ARIP ν. TRUSTEE SERVICES LTD, Αριθμός Εναρκτήριας Κλήσης: 5/18, 24/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αριθμός Εναρκτήριας Κλήσης: 5/18 Αναφορικά με τον περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο του 1992, Ν. 69(Ι)/1992, ως έχει τροποποιηθεί, και Αναφορικά με τη Σύμβαση της Χάγης περί του νόμου που εφαρμόζεται σε εμπιστεύματα και περί της αναγνώρισης αυτών Νόμος του 2017 (Κυρωτικός Νόμος 4(III)/2017), και Αναφορικά με το «Wycombe Settlement», ένα κυπριακό Διεθνές Εμπίστευμα που εγκαθιδρύθηκε με τη Συμφωνία Εμπιστεύματος ημερομηνίας 29/04/2009 μεταξύ του ΧΧΧΧ Arip, νυν υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαμένων στην Ελβετία, και της ΧΧΧΧ FIDUCIAIRES SARL, από την Ελβετία, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (το Εμπίστευμα), και Αναφορικά με τα πιο κάτω πρόσωπα ή/και μεταξύ: ARIP ΧΧΧΧ, νυν υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαμένουσα στην Ελβετία Ενάγουσας και
- ΧΧΧΧ TRUSTEE SERVICES LTD, από την Λάρνακα, Κύπρος
- ΧΧΧΧ ARIP, Κύπριος υπήκοος και διαμένων στην Ελβετία
- ΧΧΧΧ KAGAZY PLC, από το Isle of Man
- ΧΧΧΧ KAGAZY JSC, από το Καζακστάν
- ΧΧΧΧ ESTATE ACTIVITIES KAZAKHSTAN LLP, από το Καζακστάν
- ΧΧΧΧ AKZHAL LLP, από το Καζακστάν
- ΧΧΧΧ AKSENGER LLP, από το Καζακστάν
- ΧΧΧΧ - CONTRACT JSC, από το Καζακστάν
- ΧΧΧΧ DEVELOPMENT LLP, από το Καζακστάν Εναγομένων Αιτήσεις Ημερομηνίας 19.4.18 και 31.5.18 Ημερομηνία: 24.10.2018 Εμφανίσεις (στην Αίτηση Ημερομηνίας 19.4.18): Για τους Αιτητές: κ. Θ. Χριστοδούλου με κ. Π. Παναγίδη για Chrysses Demetriades & Co LLC Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Μ. Κυριακίδης με κ. Α. Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Εμφανίσεις (στην Αίτηση Ημερομηνίας 31.5.18): Για τους Αιτητές: κ. Μ. Κυριακίδης με κ. Α. Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Θ. Χριστοδούλου με κ. Π. Παναγίδη για Chrysses Demetriades & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 23.1.18 η Arip ΧΧΧΧ καταχώρησε την παρούσα Εναρκτήρια Κλήση με την οποία αιτήθηκε, δυνάμει του Κυρωτικού της Σύμβασης της Χάγης Νόμου 4(III)/2017, όσον αφορά το Κυπριακό Διεθνές Εμπίστευμα που εγκαθιδρύθηκε με τη Συμφωνία Εμπιστεύματος ημερομηνίας 29.4.09 μεταξύ του ΧΧΧΧ Arip τώρα υπηκόου της Κυπριακής Δημοκρατίας διαμένοντος στην Ελβετία και της ΧΧΧΧ Fiduciaires Sarl από την Ελβετία, τα ακόλουθα διατάγματα: "Α. Διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ή/και δηλώνεται ή/και διακηρύττεται ότι το Εμπίστευμα είναι διεθνές εμπίστευμα εντός της έννοιας του άρθρου 2 του Νόμου. Β. Διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ή/και δηλώνεται ή/και διακηρύττεται ότι το Εμπίστευμα είναι έγκυρο διεθνές εμπίστευμα σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου. Γ. Διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ή/και δηλώνεται ή/και διακηρύττεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν μέρος ή/και περιουσία ή/και άλλως πως εμπίπτουν στο Εμπίστευμα ή/και τα οποία ελέγχονται, άμεσα ή έμμεσα, από τους Εναγόμενους 1 υπό την ιδιότητά τους ως νυν επίτροποι του Εμπιστεύματος ή/και τον εκάστοτε επίτροπο του εν λόγω Εμπιστεύματος, αποτελούν περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν αποκλειστικά στο Εμπίστευμα και όχι στους δικαιούχους του εν λόγω Εμπιστεύματος και δεν μπορούν καθ' οιοδήποτε τρόπο να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς εκτέλεσης οποιασδήποτε απόφασης εναντίον οποιουδήποτε εκ των δικαιούχων του Εμπιστεύματος. Δ. Διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ή/και δηλώνεται ή/και διακηρύττεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν μέρος ή/και περιουσία ή/και ανήκουν ή/και άλλως πως εμπίπτουν στο Εμπίστευμα ή/και τα οποία ελέγχονται, άμεσα ή έμμεσα, από τον επίτροπο του Εμπιστεύματος υπό την ιδιότητα αυτή ή/και η εν γένει περιουσία του Εμπιστεύματος έχουν εγκύρως, νομίμως και καταλλήλως απονεμηθεί (settled) στο Εμπίστευμα σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου και ότι αυτή η περιουσία του Εμπιστεύματος ή/και τα περιουσιακά στοιχεία αυτού κατέχονται νόμιμα από τους Εναγόμενους 1 υπό την ιδιότητά τους ως νυν επίτροποι του Εμπιστεύματος και δεν συντρέχουν οποιοιδήποτε βάσιμοι λόγοι αναθεώρησης ή τροποποίησης (variation) ή ακύρωσης του Εμπιστεύματος ή/και επέμβασης (piercing) σε αυτό Ε. Διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ή/και δηλώνεται ή/και διακηρύττεται ότι το Εμπίστευμα καθώς και οποιοδήποτε ζήτημα σχετίζεται, είτε άμεσα είτε έμμεσα, με αυτό ή/και το οποίο αφορά τη διαχείριση ή/και διοίκηση ή/και εκτέλεση του εν λόγω Εμπιστεύματος ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε αυτό ή/και τη διανομή ή/και διάθεση ή/και χρήση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε αυτό διέπεται και ρυθμίζεται από τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. ΣT. Διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ή/και δηλώνεται ή/και διακηρύττεται ότι δυνάμει των όρων της Συμφωνίας Εμπιστεύματος στη βάση της οποίας εγκαθιδρύθηκε ή/και δημιουργήθηκε ή/και υφίσταται το Εμπίστευμα και των άρθρων 3(1Α), 3
(4), 12 Α, 12B και 12Γ του Νόμου ή/και με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης περί του νόμου που εφαρμόζεται σε εμπιστεύματα και περί της αναγνώρισης αυτών Νόμος του 2017 (Κυρωτικός Νόμος 4(III)/2017), τα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν οποιοδήποτε ζήτημα σχετίζεται ή/και αφορά, είτε άμεσα είτε έμμεσα, με το Εμπίστευμα ή/και το οποίο αφορά τη διαχείριση ή/και διοίκηση ή/και εκτέλεση του εν λόγω Εμπιστεύματος ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε αυτό ή/και τη διανομή ή/και διάθεση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα σε αυτό, και ότι κανένα άλλο Δικαστήριο στον κόσμο δεν έχει δικαιοδοσία ή/και εξουσία να εκδικάσει οποιοδήποτε ζήτημα σχετίζεται ή/και αφορά το Εμπίστευμα ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που εμπίπτουν άμεσα ή έμμεσα σε αυτό. Ζ. Διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ή/και δηλώνεται ή/και διακηρύττεται ότι οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος που έγινε από τους Εναγόμενους 1 ή/και από οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργούσε υπό την ιδιότητα του επιτρόπου (trustee) του εν λόγω Εμπιστεύματος έγινε ανεξάρτητα και άνευ επηρεασμού τους από οποιοδήποτε πρόσωπο και ήταν νόμιμη και έγκυρη. Η. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάττονται οι Εναγόμενοι 1 και/ή οι αντιπρόσωποι τους και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενεργεί βάσει οδηγιών ή/και εντολών τους όπως μη διαθέσουν, πληρώσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, δεσμεύσουν, επιβαρύνουν, αποποιηθούν, δημιουργήσουν οποιοδήποτε συμφέρον ή άλλως πως απoξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο Εμπίστευμα ή/και αποτελούν περιουσία του Εμπιστεύματος ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται (άμεσα ή έμμεσα) από αυτό, προς οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν κατονομάζεται στο Εμπίστευμα ως δικαιούχος του Εμπιστεύματος ή/και δεν αποτελεί δικαιούχο (beneficiary) του Εμπιστεύματος. Θ. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάττονται οι Εναγόμενοι 1 ή/και οι αντιπρόσωποι τους ή/και οποιοδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν στη βάση οδηγιών ή/και εντολών τους όπως μη διαθέσουν, πληρώσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, δεσμεύσουν, επιβαρύνουν, δημιουργήσουν οποιοδήποτε συμφέρον ή άλλως πως αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο Εμπίστευμα ή/και συνιστούν περιουσία του Εμπιστεύματος ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται, άμεσα ή έμμεσα, από το Εμπίστευμα, περιλαμβανομένου, χωρίς περιορισμό, οποιοδήποτε συμφέρον του Εμπιστεύματος στο ακίνητο ΧΧΧΧ, Campden Hill Road, Kensington, London, W8 7JD 1, προς όφελος οποιουδήποτε προσώπου το οποίο δεν είναι δικαιούχος (beneficiary) του Εμπιστεύματος. Ι. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύονται οι Εναγόμενοι 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 ή/και οι υπάλληλοι τους ή/και οι αντιπρόσωποι τους ή/και οι διάδοχοι τους ή/και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν στη βάση οδηγιών τους ή/και εντολών τους ή/και για λογαριασμό τους ή/και τα οποία παρέχουν βοήθεια, εκπροσώπηση ή υπηρεσίες προς αυτούς, από του να πράττουν οτιδήποτε ή/και να εγείρουν ή/και να συνεχίζουν ή/και να προωθούν οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες ή/και θεραπείες εναντίον της Ενάγουσας ή/και εναντίον των Εναγομένων 1, ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, εφόσον οι εν λόγω διαδικασίες ή/και θεραπείες θα έχουν ως αντικείμενο ή/και θα σχετίζονται με: (i) περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν ή/και βρίσκονται εγγεγραμμένα επ' ονόματι των Εναγόμενων 1 υπό την ιδιότητά τους ως επίτροποι (trustees) του Εμπιστεύματος, ή/και άλλως πως προς όφελος του Εμπιστεύματος ή/και ανήκουν στο Εμπίστευμα ή/και κατέχονται από το Εμπίστευμα∙ (ii) την εκτέλεση της απόφασης του Commercial Court του Queen's Bench Division του High Court ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 2017 [2017] EWHC 3374 (Comm)∙ και (iii) ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στο πλαίσιο του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου του 1992 (Νόμος 69(Ι)/1992), ως έχει τροποποιηθεί (ο Νόμος), περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, των Άρθρων 3, 3Α, 12Α και 12Β ή/και θέματα σχετικά με την ερμηνεία, εξουσίες και δικαιώματα που απορρέουν από το Εμπίστευμα. ΙΑ. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύονται και εμποδίζονται οι Εναγόμενοι 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 ή/και οι αντιπρόσωποι τους ή/και οι διάδοχοι τους ή/και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν στη βάση οδηγιών τους ή/και εντολών τους ή/και για λογαριασμό τους ή/και τα οποία παρέχουν βοήθεια, εκπροσώπηση ή υπηρεσίες προς αυτούς ή/και οντότητες συνδεόμενα ή/και συνδεόμενες με αυτούς, από του να εγείρουν ή/και να προωθούν ή/και να προβάλλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό, είτε μέσω ή/και με οποιοδήποτε έγγραφο που καταχωρείται σε οποιοδήποτε Δικαστήριο, απαίτηση ή/και δικόγραφο: (i) σε σχέση με ή/και αναφορικά με το Εμπίστευμα∙ ή/και (ii) ότι οποιεσδήποτε συναλλαγές σχετικές με το Εμπίστευμα ή/και από τους επιτρόπους (trustees) του Εμπιστεύματος ή/και προς τους δικαιούχους (beneficiaries) του Εμπιστεύματος είναι άκυρες∙ ή/και (iii) ότι το Εμπίστευμα είναι άκυρο ή εικονικό (sham)∙ ή/και (iv) ότι το Εμπίστευμα ή/και τα περιουσιακά στοιχεία του Εμπιστεύματος βρίσκονται στην διαχείριση ή/και τον έλεγχο ή/και τη διοίκηση οποιουδήποτε προσώπου εκτός του προσώπου που είχε διοριστεί ή είναι διορισμένο ως επίτροπος (trustee) σύμφωνα με τη Συμφωνία Εμπιστεύματος∙ ή/και (v) ότι το Εμπίστευμα δεν είναι αμετάκλητο (irrevocable) και διακριτικής ευχέρειας (discretionary), εκτός εάν τέτοιοι ισχυρισμοί εγερθούν ή/και προωθηθούν ή/και προβληθούν ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων ως δικαστηρίων που έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν οποιαδήποτε ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στα Άρθρα 3 (1Α), 3
(4), 12 Β και Γ του Νόμου σε σχέση ή/και αναφορικά με το Εμπίστευμα ή/και τα οποία εμπίπτουν στο νόμο που εφαρμόζεται στο Εμπίστευμα. ΙΒ. Οδηγίες από το Δικαστήριο ότι:
(1)Οι Εναγόμενοι 1 δεν υποχρεούνται να εμφανιστούν ενώπιον οποιουδήποτε αλλοδαπού Δικαστηρίου στο πλαίσιο διαδικασιών που εγέρθηκαν ή πρόκειται να εγερθούν από τους Εναγόμενους 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 ή/και οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο και οι οποίες αφορούν το Εμπίστευμα ή/και την περιουσία ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο εν λόγω Εμπίστευμα ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτό.
(2)Οι Εναγόμενοι 1 ή/και το πρόσωπο που ενεργεί ως επίτροπος (trustee) του Εμπιστεύματος να μην προβαίνει σε οποιαδήποτε διάθεση ή μεταβίβαση ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στο Εμπίστευμα σε πρόσωπο άλλο πέραν των δικαιούχων (beneficiaries) του εν λόγω Εμπιστεύματος. ΙΓ. Διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ή/και δηλώνεται ή/και διακηρύττεται ότι οποιοδήποτε διάταγμα ή/και απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου, η οποία διαφοροποιεί ή/και μεταβάλλει ή/και επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τις πρόνοιες του Εμπιστεύματος ή/και της περιουσίας του εν λόγω Εμπιστεύματος ή/και των περιουσιακών στοιχειών που σχετίζονται ή/και συνδέονται ή/και αφορούν, άμεσα ή έμμεσα, το εν λόγω Εμπίστευμα, δεν δύναται να αναγνωριστεί και εκτελεστεί στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. ΙΔ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή/και διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο ή/και εύλογο υπό τις περιστάσεις τo Δικαστήριο. ΙΕ. Έξοδα πλέον νόμιμο τόκο πλέον Φ.Π.Α." Στις 24.1.18 η Αιτήτρια εξασφάλισε τα ακόλουθα 3 διατάγματα (διατάγματα Θ, Ι και ΙΑ στην Εναρκτήρια Κλήση) με μονομερή Αίτηση που καταχώρησε στις 23.1.18, τα οποία ορίστηκαν επιστρεπτέα στις 5.2.18 και στη συνέχεια στην απουσία των Καθ΄ ων η Αίτηση οριστικοποιήθηκαν στις 9.3.18: "Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάττονται οι Εναγόμενοι/Καθ΄ ων η αίτηση 1 ή/και οι αντιπρόσωποι τους ή/και οποιοδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν στη βάση οδηγιών ή/και εντολών τους ή/και στη βάση εξουσιών που απορρέουν από το Εμπίστευμα, όπως μη διαθέσουν, πληρώσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, δεσμεύσουν, επιβαρύνουν, δημιουργήσουν οποιοδήποτε συμφέρον ή άλλως πως αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο Εμπίστευμα ή/και συνιστούν περιουσία του Εμπιστεύματος ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται, άμεσα ή έμμεσα, από το Εμπίστευμα (περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιοδήποτε συμφέρον του Εμπιστεύματος στο ακίνητο ΧΧΧΧ, Campden Hill Road, Kensington, London, W8 7JD 1) προς όφελος οποιουδήποτε προσώπου το οποίο δεν είναι δικαιούχος (beneficiary) του Εμπιστεύματος. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύεται στους Εναγόμενους/Καθ΄ ων η αίτηση 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 ή/και στους υπάλληλους τους ή/και αντιπρόσωπους τους ή/και στους διαδόχους τους ή/και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν στη βάση των οδηγιών τους ή/και για λογαριασμό τους ή/και τα οποία παρέχουν βοήθεια, εκπροσώπηση ή υπηρεσίες προς αυτούς, από του να πράττουν οτιδήποτε ή/και να εγείρουν ή/και να συνεχίζουν ή/και να προωθούν οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες ή/και θεραπείες εναντίον της Αιτήτριας ή/και εναντίον των Εναγομένων/Καθ΄ ων η αίτηση 1, ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, εφόσον οι εν λόγω διαδικασίες ή/και θεραπείες θα έχουν ως αντικείμενο ή/και θα σχετίζονται με: (
- i)περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν ή/και βρίσκονται εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι των Εναγομένων/Καθ΄ ων η αίτηση 1 υπό την ιδιότητά τους ως επίτροποι (trustees) του Εμπιστεύματος ή/και άλλως πως κατέχονται προς όφελος του Εμπιστεύματος ή/και ανήκουν στο Εμπίστευμα ή/και κατέχονται από το Εμπίστευμα∙ (
- ii)την εκτέλεση της απόφασης του Commercial Court του Queen's Bench Division του High Court ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 2017 [2017] EWHC 3374 (Comm)∙ και (iii) ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στο πλαίσιο του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου του 1992 (Νόμος 69(Ι)/1992), ως έχει τροποποιηθεί (ο Νόμος), περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, των Άρθρων 3, 3Α, 12Α και 12Β ή/και θέματα σχετικά με την ερμηνεία, εξουσίες και δικαιώματα που απορρέουν από το Εμπίστευμα. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύεται και να εμποδίζονται οι Εναγόμενοι/Καθ΄ ων η αίτηση 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 ή/και οι αντιπρόσωποι τους ή/και οι διάδοχοί τους ή/και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν στη βάση οδηγιών τους ή/και εντολών τους ή/και για λογαριασμό τους ή/και τα οποία παρέχουν βοήθεια, εκπροσώπηση ή υπηρεσίες προς αυτούς, από του να εγείρουν ή/και να προωθούν ή/και να προβάλλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό δια οποιουδήποτε εγγράφου, απαίτησης ή δικογράφου καταχωρείται σε οποιοδήποτε Δικαστήριο, (
- i)σε σχέση με ή/και αναφορικά με το Εμπίστευμα∙ η/και (
- ii)ότι οποιεσδήποτε συναλλαγές σχετικές με το Εμπίστευμα ή/και από τους επιτρόπους (trustees) του Εμπιστεύματος ή/και προς τους δικαιούχους (beneficiaries) του Εμπιστεύματος είναι άκυρες∙ ή/και (iii) ότι το Εμπίστευμα είναι άκυρο ή εικονικό (sham)∙ ή/και (
- iv)ότι το Εμπίστευμα ή/και τα περιουσιακά στοιχεία του Εμπιστεύματος βρίσκονται στην διαχείριση ή/και τον έλεγχο ή/και τη διοίκηση οποιουδήποτε προσώπου εκτός του προσώπου που έχει διοριστεί ή είναι διορισμένο ως επίτροπος (trustees) σύμφωνα με τη Συμφωνία Εμπιστεύματος∙ ή/και (
- v)ότι το Εμπίστευμα δεν είναι αμετάκλητο (irrevocable) και διακριτικής ευχέρειας (discretionary), εκτός εάν τέτοιοι ισχυρισμοί εγερθούν ή/και προωθηθούν ή/και προβληθούν ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων ως δικαστηρίων που έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν οποιαδήποτε ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στα Άρθρα 3 (1Α), 3
(4), 12Β και Γ του Νόμου σε σχέση ή/και αναφορικά με το Εμπίστευμα ή/και τα οποία εμπίπτουν στο νόμο που εφαρμόζεται στο Εμπίστευμα." Στις 2.2.18 με μονομερή αίτηση (ex parte) της Arip ΧΧΧΧ που καταχωρήθηκε την 1.2.18 εξασφάλισε άδεια για υποκατάστατη επίδοση της αίτησης (εναρκτήριας κλήσης) της μονομερούς αίτησης και όλων των δικαστικών εγγράφων στους Καθ΄ ων η αίτηση 3-
- Στις 6.3.18 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης για τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 (επιτρόπους του εμπιστεύματος) και στις 9.3.18 αφού διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε καταχωρημένη εμφάνιση από οποιοδήποτε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 3-9, τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα κατέστησαν απόλυτα ενώ οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 που εμφανίστηκαν στη διαδικασία δεν καταχώρησαν ένσταση και δεν αμφισβήτησαν την οριστικοποίηση των εκδοθέντων μονομερώς διαταγμάτων. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 9.3.18 οι Καθ΄ ων η Αίτηση 3, 5 και 6 καταχώρησαν μονομερώς αίτηση η οποία ορίστηκε στις 19.3.18 με την οποία το Δικαστήριο στις 19.3.18 παραχώρησε σ΄ αυτούς άδεια να καταχωρήσουν εμφάνιση υπό αίρεση (conditional appearance) και εντός 60 ημερών αίτηση για αναστολή και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό της εναρκτήριας κλήσης και/ή του διατάγματος που επέτρεψε την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της εναρκτήριας κλήσης. Το αυτό έπραξαν και οι Καθ΄ ων η αίτηση 4 στις 21.3.18 οι οποίοι εξασφάλισαν επίσης στις 29.3.18 την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση εμφάνισης υπό όρους και την εντός 60 ημερών καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό της εναρκτήριας κλήσης και/ή του διατάγματος που επέτρεπε την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Στις 3.4.18 η Αιτήτρια Arip ΧΧΧΧ αιτήθηκε με μονομερή αίτηση της τον ορισμό της εναρκτήριας κλήσης για ακρόαση και οδηγίες ως προς την προσκόμιση μαρτυρίας για έκδοση απόφασης εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση οι οποίοι δεν είχαν καταχωρήσει εμφάνιση ενώ η εναρκτήρια κλήση είχε επιδοθεί στον Καθ΄ ου η αίτηση 2 την 1.2.18, στους Καθ΄ ων η αίτηση 3 στις 22.2.18, στους Καθ΄ ων η αίτηση 4 στις 26.2.18 και στους Καθ΄ ων η αίτηση 5, 6, 7, 8, 9 στις 23.2.
- Η αίτηση ορίστηκε στις 29.4.18 και στη συνέχεια στις 9.5.
- Οι Καθ΄ ων η αίτηση 3, 4, 5, 6 καταχώρησαν στις 19.4.18 την πρώτη από τις δύο επίδικες αιτήσεις που αποφασίστηκε όπως συνεκδικαστούν με την οποία εξαιτούνται: "Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) το εκδοθέν υπό αυτού Παρεμπίπτον Διάταγμα ημερομηνίας 24.1.
- Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) το εκδοθέν υπό αυτού Διάταγμα και/ή απόφαση ημερομηνίας 9.3.2018 με την οποία οριστικοποιήθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 24.1.
- Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) το εκδοθέν υπό αυτού Διάταγμα ημερομηνίας 2.2.2018 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και/ή την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγομένους 3, 4, 5 και
- Διαζευκτικά: Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να τροποποιεί το εκδοθέν υπό αυτού Παρεμπίπτον Διάταγμα ημερομηνίας 24.1.2018 με την απάλειψη οποιασδήποτε αναφοράς σε αυτό στους Εναγόμενους 1, 3, 4, 5 και 6 και/ή οποιαδήποτε άλλη τροποποίηση το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο να διατάξει. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να τροποποιεί το εκδοθέν υπό αυτού Διάταγμα και/ή Απόφαση ημερομηνίας 9.3.2018 με την απάλειψη οποιασδήποτε αναφοράς σε αυτό στους Εναγόμενους 1, 3, 4, 5 και 6 και/ή οποιαδήποτε άλλη τροποποίηση το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο να διατάξει. Στ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα, θεραπεία ή οδηγίες το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο να δώσει, περιλαμβανομένων οδηγιών για την μετέπειτα πορεία της υπόθεσης." Η δεύτερη αίτηση που συνεκδικάζεται είναι η αίτηση της Αιτήτριας στην Εναρκτήρια Κλήση ημερ. 31.5.18 με την οποία επιδιώκει τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση όλων των αιτήσεων και των εκδοθέντων διαταγμάτων σ΄ αυτές που καταχώρησαν οι Καθ΄ ων η αίτηση 3-6 οι οποίοι κατά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στερούνται νομικής εξουσιοδότησης. Οι Αιτητές (Καθ΄ ων η αίτηση 3, 4, 5, 6 στην εναρκτήρια κλήση) είναι 4 από τους 6 Ενάγοντες στην αγωγή αρ. CL-2013-000683 του Commercial Court του Queens Bench Division του High Court of Justice του Ηνωμένου Βασιλείου εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση 2 στην εναρκτήρια κλήση ΧΧΧΧ Arip στην οποία εξεδόθη απόφαση στις 22.12.17 (Τεκμήριο 22 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας - συζύγου του εξ αποφάσεως οφειλέτη που επισυνάφθηκε στην αίτηση για έκδοση των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων). Στις 28.2.18 το Αγγλικό Δικαστήριο επεδίκασε αποζημιώσεις ύψους περίπου $300.000.000 δολαρίων Αμερικής προς όφελος των Εναγόντων περιλαμβανομένων και των 4 Αιτητών μετά που το παρόν Δικαστήριο στις 24.1.18 εξέδωσε μονομερώς διατάγματα τα οποία οριστικοποίησε στις 9.3.18 και των οποίων με την επίδικη αίτηση ημερ. 19.4.18 επιδιώκεται ο παραμερισμός και/ή η τροποποίηση και η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Δέσποινας Παπαθωμά, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC, δικηγόρου των Αιτητών. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, θθ.1, 2, 8, Δ.6, θθ. 1-9, Δ.9, θθ.1, 3-12, Δ.16, θ.1-9, Δ.17, θ.10, Δ.19, θ.26, Δ.25, Δ.27 θθ. 1-3, Δ.
- θ.1-4, θ.7, θ.8, θ.8
(4), θ.9, θ.11, Δ.55, Δ.57, Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 6-9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρα 2, 22, 29, 31 και 32, στον περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο Ν.69(Ι)/1992, άρθρα 2-4, 9, 10, 11Α-15, στον περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο, άρθρα 2 και 3, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 30, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στα άρθρα 22
(1), 22
(5), 23
(5)και 32-52 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 44/2001 ημερομηνίας 22.12.2000 και της Σύμβασης του Lugano για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις του 2007, στα άρθρα 24
(1), 24
(5)και 25
(4)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 1215/2012 ημερομηνίας 12.12.2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στον περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμο Ν.40/1982, άρθρα 1 και 6 της Σύμβασης, στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 67-70 και 81, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, στη Νομολογία, στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής ένωσης (Δ.Ε.Ε.) και των Αγγλικών Δικαστηρίων, στην πρακτική του Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες του, στους κανόνες του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, στην πάγια πρακτική και/ή σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Ουσιαστικά η παρούσα αίτηση για τον παραμερισμό και/ή τροποποίηση των διαταγμάτων έχει ως βάση της το άρθρο 32
(2)[1] του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60όπως επίσης και την Διαταγή 17 θεσμός 10[2] των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών που δίδει ευχέρεια στο Δικαστήριο να παραμερίζει απόφαση που εκδόθηκε στην απουσία διαδίκου (λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης) σε συνδυασμό με την Δ.48 θ.11[3] που η ίδια ευχέρεια δίδεται στο Δικαστήριο για παραμερισμό διατάγματος που εκδόθηκε στην απουσία του ενδιαφερόμενου διαδίκου (βλ. Ηλία ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας
(2009)1 ΑΑΔ 365 και In Re Lani Restaurants (Limassol) Ltd Αίτηση Αρ. 88/15 ημερ. 9.7.15). Στις παραγράφους 5-19 της ένορκης δήλωσης της κας Δέσποινας Παπαθωμά που συνοδεύει την αίτηση, εξηγούνται οι λόγοι της μη εμφάνισης των Αιτητών (Καθ΄ ων η αίτηση 3-6 στην εναρκτήρια κλήση) θέλοντας να ικανοποιήσουν την προϋπόθεση ότι η παράλειψη τους να μην εμφανιστούν δεν ήταν "ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας". Τις παραθέτω αυτούσιες: "
- Στις 24.1.2018, στα πλαίσια μονομερούς Αίτησης της Ενάγουσας, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε Παρεμπίπτον Διάταγμα το οποίο δεν αναφέρει μέχρι πότε θα παραμείνει σε ισχύ, αλλά αναφέρει ότι ορίστηκε επιστρεπτέο στις 5.2.
- Στις 22.2.2018 παραδόθηκαν στην εταιρεία ΧΧΧΧ LLP στο Isle of Man, εταιρεία η οποία ενεργεί ως αντιπρόσωπος των ΧΧΧΧ Kagazy PLC τα δικαστικά έγγραφα της Εναρκτήριας Κλήσης αρ. 5/2018 Ε.Δ. Λάρνακας. Ταυτόχρονα παραδόθηκαν σε αυτούς δικαστικά έγγραφα που αφορούν σχεδόν πανομοιότυπη υπόθεση που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με αριθμό Εναρκτήριας Κλήσης 20/
- Στις 23.2.2018, τα ίδια δικαστικά έγγραφα τόσο της Εναρκτήριας Κλήσης αρ. 5/2018 Ε.Δ. Λάρνακας όσο και της Εναρκτήριας Κλήσης αρ. 20/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας, παραδόθηκαν στον κ. ΧΧΧΧ Abulgazin, υπάλληλο της εταιρείας ΧΧΧΧ Recycling LLP, στο Καζακστάν. Η εν λόγω εταιρεία είναι μέλος του ομίλου εταιρειών ΧΧΧΧ Kagazy, αλλά έχει χωριστή διοίκηση.
- Από πληροφορίες που πήρα από τους Αιτητές, τα πρόσωπα που παρέλαβαν τα έγγραφα δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τι ακριβώς περιέχετο σε αυτά ούτε φυσικά και τη σημασία τους και, κυρίως, δεν μπορούσαν να διαπιστώσουν εγκαίρως ότι το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για καταχώρηση Ένστασης στην αίτηση για εξασφάλισης του Διατάγματος εντός της πολύ μικρής προθεσμίας των 7 ημερών (δηλαδή 5 εργασίμων) από την επίδοση. Όπως φαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης, ο όγκος των εγγράφων είναι τεράστιος, συγκεκριμένα αποτελείται από πέραν των 1000 σελίδων έγγραφα και, όπως ανέφερα προηγουμένως, έγγραφα δύο δικαστικών διαδικασιών.
- Επίσης, τα πρόσωπα στα οποία παραδόθηκαν τα έγγραφα δεν ήταν κατάλληλα εξουσιοδοτημένα να παραλαμβάνουν έγγραφα για λογαριασμό των Αιτητών. Για σκοπούς διευκρίνισης, επαναλαμβάνω ότι ο κ. ΧΧΧΧ Abulgazin στον οποίον παραδόθηκαν τα έγγραφα είναι υπάλληλος της εταιρείας ΧΧΧΧ Recycling LLP, η οποία δεν είναι διάδικος ούτε έχει σχέση με την παρούσα διαδικασία και δεν μπορούσε να παραλαμβάνει έγγραφα για λογαριασμό οποιασδήποτε από τις εταιρείες που είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση.
- Προσθέτω επίσης ότι η επίδοση των εγγράφων δεν έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης η οποία κυρώθηκε με τον Περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμο Ν.40/1982, τόσο όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε όσο και τη γλώσσα που μεταφράστηκαν τα έγγραφα, ούτε και σύμφωνα με τις πρόνοιες του εθνικού δικαίου της χώρας στην οποία παραδόθηκαν τα έγγραφα. Ενόψει των όσων αναφέρονται στις παραγράφους 6-10, δεν έχει γίνει κανονική επίδοση των εγγράφων στους Αιτητές.
- Σημειώνεται ότι η παράδοση των εγγράφων ως πιο πάνω αναφέρεται, δηλαδή στις 22 και 23.2.2018, έλαβε χώρα 2 εβδομάδες μετά την ημερομηνία (5.2.2018) που αναφερόταν στο Διάταγμα ως ημερομηνία που ορίστηκε επιστρεπτέο.
- Οι δικηγόροι των Αιτητών ενημερώθηκαν από τους Αιτητές στις 2.3.2018 (ημέρα Παρασκευή) ότι οι Αιτητές μερικές ημέρες προηγουμένως παρέλαβαν διάφορα δικαστικά έγγραφα των Κυπριακών Δικαστηρίων. Οι Αιτητές απέστειλαν αντίγραφα αυτών στους δικηγόρους τους μέσω email, τις αμέσως επόμενες δύο εργάσιμες μέρες, στις 5 και 6.3.2018, λόγω του μεγάλου όγκου των εγγράφων. Αφού οι δικηγόροι των Αιτητών ενημέρωσαν αυτούς για το τι αφορούν τα έγγραφα και λήφθηκε η κατάλληλη εξουσιοδότηση, αποφασίστηκε όπως οι Αιτητές επιδιώξουν τον παραμερισμό της Εναρκτήριας Κλήσης, αφού πρώτα εξασφαλίσουν άδεια από το πρωτόδικο Δικαστήριο για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία.
- Μετά την μελέτη των εγγράφων από τους δικηγόρους των Αιτητών διαπιστώθηκε ότι η ημερομηνία κατά την οποία το επίδικο Παρεμπίπτον Διάταγμα ήταν επιστρεπτέο είχε παρέλθει, αλλά και ότι με το άλλο επίδικο διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης που εξασφάλισε η Καθ΄ ης η Αίτηση ημερομηνίας 2.2.2018, οι Αιτητές έπρεπε να καταχωρήσουν την Ένστασή τους στην έκδοση του Παρεμπίπτοντος Διατάγματος εντός 7 ημερών από την επίδοση των εγγράφων σε αυτούς, προθεσμία η οποία επίσης είχε παρέλθει. Υπό τις περιστάσεις ήταν αδύνατη η ετοιμασία και καταχώρηση Ένστασης εντός της προθεσμίας που δόθηκε από το Δικαστήριο.
- Στις 7.3.2018, οι δικηγόροι των Αιτητών ενημέρωσαν τους δικηγόρους της Καθ΄ ης η Αίτηση τόσο τηλεφωνικώς όσο και με ηλεκτρονικό μήνυμα ότι έχουν πρόθεση να εμφανιστούν στη διαδικασία, αλλά οι δικηγόροι της Ενάγουσας αρνήθηκαν να δώσουν οποιαδήποτε πληροφορία στους δικηγόρους των Αιτητών αναφορικά με τις εκκρεμούσες διαδικασίες με την πρόφαση ότι έπρεπε να λάβουν ξεκάθαρη μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι οι δικηγόροι των Αιτητών έχουν εξουσιοδότηση να αντιπροσωπεύουν τους Αιτητές, παρά του ότι οι Αιτητές διαμένουν στο εξωτερικό και δεν οφείλουν να παρουσιάσουν Διοριστήριο Δικηγόρου.
- Οι δικηγόροι των Αιτητών επικοινώνησαν εκ νέου με τους δικηγόρους της Καθ΄ ης η Αίτηση, συγκεκριμένα με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 9.3.2018 με το οποίο διαβεβαίωναν τους δικηγόρους της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι έχουν λάβει επίσημα οδηγίες να αντιπροσωπεύσουν τους Αιτητές, εν τούτοις οι δικηγόροι της Καθ΄ ης η Αίτηση απάντησαν με τον ίδιο τρόπο. Επισυνάπτω αντίγραφα των εν λόγω ηλεκτρονικών μηνυμάτων ως Τεκμήριο
- Στην περίπτωση που οι δικηγόροι της Καθ΄ ης η Αίτηση προτίθενται να εγείρουν θέμα σε σχέση με την εξουσιοδότηση των δικηγόρων των Αιτητών να εκπροσωπούν αυτούς στην παρούσα υπόθεση, επισυνάπτω ως Τεκμήριο 3 ηλεκτρονικά μηνύματα του κ. ΧΧΧΧ McGregor, γενικού συμβούλου (general counsel) του ομίλου εταιρειών στον οποίον ανήκουν οι Αιτητές, προς τους δικηγόρους των Αιτητών με το οποίο εξουσιοδότησε αυτούς να τους αντιπροσωπεύσουν και ως Τεκμήριο 4 δέσμη σχετικών πληρεξουσίων εγγράφων των Αιτητών / Εναγομένων 3, 4, 5 και 6 προς τον κ. Mc Gregor.
- Στις 12.3.2018 οι δικηγόροι των Αιτητών ζήτησαν να διεξάγουν έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης και ζήτησαν πιστά αντίγραφα των επίδικων διαταγμάτων και των σχετικών πρακτικών.
- Πιστά αντίγραφα όλων των επίδικων διαταγμάτων και των σχετικών πρακτικών δόθηκαν από το Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ. Λάρνακας στους δικηγόρους των Αιτητών σε διάφορες ημερομηνίες, τα τελευταία στις 22.3.
- Από την έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι στις 9.3.2018 (δύο ημέρες μετά που οι δικηγόροι των Αιτητών ενημέρωσαν τους δικηγόρους της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι επιθυμούν να εμφανιστούν στη διαδικασία) το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε την οριστικοποίηση του Παρεμπίπτοντος Διατάγματος." Την οριστικοποίηση των διαταγμάτων ακολούθησε αίτηση των Αιτητών στο Ανώτατο Δικαστήριο (Αίτηση 23/18) για άδεια καταχώρησης αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε αφού δόθηκε όπως αποφασίστηκε έστω σύντομος χρόνος στους Αιτητές (επειδή ήταν φυσικά και νομικά πρόσωπα που διαμένουν στο εξωτερικό) για να ενεργήσουν στην επιδοθείσα Αίτηση με τα εκδοθέντα μονομερώς και οριστικοποιηθέντα αργότερα στην απουσία τους διατάγματα για να καταλήξει στο συμπέρασμα το Δικαστήριο ότι δεν εδικαιολογείτο επέμβαση με προνομιακό ένταλμα certiorari. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τις προϋποθέσεις παραμερισμού και/ή τροποποίησης των εκδοθέντων μονομερώς και οριστικοποιηθέντων διαταγμάτων ούτε και με θέματα δικαιοδοσίας παρά μόνο ήλεγξε την δικαστική διαδικασία και αποφάνθηκε ότι δεν δικαιολογείται η επέμβαση του. Ο παραμερισμός ενός διατάγματος για λόγους μη εμφάνισης όπως και ο παραμερισμός απόφασης μπορεί να επιτευχθεί σύμφωνα με την Δ.48 θ.11 (ανωτέρω) με τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζονται με την Δ.17 θ.10, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης και τη δικαιολόγηση της καθυστέρησης της εμφάνισης ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Morris v. Saratoga, Πολ. Έφεση 145/09 / ημερ. 10.4.12). Στην παρούσα υπόθεση και συγκεκριμένα στην Ένορκη Δήλωση της κας Παπαθωμά δίδονται λόγοι τόσο για την δικαιολόγηση της καθυστέρησης σε συνάρτηση με την μη καλή επίδοση όγκου εγγράφων και της παραπληροφόρησης που έτυχαν οι δικηγόροι των Καθ΄ ων η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση (Αιτητές στην παρούσα) οι οποίοι επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με τους δικηγόρους της Αιτήτριας στις 7.3.18 οι οποίοι επικαλούμενοι την μη ύπαρξη εξουσιοδότησης τους, δεν τους ενημέρωσαν ότι σε δύο ημέρες δηλαδή στις 9.3.18 σε περίπτωση απουσίας τους από το Δικαστήριο τα διατάγματα θα οριστικοποιούντο. Όσον αφορά την καλή υπεράσπιση των Αιτητών αυτοί διατείνονται ότι δεν έγινε καλή επίδοση της εναρκτήριας κλήσης σε αρμόδιο πρόσωπο, πράγμα που συνέτεινε στην μη έγκαιρη ενημέρωση τους από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, ότι το Κυπριακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας σύμφωνα με τον Ε.Κ.1215/12, ότι τα διατάγματα αντίκεινται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/12, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εφαρμόζεται ο περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμος, ότι η Ευρωπαϊκκή νομολογία απαγορεύει αντιαγωγικά δικαιώματα και περαιτέρω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ούτε υπήρχε κατ΄ επείγον στην μονομερή έκδοση των διαταγμάτων αφού η Αιτήτρια σε περίπτωση λήψης μέτρων εκτέλεσης της Αγγλικής απόφασης κατά της περιουσίας του εμπιστεύματος θα μπορούσε να προβάλει τις οποιεσδήποτε παραστάσεις ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων. Ως εκ των πιο πάνω λόγων είναι η θέση των Αιτητών ότι τα εκδοθέντα μονομερώς και οριστικοποιηθέντα προληπτικά διατάγματα πρέπει να ακυρωθούν και/ή παραμεριστούν και σε αντίθετη περίπτωση να τροποποιηθούν. Η δεύτερη συνεκδικαζόμενη αίτηση ημερ. 31.5.18 είναι αυτή της Αιτήτριας στην κυρίως αίτηση που επιδιώκει τη διαγραφή όλων των διαβημάτων που ελήφθησαν από τους Καθ΄ ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση. Στηρίζεται σε ένορκη δήλωση και συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ελένης Νεοπτολέμου και συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Κυριακής Τοφή στην οποία αμφισβητείται ουσιαστικά η ύπαρξη εξουσιοδότησης των δικηγόρων των Αιτητών να εμφανίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου κάτι που τίθεται και ως ένσταση στην αίτηση των Αιτητών ημερ. 19.4.
- Η απόφαση στην αίτηση ημερ. 19.4.18 σε περίπτωση που αυτή είναι επιτυχής θα είναι καταλυτική για την τύχη της δεύτερης αυτής αίτησης. Κατά συνέπεια τα όσα θα αποφασιστούν για την έλλειψη ή μη εξουσιοδότησης των Αιτητών στην παρούσα αίτηση θα καθορίσουν την τύχη της αίτησης ημερ. 31.5.
- Κατ΄ αρχή να λεχθεί ότι δεν είναι αναγκαίο όταν ο διάδικος που αντιπροσωπεύεται βρίσκεται στο εξωτερικό να υπογράψει για να καταχωρηθεί διοριστήριο δικηγόρου (βλ. Δ.16 θ.11). Κατά συνέπεια η ισχυριζόμενη συμβατική σχέση δικηγόρου πελάτη των Αιτητών με τους δικηγόρους τους δεν αφορά την Αιτήτρια και δεν μπορεί να εγερθεί από τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση με την μορφή υπεράσπισης - ένστασης όπως στην παρούσα υπόθεση. Το δικαίωμα αμφισβήτησης δικηγόρου που αντιπροσωπεύει Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση έχει μόνο ο Εναγόμενος / Καθ΄ ου η Αίτηση. Παραπέμπω στην Coralo Constructions Ltd v. Emina Tourist Co Limited, Αγωγή αρ. 520/14 ημερ. 10.11.15 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: "Σύμφωνα με το Annual Practice 1961, η συνήθης πρακτική όταν εγείρεται θέμα νόμιμης εξουσιοδότησης του δικηγόρου, είναι να καταχωρείται αίτηση δια κλήσεως και να επιδίδεται στο αντίδικο μέρος. Αν το θέμα αφορά το δικηγόρο του Ενάγοντα, δεν μπορεί να εγερθεί υπό μορφή υπεράσπισης." Περαιτέρω από τη στιγμή που δικηγόρος καταχωρεί εμφάνιση θεωρείται ότι έχει σχετική εξουσιοδότηση, το δε δικαίωμα αμφισβήτησης της εμφάνισης δικηγόρου που αντιπροσωπεύει τον Εναγόμενο έχει μόνο ο Εναγόμενος. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Coralo: "Σύμφωνα με τη Δ.12 θ.1 υπό τον τίτλο Irregularity in με υποσημείωση Solicitor's Responsibility, αναφέρεται πως ένας δικηγόρος ο οποίος καταχωρεί εμφάνιση για Εναγόμενο θεωρείται (συνάγεται) πως έχει εξουσιοδότηση να το πράξει. (A solicitor who enters an appearance for a defendant impliedly warrants or contracts that he has authority to do so). Σε περίπτωση κατά την οποία δικηγόρος εμφανίζεται για Εναγόμενο χωρίς τη γνώση ή την εξουσιοδότηση του, τότε ο Εναγόμενος έχει το δικαίωμα να πετύχει την ακύρωση της εμφάνισης". Επίσης σχετική είναι η υπόθεση Demetriou v. Lloyd's Underwriters
(1982)1 CLR 711, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: "The want of authority of the plaintiffs solicitor cannot be raised as a defence; It should be raised promptly to avoid the answer that it was ratified (Reynolds v. Howell [1873] L.R. 8 Q.B. at p.400; Danish Mercantile Co. v. Meaumont, [1951] 1 All E.R. 925), and should be made by application (Russian, etc. Bank v. Comtoir de Mulhouse, [1925] A.C. 112) to a Judge in the Chancery Division and a Master in the Q.B.D. Nevertheless if in the course of an action the Court becomes aware that the plaintiff is incapable of giving any retainer at all, it will riot allow the action to proceed (Daimler Co. Ltd v. Continental Tyre & Rubber, etc. Ltd. [1916] 2 A.C. at p.337)." Κατά συνέπεια θεωρώ ότι η Αιτήτρια λανθασμένα εγείρει θέμα εξουσιοδότησης των δικηγόρων των Καθ΄ ων η Αίτηση στην κυρίως αίτηση (Αιτητών στην παρούσα) και η αίτηση της ημερ. 31.5.18 θα πρέπει να απορριφθεί. Είναι η θέση των Αιτητών ότι η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτησης (Αιτήτριας στην Εναρκτήρια Κλήση) όχι μόνο παραπλάνησε το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα αλλά το καθοδήγησε και λανθασμένα ως προς τις νομικές και νομολογιακές αρχές που διέπουν τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. Τα επίδικα διατάγματα δεν μπορούσαν και δεν έπρεπε σύμφωνα με τους Αιτητές να εκδοθούν μονομερώς και για λόγους έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, εφαρμοστέου δικαίου, αλλά και για ανεξάρτητους λόγους μη ικανοποίησης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, δηλαδή για όλους και κάθε ένα χωριστά για τους πιο κάτω λόγους:
- Το Δικαστήριο, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, το οποίο έχει άμεση ισχύ, δεν είχε εξουσία να απαγορεύσει σε οποιοδήποτε Δικαστήριο (εκτός από τα Κυπριακά Δικαστήρια) από του να επιλαμβάνεται την εκτέλεση, και/ή δεν είχε εξουσία να αναστείλει με οποιονδήποτε τρόπο την εκτέλεση, της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στις 22.12.2017 από το High Court of Justice με αρ. [2017] EWHC 3374 (Comm) του Ηνωμένου Βασιλείου, στην Αγωγή CL-2013-000683, καθώς πρόκειται για απόφαση Δικαστηρίου άλλου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τέτοιο διάταγμα αντίκειται στις πρόνοιες των Ευρωπαϊκών Κανονισμών του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 44/2001 ημερομηνίας 22.12.2000 (άρθρα 32-52) και 1215/2012 ημερομηνίας 12.12.2012 (άρθρα 36-44), καθώς και στην Σύμβαση του Lugano του 2007 (άρθρο 33-49), για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ως επίσης και στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διασφαλίζει ένα κοινό χώρο δικαιοσύνης μεταξύ των Κρατών Μελών που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης και εκτέλεσης των Δικαστικών Αποφάσεων.
- Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να απαγορεύσει την εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε στις 22.12.2017 από το High Court of Justice με αρ. [2017] EWHC 3374 (Comm), στην Αγωγή CL-2013-000683, σε οποιοδήποτε Δικαστήριο εκτός Κύπρου, καθώς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 1215/2012 ημερομηνίας 12.12.2012 (άρθρο 24
(5)) για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, οι οποίες υπερισχύουν οποιουδήποτε εγχώριου Νόμου, σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση αποφάσεων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης της απόφασης έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία. 3. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να απαγορεύσει την εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε στις 22.12.2017 από το High Court of Justice με αρ. [2017] EWHC 3374 (Comm), στην Αγωγή CL-2013-000683, σε οποιοδήποτε Δικαστήριο εκτός Κύπρου, καθώς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 1215/2012 ημερομηνίας 12.12.2012, (άρθρο 24
(1)), και της Σύμβασης του Lugano του 2007 (άρθρο 22), για τη Διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, οι οποίες υπερισχύουν οποιουδήποτε εγχώριου Νόμου, σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου έχει αποκλειστική δικαιοδοσία, συνεπώς οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης με κατάσχεση ακινήτων που βρίσκονται στο εξωτερικό πρέπει να ληφθούν στο εξωτερικό.
- Το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να απαγορεύσει στους Αιτητές να προβάλουν σε οποιοδήποτε Δικαστήριο εκτός των Κυπριακών Δικαστηρίων οποιοδήποτε ισχυρισμό που σχετίζεται ή αφορά το επίδικο Εμπίστευμα, καθώς τέτοια απαγόρευση αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος των Αιτητών για δίκαιη δίκη και πρόσβαση στη δικαιοσύνη Αιτητών τα οποία κατοχυρώνονται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
- Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει αντιαγωγικά διατάγματα (anti-suit injunctions) καθώς τέτοια διατάγματα αντίκεινται στους σκοπούς των Ευρωπαϊκών Κανονισμών 44/2001 και 1215/2012 όπως και στη Σύμβαση του Lugano, για την Διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και ειδικότερα στις εδραιωμένες αρχές που έχει θέσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής ένωσης μεταξύ άλλων στην υπόθεση Case C-159/02, Turner v. Grovit.
- Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει τα επίδικα απαγορευτικά διατάγματα καθώς η Αίτηση για το Παρεμπίπτον Διάταγμα καταχωρήθηκε στα πλαίσια Εναρκτήριας Κλήσης δυνάμει της Δ.55, σκοπός της οποίας είναι ο καθορισμός της ερμηνείας εγγράφων και των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων μερών και όχι ο καθορισμός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου όσον αφορά την εκτέλεση απόφασης Δικαστηρίου άλλου κράτους-μέλους ή την εγκυρότητα ενός εμπιστεύματος ή των μεταφορών περιουσιακών στοιχείων σε αυτό. Ούτε οι Αιτητές είναι επίτροποι ή δικαιούχοι του επίδικου Εμπιστεύματος για να τίθεται θέμα διάγνωσης των δικαιωμάτων τους δυνάμει αυτού.
- Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Εναρκτήρια Κλήση και κατ΄ επέκταση να εκδώσει οποιαδήποτε ενδιάμεσα διατάγματα καθώς (α) η ισχυριζόμενη βάση αγωγής δεν έχει προκύψει στην Κύπρο και (β) η Ενάγουσα δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να δεικνύει ότι έχει οποιαδήποτε καλή βάση αγωγής εναντίον των Εναγομένων, εκτός από ένα αόριστο και ασαφή ισχυρισμό ότι οι επίτροποι του εμπιστεύματος παρέλειψαν να προστατεύσουν τα περιουσιακά στοιχεία αυτού (παράγραφος 46 της Ένορκης της Δήλωσης της Ενάγουσας) ισχυρισμός ο οποίος καταρρίπτεται και από το γεγονός ότι οι εν λόγω επίιτροποι δεν έφεραν ένσταση στην οριστικοποίηση του Παρεμπίπτοντος Διατάγματος.
- Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί της Εναρκτήριας Κλήσης και κατ΄ επέκταση να εκδώσει οποιαδήποτε ενδιάμεσα διατάγματα, κυρίως για τον λόγο ότι τα αιτούμενα με την Εναρκτήρια Κλήση διατάγματα και/ή τα εκδοθέντα επίδικα διατάγματα επεμβαίνουν στη δικαιοδοσία άλων κρατών, καθώς και για τον λόγο ότι δεν έχει δικαιοδοσία, ούτε είναι το αρμόδιο Δικαστήριο, να δικάσει τα θέματα που εγείρει η Ενάγουσα.
- Η Εναρκτήρια Κλήση στερείται νομικής βάσης, κυρίως για τον λόγο ότι το επίδικο εμπίστευμα δεν εμπίπτει εντός του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου Ν.69(Ι)/1992, καθώς δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση της παραγράφου (β) της ερμηνείας του όρου «διεθνές εμπίστευμα» στο άρθρο 2 του Νόμου, εφόσον κατά τη δημιουργία του εμπιστεύματος και για περίοδο που ακολούθησε μοναδικός επίτροπος του εμπιστεύματος ήταν πρόσωπο που δεν διέμενε στην Κυπριακή Δημοκρατία.
- Η Εναρκτήρια Κλήση στερείται νομικής βάσης καθώς, ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι ο Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμος Ν.69(Ι)/1992τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, αυτός είναι αντισυνταγματικός, κυρίως για τον λόγο ότι οι πρόνοιες που προσδίδουν αποκλειστική δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια αντίκεινται στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 44/2001 και 1215/2012, καθώς και στη Σύμβαση του Lugano του 2007, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
- Η Εναρκτήρια Κλήση στερείται πραγματικής βάσης καθώς οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας δεν συνθέτουν καλή βάση αγωγής, κυρίως για τον λόγο ότι δεν υπήρξε από πλευράς Αιτητών «απειλή» για παράβαση οποιασδήποτε νομικής, συμβατικής ή άλλης υποχρέωσής τους που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγμάτων προληπτικά.
- Η Εναρκτήρια Κλήση στερείται πραγματικής βάσης και είναι τουλάχιστον πρόωρη, καθώς η Ενάγουσα δεν έχει καταδείξει οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια από πλευράς Αιτητών η οποία να της έχει προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά.
- Η Εναρκτήρια Κλήση είναι, για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, κατά Νόμο και ουσία αβάσιμη, δεν έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας και δεν υπάρχει πιθανότητα η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία, συνεπώς η Ενάγουσα, με την ενδιάμεση Αίτησή της για έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων δεν ικανοποίησε τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου.
- Με την ενδιάμεση Αίτησή της για παρεμπίπτοντα διατάγματα η Ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε ικανοποιητική μαρτυρία που να δεικνύει ότι εκτός εάν εκδοθούν τα παρεμπίπτοντα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, συνεπώς η Ενάγουσα, με την ενδιάμεση Αίτησή της για έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων δεν ικανοποίησε την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου.
- Η Ενάγουσα δεν ικανοποίησε την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου ούτε και την προϋπόθεση του κατεπείγοντος για την έκδοση του Διατάγματος μονομερώς εφόσον σε περίπτωση λήψης οποιωνδήποτε μέτρων για κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του επίδικου εμπιστεύματος, η Ενάγουσα θα λάβει γνώση τέτοιων μέτρων από τους επιτρόπους τους εμπιστεύματος (Εναγόμενους 1 και 2) και από τον σύζυγό της.
- Η Ενάγουσα δεν ικανοποίησε την προϋπόθεση του κατεπείγοντος για την έκδοση του Διατάγματος μονομερώς εφόσον δεν υπήρχε οποιοσδήποτε άμεσος κίνδυνος η Ενάγουσα να απωλέσει οποιοδήποτε περιουσιακό της στοιχείο.
- Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Κύπρος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την υπόθεση εκτός από τον τόπο διαμονής των επιτρόπων του επίδικου εμπιστεύματος και του ότι η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον των επιτρόπων του εμπιστεύματος, ως εξηγείται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας καθώς η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες της Δ.6 Θ.1, ή στις δικαιοδοτικές πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 , ούτε ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.
- Θ.4, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για τις οποίες το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας.
- Δεν έχει γίνει κανονική επίδοση των εγγράφων στους Εναγόμενους / Αιτητές.
- Το Παρεμπίπτον Διάταγμα είναι αντικανονικό και υπόκειται σε ακύρωση καθώς (α) δεν προνοεί μέχρι πότε θα παραμείνει σε ισχύ, ως θα έπρεπε εφόσον πρόκειται για ενδιάμεσο διάταγμα και (β) δεν ικανοποιεί τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου διότι η εγγύηση η οποία διατάχθηκε και δόθηκε από την Ενάγουσα είναι ανεπαρκής και δεν εξασφαλίζει την αποζημίωση των Αιτητών, αφ' ης στιγμής οι Αιτητές έχουν εξασφαλίσει απόφαση εναντίον του συζύγου της Ενάγουσας για US$300 εκατομμύρια περίπου, η δε αξία των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος υπολογίζονται σε μερικά εκατομμύρια Αγγλικές Στερλίνες.
- Τα επίδικα διατάγματα, όσον αφορά τους Εναγόμενους 4, 5, 6 και 7, εκδόθηκαν «επί ματαίω» καθώς στρέφονται κατά προσώπων (in personam) που έχουν ως χώρες διαμονής τους το Καζακστάν και το Isle of Man, οι οποίες δεν εκτελούν αποφάσεις ή διατάγματα που εκδόθηκαν από Κυπριακά Δικαστήρια.
- Δεν υπάρχει οποιαδήποτε βάση Αγωγής εναντίον οποιωνδήποτε Εναγομένων, η δε έγερση της παρούσας διαδικασίας έγινε κακόπιστα και καταχρηστικά, για να αποκτηθεί αθέμιτο πλεονέκτημα στην προσπάθεια αυτής και του συζύγου της να αποφύγουν την εκτέλεση της απόφασης στην Αγωγή CL-2013-000683,
- Η Ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, δεν ενήργησε καλόπιστα και παραπλάνησε το Δικαστήριο για να επιτύχει την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο εξετάζει θέματα δικαιοδοσίας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (Theophanous v. Georghiou
(1969)1 CLR 203). To Δικαστήριο επίσης μπορεί και αυτεπάγγελτα να επιληφθεί θέματος που άπτεται της αρμοδιότητας του να επιληφθεί μιας αγωγής (Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.α.
(1989)1 CLR 729). To θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (Ανδρέας Θεοφάνους ν. Σάββα Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240). Στην παρούσα υπόθεση που τίθεται θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 27 του ΕΚ 1215/12 το Δικαστήριο επιφορτίζεται με καθήκον να διαπιστώσει αυτεπάγγελτα την τυχόν έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του σε περιπτώσεις που εγείρεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 24 του Κανονισμού. Με τα εκδοθέντα μονομερώς και οριστικοποιηθέντα μεταγενέστερα στην απουσία των Καθ΄ ων η Αίτηση διατάγματα περιορίστηκε η εκτελεστότητα (στο Κυπριακό Εμπίστευμα) και η αναγνώριση της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου (Τεκμήριο 22 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας στην Εναρκτήρια Κλήση). Παράλληλα τα διατάγματα σύμφωνα με τους Αιτητές συγκρούονται με τις πρόνοιες του άρθρου 24 του ΕΚ1215/12 που προβλέπει για την αποκλειστική δικαιοδοσία σε σχέση με ζητήματα που είναι αντικείμενο των επίδικων διαταγμάτων. Η παράγραφος 5 του άρθρου 24 του ΕΚ 1215/12 προβλέπει τα εξής: "ΤΜΗΜΑ 6 Αποκλειστική δικαιοδοσία Άρθρο 24 Τα ακόλουθα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων: [..] 5) σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο την αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης της απόφασης. " H Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ισχυρίζεται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία μόνο και μόνο επειδή το εμπίστευμα προβλέπει αυτό, δηλαδή ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία. Η θέση αυτή είναι διάχυτη στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας στην Εναρκτήρια Κλήση, ότι δηλαδή ισχύουν οι όροι του εμπιστεύματος που αποδίδουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια (βλ. παραγράφους 25, 29, 32, 47, 49, 53 - ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την εναρκτήρια κλήση). Είναι αυτή η θέση της Αιτήτριας που οδήγησε στην έκδοση των διαταγμάτων, ότι δηλαδή αποκλειστική δικαιοδοσία επί της περιουσίας του εμπιστεύματος έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια. Το άρθρο όμως 12 (Β) του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου Ν.69(Ι)/1992που διέπει τη δικαιοδοσία αναφέρει ρητά ότι η ύπαρξη αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων θα είναι χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 (τον οποίο αντικατέστησε ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1215/12) πράγμα το οποίο παρέλειψε η Αιτήτρια να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ ο Κανονισμός 1215/12 που αναφέρεται στη βάση της αίτησης και ο οποίος καθορίζει τα όρια εφαρμογής ρήτρας δικαιοδοσίας σε σχέση με το εμπίστευμα υπερισχύει οποιουδήποτε εγχώριου νόμου. Τέλος είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι οι Αιτητές στην παρούσα αίτηση (Καθ΄ ων η αίτηση στην Εναρκτήρια Κλήση) δεν σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με το εμπίστευμα ούτε και δεσμεύονται από αυτό και/ή τους όρους που αφορούν την ρήτρα δικαιοδοσίας. Οι Αιτητές είναι εξ αποφάσεως πιστωτές του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 στην Εναρκτήρια Κλήση συζύγου της Αιτήτριας σε υπόθεση δόλου και απάτης που εκδικάστηκε από το Αγγλικό Δικαστήριο. Το άρθρο 12(Β) του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου, Ν.69(Ι)/1992, προβλέπει: «Δικαιοδοσία- 12Β. Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία στην περίπτωση που: (α) το εφαρμοστέο δίκαιο εμπιστεύματος ή συγκεκριμένης πτυχής του εμπιστεύματος είναι το δίκαιο της Δημοκρατίας· (β) ο επίτροπος οποιουδήποτε εμπιστεύματος είναι κάτοικος της Δημοκρατίας· (γ) εταιρεία ενεργεί ως επίτροπος εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών, εφόσον αυτή έχει συσταθεί στη Δημοκρατία· (δ) οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του εμπιστεύματος βρίσκεται στην Δημοκρατία· (ε) η διοίκηση οποιουδήποτε εμπιστεύματος διεξάγεται στην Δημοκρατία· (στ) τα μέρη αποδέχονται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου· (ζ) το έγγραφο που δημιουργεί ή που τεκμηριώνει το εμπίστευμα περιέχει πρόβλεψη για παραπομπή των διαφορών στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας: Νοείται ότι τέτοια δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός εάν στο έγγραφο που δημιουργεί ή που τεκμηριώνει το εμπίστευμα προβλέπεται διαφορετικά. Η δικαιοδοσία του άρθρου 12(Β) του Νόμου 69(Ι)/1992 δεν επεκτείνεται σε τρίτους που δεν σχετίζονται με το εμπίστευμα όπως είναι οι Αιτητές στην παρούσα αίτηση που είναι εξ αποφάσεως πιστωτές και οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το εμπίστευμα. Μια ρήτρα δικαιοδοσίας δεσμεύει τα μέρη που την υπογράφουν ή που τουλάχιστον δεσμεύονται από κάποιο έγγραφο που την εισάγει. Το άρθρο 25 του Κανονισμού 1215/12 έχει ερμηνευθεί αυστηρά ότι η ρήτρα δικαιοδοσίας εφαρμόζεται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και ότι για να δεσμευτεί κάποιος από τέτοια ρήτρα θα πρέπει να έχει δώσει την ρητή συναίνεση του σ΄ αυτήν. Ο Κανονισμός 1215/2012 περιέχει (όπως και Κανονισμός 44/2001) ειδικές πρόνοιες στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 25 σε σχέση με ανάλογες ρήτρες που περιέχονται στις συστατικές πράξεις ενός εμπιστεύματος με ουσιαστικό αποτέλεσμα τέτοιες ρήτρες σε εμπιστεύματα να έχουν εφαρμογή μόνο προς αγωγές κατά του ιδρυτή, του εμπιστευματοπάροχου (trustee) ή του δικαιούχου ενός εμπιστεύματος (δηλαδή όχι κατά τρίτων) αλλά το πιο σημαντικό όπως ρητά αναφέρεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 25 ρήτρες σε εμπίστευμα δεν παράγουν αποτελέσματα αν τα δικαστήρια τη διεθνή δικαιοδοσία των οποίων αποκλείουν έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 24, όπως είναι η παρούσα υπόθεση. Δηλαδή, εάν Δικαστήρια άλλου κράτους μέλους έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία τέτοιες ρήτρες δικαιοδοσίας όπως αυτή που περιέχεται στην παρούσα δεν παράγουν οποιαδήποτε αποτελέσματα έναντι κανενός. Το άρθρο 25 του Κανονισμού 1215/2012 στις παραγράφους 3 και 4 προβλέπει τα εξής: "3. Το δικαστήριο ή τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους στα οποία απονέμει διεθνή δικαιοδοσία η συστατική πράξη ενός trust (εμπιστεύματος) έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ως προς αγωγές κατά του ιδρυτή, του trustee ή του δικαιούχου ενός trust (εμπιτεύματος), αν πρόκειται για σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών ή για δικαιώματα ή υποχρεώσεις τους από το trust (εμπίστευμα). 4. Οι συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας, καθώς και οι ανάλογες ρήτρες της συστατικής πράξεως του trust (εμπιστεύματος) δεν παράγουν αποτελέσματα, αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 15, 19 ή 23 ή αν τα δικαστήρια τη διεθνή δικαιοδοσία των οποίων αποκλείουν έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 24." Σαφής πρόθεση της Αιτήτριας στην Εναρκτήρια Κλήση είναι να αποτρέψει την εκτέλεση της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου κατά του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 συζύγου της. Ειδικότερα όπως η ίδια αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Εναρκτήρια Κλήση έχει σκοπό να αποτρέψει μέτρα εκτέλεσης που κατά την άποψη της πιθανόν να λαμβάνονταν κατά των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος στην Αγγλία (παράγραφοι 43-49 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας). Με τα διατάγματα που εξασφάλισε μονομερώς και τα οποία οριστικοποιήθηκαν στην απουσία των Καθ΄ ων η Αίτηση αποκλείονται όλα τα Δικαστήρια, εκτός από τα Κυπριακά (διατακτικά Β και Γ) στα οποία μόνο μπορεί να προωθούνται οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της Αγγλικής απόφασης ή να εγείρονται διαδικασίες σε σχέση με το εμπίστευμα. Με τον τρόπο αυτό όμως τα Κυπριακά Δικαστήρια επεμβαίνουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Αγγλικών Δικαστηρίων η οποία διασφαλίζεται με το άρθρο 24
(5)του Κανονισμού. Με το διατακτικό Α περιορίζεται η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και η λήψη οποιωνδήποτε μέτρων κατά των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος και ειδικότερα αυτών που βρίσκονται στην Αγγλία. Το παρόν όμως Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να απαγορεύει την εκτέλεση της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου σύμφωνα και με τις πρόνοιες του άρθρου 24
(1)του ΕΚ1215/12 και της Σύμβασης του Lugano (άρθρο 22) για τη Διεθνή δικαιοδοσία την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις οι οποίες υπερισχύουν οποιουδήποτε εγχώριου νόμου, σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων. Αποκλειστική δικαιοδοσία παρέχεται στα Δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου, κατά συνέπεια οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης για κατάσχεση ακινήτων που βρίσκονται στο εξωτερικό πρέπει να ληφθούν στο κράτος μέλος που βρίσκεται το ακίνητο. Το άρθρο 24.1 του Κανονισμού προβλέπει: "Τα ακόλουθα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων:
(1)σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου..." Η απαγόρευση που τίθεται στην εκτέλεση της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου στην Αγγλία (διατακτικό Α) επί ακινήτου που βρίσκεται στην Αγγλία είναι εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων ανεξάρτητα του ότι ιδιοκτήτης του ακινήτου είναι ένα Κυπριακό εμπίστευμα. Ο κ. Χριστοδούλου για τους Αιτητές με παρέπεμψε στην υπόθεση Magiera v. Magiera
(2016)EWCA Civ 1292 όπου εξετάστηκαν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία του άρθρου 24
(1)του Κανονισμού με ιδιαίτερη έμφαση στην πρόσφατη απόφαση Komu v. Komu (Case C-605/14). Στην υπόθεση Magiera (ανωτέρω) δόθηκε ευρεία ερμηνεία στο άρθρο 24
(1)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12 έτσι ώστε να περιλαμβάνονται σε αυτό και περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου υπάρχουν διαφορές για την ιδιοκτησία ακίνητης περιουσίας έστω και αν αυτή η ακίνητη περιουσία βρίσκεται κάτω από εμπίστευμα. Κύριο αντικείμενο της Εναρκτήριας Κλήσης είναι μεταξύ άλλων η παρεμπόδιση οποιουδήποτε προσώπου από του να προβεί σε εκτέλεση επί των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος περιλαμβανομένου του ακινήτου που βρίσκεται στην Αγγλία. Τόσο από τη νομοθεσία, όσο και από τη νομολογία στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Χριστοδούλου, είναι φανερό ότι αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Αγγλικά Δικαστήρια όπου ευρίσκεται το ακίνητο. Θα συμφωνήσω με τους Αιτητές ότι τα διατάγματα είναι τόσο δραστικά που απαγορεύουν στους Αιτητές σε περίπτωση που αυτοί επιθυμούν να μην μπορούν να εγείρουν θέματα εκτέλεσης της απόφασης ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου που αφορούν το επίδικο εμπίστευμα, και πρέπει απαραίτητα να προσφεύγουν σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος στα Κυπριακά Δικαστήρια. Καθίσταται σαφές ότι τα διατάγματα παραβιάζουν τα άρθρα 30
(1)και 30
(3)του Συντάγματος που κατοχυρώνουν το δικαίωμα κάθε προσώπου να προσφεύγει ενώπιον Δικαστηρίου και να προβάλλει τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς του. Το Δικαστήριο επίσης δεν έχει εξουσία να εκδίδει αντιαγωγικά διατάγματα (anti-suit injunctions) καθώς τέτοια διατάγματα αντίκεινται στους σκοπούς των Ευρωπαϊκών Κανονισμών 44/2001 και 1215/12 όπως και στη Σύμβαση του Lugano, για την Διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και ειδικότερα στις εδραιωμένες αρχές που έχει θέσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ άλλων στην υπόθεση Case C-159/02 Turner v. Grovit. Τα Κυπριακά Δικαστήρια, ως Δικαστήρια κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής ένωσης δεν έχουν εξουσία να εκδίδουν αντιαγωγικά διατάγματα, αποστερώντας από έναν διάδικο να προσφύγει σε άλλο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο λόγος είναι ουσιαστικά ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει προς τις αποφάσεις Δικαστηρίων άλλων κρατών-μελών και η ευχέρεια ενός Δικαστηρίου κράτους - μέλους να αποφασίσει το ίδιο αν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της διαφοράς. Η έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων συνεπάγεται αυτόματα την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Ανεξάρτητα όμως από αυτό θα εξετάσω και την ουσιαστική υπεράσπιση που προβάλλουν οι Αιτητές σε περίπτωση που εμφανίζοντο ενώπιον του Δικαστηρίου και αμφισβητούσαν την οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, «(
- i)παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν τo δικαστήριον ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, (
- ii)ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται σε θεραπείαν, και (iii) ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον». Συνεπώς η Αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση όφειλε και οφείλει, μεταξύ άλλων, να αποδείξει ότι η Εναρκτήρια Κλήση της έχει καλή βάση και πιθανότητες επιτυχίας, διαφορετικά τα παρεμπίπτοντα διατάγματα δεν θα έπρεπε να εκδοθούν και πρέπει να ακυρωθούν. Η Εναρκτήρια Κλήση - σύμφωνα με τους Αιτητές, με την οποία συμφωνώ, εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι αποκλειστική δικαιοδοσία επί των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια και ενώ σε μερικά από τα αιτητικά στην Εναρκτήρια Κλήση επιδιώκεται η έκδοση αναγνωριστικών διαταγμάτων επί των θεμάτων αυτών, τα διατάγματα βασίστηκαν στη λανθασμένη από την Αιτήτρια θέση ότι τέτοια αποκλειστική δικαιοδοσία προβλέπεται τόσο στην ρήτρα δικαιοδοσίας όσο και στο άρθρο 12Β του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου 69(Ι)/1992 χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν οι πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12. Έγινε προσπάθεια να προσδοθεί δικαιοδοσία στο Κυπριακό Δικαστήριο για να δικαιολογήσει ως βάση της Εναρκτήριας Κλήσης την έκδοση των διαταγμάτων. Ως διάβημα όμως η καταχώρηση της Εναρκτήριας Κλήσης είναι αντικανονικό ένδικο μέσο για τη φύση της παρούσας υπόθεσης όπου χωρίς να διαγνωσθούν τα δικαιώματα των μερών που απορρέουν από το εμπίστευμα αυτό εκλαμβάνεται ως "Διεθνές Κυπριακό Εμπίστευμα" που δίδει αποκλειστική δικαιιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Εναρκτήρια Κλήση δυνάμει της Δ.55 μοναδικό σκοπό έχει τον καθορισμό της ερμηνείας εγγράφων και των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων μερών και όχι τον καθορισμό της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου όσον αφορά την εκτέλεση απόφασης Δικαστηρίου άλλου κράτους-μέλους ή την εγκυρότητα ενός εμπιστεύματος ή της μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων σε αυτό ή τον καθορισμό της ιδιοκτησίας των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος και/ή αν αυτό είναι διεθνές εμπίστευμα. Ούτε οι Αιτητές είναι επίτροποι ή δικαιούχοι του επίδικου εμπιστεύματος για να τίθεται θέμα διάγνωσης των δικαιωμάτων τους δυνάμει αυτού. Για τα ζητήματα που εγείρει η Αιτήτρια έπρεπε να είχε καταχωρηθεί αγωγή. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδίδει «Διατάγματα» δυνάμει της Δ.55, αλλά μόνο «Δηλώσεις». Ο τίτλος της Δ.55 είναι ξεκάθαρος: «Declaration On Originating Summons». Οι πρόνοιες της Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών έχουν ως εξής: «Declaration On Originating Summons- Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.» Είναι ξεκάθαρο ότι η Δ.55 χρησιμοποιείται για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των υπογραφέων ενός ιδρυτικού εγγράφου και τίποτα περισσότερο. Τα Διατάγματα τα οποία αιτείται η Αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση δεν αποσκοπούν στην ερμηνεία των προνοιών του Εμπιστεύματος σε σχέση με τα δικαιώματα των μερών επί των περιουσιακών στοιχείων (Τερζή ν. Πετουφά
(2011)1 ΑΑΔ 336). Τέτοια δικαιώματα διαγιγνώσκονται είτε με Εναρκτήρια Κλήση είτε με αγωγή όπου προσκομίζεται μαρτυρία όταν βέβαια δεν τίθενται θέματα δικαιοδοσίας και εφαρμοστέου δίκαιου. Η προσθήκη των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, επιτρόπων του εμπιστεύματος, ως διάδικων στην παρούσα Εναρκτήρια Κλήση είναι η μόνη σύνδεση της υπόθεσης με τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Κατ' αρχάς αναφέρω ότι όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας που υποστηρίζει την αίτηση για παρεμπτίπτοντα διατάγματα οι Αιτητές στην παρούσα αίτηση (Καθ ων η Αίτηση στην κυρίως αίτηση) δεν έχουν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που να παραβιάζει οποιοδήποτε δικαίωμα της Αιτήτριας στην κυρίως αίτηση και αυτή δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από δικές τους ενέργειες για να εγείρεται οποιαδήποτε διαδικασία εναντίον τους Η Εναρκτήρια Κλήση φαίνεται να είναι «προληπτικής φύσης», στη βάση του ισχυρισμού ότι αν οι Αιτητές επιχειρήσουν να εκτελέσουν την Αγγλική Απόφαση σε Δικαστήριο άλλο από το Κυπριακό εναντίον του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 - συζύγου της ζητώντας κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του επίδικου εμπιστεύματος, και ειδικά ακίνητης περιουσίας στην Αγγλία, πιθανόν να υποστεί ζημιά, διότι είναι συνδικαιούχος στο επίδικο εμπίστευμα μαζί με τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2 - σύζυγό της. Όμως, εννοείται ότι η εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης και τυχόν κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του επίδικου εμπιστεύματος μπορεί να γίνει μόνο μέσω της δικαστικής οδού, με διαδικασία στο Δικαστήριο που έχει την κατάλληλη δικαιοδοσία (στην παρούσα υπόθεση, βάση του Άρθρου 24 του Κανονισμού 1215/2012, στην Αγγλία, εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος βρίσκονται στην Αγγλία). Κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελεί βάση αγωγής το γεγονός ότι οι Αιτητές μπορεί να αποταθούν στο Αγγλικό Δικαστήριο για εκτέλεση απόφασης που εξασφάλισαν από αυτό επιδιώκοντας κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος που κατά την Αιτήτρια δεν ανήκουν στο σύζυγο της αλλά στο εμπίστευμα. Ακόμα και να ήθελε κριθεί ότι υπάρχει "βάση αγωγής" εναντίον των Αιτητών, ποια μπορεί να είναι η βάση αγωγής εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 επιτρόπων του εμπιστεύματος και του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 συζύγου της Αιτήτριας οι οποίοι έχουν προστεθεί στην Εναρκτήρια Κλήση για να αποκτήσει το Κυπριακό Δικαστήριο δικαιοδοσία επειδή Επίτροπος (Καθ΄ ων η Αίτηση 1) είναι Κυπριακή Εταιρεία. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 είναι απλά οι επίτροποι του εμπιστεύματος, δεν έχουν και δεν μπορούν να εκτελέσουν οποιαδήποτε απόφαση εναντίον της Αιτήτριας ή του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 - συζύγου της, ούτε έχουν απειλήσει την Αιτήτρια με οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια που μπορεί να της προκαλέσει ζημιά. Ο δε ισχυρισμός της Αιτήτριας στην παράγραφο 46 της ένορκης της δήλωσης της που συνοδεύει την αίτηση της για παραμερισμό διατάγματος ότι «οι επίτροποι του Εμπιστεύματος παρέλειψαν να προστατεύσουν τα περιουσιακά στοιχεία αυτού» είναι τόσο γενικός, αόριστος και ασαφής που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν. Άλλωστε, οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 έχουν χρησιμοποιηθεί και υποβοηθήσει στο να οριστικοποιηθούν τα παρεμπίπτοντα διατάγματα εφόσον εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο μαζί με τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2 και δήλωσαν προφανώς σε πλήρη συνεννόηση με την Αιτήτρια ότι δεν έχουν σκοπό να καταχωρήσουν ένσταση και ότι συγκατατίθενται στην οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Και σε κάθε περίπτωση, αν οι επίτροποι παρέβησαν οποιοδήποτε καθήκον τους βάσει του εμπιστεύματος προς την Αιτήτρια, αυτό θα αποτελούσε μια εντελώς ξεχωριστή βάση αγωγής, εναντίον ξεχωριστού από τους Αιτητές διαδίκου, η οποία φυσικά δεν θα μπορούσε να συνενωθεί σε υπόθεση εναντίον αυτών. Είναι ξεκάθαρο ότι η Αιτήτρια επέλεξε να προσθέσει τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ως διάδικους στην παρούσα υπόθεση διότι δεν υπάρχει άλλο πρόσωπο εντός της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου που να μπορεί να χρησιμοποιήσει η Αιτήτρια για να ισχυριστεί ότι το Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση. Η ισχυριζόμενη βάση αγωγής, δηλαδή η δήθεν «απειλή» περί λήψης μέτρων εκτέλεσης από πλευράς Αιτητών, δεν έλαβε όμως χώρα στην Κύπρο, ούτε οι Αιτητές έχουν τη μόνιμη διαμονή τους στην Κύπρο. Περαιτέρω, η δήθεν πιθανή μελλοντική ζημιά στην Αιτήτρια στην κυρίως αίτηση θα δημιουργηθει εκτός Κύπρου εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος είναι εκτός Κύπρου. Αναμφίβολα, οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 δεν είναι «αναγκαίοι διάδικοι» και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης σύνδεσης της παρούσας υπόθεσης με την Κύπρο η "βάση της αγωγής" ότι αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια επειδή η Αιτήτρια εκινήθηκε και εναντίον του Επιτρόπου του εμπιστεύματος είναι ακροσφαλής. Η Αιτήτρια έχει βασίσει την υπόθεση της στον περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο Ν. 69(Ι)/
- Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα τόσο από τον τίτλο της Εναρκτήριας Κλήσης, όσο και από τη νομική βάση και το περιεχόμενο των αιτήσεων της αλλά και από την αναφορά της στον εν λόγω Νόμο στην παράγραφο 53 της ένορκης της δήλωσης που συνοδεύει την Εναρκτήρια Κλήση. Για να τυγχάνει, όμως, εφαρμογής ο Ν.69(Ι)/1992, θα πρέπει το επίδικο εμπίστευμα να είναι «Διεθνές» υπό την έννοια του άρθρου 2 του Νόμου το οποίο θέτει 3 προϋποθέσεις: «διεθνές εμπίστευμα» σημαίνει εμπίστευμα, του οποίου: (α) Ο εμπιστευματοπάροχος, είτε φυσικό είτε νομικό πρόσωπο, δεν είναι κάτοικος της Δημοκρατίας κατά το ημερολογιακό έτος, το οποίο προηγείται του έτους δημιουργίας του εμπιστεύματος· (β) ο ένας τουλάχιστον από τους εκάστοτε επιτρόπους καθ' όλη τη διάρκεια του εμπιστεύματος είναι κάτοικος της Δημοκρατίας· και (γ) κανένας από τους δικαιούχους, είτε φυσικό είτε νομικό πρόσωπο, με εξαίρεση αγαθοεργό ίδρυμα, δεν είναι κάτοικος της Δημοκρατίας κατά το ημερολογιακό έτος, το οποίο προηγείται του έτους δημιουργίας του εμπιστεύματος. Δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση της παραγράφου (β) του άρθρου 2 του Ν.69(Ι)/9 (ανωτέρω) στην παρούσα υπόθεση γιατί κατά τη δημιουργία του εμπιστεύματος και για περίοδο που ακολούθησε μοναδικός επίτροπος του εμπιστεύματος ήταν πρόσωπο που δεν διέμενε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την παράγραφο 21.1 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας που υποστηρίζει την αίτηση για παρεμπίπτοντα διατάγματα όπου αναφέρεται ότι ο αρχικός επίτροπος του εμπιστεύματος ήταν η εταιρεία ΧΧΧΧ Fiduciaires Sarl από την Ελβετία. Όπως περαιτέρω προκύπτει από τις παραγράφους 23 και 27 της εν λόγω ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, η προαναφερόμενη Ελβετική εταιρεία παρέμεινε ως επίτροπος του εμπιστεύματος από τις 29.4.2009 μέχρι τις 8.9.
- Με άλλα λόγια, το εμπίστευμα για 1½ περίπου χρόνο δεν είχε ένα τουλάχιστον επιίτροπο που να είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, άρα το επίδικο εμπίστευμα δεν είναι «Διεθνές» ως ορίζει το άρθρο 2 του Νόμου. Ως αποτέλεσμα, ο περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμος Ν.69(Ι)/1992δεν εφαρμόζεται και όλα τα δικαστικά διαβήματα που έλαβε η Ενάγουσα που χαρακτηρίζει το εμπίστευμα ως "διεθνές Κυπριακό εμπίστευμα" δεν είχαν οποιοδήποτε νομικό υπόβαθρο. Είναι ουσιαστικά παραδεκτό ότι η Αιτήτρια δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από ενέργειες ή πράξεις των Αιτητών, συνεπώς τα διατάγματα που εξασφάλισε (και αυτά που ζητά με την Εναρκτήρια Κλήση) είναι προληπτικής φύσης. Η έκδοση προληπτικών διαταγμάτων (γνωστά ως "Quia Timet") για επαπειλούμενη ζημιά δεν είναι άγνωστα στο Κυπριακό Δίκαιο. Για την έκδοσή τους, όμως, υπάρχουν αυστηρές προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Διατάγματα - Injunctions, Ερωτοκρίτου & Αρτέμης, έκδοση 2016, σελ. 188 - 189: ". απαιτείται να έχει προκληθεί ζημιά η οποία αν δεν εμποδιστεί θα συνεχίσει, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται τα δικαιώματα του ενάγοντα, π.χ. παράνομη εισαγωγή προϊόντων. Ο επαυξημένος κίνδυνος θα πρέπει να είναι άμεσος και θα πρέπει να υπάρχει αυξημένη ζημιά μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής. Για παράδειγμα το δικαστήριο δεν θα διστάσει να επέμβει αν η επαπειλούμενη ζημιά είναι καταστροφικής φύσης ή δημιουργεί σημαντική οχληρία. Η ζημιά δεν πρέπει να είναι απομακρυσμένη για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα. Αναμφίβολα, το μέγεθος και η σοβαρότητα της ζημιάς είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν. Αντίθετα, ασήμαντη ζημιά αγνοείται, όπως επίσης και ζημιά που μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά εκτός κι αν ο εναγόμενος ενεργεί προκλητικά, χρησιμοποιώντας την οικονομική του ισχύ για να παραβιάσει τα δικαιώματα του ενάγοντα". Η Αιτήτρια δεν ικανοποιεί με την ένορκη δήλωση της ποιος είναι ο επαυξημένος και άμεσος κίνδυνος για σοβαρή παραβίαση των δικαιωμάτων της και ποια είναι η επαπειλούμενη ζημιά καταστροφικής φύσης που θα υποστεί σε περίπτωση μη έκδοσης των διαταγμάτων. Η παρούσα υπόθεση δεν έχει κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά για να δικαιολογηθεί η έκδοση προληπτικού διατάγματος. Δεν υπάρχει κανένας άμεσος κίνδυνος για την Αιτήτρια εφόσον εάν και όταν οι Αιτητές αποφασίσουν να λάβουν μέτρα για την εκτέλεση της Αγγλικής Απόφασης επί της περιουσίας του επίδικου εμπιστεύματος, η Αιτήτρια ή και ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 / σύζυγός της θα ειδοποιούνταν και θα μπορούσαν να προβάλουν τις οποιεσδήποτε θέσεις τους. Συνεπώς, οποιουσδήποτε ισχυρισμούς έχουν, περιλαμβανομένων και των ισχυρισμών ότι το εμπίστευμα είναι διεθνές και/ή ότι σ΄ αυτό ρήτρα δικαιοδοσίας κλπ, θα μπορούσαν να τους προβάλουν στο κατάλληλο στάδιο, δηλαδή στο στάδιο της εκτέλεσης ή στο στάδιο που θα εγείρονταν ζητήματα που αφορούν το επίδικο εμπίστευμα. Επίσης, δεν υπάρχει καμία επαπειλούμενη ζημιά καταστροφικής φύσης για την Αιτήτρια. Τα παρεμπίπτοντα διατάγματα απαγορεύουν στους Αιτητές να προσφύγουν σε Δικαστήρια άλλα εκτός των Κυπριακών, περιλαμβανομένων και των Δικαστηρίων άλλων κρατών - μελών. Αναμφίβολα, δεν υπάρχει άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για μελλοντική καταστροφική για την Ενάγουσα ζημιά απλά και μόνο επειδή οι Αιτητές μπορεί να προσφύγουν σε Δικαστήριο άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφόσον η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 δεν υφίσταται για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω δεν μπορεί να υπάρχει σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας αφού η επιτυχία είναι συνυφασμένη με την καλή βάση αγωγής (δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60) Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 απαιτεί την προσκόμιση μαρτυρίας από τον Αιτητή ότι εκτός αν εκδοθούν τα παρεμπίπτοντα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Αιτήτρια για να ικανοποιήσει δήθεν αυτή την προϋπόθεση βρίσκονται στις παραγράφους 43 - 52 της ένορκης της δήλωσης που υποστηρίζει την αίτησή της για παρεμπίπτοντα διαταγματα. Επί της ουσίας, όμως, η Αιτήτρια δεν αναφέρει οτιδήποτε ούτε σε σχέση με το ύψος της ζημιάς που πιθανόν να προκληθεί σε αυτήν, ούτε σε σχέση με τη δυνατότητα των "πιθανών αδικοπραγούντων" να την αποζημιώσουν εάν ήθελε αποδειχθεί τέτοια ζημιά. Δεν κάνει καμία αναφορά στην οικονομική δυνατότητα οποιουδήποτε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, εκτός του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 / συζύγου της που ουδόλως ενδιαφέρει στην παρούσα διαδικασία. Ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι ικανοποιούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 δεν αρκούν για την έκδοση και την οριστικοποίηση των διαταγμάτων αφού και οι 3 προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Στην υπόθεση Παναγίδου ν Παναγίδου,
(2001)1 ΑΑΔ 396, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Το Δικαστήριο κατέληξε ότι αν και ικανοποιούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, δεν ικανοποιείτο η τρίτη. Προβλήθηκε από τους εφεσείοντες η θέση ότι όταν το αντικείμενο του συντηρητικού διατάγματος είναι και το αντικείμενο της αγωγής, το Δικαστήριο εξετάζει μόνο τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία. Αν αποφασίσει ότι οι δύο αυτές προϋποθέσεις ικανοποιούνται, εκδίδει το αιτούμενο διάταγμα χωρίς να εξετάσει κατά πόσο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η θέση αυτή είναι εσφαλμένη και σε πλήρη αντίθεση, τόσο με τη σαφή διατύπωση του άρθρου 32, όσο και με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει, χωρίς οποιανδήποτε εξαίρεση.» Και στην C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 AAΔ 785: "Ορθά, νομίζουμε, είδε πως η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα "να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του" αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης. Δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Εκρινε, λοιπόν, πως δεν ικανοποιείτο αυτή η προϋπόθεση. Ο ισχυρισμός των εφεσειόντων για "πληροφορίες από έγκυρους τραπεζικούς κύκλους... σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση", ήταν αόριστος και δεν είχε αξία. Δεν αποκαλυπτόταν η πηγή των πληροφοριών και περαιτέρω "ούτε τα στοιχεία συνηγορούν ή κατατείνουν στο αληθές των πληροφοριών". Όταν, μάλιστα, φάνηκε ότι πρόσφατα είχε δανειοδοτηθεί η εταιρεία χωρίς επιβάρυνση του ακινήτου." Ούτε η προϋπόθεση του «κατεπείγοντος» έχει ικανοποιηθεί στην παρούσα υπόθεση. Δεν υπάρχει κανένας άμεσος κίνδυνος για την Αιτήτρια εφόσον εάν και όταν οι Αιτητές αποφασίσουν να λάβουν μέτρα για την εκτέλεση της Αγγλικής Απόφασης με κατάσχεση της περιουσίας του επίδικου εμπιστεύματος, η Αιτήτρια καθώς και ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 / σύζυγός της θα ειδοποιούνταν. Συνεπώς, οποιουσδήποτε ισχυρισμούς έχει η Αιτήτρια και ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 / σύζυγός της, περιλαμβανομένων και των ισχυρισμών που αφορούν τις πρόνοιες του Κυπριακού Δικαίου και τους όρους του εμπιστεύματος για την ρήτρα δικαιοδοσίας, θα μπορούν να τους προβάλουν στο κατάλληλο στάδιο, δηλαδή στο στάδιο της εκτέλεσης ή στο στάδιο που θα εγείρονταν ζητήματα που αφορούν το επίδικο εμπίστευμα, ενώπιον του Δικαστηρίου που θα επιλαμβανόταν της εκτέλεσης. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Resola ν Χρίστου, ημερομηνίας
(1998)1 AAΔ 598: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση». Περαιτέρω, όπως αναφέρω και πιο πάνω, δεν υπάρχει καμία επαπειλούμενη ζημιά για την Ενάγουσα, διότι το Αγγλικό Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει το κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει το οποιοδήποτε αίτημα των Αιτητών, καθώς επίσης και να αποφασίσει ζητήματα που προκύπτουν από το Κυπριακό Δίκαιο, διότι άλλο θέμα είναι η δικαιοδοσία και άλλο το εφαρμοστέο δίκαιο. Στην απουσία λοιπόν αναγκαίου διαδίκου εντός Κύπρου, δεν υπήρχε εξουσία παροχής άδειας στην Αιτήτρια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Με βάση τη Δ.6 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας Κλητηρίου Εντάλματος δίδεται στις ακόλουθες περιπτώσεις: «(
- a)(
- a)the whole, subject matter of the action is immovable property of any kind situated in Cyprus; or (
- b)(
- b)any act, deed, will, contract, obligation, or liability affecting immovable property of any kind situated in Cyprus, is sought to be construed, rectified, set aside, or enforced in the action; or (
- c)(
- c)any relief is sought against any person domiciled or ordinarily resident in Cyprus; or (
- d)(
- d)the action is for the administration of the movable property of any deceased person who at the time of his death was domiciled in Cyprus, or for the execution (as to property situated in Cyprus) of the trusts of any written instrument, of which the person to be served is a trustee, which ought to be executed according to the law of Cyprus ; or (
- e)(
- e)the action is one brought to enforce, rescind, dissolve, annul, or otherwise affect a contract or to recover damages or other relief for or in respect of the breach of a contract— (
- i)(
- i)made in Cyprus, or (
- ii)(
- ii)made by or through an agent trading or residing in Cyprus on behalf of a principal trading or residing out of Cyprus, or is one brought in respect of a breach committed in Cyprus of a contract wherever made, even though such breach was preceded or accompanied by a breach out of Cyprus which rendered impossible the performance of the part of the contract which ought to have been performed in Cyprus ; or (
- ee)(
- a)the action is founded on a civil wrong committed in Cyprus ; or (
- f)(
- b)any injunction is sought as to anything to be done in Cyprus, or any nuisance in Cyprus is sought to be prevented or removed, whether damages are or are not also sought in respect thereof ; or (
- g)(
- h)any person out of Cyprus is a necessary or proper party to an action properly brought against some other person duly served in Cyprus.» Η παρούσα υπόθεση δεν θα ενέπιπτε σε καμία από τις πιο πάνω κατηγορίες της Δ.6 θ.1, αν η Αιτήτρια δεν προσέθετε ως Καθ΄ ων η Αίτηση τους Επιτρόπους του εμπιστεύματος (Κυπριακή Εταιρεία). Με την προσθήκη των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ορθά το Δικαστήριο επελήφθη της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και παραχώρησε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Ως εκ τούτου το διάταγμα ημερ. 2.2.18 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του οποίου επιδιώκεται επίσης με την παρούσα αίτηση ημερ. 19.4.18 η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός δεν είναι δυνατό να παραμεριστεί και/ή ακυρωθεί. Όπως εξηγείται στις παραγράφους 6 - 10 της ένορκης δήλωσης της κας Παπαθωμά, δεν έχει γίνει κανονική επίδοση των εγγράφων στους Εναγόμενους / Αιτητές θέμα που επηρέασε την έγκαιρη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο. Κατ' αρχάς, όπως παραδέχεται η πλευρά της Αιτήτριας με την παράγραφο 12.5 της ένορκης δήλωσης της κας Ελένης Νεοπτολέμου που υποστηρίζει την Ένσταση, η επίδοση δεν έγινε σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης η οποία κυρώθηκε με τον Περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικό) Νόμο Ν.40/1982, αλλά με DHL. Περαιτέρω οι Αιτητές διατείνονται ότι η εν λόγω σύμβαση έχει αυξημένη ισχύ εφόσον πρόκειται για Διεθνή Σύμβαση συνεπώς οι πρόνοιες της υπερισχύουν οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή Κανονισμού και δεν είναι απλά βοηθητική όπως ισχυρίζεται η κα Νεοπτολέμου, αλλά καθορίζει εξαντλητικά τους τρόπους επίδοσης. Άλλωστε η κάθε χώρα - μέλος της σύμβασης είχε δικαίωμα να δηλώσει κατά πόσο ενίσταται σε κάποιο από τους προτεινόμενους τρόπους επίδοσης. Η επίδοση επίσης, διατείνονται οι Αιτητές, είναι αντικανονική και για τον λόγο ότι τα έγγραφα της παρούσας υπόθεσης δεν έχουν επιδοθεί σε άτομα που ήταν κατάλληλα εξουσιοδοτημένα να δέχονται επίδοση για λογαριασμό των Εναγομένων / Αιτητών. Για την μη εξουσιοδότηση των ατόμων που παρέλαβαν τα έγγραφα περιορίζεται ο ισχυρισμός σε ότι αφορά τους Εναγόμενους 4-6. Όπως επεξηγείται στην Ένορκη Δήλωση της κας Παπαθωμά, ο κ. ΧΧΧΧ Abulgazin στον οποίον παραδόθηκαν τα έγγραφα είναι υπάλληλος της εταιρείας ΧΧΧΧ Recycling LLP, η οποία δεν είναι διάδικος ούτε έχει σχέση με την παρούσα διαδικασία και δεν μπορούσε να παραλαμβάνει έγγραφα για λογαριασμό οποιασδήποτε από τις 4 εταιρείες που είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση. Δεν θα συμφωνήσω με τους Αιτητές ότι η επίδοση ήταν κακή και ως εκ τούτου τα διατάγματα θα πρέπει να παραμεριστούν εκ του λόγου αυτού. Στην ουσία οι Καθ΄ ων η Αίτηση έλαβαν γνώση της Εναρκτήριας Κλήσης και των εκδοθέντων διαταγμάτων όπως οι ίδιοι παραδέχονται αλλά για τους λόγους που εξηγούν και είναι αποδεκτοί απέτυχαν έγκαιρα να αποταθούν στο Δικαστήριο και να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα των εκδοθέντων διαταγμάτων και/ή να καταχωρήσουν αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης και της Εναρκτήριας Κλήσης. Στην Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 247, αποφασίστηκε ότι στις περιπτώσεις που η επίδοση είναι κακή, η απόφαση και/ή το διάταγμα παραμερίζεται αυτόματα: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του». Συνεπώς, επιπροσθέτως των λόγων που αναλύθηκαν πιο πάνω δυνάμει των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει τα επίδικα Διατάγματα χωρίς να εξετάσει οτιδήποτε άλλο, όπως π.χ. η έλλειψη δικαιοδοσίας, υπάρχουν και οι δύο ακόλουθες περιπτώσεις που το Δικαστήριο παραμερίζει αποφάσεις ή διατάγματα αν αυτά εκδόθηκαν ερήμην:
(1)όπου η επίδοση είναι καλή, αλλά ο εναγόμενος παρουσιάζει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και η παράλειψή του να εμφανιστεί δεν είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. απόφαση στην Morris ανωτέρω) και
(2)όπου η επίδοση είναι κακή, οπότε ο παραμερισμός διατάσσεται χωρίς να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο. Εφόσον το Δικαστήριο θεωρεί καλές τις επιδόσεις, ο λόγος παραμερισμού και/ή ακύρωσης των εκδοθέντων διαταγμάτων (ανεξάρτητα του λόγου της ύπαρξης ή μη δικαιοδοσίας) είναι η προτεινόμενη ύπαρξη "καλής υπεράσπισης" από τους Αιτητές σε συνδυασμό με το δικαιολογημένο της απουσίας τους κατά την ημερομηνία της οριστικοποίησης τους. Θα συμφωνήσω επίσης με τους Αιτητές ότι τα παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι αντικανονικά γιατί δεν προνοούν μέχρι πότε θα παραμείνουν σε ισχύ αλλά θα διαφωνήσω ότι η εγγύηση είναι ανεπαρκής. Παρά το ότι είναι συνδεδεμένη με την απαίτηση, εντούτοις η εγγύηση παραχωρείται για άλλους λόγους εφόσον η Αιτήτρια αποτείνεται μονομερώς στο Δικαστήριο. Επαναλαμβάνω ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 είναι απλά οι επίτροποι του εμπιστεύματος, δεν έχουν και δεν μπορούν να εκτελέσουν οποιαδήποτε απόφαση εναντίον της Αιτήτριας ή του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 / συζύγου της, ούτε έχουν απειλήσει την Αιτήτρια με οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια που μπορεί να της προκαλέσει ζημιά. Ο δε ισχυρισμός της Αιτήτριας στην παράγραφο 46 της ένορκης της δήλωσης ότι "οι επίτροποι του Εμπιστεύματος παρέλειψαν να προστατεύσουν τα περιουσιακά στοιχεία αυτού" είναι τόσο γενικός, αόριστος και ασαφής που αγνοείται παντελώς. Άλλωστε οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 έχουν υποβοηθήσει στο να οριστικοποιηθούν τα παρεμπίπτοντα διατάγματα εφόσον εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και δήλωσαν ότι δεν έχουν σκοπό να καταχωρήσουν ένσταση. Και σε κάθε περίπτωση, αν οι επίτροποι παρέβησαν οποιοδήποτε καθήκον τους βάσει του εμπιστεύματος προς την Ενάγουσα, αυτό θα αποτελούσε μια εντελώς ξεχωριστή βάση αγωγής, εναντίον ξεχωριστού από τους Αιτητές διαδίκου, η οποία φυσικά δεν θα μπορούσε να συνενωθεί σε υπόθεση εναντίον των Αιτητών. Είναι ξεκάθαρο ότι η Ενάγουσα επέλεξε να προσθέσει τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ως διάδικους στην παρούσα υπόθεση διότι δεν υπάρχει άλλο πρόσωπο εντός της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου που να μπορεί να χρησιμοποιήσει η Αιτήτρια για να ισχυριστεί ότι το Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση. Η ισχυριζόμενη βάση αγωγής, δηλαδή η δήθεν «απειλή» περί λήψης μέτρων εκτέλεσης από πλευράς Αιτητών, δεν έλαβε χώρα στην Κύπρο, ούτε οι Αιτητές διαμένουν στην Κύπρο. Περαιτέρω, η δήθεν πιθανή μελλοντική ζημιά θα δημιουργηθεί εκτός Κύπρου εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος είναι εκτός Κύπρου. Αναμφίβολα, οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1, Επίτροποι του εμπιστεύματος, δεν είναι «αναγκαίοι διάδικοι» και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης σύνδεσης της παρούσας υπόθεσης με την Κύπρο οι πιθανότητες επιτυχίας της Εναρκτήριας Κλήσης σε περίπτωση που τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία επί των περιουσιακών στοιχείων των εμπιστευμάτων είναι περιορισμένες. Ο Καθ΄ ου η αίτηση 2 / σύζυγος της Αιτήτριας γνώριζε για την παρούσα διαδικασία και έχει συγκατατεθεί στην έκδοση των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Η Αιτήτρια στρέφεται εναντίον του συζύγου της ενώ υπάρχει πλήρης συνεννόησή μεταξύ τους. Η Αιτήτρια διατείνεται ότι επέδωσε τα δικαστικά έγγραφα της παρούσας διαδικασίας στον Καθ΄ου η Αίτηση 2, και αυτός εμφανίστηκε στο Δικαστήριο μέσω δικηγόρου για να δηλώσει ότι συμφωνεί με ότι ζητά η Ενάγουσα προστατεύοντας προληπτικά τα συμφέροντα αμφοτέρων στο εμπίστευμα. Η Αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα της διαδικασίας στο Αγγλικό Δικαστήριο και παραπλάνησε το Δικαστήριο όσον αφορά το νομικό υπόβαθρο της Εναρκτήριας Κλήσης για το εφαρμοστέο δίκαιο και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για να επιτύχει την έκδοση δραστικών διαταγμάτων αποδίδοντας αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων επί του εμπιστεύματος το οποίο παρουσίασε ως "διεθνές" χωρίς να αποκαλύπτει ότι ο περί Διεθνώς Εμπιστευμάτων Νόμος δεν εφαρμόζεται (βλ. άρθρο 12(β) του Ν.69(Ι)/1992). Παρέλειψε επίσης να αναφέρει ότι οι πρόνοιες του ΕΚ1215/12 και της Σύμβασης του Lugano του 2007 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων υπερισχύουν των προνοιών του Κυπριακού Νόμου και της ρήτρας δικαιοδοσίας που προσθέτει αποκλειστική δικαιοδοσία στο κράτος μέλος όπου ζητείται η εκτέλεση της απόφασης. Στην προσπάθεια της να προσδώσει καταχρηστική στο Κυπριακό Δικαστήριο δικαιοδοσία η Αιτήτρια πρόσθεσε ως Εναγόμενους τους Επιτρόπους του εμπιστεύματος (Καθ΄ ου η Αίτηση 1 Κυπριακή Εταιρεία) και τον σύζυγο της (Καθ΄ ου η Αίτηση 2) με τους οποίους προφανώς συνωμότησε για να εκδοθούν εκ συμφώνου τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που επηρεάζουν μόνο τους Αιτητές και διαφυλάττουν τα συμφέροντα της Αιτήτριας και του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 συζύγου της στο εμπίστευμα. Η υποχρέωση αποκάλυψης του Αιτητή που βασίζεται στην καλή πίστη όταν αποτείνεται στο Δικαστήριο μονομερώς για παραχώρηση θεραπείας επεκτείνεται και σε νομικά ζητήματα (βλ. Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 ΑΑΔ 82 και Memory Corporation Plc v. Sidhu
(2000)1 WLR
- Αυτή η υποχρέωση της Αιτήτριας δεν εκπληρώθηκε ούτε κατ΄ ελάχιστον από την ίδια και είναι ένας πρόσθετος λόγος ακύρωσης των εκδοθέντων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου τροχιοδρομούν και την κατάληξη της Αίτησης ημερ. 19.4.18 όπως επίσης και της Αίτησης ημερ. 31.5.
- Όλα τα διαβήματα της Αιτήτριας που βασίστηκαν στην Εναρκτήρια Κλήση για έκδοση των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, εδράζονται επί ακροσφαλούς βάσεως όσον αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για τα οποία δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να αποφανθεί το Δικαστήριο. Οι λόγοι όμως που προτείνονται ότι θα προβάλλοντο για τη μη οριστικοποίηση των διαταγμάτων σε περίπτωση που τέτοια δυνατότητα είχαν οι Αιτητές να αποταθούν έγκαιρα στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και των άρθρων 4-9 του Κεφ. 6, επιτυγχάνουν. Ως εκ τούτου τα επίδικα παρεμπίπτοντα διατάγματα ακυρώνονται στην (ολότητα τους) δηλαδή και για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 πλην του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Επίσης η αίτηση ημερ. 31.5.18 απορρίπτεται. Σε αμφότερες τις Αιτήσεις τα έξοδα είναι υπέρ των Αιτητών στην αίτηση ημερ. 19.4.18, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "32
(2)Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω
(1), δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτο διάταγμα." [2] "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, is shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." [3] "Every order, if and when drawn up, shall be drawn up in the same manner as judgments are by these Rules directed to be drawn up, and when drawn up, shall show on the face of it by whom, or on whose behalf, the application was made, and the nature of the order made. Every such order may be set aside or varied in the same way as a judgment, and may be enforced in any manner in which the judgment of a Court may be enforced" cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο