← Κύπρος

Ξ. Α. Κοντεάτης & Υιοί Λτδ ν. Ναζίρης κ.α., Αγωγή Αρ. 685/11, 31/5/2018

Ξ. Α. Κοντεάτης & Υιοί Λτδ ν. Ναζίρης κ.α., Αγωγή Αρ. 685/11, 31/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 685/11 Μεταξύ: Ξ. Α. Κοντεάτης & Υιοί Λτδ, από τη Λάρνακα Ενάγοντες -και-

  1. XXXXX Ναζίρης, από τη Λάρνακα
  2. XXXXX Ναζίρης, από τη Λάρνακα Εναγόμενοι -------------------------- Ημερομηνία꞉ 31 Μάϊου, 2018 Εμφανίσεις꞉ Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Ρ. Σορντίνι, για Μάμας Χατζηχριστοφής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο αρ. 1 και για την εταιρεία Armera Ltd - καθ' ων η αίτηση: κ. Φανή, για Δαμιανού και Λάρκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση ημερ. 28.11.2017 για έκδοση διατάγματος μη αποξένωσης ή/και για πώληση περιουσιακών στοιχείων του Εναγόμενου 1 και της εταιρείας ARMERA LIMITED Με την υπό κρίση αίτηση, οι ως άνω Ενάγοντες - Αιτητές εξαιτούνται꞉ «A. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιβαρύνει τις 250 συνήθεις μετοχές οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του εναγόμενου αρ. 1 και/ή στις οποίες ο εναγόμενος αρ. 1 έχει συμφέρον, καθώς και οποιεσδήποτε μετοχές που δυνατόν να παραχωρηθούν στον εναγόμενο αρ. 1 δωρεάν (bonus shares) από την εταιρεία ARMERA LIMITED (Αρ. εγγραφής 314111) με σκοπό να εξασφαλιστεί η πληρωμή του ποσού που οφείλει ο εναγόμενος αρ. 1 προς τους ενάγοντες δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/05/2017 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό πλέον τα επιδικασθέντα έξοδα, με προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών και υποχρεώσεων του εναγόμενου αρ. 1, τα οποία δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο προγενέστερων επιβαρυντικών διαταγμάτων επί των αναφερόμενων μετόχων. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει τη μεταβίβαση, πώληση, αποξένωση, επιβάρυνση, ρευστοποίηση και/ή διάθεση των 250 συνήθων μετοχών της εταιρείας ARMERA LIMITED (Αρ. εγγραφής 314111) που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του εναγόμενου αρ. 1 και/ή στις οποίες ο εναγόμενος αρ. 1 έχει συμφέρον. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει την πληρωμή και/ή καταβολή οποιουδήποτε μερίσματος και/ή άλλου εισοδήματος πληρωτέου σε σχέση με τις 250 συνήθεις μετοχές της εταιρείας ARMERA LIMITED (Αρ. εγγραφής 314111) που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του εναγόμενου αρ. 1 και/ή στις οποίες ο εναγόμενος αρ. 1 έχει συμφέρον. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την κατακράτηση οποιωνδήποτε μερισμάτων πληρωτέων προς τον εναγόμενο αρ. 1 λόγω ιδιοκτησίας των 250 συνήθων μετοχών της εταιρείας ARMERA LIMITED (Αρ. εγγραφής 314111) που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του εναγόμενου αρ. 1 και/ή στις οποίες ο εναγόμενος αρ. 1 έχει συμφέρον, σε ξεχωριστό τραπεζικό λογαριασμό που θα ανοιχθεί για το σκοπό αυτό. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την πώληση ή/και διάθεση ή/και ρευστοποίηση των 250 συνήθων μετοχών της εταιρείας ARMERA LIMITED (Αρ. εγγραφής 314111) που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του εναγόμενου αρ. 1 και/ή στις οποίες ο εναγόμενος αρ. 1 έχει συμφέρον. ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τον διορισμό παραλήπτη για την πώληση ή/και διάθεση ή/και ρευστοποίηση των πιο πάνω μετοχών. Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τον εναγόμενο αρ.1 όπως απέχει από οποιαδήποτε διαδικασία ή/και ενέργεια σε σχέση με την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας ARMERA LIMITED (Αρ. εγγραφής 314111). Η. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Θ. Τα έξοδα της αίτησης πλέον Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επίδοσης.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο, Ν.31(Ι)/1992άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρο 9, στον περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ.113), στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.48 Θ.1-9, Δ.64, στην νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση, ημερ. 28.11.2017, του κ. XXXXX Κοντεάτη, από τη Λάρνακα, καθώς και σε αυτά που προκύπτουν από τον δικαστικό φάκελο. Παρατίθεται αυτούσια η Ε/Δ꞉
  3. «Είμαι ένας εκ των διευθυντών των εναγόντων, γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβώ στην ένορκη δήλωση αυτή. Για όσα γεγονότα δεν έχω προσωπική γνώση αναφέρω την πηγή της πληροφόρησης μου ενώ για τα νομικής φύσεως ζητήματα, λαμβάνω συμβουλή από τους δικηγόρους μας.
  4. Την 29/05/2017 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου αρ. 1 για το ποσό των €7.586,09- με τόκο προς 5,5% ετήσια από την 09/03/2011 μέχρι 31/12/2014 και με τόκο προς 4% ετήσια από 01/01/2015 μέχρι 31/12/2016 και με τόκο προς 3,5% ετήσια από 01/01/2017 μέχρι την εξόφληση, πλέον το ποσό των €4.520.- έξοδα αγωγής, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων σύνταξης της απόφασης, με τόκο προς 5,5% ετήσια επί του ποσού των €4.492- από 09/03/2011 μέχρι 31/12/2014 και με τόκο προς 4% ετήσια από 01/01/2015 μέχρι 31/12/2016 και με τόκο προς 3,5% ετήσια από 01/01/2017 μέχρι την εξόφληση, πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €1.391.- όπως αυτά υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α η σχετική απόφαση).
  5. Φέρω εις γνώση του Δικαστηρίου ότι την 05/07/2017 ο εναγόμενος αρ.1 καταχώρησε έφεση στην απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία ωστόσο όπως πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μας δεν αποτελεί λόγω για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης.
  6. Ο εναγόμενος αρ. 1 δεν έχει καταβάλει μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του.
  7. Μετά από τυχαία έρευνα των δικηγόρων μας στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών την 23/11/2017, διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος αρ. 1 έχει εγγεγραμμένες στο όνομα του 250 συνήθεις μετοχές στην εταιρεία ARMERA LIMITED (Αρ. εγγραφής 314111). Είναι επίσης ο μοναδικός διευθυντής της εν λόγω εταιρείας (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β η σχετική έρευνα).
  8. Πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μας ότι η παρούσα αίτηση έχει σκοπό να διασφαλίσει τη δέσμευση των μετοχών που κατέχει ο εναγόμενος αρ. 1, τυχόν δωρεάν μετοχών που δυνατόν να του παραχωρηθούν αλλά και μερισμάτων που δυνατόν να καταστούν πληρωτέα σε αυτόν. Περαιτέρω πληροφορούμαι ότι με την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος επί των αναφερόμενων μετοχών, οι ενάγοντες θα είναι σε θέση να προχωρήσουν με πώληση των εν λόγω μετοχών ώστε το ποσό που θα εισπραχθεί να καταβληθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του εναγόμενου αρ. 1 σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας.
  9. Σημειώνω ότι από τις ενέργειες των δικηγόρων μας, προκύπτει ότι εναγόμενος αρ. 1 ο οποίος είναι συνταξιούχος, δεν έχει οποιαδήποτε άλλη κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους.
  10. Μετά από έρευνες στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας και στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου επί παγκύπριας βάσης, προκύπτει ότι ο εναγόμενος αρ. 1 δεν είναι ιδιοκτήτης οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας είτε στις ελεύθερες είτε στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας (επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Γ οι σχετικές έρευνες του Κτηματολογίου).
  11. Μετά από έρευνα στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, προκύπτει ότι ο εναγόμενος αρ. 1 είναι κάτοχος μόνο ενός παλαιού οχήματος, το οποίο βαρύνεται με συμφωνία ενοικιαγοράς (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ το σχετικό πιστοποιητικό).
  12. Επειδή πιθανή πώληση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας ARMERA LIMITED (Αρ. εγγραφής 314111) θα επιφέρει μείωση της αξίας των αναφερόμενων μετοχών του εναγομένου αρ.1, εισηγούμαι όπως ο εναγόμενος αρ.1 διαταχθεί να απέχει από οποιαδήποτε διαδικασία ή/και ενέργεια σε σχέση με την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της πιο πάνω εταιρείας.
  13. Λαμβάνω νομική συμβουλή ότι με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων τυχόν πιστωτές του εναγομένου αρ. 1, εάν υπάρχουν, δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά.
  14. Πιστεύω ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, είναι πολύ πιθανόν ο εναγόμενος αρ. 1 να αποξενώσει τις αναφερόμενες μετοχές καθώς η μέχρι σήμερα συμπεριφορά του αποδεικνύει ότι δεν έχει πρόθεση να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του.
  15. Εισηγούμαι ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να μπορέσουμε να προβούμε σε εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.
  16. Θεωρώ ότι είναι ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Ο Εναγόμενος αρ. 1 και η εταιρεία ARMERA Ltd καταχώρησαν Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση. Η ένσταση βασίζεται επί τωv περί Πoλιτικής Δικovoμίας Δικαστικώv Θεσμώv Δ.39 θ.θ.1-2, Δ.48 θ.θ.1-4, 8 και 9, Δ.64, επί του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου Ν.31(Ι)/1992, άρθρα 2-8, 10, ως και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου και στις γενικές εξουσίες και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης που δικογραφούνται είναι οι ακόλουθοι: «α. Η αίτηση των εναγόντων δεν πληροί ή και δεν ικανοποιεί όλα τα απαραίτητα στοιχεία ή και προϋποθέσεις ή και κριτήρια για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων Επιβάρυνσης και πολύ περισσότερο ακόμη πώλησης των 250 μετοχών της εταιρείας Armera Ltd β. Εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 29/05/2017 καταχωρήθηκε η Έφεση 291/2017 η οποία έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και ανατροπής εξ ολοκλήρου της εν λόγω απόφασης με αποτέλεσμα η τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων επιβάρυνσης και δη πώλησης να αποτελούν υπέρμετρα μέτρα ή και να συνιστούν ιδιαίτερα ανατρεπτική αλλαγή περιουσίας με συνέπειες μη αναστρέψιμες από την εκτέλεση ή υλοποίηση τέτοιων διαταγμάτων. γ. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων συνιστά υπέρμετρο μέτρο εκτέλεσης ή μέτρα εκτέλεσης ιδίως ενόψει της φύσης του μεριδίου ιδιοκτησίας αλλά και της εκκρεμότητας της Έφεσης. δ. Η λειτουργία και εργασία ή και η επιχειρησιακή εικόνα της εταιρείας Armera Ltd θα ανατραπεί από την τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων με αρνητικό αποτέλεσμα και συνέπειες όχι μόνο στους ιδιοκτήτες της αλλά και σε τρίτους πιστωτές. ε. Πέραν και ανεξάρτητα ή και άνευ βλάβης των όσων λόγων αναφέρονται υπέρ της μη έκδοσης επιβαρυντικού διατάγματος των 250 μετοχών στην εταιρεία Armera Ltd, η έκδοση διατάγματος πώλησης, εκκρεμμούσης της Έφεσης που πιθανό ή δυνατό να ανατρέψει την δικαστική απόφαση, ενώ το ποσό της απόφασης είναι τέτοιο που μπορεί να πληρωθεί με μερίσματα ή και κέρδη από την εταιρεία ή και με ποσά από τον καθ΄ου η αίτηση 1 μηνιαία λαμβάνει ή θα λαμβάνει από την εταιρεία, θα οδηγήσει σε άδικα αποτελέσματα τόσο εναντίον μου όσο και τρίτων. στ. Οι αιτούμενες θεραπείες ή και ειδικότερα οι θεραπείες υπό Ε, Στ, Ζ, και Η της αίτησης αντιφάσκουν με τις προηγούμενες αιτούμενες θεραπείες ή και είναι αβάσιμες ή και απαράδεκτες στη βάση των όσων αναφέρονται στην ένορκο δήλωση της αίτησης ή και των γεγονότων της αίτησης και ένστασης. ζ. Ο καθ΄ου η αίτηση 1 ουσιαστικά δεν είναι ο ιδιοκτήτης των 250 μετοχών τις οποίες κατέχει εκ μέρους και για λογαριασμό του υιού του Λούκα Ναζίρη ο οποίος συνιστά τον πραγματικό ιδιοκτήτη και τελικό δικαιούχο των μετοχών, η δε εγγραφή των μετοχών στο όνομα του καθ΄ου η αίτηση 1 έγινε εν είδη καταπιστεύματος. η. Η διαδικασία που οι ενάγοντες ακολούθησαν πάσχει ή και παραβιάζει το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης ή και η διαδικασία είναι ελλιπής και παραβιάζει αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. θ. Με την αιτούμενη θεραπεία ζ ουσιαστικά ζητείται από την εταιρεία να μην εργάζεται ή λειτουργεί, σε κάθε δε περίπτωση η εν λόγω θεραπεία είναι νόμω και ουσία αβάσιμη ή απαράδεκτη. ι. Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση ή διατήρηση των αιτούμενων Διαταγμάτων ή και θεραπειών. ια. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική ή και άκυρη ή και χωρίς αξία ή υπόσταση αφού παραβαίνει τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.39 θ.1-2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή και έγινε στη βάση αόριστης πληροφόρησης που δεν αποκαλύπτει συγκεκριμένα πηγή γνώσης και πληροφόρησης. ιβ. Η αίτηση είναι ουσιαστικά και τυπικά αβάσιμη, παράτυπη, αστήριχτη και δεν παρουσιάζει λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των Αιτητών.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 8.2.2018, του XXXXX Ναζίρη, από τη Λάρνακα. Παρατίθεται αυτούσια꞉
  17. Είμαι ο εναγόμενος 1 στην πιο πάνω υπόθεση, καθ΄ου η αίτηση στην αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 28/11/2017 και Διευθυντής της εταιρείας Armera Ltd, από την οποία είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση, αναφέρω δε ότι γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα που παραθέτω πιο κάτω πλην όπου διαφορετικά εξειδικεύω διαφορετική πηγή γνώσης. Προβαίνω στη παρούσα προσωπικά και ως διευθυντής της εταιρείας Armera Ltd.
  18. Έχω αναγνώσει προσεκτικά την αίτηση των Αιτητών ημερομηνίας 28/11/2017 καθώς και την ένορκη δήλωση του XXXXX Κοντεάτη που τη συνοδεύει και αναφέρω ότι αρνούμαι όλους και τον καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του αναφερόμενου και των Αιτητών πλην όσων εξ αυτών ρητά παραδέχομαι πιο κάτω.
  19. Αρνούμαι τη παράγραφο 1 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Κοντεάτη. Η αναφορά του σε γνώση και πληροφόρηση είναι αντιφατική και αόριστη και ως συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους μου αντιβαίνει των προνοιών του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού.
  20. Από τις παραγράφους 2, 3 και 4 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Κοντεάτη δέχομαι την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 29/05/2017 ως το τεκμήριο Α, το ότι καταχώρησα Έφεση και ότι δεν πληρώθηκε κανένα ποσό. Επισυνάπτω αντίγραφο της Έφεσης και της Ειδοποίησης καταχώρησης της ως τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα. Με βάση τη δική μου συμβουλή από τους δικηγόρους μου αναφέρω ότι ναι μεν δεν αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης εκκρεμούσης της Εφέσεως, εκτός και αν επιτευχθεί αναστολή μέσα από όρους πληρωμής ή τραπεζικής εγγύησης, όμως αποτελεί θέμα το οποίο επηρεάζει τη διαδικασία και τις αιτούμενες θεραπείες που ζητούν οι ενάγοντες. Εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου έχω πολύ καλές πιθανότητες να πετύχω στην Έφεση μου.
  21. Από τη παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Κοντεάτη δέχομαι μόνο ότι είμαι εγγεγραμμένος στο Γραφείο Εφόρου Εταιρειών ως μέτοχος 250 μετοχών της εταιρείας, την εικόνα που παρουσιάζει το τεκμήριο Β αλλά αρνούμαι και απορρίπτω ως ψευδείς και ανυπόστατους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του κ. Κοντεάτη.
  22. Σε ότι αφορά την εταιρεία Armera Ltd αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Η εταιρεία Armera Ltd ιδιοκτησιακά ανήκει στα παιδιά μου XXXXX και XXXXX Ναζίρη, οι δε 250 μετοχές που κατέχω ανήκουν στο XXXXX Ναζίρη ο οποίος συνιστά τον πραγματικό ιδιοκτήτη και τελικό δικαιούχο των μετοχών η δε εγγραφή των μετοχών στο όνομα μου έγινε μόνο τυπικά εν είδη καταπιστεύματος αφού εκρίνετο ως σημαντικό κατά την ίδρυση της και προς τις συναλλαγές με τρίτους να φαίνεται το όνομα μου λόγω των γνώσεων και γνωριμιών μου. (β) Η εταιρεία Armera Ltd λειτουργεί και αναμένεται ότι οι οικονομικές της καταστάσεις, όπως πληροφορούμαι από τους Λογιστές Chr. Marinou & Co από τη Λάρνακα να ετοιμασθούν και καταχωρηθούν εντός μερικών μηνών οπότε και ως γνωρίζω και με βάση την ιδία πληροφόρηση και αντίληψη μου θα υπάρξουν μερίσματα ή κέρδη προς απόδοση. (γ) Η εμπλοκή τρίτου προσώπου ξένου προς την εταιρεία και τους πραγματικούς ιδιοκτήτες της θα ήταν αν όχι καταστροφική σίγουρα δυσμενώς επιβαρυντική για όλους και την εταιρεία, αφού αυτό θα επηρέαζε και την εργασία και τη λειτουργία της.
  23. Δεν προέβηκα στην καταβολή του εξ αποφάσεως χρέους λόγω οικονομικής αδυναμίας μου να καταβάλω εφ άπαξ το εξ αποφάσεως χρέος όμως προέβηκα σε προσφορά στο πλαίσιο της διευθέτησης της αγωγής και της Έφεσης την οποία οι ενάγοντες εκβιαστικά αρνήθηκαν αφού είναι φανερό ότι με αυτή τη διαδικασία σκοπεύουν να ματαιώσουν το πιθανό θετικό για μένα αποτέλεσμα της Έφεσης. Από την άλλη οι ενάγοντες δεν επιχείρησαν την μηνιαία εξασφάλιση πληρωμών έναντι του χρέους που λόγω του ποσού αλλά και των αναμενόμενων εσόδων που πιο πάνω αναφέρω θα ήταν και λογική και εφικτή αλλά και δεν θα λειτουργούσε καταπιεστικά ή εκβιαστικά εναντίον μου επειδή ως συνταξιούχος δεν έχω τη δυνατότητα να καταβάλω εφ΄ άπαξ το εξ αποφάσεως χρέος.
  24. Αρνούμαι τις παραγράφους 7, 8 και 9 της ενόρκου δηλώσεως της αίτησης και αναφέρω ότι ναι μεν είμαι συνταξιούχος όμως και άλλη κινητή περιουσία έχω αλλά και εισόδημα όπως αναφέρω πιο πάνω.
  25. Αρνούμαι τη παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως της αίτησης και επαναλαμβάνω τα όσα πιο πάνω στις παραγράφους 6, 7 και 11(β), (γ) και (δ) πιο κάτω αναφέρω.
  26. Αρνούμαι τις παραγράφους 10, 11, 12 και 13 της ενόρκου δηλώσεως της αίτησης και αναφέρω τα όσα σχετικά περιέχονται στη παράγραφο 11 πιο κάτω. Η διάθεση ή εμπορία περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας θα συνιστούσε απαγόρευση της λειτουργίας της.
  27. Αρνούμαι τη παράγραφο 14 της ενόρκου δηλώσεως της αίτησης και αναφέρω με βάση τη προσωπική μου γνώση ως προς τα πιο πάνω γεγονότα και τα όσα πιο πάνω αναφέρω από πληροφόρηση μου και ως συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους μου, η αίτηση των Αιτητών ημερομηνίας 28/11/2017 θα πρέπει να απορριφθεί για τους πιο κάτω λόγους τους οποίους υιοθετώ και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσης:
  28. Τα ως άνω ορκίζομαι και λέγω εξ΄όσων κάλλιον γνωρίζω ως ανωτέρω αναφέρω.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιωνδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αίτησης με γραπτές αγορεύσεις που υπέβαλαν οι συνήγοροι των διαδίκων στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν εισηγήσεις με προσοχή. Αφού αναλύσω τη νομική πτυχή της αίτησης, θα παραθέσω τη δικαστική μου κρίση, αιτιολογώντας την κατάληξή μου επί των εν λόγω εισηγήσεων. Νομική Πτυχή Κατ' αρχάς, επισημαίνω ότι η αίτηση βασίζεται στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο, Ν.31(Ι)/1992άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρο 9, στον περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ.113), στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.48 Θ.1-9, Δ.64, στην νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Δύο σημεία χρήζουν περαιτέρω επισήμανσης꞉ Αφενός, ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60.[1] Αφετέρου ότι, παρά το ότι η νομική βάση της αίτησης εμπερικλείει το άρθρο 9 του Κεφ. 6, εντούτοις δεν προωθήθηκε μονομερώς η αίτηση και συνεπώς δεν έχουν οποιαδήποτε σημασία οι διατάξεις του άρθρου αυτού.[2] Από τα πιο πάνω δύο σημεία καθίσταται φανερό ότι τα ζητούμενα διατάγματα δεν έχουν κάποιο ενδιάμεσο ή παρεμπίπτον χαρακτήρα εκκρεμούσης αγωγής, αλλά πρόκειται για τελικά διατάγματα και τούτο διότι επιζητούνται μετά την έκδοση απόφασης στην αγωγή. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω την αίτηση στη βάση του Ν.31(Ι)/
  29. Περιέχει και αυτός διατάξεις που δίδουν στο Δικαστήριο την διακριτή εξουσία να εκδίδει τελικά διατάγματα ή ενδιάμεσα διατάγματα. Συγκεκριμένα, όπως εξήγησε ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Ερωτοκρίτου στην απόφαση ημερ. 11.10.2013, στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 167/13, Συνεργατικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ, η διαδικασία που χαράσσεται δυνάμει του Νόμου 31(Ι)/92 είναι μια ιδιόμορφη διαδικασία διακριτή από αυτήν που προβλέπεται στο άρθρο 9 του Κεφ. 6 που αφορά την έκδοση «προσωρινών διαταγμάτων εκκρεμούσης της αγωγής». Όπως, ειδικότερα, επεσήμανε στη σελίδα 9 της πιο πάνω απόφασής του:- «Δυνάμει του συγκεκριμένου Νόμου μπορούν, μεταξύ άλλων να εκδοθούν δύο ειδών διατάγματα꞉ τελικά «διατάγματα επιβάρυνσης» δυνάμει του άρθρου 3 και «προσωρινά διατάγματα επιβάρυνσης» δυνάμει του άρθρου 9 του Νόμου 31(Ι)/
  30. Τα πρώτα εκδίδονται για σκοπούς εκτέλεσης, όπως είναι η παρούσα περίπτωση και τα δεύτερα εκκρεμούσης της αγωγής.». Η διάκριση μεταξύ των δύο περιπτώσεων είναι εύκολα εμφανής με μια απλή αντιπαραβολή των διατάξεων των δύο άρθρων꞉ «Άρθρο 3 - Επιβαρυντικά διατάγματα 3.-

(1)Όταν κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό (οφειλέτης) σε άλλο πρόσωπο (πιστωτή), τότε, προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος, το Δικαστήριο, με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού, δύναται να εκδώσει διάταγμα (το οποίο θα αναφέρεται ως επιβαρυντικό διάταγμα), με το οποίο επιβάλλει επιβάρυνση σε οποιοδήποτε συμφέρον, το οποίο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.» «Άρθρο 9 - Έκδοση προσωρινού επιβαρυντικού διατάγματος 9.-
(1)Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή για αποζημιώσεις δύναται κατόπιν αίτησης του ενάγοντος σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να εκδώσει προσωρινό διάταγμα επιβάρυνσης με όλες ή μερικές από τις συνέπειες του διατάγματος επιβάρυνσης, όπως αυτό θα καθορίσει.» Στο παρόν στάδιο, ό,τι ενδιάφερει για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης είναι το είδος του διατάγματος που προβλέπεται στο άρθρο 3 του Ν.31(Ι)/92, αφού δεν εκκρεμεί η αγωγή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Απεναντίας, βρισκόμαστε στο στάδιο που οι Ενάγοντες δικαιούνται σε εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ τους πρωτοδίκως. Δεν ζητήθηκε από τον Εναγόμενο αρ. 1 - Καθ' ου η αίτηση οποτεδήποτε η αναστολή της εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης ούτε διατάχθηκε σε οποιοδήποτε πλαίσιο η αναστολή της εκτέλεσής της. Το ότι εκκρεμεί έφεση δεν μεταβάλλει την άμεση εκτελεστότητα της ήδη εκδοθείσας πρωτοδίκως δικαστικής απόφασης στην αγωγή. Στην υπόθεση P. & M.A. Restaurant Limited κ.α. ν. Eric John Wakeham
(2011)1 Α.Α.Δ. 1239, το Δικαστήριο επανέλαβε την αρχή που θεσπίστηκε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμενών Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 ότι: «η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για την διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Δεν υφίσταται τέτοιο υπόβαθρο για πρόγνωση με βεβαιότητα της επιτυχίας της έφεσης στο υλικό που τέθηκε με την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση σ'αυτήν. Στρέφομαι λοιπόν να εξετάσω ποιους παράγοντες δύναται να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο στο πλαίσιο ενάσκησης της εξουσίας που του παρέχει το άρθρο 3 του Ν.32(Ι)/92. Παραθέτω, συναφώς, τα εδάφια
(2)έως
(6)του εν λόγω άρθρου꞉ «3.-
(2)Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με- (α) Την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη~ και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος.
(3)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη και άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, οι οποίοι κατά την κρίση του είναι αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι.
(4)Το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το επιβαρυντικό διάταγμα δύναται οποτεδήποτε, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα, να εκδώσει διάταγμα δυνάμει του οποίου να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το επιβαρυντικό διάταγμα.
(5)Όταν επιβάλλεται επιβάρυνση με βάση τις πρόνοιες του Νόμου αυτού, το Δικαστήριο εκδίδοντας το διάταγμα δύναται να προβλέψει όπως η επιβάρυνση επεκτείνεται σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με το βαρυνόμενο στοιχείο.
(6)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 5 διάταγμα επιβάρυνσης εκδιδόμενο με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου θα έχει τις συνέπειες που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του ίδιου άρθρου.». Κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι τα μόνα στοιχεία που το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει πριν την έκδοση του διατάγματος είναι αυτά που προσδιορίζονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 3. Όσα αναφέρονται στο εδάφιο
(3)του ιδίου άρθρου δεν αποτελούν προαπαιτούμενο για την έκδοση του διατάγματος, παρά μόνον όρο που δύναται να επιβάλει το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος. Αν επρόκειτο να λογίζεται ως προαπαιτούμενο, θα προβλεπόταν ρητά στο εδάφιο
(2)αντί ως διακριτή περίπττωση στο εδάφιο
(3). Τούτου λεχθέντος, θα συμφωνήσω με την εισήγηση του συνηγόρου του Καθ'ου η αίτηση ότι, δυνάμει του άρθρου 3
(2)του Ν.31(Ι)/1992 ή/και των λεχθέντων στην απόφαση Stelios Stylianides LTD ν. Ανδρέα Σωτηρίου
(1999)1 ΑΑΔ 1436, το Δικαστήριο, προτού εκδώσει το ζητούμενο διάταγμα, οφείλει να εξετάσει το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του Εναγομένου αρ. 1 από την έκδοση του διατάγματος. Εκτιμώντας ή/και αξιολογώντας το πιο πάνω στοιχείο, λαμβάνω υπόψη τις εξής παραμέτρους꞉ Πρώτον, ότι ο Ν.31(Ι)/92δεν περιέχει οποιαδήποτε διάταξη που να καθιστά αναγκαστική a priori τη δημοσίευση της αίτησης για την έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος, έτσι ώστε να μπορεί να διαφανεί και να ελεγχθεί αν υπάρχουν πιστωτές οι οποίοι να επέδειξαν ενδιαφέρον για να εμφανιστούν και να ενστούν στην αίτηση. Ούτε υπάρχει αντίστοιχος διαδικαστικός κανονισμός προς εκείνον που εφαρμόζεται προκειμένου περί εκκθάρισης μιας εταιρείας, για παράδειγμα, ώστε να επιβάλλεται υποχρέωση δημοσίευσης προς τυχόν πιστωτές. Δεν εκδόθηκε μέχρι σήμερα εξειδικευμένος διαδικαστικός κανονισμός για την εφαρμογή του Ν.31(Ι)/92 παρά την ύπαρξη σχετικής εξουσιοδοτικής διάταξης στο άρθρο 10 του εν λόγω Νόμου. Συνεπώς, η αίτηση που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου εκδικάζεται στο παρόν μεταβατικό στάδιο δυνάμει του άρθρου 10
(3)του Ν.31(Ι)/92 εφαρμόζοντας κατ' αναλογίαν τους ισχύοντες περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς που αφορούν,μεταξύ άλλων, στην επίδοση αιτήσεων.[3] Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που διαθέτουν οι Ενάγοντες και τα οποία έθεσαν μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε πληροφορία περί ύπαρξης πιστωτών του Εναγομένου αρ.
  1. Ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 1 βρίσκεται λογικά σε καλύτερη θέση από τους Ενάγοντες να γνωρίζει αν έχει οποιουσδήποτε πιστωτές. Παραταύτα, στην ένορκη δήλωση που υπέβαλε ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 1 για υποστήριξη της ένστασής του, δεν αποκάλυψε την ύπαρξη οποιουδήποτε πιστωτή και συνεπώς δεν δημιούργησε την ανάγκη ή την ανησυχία προς το Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση προς οποιονδήποτε τρίτον, άλλον από την εταιρεία Armera Ltd, για να λάβει γνώση ως πιστωτής του. Όπως ήταν λογικό επακόλουθο, ούτε ο συνήγορος του Εναγομένου αρ. 1 επιχείρησε να εξειδικεύσει την εισήγηση ή/και αναφορά του περί ενδεχόμενου ζημιάς πιστωτών, ελλείψει σχετικής μαρτυρίας από τον Εναγόμενο αρ.
  2. Καταλήγω υπό το φως των ανωτέρω σημείων να κρίνω ότι, με βάση το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, δεν έχει διαφανεί ή αποδειχθεί το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όσον αφορά την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του Εναγομένου αρ. 1 που είναι η άλλη παράμετρος την οποία οφείλει το Δικαστήριο να αξιολογήσει πριν την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, παρατηρώ ότι, στην όψη των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, προβάλλει ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 είναι συνταξιούχος, πλην όμως αυτός απέφυγε να προσδιορίσει το ποσό της σύνταξης που λαμβάνει κα αρκέστηκε σε γενική και αόριστη αναφορά ότι «και άλλη κινητή περιουσία έχω αλλά και εισόδημα». Δεν αρνήθηκε, όμως, ο Εναγόμενος ότι το ένα όχημα που φαίνεται εγγεγραμμένο στο μητρώο του ΤΟΜ στο όνομά του ιδίου είναι ήδη δεσμευμένο δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς, ως οι Ενάγοντες σημείωσαν. Ούτε προσδιόρισε ποια είναι αυτή η άλλη κινητή περιουσία που διαθέτει. Παρέλειψε επίσης να προσδιορίσει ποιο και πόσο είναι αυτό το «άλλο εισόδημα», που έχει να λαμβάνει, πέραν του μερίσματος που οι Ενάγοντες ισχσυρίζονται ότι ο ίδιος δικαιούται να λαμβάνει από τις μετοχές που κατέχει στην εταιρεία Armera Ltd και το οποίο ο ίδιος δεν αρνήθηκε ότι είναι πιθανόν να χορηγηθεί από την εταιρεία. Επομένως, η προσωπική και οικονομική κατάσταση του Εναγομένου αρ. 1, όπως προκύπτει από όσα ο ίδιος ενόρκως δήλωσε δεν είναι αποδεδειγμένα καλύτερη από αυτήν που οι Ενάγοντες παρουσίασαν προς το Δικαστήριο. Καταλήγω να αποδέχομαι την εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι παρέμεινε εντελώς θεωρητική και αόριστη η αναφορά του Εναγομένου αρ. 1 ότι οι Ενάγοντες, υπό τα δεδομένα αυτά, θα μπορούσαν να λάμβαναν άλλα μέτρα εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του, όπως για παράδειγμα να επιζητούσαν την έκδοση διατάγματος καταβολής μηνιαίων δόσεων δυνάμει του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  3. Δεν τεκμηριώνεται λόγος να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στη βάση της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης του καθ΄ου η αίτηση. Προτού εκδώσω τα ζητούμενα διατάγματα προχωρώ να εξετάσω αν τα περιουσιακά στοιχεία σε σχέση με τα οποία επιχειρείται η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος είναι τέτοια που να εμπίπτουν στις πρόνοιες του Ν.31(Ι)/
  4. Σχετικό το άρθρο 4 του εν λόγω Νόμου꞉ «Περιουσιακά στοιχεία για τα οποία εκδίδεται το διάταγμα. 4.-
(1)Τηρουμένων των προνοιών του εδαφίου
(3)επιβάρυνση δύναται να επιβληθεί με την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος μόνο σε οποιοδήποτε συμφέρον που κατέχει ο οφειλέτης ως δικαιούχος σε περιουσιακά στοιχεία του είδους που αναφέρονται στο εδάφιο
(2).
(2)Τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)είναι- (α) Τα ακόλουθα ομόλογα: (
  1. i)Κυβερνητικά ομόλογα, (
  2. ii)ομόλογα οποιουδήποτε νομικού προσώπου το οποίο συστάθηκε στη Δημοκρατία της Κύπρου, (iii) ομόλογα νομικού προσώπου το οποίο συστάθηκε εκτός της Δημοκρατίας της Κύπρου και τα οποία είναι ομόλογα εγγεγραμμένα σε μητρώο που τηρείται εντός της Δημοκρατίας. (β) Μερίδιο σε εμπίστευμα μονάδων για το οποίο τηρείται μητρώο των μεριδιούχων οπουδήποτε εντός της Δημοκρατίας~ (γ) καταθέσεις σε Δικαστήριο (Funds in Court).
(3)Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με έκδοση κανονισμών να τροποποιεί το εδάφιο
(2)με την προσθήκη ή διαγραφή περιουσιακών στοιχείων τα οποία κατά τη γνώμη του Συμβουλίου έπρεπε να είχαν προστεθεί ή διαγραφεί, νοουμένου ότι στην περίπτωση προσθήκης νέου περιουσιακού στοιχείου η εν λόγω προσθήκη δε συνεπάγεται άλλες τροποποιήσεις στο Νόμο.
(4)Κανονισμοί που εκδίδονται με βάση το άρθρο αυτό κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση και ακολούθως εφαρμόζονται οι πρόνοιες του εδαφίου
(2)του άρθρου 3 των περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που εκδίδονται με εξουσιοδότηση Νόμου, Νόμων του 1989 έως 1992.». Όπως ορθά επεσήμανε ο συνήγορος των Εναγόντων, οι πιο πάνω διατάξεις πρέπει να διαβάζονται υπό το φως του άρθρου 2 του Νόμου 31(Ι)/92, ο οποίος καθόρισε τους εξής, σημαντικούς για την υπό κρίση αίτηση, ορισμούς꞉ «"μέρισμα" περιλαμβάνει τόκους και κάθε μορφής εισόδημα ή ωφέλημα που προέρχεται από τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 4
(2)﮲ "ομόλογα (stock)" περιλαμβάνει μετοχές (shares), χρεόγραφα εταιρειών (debentures) και άλλα αξιόγραφα του νομικού προσώπου, ανεξάρτητα αν αυτά συνιστούν ή όχι επιβάρυνση πάνω στα περιουσιακά στοιχεία (assets) του εν λόγω νομικού προσώπου.» Παραπέμπω επίσης στην απόφαση Ελένη Λ. Ιωάννου (Σιαρματτά) ν. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Πολιτική Έφεση αρ. 10488 ημερομηνίας 22/09/2000, όπου έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτει ο εν λόγω νόμος εκτίθενται στο άρθρο 4
(2), ιδωμένου όμως υπό το φως της ερμηνευτικής διάταξης για, μεταξύ άλλων, τα «ομόλογα (stock) στο άρθρο 2
(1). Περιλαμβάνονται σε αυτά και οι μετοχές. Σημειώνουμε ότι στην Stelios Stylianides Ltd κ.α. ν. Σωτηρίου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1436, όπου λέχθηκε το αντίθετο, δεν είχε γίνει αναφορά στο σχετικό μέρος του άρθρου 2
(1)». Επομένως, η περίπτωση του αιτητικού «Α» της υπό κρίση αίτησης, ήτοι η επιβάρυνση μετοχών που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του Εναγομένου αρ. 1 στην εταιρεία Armera Ltd, η οποία δεν αμφισβητείται ότι συστάθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία, εμπίπτει ξεκάθαρα στην περίπτωση των περιουσιακών στοιχείων που καλύπτει το άρθρο 4
(2)(ii) πιο πάνω. Το ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 έχει συμφέρον ως δικαιούχος των μετοχών στην εν λόγω εταιρεία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στην όψη του διαθέσιμου μαρτυρικού υλικού, εφόσον πρόκειται για μετοχές εγγεγραμμένες ονομαστικά στον ίδιο. Ο ισχυρισμός που προβλήθηκε ότι πραγματικός δικαιούχος είναι ο υιός του Εναγομένου αρ.1 και ότι η εγγραφή των μετοχών έγινε στο όνομα του Εναγομένου αρ. 1 στο πλαίσιο καταπιστεύματος δεν υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη τέτοιου καταπιστεύματος. Αυτός που ήγειρε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, όφειλε και να τον αποδείξει. Ο συνήγορος των Εναγόντων εντοπίζει στην αγόρευσή του την παράλειψη του Εναγομένου αρ. 1 να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό περί ύπαρξης καταπιστεύματος, κάτι που κατά την κρίση του Δικαστηρίου δικαιολογεί και το γεγονός ότι δεν χρειάστηκε να ζητηθεί η αντεξέταση του Εναγομένου αρ. 1 επί ισχυρισμού για τον οποίο δεν προσέφερε ο ίδιος επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Υπό το φως των ανωτέρω, δεν υφίσταται κατά την κρίση μου εμπόδιο στο να διαταχθεί δυνάμει του άρθρου 3
(1)και 4
(2)(ii) του Ν.31(Ι)/92 από το παρόν Δικαστήριο η επιβάρυνση των μετοχών που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του Εναγομένου αρ. 1 ως το αιτητικό «Α» της υπό κρίση αίτησης. Προχωρώ και εκδίδω διάταγμα ως το αιτητικό «Α». Τα όποια συμφέροντα των έτερων μετόχων στην εταιρεία Armera Ltd δύνανται να προστατευθούν επαρκώς με την έκδοση διαταγής δυνάμει του άρθρου 3
(3)του ιδίου Νόμου, άπαξ της έκδοσης του Διατάγματος επιβάρυνσης, όπως τους επιδοθεί το εκδοθέν Διάταγμα επιβάρυνσης ώστε να λάβουν γνώση για την έκδοσή του. Αν αυτοί θεωρούν ότι υφίστανται λόγοι που να δικαιολογούν την ακύρωση ή διαφοροποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος, θα έχουν δικαίωμα βάσει του άρθρου 3
(4)να αιτηθούν οι ίδιοι με αίτηση προς το Δικαστήριο την ακύρωση ή διαφοροποίηση του Διατάγματος. Προχωρώ, συναφώς, και εκδίδω διάταγμα βάσει του άρθρου 3
(3)όπως επιδοθεί το εκδοθέν Διάταγμα επιβάρυνσης των μετοχών του Εναγομένου αρ. 1 στην εταιρεία Armera Ltd προς τους κ.κ. XXXXX Ναζίρη, XXXXX Ναζίρη και XXXXX Ναζίρη, που ως φαίνεται στο Τεκμήριο Β που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι οι άλλοι μέτοχοι στην ίδια εταιρεία, ώστε να λάβουν γνώση για το εκδοθέν Διάταγμα. Συνεπεία της έκδοσης του Διατάγματος ως το αιτητικό «Α», είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να προχωρήσει και στην έκδοση του Διατάγματος ως τα αιτητικά «Β», «Γ» και «Δ» της αίτησης.Τούτο, ως αυτόματο επακόλουθο βάσει των διατάξεων του άρθρου 5
(1)(β)(γ) του Ν.31(Ι)/92, τις οποίες και παραθέτω πιο κάτω꞉ «Συνέπειες επιβαρυντικού διατάγματος. 5.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 θα έχει ως συνέπειες- (α) Την επιβάρυνση του συμφέροντος του οφειλέτη στο περιουσιακό στοιχείο για το οποίο εκδίδεται το διάταγμα με την πληρωμή του ποσού το οποίο κατέστη οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου με προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών και υποχρεώσεων του οφειλέτη τα οποία δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο προγενέστερων επιβαρυντικών διαταγμάτων στα αυτά περιουσιακά στοιχεία ή άλλων επιβαρύνσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. (β) Την απαγόρευση μεταβιβάσεων, πωλήσεων, πληρωμών ή άλλων συναλλαγών σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία περιγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 άνευ επηρεασμού εκτέλεσης αποφάσεων ή διαταγμάτων του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος. (γ) Την απαγόρευση πληρωμής μερισμάτων στο χρεώστη σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4. Τα μερίσματα θα κατακρατούνται σε ξεχωριστό λογαριασμό και θα αποτελούν μέρος του βαρυνόμενου στοιχείου της περιουσίας. (δ) Στην περίπτωση εμπιστεύματος μονάδων την απαγόρευση οποιασδήποτε απόκτησης των μονάδων ή συναλλαγής σχετικά με αυτές από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί αρμοδιότητες βάσει του εμπιστεύματος.
(2)Το Δικαστήριο όταν εκδίδει διάταγμα καθορίζει τις συνέπειες του ανάλογα με το περιουσιακό στοιχείο για το οποίο ζητείται το διάταγμα και επιβάλλει τέτοιους όρους ή δίνει τέτοιες οδηγίες που κρίνει αναγκαίες ή συμπληρωματικές της καθοριζόμενης συνέπειας ή συνεπειών.
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(4)του άρθρου 6 η έκδοση διατάγματος επιβάρυνσης δε λογίζεται ότι ισοδυναμεί με τρόπο εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου.
(4)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να καθορίσει τα πρόσωπα τα οποία δυνατό να επηρεάζονται από την έκδοση του διατάγματος, περιλαμβανομένων και τρίτων προσώπων, προς τα οποία θα πρέπει να γίνει επίδοση του διατάγματος.
(5)Μετά την επίδοση διατάγματος σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου δημιουργείται υποχρέωση του προσώπου αυτού να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο του διατάγματος. Προχωρώ, λοιπόν, και εκδίδω, δυνάμει του άρθρου 5 ανωτέρω, Διατάγματα ως τα αιτητικά «Β», «Γ» και «Δ» της αίτησης, με τη διαφοροποίηση του λεκτικού του αιτητικού «Γ», ώστε να αναφέρει ότι εκδίδεται- «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει την πληρωμή και/ή καταβολή σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο εκτός των Εναγόντων Ξ. Α. Κοντεάτης & Υιοί Λτδ, από τη Λάρνακα, οποιουδήποτε μερίσματος και/ή άλλου εισοδήματος πληρωτέου σε σχέση με τις 250 συνήθεις μετοχές της εταιρείας ARMERA LIMITED (Αρ. εγγραφής 314111) που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του εναγόμενου αρ. 1 και/ή στις οποίες ο εναγόμενος αρ. 1 έχει συμφέρον.» Διατάττω, συγχρόνως, όπως τα εν λόγω Διατάγματα, ως τα αιτητικά Β, Γ και Δ ανωτέρω, επιδοθούν στην εταιρεία Armera Ltd, καθώς και στους υπόλοιπους υφιστάμενους μετόχους σε αυτήν (κ.κ. XXXXX Ναζίρη, XXXXX Ναζίρη και XXXXX Ναζίρη), για να λάβουν γνώση για την έκδοση των Διαταγμάτων και για να συμμορφωθούν με αυτά. Απομένει να εξεταστεί αν δικαιολογείται η έκδοση Διαταγμάτων ως τα αιτητικά «Ε», «Στ» και «Ζ» της αίτησης. Σχετικά είναι τα άρθρα 6, 7 και 8 του Ν.31(Ι)/92. Αρχίζω από τις διατάξεις του άρθρου 6 που καθορίζει πότε έχει εξουσία το Δικαστήριο να διατάξει την πώληση περιουσιακών στοιχείων (εν προκειμένω, μετοχών) που έχουν επιβαρυνθεί με διάταγμα δυνάμει του άρθρου 3 του ιδίου Νόμου. Παραθέτω το άρθρο 6꞉ «Διάταγμα πώλησης περιουσιακών στοιχείων 6.-
(1)Άνευ επηρεασμού των προνοιών του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου σχετικά με την εκτέλεση αποφάσεων του Δικαστηρίου, περιουσιακά στοιχεία τα οποία βαρύνονται με διάταγμα εκδοθέν δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου πωλούνται, διατίθενται ή ρευστοποιούνται μόνο με διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο εκδίδεται κατόπιν αίτησης του πιστωτή και το οποίο καλείται διάταγμα πώλησης.
(2)Το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)δύναται να επιβάλει οποιουσδήποτε όρους τους οποίους κρίνει αναγκαίους για τη διασφάλιση των συμφερόντων όλων των ενδιαφερόμενων μερών, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι διάδικοι.
(3)Το Δικαστήριο, προτού εκδώσει την απόφαση του σε αίτηση η οποία υποβάλλεται δυνάμει του εδαφίου
(1), οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών, περιλαμβανομένων του Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών, των Συμβούλων της Εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου, με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος του οφειλέτη και του συμφέροντος όλων όσων δυνατό να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία ή δυνατό να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση τους. Για το σκοπό αυτό το Δικαστήριο δύναται να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες οι οποίες υπό τις περιστάσεις κρίνονται σκόπιμες και αναγκαίες.
(4)Το Δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αίτηση για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος δύναται, αν αυτό περιλαμβάνεται στην αίτηση του πιστωτή, να διατάξει την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση των περιουσιακών στοιχείων για τα οποία εκδίδεται το επιβαρυντικό διάταγμα και στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι πρόνοιες των εδαφίων
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου: Νοείται ότι η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος συνοδευομένου με διάταγμα πώλησης θα λογίζεται τρόπος εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου.» Είναι φανερό, με βάση τις διατάξεις του εδαφίου
(4)του άρθρου 6, ότι οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα να περιλάβουν στην ίδια αίτηση, παράλληλα με το αιτητικό επιβάρυνσης των μετοχών και το αιτητικό για την πώληση αυτών. Το Δικαστήριο έχει ήδη εκδώσει το Διάταγμα επιβάρυνσης ως το αιτητικό «Α». Μπορεί να προχωρήσει στην εξέταση του αιτητικού «Ε». Εξετάζοντας το ζήτημα κατά πόσον η αίτηση έχει επιδοθεί σε όλα εκείνα τα πρόσωπα που προβλέπει το εδάφιο
(3)του άρθρου 6 ως αναγκαίο να ακουσθούν στο πλαίσιο του αιτητικού «Ε» για πώληση των μετοχών, διαπιστώνω ότι꞉ Έχει κατατεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου από τους Ενάγοντες η επίδοση ημερ. 1.12.2017 της αίτησης στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος δεν καταχώρισε εμφάνιση, για να εγείρει οποιαδήποτε ένσταση. Από την άλλη, βάσει του Τεκμηρίου Β της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ο Εναγόμενος αρ. 1 είναι ο μοναδικός Διευθυντής της εταιρείας, επομένως δεν υπάρχουν άλλοι «Σύμβουλοι της εταιρείας» που να έπρεπε να λάβουν επίδοση της αίτησης πέραν του Εναγομένου αρ. 1 που ήδη έλαβε γνώση. Όσον αφορά τους υπόλοιπους μετόχους στην εταιρεία Armera Ltd, αν και δεν προκύπτει από το ενώπιον μου διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό ότι «δυνατό να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία», εντούτοις κρίνω ότι εμπίπτουν στην περίπτωση των ατόμων που «δυνατό να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση» των επίδικων περιουσιακών στοιχείων, ήτοι των μετοχών που επιβαρύνθηκαν. Το ότι είναι πρόσωπα που δυνατόν να επηρεασθούν κρίνω ότι αναδεικνύεται και από τις πρόνοιες που εισήξε ο Νομοθέτης στο άρθρο 8 του Ν.31(Ι)/92 όπως έχουν δικαίωμα να αγοράσουν εκείνοι τις μετοχές πληρώνοντας στον Παραλήπτη των μετοχών το τίμημα που θα κατακυρωνόταν στο πλαίσιο πλειστηριασμού των μετοχών.[4] Έχοντας αυτά στη σκέψη μου, δεν θα προχωρήσω στο παρόν στάδιο στην έκδοση διατάγματος πώλησης των μετοχών δυνάμει του άρθρου 6, ούτε στο διορισμό παραλήπτη δυνάμει του άρθρου 7, ως τα αιτητικά «Ε» και «Στ».[5] Δεν τα απορρίπτω, παρά μόνο διατάττω την επίδοση της αίτησης ως προς αυτά τα συγκεκριμένα δύο αιτητικά προς τους κ.κ. XXXXX Ναζίρη, XXXXX Ναζίρη και XXXXX Ναζίρη. Να επιδοθεί η αίτηση ως προς αυτά τα δύο αιτητικά εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος ως το αιτητικό «Α». Τέλος, εξετάζω το αιτητικό «Ζ» της αίτησης, το οποίο κρίνω δικαιολογημένο να εκδοθεί με το ίδιο λεκτικό ως είχε διαμορφωθεί εκ συμφώνου από τους συνηγόρους των δύο πλευρών με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο ημερ. 11.1.
  1. Συγκεκριμένα, εκδίδεται «Διάταγμα που να διατάζει τον εναγόμενο αρ. 1 να απέχει από οποιαδήποτε διαδικασία ή/και ενέργεια σε σχέση με την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, εξαιρουμένων όσον αφορούν τις κανονικές και συνήθεις εργασίες ή/και δραστηριότητες της εταιρείας». Συνοψίζοντας꞉ Η αίτηση επιτυγχάνει ως προς τα αιτητικά «Α», «Β», «Γ» «Δ» και «Ζ», με το λεκτικό ως ανωτέρω προσδιορίζεται και δίδονται οδηγίες για την επίδοση των εν λόγω διαταγμάτων στους κ.κ. XXXXX Ναζίρη, XXXXX Ναζίρη και XXXXX Ναζίρη εντός 15 ημερών από τη σύνταξή τους. Τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν εκ συμφώνου στις 11.1.2018 κρίνω δίκαιο όπως παραμείνουν σε ισχύ μέχρι τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση των τελικών διαταγμάτων που εκδίδονται με την παρούσα απόφαση ή μέχρι την επίδοση των εν λόγω τελικών διαταγμάτων εφόσον αυτή επιτευχθεί ενωρίτερα. Όσον αφορά τα αιτητικά «Ε» και «Στ» της αίτησης, δίδονται οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στους κ.κ. XXXXX Ναζίρη, XXXXX Ναζίρη και XXXXX Ναζίρη εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος ως το αιτητικό «Α», ώστε να εμφανιστούν στο Δικαστήριο για να ενστούν σε αυτά, αν το επιθυμούν κατά τη δικάσιμο που ορίζεται στις 2.7.
  2. Δίδονται οδηγίες προς τον Πρωτοκολλητή όπως προβεί αμέσως στη σύνταξη όλων των εκδοθέντων Διαταγμάτων. Όσον αφορά τα έξοδα που προκλήθηκαν μέχρι σήμερα στην υπό κρίση αίτηση, δεδομένης της επιτυχίας της αίτησης ως προς τα αιτητικά «Α», «Β», «Γ» «Δ» και «Ζ», κρίνω δίκαιο να επιδικάσω τα ¾ των εξόδων αυτών υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου αρ. 1 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με την εταιρεία Armera Ltd, η οποία συμμετείχε ως ενδιαφερόμενο μέρος στην παρούσα δικαστική διαδικασία. (Υπ.) ......................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο. Πρωτοκολλητής. [1] 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.
(2)Οιovδήπoτε παρεμπίπτov διάταγμα, εκδoθέv συμφώvως τω εδαφίω
(1), δύvαται vα εκδoθή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις ως τo δικαστήριov θεωρεί δίκαιov, και τo δικαστήριov δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, επί απoδείξει ευλόγoυ αιτίας, vα ακυρώση ή τρoπoπoιήση oιovδήπoτε τoιoύτov διάταγμα.
(3)[...] [2] 9.-
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.
(2)Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα.
(3)Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης γι' αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό κάθε τέτοιο διάταγμα παύει να ισχύει, μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά0 και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο.
(4)Καμιά διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό, δεν θα ερμηνεύεται ότι επηρεάζει ή εφαρμόζεται στις εξουσίες του Δικαστηρίου να εκδίδει εντάλματα εκτέλεσης. [3] Εξουσία έκδοσης διαδικαστικών κανονισμών 10.-
(1)Το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να εκδώσει κανονισμούς για την επίτευξη των σκοπών και την καλύτερη εφαρμογή του Νόμου.
(2)Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του εδαφίου
(1)το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται: (α) Να εκδίδει συμπληρωματικούς και συνεπακόλουθους κανονισμούς, όπως το Ανώτατο Δικαστήριο θα κρίνει αναγκαίο ή σκόπιμο. Το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει κανονισμούς οι οποίοι να περιλαμβάνουν διαφορετικές πρόνοιες σχετικά με διαφορετική υπόθεση ή διαφορετικές τάξεις υποθέσεων~ (β) να καθορίζει με κανονισμούς τον τρόπο εφαρμογής οποιουδήποτε διατάγματος που αναφέρεται στο Νόμο αυτό, την επίδοση ειδοποιήσεων, την έκδοση των διαταγμάτων, την ακύρωση διαταγμάτων και οτιδήποτε άλλο πιθανόν να είναι αναγκαίο για την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(3)Μέχρις ότου εκδοθούν κανονισμοί, τα Δικαστήρια δύνανται να καταστήσουν αποτελεσματικές τις διατάξεις του Νόμου αυτού, εφαρμόζοντας, με τέτοιες τροποποιήσεις που κρίνονται αναγκαίες, τους ισχύοντες περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και ειδικότερα τους κανονισμούς σε ό,τι αφορά: (α) Υποβολή αιτήσεων μονομερών ή με κλήση~ (β) παροχή εγγυήσεων όπου εκδίδεται διάταγμα άνευ ειδοποιήσεως~ (γ) επίδοση δικογράφων~ (δ) υποκατάστατη επίδοση~ (ε) ενόρκους δηλώσεις~ (στ) προθεσμίες~ (ζ) ακολουθητέα ακροαματική διαδικασία~ (η) τέλη~ (θ) εκτέλεση αποφάσεων και διαταγμάτων~ (ι) και οποιοδήποτε συναφή κανονισμό που να καθιστά εφαρμόσιμες τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.». [4] Πώληση μετοχών. Ειδικές διατάξεις 8. Στις περιπτώσεις όπου το βαρυνόμενο στοιχείο συνίσταται από μετοχές σε εταιρεία και η πώληση τους διατάσσεται από το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 6 ή διενεργείται από παραλήπτη με έγκριση του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 7, τότε, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, η πώληση γίνεται με δημόσιο πλειστηριασμό και ακολούθως ισχύουν οι πιο κάτω διατάξεις: (α) Η κατακύρωση της πώλησης στον ψηλότερο πλειοδότη είναι προσωρινή για περίοδο 21 ημερών~ και (β) (
  1. i)μέχρις ότου εκπνεύσει η πιο πάνω περίοδος των 21 ημερών, αν οποιοσδήποτε άλλος μέτοχος της εταιρείας καταθέσει στο δημοπράτη το ποσό για το οποίο κατακυρώθηκε η ψηλότερη πλειοδότηση, τότε η προσωρινή κατακύρωση ακυρώνεται και η πώληση κατακυρώνεται οριστικά προς όφελος του εν λόγω μετόχου: Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι του ενός μετόχου εξάσκησαν το προβλεπόμενο στην υποπαράγραφο (β)(
  2. i)δικαίωμα, η κατανομή των μετοχών μεταξύ τους γίνεται σε αναλογία του ποσοστού των μετοχών που κατέχει ο κάθε μέτοχος σε σχέση με τον άλλο~ ή (
  3. ii)αν η περίοδος των 21 ημερών εκπνεύσει και κανένας από τους μετόχους της εταιρείας δεν ενήργησε με τον τρόπο που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i), τότε η προσωρινή κατακύρωση της πλειοδότησης καθίσταται οριστική και παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ο αγοραστής,αφού καταβάλει το ποσό στο οποίο η πώληση κατακυρώθηκε, δικαιούται να εγγραφεί ως μέτοχος της εταιρείας για τον αριθμό των μετοχών που αγόρασε~ (γ) το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ή να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες κρίνει αναγκαίες για εφαρμογή των προνοιών του παρόντος άρθρου.» [5] 7.-
(1)Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται αίτησης για την πώληση, διάθεση ή ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων βαρυνομένων με επιβαρυντικό διάταγμα δύναται, αν αυτό ζητηθεί από τον αιτητή και αν το Δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο, να προβεί στο διορισμό παραλήπτη για τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την είσπραξη του εξασφαλισμένου ποσού.
(2)Με το διορισμό παραλήπτη δυνάμει του παρόντος άρθρου και τηρουμένων τυχόν όρων και οδηγιών που το Δικαστήριο θα επιβάλει, το βαρυνόμενο στοιχείο περιέρχεται στην κατοχή και προστασία του παραλήπτη για λογαριασμό του αιτητή και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του οφειλέτη επί του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου περιέρχονται στον παραλήπτη, μέχρις ότου ο παραλήπτης εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και το Δικαστήριο ακυρώσει το διορισμό του.
(3)Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του εδαφίου
(2), παραλήπτης διοριζόμενος δυνάμει του παρόντος άρθρου έχει τις πιο κάτω εξουσίες, εκτός αν το Δικαστήριο κατά το διορισμό του εξαιρέσει ή αντικαταστήσει μερικές από αυτές: Χωρίς έγκριση του Δικαστηρίου (α) Να εγείρει ή να υπερασπίζει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία στο όνομα ή εκ μέρους του οφειλέτη σχετικά με το βαρυνόμενο στοιχείο~ (β) να διορίζει δικηγόρο για να τον βοηθήσει στην εκτέλεση των καθηκόντων του~ (γ) να συμβιβάζει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ του οφειλέτη και οποιουδήποτε άλλου προσώπου σχετικά με το βαρυνόμενο στοιχείο~ (δ) να υπογράφει και να εκτελεί στο όνομα και για λογαριασμό του οφειλέτη όλα τα συμβόλαια, αποδείξεις και άλλα έγγραφα που σχετίζονται με το βαρυνόμενο στοιχείο~ (ε) να εκδίδει, να αποδέχεται, να καταρτίζει και να οπισθογράφει οποιαδήποτε συναλλαγματική ή γραμμάτιο σε διαταγή, στο όνομα ή εκ μέρους του οφειλέτη σχετικά με το βαρυνόμενο στοιχείο~ (στ) να εισπράττει εκ μέρους του οφειλέτη οποιοδήποτε ποσό καθίσταται πληρωτέο δυνάμει του βαρυνόμενου στοιχείου~ Με έγκριση του Δικαστηρίου (ζ) να πωλεί το βαρυνόμενο στοιχείο με δημόσιο πλειστηριασμό ή ιδιωτική σύμβαση~ (η) να εξασφαλίζει πιστώσεις, χρησιμοποιώντας το βαρυνόμενο στοιχείο ως εγγύηση με την υποθήκευση του ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και για το σκοπό αυτό να προβαίνει στην υπογραφή και εκτέλεση κάθε σχετικού εγγράφου~ (θ) να διανέμει το προϊόν πώλησης του βαρυνόμενου στοιχείου με τον τρόπο που αναφέρεται στο εδάφιο
(5)του παρόντος άρθρου~ (ι) να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια για διασφάλιση της αξίας του βαρυνόμενου στοιχείου και των συμφερόντων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή που απορρέουν από αυτό~ (ια) να διαχειρίζεται το βαρυνόμενο στοιχείο με οποιοδήποτε τρόπο κρίνει αναγκαίο για τους σκοπούς του διορισμού του~ (ιβ) σε περίπτωση μετοχών θα έχει και θα ασκεί τα ίδια δικαιώματα όπως και ο μέτοχος και το όνομα του καταχωρείται ως μέτοχος στο σχετικό Μητρώο με την ιδιότητα του παραλήπτη.
(4)Τα έξοδα του παραλήπτη θεωρούνται έξοδα εκτέλεσης και αποτελούν μέρος του ποσού που εξασφαλίζεται με την επιβάρυνση.
(5)Ο παραλήπτης κατά την πώληση του βαρυνόμενου στοιχείου διαθέτει το προϊόν πώλησης με την πιο κάτω σειρά προτεραιότητας: (α) Έξοδα πώλησης~ (β) αμοιβή και έξοδα παραλήπτη ή άλλα παρεπόμενα έξοδα~ (γ) τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 5(α) την πληρωμή του ποσού για το οποίο επιβαρύνθηκε το περιουσιακό στοιχείο~ (δ) τυχόν υπόλοιπο πληρώνεται στον οφειλέτη.
(6)Το Δικαστήριο δύναται για οποιοδήποτε λόγο να τερματίσει το διορισμό του παραλήπτη και τον τερματίζει, όταν αυτός έχει εκπληρώσει τους σκοπούς για τους οποίους διορίστηκε.
(7)Το Δικαστήριο δύναται κατόπιν αίτησης του παραλήπτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να δώσει οποιαδήποτε οδηγία κρίνει αναγκαία σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του παραλήπτη, περιλαμβανομένης διαταγής για την αμοιβή του. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.