικά η Εναγόμενη θα μεριμνούσε να μην εκδοθεί πράξη ανανέωσης και να μην χρεωθεί ασφάλιστρο για τη νέα περίοδο από 27.10.2012 ευθύς εξ αρχής. Πάντως ο ισχυρισμός της ΜΥ1 ότι η Εναγόμενη έλαβε για πρώτη φορά γνώση για την απαίτηση της ασφαλιστικής PRIME εναντίον της μόλις στις 13.9.2013 διαψεύδεται από το Τεκμήριο 2 της Ε/Δ του ΜΕ1, που δείχνει ότι η PRIME αποτάθηκε στην Εναγόμενη για το δυστύχημα από 31.10.
  11. Η Εναγόμενη φαίνεται να άφησε αναπάντητη την εν λόγω επιστολή (βλ. Τεκμήριο 2Α της Ε/Δ του ΜΕ1) και αντ'αυτού προώθησε τις εσωτερικές της διαδικασίες για ακύρωση της ανανέωσης του επίδικου συμβολαίου αναδρομικά. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ1 και απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΥ1 στο βαθμό που συγκρούεται με εκείνην του ΜΕ
  12. Καταλήγω στα εξής ευρήματα꞉ ότι η ανανέωση του ασφαλιστηρίου γινόταν από χρόνο σε χρόνο αυτόματα, ότι αυτός ουδέποτε έδωσε οδηγίες μη ανανέωσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου κατά ή περί την 17.9.2012 και δη πριν τις 27.10.2012 σε ασφαλιστικό αντιπρόσωπο της Εναγόμενης, ότι αυτός δεν υπέγραψε τη σημείωση «πώληση» επί του Πίνακα Ασφαλιστηρίου πριν τις 27.10.2012 παρά μόνον μετά την πώληση της μοτοσικλέτας και την αλλαγή της ιδιοκτησίας της, ήτοι κατά ή περί τον Ιούνιο του 2013, ότι η ασφαλιστική δεν αναζήτησε να εισπράξει το ασφάλιστρο για την περίοδο από 27.10.2012 έως 26.10.2013 αφότου επισυνέβη το δυστύχημα στις 28.10.
  13. Ουδέποτε κλήθηκε ο ΜΕ1 να πληρώσει το ασφάλιστρο και να αρνήθηκε να το πράξει. Απεναντίας, κατά ή περί την 26.11.2012 η Εναγόμενη προώθησε εσωτερικές διαδικασίες για ακύρωση της ήδη γενόμενης ανανέωσης του ασφαλιστηρίου αναδρομικά από 27.10.2011 και εξέδωσε Ακυρωτική σημείωση στις 11.12.2012 για ακύρωση του χρεωθέντος ασφαλίστρου για την περίοδο ασφάλισης από 27.10.2012 έως 26.10.2013, έτσι ώστε αυτό να επιστραφεί από την Εναγόμενη. Ουδέποτε γνωστοποιήθηκε η ενέργεια αυτή στην Ενάγουσα γραπτώς ή άλλως πως από την Εναγόμενη, μέχρι τον Ιούνιο του 2013 που πωλήθηκε η επίδικη μοτοσικλέτα σε άλλο πρόσωπο. Η Ενάγουσα έλαβε γνώση για την παράλειψη ή άρνηση της Εναγομένης να καλύψει το επίδικο δυστύχημα δυνάμει του Πίνακα Συμβολαίου ως το Τεκμήριο 1 της Ε/Δ του ΜΕ1 μόνο όταν της επιδόθηκε η αγωγή 730/2015 που καταχώρησε η άλλη εμπλεκόμενη οδηγός εναντίον της. Δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη το αποτέλεσμα που είχε η αγωγή 730/2015 και η δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε η Ενάγουσα για να ικανοποιήσει την απόφαση και τα έξοδα της εν λόγω αγωγής (βλ. Τεκμήριο 5 της Ε/Δ του ΜΕ1), εφόσον η Εναγόμενη παρέλειψε να πληρώσει η ίδια τις αποζημιώσεις ή να αναλάβει το χειρισμό της αγωγής 730/2015 (βλ. Τεκμήριο 6 της Ε/Δ του ΜΕ1), έπεται ότι αποδείχθηκε δεόντως η ζημιά της Ενάγουσας ως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης. Εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι κατά ή περί τις 28.10.2018 η μοτοσικλέτα είχε ήδη αποτελέσει το αντικείμενο μεταβίβασης σε τρίτο πρόσωπο ή ότι συμφωνήθηκε να μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο, έπεται ότι τίποτα δεν υπάρχει ενώπιον μου που να εξαιρεί τη ζημιά που υπέστη η άλλη οδηγός από το δυστύχημα στο οποίο ενεπλάκη η επίδικη μοτοσικλέτα από το είδος του ασφαλιστικού κινδύνου που το Ασφαλιστήριο συμβόλαιο προοριζόταν να καλύψει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εκδίδεται Διάταγμα, ως το παρακλητικό Α της Έκθεσης Απαίτησης, με το οποίο αναγνωρίζεται ότι η μονομερής ακύρωση από την Εναγόμενη της ασφαλιστικής σύμβασης με αριθμό 11300042312 ή/και της ανανέωσής της για την περίοδο από 27.10.2012 έως 26.10.2013 κατά ή περί τις 26.11.2012 συνιστούσε παράβαση της προαναφερθείσας ασφαλιστικής σύμβασης. Η Ενάγουσα κρίνω ότι δικαιούται στη θεραπεία ως το παρακλητικό Β της Έκθεσης Απαίτησης, νοουμένου ότι η Ενάγουσα θα πληρώσει προηγουμένως την αναλογία ασφαλίστρου για την ανανέωση του συμβολαίου από 27.10.2012 μέχρι 25.6.2013, εφόσον στις 25.6.2013 έπαυσε να είναι ιδιοκτήτης της επίδικης μοτοσικλέτας και έπαυσε αυτόματα να έχει ισχύ το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Υιοθετώντας το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, επιδικάζω τα έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)......... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.