← Κύπρος

ALARCONACO ENTERPRISES LIMITED ν. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2682/2015, 27/11/2018

ALARCONACO ENTERPRISES LIMITED ν. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2682/2015, 27/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A212 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2682/2015 Μεταξύ: ALARCONACO ENTERPRISES LIMITED Ενάγουσας ΚΑΙ 1.XXXXX ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ 2.XXXXX ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 13.3.2017 ΓΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΩΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Ημερομηνία: 27.11.2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Ασπρομάλλη για Σκορδής & Στεφάνου ΔΕΠΕ Για τους Εναγομένους 1 και 2-Καθ΄ων η αίτηση: κ. Μηνά για Κολοκασίδη Χατζηπιερής & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) Με την αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στις 2.12.2015 επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Δ.2 θ.1) και την Έκθεση Απαίτησης που ακολούθησε στις 26.4.2016, αφού καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης των Εναγομένων 1 και 2 στις 23.12.2015, η Ενάγουσα αξιώνει απόφαση ανάκτησης κατοχής ως η νόμιμη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια οικίας επί συγκεκριμένου τεμαχίου και διάταγμα παράδοσης ελεύθερης και κενής της κατοχής της εν λόγω οικίας. Αφού καταχωρήθηκε υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 3.2.2017, η Ενάγουσα-Αιτήτρια (στο εξής Αιτήτρια) καταχώρησε στις 13.3.2017 την παρούσα Αίτηση με την οποία εξαιτείται: «(Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάσσεται η διαγραφή των παραγράφων 4, 5 και 6 της έκθεσης υπεράσπισης λόγω του ότι είναι καταχρηστικές και ή επιπόλαιες και ή ενοχλητικές και ή σκανδαλώδεις και ή ασήμαντες και ή εκδικητικές και ή άσχετες με τα επίδικα θέματα και ή τείνουν να περιπλέξουν και ή καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής και ή συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) και ή ως μη αναγκαίες και ή αχρείαστες. (Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάσσεται η διαγραφή και ή απόρριψη των παραγράφων 2(Α) και 2(Β) της Ανταπαίτησης λόγω του ότι δεν αποκαλύπτει οιανδήποτε εύλογη αιτία αγωγής και ή απαίτησης (reasonable cause of action) και ή δεν συνδέεται με τα επίδικα θέματα και ή δεν ενδείκνυται να εκδικαστεί στα πλαίσια της παρούσης αγωγής και ή είναι ασήμαντη και ή εκδικητική (frivolous or vexatious).» Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη Δ.19 θ.3, 4 και 26, Δ.21 θ.10, Δ.27 θ.1-3, Δ.29 θ.1 και 2, Δ.30 θ.2(g), Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις Συμφυείς Εξουσίες και στη Διακριτική Ευχέρεια του Δικαστηρίου και στις Γενικές Αρχές του Νόμου και της Νομολογίας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Αιτήτριας που συνοδεύει την Αίτηση, η οποία έχει ως ακολούθως: «

  1. Είμαι στην υπηρεσία των εναγόντων, στο Τμήμα Αναδιαρθρώσεων, και χειρίζομαι μεταξύ άλλων και την εν λόγω υπόθεση. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες να προβώ στην παρούσα στην οποία προβαίνω από τα γεγονότα που μου είναι προσωπικά γνωστά, και όπου αναφέρομαι σε νομικά θέματα και ισχυρισμούς δυνάμει νομικής συμβουλής που έχω λάβει από τους δικηγόρους των εναγόντων.
  2. Στην παρούσα αγωγή οι εναγόμενοι καταχώρησαν έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης στις 3.2.
  3. Από την μελέτη της εν λόγω έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης προέκυψε, βάσει και νομικής συμβουλής που έχουμε λάβει από τους δικηγόρους των εναγόντων, η ανάγκη καταχώρησης της παρούσας αίτησης για τους λόγους που εξηγώ αναλυτικότερα κατωτέρω.
  4. Εν πρώτοις επιθυμώ να αναφέρω ότι πριν την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής με γνώμονα το αίτημα των εναγομένων για παράταση του χρόνου παράδοσης κενής και ελευθέρας κατοχής της επίδικης οικίας, σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας ημερ. 28.7.2011 και της επιπρόσθετης αυτής ημερ. 16.9.2011 υπήρξαν πολλές επαφές με τους εναγομένους για εξεύρεση του τέτοιου χρόνου.
  5. Περαιτέρω αναφέρω ότι ακόμη και μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής υπήρξαν μετά από αίτημα των εναγομένων πολλές επαφές/συζητήσεις με τους εναγόμενους και ή τους δικηγόρους τους για τον χρόνο που θα καθοριζόταν μέσα στα πλαίσια έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης για παράδοση κενής και ελευθέρας κατοχής της επίδικης οικίας εκ μέρους τους. Από την όλη εξέλιξη της διαδικασίας είναι φανερόν ότι η πρόθεση των εναγομένων ήταν απλά η καθυστέρηση εκδίκασης της Αγωγής εις βάρος των συμφερόντων των Εναγόντων.
  6. Ειλικρινά πιστεύω και δυνάμει νομικής συμβουλής που έχω λάβει ότι οι ισχυρισμοί και οι θέσεις που περιέχονται στις παραγράφους 4, 5 και 6 της έκθεσης υπεράσπισης είναι αχρείαστε, καταχρηστικές και ενοχλητικές. Ουσιαστικά οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα και τις βάσεις αγωγής των εναγόντων και εκδικητικοί και αφορούν συμφωνίες οι οποίες έγιναν με 3α πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση και πριν από 6 περίπου χρόνια και ουδέποτε μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής προσβλήθηκαν ή αμφισβητήθηκαν με οιοδήποτε τρόπο. Περαιτέρω εισηγούμαι ότι σε συνδυασμό και με τα αιτητικά της έκθεσης ανταπαίτησης οι εν λόγω ισχυρισμοί ουδέν έχουν να προσφέρουν στην υπόθεση των εναγομένων αφού ουσιαστικά καταλήγουν σε διεκδίκηση αναγνωριστικών αποφάσεων και διαταγμάτων για συμφωνίες που αφορούν 3α πρόσωπα τα οποία δεν είναι παρόντα και στα οποία (εάν επιτραπεί η εκδίκαση των) δεν θα δοθεί το δικαίωμα να ακουστούν.
  7. Περαιτέρω, δεδομένης και της έκτασης και φύσης των εν λόγω ισχυρισμών, είναι φανερό ότι αυτοί θα περιπλέξουν και θα καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής εις βάρος των συμφερόντων των εναγόντων αυξάνοντας αχρείαστα τα έξοδα της διαδικασίας. Αναμφίβολα οι εν λόγω ισχυρισμοί των Εναγομένων αλλά και η συμπερίληψη τους στην Έκθεση Υπεράσπισης, συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) και αντίκεινται στους σχετικούς δικονομικούς κανόνες.
  8. Περαιτέρω η Ανταπαίτηση, και συγκεκριμένα οι παράγραφοι 2(Α) και 2(Β) θα πρέπει να απορριφθούν και διά τον λόγο ότι ουδεμία σχέση έχουν με την βάση της παρούσας αγωγής και αφορούν συμφωνίες οι οποίες έγιναν με 3α πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση και πριν από 6 περίπου χρόνια και ουδέποτε μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής προσβλήθηκαν ή αμφισβητήθηκαν με οιοδήποτε τρόπο. Ως εκ τούτου ειλικρινά πιστεύω ότι η Ανταπαίτηση έγινε καθαρά για εκδικητικούς λόγους και για λόγους καθυστέρησης της διαδικασίας αλλά και ότι οι συγκεκριμένες παράγραφοι της δεν είναι πρόσφορο να συνεκδικαστούν με την παρούσα αγωγή. Εξάλλου σημειώνω ότι το αιτητικό υπό

(2)(Β) αναφέρεται σε Υποθήκες οι οποίες δεν υφίστανται πλέον αφού βάσει μεταγενέστερων συμφωνιών έχουν διαγραφεί.
  1. Ειλικρινά πιστεύω, δυνάμει νομικής συμβουλής που έχω λάβει από τους δικηγόρους των εναγόντων, ότι η Ανταπαίτηση των εναγομένων υπό στοιχεία 2(Α) και 2(Β) στερείται οιασδήποτε νομικής βάσης και ή νομικής συνάφειας με την παρούσα αγωγή και ότι ενόψει τούτου οι παράγραφοι 2(Α) και 2(Β) θα πρέπει να διαγραφούν και να απορριφθούν.
  2. Εξ όσων πιστεύω και όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας οι προαναφερθείσες παράγραφοι δεν θα πρέπει να παραμείνουν στα δικόγραφα για όλους τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω.
  3. Ευσεβάστως εισηγούμαι ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση διαταγμάτων ως τα αιτούμενα. Οι εναγόμενοι ουδεμία ζημία θα υποστούν από την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων αλλά αντίθετα η έκδοση τους θα εξυπηρετήσει καλύτερα το συμφέρον της δικαιοσύνης και της ταχείας και ορθής εκδίκασης της παρούσας αγωγής.
  4. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ευσεβάστως εξαιτούμαι την έκδοση σχετικών διαταγμάτων ως η παρούσα αίτηση.» Οι Εναγόμενοι 1 και 2-Καθ΄ων η αίτηση (στο εξής Καθ΄ων η αίτηση) καταχώρησαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην Αίτηση, η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.3, 4, 16, 18 και 26, Δ.21 θ.7Α, 10 Δ.27 θ.1-3, Δ.29 θ.1-2, Δ.30, Δ.48 θ.1-4, 7-9, Δ.64, στη Νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και επί της πρακτικής του Δικαστηρίου και των γενιών αρχών του Νόμου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  5. Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και ή ανεπίτρεπτη και ή αντίθετη και ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της Πρακτικής του Δικαστηρίου.
  6. Τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση και, ειδικότερα, στις παραγράφους 4, 5 και 6 αυτής προκύπτουν από και ή αποτελούν την Υπεράσπιση των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση σε ισχυρισμούς και ή γεγονότα που θίγονται στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων-Αιτητών.
  7. Ουδεμία θέση και ή ισχυρισμός των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση είναι αχρείαστος και ή καταχρηστικός και ή ενοχλητικός και ή άσχετος με τα επίδικα θέματα και τις βάσεις Αγωγής και ή εκδικητικός.
  8. Ουδείς εκ των ισχυρισμών των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση στην Έκθεση Υπεράσπισης ή οποιαδήποτε ανταπαίτηση αποσκοπεί στο να περιπλέξει και ή να καθυστερήσει την εκδίκαση της παρούσης Αγωγής και ή να πλήξει τα συμφέροντα των Εναγόντων-Αιτητών αυξάνοντας αχρείαστα τα έξοδα της διαδικασίας.
  9. Ουδείς ισχυρισμός περιληφθείς στην Έκθεση Υπεράσπισης και ή στην Ανταπαίτηση των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση δεν είναι περιττός και ή σκανδαλώδης και ή ασαφής και ή δυσανάγνωστος και ή θίγει ασήμαντο και ή άσχετο με τη βάση της Αγωγής ζήτημα και ή τείνει να επηρεάσει και ή να ενοχλήσει και ή να καθυστερήσει τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης σε μια αγωγή προκαλώντας έξοδα και ή μπελάδες και ή καθυστέρηση στη διαδικασία.
  10. Ουδεμία κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court) έγινε από μέρους των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση διά της συμπερίληψης και επίκλησης όλων των ισχυρισμών και ανταπαιτήσεων τους στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση, και ουδείς εξ αυτών αντίκειται στους δικονομικούς κανόνες.
  11. Η Ανταπαίτηση που καταχωρήθηκε από τους Εναγομένους-Καθ΄ων η αίτηση και συγκεκριμένα οι παράγραφοι 2(Α) και 2(Β) δεν πρέπει να απορριφθούν για τον λόγο ότι αφορούν συναφή με την παρούσα Αγωγή ζητήματα και ή είναι αλληλένδετα με τη βάση της παρούσας Αγωγής, γεγονός που καθιστά την εξέτασή τους στα πλαίσια της εκδίκασης της παρούσης Αγωγής αναγκαία, δίκαιη και πρόσφορη, ώστε να διασφαλιστεί η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, οι διάδικοι να τύχουν δίκαιης δίκης και να προστατευθούν τα εκ του Συντάγματος, των Νόμων και Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας κατοχυρωμένα δικαιώματά τους ως προς την ουσία και τη διαδικασία της Αγωγής.
  12. Τυχόν διαγραφή των παραγράφων 2(Α) και 2(Β) της Ανταπαίτησης των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση, θα αποστερούσε από τους Εναγομένους-Καθ΄ων η αίτηση το δικαίωμα να επικαλεστούν τις εν λόγω ανταπαιτήσεις προς κατοχύρωση των συμφερόντων και δικαιωμάτων τους.
  13. Οι Εναγόμενοι-Καθ΄ων η αίτηση έχουν το εκ του Συντάγματος, των Νόμων και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας απορρέον δικαίωμα να υπερασπιστούν τη θέση τους και να απαντήσουν σε ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης και ή να καταχωρήσουν Ανταπαίτηση για σχετιζόμενα με τη βάση της παρούσας Αγωγής θέματα.
  14. Οι Εναγόμενοι-Καθ΄ων η αίτηση ενήργησαν καλή τη πίστει, χωρίς πρόθεση εκδίκησης και ή πρόκλησης καθυστέρησης της διαδικασίας.
  15. Η ανταπαίτηση 2(Β) των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση σχετικά με τις αναφερόμενες σ΄ αυτήν Υποθήκες, θα ήταν εύλογο και δίκαιο να εκδικαστεί στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής.
  16. Οι σκοπούμενες διά της παρούσης Αίτησης θεραπείες προκαλούν σύγχυση, αντιβαίνουν στα προβλεπόμενα από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και προκαλούν πρόβλημα στην ομαλή διεξαγωγή της υπόθεσης και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
  17. Δεν υπάρχουν και ή δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και ή τη χρησιμότητα και ή την αναγκαιότητα της έκδοσης των επιζητούμενων διά της παρούσης Αίτησης θεραπειών.
  18. Η Αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών γίνεται κακόπιστα και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.
  19. Η παρούσα Αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και ή εκτροχιάσει και ή δυσχεράνει και ή περιπλέξει και ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία και ή κατά συνέπεια να παρεμποδίσει την ακροαματική διαδικασία.
  20. Οι σκοπούμενες με την παρούσα Αίτηση θεραπείες θέτουν σε δυσμενή θέση τους Εναγομένους της παρούσης Αγωγής.
  21. Προς κατοχύρωση και προστασία των συμφερόντων και των δικαιωμάτων των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση και συμφώνως με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, οι υπερασπίσεις τους θα πρέπει να παραμείνουν δικογραφημένες, ώστε οι Ενάγοντες-Αιτητές να μην καταληφθούν εξ απίνης.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση δικηγόρου συνεργαζόμενου με τους δικηγόρους των Καθ΄ων η αίτηση, η οποία συνοδεύει την ένσταση και έχει ως εξής: «
  22. Είμαι δικηγόρος, συνεργαζόμενος με τους δικηγόρους των Εναγομένων-Καθ'ων η αίτηση, είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Εναγομένους-Καθ'ων η αίτηση όπως προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση για σκοπούς καταχώρησης ένστασης στην αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών ημερομηνίας 13/03/2017 και ορκίζομαι τηv παρούσα υπό τηv πιο πάνω ιδιότητα μου εξ όσων πιο καλά γνωρίζω, πληροφορούμαι και πιστεύω.
  23. Δεν έχω προσωπικά τον νομικό χειρισμό της υπόθεσης και οι όποιες αναφορές μου πιο κάτω σε νομικά θέματα προκύπτουν από νομικές συμβουλές που έχω λάβει από τους δικηγόρους του γραφείου μας κ.κ. Γεώργιο Κολοκασίδη και Μιχάλη Μιχαήλ που έχουν τον νομικό χειρισμό της υπόθεσης. Για τα λοιπά θέματα στα οποία αναφέρομαι πιο κάτω η γνώση μου είναι προσωπική και προκύπτει από νομική έρευνα που έχω πραγματοποιήσει και από πληροφορίες που έχω λάβει από τους Εναγόμενους-Καθ'ων η αίτηση.
  24. Εξ όσων πληροφορήθηκα από τους ίδιους τους Εναγόμενους-Καθ'ων η αίτηση, ο Εναγόμενος 1 πάσχει από σοβαρής μορφής καρκίνο, η Εναγόμενη 2 είναι ανάπηρη, και οι δύο είναι κατάκοιτοι στο κρεβάτι και, ως εκ τούτου, δεν κατέστη εφικτό να μεταβούν ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για να ορκιστούν την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Για τον λόγο αυτό ορκίζομαι προσωπικά την παρούσα ένορκη δήλωση και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος προς τούτο από τους Εναγόμενους-Καθ'ων η αίτηση.
  25. Έχω διαβάσει την αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών ημερομηνίας 13/03/2017 και την ένορκο δήλωση της XXXXX Σκουφή που την συνοδεύει και διαφωνώ πλήρως με αυτή και αρνούμαι όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Αίτηση και την ένορκη δήλωση, υιοθετώ όμως και επαναλαμβάνω το περιεχόμενο της Ένστασης στην Αίτηση, και σχετικά απαντώ ως εξής στην παρούσα Αίτηση:
  26. Δυνάμει νομικής συμβουλής που έχω λάβει και όπως με ενημέρωσαν οι Εναγόμενοι-Καθ' ών η Αίτηση, οι ισχυρισμοί, επί των οποίων βασίζεται η παρούσα Αίτηση καταχωρηθείσα μετά της Ενόρκου Δηλώσεως της κας. XXXXX Σκουφής, και οι οποίοι αναφέρονται σε κατ' ισχυρισμόν συμφωνίες που έγιναν με τρίτα πρόσωπα και σε Υποθήκες, συνιστούν θέματα και ισχυρισμούς που οι ίδιοι οι Ενάγοντες-Αιτητές επικαλέστηκαν στην Έκθεση Απαίτησής τους στην παρούσα Αγωγή και συγκεκριμένα στις παραγράφους 4 και 5 αυτής.
  27. Περαιτέρω, πρόκειται για κατ' ισχυρισμόν συμφωνίες και Υποθήκες και, διαζευκτικά ή επιπρόσθετα, εάν ακόμη αποδειχθεί η ύπαρξη τέτοιων συμφωνιών και Υποθηκών, αυτές υπεγράφησαν υπό τις συνθήκες που αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5, 6, 7 και 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Κατόπιν νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, κρίνεται ως αναγκαίο, δίκαιο, εύλογο και πρόσφορο οι προαναφερθείσες παράγραφοι της Έκθεσης Υπερασπίσεως, αλλά και σε συνδυασμό με τα αιτητικά της Έκθεσης Ανταπαίτησης των Εναγομένων-Καθ'ων η αίτηση να εξεταστούν κατά την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής, ώστε να διασφαλιστεί η ορθή απονομή της δικαιοσύνης και η αρχή της δίκαιης δίκης, χωρίς να αποστερηθεί από τους Εναγομένους-Καθ'ων η αίτηση το δικαίωμα να προβάλουν ολοκληρωμένα την υπεράσπισή τους και την ανταπαίτησή τους σε ζητήματα συναφή και ήδη εγερθέντα από τους Ενάγοντες-Αιτητές στα δικόγραφά τους.
  28. Ως εκ τούτου, οι παράγραφοι 4, 5 και 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης δεν μπορούν να θεωρηθούν ως καταχρηστικές, επιπόλαιες, ενοχλητικές, σκανδαλώδεις, ασήμαντες, εκδικητικές, μη αναγκαίες, αχρείαστες, άσχετες με τα επίδικα θέματα και ότι τείνουν να περιπλέξουν και να καθυστερήσουν την εκδίκαση της Αγωγής και δεν συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.
  29. Κατόπιν νομικής συμβουλής, οι παράγραφοι 2(Α) και 2(Β) της Ανταπαίτησης αποκαλύπτουν εύλογη αιτία αγωγής και απαίτησης, συνδέονται με τα επίδικα θέματα της παρούσης Αγωγής, δεν είναι ασήμαντες και εκδικητικές, έχουν νομική βάση και συνάφεια με την παρούσα Αγωγή και, κατά συνέπεια, είναι ορθό, δίκαιο και πρόσφορο να εκδικαστούν στα πλαίσια της εν λόγω Αγωγής.
  30. Η ανταπαίτηση 2(Β) των Εναγομένων-Καθ'ων η αίτηση σχετικά με τις αναφερόμενες σ' αυτήν Υποθήκες, ύστερα από νομική συμβουλή που έλαβα από τους δικηγόρους που χειρίζονται την εν λόγω Αγωγή, θα ήταν εύλογο και δίκαιο να εκδικαστεί στα πλαίσια της παρούσης Αγωγής, αφού σχετίζεται με τη βάση της εν λόγω Αγωγής και ουδόλως επηρεάζεται από τον ισχυρισμό της Ενόρκως Δηλούσας, κας. XXXXX Σκουφής, που παρατίθεται στην παράγραφο 7 της επισυνημμένης στην παρούσα Αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών Ένορκης Δήλωσης, αφού το δικαστήριο εκδικάζοντας το αιτητικό υπό 2(Β), έχει εξουσία να αποφασίσει επί των ισχυρισμών εγερθέντων από τους διαδίκους.
  31. Οι Εναγόμενοι-Καθ΄ων η αίτηση για τους πιο πάνω λόγους αιτούνται την απόρριψη της Αίτησης των Εναγόντων-Αιτητών για έκδοση των σκοπούμενων στην παρούσα Αίτηση θεραπειών, καθώς και τα έξοδα.
  32. Όσο πιο καλά γνωρίζω και πιστεύω όλα τα πιο πάνω είναι ορθά και αληθή.» Ο δικηγόρος της Αιτήτριας στην αγόρευσή του ουσιαστικά επανέλαβε όλα όσα αναφέρονται στην Αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, ενώ απάντησε και στους λόγους ένστασης και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή για να εισηγηθεί, με επίκληση σχετικής νομολογίας, την έγκριση της Αίτησης. Από την άλλη ο δικηγόρος των Καθ΄ων η αίτηση με φόντο όσα περιλαμβάνονται στην ένσταση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, σχολιάζοντας και την αίτηση, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης με παραπομπή σε σχετική Νομολογία. Η Αίτηση ως ανωτέρω αναφέρθηκε βασίζεται στις ακόλουθες διαταγές: «Δ.19 θ.3 Τηρουμένων των προνοιών του κανονισμού 10 της Διάταξης 21 ένας Εναγόμενος σε αγωγή μπορεί να εγείρει υπό τύπον ανταπαίτησης εναντίον των απαιτήσεων του Ενάγοντος οιονδήποτε δικαίωμα απαίτησης είτε η τοιαύτη απαίτηση αναφέρεται σε αποζημιώσεις ή όχι και τέτοια ανταπαίτηση θα έχει την ιδία ισχύν όπως μιά ανταγωγή (cross-action) έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να εκδώσει τελικήν απόφαση στην ίδια αγωγή και για την αρχική απαίτηση και για την ανταπαίτηση της.» «Δ.19 θ.4 Κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει και να περιέχει μόνον, σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος που υποβάλλει το δικόγραφο στηρίζει την απαίτηση του ή την υπεράσπιση του αναλόγως της υπόθεσης, αλλά όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα και πρέπει, όπου είναι αναγκαίο να διαιρείται σε παραγράφους, αριθμημένες κατά σειρά. Οι ημερομηνίες, τα ποσά και οι αριθμοί πρέπει να αναγράφονται με αριθμούς και όχι λέξεις. Τα δικόγραφα πρέπει να υπογράφονται από τον Δικηγόρο ή τον διάδικο αν μηνύει ή υπερασπίζεται προσωπικά.» «Δ.19 θ.26 Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» «Δ.21 θ.10 Όπου ένας εναγόμενος εγείρει ανταπαίτηση αν ο Ενάγοντας, ή οιονδήποτε άλλο πρόσωπο που κατέστη διάδικος σ' αυτή, ισχυριστεί ότι η εγερθείσα σ' αυτήν απαίτηση έπρεπε να αποφασισθεί όχι σαν ανταπαίτηση αλλά σε ανεξάρτητη αγωγή το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο να διατάξει όπως τέτοια ανταπαίτηση εξαιρεθεί.» «Δ.27 θ.1 Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφα του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται έτσι θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οιονδήποτε στάδιο που θα ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό.» «Δ.27 θ.2 Αν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση σ' αυτό το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οιονδήποτε καλό αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης, απάντησης σ' αυτή, το Δικαστήριο μπορεί τότε να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οιονδήποτε άλλο διάταγμα σ' αυτή που θα είναι δίκαιο.» «Δ.27 θ.3 Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δικαία.» «Δ.29 θ.1 Οι διάδικοι σε οιονδήποτε ζήτημα μπορούν να υποβάλλουν τα νομικά ερωτήματα που προκύπτουν σ' αυτό υπό τύπον ειδικής υπόθεσης για γνωμοδότηση από το Δικαστήριο. Κάθε τέτοια ειδική υπόθεση θα διαιρείται σε αριθμημένες παραγράφους και θα αναφέρει περιληπτικά τα τοιαύτα γεγονότα και έγγραφα που θα είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει τα ερωτήματα που εγείρονται. Κατά την συζήτηση της ειδικής αυτής υπόθεσης το Δικαστήριο και οι διάδικοι θα είναι ελεύθεροι να αναφερθούν σε όλο το περιεχόμενον των τέτοιων εγγράφων και το Δικαστήριο θα είναι ελεύθερο να εξαγάγει από τα γεγονότα και τα έγγραφα που αναφέρονται σε τέτοια ειδική υπόθεση οιονδήποτε συμπέρασμα είτε γεγονότος είτε νομικό που θα μπορούσε να εξαχθεί αν αποδεικνύετο στη δίκη.» «Δ.29 θ.2 Αν ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή ότι υπάρχει σε οιονδήποτε ζήτημα νομικό ερώτημα το οποίον θα ήτο πιο καλά να αποφασισθεί προτού δοθεί οιαδήποτε μαρτυρία ή προτού δικασθεί οιονδήποτε σημείο γεγονότος ή προτού παραπεμφθεί σε διαιτητή το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί να εκδώσει συναφές διάταγμα και μπορεί να δώσει οδηγίες όπως το τέτοιο νομικό ερώτημα εγερθεί για γνωμοδότηση από το Δικαστήριο είτε υπό τύπο ειδικής υπόθεσης ή υπό άλλη μορφή που το Δικαστήριο ή Δικαστής θα κρίνει κατάλληλο και όλες οι ακολουθητέες διαδικασίες ανάλογα με την απόφαση στο τέτοιο νομικό ερώτημα που θα κριθούν μη αναγκαίες θα αναστέλλονται.» «Δ.30 θ.2(ζ) να εκδώσει οιονδήποτε άλλο διάταγμα σχετικά με τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί στην αγωγή και επίσης ως προς τα έξοδα, που θα ήθελε φανεί αναγκαίο ή επιθυμητό με σκοπό το περιορισμό χρόνου και εξόδων». «Δ.48 θ.1 Κάθε αίτηση στον Πρωτοκολλητή θα πρέπει να είναι γραπτή και να αναφέρει την φύση της παράκλησης που γίνεται και να αναφέρεται στο ειδικό άρθρο του Νόμου ή τον ειδικόν κανόνα του Δικαστηρίου που στηρίζεται. Αν η αίτηση στηρίζεται σε οιαδήποτε γεγονότα που δεν υπάρχουν στα βιβλία ή πρακτικά του Δικαστηρίου, πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση. «Δ.48 θ.2
(1)Εκτός όπου γίνεται άλλη πρόνοια, κάθε αίτηση προς το Δικαστήριον πρέπει να είναι γραπτή, και να εκθέτει τη φύση του διατάγματος ή οδηγίας που ζητούνται και να αναφέρει το ειδικό άρθρο του Νόμου ή τους ειδικούς κανόνες του Δικαστηρίου στους οποίους στηρίζεται.
(2)Μονομερείς (ex-parte) αιτήσεις θα γίνονται σύμφωνα με τον Τύπο 45 και αιτήσεις διά κλήσεως (by summons) σύμφωνα με τον Τύπο 46 και να παραθέτουν στο κάτω μέρος το όνομα κάθε προσώπου που θα γίνει επίδοση και τη διεύθυνση του, και στην περίπτωση προσώπου που έδωσε διεύθυνση επιδόσεως στην αγωγή την τοιαύτη διεύθυνση.
(3)Στην περίπτωση αιτήσεων οι οποίες σύμφωνα με τους κανονισμούς 8 και 9 αυτής της Διάταξης μπορούν να γίνουν χωρίς ένορκο δήλωση τα γεγονότα που θα στηρίζονται (αν υπάρχουν) πρέπει να εκθέτονται στις αιτήσεις και στην περίπτωση αιτήσεων που υποστηρίζονται από ένορκο δήλωση θα είναι αρκετό αν γίνεται αναφορά στην ένορκο δήλωση για τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται. «Δ.48 θ.3 Όπου μια αίτηση γίνεται δια κλήσεως επίσημο αντίγραφο αυτής θα πρέπει να επιδίδεται σε όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα και όπου τέτοια αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση επίσημο αντίγραφο της ένορκης δήλωσης θα πρέπει να επιδίδεται μαζί με την αίτηση. Η επίδοση πρέπει να γίνεται τουλάχιστον τέσσερις ημέρες πριν την ημέρα που είναι ορισμένη η αίτηση για ακρόαση. «Δ.48 θ.4
(1)Αν πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί, τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αίτηση για πρώτη εμφάνιση, θα καταχωρεί ειδοποίηση αυτής της πρόθεσης του σύμφωνα με τον Τύπο 47 και θα αφήνει αντίγραφο ης για τον αιτητή στη διεύθυνση επίδοσης του. Η ειδοποίηση αυτή θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση. Αντίγραφα αυτών των ενόρκων δηλώσεων θα αφήνονται στον αιτητή μαζί με την ειδοποίηση.
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.
(3)Ο Τύπος 47 καταργείται και αντικαθίσταται με τον Τύπο 47 του παρόντος Κανονισμού. «Δ.48 θ.8 ........ «Δ.48 θ.9 ........ Δ.64 ........». Ως είναι νομολογημένο, η Αίτηση για διαγραφή πρέπει να γίνεται το συντομότερο δυνατό και αφού έχουν κλείσει τα δικόγραφα, βλ. Πελετιέ ν. Atayah
(1990)1 ΑΑΔ 535, στην οποία καθυστέρηση 6 μηνών στην καταχώρηση της Αίτησης για διαγραφή κρίθηκε ότι ήταν αδικαιολόγητη και μοιραία για την Αίτηση. Όμως στην υπόθεση εκείνη σημαντικό ήταν το γεγονός ότι είχαν κλείσει τα δικόγραφα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχουν κλείσει τα δικόγραφα, αφού δεν καταχωρήθηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εκ μέρους της Ενάγουσας, για το λόγο, ως διαφαίνεται, επειδή θεώρησε ότι θα έπρεπε οι επίδικες παράγραφοι της Έκθεσης Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης να διαγραφούν, και γι΄ αυτό χωρίς καθυστέρηση, σε σύντομο χρόνο μετά που έλαβε την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, υπό τις περιστάσεις αυτές, αν και δεν τέθηκε τέτοιο θέμα, τουλάχιστον ευθέως, η παρέλευση τριανταεπτά
(37)ημερών, μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, καταχώρησης της υπό εξέταση Αίτησης, δεν είναι υπερβολικός χρόνος, τέτοιος που να καθιστά την υπό κρίση Αίτηση, για διαγραφή παραγράφων της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, απορριπτέα. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν θα απέρριπτε γι' αυτό το λόγο την παρούσα Αίτηση για διαγραφή. Συνεχίζοντας την εξέταση των υπολοίπων θεμάτων, όσον αφορά τη Δ.19 θ.26, η οποία προβλέπει για διαγραφή μέρους και όχι ολόκληρου του δικογράφου, βλ. Σιακόλα ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 AAΔ 1338, μπορεί να αναφερθεί ότι η εξουσία που δίδει η Δ.19 θ.26 στο Δικαστήριο, αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για την αποφυγή προώθησης σκανδαλωδών, άχρηστων ή ενοχλητικών ισχυρισμών οι οποίοι αντιβαίνουν την ορθή παρουσίαση των δικογράφων (βλ.Drummond - Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All ER 1094). Για το τι εστί σκανδαλώδες, άχρηστος ή ενοχλητικός ισχυρισμός, σχετική είναι η υπόθεση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 WLR 425, στην οποία λέχθηκαν τα εξής στη σελίδα 439: «Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case». Σε ελεύθερη δε μετάφραση: «Τώρα όπως και ο Λόρδος Denning M.R. έχει ήδη επισημάνει, αυτή είναι αίτηση για διαγραφή και σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής δύο ζητήματα τουλάχιστον είναι ξεκάθαρα. Πρώτον εξετάζοντας οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ξεφεύγει από τα δικόγραφα τα ίδια. Δεύτερον το Δικαστήριο θα εξασκήσει την αδιαμφισβήτητη εξουσία του να διαγράψει μέρος ή ολόκληρο το δικόγραφο σε μία πολύ καθαρή περίπτωση.» Στην υπόθεση Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1238, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Τα δικόγραφα θα πρέπει να περιέχουν μόνο μια συνοπτική έκθεση των ουσιωδών γεγονότων, στην οποία στηρίζεται η απαίτηση ή η υπεράσπιση. Οτιδήποτε περιττό, τείνει να επισκιάσει την υπόθεση του διαδίκου και δεν προωθεί ούτε τα συμφέροντα του ίδιου ούτε βέβαια και της δικαιοσύνης. Τέτοια δικόγραφα θα έπρεπε να τύχουν αντιμετώπισης σύμφωνα με τις δυνατότητες που προσφέρουν οι Θεσμοί για διαγραφή τους (βλ. Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3), εφόσον κριθεί ότι η διατήρησή τους θα δυσχεράνει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης.» Συγκεκριμένα, πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι προκαλεί αμηχανία (embarrassing), σχετικά είναι τα εξής από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 147: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Συναφώς ένα δικόγραφο είναι προσβλητικό εάν είναι διφορούμενο ή ακατανόητο ή περιέχει άσχετα ζητήματα και τοιουτοτρόπως εγείρει άσχετα ζητήματα τα οποία δυνατόν να προκαλούν έξοδα, ανωμαλία και καθυστέρηση και ως εκ τούτου τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς τη δίκαιη δίκη της αγωγής και ως εκ τούτου είναι δικόγραφο το οποίο περιέχει μη αναγκαίους ή άσχετους ισχυρισμούς.» Για το ίδιο ζήτημα σχετικά είναι τα πιο κάτω από την υπόθεση Davy ν. Garrett [1878] 7 C. D. 473 (η οποία ακολουθήθηκε στην Re - W. R. Willcocks & Co Ltd [1973] 2 All E.R. 93): «Although the Court of Appeal will not readily interfere with the discretion of the Court of first instance in a matter of procedure, it is its duty to exercise its own discretion as to whether a pleading is so framed as to embarrass the opposite party. In a case, therefore, where a statement of claim was in the opinion of the Court of Appeal calculated to embarrass the Defendants by reason of its stating immaterial facts, and setting out at great length documents which could not be material except as evidence by way of admission, it was ordered to be struck out, though a motion for that purpose had been dismissed with costs by the Court below. The rule that evidence is not to be pleaded applies to admissions as well as to other evidence». Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Παρά το ότι το Εφετείο δεν είναι πρόθυμο να επέμβει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε ζήτημα διαδικασίας, είναι καθήκον του το οποίο πρέπει να εξασκήσει σύμφωνα με τη δική του διακριτική ευχέρεια στο κατά πόσο ένα δικόγραφο έχει με τέτοιο τρόπο διατυπωθεί έτσι ώστε να προκαλεί αμηχανία στην άλλη πλευρά. Συνακόλουθα σε περίπτωση που μία έκθεση απαίτησης είναι κατά την άποψη του Εφετείου τέτοια που προκαλεί αμηχανία στους Εναγόμενους, συνεπεία της καταγραφής σε αυτή ασχέτων γεγονότων και της παράθεσης σε μεγάλη έκταση περιεχόμενο εγγράφων τα οποία δεν μπορούν να είναι ουσιώδη, παρά μόνο ως μαρτυρία υπό μορφή παραδοχής, διατάχθηκε όπως αυτά διαγραφούν παρά το ότι αίτηση για τον σκοπό αυτό είχε απορριφθεί με έξοδα από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ο κανονισμός ότι μαρτυρία δεν θα πρέπει να δικογραφείται εφαρμόζεται και σε παραδοχές ως επίσης και σε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία.» Η εξουσία του Δικαστηρίου, με βάση τη Δ.19 θ.26, η οποία είναι διακριτικής μορφής και ταυτόχρονα πλατιά, βλ. Vector Onega A.G. v. Του Πλοίου Μ/V Grivas και Άλλων (Αρ.1)
(2000)1 ΑΑΔ 16 και Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah κ.ά.
(2013)1 ΑΑΔ 1520, όπως τονίζεται από τη νομολογία πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ (βλ. Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 ΑΑΔ 692 και Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1860, Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1 ΑΑΔ 21, Παττίχη ν. Παττίχη, Έφεση Αρ. 8/2013 ημερ. 20.2.2015 και Artesa Trading Co Limited κ.ά. ν. Credit Bank of Moscow, Πολιτική Έφεση Αρ. 147/2012, ημερ. 3.4.2018). Η διαγραφή μέρους δικογράφου δυνάμει της Δ.19 θ.26, όπως και ολόκληρου δικογράφου δυνάμει της Δ.27 θ.3, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το μέρος ή όλο το δικόγραφο, αναλόγως, κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το μέρος ή όλο το δικόγραφο δε, κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1(Α) ΑΑΔ 21). Το μέρος δε εκείνο του δικογράφου που ζητείται να διαγραφεί πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται υπόψη τόσο η φύση της αγωγής, όσο και η σχετικότητα των ζητούμενων να διαγραφούν ισχυρισμών, με τα επίδικα θέματα αυτής. Σχετική είναι και η υπόθεση Αγγελίδου ν. Μούσουλου
(2012)1 ΑΑΔ 1846. Ακόμη δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις. Αναφορικά με τον τρόπο άσκησής της σχετική είναι η υπόθεση Πελετιές ν. Ataya
(1990)1 ΑΑΔ 504. Σύμφωνα με τη νομολογία ένα δικόγραφο ή ισχυρισμός ο οποίος είναι σκανδαλώδης, όπως, π.χ., όταν περιέχει κατηγορίες ανεντιμότητας (dishonesty), ανηθικότητας (immorality) ή ανεπαίσχυντης (outrageous) συμπεριφοράς, δεν θα διαγραφεί αν είναι απαραίτητος ή σχετικός με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στη διαδικασία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)LR 8 Ch. 499, το μοναδικό ερώτημα είναι κατά πόσο το ζήτημα το οποίο φέρεται ως σκανδαλώδες θα ήταν αποδεκτό σαν μαρτυρία προς απόδειξη της αλήθειας οποιουδήποτε ισχυρισμού στο δικόγραφο ο οποίος είναι ουσιώδης σε σχέση με την αξιούμενη θεραπεία. Έτσι, όσο βαριές και αν είναι οι κατηγορίες που περιέχει ένα δικόγραφο, είτε αυτές είναι κατηγορίες ανηθικότητας είτε άλλως πως, αυτές δεν θεωρούνται σκανδαλώδεις εντός της έννοιας του κανονισμού αν είναι σχετικές με τα επίδικα ζητήματα, δηλαδή, αν θα επηρεάσουν το αποτέλεσμα της αγωγής αν αποδειχθούν αληθινές. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Β) ΑΑΔ 787, με αναφορά στο σύγγραμμα Annual Practice 1960, σελ. 478-479, οι λέξεις «τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής» έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Λέχθηκαν δε τα εξής: «Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». Σχετική είναι και η υπόθεση Σάουρου κ.ά. ν. Φιλίππου
(2012)1 ΑΑΔ 2141 όπου λέχθηκε: «Η συμπερίληψη των σχετικών παραγράφων στην Έκθεση Απαίτησης ήταν όντως ενοχλητική που η διατήρηση τους θα έθετε τους εφεσίβλητους σε δυσμενή θέση να έχουν να αντικρίσουν γεγονότα που αφορούσαν άτομο, που βρισκόταν ως μη διάδικος, εκτός του πλαισίου της αγωγής.» Στην περίπτωση μας βέβαια αφορά τους επίδικους ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που αφορά άλλο νομικό πρόσωπο. Όπως φαίνεται στη σελίδα 367 του Annual Practice του 1956, για να διαπιστωθεί αν ένα ζήτημα είναι σκανδαλώδες, πρέπει να εξετασθεί εάν τούτο θα αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια ενός δικογραφημένου ισχυρισμού, ο οποίος είναι ουσιώδης αναφορικά με τη θεραπεία που ζητείται. Σκανδαλώδη, άχρηστα και ενοχλητικά θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή γίνονται με σκοπό τον επηρεασμό του αντιδίκου. Όμως, αν είναι σχετικά, τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός και αν είναι εξόφθαλμα άσχετος. Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(1999)1 ΑΑΔ 1316, αναφέρθηκε: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής. και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Και πιο κάτω, στην ίδια απόφαση, αναφέρθηκε ότι: «Η κρινόμενη δε συνιστά περίπτωση τόσο φανερή που θα δικαιολογούσε τερματισμό της διαδικασίας στο ξεκίνημα της. Η πρωτόδικη απόφαση έχει προσδιορίσει τα ερείσματα της αγωγής και δεν υπάρχει λόγος να τα επαναλάβουμε. Στην έκθεση απαίτησης μνημονεύονται αρκετά γεγονότα που θα στήριζαν τη βάση αγωγής που καθόρισε η πρωτόδικη απόφαση. Πέραν τούτου, υπάρχει σοβαρή δυνατότητα για τροποποίηση στη βάση απευθείας συμφωνίας των διαδίκων, όπως προεκτάθηκε. Για τη δυνατότητα και τις θετικές διορθωτικές επιπτώσεις ενδεχομένων τροποποιήσεων βλέπε Rep. Of Peru, ανωτέρω, και Dadswell v. Jacobs 34 Ch. D. 278. Με τα δεδομένα, όπως εξετέθησαν, δεν είναι νοητή η απόρριψη της αγωγής. Μια τέτοια ενέργεια θα υπερσκέλιζε το συνταγματικό δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο για παροχή θεραπείας.» Όσον αφορά τη Δ.21 θ.10, στην υπόθεση Νίκος Σ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1992)1 ΑΑΔ 710, αναφέρθηκε ότι: «Προκύπτει από το κείμενο της Δ.21 Θ.10 ότι παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή εφόσον τούτο κρίνεται πρέπον. Η υπό εξέταση δικονομική διάταξη δεν καθορίζει τα κριτήρια τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Εξυπακούεται από τη φύση του κανόνα και του σκοπού που αποβλέπει να εξυπηρετήσει ότι η εξουσία του δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης που στην προκείμενη περίπτωση συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη κατά το δυνατό διεκπεραίωση της δίκης. Η αγγλική νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21 Θ.10 είναι προσαρμοσμένη, αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι η συνεκδίκαση της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (inconvenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος. Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης. (Gray ν.Webb [1882] 21 Ch.D., 802). Ανάλογες θέσεις υιοθετήθηκαν και από το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της Δ.21 Θ.10 στην Said Galip v. Umit Suleyman
(1963)2 C.L.R., 129. Στην υπόθεση εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης σε αγωγή για την οφειλή χρέους βάσει ομολόγου παρά την συγγενικότητα του θέματος της ανταπαίτησης με την απαίτηση, που επίσης συνίστατο στη διεκδίκηση οφειλής βάσει ομολόγου για ισάξιο ποσό, ενόψει της καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής που θα επροκαλείτο από τον χρόνο που θα απαιτείτο για την επίλυση νομικών θεμάτων που εγείρονταν από την ανταπαίτηση. (Συνταγματικότητα νόμου και ενδεχόμενο παραπομπής του θέματος στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για επίλυση βάσει του άρθρου 144). Διαφαίνεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας συνεκτιμούνται όλα τα σχετικά γεγονότα τα οποία τείνουν να διαμορφώσουν και προδιαγράφουν το πλαίσιο της δίκης σε συνάρτηση με τα χρονικά όρια για την επίλυση τους. Καθοδηγητική επίσης είναι η απόφαση του Εφετείου στην Pilavachi & Co. Ltd. v. International Chemical Company Ltd
(1965)1C.L.R. 97, ιδιαίτερα σε σχέση με την ευχέρεια αποκλεισμού ανταπαίτησης η οποία βασίζεται σε αστικό αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε στο εξωτερικό. ................................ Το κυριαρχικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα απ' αυτό το ενδεχόμενο. Παρόλο που η συνάφεια των επίδικων θεμάτων της ανταπαίτησης μ' εκείνα της αγωγής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έγερση ανταπαίτησης η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα από τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης, λόγω της ασυνάφειας των επίδικων θεμάτων και ιδίως το ενδεχόμενο σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής, συνιστά λόγο για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης.» Ίδια ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 787. Στην Aristo Developers Ltd v. Ανδρέα Σπύρου
(2001)1 ΑΑΔ 1379, αποφασίστηκε ότι: «Η συνάφεια μεταξύ απαίτησης και ανταπαίτησης όχι μόνο μείωνε τη σημασία οποιασδήποτε επιπρόσθετης δυσχέρειας, καθυστέρησης και δαπάνης που θα συνεπάγετο η συνεκδίκαση απαίτησης και ανταπαίτησης, εφ' όσον μάλιστα η συνάφεια ή και εξάρτηση των δύο καθιστούσε πρόσφορη, αν όχι και αναγκαία τη συνεκδίκαση τους, αλλά και δεν μπορεί να λεχθεί ότι καταδεικνύεται τέτοια υπέρμετρη πολυπλοκότητα, δυσχέρεια και καθυστέρηση ως εκ της συνεκδίκασης της ανταπαίτησης που να υπερίσχυε του πρόσφορου της συνεκδίκασης. Το θέμα ανάγετο στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στα πλαίσια της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του κάτω από τη Δ.21, Θ.10. Μόνο όπου διαπιστώνεται ότι αυτή ασκήθηκε με αναφορά σε εξωγενείς παράγοντες ή έτσι που κανένα δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει στην προσβαλλόμενη απόφαση παρέχεται δυνατότητα παρέμβασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση G.D.L. Trading (Famagusta) Ltd v. Αδάμου Φαρκονά κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 63, αποφασίστηκε ότι: «Η αγγλική νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21, θ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι προσαρμοσμένη, αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι η συνεκδίκασή της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (inconvenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος. Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης» Οι αρχές που τυγχάνουν εφαρμογής σε Αίτηση Διαγραφής Ανταπαίτησης όπως εξάγεται από την πιο πάνω νομολογία και καταγράφηκαν στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 787, έχουν επεξηγηθεί ως εξής: «
(1)Παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή εφόσον τούτο κρίνεται πρέπον.
(2)Η σχετική εξουσία του δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης η οποία συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη κατά το δυνατό διεκπεραίωση της δίκης.
(3)Η Αγγλική Νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21 θ.10 είναι προσαρμοσμένη αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι η συνεκδίκαση της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (inconvenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος.
(4)Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης.
(5)Το κυριαρχικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα απ΄ αυτό το ενδεχόμενο.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης, η Ενάγουσα είναι νόμιμη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της οικίας στο συγκεκριμένο ακίνητο για την οποία ζητείται η ανάκτηση της από τους Καθ΄ων η αίτηση που την κατέχουν τώρα και επίσης διάταγμα παράδοσης ελεύθερης και κενής της κατοχής της. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες ενεγράφη επ΄ ονόματι της καταγράφονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης, σύμφωνα με την οποία η οικία αποτελούσε ενυπόθηκη εξασφάλιση προς όφελος της Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, η οποία παραχωρήθηκε δυνάμει γραπτής συμφωνίας, από τους Εναγομένους στην εν λόγω Τράπεζα για πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχώρησε η τελευταία στους Εναγομένους 1 και 2. Η οικία, σύμφωνα με την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης, μεταβιβάστηκε δεόντως στην Ενάγουσα από την εν λόγω Τράπεζα, κατόπιν γραπτής συμφωνίας ημερ. 28.7.2011 και ή επιπρόσθετης γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 16.9.2011, για πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της Εταιρείας G&K EXCLUSIVE FASHIONS PUBLIC COMPANY LIMITED Προς την εν λόγω Τράπεζα. Η ως άνω συμφωνία υπεγράφη από την Αιτήτρια, τους Καθ΄ων η αίτηση και την εν λόγω Τράπεζα. Με βάση την ως άνω συμφωνία η Αιτήτρια, για λόγους επιείκειας και ή χαριστικά, έδωσε άδεια και ή δικαίωμα στους Καθ΄ων η αίτηση να παραμείνουν στην οικία για περίοδο 2.5 ετών από τις 16.9.2011, η οποία έληγε αυτόματα με την πάροδο της ημερομηνίας αυτής και οι Καθ΄ων η αίτηση έπρεπε να παραδώσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή του. Παρά την λήξη της πιο πάνω αδείας στις 16.3.2014 και τις κατά καιρούς γραπτές ειδοποιήσεις και ανάλογες δεσμεύσεις από τους Καθ΄ων η αίτηση παράδοσης ελεύθερης και κενής της κατοχής, εντούτοις οι τελευταίοι δεν το έπραξαν και ως εκ τούτου καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Οι Καθ΄ων η αίτηση με την παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης, της οποίας ζητείται η διαγραφή, ισχυρίζονται, αφού αρνούνται τις παραγράφους 1, 2, 3 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης στις οποίες ισχυρίζεται η Αίτητρια ότι είναι η ιδιοκτήτρια και πως έγινε τούτο, ότι ουδέποτε παραχώρησαν στην εν λόγω Τράπεζα ενυπόθηκη εξασφάλιση ή υπέγραψαν τραπεζικά δικαιώματα και διαζευκτικά αν αποδειχθούν τούτα, αυτές υπεγράφησαν ένεκα ψευδών παραστάσεων, απάτης, δόλου και ή αθέμιτης ψυχικής και ή οικονομικής πίεσης και εξαναγκασμού, καταγράφοντας λεπτομέρειες τούτων. Στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι πολύ αργότερα διαπίστωσαν ότι οι παραστάσεις της Αιτήτριας δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και ήταν ψευδείς και αναληθείς. Επίσης στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης οι Καθ΄ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οι συμφωνίες που αναφέρονται ανωτέρω δεν υπεγράφησαν δεόντως και η Αιτήτρια ενήργησε κατά παράβαση των εκ του Νόμου καθηκόντων της. Κατ΄ αρχάς η Αιτήτρια δεν χρειαζόταν να δικογραφήσει οτιδήποτε περισσότερο από το γεγονός ότι είναι η νόμιμη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της οικίας στο συγκεκριμένο τεμάχιο και ότι αφού παρήλθε ο χρόνος που έδωσε άδεια στους Καθ΄ων η αίτηση να παραμείνουν σε αυτή, αφού τους ειδοποίησε γραπτώς να παραδώσουν αυτή ελεύθερη και κενή κατοχής με τη λήξη της άδειας, οι Καθ΄ων η αίτηση δεν το έπραξαν. Η αναφορά και σε άλλες συμφωνίες, πέραν της άδειας παραμονής στην κατοικία και ο τρόπος που κατέστη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια η Αιτήτρια, δεν χρειάζετο και μάλιστα έδωσε την ευκαιρία να αναφερθούν σε αυτούς τους ισχυρισμούς της οι Καθ΄ων η αίτηση στην Έκθεση Υπεράσπισης. Όμως ο ισχυρισμός των Καθ΄ων η αίτηση στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης ότι η Αιτήτρια ανήκει στην αναφερθείσα Τράπεζα, διαπιστώνεται ότι σύγχυσε την Αιτήτρια με την εν λόγω Τράπεζα, θεωρώντας την ένα και το αυτό με την Τράπεζα και γι΄ αυτό προβάλλουν τους ισχυρισμούς στις παραγράφους 4, 5 και 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης, οι οποίοι σχετίζονται και αφορούν την Τράπεζα η οποία δεν είναι διάδικο μέρος. Ως εκ τούτου οι παράγραφοι 4, 5 και 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης δεν είναι σχετικές με την Αιτήτρια και ως άσχετες, που θα περιπλέξουν τα πράγματα, αν αφεθούν να παραμείνουν στην Έκθεση Υπεράσπισης, πρέπει να διαγραφούν και διαγράφονται. Όσον αφορά την παράγραφο 2(Β) της Ανταπαίτησης διαπιστώνεται ότι αυτή σχετίζεται με την συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων της Τράπεζας προς συγκεκριμένη εταιρεία για την εξασφάλιση των οποίων οι Καθ΄ων η αίτηση υπέγραψαν τις υποθήκες που αναφέρονται στην παράγραφο 2(Β) και ως εκ τούτου ουδεμία σχέση έχει η αξίωση, ανταπαιτητικά, της παραγράφου 2(Β) της Ανταπαίτησης με την Αιτήτρια, αφού αφορά την Τράπεζα η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Επομένως κρίνω ότι η παράγραφο 2(Β) της Ανταπαίτησης πρέπει να διαγραφεί και διαγράφεται από την Ανταπαίτηση. Σε σχέση με την παράγραφο 2(Α) της Ανταπαίτησης αυτή εκπηγάζει, κατά κύριο λόγο, από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, της οποίας δεν ζητήθηκε η διαγραφή, και σχετίζεται με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από την Αιτήτρια, στις παραγράφους 4 έως 14 της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά και από τους ισχυρισμούς των παραγράφων 8-12 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης με τους οποίους οι Καθ΄ων η αίτηση αρνούνται τους ισχυρισμούς των παραγράφων 4-14 της Έκθεσης Απαίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση για διαγραφή της παραγράφου 2(Α) της Ανταπαίτησης δεν μπορεί να επιτύχει. Επομένως η Αίτηση για διαγραφή της παραγράφου 2(Α) της Ανταπαίτησης απορρίπτεται. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα διαγραφής των παραγράφων 4, 5 και 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης και της παραγράφου 2(Β) της Ανταπαίτησης, πλέον έξοδα €1.400 συν ΦΠΑ, αφού η Αίτηση πέτυχε κατά τα δύο τρίτα (2/3) και όχι καθ΄ ολοκληρία, υπέρ της Ενάγουσας-Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2-Καθ΄ων η αίτηση ομού και κεχωρισμένως, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.