ΛΑΜΠΡΟΥ ν. ΜΙΣΟΥ, Αριθμός Αγωγής: 247/2013, 21/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A99 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 247/2013 Μεταξύ: XXXXX ΛΑΜΠΡΟΥ Ενάγοντας -και- XXXXX ΜΙΣΟΥ Εναγομένου Ημερομηνία: 21/6/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: Ο κ. Γ. Πέτρου για Δρα. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Για Εναγόμενο: Η κα. Μ. Μικελλίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των €2.085 δυνάμει υπολοίπου τιμήματος εμπορευμάτων και/ή δυνάμει υπολοίπου λογαριασμού. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντα, ο ίδιος εργάζεται ως φθαρτέμπορας. Την περίοδο από 10/12/2000 μέχρι 7/6/11 ο ενάγοντας πώλησε και παρέδωσε εμπορέυματα της ειδικότητας του στον εναγόμενο, εκδίδοντας σχετικά τιμολόγια. Ο εναγόμενος, ανά χρονικά διαστήματα, κατέβαλε διάφορα ποσά στον ενάγοντα με αποτέλεσμα να παραμείνει ανεξόφλητο το πιο πάνω ποσό. Ο εναγόμενος, επίσης φθαρτέμπορας, με βάση τις δικογραφημένες θέσεις του, παραδέχεται το γεγονός ότι διατηρούσε με τον ενάγοντα επαγγελματική συνεργασία και ότι του εξέδιδε, κατά καιρούς, διάφορα τιμολόγια. Αυτό όμως το οποίο αμφισβητεί είναι το γεγονός ότι ο ίδιος έχει εξοφλήσει πλήρως τον ενάγοντα και ότι δεν του οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Ειδικότερα, είναι η θέση του εναγομένου ότι, λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε, αναγκάσθηκε και έκλεισε την επιχείρηση του. Tον ουσιώδη χρόνο παρέμεινε ανεξόφλητο μόνο το ποσό των €
- Προς εξόφληση του ο εναγόμενος κατέβαλε, τμηματικά, το συνολικό ποσό των €500 στην σύζυγο του ενάγοντα χωρίς η ίδια να του δίνει οποιεσδήποτε αποδείξεις. Ο ίδιος όμως είχε στην κατοχή του σχετικό βιβλίο στο οποίο κατέγραφε τα ποσά που έδιδε σε αυτή. Τέλος είναι η θέση του ότι για το υπόλοιπο ποσό των €100, το οποίο παρέμεινε προς εξόφληση, δεν το οφείλει εφόσον ο ενάγοντας του οφείλει το ποσό των €100, το οποίο αντιστοιχεί σε 25 κασόνια αξίας €5 έκαστο, τα οποία είναι ιδιοκτησίας του εναγομένου και τα οποία ο ενάγοντας έλαβε από τον εναγόμενο μέσα στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας. Καθίσταται επομένως σαφές με βάση τις πιο πάνω δικογραφημένες θέσεις ότι ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί ότι στα πλαίσια της συνεργασίας του με τον ενάγοντα, ο τελευταίος τον προμήθευε προϊόντα της ειδικότητας του για το οποία εξέδιδε διάφορα τιμολόγια. Αυτό το οποίο, ουσιαστικά, αποτελεί επίδικο θέμα είναι κατά πόσο ο εναγόμενος εξόφλησε πλήρως την οφειλή του προς τον ενάγοντα. Προς απόδειξη της υπόθεσης του κατάθεσε ο ίδιος ο ενάγοντας (Μ.Ε 1) και η σύζυγος του XXXXX Λάμπρου (Μ.Ε 2). Εκ μέρους του εναγομένου κατάθεσε μόνο ο εναγόμενος (Μ.Υ 1). Κατατέθηκαν επίσης συνολικά 17 Τεκμήρια ΜΑΡΤΥΡΙΑ Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και κρίνω ότι δεν είναι σκόπιμη η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης, αφού κατά την ταπεινή γνώμη μου κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Θα παρατεθούν όμως τα κυριότερα σημεία αυτής για σκοπούς αξιολόγησης της, λαμβανομένου υπόψη και των επίδικων θεμάτων. Ο Μ.Ε 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση του (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με περιεχόμενο αυτής ο ίδιος είναι μεσίτης φθαρτών. Αγοράζει φθαρτά από φθαρτοπαραγωγούς και ακολούθως τα πωλεί σε φθαρτέμπορους. Στα πλαίσια της συνεργασίας του με τον εναγόμενο, ο τελευταίος προέβαινε σε τηλεφωνική παραγγελία των διαφόρων φθαρτών που ήθελε, είτε στον ίδιο προσωπικά είτε στην Μ.Ε
- Αφού του ετοίμαζαν την παραγγελία του ο ίδιος εξέδιδε και τα αντίστοιχα σχετικά τιμολόγια. Ο εναγόμενος αρκετές φορές, κατόπιν παρακλήσεως του, παραλάμβανε τα φθαρτά από το κατάστημα του ενάγοντα όταν αυτό ήταν κλειστό. Στην περίπτωση αυτή τα προϊόντα αφήνονταν σε προκαθορισμένο χώρο μαζί με τα τιμολόγια. Μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας τους ο εναγόμενος δεν εξόφλησε αριθμό τιμολογίων (Τεκμήρια 2-14). Πλείστα εξ αυτών φέρουν την υπογραφή του εναγομένου ενώ κάποια από αυτά δεν φέρουν την υπογραφή του, εφόσον τα τιμολόγια αφέθηκαν με τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω. Τα πιο πάνω τιμολόγια συμποσούνται στο ποσό των €2.680,
- Έναντι του πιο πάνω ποσού ο εναγόμενος κατέβαλε διάφορα ποσά με αποτέλεσμα να παραμένει μέχρι και σήμερα οφειλόμενο ποσό το ποσό των € 2.
- Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε το γεγονός ότι τον εναγόμενο τον γνώριζε πολύ καλά εφόσον ο πεθερός του με τον πατέρα του εναγόμενου είχαν πολύ καλές σχέσεις. Ερωτηθείς από που προκύπτει και πως αποδεικνύεται τα ποσά που κατέβαλλε, έναντι του χρέους του, ο εναγόμενος, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι όταν πληρώνετο από τον εναγόμενο και εξοφλείτο το εκάστοτε εκδιδόμενο τιμολόγιο του, επιστρεφόταν πάντοτε πίσω το πρωτότυπο άσπρο τιμολόγιο. Διευκρίνισε ότι τα τιμολόγια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο εκδόθηκαν από την σύζυγο του, πλην των Τεκμηρίων 12 έως 14, τα οποία φέρουν την δική του υπογραφή. Ήταν η θέση του ότι ο εναγόμενος πλήρωνε κατά καιρούς είτε τον ίδιο είτε την σύζυγο του. Σε σχέση με τα κασόνια υποστήριξε τη θέση ότι ο ίδιος ουδέποτε προμηθεύτηκε οποιαδήποτε κασόνια από τον εναγόμενο και ότι τα κασόνια ήταν δικά του. Αυτό διευκρίνισε επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι στα πιο πάνω ανεξόφλητα τιμολόγια, καταγραφόταν ο αριθμός των κασονιών που επέστρεφε ο εναγόμενος και ο αριθμός των υπολοίπων κασονιών που ο εναγόμενος ακόμη είχε στην κατοχή του. Ανάφερε επίσης ότι έναντι του χρέους του ο εναγόμενος κατέβαλε στην σύζυγο του το ποσό των €
- Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα μόνο το ποσό των €600 το οποίο εξόφλησε το
- Τα πρωτότυπα τιμολόγια είναι αυτά που έχουν μείνει απλήρωτα και για το λόγο αυτό τα έχει στην κατοχή του και δεν δόθηκαν πίσω στον εναγόμενο. Κατέθεσε περαιτέρω μπλοκ τιμολογίων (Τεκμήριο 15) που είχε στην κατοχή του αναφορικά με τη συνεργασία του με τον εναγόμενο. Στο πίσω μέρος του μπλοκ διευκρίνισε ότι αναγράφεται το ποσό που οφείλει ο εναγόμενος και το ποσό που κατέβαλε έναντι του. Ερωτηθείς ανέφερε τελικά, ότι το υπόλοιπο ποσό το οποίο παραμένει προς εξόφληση είναι €1985 και ότι εκ παραδρομής αξιώνεται, με την παρούσα αγωγή, μεγαλύτερο ποσό. Η Μ.Ε.2 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο 16). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής η ίδια βοηθούσε τον σύζυγο της στην εργασία του. Λάμβανε παραγγελίες, συμπλήρωνε τιμολόγια και εισέπραττε πληρωμές, μεταξύ άλλων, και από τον εναγόμενο. Οποιεσδήποτε πληρωμές προέβαινε ο εναγόμενος, αυτές είναι καταγεγραμμένες από την ίδια στο πίσω μέρος του Τεκμηρίου
- Το ίδιο συνέβαινε και για τα κασόνια που επέστρεψε πίσω ο εναγόμενος. Ο εναγόμενος της ζητούσε συνεχώς πίστωση χρόνου για να εξοφλήσει την οφειλή του. Μόλις καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή, ο εναγόμενος της ανάφερε ότι θα επικαλεστεί στο Δικαστήριο ότι τους εξόφλησε πλήρως. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι όταν ο εναγόμενος εξοφλούσε το εκάστοτε τιμολόγιο, επιστρεφόταν σε αυτό το άσπρο πρωτότυπο τιμολόγιο το οποίο εκδιδόταν εις τριπλούν. Διευκρίνισε επίσης ότι τα τιμολόγια που εκδίδονταν ήταν επί πιστώσει. Επανέλαβε τη θέση ότι πολλές φορές ο εναγόμενος της ζητούσε πίστωση χρόνου ώστε να εξοφλήσει την οφειλή του εφόσον, όπως της ανάφερε, είχε οικονομικά προβλήματα. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ουδέποτε οι ίδιοι άφηναν κασόνια με φθαρτά έξω από την επιχείρηση τους ώστε να τα παραλάβει ο εναγόμενος. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι μόνο η ίδια λάμβανε τις πληρωμές από τον εναγόμενο. Ερωτηθείσα, σχετικά, επανέλαβε ότι ο εναγόμενος μέχρι τις 7/6/11, όφειλε το ποσό των €2,680 και κατέβαλε έναντι του χρέους του το ποσό των €
- Επίσης ο εναγόμενος χρωστούσε και στον ενάγοντα αριθμό κιβωτίων, όπως επιβεβαιώνεται και από το Τιμολόγιο με αριθμό 1692, το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου
- Αρνήθηκε κατηγορηματικά οποιαδήποτε υποβολή ότι ο εναγόμενος πλήρωσε οποιαδήποτε περαιτέρω ποσά. Ως προς τον λόγο που δεν αναγράφηκε στο αντίστοιχο άσπρο τιμολόγιο, το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο, το γεγονός ότι ο εναγόμενος επέστρεψε αριθμό κασονιών με αποτέλεσμα να παραμένει υπόλοιπο για επιστροφή μόνο 21 κασόνια, η εν λόγω μάρτυρας διεκρίνισε ότι ο λόγος ήταν γιατί τον ουσιώδη χρόνο τα πρωτότυπα τιμολόγια δόθηκαν στον λογιστή τους λόγω του ότι δεν πληρώθηκαν από τον εναγόμενο. Ο Μ.Υ.1 υιοθέτησε επίσης, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 17). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής ο ίδιος αποδέχεται ότι προμηθευόταν από τον ενάγοντα διάφορα φθαρτά εφόσον τον ουσιώδη χρόνο ήταν φθαρτέμπορας, διατηρώντας τη δική του επιχείρηση. Η επιχείρηση του σταμάτησε να λειτουργεί πλέον. Δηλώνει ότι έχει εξοφλήσει πλήρως τον ενάγοντα και δεν του οφείλει οποιαδήποτε ποσό. Από τις δοσοληψίες που είχε με τον ενάγοντα παρέμεινε μόνο προς εξόφληση το ποσό των €
- Για το εν λόγω ποσό πλήρωνε ανά τακτά χρονικά διαστήματα την Μ.Ε.2, χωρίς όμως η ίδια να του δίνει απόδειξη. Συνολικά κατέβαλε το ποσό των €
- Ο ενάγοντας παραδέχθηκε, κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι έλαβε το εν λόγω ποσό εντούτοις όμως αυτό δεν προκύπτει ότι αυτό αφαιρέθηκε από κάπου. Σε σχέση με το υπόλοιπο ποσό των €100, ο ενάγοντας έλαβε από τον ίδιο κασόνια και ως εκ τούτου δεν του οφείλει κανένα ποσό. Όταν εξοφλούσε ο ίδιος σχετικό τιμολόγιο ουδέποτε του δίδετο οποιαδήποτε απόδειξη ούτε του επιστρεφόταν πίσω οποιοδήποτε πρωτότυπο τιμολόγιο. Παραδέχεται επίσης το γεγονός ότι παρέλαβε εμπορεύματα σε σχέση με τα τιμολόγια που φέρουν την υπογραφή του ενώ δεν παραδέχεται ότι παρέλαβε οποιαδήποτε εμπορεύματα σε σχέση με τα τιμολόγια που δεν φέρουν την υπογραφή του, διότι η σύζυγος του ενάγοντα όταν παρελάμβανε τα εμπορεύματα ήταν εκεί και επιθυμία της ήταν να υπογράφει όλα τα τιμολόγια, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Ο ίδιος ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε εμπορεύματα από τον ενάγοντα όταν ήταν κλειστή η επιχείρηση του και ουδέποτε ο ενάγοντας του άφηνε οποιαδήποτε εμπορεύματα, συνοδευόμενα από το σχετικό τους τιμολόγιο, ώστε να τα παραλάβει το βράδυ. Είναι η θέση του ότι η Μ.Ε.2 ουδέποτε ενημέρωνε τον ενάγοντα και παρέλειψε να του αναφέρει ότι ο ίδιος της κατέβαλε οποιαδήποτε ποσά. Με βάση τα δικά του δεδομένα ο ίδιος κατέβαλε δύο φορές το ποσό των €100 και δύο φορές των €150 για να εξοφλήσει το εναπομείναν χρέος του. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις ανάφερε ότι ενώ αρχικά πλήρωνε τον ενάγοντα με επιταγή, το 2010, λόγω διάφορων προβλημάτων που είχε με τις τράπεζες, τον πλήρωνε σε μετρητά. Δεν επιθυμούσε να ξεγελάσει τον ενάγοντα εκδίδοντας του ακάλυπτη επιταγή γιατί ο ίδιος ήθελε πάντοτε να τηρεί τις υποχρεώσεις του. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι όφειλε μόνο το ποσό των €600 στον ενάγοντα, ο ίδιος διευκρίνισε ότι το γνωρίζει από τα λεγόμενα της Μ.Ε.
- Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε στοιχεία από τις μεταξύ τους συναλλαγές λόγω οικογενειακών θεμάτων που αντιμετώπιζε εφόσον, τον ουσιώδη χρόνο, εκδιώχθηκε από το σπίτι του και την επιχείρηση του, η οποία ειρήσθω εν παρόδω βρισκόταν κάτω από την οικία του. Αναγκάστηκε να βγάλει έξω στο δρόμο τα κασόνια του οπόταν και ερχόταν ο ενάγοντας και τα έπαιρνε. Είχε τόσα προβλήματα που ουδέποτε σκέφθηκε ότι έπρεπε να ζητήσει απόδειξη. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τη θέση ότι ο ενάγοντας μετά το 2010 ουδέποτε τον επισκέφθηκε στην επιχείρηση του με σκοπό να του παραδώσει εμπορεύματα. Ήταν η θέση του ότι πάντοτε στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας ο ίδιος μετέβαινε προσωπικά στην επιχείρηση του ενάγοντα και παραλάμβανε τα οποιαδήποτε εμπορεύματα. Ως προς τον λόγο που δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με τις συναλλαγές του με τον ενάγοντα, ήταν γιατί όταν τον έδιωξαν από την επιχείρηση του ο πεθερός του και η σύζυγος του πέταξαν όλα τα στοιχεία που είχε εντός της επιχείρησης του. Επιβεβαίωσε, ερωτηθείς σχετικά, ότι το ροζ το τιμολόγιο του δίδετο από τον ενάγοντα ενώ αντίθετα ο ενάγοντας ουδέποτε του έδωσε οποιοδήποτε άσπρο τιμολόγιο. Το ροζ τιμολόγιο το παραλάμβανε αφού προηγουμένως το υπέγραφε. Ως προς τον λόγο που όλα τα τιμολόγια είναι αριθμημένα ορθά και ο αριθμός των κασονιών συνάδει από τιμολόγιο σε τιμολόγιο και υπάρχει σε αυτά μια αριθμητική ορθή σειρά ενώ αντίθετα ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν παρέλαβε οποιαδήποτε εμπορεύματα, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ενώ στο Τιμολόγιο 1692 που φέρει την υπογραφή του φαίνεται ότι τα κασόνια που υπολείπονται είναι 73, εντούτοις όμως υποστήριξε ότι δεν είναι ορθός ο εν λόγω αριθμός. Ερωτηθείς εάν υπέγραψε τα τιμολόγια χωρίς να διαπιστώσει το περιεχόμενο τους, ο εν λόγω μάρτυρας απάντησε καταφατικά προσθέτοντας ότι αυτός είναι ο λόγος που καταστράφηκε και απώλεσε το ποσό των Λ.Κ. 1.500.
- Παρά το γεγονός ότι τρίτα πρόσωπα τον ξεγέλασαν εντούτοις δεν κίνησε αγωγή σε κανένα. Ήταν η θέση του ότι ο ενάγοντας ερχόταν έξω στο χωράφι και έπαιρνε δικά του κασόνια, τα οποία παρέμειναν πεταμένα εκεί μετά το κλείσιμο της επιχείρησης του και για τον λόγο αυτό δεν οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των €
- Το μόνο που του απέμεινε από την εκδίωξη του από την επιχείρηση του ήταν ένα σημειωματάριο στο όχημα του που βρέθηκε τυχαία, όπου σημείωνε τις χρεωπιστώσεις του από την συνεργασία του με τον ενάγοντα. Τέλος ανάφερε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα και αν ήθελε να εκμεταλλευτεί τον ενάγοντα θα του χρωστούσε πολύ περισσότερα χρήματα και όχι το ποσό των €2,000 όπως ο ενάγοντας ισχυρίζεται. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Όπως έχει αναφερθεί στην πρόσφατη υπόθεση P. & Chr. Seafood ExpressLtd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (BaloiseInsuranceCo. Ltdv. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχε για να παρακολουθήσει τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχε να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων του, την ειλικρίνεια του και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80 και Ζαμπάς v. A&G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Λαμβάνεται επίσης υπόψη η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο (C&Α Pelekanos Associates Limitedv. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320), αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α ΑΑΔ 612). Επίσης το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητά της είτε μέρος της (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές που έχω παραθέσει ανωτέρω οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και αφού παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες κατά τη στιγμή που παράθεσαν την μαρτυρία τους προχωρώ να την αξιολογήσω. O Μ.Ε 1 άφησε στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Παρέθεσε με απλό τρόπο τα γεγονότα ως εκτυλίχθηκαν και τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη σε σχέση με την συνεργασία του με τον εναγόμενο. Έχω πεισθεί, παρακολουθώντας τον προσεκτικά από το εδώλιο του μάρτυρα, ότι ήταν ειλικρινής. Μπορεί να έπεσε σε κάποιες μικροαντιφάσεις, όπως για παράδειγμα ποιο ήταν το τελικό οφειλόμενο ποσό το οποίο οφείλει ο εναγόμενος, οι οποίες όμως δεν μπορούν να ανατρέψουν την θετική εικόνα που ο εν λόγω μάρτυρας άφησε στο Δικαστήριο. Αντίθετα ο εν λόγω μάρτυρας, δείγμα και της ειλικρίνειας του, δεν δίστασε να αναφέρει αμέσως ότι εκ παραδρομής με την παρούσα αγωγή ζητείται περισσότερο ποσό, όταν το αντιλήφθηκε. Η μαρτυρία του κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερή και δεν κλονίσθηκε. Δεν έχω εντοπίσει το οτιδήποτε το οποίο θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην μπορώ να την αποδεχθώ. Η δε μαρτυρία του υποστηρίζεται και τεκμηριώνεται σε μεγάλο βαθμό από την πραγματική μαρτυρία και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Για παράδειγμα το γεγονός ότι εκδόθηκαν τιμολόγια στο όνομα του εναγομένου, μετά την παράδοση σε αυτών διαφόρων φθαρτών και φρούτων, επιβεβαιώνεται από τον αριθμό των τιμολογίων που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο και που φέρουν την υπογραφή του εναγόμενου. Επίσης η θέση του ότι παρέδιδε και αριθμό κασονιών μαζί με τα προϊόντα που παράδιδε στον εναγόμενο και ότι ο τελευταίος όφειλε να του επιστρέψει αριθμό κασονιών, επιβεβαιώνεται επίσης από τα τιμολόγια, κάτω από την στήλη αριθμός κιβωτίων. Πλείστες δε θέσεις του όπως για παράδειγμα η ύπαρξη συνεργασίας με τον εναγόμενο γίνεται παραδεκτή από την υπεράσπιση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της και δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα οδηγούσε το Δικαστήριο να την απορρίψει. Αποδέχομαι επίσης πλήρως την μαρτυρία της Μ.Ε 2 εφόσον άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετικές εντυπώσεις. Η εν λόγω μάρτυρας έδωσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι επρόκειτο για μάρτυρα της αλήθειας. Απαντούσε στις σχετικές ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, με αμεσότητα, ευθύτητα χωρίς δισταγμό με τρόπο που μου δημιούργησε την εντύπωση ότι είπε μόνο την αλήθεια και αυτό έπραξε. Κατέθεσε στο Δικαστήριο τηρώντας σταθερή στάση χωρίς να έχει επιδειχθεί οτιδήποτε στη συμπεριφορά ή στις απαντήσεις του, δυνάμενο να αλλοιώσει τη θετική εικόνα που αυτή δημιούργησε. Η μαρτυρία της παρέμεινε ακλόνητη κατά το στάδιο της αντεξέτασης της. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε σοβαρή αντίφαση που θα κλόνιζε τις αναφορές της. Εξήγησε στο Δικαστήριο με απλότητα τα γεγονότα που έχουν διαδραματισθεί μεταξύ των διαδίκων. Η εκδοχή της είναι αληθοφανής σε αντίθεση με την εκδοχή του εναγομένου όπως αναφέρω κατωτέρω, την οποία και απορρίπτω στην ολότητα της. Οι δε θέσεις της υποστηρίζονται και επιβεβαιώνονται πλήρως από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί. Κυρίως επιβεβαιώνονται στο Τεκμήριο 15 οι πληρωμές που προέβη ο εναγόμενος σε σχέση με την πληρωμή των ανεξόφλητων τιμολογίων καθώς και ο αριθμός των κασονιών που ο εναγόμενος οφείλει ακόμη να επιστρέψει καθώς και ο αριθμός των κασονιών που ήδη επέστρεψε. Στην υπόθεση Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388 λέχθηκε ότι η πραγματική μαρτυρία είναι ο γνώμονας με βάση τον οποίο δοκιμάζεται η αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας. Κατ' αναλογία τα όσα αναφέρθηκαν στην εν λόγω υπόθεση εφαρμόζονται και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Πλείστες δε θέσεις της εν λόγω μάρτυρος έχουν παραμείνει αναντίλεκτες. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία της. Στρεφόμενος στην αξιολόγηση του Μ.Υ 1 οφείλω να ομολογήσω ότι δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση και δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω στην ολότητα της. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν μάρτυρας αλήθειας. Δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του και την γνησιότητα της εκδοχής του. Καταρχάς, οφείλω να αναφέρω ότι η μαρτυρία του ως προς τα ουσιώδη σημεία συγκρούεται με την αποδεκτή μαρτυρία των Μ.Ε 1 και Μ.Ε.
- Περαιτέρω ο εν λόγω μάρτυρας προσπάθησε με κάθε δυνατό τρόπο να αποποιηθεί των οποιοδήποτε συμβατικών του ευθυνών και να πείσει με κάθε τρόπο το Δικαστήριο ότι ο ίδιος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα και ότι τον έχει εξοφλήσει πλήρως. Στη προσπάθεια του αυτή δεν απέφυγε τις αντιφάσεις και τις υπερβολές, κάποιες δε θέσεις του αντιστρατεύονται την κοινή λογική ενώ άλλες αναφορές του παρέμειναν εντελώς αόριστες. Όλα τα πιο πάνω έχουν ως αποτέλεσμα η εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο να έχει υποστεί σοβαρά ρήγματα. Καταρχάς ο βασικός του ισχυρισμός ότι εξόφλησε πλήρως τον εναγόμενο δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί από πουθενά με αποτέλεσμα να παραμείνει αόριστος, γενικός και ατεκμηρίωτος λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ο ίδιος ο εναγόμενος, ως αναφέρω και κατωτέρω κατά την παράθεση της νομικής πτυχής, έχει το βάρος απόδειξης στους ώμους του. Επί του προκειμένου ο εναγόμενος δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβεβαιώνει, έστω και κατ' ελάχιστο, τους ισχυρισμούς του. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι όπως ισχυρίστηκε με βάση τις δικογραφημένες θέσεις του αλλά και με τα όσα ανάφερε κατά την αντεξέταση του, το μόνο που έχει στην κατοχή του, μετά την εκδίωξη του από την επιχείρηση του, ήταν ένα σημειωματάριο το οποίο κατέγραφε τις χρεωπιστώσεις αναφορικά με τις συναλλαγές που πραγματοποιούσε με τον εναγόμενο. Τέτοιο σημειωματάριο όμως ουδέποτε παρουσίασε στο Δικαστήριο ο εναγόμενος ώστε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του, χωρίς μάλιστα να δώσει οποιοδήποτε λόγο. Είμαι της γνώμης ότι αν πράγματι ο εναγόμενος είχε τέτοιες αποδείξεις θα τις παρουσίαζε στο Δικαστήριο. Επίσης προέβαλε ως δικαιολογία προς το Δικαστήριο ότι ο λόγος που δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία και συναλλαγές, που να επιβεβαιώνουν ότι εξόφλησε πλήρως τον εναγόμενο, είναι το γεγονός ότι εκδιώχθηκε από την επιχείρηση του. Το γεγονός αυτό στερείται λογικής και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Αποτελεί άξιον απορίας πως τρίτα άτομα αποστέρησαν από τον ενάγοντα να λάβει τα προσωπικά του αντικείμενα εφόσον η επιχείρηση ήταν δική του. Ακόμη έτσι όμως και να είχαν τα πράγματα για ποιο λόγο ο ίδιος δεν κατάγγειλε το γεγονός αυτό στην αστυνομία ώστε να διαφυλάξει τα συμφέροντα του και να λάβει τα προσωπικά του αντικείμενα; Τα πιο πάνω ερωτήματα έχουν μείνει αναπάντητα. Επίσης ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι γνώριζε ότι όφειλε μόνο το ποσό των €600 στον ενάγοντα μετά που έλαβε πληροφόρηση από την σύζυγο του εναγομένου. Η θέση του αυτή είναι αντιφατική υπό την έννοια ότι ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι έχει στην κατοχή του σημειωματάριο σε σχέση με τις συναλλαγές του με τον ενάγοντα. Ο ίδιος δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει το γεγονός αυτό; Γιατί στηρίχθηκε στα λεγόμενα της Μ.Ε.2; Είναι ένα ερώτημα το οποίο επίσης παρέμεινε αναπάντητο. Επίσης αποτελεί θέση του ότι ο ενάγοντας ουδέποτε του έδιδε οποιαδήποτε απόδειξη παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ζήτησε κάτι τέτοιο. Για ποιο λόγο ο ίδιος όμως συνέχιζε να προμηθεύεται προϊόντα και να εξοφλά το τίμημα των τιμολογίων από την στιγμή που ο ενάγοντας δεν του έδιδε οποιαδήποτε απόδειξη; Όλα αυτά αποτελούν κατά την γνώμη του Δικαστηρίου αναφορές και δικαιολογίες με σκοπό την απόκρυψη των πραγματικών δεδομένων. Παρομοίως ατεκμηρίωτος και γενικός παρέμεινε και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγοντας έλαβε κασόνια από τον ίδιο και για τον λόγο αυτό δεν οφείλει το ποσό των €100 που χρωστούσε από τον ενάγοντα. Αντίθετα όπως προκύπτει από την ύπαρξη των τιμολογίων, τα οποία φέρουν την υπογραφή του εναγομένου, ο ίδιος έπαιρνε κασόνια από τον ενάγοντα μέρος των οποίων επέστρεψε. Μέχρι και σήμερα ο εναγόμενος οφείλει να επιστρέψει πίσω στον ενάγοντα 21 κασόνια, όπως καταμαρτυρά το Τεκμήριο
- Περαιτέρω πώς γνωρίζει ο ίδιος ότι ο ενάγοντας έλαβε τέτοιο αριθμό κασονιών από τη στιγμή που αυτά ήταν πεταμένα στο δρόμο με βάση τις δικές του αναφορές; Στεκόταν έξω στο δρόμο και προέβαινε σε καταμέτρηση; Οι θέσεις του αυτές ουδόλως πείθουν το Δικαστήριο. Επίσης ο ισχυρισμός του ότι αφενός ο ενάγοντας παραδέχεται το γεγονός ότι έλαβε από τον εναγόμενο χρήματα αλλά αφετέρου δεν προκύπτει από πουθενά ότι το εν λόγω ποσό που κατέβαλε αφαιρέθηκε, διαψεύδεται από το ίδιο το Τεκμήριο 15 αλλά και από το ποσό που ο ενάγοντας αξιώνει τελικά. Στο εν λόγω Τεκμήριο προκύπτει ξεκάθαρα ότι από το τελικό οφειλόμενο ποσό αφαιρέθηκε το ποσό των €800, ποσό μεγαλύτερο το οποίο ισχυρίζεται μάλιστα ότι ο εναγόμενος κατέβαλε προς τον ενάγοντα. Ούτε ο ισχυρισμός του εναγομένου πείθει το Δικαστήριο ότι όσα τιμολόγια δεν είναι υπογεγραμμένα από τον ίδιο δεν έλαβε τα προιόντα που αναφέρονται σε αυτά. Από την αριθμητική σειρά των τιμολογίων και με μία απλή μαθηματική πράξη προκύπτει μία λογική συνέχεια των κασονιών που αφαιρέθηκαν είτε αυτά φέρουν την υπογραφή του εναγομένου είτε όχι. Επομένως αυτά που υπέγραψε και που αποδέχτηκε ο εναγόμενος αποτελούν την συνέχεια του αριθμού που προκύπτει από τα μη υπογεγραμμένα τιμολόγια. Επομένως το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει αποδεκτό τον ισχυρισμό αυτό του εναγομένου. Επίσης αντιφατική είναι η θέση του ότι ο αριθμός των κασονιών δεν είναι ορθός ως αναγράφεται στα τιμολόγια, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος τα έχει υπογράψει. Δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για ποιο λόγο υποστηρίζει την θέση αυτή. Η δικαιολογία που έδωσε στο Δικαστήριο ότι δεν έβλεπε τί ακριβώς υπέγραφε και είναι για τον λόγο αυτό που έχει καταστραφεί οικονομικά, ουδόλως πείθει το Δικαστήριο. Επίσης για να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος είναι τυπικός με τις υποχρεώσεις του δεν απέφυγε και τις υπερβολές. Για παράδειγμα ο ίδιος επέρριψε την αποκλειστική ευθύνη για τις οικονομικές του δυσκολίες που αντιμετωπίζει σε τρίτα πρόσωπα. Ανάφερε ότι τρίτα άτομα του οφείλουν ποσό πέραν του Λ.Κ 1.500.000 αλλά ο ίδιος δεν κίνησε αγωγή σε κανένα. Αδυνατεί το Δικαστήριο να πιστέψει ότι κάποιο πρόσωπο το οποίο έχει την οικονομική ανάγκη δεν θα διεκδικούσε ποσά που το οφείλοντο και μάλιστα διόλου ευκαταφρόνητα με βάση τα οικονομικά δεδομένα του εναγόμενου. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω απορρίπτω την μαρτυρία του εναγομένου. Λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση και τα κατατεθειμένα Τεκμήρια μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω ευρήματα: O ενάγοντας είναι μεσίτης φθαρτών. Αγοράζει φθαρτά από φθαρτοπαραγωγούς και ακολούθως τα πωλεί σε φθαρτέμπορους. Ο εναγόμενος αγόραζε φθαρτά από τον ενάγοντα από το 2003 μέχρι και το 2011 όπου και έκλεισε η επιχείρηση του. Στα πλαίσια της συνεργασίας του με τον εναγόμενο, ο εναγόμενος προέβαινε σε τηλεφωνική παραγγελία των διαφόρων φθαρτών που ήθελε, είτε στον ενάγοντα, είτε στην Μ.Ε
- Αφού του ετοίμαζαν την παραγγελία του ο ενάγοντας και η Μ.Ε.2 εξέδιδαν και τα αντίστοιχα σχετικά τιμολόγια. Ο εναγόμενος αρκετές φορές, κατόπιν παρακλήσεως του, παραλάμβανε την παραγγελία του μετά το κλείσιμο του καταστήματος του ενάγοντα, οπόταν ο ενάγοντας άφηνε την παραγγελία του σε προκαθορισμένο χώρο μαζί με τα τιμολόγια. Πλείστα εξ αυτών φέρουν την υπογραφή του εναγομένου ενώ κάποια από αυτά δεν φέρουν την υπογραφή του. Μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας τους ο εναγόμενος δεν εξόφλησε αριθμό τιμολογίων ύψους €2680.
- Έναντι της πιο πάνω οφειλής ο εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των €
- Επίσης ο εναγόμενος όφειλε να επιστρέψει πίσω στον ενάγοντα 21 κασόνια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε πολιτικές υποθέσεις ο ενάγων έχει το γενικό βάρος (burden of proof) να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επιβεβαιωθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1295, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden) υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Σε τέτοια περίπτωση, το βάρος μετατοπίζεται πίσω στους ενάγοντες να απαντήσουν ικανοποιητικά και να αποσείσουν το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε (Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως προκύπτει, η αξίωση του ενάγοντα εδράζεται σε οφειλόμενο χρέος που προέκυψε από την μη πληρωμή των εκδιδομένων τιμολογίων μετά από την παράδοση εμπορευμάτων. Τα εν λόγω τιμολόγια εκδόθηκαν κατόπιν παράδοσης των προϊόντων από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Διαζευκτικά ο ενάγοντας αξιώνει το ποσό των €2,085 και ως υπόλοιπου λογαριασμού. Αναφορικά με τις διαζευκτικές βάσεις αγωγής, έχει πρόσφατα νομολογηθεί στην απόφαση Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) ΛΤΔ ν. Ανδρέα Μιχαήλ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 41 ότι : «Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει στο δικόγραφο του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. Οι εφεσείοντες, στην παρούσα υπόθεση, επέλεξαν την εκδοχή της σύμβασης ενοικιαγοράς και απέτυχαν.» Ουσιαστικά αυτό που έχει προωθήσει ο ενάγοντας, διαμέσου της μαρτυρίας του αλλά και μέσω της εμπεριστατωμένης αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του, είναι ότι αξιώνει το πιο πάνω ποσό ως το υπόλοιπο τιμήματος εμπορευμάτων που παραδόθηκαν στον εναγόμενο, βάση των οποίων εκδόθηκαν και τα αντίστοιχα σχετικά τιμολόγια. Ο ενάγοντας, μέσω της μαρτυρίας του, δεν προώθησε οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, ούτε και προσκόμισε οποιοδήποτε λογαριασμό του εναγομένου. Οπόταν, η διαζευκτική βάση αγωγής που δεν προωθήθηκε θα πρέπει να απορριφθεί. Στην υπόθεση Palatino Developments Ltd v. Telectronics Communication Limited
(2002)1 A.A.Δ. 962, επιβεβαιώθηκε σε παραπομπή στα νομικά συγγράμματα Chitty on Contracts, 24thedition p.739 και Phipson on Evidence 12thedition p.1878, το γεγονός ότι τα τιμολόγια αφ΄εαυτών δεν έχουν αποδεικτική δύναμη και σημασία, ούτε προβάλλονται σαν τέτοια. Υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας και συνεκτιμούνται με το σύνολο της μαρτυρίας στην υπόθεση. Σχετικές επίσης είναι και οι υποθέσεις Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων H Kωνσταντινίδης Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 462, Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος ΛΤΔ ν. Φάρμα Ρένος Χ' Ιωάννου
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1358, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ v. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 728 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156. Επίσης, η παρουσίαση τιμολογίου δεν είναι από μόνη της επαρκής για να στοιχειοθετήσει μία οφειλή, εκτός αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι αποδεικνύεται ως γεγονός η ύπαρξη συμφωνίας που να αποτελεί τη βάση οφειλής Στην υπόθεση Θεοδώρου Θεόδωρος v. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492, λέχθηκε ότι: «Το τιμολόγιο δε συνιστά μαρτυρία για την εργασία η οποία έγινε, αλλά σημείωση γι'αυτή, η οποία συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι'αυτά που κατέγραψε. Ως φαίνεται, το Δικαστήριο εξίσωσε το τιμολόγιο, με συμφωνία, από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την οφειλή.» Ακόμα και στην περίπτωση που τα τιμολόγια δε φέρουν υπογραφή του παραλήπτη, όπως συμβαίνει σε κάποια από τα κατατεθειμένα τιμολόγια στην προκειμένη περίπτωση, αυτά δύναται να θεωρηθούν ως έγκυρα, εάν το Δικαστήριο, με αναφορά στη μαρτυρία, κρίνει ότι αυτά παραδόθηκαν στον παραλήπτη και αντιστοιχούν στην αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων (Χριστοδούλου v. MocassinoShoesLtd
(2006)1(A) Α.Α.Δ. 294). Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω υπόθεση: «το γεγονός ότι μόνο ένα από τα τιμολόγια είναι υπογεγραμμένα από την ίδια, ενώ πολλά δεν φέρουν την υπογραφή, δεν βλέπουμε πως επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα. Ας μη ξεχνούμε ότι η εκδοχή των εφεσιβλήτων έγινε αποδεκτή». Από την αποδεκτή μαρτυρία που προσκόμισε ο ενάγοντας και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ως έχω προαναφέρει ανωτέρω, τα προϊόντα που αναγράφονται σε όλα τα τιμολόγια έχουν παραδοθεί στον εναγόμενο, ο εναγόμενος έλαβε γνώση των επίδικων τιμολογίων, πλείστα εκ των οποίων φέρουν την υπογραφή του, και η αξία των παρασχεθέντων προϊόντων δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης ο εναγόμενος παραδέχθηκε ότι έλαβε το ροζ τιμολόγιο στην κατοχή του, ενώ τα άσπρα τιμολόγια τα οποία αποτελούσαν τα πρωτότυπα, κατατέθηκαν στο Δικαστηρίο. Η έκδοση των τιμολογίων αντιστοιχεί δε στην αξία των παραδοθέντων προϊόντων. Συνεπώς αποδέχομαι τα εν λόγω τιμολόγια ως αληθή ως προς το περιεχόμενο τους. Στην υπόθεση Γεώργιου Εργατίδη ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση Αρ. 293/2012, 7/2/2018 λέχθηκε ότι η υπογραφή κάποιου συμβαλλόμενου δεσμεύει και το βάρος απόδειξης επαφίεται σε αυτόν που έθεσε την υπογραφή του ώστε να αποδεσμευθεί από την εν λόγω πράξη του. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Η γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει (Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004, The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriacou
(1989)1 AAΔ 96, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ή David Guy ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 ΑΑΔ 264, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1240). Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές.». Κατ' αναλογία τα όσα λέχθηκαν στην πιο πάνω υπόθεση εφαρμόζονται και στην προκειμένη περίπτωση εφόσον ο εναγόμενος υπέγραψε τα εν λόγω τιμολόγια και συνεπώς αποδέχτηκε το περιεχόμενο τους. Επίσης αποδέχτηκε και το γεγονός ότι οφείλει στον ενάγοντα αριθμό κασονιών. Σύμφωνα με το άρθρο 56
(1)του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου, όταν η κυριότητα των προϊόντων μεταβιβαστεί στον αγοραστή και αυτός εσφαλμένα αμελεί ή αρνείται να πληρώσει το τίμημα για τα αγαθά, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, ο πωλητής δύναται να τον ενάγει για το τίμημα των αγαθών. Στο σύγγραμμα του Benjamin´s Sale of Goods, (ανωτέρω), παράγρ.19-211, σελ.1644, καταγράφονται τα ακόλουθα: «Where property has passed. Under S.49
(1)of the Sale of Goods Act 1979, an action for the price may be maintained "where ..... the property in the goods has passed to the buyer and he wrongfully neglects or refuses to pay for the goods according to the terms of the contract". This provision gives rise to no special difficulty in relation to C.I.F. contract. It would apply where the shipping documents had been transferred to the buyer so as to pass the property in the goods to him but actual payment had not been made». Συνεπακόλουθα, ενόψει του ότι η τιμολόγηση είχε γίνει αποδεκτή από τον εναγόμενο, η αξίωση του ενάγοντα έχει αποδειχθεί, όχι όμως στην ολότητα της όπως εξηγώ κατωτέρω. Συνεπώς αφού ο ενάγοντας απέδειξε ότι ο εναγόμενος παράγγειλε τα εμπορεύματα, ότι αυτά πωλήθηκαν σε αυτόν, ότι εκδόθηκαν τιμολόγια για τα εμπορεύματα, ότι τα εμπορεύματα παραδόθηκαν στον εναγόμενο και ο εναγόμενος επωφελήθηκε της παραλαβής των εμπορευμάτων καθώς και έχει αποδειχθεί ότι δεν έχει πληρώσει όλο το υπόλοιπο ποσό με θετική μαρτυρία, η απαίτηση του ενάγοντα αποδεικνύεται. Η συνολικότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας αποδεικνύει την αξίωση του. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω αποτελεί βασική θέση του εναγομένου ότι εξόφλησε πλήρως τα εν λόγω τιμολόγια. Από την στιγμή που ο ενάγοντας απέδειξε το περιεχόμενο των τιμολογίων, το βάρος απόδειξης περί εξόφλησης τους βρίσκεται στους ώμους του εναγομένου. Στην πρόσφατη υπόθεση Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ. κ.α. ν. Δημήτριου Κακαβού, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολ. 'Εφεση 278/10 ημερ. 15/10/2015 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Η νομολογία σε σχέση με την απόδειξη δικογραφημένων ισχυρισμών έχει παγιωθεί. Ο διάδικος ο οποίος εγείρει κάποιο ισχυρισμό προβάλλοντας την ορθότητα του, οφείλει να αποδείξει τα λεχθέντα ώστε ο απλός ισχυρισμός, («allegation of fact»), να μετατραπεί μέσα από την προσαγωγή κατάλληλης και πειστικής μαρτυρίας σε γεγονός («fact»). Αυτό επιβάλλει άλλωστε και η Δ.19 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ότι κάθε δικόγραφο πρέπει να περιλαμβάνει μόνο δηλώσεις σε συνοπτική μορφή εκείνων των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος στηρίζει την απαίτηση ή υπεράσπιση του. Απαγορεύεται η παράθεση μαρτυρίας, ακριβώς διότι η μαρτυρία έπεται των δικογραφημένων ισχυρισμών και προσάγεται στη δίκη προς απόδειξη τους. Όπως αναφέρεται και στον Odgers´ Principles of Pleading and Practice 21η έκδ. σελ. 90, κάθε διάδικος «.. must plead all facts on which he intends to rely, otherwise he cannot strictly give any evidence of them at the trial.». Και όπως επιγραμματικά τέθηκε στη Re Wrightson
(1908)1 Ch 799: «The plaintiff is not entitled to relief except in regard to that which is alleged in the pleadings and proved at the trial.» Τον ισχυρισμό περί καταβολής στον εφεσίβλητο του ισοτίμου ποσού σε γερμανικά μάρκα των ΛΚ8.500, τον πρόβαλαν οι εφεσείοντες με την υπεράσπιση τους και συνεπώς είχαν την υποχρέωση και το βάρος, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να τον αποδείξουν. Ο εφεσίβλητος αρνήθηκε την σ΄ αυτόν πληρωμή του ποσού, τόσο με την απάντηση του, όσο και με τη δήλωση του, μέρος της κύριας εξέτασης του, που κατατέθηκε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Επιδειχθέντος δε του Τεκμηρίου 13, ο εφεσίβλητος αρνήθηκε την ύπαρξη του και βεβαίως την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε για την αγορά των μετοχών. Εναπόκειτο επομένως στους εφεσείοντες να πείσουν το Δικαστήριο περί της ορθότητας του ισχυρισμού τους και όχι στον εφεσίβλητο να αποδείξει το αντίθετο ή την πλαστότητα του εγγράφου.» Τόσο ο ενάγοντας όσο και η Μ.Ε 2 αρνήθηκαν κατηγορηματικά το γεγονός ότι ο εναγόμενος εξόφλησε πλήρως όλα τα τιμολόγια. Αποτελεί θέση τους ότι ο εναγόμενος, έναντι των ανεξόφλητων τιμολογίων κατέβαλε το ποσό των €
- Πέραν του γεγονότος ότι η μαρτυρία του εναγομένου έχει απορριφθεί στην ολότητα της και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα από αυτή, ο εναγόμενος δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία ή οποιεσδήποτε αποδείξεις που να επιβεβαιώνουν έστω και κατ'ελάχιστον τον ισχυρισμό του. Επομένως, σε συνάρτηση με την αποδεκτή μαρτυρία που προσκόμισε ο ενάγοντας, η υπεράσπιση του εναγομένου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το δε βάρος απόδειξης δεν το απέσεισε στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σχέση με το ποσό που αξιώνει από τον εναγόμενο ο ενάγοντας με βάση την αγωγή ανέρχεται στο ποσό των €2.
- Ως έχει αναφερθεί το ποσό των ανεξόφλητων τιμολογίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ανέρχεται στο ποσό των €2.680,
- Ως ανάφερε η Μ.Ε 2 και έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο αλλά και όπως εξάλλου διαπιστώνεται στο πίσω μέρος του Τεκμηρίου 15, ο εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των €
- Συνεπώς ο εναγόμενος οφείλει το ποσό των €1880,
- Περαιτέρω ο εναγόμενος όφειλε να επιστρέψει 21 κιβώτια στον ενάγοντα. Τέτοια όμως θεραπεία δεν δικογραφείται από τον ενάγοντα περί επιστροφής των κιβωτίων αλλά ούτε και ζητείται διαζευκτικά η αντίστοιχη αξία τους. Περαιτέρω στα κατατεθειμένα τιμολόγια αναγράφεται απλά ο αριθμός των εναπομείνοντων κιβωτίων χωρίς και πάλι να αναφέρεται η οποιαδήποτε αντίστοιχη αξία τους. Στην απουσία αυτών το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό. Τέλος ο ενάγοντας αξιώνει επί του επιδικασθέντος ποσού και τόκο 9% από 10/12/
- Όπως διαπιστώνεται όμως τα τιμολόγια εκδόθηκαν το
- Επομένως τόκος 9% θα πρέπει να επιδικαστεί, εάν βεβαίως το δικαιούται ο ενάγοντας, από το 2010 και όχι από το 2000 όπως λανθασμένα αξιώνει. Περαιτέρω στα εν λόγω τιμολόγια αναγράφεται σχετικός όρος πως «τιμολόγιο που δεν εξοφλείται εντός 15 ημερών θα επιβαρύνεται με τόκο 9%» Παρόμοιο ζήτημα, δηλαδή, απαίτησης ενάγοντος για « τόκο» επί καθυστερημένης πληρωμής, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κολοκασίδης & Συνέταιροι ν Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1671, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Η εξουσία επιδίκασης τόκου από αρμόδιο δικαστήριο πάνω σε οφειλόμενο χρέος προνοείται από το άρθρο 33
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (όπως τροποποιήθηκε) το οποίο αναφέρει τα εξής: "33. -
(1)Καθ' οιανδήποτε ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου διαδικασίαν, διά την είσπραξιν οιουδήποτε χρέους διά το οποίον τόκος είναι πληρωτέος είτε δυνάμει συμφωνίας ή άλλως ως δια νόμου προβλέπεται, το δικαστήριον θα επιδικάζη τόκον συμφώνως προς το συμφωνηθέν ή άλλως δια νόμου προβλεπόμενον επιτόκιον, δια την περίοδον την αρχομένην από της ημέρας καθ' ην τοιούτος τόκος κατέστη απαιτητός μέχρι τελικής αποπληρωμής: Νοείται ότι το τοιούτον επιτόκιον δεν θα υπερβαίνη το ανώτατον όριον του εκάστοτε υπό του νόμου επιτρεπομένου επιτοκίου." Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)του ιδίου Νόμου, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει τόκο σύμφωνα με τις αρχές του κοινοδικαίου και της επιεικείας όπως εφαρμόζονται στην Κύπρο. Σύμφωνα με το κοινοδίκαιο τόκος είναι πληρωτέος μόνο
(1)όπου υπάρχει ρητή συμφωνία για πληρωμή τόκου,
(2)όπου η συμφωνία για πληρωμή τόκου εξυπακούεται από προηγούμενες δοσοληψίες μεταξύ των μερών ή από τη φύση της συναλλαγής ή λόγω επαγγελματικού ή εμπορικού εθίμου ή συνήθειας, και
(3)σε μερικές περιπτώσεις υπό τύπο αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας όπου η σύμβαση εάν εκτελείτο προς γνώσιν των μερών θα έδιδε το δικαίωμα στον αναίτιο αντισυμβαλλόμενο να πληρωθεί τόκους. Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 32, σελ. 54, παραγρ. 108. Στην απόφαση Wadsworth ν. Lydall [1981] 1 W.L.R. 598, η οποία επικροτήθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση President of India v. La Pintada Compania Navegacion SA [1985] A.C. 104, αναγνωρίστηκε σαν επιπρόσθετη εξαίρεση η επιδίκαση τόκου σαν ειδική ζημία όταν σαν αποτέλεσμα της παράλειψης του εναγομένου να πληρώσει όταν έπρεπε, ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή. Εν τούτοις η πιο πάνω εξαίρεση που είναι η μόνη σχετική με τα επίδικα γεγονότα ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι ικανοποιείται ο δεύτερος κανόνας στην υπόθεση Hadley v. Baxendale
(1854)9 Ex. 341 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την ανάκτηση ζημιών και απωλειών συνεπεία παράβασης σύμβασης. Βλ. Chitty on Contract, 27η έκδοση, τόμος 1, 26 - 079, σελ. 1272 - 1273 και MacGregor on Damages, 15η έκδοση, σελ. 372 - 374.» Συνεπώς ο ενάγοντας νομίμως αξιώνει τόκο 9% εφόσον περιλαμβάνετο τέτοιος όρος στο τιμολόγιο, ο οποίος έγινε αποδεχτός από τον εναγόμενο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνοψίζοντας είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας έχει πετύχει να αποδείξει την απαίτηση του και συνεπώς η αγωγή του επιτυγχάνει. Ο ενάγοντας παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου ικανή και θετική μαρτυρία ώστε να ικανοποιήσει το νομικό βάρος που είχε στους ώμους του σε σχέση με την αξίωση του. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €1880,48 πλέον τόκο 9% από τις 07/06/11 ημερομηνία έκδοσης του τελευταίου τιμολογίου. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο