← Κύπρος

Γεωργίου ν. ΚΩ.ΜΙ.ΖΩ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ, Γενική Αίτηση 128/2017, 30/11/2018

Γεωργίου ν. ΚΩ.ΜΙ.ΖΩ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ, Γενική Αίτηση 128/2017, 30/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A221 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Γενική Αίτηση 128/2017 Μεταξύ: XXXXX Γεωργίου Αιτητής και ΚΩ.ΜΙ.ΖΩ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ Καθ΄ης η αίτηση Ημερομηνία: 30.11.2018 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Μ. Μιχαήλ για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης Για την Καθ΄ης η αίτηση: κα Χριστοφίδου για Ανδρέας Χατζησέργης ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 23.10.2017 ο Αιτητής εξαιτείται των ακόλουθων διαταγμάτων: «(A) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει στον Αιτητή να προβεί στην κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 20/1/2006 μεταξύ της ΚΩ.ΜΙ.ΖΩ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ ως πωλητής και του XXXXX Γεωργίου ως αγοραστή, στα μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης γιατί αυτό είναι δίκαιο και εύλογο για τη προστασία του Αιτητού, ΚΑΙ (Β) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας να αποδεχθεί την κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 20/1/2006, ΚΑΙ (Γ) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου επιτρέπον την έγερση αγωγής εκ μέρους του Αιτητού εναντίον της Καθ΄ης η Αίτηση για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης παρά το ότι έχει παρέλθει προς το σκοπό αυτόν η προβλεπόμενη από το Νόμο προθεσμία για κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου γιατί αυτό είναι δίκαιο και εύλογο για την προστασία του Αιτητού , ΚΑΙ/Η (Δ) Οιανδήποτε άλλη διαταγή και/η θεραπεία το σεβαστό Δικαστήριο κρίνει δικαία και η εύλογη υπό τις περιστάσεις, ΚΑΙ (Ε) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η Αίτηση στηρίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ.1, 2, 4, 8 και 9, Δ.59 και Δ.64, στον Περί Πωλήσεως Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, άρθρα 2, 3, 6, 7, 8 και 12 και επί τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την Αίτηση, η οποία έχει ως ακολούθως: « 1) Είμαι ο Αιτητής στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση. Γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης προσωπικά, ενώ για όσα γεγονότα δεν γνωρίζω προσωπικά, αναφέρομαι στην πηγή της γνώσης μου. Σχετικά με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, αναφέρω την θέση του δικηγόρου μου. 2) Δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου (εφεξής καλούμενο η «συμφωνία») ημερομηνίας 20/01/2006 αγόρασα από την εταιρεία ΚΩ.ΜΙ.ΖΩ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ (ΗΕ24115) (εφεξής οι Πωλητές) την ανεξάρτητη κατοικία, η οποία ανεγέρθηκε στην Αθηαίνου εντός του τεμαχίου με αριθμό 1XX5, Φ/Σχ. 3X/4X, Αρ. Εγγραφής 3XXXX4 (εφεξής καλούμενη «η Κατοικία»). Αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο

  1. 3) Βάση των όρων της συμφωνίας η τιμή πώλησης της κατοικίας θα ανερχόταν στο συνολικό ποσό των ΛΚ80.000- ήτοι €136.688- 4) Το τίμημα πώλησης για την αγορά της κατοικίας έχει πλήρως εξοφληθεί και η κατοικία έχει ανεγερθεί. Παρουσιάζω προς τούτο απόδειξη πληρωμής του ποσού των ΛΚ15.000 ημερομηνίας 23/04/2005 ως Τεκμήριο 2, απόδειξη πληρωμής του ποσού των ΛΚ10.000 ημερομηνίας 13/07/2005 ως Τεκμήριο 3, απόδειξη πληρωμής του ποσού των ΛΚ10.000 ημερομηνίας 09/11/2005 ως Τεκμήριο 4, απόδειξη πληρωμής του ποσού ΛΚ5.000 ημερομηνίας 21/11/2005 ως Τεκμήριο 5, απόδειξη πληρωμής του ποσού ΛΚ3.000 ημερομηνίας 19/01/2006 ως Τεκμήριο 6, απόδειξη πληρωμής του ποσού ΛΚ7.000 ημερομηνίας 04/02/2006 ως Τεκμήριο 7, απόδειξη πληρωμής του ποσού ΛΚ10.000 ημερομηνίας 28/02/2006 ως Τεκμήριο 8, απόδειξη πληρωμής του ποσού ΛΚ11.800 ημερομηνίας 08/08/2006 ως Τεκμήριο 9, απόδειξη πληρωμής του ποσού ΛΚ4.200 ημερομηνίας 02/04/2007 ως Τεκμήριο
  2. 5) Επίσης, στις 30/7/2005 κατέβαλα στους πωλητές το ποσό των ΛΚ5.000 με την τραπεζική επιταγή με αριθμό XXXXX1155 της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου. Δυστυχώς έχω απωλέσει την απόδειξη πληρωμής που εξέδωσαν οι πωλητές για την πληρωμή του εν λόγω ποσού αλλά έχω στην κατοχή μου αντίγραφο της πιο πάνω τραπεζικής επιταγής το οποίο επισυνάπτω ως Τεκμήριο 11 προς απόδειξη των ισχυρισμών μου. 6) Όπως προκύπτει από τα τεκμήρια 2 μέχρι 11 το συνολικό ποσό που κατέβαλα στους πωλητές ανέρχεται στις ΛΚ81.
  3. Από το εν λόγω ποσό οι ΛΚ80.000 αφορούσαν την εξόφληση του τιμήματος πώλησης της κατοικίας και οι ΛΚ1.000 αφορούσαν ορισμένες επιπλέον εργασίες που εκτέλεσαν οι πωλητές στην κατοικία κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ μας. 7) Σημειώνω ότι ο λόγος για τον οποίο είχα καταβάλει χρήματα στους πωλητές πριν την ημερομηνία της συμφωνίας (τεκμήριο 1) είναι διότι αρχικά είχαμε υπογράψει με τους πωλητές αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 26/4/2005 αλλά λόγω ορισμένων τροποποιήσεων στους όρους του καταρτίσαμε την επίδικη συμφωνία η οποία εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα. Καταθέτω ως Τεκμήριο 12 αντίγραφο της συμφωνίας ημερομηνίας 26/4/
  4. Επίσης σημειώνω ότι η XXXXX Λύτρα είναι η σύζυγος μου και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στις αποδείξεις αναγράφεται το όνομα της αντί το δικό μου αλλά εν πάση περιπτώσει αυτές αφορούσαν την αγορά της επίδικης κατοικίας δικαιούχος της οποίας είμαστε τόσο εγώ όσο και η σύζυγος μου. 8) Βάσει των όρων του Πωλητηρίου Εγγράφου, η μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα μου θα γινόταν με την πληρωμή του τιμήματος πώλησης και με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας από το Κτηματολόγιο. Η εξόφληση του τιμήματος πώλησης έλαβε χώρα την 02/04/
  5. 9) Ενώ η κατοικία έχει συμπληρωθεί και μου παραδοθεί από τους πωλητές από το τέλος του 2006, όπως προκύπτει από έρευνα που προέβηκε ο δικηγόρος μου στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας οι πωλητές έχουν παραλείψει να εκδώσουν ή να προβούν σε όλες τις δέουσες ενέργειες για να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας από το Κτηματολόγιο. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 13 πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας. 10) Από το τέλος του 2006 που συμπληρώθηκε και μου παραδόθηκε η επίδικη κατοικία οι πωλητές μου υπόσχονταν ότι θα προχωρούσαν με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και ότι αμέσως μετά θα μεταβίβαζαν επ ονόματι μου την κατοικία. Περαιτέρω μου ανέφεραν ότι η καθυστέρηση οφείλετο στο Κτηματολόγιο το οποίο δυστυχώς όπως μου ανέφεραν χρειαζόταν αρκετά χρόνια να προχωρήσει στην έκδοση χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας. 11) Ενώ ανέμενα την έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και την μεταβίβαση της κατοικίας επ' ονόματι μου οι πωλητές μου ανέφεραν ότι για να μου μεταβιβάσουν την κατοικία θα έπρεπε πέραν των ΛΚ80.000 που τους είχα καταβάλει να τους καταβάλω επιπλέον το ποσό του Φ.Π.Α. που αντιστοιχούσε στο εν λόγω ποσό. 12) Εγώ τους ανέφερα ότι σύμφωνα με την συμφωνία το συνολικό τίμημα πώλησης ανέρχετο σε ΛΚ80.000 και ότι ουδέποτε μου ανέφεραν ότι το Φ.Π.Α. ήταν επιπλέον του εν λόγω ποσού. 13) Οι πωλητές επέμειναν στη θέση τους και για αυτό το λόγο τους πληροφόρησα ότι θα προχωρούσα σε δικαστικά μέτρα εναντίον τους. 14) Συνέπεια τούτου, επισκέφτηκα το δικηγορικό γραφείο Γεωργίου & Τσαρδελλής Δ.Ε.Π.Ε. στους οποίους αφού ανέφερα τα πιο πάνω με πληροφόρησαν ότι το άρθρο 44ΙΘ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου αρ. Ν. 139/2015δίδει την ευκαιρία σε όλους τους εγκλωβισμένους αγοραστές που έχουν τιμήσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις αλλά δεν έχουν εκδοθεί οι τίτλοι ιδιοκτησίας ή έχουν εκδοθεί αλλά δεν έγινε μεταβίβαση, να αιτηθούν στο Κτηματολόγιο την έγγραφη του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου επ' ονόματί τους. 15) Εντούτοις, οι πιο πάνω δικηγόροι μου ανέφεραν ότι για να μπορούσα να απευθυνθώ στο Κτηματολόγιο δυνάμει του πιο πάνω άρθρου η συμφωνία θα έπρεπε να είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο εντός 2 μηνών από την ημερομηνία σύναψης της αφού αυτή υπογράφτηκε πριν την τροποποίηση του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος (ΚΕΦ.232) με τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 (Ν. 81(Ι)/2011). Η περίοδος αυτή έληξε περί τον Ιούλιο του
  6. 16) Εξ όσων με πληροφόρησαν οι εν λόγω δικηγόροι, δυνάμει του άρθρου 12 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 (81(Ι)/2011), το Δικαστήριο δύναται να παρατείνει τον επιτρεπόμενο χρόνο κατάθεσης του πωλητηρίου, όποτε κρίνεται δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή. 17) Δυστυχώς δεν γνώριζα ότι υπήρχε χρονικό περιθώριο κατά το οποίο θα έπρεπε να κατατεθεί η συμφωνία στο Κτηματολόγιο. Όταν υπογράφτηκε η συμφωνία με τους πωλητές αυτό που γνώριζα ήταν ότι θα έπρεπε να μεταβώ στον Φόρο Εισοδήματος για να την χαρτοσημάνω πράγμα το οποίο έπραξα πάραυτα και συγκεκριμένα από τις 6/2/2006, δηλαδή 16 ημέρες μετά την υπογραφή της. Παραπέμπω προς υποστήριξη τούτου στην τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 13 στο οποίο εμφαίνεται η ημερομηνία που χαρτοσημάνθηκε. 18) Όλα αυτά τα χρόνια ήμουν της εντύπωσης ότι με την χαρτοσήμανση της συμφωνίας είχα προβεί σε όλα τα δέοντα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων μου και στηριζόμουν στις υποσχέσεις των πωλητών οι οποίοι μου ανέφεραν ότι η καθυστέρηση στην έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας και συνακόλουθα η μεταβίβαση της κατοικίας επ' ονόματι μου οφείλετο στο Κτηματολόγιο ενώ ουδέποτε μου είχαν αναφέρει ότι όφειλα να καταθέσω τη συμφωνία στο Κτηματολόγιο. 19) Οι εν λόγω Δικηγόροι την 16/3/2016 κατέθεσαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την υπ΄αριθμόν 47/2016 Γενική αίτηση, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως Τεκμήριο 14 η οποία τελικά απεσύρθη άνευ βλάβης την 28/3/2017 καθ΄ότι καταχωρήθηκε πριν την τροποποίηση του Νόμου 81(Ι)/2011 με το Νόμο 48(Ι)/2017 και συγκεκριμένα του άρθρου
  7. 20) Προφανώς είναι εις γνώση των πωλητών η παράλειψη μου να καταθέσω τη συμφωνία στο Κτηματολόγιο κάτι το οποίο επαναλαμβάνω ότι οφείλετο σε άγνοια και για αυτό το λόγο προσπαθούν να το εκμεταλλευτούν ζητώντας μου να τους καταβάλω επιπλέον ποσό δήθεν ως Φ.Π.Α. ενώ κάτι τέτοιο δεν προβλέπετε στη συμφωνία και κάτι το οποίο θεωρώ ότι θα ήταν εντελώς άδικο να επιτραπεί. 21) Με επιστολή του Δικηγόρου μου ημερομηνίας 28/8/2017 η οποία επεδόθη στην Καθ΄ης η Αίτηση την 29/8/2017 κάλεσα την Καθ΄ης η Αίτηση όπως παρευρεθεί στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο για τη μεταβίβαση της υπό κρίση κατοικίας επ΄ονόματι μου πλην όμως η Καθ΄ης η Αίτηση αρνήθηκε ισχυριζόμενη ότι οφείλω όπως καταβάλω το ποσό του ΦΠΑ. Αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 28/8/2017 επισυνάπτω ως Τεκμήριο 15 και αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης του επιδότη ως Τεκμήριο
  8. 22) Με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα διασφαλιστούν τα δικαιώματα μου ως αγοραστής της κατοικίας ενώ οι πωλητές δεν θα υποστούν καμία ζημιά καθότι έχουν λάβει ολόκληρο το τίμημα πώλησης που είχε συμφωνηθεί. 23) Τουναντίον, σε περίπτωση απόρριψης των αιτούμενων διαταγμάτων θα υποστώ μεγάλη αδικία καθότι η είσπραξη αποζημιώσεων από τους πωλητές είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχτεί καθότι όπως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 13 οι πωλητές δεν είναι φερέγγυοι εφόσον οφείλουν στον φόρο μεγάλα χρηματικά ποσά και για αυτό το λόγο το ακίνητο επί του οποίου έχει ανεγερθεί η κατοικία έχει επιβαρυνθεί με MEMO και εγγυήσεις για πληρωμή φόρου. 24) Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω, ως εκ των ανωτέρω, είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για τη προστασία μου.» Με αυτή επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων, ήτοι ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου, ως Τεκμήρια 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 αποδείξεις πληρωμών, ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο τραπεζικής επιταγής, ως Τεκμήριο 12 αντίγραφο της συμφωνίας ημερ. 26.4.2005, ως Τεκμήριο 13 πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, ως Τεκμήριο 14 αντίγραφο της Γενικής Αίτησης 47/16, ως Τεκμήριο 15 αντίγραφο επιστολής ημερ. 28.8.2017 και ως Τεκμήριο 16 ένορκη δήλωση επίδοσης του Τεκμηρίου
  9. Η Καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 15.12.2017 η οποία στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011, όπως τροποποιήθηκε στα άρθρα 3(Ι)γ, 5(Ι), 12, 16Α, 17 και στο άρθρο 81(Ι)/2011, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου και στην Νομολογία. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της Ένστασης, είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η Αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει και/ή ευσταθήσει εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, καθότι είναι η δεύτερη Αίτηση που καταχωρείται εναντίον της από τον Αιτητή, ιδίας φύσης, με τους ίδιους διάδικους και το ίδιο επίδικο θέμα, και ως εκ τούτου υπάρχει δεδικασμένο αλλά και κατάχρηση της διαδικασίας από μέρους του Αιτητή. (β) Το άρθρο 12 του Νόμου, στο οποίο στηρίζεται η υπό εξέταση Αίτηση, δεν ισχύει και/ή δεν έχει εφαρμογή σε σχέση με συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν την έναρξη ισχύς του Νόμου 81(Ι)/
  10. Το συγκεκριμένο άρθρο, έχει ισχύ για συμβάσεις οι οποίες καταρτίστηκαν με την έναρξη ισχύος του Νόμου 81(Ι)/2011 και πιο συγκεκριμένα, για συμβάσεις που καταρτίστηκαν από τις 29/7/2011 και μεταγενεστέρα, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος. (γ) Οι πρόνοιες του άρθρου 12 δεν καλύπτουν παλαιότερες συμβάσεις, καθότι εάν ο Νομοθέτης είχε τέτοια πρόθεση δεν θα ήταν απαραίτητη η συμπερίληψη του άρθρου 16 στον αρχικό Νόμο. Θα αφήνετο το άρθρο 12 ως έχει και σε μια τέτοια περίπτωση, αναμφίβολα, η ερμηνεία θα ήταν ότι δεν υπάρχει διαφορετική αντιμετώπιση των παλαιών από τις μεταγενέστερες του Νόμου Συμβάσεις. (δ) Η σύμβαση πώλησης ακινήτου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12 του Νόμου 81(Ι)/
  11. (ε) Κατά τη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης, ίσχυε ο περί Ειδικής Εκτέλεσης Νόμος Κεφ.232 και με βάσει των προνοιών του, για να ήταν δεκτικής ειδικής εκτέλεσης, θα έπρεπε -μεταξύ άλλων- να είχε κατατεθεί εντός δύο μηνών από την υπογραφή της, κατά το 2006, πράγμα το οποίο παρέλειψε να κάνει ο Αιτητής. (στ) Για τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν τη έναρξη ισχύος του Νόμου 81(Ι)/2011 χωρίς να κατατεθούν στο Κτηματολόγιο, εφαρμόζονται οι πρόνοιες των άρθρων 16 και 16Α. Τα άρθρα αυτά θέτουν χρονικά όρια, εντός των οποίων μπορούσαν να κατατεθούν τέτοιες συμβάσεις, τα οποία έχουν παρέλθει προ πολλού. Ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να επωφεληθεί των προνοιών των άρθρων αυτών, όμως προφανώς δεν το έπραξε. (ζ) Ο Νόμος 81(Ι)/2011 άρχισε να ισχύει στις 29/7/2011 σύμφωνα με το άρθρο 17 και οι μεταβατικές του διατάξεις αφορούσαν τα μη κατατεθέντα συμβόλαια που ενώ δεν είχαν κατατεθεί προηγουμένως, μπορούσαν να κατατεθούν εντός έξι μηνών από τις 29/7/2011 (άρθρο 16

(1)), ή εντός έξι μηνών από την ισχύ του τροποποιητικού Νόμου αρ.32(Ι)/2012, ημερ. 3/4/
  1. Είναι πρόδηλο ότι η προθεσμία των έξι μηνών είχε προ πολλού εκπνεύσει πριν την καταχώρηση της υπό εκδίκασης Αίτησης αλλά και της προηγούμενης Γενικής Αίτησης με αρ.47/2016, εφόσον η σύμβαση έχει συνομολογηθεί το
  2. (η) Ο νομοθέτης έδωσε την ευκαιρία σε όλους οι οποίοι είχαν παλαιές συμβάσεις, προθεσμία έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του εν ισχύ νόμου απευθείας κατάθεση τους στο κτηματολόγιο. Ακολούθως, έδωσε περαιτέρω παράταση για άλλους έξι
(6)μήνες, μετά την θέσπιση του Νόμου 32(Ι)/
  1. (θ) Ουδεμία διακριτική ευχέρεια υπάρχει για παράταση του χρόνου κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο με αίτηση για τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου 81(Ι)/
  2. (ι)Το άρθρο 6 του Νόμου δεν παρέχει ουδεμία εξουσία στο Δικαστήριο για παράταση του χρόνου καταχώρησης της σύμβασης πώλησης στο Κτηματολόγιο. (κ) Ο Αιτητής καθυστέρησε υπερβολικά να διεκδικήσει τα δικαιώματα του. (λ) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος. (μ) Η Αίτηση είναι παράτυπος και δεν πληρεί τις προϋποθέσεις και/ή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην συγκεκριμένη υπόθεση, ο Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011, άρθρο 81(Ι)/2011 και ως ετροποποιήθη. (ν) Με τον Τροποποιητικό Νόμο του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) (Τροποποιητικός Νόμος του 2012, άρθρο 32(Ι)/2012 του Περί Πώλησης Ακινήτων Νόμοι του 2011 και 2012, που δημοσιεύθηκε στις 6/4/2012, εισήχθηκε το άρθρο 16Α, το οποίο προνοεί ότι οι Συμβάσεις που είχαν συνομολογηθεί πριν την ημερομηνία της δημοσίευσης του Νόμου, θα μπορούσαν να κατατεθούν σε προθεσμία έξι
(6)μηνών, δηλαδή μέχρι 6/10/2012, πράγμα το οποίο δεν συντρέχει στην συγκεκριμένη υπόθεση. (ξ) Ο Αιτητής, ασκεί την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή με αλλότρια κίνητρα και/ή με μόνο σκοπό να αποστερήσει από την καθ' ης η αίτηση, από του να διεκδικήσει τα δικαιώματα της, έναντι του Αιτητή. (ο) Ο Αιτητής, δεν αποκαλύπτει όλα τα σχετικά με την παρούσα Αίτηση γεγονότα, δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή γεγονότων που σχετίζονται με την Αίτηση και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καλή πίστη, ούτε με καθαρά χέρια και/ή επιδιώκει να παραπλανήσει το Δικαστήριο και/ή απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη και/ή ουσιαστικά στοιχεία και/ή γεγονότα σχετικά με την υπόθεση. (π) Ο Αιτητής, με δεδομένη την ημερομηνία συνομολόγησης του επίδικου Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 20/1/2006, δεν καλύπτεται από την σχετική Νομοθεσία, οπόταν και δεν τίθεται ούτε και θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας από το Δικαστήριο, αλλά ούτε και οι επικαλούμενες Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου υπό τις περιστάσεις, μπορούν να ενεργοποιηθούν. (ρ) Ο Αιτητής, δεν έχει σε καμία περίπτωση εξοφλήσει το τίμημα πώλησης του Ακινήτου, υπ' αρ. εγγραφής 0/3XXX4, Φ/Σχ.3X/4X, Τεμάχιο 1XX7, Διώροφη Κατοικία με καλυμμένο χώρο στάθμευσης, Εμβαδού 296 τ.μ., Μερίδιο το όλον, Αθηαίνου, Λάρνακα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επιζητεί και να δικαιούται να τύχει οποιασδήποτε θεραπείας προς όφελος του και εις βάρος συμφερόντων τρίτων προσώπων.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της Καθ΄ης η αίτηση και έχουν ως ακολούθως: «
  1. Είμαι ο Διευθυντής της καθ' ης η Αίτηση εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση και γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθ' ότι είχα προσωπική συμμετοχή στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν. Όλα όσα αναφέρω στην παρούσα Ένορκη Δήλωση, προκύπτουν από προσωπική μου γνώση. Όλες τις πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή γεγονότα τα οποία δεν γνωρίζω προσωπικά και τα οποία παραθέτω στην παρούσα Ένορκο Δήλωση μου, τα έχω πληροφορηθεί από τους Δικηγόρους μου και εκείνα που δεν έχω πληροφορηθεί από τους Δικηγόρους μου, αποκαλύπτω την πηγή της πληροφόρησής μου. Είμαι δε πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους Καθ' ων η Αίτηση, ώστε να προβώ στη παρούσα Ένορκη Δήλωση.
  2. Ανέγνωσα το περιεχόμενο της Ενόρκου Δήλωσης του κ. XXXXX Γεωργίου από την Αθηαίνου, η οποία δεν φέρει ημερομηνία, που συνοδεύει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, επί του περιεχομένου της οποίας έχω να αναφέρω τα ακόλουθα.
  3. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής, οι λόγοι για τους οποίους ενιστάμεθα στην παρούσα Αίτηση και κατ' επέκταση, στην έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων, υπό στοιχεία Α - Ε και για τους οποίους το Σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την Αίτηση αυτή, είναι οι ακόλουθοι: (α) Η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει και/ή ευσταθήσει εναντίον της καθότι είναι η δεύτερη Αίτηση που καταχωρείται εναντίον της από τον Αιτητή, ιδίας φύσης, με τους ίδιους διάδικους και το ίδιο επίδικο θέμα, και ως εκ τούτου υπάρχει δεδικασμένο και περαιτέρω, το γεγονός αυτό συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας από μέρους του Αιτητή. Ειδικότερα, κατά ή περί την 16/3/2016 ο Αιτητής καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εναντίον της καθ' ης η αίτηση και του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, ίδιας φύσεως Αίτησης και με το ίδιο επίδικο θέμα, η οποία έλαβε τον αριθμό 47/2016.Ακολούθως δε, η πλευρά της καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση κατά ή περί την 24/6/2016 και στις 28/3/2017 που ήταν ορισμένη η εν λόγω Αίτηση για οδηγίες, η πλευρά το Αιτητή απέσυρε την Αίτηση με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση. (β) Το άρθρο 12 του Νόμου, στο οποίο στηρίζεται η υπό εξέταση Αίτηση, δεν ισχύει και/ή δεν έχει εφαρμογή σε σχέση με συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν την έναρξη ισχύς του Νόμου 81(Ι)/
  4. Το συγκεκριμένο άρθρο, έχει ισχύ για συμβάσεις οι οποίες καταρτίστηκαν με την έναρξη ισχύος του Νόμου 81(Ι)/2011 και πιο συγκεκριμένα, για συμβάσεις που καταρτίστηκαν από τις 29/7/2011 και μεταγενεστέρα, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος. (γ) Οι πρόνοιες του άρθρου 12 δεν καλύπτουν παλαιότερες συμβάσεις, καθότι εάν ο Νομοθέτης είχε τέτοια πρόθεση δεν θα ήταν απαραίτητη η συμπερίληψη του άρθρου 16 στον αρχικό Νόμο. Θα αφήνετο το άρθρο 12 ως έχει και σε μια τέτοια περίπτωση, αναμφίβολα, η ερμηνεία θα ήταν ότι δεν υπάρχει διαφορετική αντιμετώπιση των παλαιών από τις μεταγενέστερες του Νόμου Συμβάσεις. (δ) Η σύμβαση πώλησης ακινήτου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12 του Νόμου 81(Ι)/
  5. (ε) Κατά τη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης, ίσχυε ο περί Ειδικής Εκτέλεσης Νόμος Κεφ.232 και με βάσει των προνοιών του, για να ήταν δεκτικής ειδικής εκτέλεσης, θα έπρεπε -μεταξύ άλλων- να είχε κατατεθεί εντός δύο μηνών από την υπογραφή της, κατά το 2006, πράγμα το οποίο παρέλειψε να κάνει ο Αιτητής. (στ) Για τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν τη έναρξη ισχύος του Νόμου 81(Ι)/2011 χωρίς να κατατεθούν στο Κτηματολόγιο, εφαρμόζονται οι πρόνοιες των άρθρων 16 και 16Α. Τα άρθρα αυτά θέτουν χρονικά όρια, εντός των οποίων μπορούσαν να κατατεθούν τέτοιες συμβάσεις, τα οποία έχουν παρέλθει προ πολλού. Ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να επωφεληθεί των προνοιών των άρθρων αυτών, όμως προφανώς δεν το έπραξε. (ζ) Ο Νόμος 81(Ι)/2011 άρχισε να ισχύει στις 29/7/2011 σύμφωνα με το άρθρο 17 και οι μεταβατικές του διατάξεις αφορούσαν τα μη κατατεθέντα συμβόλαια που ενώ δεν είχαν κατατεθεί προηγουμένως, μπορούσαν να κατατεθούν εντός έξι μηνών από τις 29/7/2011 (άρθρο 16
(1)), ή εντός έξι μηνών από την ισχύ του τροποποιητικού Νόμου αρ.32(Ι)/2012, ημερ. 3/4/
  1. Είναι πρόδηλο ότι η προθεσμία των έξι μηνών είχε προ πολλού εκπνεύσει πριν την καταχώρηση της υπό εκδίκασης Αίτησης αλλά και της προηγούμενης Γενικής Αίτησης με αρ.47/2016, εφόσον η σύμβαση έχει συνομολογηθεί το
  2. (η) Ο νομοθέτης έδωσε την ευκαιρία σε όλους οι οποίοι είχαν παλαιές συμβάσεις, προθεσμία έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του εν ισχύ νόμου απευθείας κατάθεση τους στο κτηματολόγιο. Ακολούθως, έδωσε περαιτέρω παράταση για άλλους έξι
(6)μήνες, μετά την θέσπιση του Νόμου 32(Ι)/
  1. (θ) Ουδεμία διακριτική ευχέρεια υπάρχει για παράταση του χρόνου κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο με αίτηση για τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου 81(Ι)/
  2. (ι)Το άρθρο 6 του Νόμου δεν παρέχει ουδεμία εξουσία στο Δικαστήριο για παράταση του χρόνου καταχώρησης της σύμβασης πώλησης στο Κτηματολόγιο. (κ) Ο Αιτητής καθυστέρησε υπερβολικά να διεκδικήσει τα δικαιώματα του. (λ) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος. (μ) Η Αίτηση είναι παράτυπος και δεν πληροί τις προϋποθέσεις και/ή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην συγκεκριμένη υπόθεση, ο Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011, άρθρο 81(Ι)/2011 και ως ετροποποιήθη. (ν) Με τον Τροποποιητικό Νόμο του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) (Τροποποιητικός Νόμος του 2012, άρθρο 32(Ι)/2012 του Περί Πώλησης Ακινήτων Νόμοι του 2011 και 2012, που δημοσιεύθηκε στις 6/4/2012, εισήχθηκε το άρθρο 16Α, το οποίο προνοεί ότι οι Συμβάσεις που είχαν συνομολογηθεί πριν την ημερομηνία της δημοσίευσης του Νόμου, θα μπορούσαν να κατατεθούν σε προθεσμία έξι
(6)μηνών, δηλαδή μέχρι 6/10/2012, πράγμα το οποίο δεν συντρέχει στην συγκεκριμένη υπόθεση. (ξ) Ο Αιτητής, ασκεί την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή με αλλότρια κίνητρα και/ή με μόνο σκοπό να αποστερήσει από την καθ' ης η αίτηση, από του να διεκδικήσει τα δικαιώματα της, έναντι του Αιτητή. (ο) Ο Αιτητής, δεν αποκαλύπτει όλα τα σχετικά με την παρούσα Αίτηση γεγονότα, δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή γεγονότων που σχετίζονται με την Αίτηση και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καλή πίστη, ούτε με καθαρά χέρια και/ή επιδιώκει να παραπλανήσει το Δικαστήριο και/ή απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη και/ή ουσιαστικά στοιχεία και/ή γεγονότα σχετικά με την υπόθεση. (π) Ο Αιτητής, με δεδομένη την ημερομηνία συνομολόγησης του επίδικου Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 20/1/2006, δεν καλύπτεται από την σχετική Νομοθεσία, οπόταν και δεν τίθεται ούτε και θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας από το Δικαστήριο, αλλά ούτε και οι επικαλούμενες Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου υπό τις περιστάσεις, μπορούν να ενεργοποιηθούν. (ρ) Ο Αιτητής, δεν έχει σε καμία περίπτωση εξοφλήσει το τίμημα πώλησης του Ακινήτου, υπ' αρ. εγγραφής 0/3XXX4, Φ/Σχ.3X/4X, Τεμάχιο 1XX7, Διώροφη Κατοικία με καλυμμένο χώρο στάθμευσης, Εμβαδού 296 τ.μ., Μερίδιο το όλον, Αθηαίνου, Λάρνακα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επιζητεί και να δικαιούται να τύχει οποιασδήποτε θεραπείας προς όφελος του και εις βάρος συμφερόντων τρίτων προσώπων.
  1. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του κ. XXXXX Γεωργίου, που εκτίθενται στην Ένορκο Δήλωση του, η οποία συνοδεύει την υπό εκδίκαση Αίτηση, θα ήθελα να αντικρούσω αυτούς και να αναφέρω ότι τα πραγματικά και αληθή γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι όπως τα αναφέρω πιο κάτω.
  2. Παραδέχομαι τους ισχυρισμούς του Ενόρκως Δηλούντα, που αναφέρονται στις παραγράφους αρ.1, 2, 3, 4 και 5 της Ενόρκου Δηλώσεως του.
  3. Πλην των ισχυρισμών ότι ο Αιτητής κατέβαλε στους Καθ' ων η αίτηση, το συνολικό ποσό των Λ.Κ.81,000.- και ότι το ποσό των Λ.Κ.1,000.- αφορούσε επιπλέον εργασίες που εκτελέστηκαν στην εν λόγω Κατοικία, αρνούμαι παντελώς και κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του Ενόρκως Δηλούντα, που αναφέρεται στην παράγραφο αρ.6 της Ενόρκου Δηλώσεως του και συγκεκριμένα ότι εξοφλήθηκε το τίμημα της πώλησης της εν λόγω Κατοικίας και προς υπεράσπιση της καθ' ης η αίτηση, ισχυρίζομαι τα ακόλουθα. (α) Ο Αιτητής παρέλειψε μέχρι και σήμερα ακόμη, να καταβάλει προς την καθ' ης η αίτηση το ποσό των €20,759.50, που είναι ο Φ.Π.Α. προς 15% που ήταν τότε, επί του ποσού των Λ.Κ.81,000.-/€138,396.
  4. (β) Είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι ο Φ.Π.Α. επιβλήθηκε στις αγοραπωλησίες αυτές και ως εκ τούτου, ο Αιτητής ήταν υποχρεωμένος, τόσον με βάση το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 20/1/2006, όσον και με την σχετική Νομοθεσία, να καταβάλει προς την καθ' ης η αίτηση το ανάλογο ποσό του Φ.Π.Α., που είναι αυτό που αναφέρεται πιο πάνω. (γ) Ο Αιτητής μάλιστα, υπέβαλε και Αίτηση προς τον Φ.Π.Α., για πληρωμή μειωμένου Φ.Π.Α., ως πρώτη Κατοικία και έχει επιστραφεί προς αυτόν, το ανάλογο ποσό ή και ολόκληρο το ποσό του Φ.Π.Α., με βάση την σχετική Νομοθεσία. (δ) Η καθ' ης η αίτηση κατέβαλε ήδη προς τον Φ.Π.Α., τον ανάλογο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, με βάση το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο τους και σύμφωνα με την Νομοθεσία. (ε) Είναι ξεκάθαρο από την Νομοθεσία ότι τον Φ.Π.Α., τον πληρώνει ο Αγοραστής προς τον Developer, ο οποίος με την σειρά του τον αποδίδει στην Δημοκρατία, όπως έπραξε στην συγκεκριμένη υπόθεση η καθ' ης η αίτηση, ενώ ο Αιτητής παρόλο που εισέπραξε επιστροφή Φ.Π.Α., εντούτοις, δεν τον έχει πληρώσει προς την καθ' ης η αίτηση.
  5. Εκ του περιεχομένου της παραγράφου αρ.7 της Ενόρκου Δηλώσεως του Ενόρκως Δηλούντος, πλην του γεγονότος ότι υπογράφηκε Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 26/4/2005, όχι όμως για τους λόγους που ισχυρίζεται ο Αιτητής, αλλά ο πραγματικός λόγος που υπογράφηκε το δεύτερο Αγοραπωλητήριο Έγγραφο, ήταν για να του δοθεί η ευκαιρία να το καταθέσει στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, διότι είχε παραλείψει να το πράξει εμπρόθεσμα, όπως ακριβώς συνέβηκε και με το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 20/1/
  6. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Ενόρκως Δηλούντος που αναφέρονται στην παράγραφο αρ.8, έχω να αναφέρω ότι, πράγματι η μεταβίβαση της Κατοικίας και όχι του Διαμερίσματος όπως αναφέρει ο Αιτητής, θα γινόταν με την εξόφληση του τιμήματος της πώλησης και την έκδοση ξεχωριστού Τίτλου Ιδιοκτησίας από το Κτηματολόγιο. Σε καμία όμως περίπτωση, έγινε εξόφληση του τιμήματος της πώλησης στις 2/4/2007, ως αναληθώς και κακοβούλως ισχυρίζεται ο Αιτητής.
  7. Πλην του γεγονότος ότι, η εν λόγω Κατοικία έχει συμπληρωθεί και παραδοθεί στον Αιτητή από το τέλος του 2006, αρνούμαι παντελώς και κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του Ενόρκως Δηλούντος που αναφέρεται στην παράγραφο αρ.9 της Ενόρκου Δηλώσεως του, ότι δήθεν η καθ' ης η αίτηση έχει παραλείψει να εκδώσει ξεχωριστό Τίτλο Ιδιοκτησίας. Τουναντίον μάλιστα από το επισυναπτόμενο Τεκμήριο 13 στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή, φαίνεται ότι, ξεχωριστός Τίτλος Ιδιοκτησίας έχει εκδοθεί επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση. Ο Αιτητής μάλιστα, κλήθηκε επανειλημμένες φορές για να γίνει η μεταβίβαση, αφού προηγουμένως εξοφλήσει το τίμημα της πώλησης, περιλαμβανομένου και του Φ.Π.Α., ως ανωτέρω αναφέρεται, πλην όμως αυτός παρέλειψε και/ή αμέλησε και/ή αρνήθηκε να πράξει τούτο, για λόγους αποκλειστικά και μόνο δικούς του. Είναι επίσης θέση της καθ' ης η αίτηση ότι, εάν δεν της εξοφληθεί το τίμημα της πώλησης, συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α., ως ανωτέρω αναφέρεται, δεν πρόκειται ασφαλώς ποτέ να του τιτλοποιήσει την εν λόγω Κατοικία επ' ονόματι του, συμμορφούμενη με το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο που υπεγράφη. Επαναλαμβάνω και τονίζω ότι ο Αιτητής οφείλει στην καθ' ης η αίτηση, το συνολικό ποσό των €20,759.50, και σε καμία περίπτωση συναινεί στην κατάθεση του εν λόγω Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου εκπρόθεσμα και κατά παράβαση της σχετικής Νομοθεσίας.
  8. Αρνούμαι όλους τους ισχυρισμούς του Ενόρκως Δηλούντος που αναφέρονται στην παράγραφο αρ.10 της Ενόρκου Δηλώσεως του και επαναλαμβάνω όλες τις θέσεις μου, όπως με λεπτομέρεια έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Περαιτέρω, καλείται ο Αιτητής εις αυστηράν απόδειξη των εν λόγω ισχυρισμών του.
  9. Παραδέχομαι τους ισχυρισμούς του Ενόρκως Δηλούντος, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο αρ.11 της Ενόρκου Δηλώσεως του και ισχυρίζομαι περαιτέρω ότι, πράγματι θα έπρεπε να είχε καταβληθεί ο Φ.Π.Α. που αντιστοιχούσε στο ποσό των Λ.Κ.81,000.- και όχι Λ.Κ.80,000.- που αναφέρει ο Ενόρκως Δηλών. Επαναλαμβάνω την θέση μου ότι, ο Αιτητής ως Αγοραστής της εν λόγω Κατοικίας, με βάση την σχετική Νομοθεσία, η οποία εφαρμόστηκε μετά την υπογραφή του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου, επιβλήθηκε σε αυτές τις αγοραπωλησίες Φ.Π.Α., έπρεπε ο Αγοραστής να είχε πληρώσει στην καθ' ης η αίτηση. Διερωτώμαι μάλιστα, πώς είναι δυνατόν ο ίδιος ο Αιτητής, να ζητήσει επιστροφή Φ.Π.Α. και να τον εισπράξει από το Κράτος και αυτός να μην τον πληρώσει προς την καθ' ης η αίτηση. Είναι πράγματι αδιανόητο.
  10. Ως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής, η υπόθεση του Αιτητή, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να τύχει της εφαρμογής των προνοιών, τόσον του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 όπως τροποποιήθηκε, αλλά ούτε και από τις πρόνοιες του Νόμου 139/2015 και ως εκ τούτου, αρνούμαι όλους τους ισχυρισμούς του, όπως αυτοί αναφέρονται στις παραγράφους αρ.12, 13, 14, 15 και 16 της Ενόρκου Δηλώσεως του και προς τούτο, καλείται αυτός εις αυστηράν απόδειξη των εν λόγω ισχυρισμών του.
  11. Αρνούμαι επίσης παντελώς και κατηγορηματικά, ως εντελώς αβάσιμους και αστήρικτους, όλους τους ισχυρισμούς του Ενόρκως Δηλούντος, όπως αυτοί αναφέρονται στις παραγράφους αρ.17, 18, 19, 20, 21, 22 και 23 της Ενόρκου Δηλώσεως του και καλείται εις αυστηράν απόδειξη επίσης των εν λόγω ισχυρισμών του. Περαιτέρω, επαναλαμβάνω όλες τις θέσεις μου, όπως με λεπτομέρεια έχουν εκτεθεί. Δεν είναι δυνατόν, ο Ενόρκως Δηλών να μην γνώριζε το χρονικό περιθώριο κατάθεσης του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου στο Κτηματολόγιο, την στιγμή που ως έχω αναφέρει και πιο πάνω, το δεύτερο Πωλητήριο Έγγραφο υπογράφτηκε γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, δηλαδή επειδή είχε απολέσει ο Ενόρκως Δηλών την προθεσμία κατάθεσης του πρώτου Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου, έγινε το δεύτερο για να μπορέσει να το καταθέσει στο Κτηματολόγιο. Η δικαιολογία που επικαλείται της μετάβασης του στον Φόρο Εισοδήματος για χαρτοσήμανση του εν λόγω Εγγράφου, σε καμία περίπτωση μπορεί να ευσταθήσει και να γίνει πιστευτή.
  12. Είναι επίσης θέση μου και ως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου ότι, κατά τον χρόνο που συνομολογήθηκε η επίδικη Συμφωνία, ίσχυε ο Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος, Κεφ.
  13. Για να ήταν δεκτική η ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας αυτής, θα έπρεπε να ήταν έγκυρη σύμβαση σύμφωνα με τον Νόμο, να ήταν γραπτή και ο Αγοραστής να την είχε, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της σύμβασης, καταθέσει ή μεριμνήσει ώστε να κατατεθεί στο Αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο. Προνοούνταν περαιτέρω προϋποθέσεις ως προς τα επόμενα διαβήματα που όφειλε να λάβει ο Αγοραστής. Ακολούθως, την 29/4/2011, δημοσιεύτηκε ο Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011, που τέθηκε σε ισχύ τρεις
(3)μήνες μετά, οπόταν και κατάργησε τον Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, Κεφ.232. Στην εν λόγω Νομοθεσία προνοείτο ότι, συμβάσεις που είχαν συνομολογηθεί πριν τον Νόμο, δηλαδή πριν την 29/7/2011 και παρέμειναν σε ισχύ, θα μπορούσαν μέσα σε έξι
(6)μήνες, δηλαδή μέχρι 29/1/2012, να κατατεθούν στο Αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, πράγμα το οποίο ο Αιτητής και πάλιν δεν είχε πράξει. Συνεπώς, ούτε και με τον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδικής Εκτέλεσης) (Τροποποιητικός Νόμος του 2012) που δημοσιεύθηκε στις 6/4/2012, μπορεί να γίνει δεκτή η κατάθεση του εν λόγω Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου και ως εκ τούτου, η Αίτηση του Αιτητή θα πρέπει να απορριφθεί.
  1. Ενόψει όλων των πιο πάνω ισχυρισμών, είναι η θέση μου ότι το Σεβαστό Δικαστήριο, θα πρέπει να απορρίψει την Αίτηση του Αιτητή, με έξοδα εις βάρος του.» Στην αγόρευσή του ο δικηγόρος του Αιτητή ουσιαστικά υιοθέτησε και επανέλαβε τα όσα αναφέρονται στην Αίτηση και ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή, ενώ ταυτόχρονα απορρίπτει τους λόγους ένστασης με σχεδόν, θα έλεγα, κατά αποκλειστικό τρόπο βασιζόμενος στο άρθρο 12 του Νόμου 81(Ι)/2011 όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 48(Ι)/2017 ημερ. 2.6.
  2. Από την άλλη ο δικηγόρος της Καθ΄ης η αίτηση επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην Ένσταση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή με κύριο άξονα ότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 12 αφού δεν καλύπτει αυτή τη σύμβαση για την οποία ζητείται η παράταση του χρόνου καταχώρησής της στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, ενώ έκανε σχετική αναφορά στα άρθρα 16, 16Α και 6 του Νόμου 81(Ι)/2011, ενώ ως προς τα γεγονότα αυτό, ουσιαστικά, το οποίο θέτει είναι ο ισχυρισμός του ότι δεν εξοφλήθηκε το ποσό καθότι δεν καταβλήθηκε εκ μέρους του Αιτητή το ποσό των €20.759,50 ως ΦΠΑ επί του ποσού που έχει αναφερθεί στην Αίτηση ότι καταβλήθηκε στην Καθ΄ης η αίτηση. Επισυνάπτει και μία πρωτόδικη απόφαση αδελφού Δικαστή ημερ. 11.11.2016 και μία άλλη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με μονομελή σύνθεση στην ECLI:CY:AD:2014:D853, Πολιτική Έφεση 170/2014 ημερ. 7.11.
  3. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου 81(Ι)/2011, όπως τροποποιήθηκε με την πιο πρόσφατη και τελευταία τροποποίηση του Νόμου 48(Ι)/2017 ημερομηνίας 2.6.17, προνοούνται τα ακόλουθα: «3.
(1)Η κατάθεση της σύμβασης από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων μερών γίνεται αποδεκτή μόνο αν (α) υπάρχει εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, στο όνομα τουλάχιστον ενός των πωλητών σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία (
  1. i)η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, ή (
  2. ii)στην οποία περιλαμβάνεται το τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης: Νοείται ότι, αν το αντικείμενο της σύμβασης είναι τμήμα συνιδιόκτητης ακίνητης ιδιοκτησίας, για το οποίο δεν υπάρχει χωριστή εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου και πωλητές δεν είναι όλοι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες, αυτή συνοδεύεται από συμφωνία διανομής, υπογεγραμμένη από όλους τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες της ακίνητης ιδιοκτησίας, των οποίων οι υπογραφές είναι δεόντως πιστοποιημένες, και το τμήμα που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης αναλογεί σε ένα τουλάχιστον από τους πωλητές στη σύμβαση, ο οποίος έχει δικαίωμα ελεύθερης κατοχής, χρήσης και διάθεσης αυτού. (β) η σύμβαση είναι γραπτή, περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων μερών, περιγράφει επαρκώς την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της σύμβασης, αναφέρει το αντάλλαγμα και είναι υπογεγραμμένη από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη· και (γ) η σύμβαση κατατεθεί εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της, στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας της επαρχίας που βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία: Νοείται ότι - (
  1. i)στην περίπτωση σύμβασης αντιπαροχής, η πιο πάνω προβλεπόμενη προθεσμία για τον πάροχο αρχίζει με τη μεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας στον αντιπάροχο∙ (
  2. ii)σε περίπτωση που δεν υπάρχει, κατά τη διάρκεια της εν λόγω προθεσμίας, εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου στο όνομα τουλάχιστον ενός εκ των πωλητών σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, ή στην οποία περιλαμβάνεται το τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, η σύμβαση δύναται να κατατεθεί εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία της εν λόγω εγγραφής· (iii) αν ο αγοραστής είναι εκδοχέας σε σύμβαση εκχώρησης, η οποία συνομολογείται πριν από την κατάθεση της σύμβασης που αυτή αφορά και εντός της περιόδου των έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης, η κατάθεση της σύμβασης συνοδεύεται από αντίγραφο της σύμβασης εκχώρησης και πιστοποιητικό διευθέτησης του φόρου που επιβάλλεται με τον περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμο· (iv) αν συνομολογείται σύμβαση εκχώρησης που αφορά σύμβαση η οποία είναι κατατεθειμένη στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, αντίγραφο της σύμβασης εκχώρησης παρουσιάζεται στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέσα σε δύο
(2)μήνες από την υπογραφή της σύμβασης εκχώρησης και επισυνάπτεται στη σύμβαση μαζί με πιστοποιητικό διευθέτησης του φόρου που επιβάλλεται με τον περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμο.» Στην παρούσα αίτηση, διαπιστώνεται ότι επιχειρείται η λήψη άδειας για κατάθεση σύμβασης που συνομολογήθηκε πριν τεθεί σε ισχύ ο περί Πώλησης Ακινήτων Νόμος (Ειδική Εκτέλεση) 81(Ι)/2011, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ 29.4.
  1. Ο Νόμος περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις αναφορικά με τις συμβάσεις που έχουν συνομολογηθεί πριν τεθεί σε ισχύ ο αρχικός Νόμος 81(Ι)/2011 και του μεταγενέστερου τροποποιητικού Ν.32(Ι)/
  2. Παρατίθενται αυτούσιες οι πρόνοιες των υπό αναφορά διατάξεων: «16.
(1)Παρά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη στον υπό κατάργηση περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο προθεσμία κατάθεσής τους, δύνανται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 3, να κατατεθούν εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται και σε σχέση με συμβάσεις που συνομολογήθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου και οι οποίες είναι ήδη κατατεθειμένες στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού ή οι οποίες θα κατατεθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ή του άρθρου 16Α ανεξάρτητα αν σε σχέση με αυτές εκκρεμεί κατά την εν λόγω ημερομηνία οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. 16Α. Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 16, συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν οποτεδήποτε πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2012 έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη στον καταργηθέντα περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο ή στον παρόντα Νόμο προθεσμία κατάθεσής τους, ανάλογα με την περίπτωση, δύνανται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 3, να κατατεθούν εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2012.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι με το άρθρο 16 γίνεται πρόνοια εν σχέσει με τις συμβάσεις που συνομολογήθηκαν πριν τεθεί σε ισχύ ο Νόμος και δεν κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 16Α χορηγείται περαιτέρω παράταση 6 μηνών για κατάθεση των συμβάσεων μετά από την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου Ν.32(Ι)/12. Εξάγεται από τα πιο πάνω ότι η υπό κρίση σύμβαση, η οποία συνήφθηκε στις 20.1.2006, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των πιο πάνω μεταβατικών διατάξεων του Νόμου. Ταυτόχρονα όμως διαπιστώνεται ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε μετά τη δημοσίευση του Νόμου 48
(1)/2017, στις 2.6.17, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 12 του Νόμου, ώστε το τροποποιημένο άρθρο 12 να διαβάζεται ως ακολούθως : «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν σχετικής αίτησης, να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση για συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν σε οποιοδήποτε χρόνο, έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη για το σκοπό αυτό χρονική περίοδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή η προθεσμία κατάθεσής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντα με τον παρόντα Νόμο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή.» Προκύπτει, από τα πιο πάνω, ότι το λεκτικό του άρθρου 12 του Νόμου τροποποιήθηκε με τρόπο, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί ότι πλέον παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 16 και 16Α του Νόμου, να χορηγήσει άδεια για κατάθεση σύμβασης που συνομολογήθηκε πριν τεθεί σε ισχύ ο Νόμος και ότι αποκτούν για πρώτη φόρα δικαίωμα οι κάτοχοι των πωλητηρίων τα όποια υπάγονται στα άρθρα 16 και 16Α να αποταθούν στο Δικαστήριο για λήψη άδειας προς κατάθεσή τους παρά την εκπνοή των προθεσμιών που θέτουν τα άρθρα 16 και 16Α. Επομένως η σχετική αναφορά στην Ένσταση και στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση ότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 12 του Νόμου και ότι η σύμβαση δεν εμπίπτει, όπως και η Αίτηση που έγινε με βάση αυτό, δεν μπορεί να ευσταθήσει, οι δε περί του αντιθέτου εισηγήσεις, πέραν της Ένστασης και της ένορκης δήλωσης, στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου, δεν μπορούν να ευσταθήσουν αφού ούτε στην Αίτηση ούτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή αλλά ούτε και στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου αναφέρεται στο Νόμο 48(Ι)/
  1. Η δε πρωτόδικη απόφαση που επισύναψε μαζί με την γραπτή αγόρευσή του αναφορικά με την αίτηση 24/16, ημερ. 11.11.16, εκδόθηκε πριν από την τροποποίηση του Νόμου με το Ν.48(Ι)/2017ημερ. 2.6.
  2. Το ίδιο συμβαίνει και με την Πολιτική Έφεση 170/04 ημερ. 7.11.04, αφού εκδόθηκε με τα δεδομένα του Νόμου πριν την τροποποίηση με το Ν.48(Ι)/2017ημερ. 2.6.
  3. Στη συνέχεια θα επιχειρήσω να απαντήσω ένα προς ένα στους λόγους ένστασης με τους οποίους συσχετίζονται αριθμητικά, σε μεγάλο βαθμό, οι ισχυρισμοί που φαίνονται στην ένορκη δήλωση, αφού ουσιαστικά είναι αντιγραφή με περισσότερες, σε κάποια σημεία, λεπτομέρειες. Σε σχέση με τη μη εφαρμογή του άρθρου 12, ήδη αναφέρθηκε η θέση της Καθ΄ης η αίτηση ότι δεν εφαρμόζεται αυτό, για τους λόγους τους οποίους ανέφερε και στους οποίους συμπεριλαμβάνεται τόσο ότι δεν έχει σχέση ή ότι δεν καλύπτει παλαιότερες συμβάσεις ή ότι δεν εμπίπτει η σύμβαση ημερ. 20.1.2016 στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12, καθώς και η κρίση του Δικαστηρίου, επί αυτής της θέσης και ισχυρισμών της Καθ΄ης η αίτηση, ότι δεν μπορούν να ευσταθήσουν αυτοί, για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Ούτε βέβαια μπορεί να ευσταθήσει ότι τότε ίσχυε ο Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος Κεφ. 232, αφού ο Νόμος άλλαξε γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο για να μπορεί κάποιος που δεν κατέθεσε το πωλητήριο έγγραφο τότε έγκαιρα να αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση σχετικού διατάγματος. Περαιτέρω, ακριβώς, με τη νέα τροποποίηση δίδεται εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει σχετικό διάταγμα. Όσον αφορά τη θέση ότι υπήρξε δεδικασμένο ένεκα της προγενέστερης αίτησης 47/16 που καταχωρήθηκε από τον Αιτητή και αποσύρθηκε άνευ βλάβης, με όλο το σεβασμό, αφού το Δικαστήριο δεν αποφάσισε επί των θεμάτων που υπήρχαν στην εν λόγω αίτηση και αποσύρθηκε άνευ βλάβης δεν ισχύει η αρχή του δεδικασμένου. Όσον αφορά το λόγο ένστασης ότι ο Αιτητής καθυστέρησε υπερβολικά να διεκδικήσει τα δικαιώματα του, αναφέρω ότι ο Ν.48(Ι)/2017δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε ισχύ στις 2.6.17 και 23.10.17 καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση και ως εκ τούτου δεν μπορεί το Δικαστήριο να βρει ότι η παρέλευση τεσσάρων μηνών αποτελεί τέτοια καθυστέρηση που θα θεωρείτο υπέρμετρη και να τερματιστεί η διαδικασία γι΄ αυτό το λόγο. Ούτε βέβαια ευσταθεί ο λόγος ότι η Αίτηση είναι παράτυπη ή ότι είναι καταχρηστική ή εκδικητική ή κακόπιστη ή κατατέθηκε με αλλότρια κίνητρα. Κάθε άλλο, μάλιστα είναι η Καθ΄ης η αίτηση που κακόπιστα, με τη συμπεριφορά της, σκοπεί να αποστερήσει από τον Αιτητή τα νομικά του δικαιώματα που εκπηγάζουν από τη μεταξύ τους συμφωνία αφού είναι παραδεκτό ότι το ποσό που συμφωνήθηκε καταβλήθηκε, και χωρίς να αποφαίνομαι σ΄ αυτή τη διαδικασία, γιατί δεν είναι το αντικείμενό της, ως προς το αν έχει εξοφληθεί ή όχι το ποσό, αλλά ως προς το ότι εξοφλήθηκε το τίμημα της σύμβασης αυτό καταδεικνύεται από την παράγραφο 2 της σύμβασης ημερομηνίας 20.1.2006 στο οποίο αναφέρεται ότι ως τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε το ποσό των £80.000 Λίρες Κύπρου. Επομένως, το τίμημα πώλησης που αναφέρεται στη σύμβαση, αποδεικνύεται ότι καταβλήθηκε και από τις αποδείξεις που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και το αντίγραφο της επιταγής, Τεκμήρια 2 - 11, και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην οποία είναι παραδεκτό ότι καταβλήθηκε το ποσό των £81.
  4. Εκεί που είναι η διαφορά των μερών, είναι ποιος ευθύνεται για την καταβολή του ΦΠΑ, που όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, αυτό προέκυψε μετά την υπογραφή της σύμβασης. Ούτε φαίνεται ότι δεν έχει αποκαλύψει όλα τα στοιχεία που σχετίζονται με την Αίτηση αυτή. Όσον αφορά τα άλλα θέματα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, ότι δηλαδή ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για πληρωμή μειωμένου ΦΠΑ ως πρώτη κατοικία και επιστράφηκε προς αυτόν το ανάλογο ποσό ή και ολόκληρο το ποσό του ΦΠΑ, κανένα στοιχείο δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει αυτό τον ισχυρισμό. Μάλιστα διαφαίνεται στη σελίδα 9 της ένορκης δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι η Καθ΄ης η αίτηση κατέβαλε προς το ΦΠΑ το ανάλογο ποσό ΦΠΑ με βάση το αγοραπωλητήριο έγγραφο και σύμφωνα με τη Νομοθεσία. Δεν πρόκειται όμως το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε αυτό το ζήτημα ποιος από τους δύο διαδίκους οφείλει να πληρώσει το ΦΠΑ, αφού δεν είναι το ζητούμενο και το αντικείμενο της Αίτησης η οποία για να επιτύχει πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Σε σχέση με τον ισχυρισμό που προέβαλε ο Αιτητής ότι ο λόγος που έγινε το δεύτερο συμβόλαιο, αυτό δηλαδή που επιχειρείται τώρα η κατάθεσή του στο Κτηματολόγιο, και όχι του πρώτου που έγινε το 2005, το οποίο επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ως Τεκμήριο 12, αλλά κατά την Καθ΄ης η αίτηση είναι για άλλο λόγο τον οποίο εξηγεί ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, στην οποία αναφέρει ότι η δεύτερη σύμβαση έγινε με σκοπό να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο επειδή πέρασε η προθεσμία κατάθεσης της πρώτης σύμβασης, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να ευσταθήσει γιατί αν ήταν έτσι τα πράγματα, δηλαδή ότι έγινε για να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, δεν θα ήταν λογικό αν ήταν αυτός ο λόγος να μην πάει αμέσως στο Κτηματολόγιο να καταθέσει τη νέα σύμβαση. Σημειώνεται ότι η κατοικία παραδόθηκε στον Αιτητή περί το τέλος του 2006 και από τότε την κατέχει ο Αιτητής χωρίς να οχληθεί από την Καθ΄ης η αίτηση ότι δεν δικαιούται σε αυτή. Ως εκ των πιο πάνω και έχοντας κατά νου ότι η διαφορά ουσιαστικά των διαδίκων είναι ποιος θα καταβάλει το ΦΠΑ, γεγονός για το οποίο το Δικαστήριο αυτό δεν υπεισέρχεται στην εξέτασή του, να επαναλάβω ότι το τίμημα πώλησης, όπως περιγράφεται στη σύμβαση ημερομηνίας 20.1.16, έχει καταβληθεί, θα προχωρήσω στην εξέταση κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να κατατεθεί το πωλητήριο έγγραφο για την προστασία του αγοραστή. Έτσι όσον αφορά τα απαιτούμενα με βάση το άρθρο 3 του Νόμου το Δικαστήριο βρίσκει ότι
(1)υπάρχει εγγραφή στο κτηματικό μητρώο του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου στο όνομα της Καθ΄ης η αίτηση (πωλήτριας) σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία. Εδώ να συμπληρώσω ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση η Καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι εκδόθηκε και ξεχωριστός τίτλος. (1α) Επίσης η εγγραφή αυτή αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, (1β) στην οποία περιλαμβάνεται το τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, (2α) η σύμβαση είναι γραπτή, (2β) περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων μερών, αφού αναγράφεται το όνομα του αγοραστή, η ταυτότητα του και όσον αφορά την Καθ΄ης η αίτηση το όνομα της και την έδρα της, (2γ) περιγράφει επαρκώς την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της σύμβασης, ήτοι αναφέρεται σε ανεξάρτητη κατοικία τύπος 1 στην Αθηαίνου, το Φ/Σχ., ο αριθμός τεμαχίου και ο αριθμός εγγραφής, αναφέρει το αντάλλαγμα που είναι £80.000 και είναι υπογραμμένη στην τρίτη σελίδα από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.
(3)Η σύμβαση βέβαια δεν κατατέθηκε εντός έξι μηνών, όμως αυτό είναι το ζητούμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή η παράταση του χρόνου καταχώρησης του πωλητηρίου εγγράφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκηθεί δικαστικά κατόπιν σχετικής αίτησης, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να επιτραπεί η κατάθεση της σύμβασης για ειδική εκτέλεση η οποία συνομολογήθηκε πριν τη σχετική τροποποίηση του Νόμου, που βέβαια έχει παρέλθει η προβλεπόμενη χρονική περίοδος, έχοντας κατά νου τα γεγονότα όπως αυτά αναφέρθηκαν προηγουμένως και δη (Α) ότι ο Αιτητής κατέβαλε το τίμημα πώλησης £80.000 συν £1.000 για άλλες εργασίες που έγιναν και (Β) ότι από το 2006 κατέχει αυτή την κατοικία, (Γ) Η σύμβαση συνεχίζει να είναι σε ισχύ και η μόνη διαφωνία της Καθ΄ης η αίτηση, η οποία δεν δίνει τη συγκατάθεσή της, η οποία άλλως πως, ως εξάγεται, θα την έδινε, είναι κατά την άποψη της η μη καταβολή του ΦΠΑ εκ μέρους του Αιτητή, κρίνω ότι είναι εύλογο και δίκαιο για την προστασία του αγοραστή το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Ως εκ τούτου εκδίδονται διατάγματα ως η παράγραφος Α, Β και Γ της Αίτησης πλέον έξοδα €2.500 συν ΦΠΑ υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση. (Υπ.) ................... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.