← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. TERRE MER ESTATE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2931/2014, 11/12/2018

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. TERRE MER ESTATE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2931/2014, 11/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A232 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2931/2014 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD άλλως ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Εναγόντων ΚΑΙ 1.TERRE MER ESTATE LIMITED (HE187371) 2.XXXXX VAN DER HAEGEN Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 14.10.2016 ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ 2 ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ (Α) ΤΗΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ (Β) ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 30.4.2015 ΚΑΙ (Γ) ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΕΚΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ Ημερομηνία: 11.12.2018 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 2-Αιτήτρια: κ. Αργυρίδης για Γ. Αργυρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα-Καθ΄ης η αίτηση: κ. Λουκαΐδης για Δρ. Α. Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ Ενδιάμεση Απόφαση (Ex-Τempore) ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η Ενάγουσα ‑ Καθ' ης η αίτηση είναι τραπεζικός οργανισμός και ασκεί τραπεζικές εργασίες. Στα πλαίσια των εργασιών της σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1, ύψους, ως το αξιούμενο ποσό, €277,231.47, ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει εγγράφου συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 22.1.2008 και εναντίον της Εναγόμενης 2 δυνάμει συμφωνίας εγγυήσεως, ίδιας ημερομηνίας ή/και άλλης. Επειδή δεν καταβάλλονταν οι δόσεις του δανείου, η Ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία και στη συνέχεια καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 11.12.2014 αξιώνοντας το εν λόγω ποσό και διάταγμα εκποίησης δια δημόσιου πλειστηριασμού συγκεκριμένου ενυπόθηκου ακίνητου. Η επίδοση στην Εναγόμενη 1 έγινε στις 27.2.

  1. Ακολούθησε αίτηση ημερομηνίας 24.3.2015 για, Α) διάταγμα που να επιτρέπει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας ή/και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, Β) υποκατάστατο επίδοση της κλητηρίου εντάλματος ή/και επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος επί του αντιγράφου του διατάγματος, σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό κανονισμό 1393/2007, Γ) διάταγμα διατάσσον ως χρόνο καταχώρησης εμφάνισης 30 μέρες από την επίδοση της και Δ) διάταγμα ότι σε περίπτωση παραλείψεως καταχώρησης εμφάνισης, κάθε περαιτέρω επίδοση θα θεωρείται κανονικώς επιδομένη εάν αντίγραφα των σχετικών δικογράφων τοιχοκολληθούν επί του πινακίου του Δικαστηρίου για 7 μέρες. Τα διατάγματα αυτά εκδόθηκαν στις 30.4.
  2. Η επίδοση στην Εναγομένη 2 φαίνεται να έγινε στις 2 Ιουνίου
  3. Μετά την επίδοση που έγινε στην Εναγόμενη 2 κατά την εν λόγω ημερομηνία, η Εναγόμενη 2 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στις 14.10.2016 και κατά την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση από την Εναγόμενη 2 ‑ Αιτήτρια (στο εξής Αιτήτρια) με την οποία επιδιώκεται o παραμερισμός (Α) της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος, (Β) του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 30.4.2015 και (Γ) της επίδοσης ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος και/ή κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 θ.2, Δ.5 1, 9 και 10, Δ.5Α, Δ.16 θ.9, Δ.39, Δ.48 θ.1-4, 8

(1),
(3),
(4)και 9, Δ.64, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 άρθρα 1, 5, 7, 8 και 10, ως και στο Παράρτημα ΙΙ αυτού, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/01 για την Διεθνή Δικαιοδοσία, Αναγνώριση και Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις άρθρα 2 και 5.1.α., στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 593/08 άρθρο 4.2, στο άρθρο 30.3(α) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη Νομολογία και στις Συμφυείς, Σύμφυτες και Εγγενείς εξουσίες και ακολουθητέα Πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια με την οποία επισυνάπτονται τέσσερα
(4)Τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 1 επισυνάπτεται το διάταγμα ημερομηνίας 30.4.2015, ως Τεκμήριο 2 η έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας συντεταγμένη στα ολλανδικά και μετάφραση αυτής στην Ελληνική, ως Τεκμήριο 3 η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος όπως έχει επιδοθεί στην Αιτήτρια στη γαλλική γλώσσα και ως Τεκμήριο 4 έγγραφο, προφανώς, με βάση την αναφορά που γίνεται σ' αυτό, από την Wikipedia που σχετίζεται με το Βέλγιο. Η Ενάγουσα ‑ Καθ' ης αίτησης (στο εξής Καθ' ης η αίτηση) καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 31.10.2016 με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «
(1)Αρνείται ότι η κα Σεργίου είχε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση να προβεί στην παρούσα Ένορκο Δήλωση και αρνείται επίσης τις ισχυριζόμενες λεπτομέρειες που αναφέρονται από την αιτήτρια, δεδομένου μάλιστα ότι το Τεκμήριο 4, είναι φανερό ότι εξεδόθη από την Wikipedia της Κύπρου.
(2)Τόσο η έκδοση του διατάγματος όσο και η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και η υποκατάστατος επίδοση του κλητηρίου έγιναν κανονικά και νομότυπα. Άλλωστε η ίδια η αιτήτρια παραδέχτηκε ότι αυτά επιδόθηκαν στη διεύθυνση διαμονής της και φαίνεται σαφώς ότι περιήλθαν στην κατοχή της και γνώση της και για αυτό διόρισε δικηγόρο.
(3)Η επίδοση έγινε με βάση τον Ευρωπαϊκό κανονισμό και Νόμο.
(4)Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας σχετικά με την γλώσσα αποτελεί απλώς προφάσεις. Η ίδια αναφέρει ότι μεταξύ των επίσημων γλωσσών είναι και η γαλλική στην οποία έγινε η επίδοση.
(5)Ο τόπος κατοικίας της αιτήτριας δεν έχει οποιαδήποτε σημασία γιατί δεν υπάρχει οποιοσδήποτε διαχωρισμός από το Σύνταγμα του Βελγίου.
(6)Ο συσχετισμός σχετικά με την επίδοση είναι και πάλι αναληθής. Επισυνάπτεται σχετικό Τεκμήριο 1 το Επιδοτήριο.
(7)Όλα τα έγγραφα έχουν ορθά επιδοθεί.
(8)Οι ισχυρισμοί για έλλειψη διεθνούς αρμοδιότητας των Κυπριακών δικαστηρίων δεν έχουν θέση, και ως εκ τούτου η αίτηση είναι καταχρηστική και πρέπει να απορριφθεί.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την καθ' ης η αίτηση και με αυτή επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα και η οποία έχει ως ακολούθως: «
  1. Είμαι υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο ΔΡ. ΑΝΔΡΕΑΣ Π. ΠΟΙΗΤΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ, δικηγόρων των αιτητών στην ως άνω υπόθεση και έχω δεόντως εξουσιοδοτηθεί να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση.
  2. Γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης τόσον από το φάϊλ της διαδικασίας όσον και απ΄ όσα μου έχει αναφέρει ο δικηγόρος Δρ. Ανδρέας Ποιητής που χειρίζεται την υπόθεση και οι ενάγοντες - πελάτες μας.
  3. Έχω διαβάσει την ένορκο δήλωση της κας XXXXX Σεργίου ημερομηνίας 14.10.2016 που συνοδεύει την αίτηση της ίδιας ημερομηνίας στην πιο πάνω υπόθεση.
  4. Αρνούμαι ότι η κα Σεργίου είχε οποιαδήποτε εξουσιοδότητη να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση και αρνούμαι επίσης τις ισχυριζόμενες λεπτομέρειες που αναφέρονται από την αιτήτρια, δεδομένου μάλιστα ότι το Τεκμήριο 4, είναι φανερό ότι εξεδόθη από την Wikipedia της Κύπρου.
  5. Τόσο η έκδοση του διατάγματος όσο και η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και η υποκατάστατος επίδοση του κλητηρίου έγιναν κανονικά και νομότυπα. Άλλωστε η ίδια η αιτήτρια παραδέχτηκε ότι αυτά επιδόθηκαν στη διεύθυνση διαμονής της και φαίνεται σαφώς ότι περιήλθαν στην κατοχή της και γνώση της και για αυτό διόρισε δικηγόρο.
  6. Η επίδοση έγινε με βάση τον Ευρωπαϊκό κανονισμό και Νόμο.
  7. Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας σχετικά με την γλώσσα αποτελεί απλώς προφάσεις. Η ίδια αναφέρει ότι μεταξύ των επίσημων γλωσσών είναι και η γαλλική στην οποία έγινε η επίδοση.
  8. Ο τόπος κατοικίας της αιτήτριας δεν έχει οποιαδήποτε σημασία γιατί δεν υπάρχει οποιοσδήποτε διαχωρισμός από το Σύνταγμα του Βελγίου.
  9. Ο συσχετισμός σχετικά με την επίδοση είναι και πάλι αναληθής. Επισυνάπτω σχετικό Τεκμήριο 1 το Επιδοτήριο.
  10. Όλα τα έγγραφα έχουν ορθά επιδοθεί.
  11. Οι ισχυρισμοί για έλλειψη διεθνούς αρμοδιότητας των Κυπριακών δικαστηρίων δεν έχουν θέση, και ως εκ τούτου η αίτηση είναι καταχρηστική και πρέπει να απορριφθεί.
  12. Γι΄ αυτό ζητώ απόρριψη της αιτήσεως με έξοδα εις βάρος των εναγομένων.» Η ένσταση στηρίζεται επί της Δ.35 θ.2, 19, Δ.48 θ.1-9, Δ.57 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Νόμο 134
(1)/99 άρθρα 1, 2, 3 και 4 και στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Κατόπιν σχετικού διατάγματος η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση αντεξετάστηκε όσον αφορά την παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσής της. Κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι η εξουσιοδότηση εκ μέρους της Αιτήτριας για να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε τόσο τηλεφωνικώς, όσο και γραπτώς. Ως ήταν φυσικό, όπως είπε, η πρώτη επαφή έγινε με τον δικηγόρο τον κύριο Αργυρίδη, ο οποίος είναι ο εργοδότης της ενόρκως δηλούσας. Αν και εκδόθηκε διάταγμα αντεξέτασης και της ενόρκως δηλούσας στην ένσταση, τελικά ο δικηγόρος της Αιτήτριας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν ήταν αναγκαία η αντεξέταση της και δεν προέβη σε αυτή. ΕΞΕΤΑΣΘΕΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ Α. Η ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ Πριν εξεταστούν τα κύρια θέματα που εγείρονται με την αίτηση, να λεχθεί ότι αυτή στηρίζεται στην ορθή νομική βάση, Δ.1 θ.2, Δ.5 1, 9 και 10, Δ.5Α, Δ.16 θ.9, Δ.39, Δ.48 θ.1-4, 8
(1),
(3),
(4)και 9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 1, 5, 7, 8 και 10 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007, ως και στο Παράρτημα ΙΙ αυτού. Β. Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟ ΔΙΚΗΓΟΡΟ Εξ' όσων το Δικαστήριο έχει αντιληφθεί, πέραν από το θέμα της εξουσιοδότησης της ενόρκως δηλούσας από την Αιτήτρια, έμμεσα τέθηκε θέμα και γιατί να μην προβεί στην ένορκη δήλωση η Αιτήτρια, η οποία διαμένει στο εξωτερικό και να προβεί η συγκεκριμένη δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Γι' αυτό το ζήτημα, δηλαδή ότι στην ένορκη δήλωση προβαίνει δικηγόρος και όχι η Αιτήτρια, η οποία είναι κάτοικος Βελγίου, μπορούν να λεχθούν τα εξής: Πράγματι στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Δημητρίου Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 επισημάνθηκε το ανεπιθύμητο της πρακτικής την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να γίνεται από δικηγόρο και αναμένετο, ένεκα προηγούμενης νομολογίας, το φαινόμενο αυτό να είχε εκλείψει. Μάλιστα στην προσφυγή 104/05 Dulal v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 27/10/05, με μονομελή σύνθεση, η μη επεξήγηση γιατί η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο αν και θεωρήθηκε επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης, εντούτοις εξετάστηκε η ουσία και απορρίφθηκε για άλλους λόγους. Ίδια ήταν η προσέγγιση, αν και δεν είχε το ίδιο αποτέλεσμα και στην προσφυγή αρ. 869/05 Svetlana Shalaeva v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 24/3/06 καθώς και στην αίτηση της LI XIN
(2010)1 Α.Α.Δ. 743 από τον ίδιο Εφέτη, όπως και στην προσφυγή αρ. 925/10 Hinfu Huang v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 20/8/10 με μονομελή σύνθεση, από άλλο εφέτη. Όμως η ορθή διάσταση της αρχής επί του θέματος τούτου διατυπώνεται στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, υπό τριμελή σύνθεση ως Εφετείο και στην υπόθεση INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD v. ΤΖΟΖΕΦΙΝ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση 236/2010, ημερομηνίας 13/6/13 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο με τριμελή σύνθεση ως Εφετείο ανέφερε τα κατωτέρω: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. ΄Εφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013).» Με βάση την πιο πάνω νομολογία δεν θα ήταν δυνατό εκ μόνου του λόγου ότι την ένορκη δήλωση κάμνει δικηγόρος, ακόμη και χωρίς να δίνεται κάποια εξήγηση γιατί δεν γίνεται από το διάδικο, αυτή καθίσταται απορριπτέα. Στην περίπτωση μας μάλιστα, πέραν από όσα αναφέρονται γι΄ αυτό το θέμα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δίδεται η εξήγηση από την ενόρκως δηλούσα κατά την αντεξέταση της ότι η Αιτήτρια διαμένει στο Βέλγιο και ότι δεν μπορούσε να βρίσκεται στην Κύπρο για να προβεί και να υπογράψει τη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Να λεχθεί ότι δεν εμπίπτει στην απαγόρευση που αναφέρεται στην Investylia ένεκα του ότι την ένορκη δήλωση την κάνει μεν η δικηγόρος που έχει αναφερθεί, πλην όμως την υπόθεση τη χειρίζεται άλλος δικηγόρος και δη ο κύριος Αργυρίδης. Επομένως η θέση αυτή δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. (Γ) ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΒΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ
(1)Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ Η ΜΗ ΤΗΣ ΣΦΡΑΓΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ Όσον αφορά την ακύρωση της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος καθ' ότι καταχωρήθηκε και/ή εκδόθηκε αντικανονικά ή/και κατά παράβαση του νόμου ή/και των θεσμών και/ή και των συνταγματικών προνοιών και/ή και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, θα πρέπει να πω ότι στην αγόρευση του κυρίου Αργυρίδη, δεν εντόπισα οτιδήποτε που να υποστηρίζει τούτο που έχει αναφερθεί προηγουμένως. Θεωρώ δε, ένεκα της μη ενασχόλησης του κυρίου Αργυρίδη με αυτό το θέμα ότι έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει εάν υπονοείται οτιδήποτε ή αποτελεί θέσης της Καθ΄ης η αίτηση που σχετίζεται με τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, αυτή δεν είναι αναγκαία, ως πιο κάτω εξηγείται. Η θέση αυτή έχει ως αφετηρία την Δ.2 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με της πρόνοιες της οποίας κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου ή για το οποίο θα δοθεί ειδοποίηση εκτός Κύπρου, θα σφραγίζεται χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Σύμφωνα όμως με τη Δ.6 Θ.1(θ), η οποία πρέπει να συνδυάζεται με την Δ.2 Θ.2, μπορεί να επιτραπεί η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του, όταν οιονδήποτε πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίο να προστεθεί διάδικος σε αγωγή που ηγέρθη εναντίον άλλου προσώπου που του έγινε επίδοση κανονικά στην Κύπρο. Στην υπόθεση Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 273, υποδείχθηκε ότι η καταχώρηση αίτησης για λήψη άδειας για σφράγιση κλητηρίου εντάλματος, πριν από την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, ένεκα Εναγομένου εκτός δικαιοδοσίας, δεν είναι αναγκαία, όταν η αγωγή εγείρεται και εναντίον Εναγομένου που ευρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας, στην Κύπρο δηλαδή. Ίδια ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση Larticon Co v. Detergenta Development Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με έδρα το χωριό Ξυλοφάγου στην Κύπρο. Ως εκ τούτου o ένας εκ των δύο Εναγομένων είναι εντός δικαιοδοσίας. Εάν περαιτέρω αφήνεται να νοηθεί ότι προχώρησε η καθ' ης η αίτηση στην καταχώρηση της αίτησης για υποκατάστατο επίδοση, πριν την επίδοση στην Εναγόμενη 1, αυτό δεν ευσταθεί, αφού η επίδοση στην Εναγόμενη 1 έγινε στις 27.2.2015 και η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατο επίδοση έγινε στις 24.3.2015 και η επίδοση στην Αιτήτρια στις 2.6.2016.
(2)ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΑ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΓΙΑ ΕΠΙΔΟΣΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΕΚΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΚΑΝ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΝΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΚΑΛΗ ΒΑΣΗ ΑΓΩΓΗΣ Όσον αφορά το εκζητούμενο διάταγμα για απόρριψη και ακύρωση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 30.4.2015, σύμφωνα με το οποίο δίδεται άδεια για υποκατάστατο επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στο Βέλγιο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του ευρωπαϊκού κανονισμού 1393/2007, έχοντας κατά νου πάλι την αγόρευση του δικηγόρου της Αιτήτριας, αλλά και την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, δεν βρίσκω ότι το διάταγμα κακώς εκδόθηκε με βάση τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για τους ακόλουθους λόγους: Συνεχίζοντας το σκεπτικό από εκεί που ολοκληρώθηκε η εξέταση του πρώτου
(1)ζητήματος, η αίτηση για έκδοση διατάγματος για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος εκτός Δικαιοδοσίας, στον Εναγόμενο δηλαδή που ευρίσκεται στο εξωτερικό, υποβάλλεται μετά που πραγματοποιείται η επίδοση στον Εναγόμενο εντός δικαιοδοσίας, στο εσωτερικό δηλαδή, ως εξάγεται από το λεκτικό της Δ.6 Θ.1(θ). Κατά την εξέταση δε της αίτησης για εξασφάλιση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, η οποία δεν αποτελεί τυπική διαδικασία αλλά δια αυτής επεκτείνεται η κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, αφού υπάρχει και Εναγόμενος που διαμένει στο εξωτερικό, το Δικαστήριο εξετάζει, κρίνει και αποφασίζει αν ο Ενάγοντας έχει καλή και βάσιμη υπόθεση εναντίον του Εναγομένου που ευρίσκεται εντός δικαιοδοσίας και αν ο Εναγόμενος που ευρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας είναι αναγκαίος διάδικος στην αγωγή. Γενικά δε σε σχέση με την Δ.6 Θ.1 το Δικαστήριο θα δώσει τέτοια άδεια και θα εκδώσει ανάλογο διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναγράφονται από το (α) έως το (θ) αυτής. Σε σχέση με την εξέταση και την προσέγγιση τέτοιας αίτησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Zachar & Pant Ender Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1 Α.Α.Δ. 447. «Δεν θα ήταν ανωφελές να παρατηρήσουμε περαιτέρω ότι αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Όπως τονίσθηκε και στη Demstar, ανωτέρω, η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας, και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς, η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν». Σύμφωνα με τη Δ.6 Θ.4, κάθε αίτηση για επίδοση σε Εναγόμενο κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος εκτός Κύπρου πρέπει να υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση ή άλλη μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι ο Ενάγων έχει εκ πρώτης όψεως (primafacie) καλό αγώγιμο δικαίωμα και να δείχνει σε ποιο μέρος ή χώρα ο Εναγόμενος είναι πιθανόν δυνατό να βρεθεί και κατά πόσο τέτοιος Εναγόμενος είναι κύπριος υπήκοος ή όχι και τους σκοπούς για τους οποίους γίνεται η αίτηση, και τέτοια άδεια δεν θα δοθεί εκτός αν φανεί ικανοποιητικό στο Δικαστήριο ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός Κύπρου σύμφωνα με τη διάταξη αυτή. Σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και τι πρέπει να περιλαμβάνει σχετικές είναι οι υποθέσεις Hans Mousa El-Sayegh v. Gredit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836 και Willsnop κ.ά. v. Mammous κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 174. Όπως σε κάθε μονομερή αίτηση, έτσι και στη μονομερή αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, πρέπει να γίνεται πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση του διατάγματος, Βλ. Demstar Ltd v. Zim Navigation Co Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 597. Δεν αποτελεί όμως η κάθε παράλειψη παραπλάνηση, Βλ. Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Τα γεγονότα δε που το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη κατά την εξέταση της αίτησης για παραμερισμό είναι αυτά που αναφέρονται στην αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και όχι αυτά που περιέχονται στην αίτηση για παραμερισμό, βλ. Demstar, ανωτέρω, Sait Electonic S.A. από Βρυξέλλες v. The Ship "Dominique" and 2 others
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 365, Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030 και Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 995. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και το επισυναπτόμενο με αυτή έγγραφο, ήτοι το κλητήριο ένταλμα, διαπιστώνεται ότι γίνεται αναφορά σε αγωγή που έχει αντικείμενο σύμβαση δανείου που έγινε στην Επαρχία Λάρνακας της Κύπρου και συναφών εγγυήσεων, η οποία τερματίστηκε και δεν εξοφλήθηκε, η οποία, εξασφαλίζεται με υποθήκη από την Εναγόμενη 1, η οποία έχει έδρα την Ξυλοφάγου, και φαίνεται να αποτελεί καλή βάση αγωγής τόσο για την Εναγόμενη 1, στην οποία έγινε επίδοση στις 27/2/15 ήτοι δυόμισι (2 1/2) μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής στις 4/12/14, όσο και για την Αιτήτρια που καταδεικνύεται σε αυτή, δηλαδή την αγωγή, ότι δεν είναι Κύπρια και είναι αλλοδαπή, καθώς καταγράφεται η χώρα του εξωτερικού, ήτοι το Βέλγιο, και η διεύθυνση στην οποία η Αιτήτρια δυνατόν να βρεθεί, της οποίας η αγωγή εναντίον της είναι στενά συνδεδεμένη και συνυφασμένη με την αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 1 και καθίσταται αναγκαίος διάδικος στην αγωγή. Επίσης αναφέρεται στην παρ. 15 της ένορκης δήλωσης ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής. Περαιτέρω στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται στη σύμβαση δανείου, στη σύμβαση εγγύησης και στην υποθήκη που ενέγραψε η Εναγόμενη 1 στην Καθ΄ης η αίτηση. Επομένως πληρούνταν όλα τα στοιχεία τα οποία απαιτούνταν δυνάμει της πιο πάνω Διαταγής και Θεσμών αυτής και καλώς έκρινε το Δικαστήριο ότι ήταν κατάλληλη περίπτωση να εκδοθεί το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στην Αιτήτρια.
(3)Η ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΕΓΙΝΕ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΑ, ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΕΠΙΔΟΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ HTOI TΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΚΑΝ ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΙ Η ΑΙΤΗΤΡΙΑ Παρόμοια θέματα με αυτά που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, όσον αφορά τα της επίδοσης, εξετάστηκαν στις συνεκδικαζόμενες Πολιτικές Εφέσεις Ε23/13, Ε24/13, Ε25/13, Ε26/13, Ε27/13, Ε28/13 και Ε29/13 μεταξύ της Alpha Bank Cyprus και ξένων δανειοληπτών ημερομηνίας 13/9/
  1. Αν χρειάζεται να καταγραφεί οτιδήποτε από αυτήν, αφού πρώτα αναφερθεί ότι αντικρίστηκαν στο ίδιο νομικό πλαίσιο με αυτό που γίνεται επίκληση του εδώ, είναι ότι σε εκείνη την υπόθεση λέχθηκε ότι δεν έχει σημασία ότι το κλητήριο ένταλμα και η ειδοποίηση αυτού στην ελληνική και μεταφρασμένα στην αγγλική γλώσσα, επισυνάφθησαν με την ένορκη δήλωση της μεταφράστριας. Σημασία έχει ότι, τόσο το κλητήριο ένταλμα όσο και η ειδοποίηση που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των εφεσιβλήτων (δηλαδή των δανειοληπτών). Όσον αφορά την μη επίδοση του διατάγματος, που κατά ορθή πρακτική πρέπει το Δικαστήριο να περιλαμβάνει όρο στο διάταγμα για επίδοση του, που αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου γίνεται πρόνοια στο διάταγμα για το χρόνο εμφάνισης, έστω και αν δεν διέταξε τούτο το Δικαστήριο, από τη στιγμή που επέδωσαν τούτο στην ελληνική, όφειλαν να συνοδεύσουν τούτο με πιστή μετάφραση στην αγγλική. Όμως ούτε αυτή η παράλειψη είναι αρκετή για να ακυρώσει την όλη επίδοση, αφού κρίθηκε ότι η μη επίδοση αναγκαίας μετάφρασης είναι θεραπεύσιμη. Βέβαια, σε περίπτωση που οι Εφεσίβλητοι (δηλαδή οι Εναγόμενοι) δεν εμφανίζονταν εγκαίρως και λόγω της παράλειψης τους εκδίδετο απόφαση εναντίον τους, τότε η παράλειψη των Εφεσειόντων να συμπεριλάβουν και μετάφραση του διατάγματος, ενδεχομένως να αποκτούσε εντελώς διαφορετική διάσταση, εφόσον το κλητήριο ένταλμα διέτασσε όπως η εμφάνιση γίνει μέσα σε 10 ημέρες από την επίδοση, ενώ το διάταγμα μέσα σε 60 μέρες από την επίδοση. O άλλος ισχυρισμός είναι ότι δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 4, 7, 8 και 10 του Ε.Κ. 1393/07, δηλαδή η μη επίδοση της προβλεπόμενης τυποποιημένης βεβαίωσης από το άρθρο
  2. Το άρθρο 4 του Ε.Κ. 1393/07 προνοεί για τη διαβίβαση δικαστικών πράξεων μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των κρατών μελών της Ε.Ε., η οποία συνοδεύεται από τυποποιημένη αίτηση στη γλώσσα της χώρας παραλαβής. Το άρθρο 7 προβλέπει για την επίδοση ή κοινοποίηση των πράξεων. Η υπηρεσία παραλαβής επιδίδει την πράξη είτε με το δίκαιο της χώρας της είτε με την ειδική μέθοδο που ζήτησε η υπηρεσία διαβίβασης, εφόσον δεν αντιβαίνει προς το δίκαιο του κράτους παραλαβής, το συντομότερο δυνατό και οπωσδήποτε εντός μηνός από την παραλαβή. Η υπηρεσία παραλαβής εάν δεν καταστεί δυνατή η επίδοση ειδοποιεί την υπηρεσία διαβίβασης μέσω της έντυπης βεβαίωσης που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι η οποία συμπληρώνεται στη γλώσσα που δήλωσε η υπηρεσία διαβίβασης, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 και το στέλλει στην υπηρεσία διαβίβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 8 εδάφιο 1 του Ε.Κ. 1393/07 η υπηρεσία παραλαβής ενημερώνει τον παραλήπτη μέσω της τυποποιημένης βεβαίωσης που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙ, ότι μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης εφόσον η πράξη που επιδίδεται δεν συντάχθηκε ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα που κατανόησε ο παραλήπτης ή στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής. Το λεκτικό της τυποποιημένης βεβαίωσης στην ελληνική γλώσσα έχει ως εξής: «ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΝΑ ΑΡΝΗΘΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ Το συνημμένο έγγραφο σας επιδίδεται ή κοινοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Έχετε δικαίωμα να αρνηθείτε την παραλαβή της πράξης εφόσον δεν είναι συντονισμένη ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα την οποία κατανοείτε ή στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου επίδοσης ή κοινοποίησης. Εάν επιθυμείτε να ασκήσετε αυτό το δικαίωμα, πρέπει είτε να δηλώσετε την άρνηση παραλαβής κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης απευθείας στο πρόσωπο που επιδίδει ή κοινοποιεί την πράξη, είτε να την επιστρέψετε εντός μίας εβδομάδας στη διεύθυνση που αναφέρεται κατωτέρω, δηλώνοντας ότι αρνείστε την παραλαβή της. ....... ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ: Αρνούμαι να παραλάβω την πράξη διότι δεν είναι συνταγμένη ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα την οποία κατανοώ ή στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του τόπου επίδοσης ή κοινοποίησης. Κατανοώ την ακόλουθη/Εφεσείοντες γλώσσα/ες. .........» Το άρθρο 10
(1)προβλέπει ότι αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης μαζί με αντίγραφο της οικείας πράξης. Η βεβαίωση, όπως προνοεί το άρθρο 10
(2)συμπληρώνεται στη γλώσσα που δήλωσε η αρχή διαβίβασης. Στην υπόθεση V.K.C. Quality Investments v. Shitta Bey, Πολ. Έφ. 113/12, ημερ. 4.3.14 λέχθηκαν τα εξής: «Το γεγονός ότι η Δ.6 θ.6 "δεν έχει τύχει οποιασδήποτε εξέτασης και αναπροσαρμογής" ενόψει της εισαγωγής του ΕΚ 1393/2007, δεν θα έπρεπε να ανησυχήσει ιδιαίτερα την ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστή, εφόσον προείχε η εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Εν πάση περιπτώσει, είναι κοινή διαπίστωση ότι οι δικοί μας Θεσμοί χρήζουν εκσυγχρονισμού. Όμως μέχρι να γίνει αυτό κατορθωτό, τα δικαστήρια έχουν υποχρέωση να τους ερμηνεύουν με τέτοιο τρόπο ώστε νa διευκολύνουν τη διαδικασία, που είναι εξάλλου και ο πρωταρχικός σκοπός για τον οποίο έχουν θεσπιστεί οι Θεσμοί (βλ. HE.NI.PA. Estates Co Ltd v. Club Dido Gesmbh
(1995)1 CLR 371).» Στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.ά., Πολιτική Έφ. Ε23/13 - Ε29/13, ημερ. 12.4.16 ειπώθηκαν τα κατωτέρω: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφασή του στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau Si Senh and Others, C-519/13, ημερ. 16.9.2015, απάντησε ότι ο Κανονισμός 1393/2007 σ' ότι αφορά την προκειμένη περίπτωση έχει την έννοια ότι:- «.. η υπηρεσία παραλαβής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση και χωρίς να διαθέτει συναφώς περιθώριο εκτιμήσεως να γνωστοποιεί στον παραλήπτη πράξεως ότι έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την παραλαβή της πράξεως αυτής, χρησιμοποιώντας συστηματικά προς τούτο το τυποποιημένο έντυπο του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 1393/2007. ............................... . η εκ μέρους της υπηρεσίας παραλαβής επίδοση ή κοινοποίηση πράξεως στον παραλήπτη της χωρίς επισύναψη του τυποποιημένου εντύπου του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 1393/2007 δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της διαδικασίας, η παράλειψη δε αυτή μπορεί να θεραπευθεί κατά τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.» Έχοντας υπόψη τα όσα έχουν ήδη αποφασιστεί με την απόφαση του παρόντος Εφετείου ημερ. 13.9.2013, καθώς και την απάντηση που έδωσε το ΔΕΕ στα προδικαστικά ερωτήματα που θέσαμε, καταλήγουμε ότι η πρωτόδικη απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί, εφόσον καμιά από τις δικονομικές παραλείψεις δεν οδηγεί σε ακυρότητα, όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο. Διαπιστώνουμε ότι παραμένουν προς θεραπεία οι δύο διαπιστωθείσες παραλείψεις:- (α) Η μη επίδοση της μετάφρασης του επίδικου διατάγματος και (β) η επίδοση της προβλεπόμενης από τον ΕΚ 1393/2007 τυποποιημένης Βεβαίωσης.» Στην υπόθεση Koza Michael David κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 208/2012,ημερ. 24.11.17, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το διάταγμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν προέβλεπε για την επίδοση μεταφρασμένων εγγράφων. Ωστόσο, όπου ο παραλήπτης δικαστικής πράξης κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επίδοση δικαστικών εγγράφων πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Κανονισμού, στις περιπτώσεις αυτές που εμπίπτουν στην εμβέλεια εφαρμογής του (βλ. την απόφαση του ΔΕΕ στην Krystyna Alder and another v Sabrina Orlowska and another, C-325/11, ημερ. 19.12.2012). Ως έχει αναφερθεί, πρόσωπο στο οποίο απευθύνονται τα έγγραφα μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 8
(1)του Κανονισμού, να αρνηθεί την παραλαβή τους είτε κατά το χρόνο της επίδοσης είτε επιστρέφοντας τα στην υπηρεσία παραλαβής, εντός μίας εβδομάδας. Περαιτέρω: «Ο παραλήπτης εισαγωγικού της δίκης εγγράφου, το οποίο πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί, δεν έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παραλαβή του στην περίπτωση που το έγγραφο αυτό συνοδεύεται από συνημμένα που συνίστανται σε αποδεικτικά έγγραφα τα οποία δεν έχουν συνταχθεί στη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής ή σε γλώσσα του κράτους μέλους προελεύσεως την οποία ο παραλήπτης κατανοεί, αλλά τα οποία επιτελούν αποκλειστικώς αποδεικτική λειτουργία και δεν είναι απαραίτητα για την κατανόηση του αντικειμένου και των λόγων της αγωγής, υπό τον όρον ότι το έγγραφο αυτό παρέχει στον παραλήπτη τη δυνατότητα να επικαλεστεί τα δικαιώματά του στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας εντός του κράτους μέλους προελεύσεως». (Ingenieurbüro Michael Weiss und Partner GbR v Industrie- und Handelskammer Berlin, C-14/07, ημερομηνίας 8.5.2008). Οι πρόνοιες αυτές εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις διαβίβασης, επίδοσης ή κοινοποίησης της δικαστικής πράξης με τρόπο που προβλέπεται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού, στο οποίο περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η ταχυδρομική και η απευθείας επίδοση ή κοινοποίηση, (βλ. άρθρο 8
(4)). Οι εφεσείοντες δεν φαίνεται να είχαν αρνηθεί την παραλαβή των εγγράφων, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Κανονισμού. Ούτε είναι η θέση τους ότι η γενόμενη σε αυτούς επίδοση δεν εμπίπτει στο πλαίσιο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου. Αντιθέτως, επικαλούνται τις πρόνοιες του προς επίρρωση της θέσης τους ότι οι εφεσίβλητοι όφειλαν να τους είχαν επιδώσει μεταφρασμένα έγγραφα σε γλώσσα που κατανοούν, υποχρέωση που δεν τηρήθηκε. Συνακόλουθα, και υπό το φως των σχετικών προνοιών του Κανονισμού και της νομολογίας, θεωρούμε ότι οι εφεσείοντες μη έχοντας αρνηθεί την παραλαβή των επιδοθέντων σ΄ αυτούς εγγράφων, όπως προνοείται από το άρθρο 8, δεν μπορούν τώρα να αμφισβητούν το νομότυπο της επίδοσης στη βάση της μη μετάφρασης της ειδοποίησης του κλητηρίου και των λοιπών σε αυτή συνημμένων εγγράφων.» ................. Οι εφεσείοντες δικαίως παραπονούνται. Οι εφεσίβλητοι είχαν υποχρέωση δυνάμει των προνοιών της Δ.48,θ.13 των θεσμών[4] να επιδώσουν την μονομερή αίτηση και τη συνοδευτική ένορκη δήλωση της στους εφεσείοντες, με ανάλογο βάρος, δεδομένης της αμφισβήτησης της επίδοσης από τους εφεσείοντες, να την αποδείξουν. Ο γενικός ισχυρισμός των εφεσιβλήτων, ότι είχαν επιδοθεί, χωρίς οτιδήποτε άλλο, δεν συνιστούσε ικανοποιητική απόδειξη του γεγονότος τούτου. Η δε εμφάνιση των εφεσειόντων στην αγωγή, μάλιστα υπό όρους, με όλο το σεβασμό είναι άσχετη με το ζήτημα που εδώ απασχολεί και ουδόλως εμποδίζει τους εφεσείοντες στην προώθηση του. Διαπιστώνεται, λοιπόν, παράλειψη επίδοσης της υπό αναφορά μονομερούς αίτησης και της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης της, συνιστούσα παρατυπία, οι συνέπειες της οποίας θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια. Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στην Alpha Bank Cyprus Ltd v Dau Si Senh κ.ά
(2013)1 ΑΑΔ 1935, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Με δεδομένη την παράβαση της Δ.48 θ.13 θα πρέπει να αναζητηθούν οι συνέπειες. Ενδεχομένως η παράβαση της Δ.48 θ.13 να είχε ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση λήψης απόφασης ή σε σχέση με το χρόνο που το διάταγμα καθίστατο δεσμευτικό για το διάδικο (Δ.48 θ.12). Όμως η παράβαση της στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι τέτοια που από μόνη της θα έπρεπε να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης δυνάμει του ΕΚ 1393/2007. Με δεδομένο ότι επιδόθηκαν τα βασικά και πιο σημαντικά εναρκτήρια έγγραφα που προβλέπονται στο διάταγμα, το κενό θα μπορούσε εύκολα να θεραπευθεί, εάν δεν διαπιστώνονταν άλλα σημαντικά κωλύματα, με την εκ των υστέρων επίδοση του εγγράφου που δεν επιδόθηκε. Διαφορετική προσέγγιση δεν θα ήταν σε αρμονία με τον ΕΚ 1393/2007 ο οποίος θέτει ως ύψιστη προτεραιότητα την καλύτερη, ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διαβίβαση δικαστικών εγγράφων, μεταξύ των κρατών μελών. Εν πάση περιπτώσει, η παράλειψη συμπερίληψης αντίγραφου της αίτησης και της ένορκης δήλωσης σύμφωνα με τη Δ.48 θ.13 δεν έχει τη σημασία που αποδίδει ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εφεσίβλητους. Ειδικά η περίπτωση επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας καλύπτεται από τη Δ.6 στην οποία περιέχονται λεπτομερέστατες πρόνοιες ως προς την ακολουθητέα διαδικασία. Μάλιστα η Δ.6 θ.5 περιέχει και συγκεκριμένες πρόνοιες ως προς το περιεχόμενο του ιδίου του διατάγματος. Επομένως στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Καν. 1393/2007, η Δ.48 θ.13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διασύνδεση. Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού (βλ. Alder v. Orlowski, C-325/11, ημερ. 19.12.2012, ανωτέρω). Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. σχετικά Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 356 και Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique UK Inc
(2010)1(Β) A.A.Δ. 1395). Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί.» Η παράλειψη επίδοσης των υπό αναφορά εγγράφων, όπως ισχυρίστηκαν οι εφεσείοντες πρωτοδίκως, τους στέρησε από τη δυνατότητα επίκλησης όλων των πιθανών λόγων ακύρωσης των επιδοθέντων σε αυτούς διαταγμάτων και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, καθιστώντας τη διεξαγωγή της δίκης μη δίκαιη. Κατά κανόνα, η παρατυπία παραμένει μέχρι να θεραπευθεί, με ευθύνη του υπευθύνου για την παρατυπία. Βέβαια, το Δικαστήριο μπορεί στην κατάλληλη περίπτωση, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να θεωρήσει ότι διαπιστωθείσα παρατυπία έχει θεραπευθεί, κάτι που πρέπει να γίνεται με φειδώ (βλ. ANS Secretaries Ltd v Orianda Management FZ LLC κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A458, Πολιτική Έφεση Αρ. 362/2009, ημερ. 3.7.2014). Παρατηρούμε, εν προκειμένω, ότι παρόλο που οι εφεσίβλητοι δεν μερίμνησαν ώστε να περιέλθουν εις γνώση των εφεσειόντων τα παραληφθέντα, τα έγγραφα αυτά και τα επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση τεκμήρια αποτελούν μέρος των πρακτικών της έφεσης[5]και, ως εκ τούτου, έχουν με το τρόπο αυτό περιέλθει εις γνώση των εφεσειόντων από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας της έφεσης. Οι εφεσείοντες, όμως, δεν αναφέρουν ούτε ισχυρίζονται, στο περίγραμμα αγόρευσης τους, ότι προκύπτουν πράγματι από τα εν λόγω έγγραφα περαιτέρω λόγοι ακύρωσης που δεν είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν πρωτοδίκως λόγω της παράλειψης των εφεσιβλήτων να τους τα επιδώσουν. Έχοντας αυτά υπόψη, και ιδιαιτέρως ότι η παρατυπία είναι ήσσονος σημασίας και δεν διασυνδέεται με ερημοδικία, ούτε επέφερε οποιεσδήποτε δυσμενείς συνέπειες για τους εφεσείοντες ή επηρέασε οποιοδήποτε δικαίωμα τους, μπορεί να θεωρηθεί ότι η παράλειψη των εφεσιβλήτων έχει θεραπευθεί.» Στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 1935 αφού εξηγήθηκε η διαφορά της υπόθεσης Earlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for A.N. Kyjmin
(2009)1(B) Α.Α.Δ. 1350 με την παρούσα, που είναι οι επιπτώσεις, με νομικό υπόβαθρο την Δ.48 Θ.13, και ειπώθηκε ότι τα θέματα στην Alpha Bank πρέπει να κριθούν με βάση το φιλελεύθερο πνεύμα του Ε.Κ. 1393/07, όπου επεξηγείται στην απόφαση, με δεδομένη την παράβαση της Δ.48 Θ.13, αναζητώντας τις συνέπειες, που ενδεχομένως η παράβαση της Δ.48 Θ.13 να είχε ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση λήψης απόφασης ή σε σχέση με το χρόνο που το διάταγμα καθίστατο δεσμευτικό για το διάδικο (Δ.48Θ.12), κατέληξε ότι η παράβαση από μόνη της δεν θα έπρεπε να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης δυνάμει του Ε.Κ. 1393/07, αφού με δεδομένο ότι επιδόθηκαν τα βασικά και πιο σημαντικά εναρκτήρια έγγραφα που προβλέπονταν στο διάταγμα, το κενό θα μπορούσε να θεραπευθεί με την εκ των υστέρων επίδοση τους. Επισημάνθηκε όμως ότι σε περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Ε.Κ. 1393/07, η Δ.48 Θ.13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του Εναγομένου. Έτσι κατέληξε ότι ήταν θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Ε.Κ. 1393/07 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 αυτού και εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες (Alpha Bank) να αιτηθούν από το Δικαστήριο κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση V.K.C. Quality Investments v. Shitta Bey, Πολ. Έφ. 113/12, ημερ. 4.3.14 λέχθηκαν τα εξής: «Με κάθε σεβασμό, δεν συμφωνούμε με τον τρόπο που προσέγγισε το όλο θέμα το πρωτόδικο δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει πρόσφατα ασχοληθεί με τον ΕΚ 1393/07 στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε23/2013 κ.α., ημερ. 13.9.2013. Βέβαια εκεί είχε επιδοθεί τόσο πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος, όσο και ειδοποίηση του κλητηρίου, αλλά τέθηκε το ευρύτερο θέμα της εφαρμογής της ΕΚ 1393/2007 σε σχέση με τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Εφετείο εξήγησε με αναφορά στο προοίμιο
(1)ότι με τον ΕΚ 1393/2007 επιδιώκεται «η καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση» μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων. Δεν θα επαναλάβουμε τα όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω απόφαση, αλλά θα περιοριστούμε να σημειώσουμε ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός υπερισχύει των εθνικών προνοιών που διέπουν το θέμα της επίδοσης. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, η διαβίβαση δικαστικών εγγράφων γίνεται «με οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο» εφόσον το περιεχόμενο των εγγράφων που παραλήφθηκε συμπίπτει με τα έγγραφα που στάληκαν. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού σε περίπτωση ερημοδικίας, του Εναγόμενου, το δικαστήριο προτού εκδώσει απόφαση θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με τον Κανονισμό. Στην προκειμένη περίπτωση η επίδοση έγινε και το κράτος μέλος που εκτέλεσε την επίδοση βεβαίωσε ότι αυτή έγινε σύμφωνα με τον ΕΚ 1393/
  1. Κατά την άποψή μας, το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε χωρίς να υπάρχει αποχρών λόγος να προχωρήσει ex proprio motu σε λεπτομερή έρευνα ως προς τη νομιμότητα της επίδοσης και να αποδοθεί θεραπεία ex debito justitiae. Δεν λέμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε διακριτική ευχέρεια να εξετάσει το θέμα της επίδοσης, αλλά η εξέταση του θα έπρεπε να περιοριστεί στα πλαίσια του ΕΚ 1393/2007 και ιδιαίτερα του Άρθρου
  2. Δεν το έπραξε όμως. Προσέγγισε το θέμα τυπολατρικά και περιοριστικά, αγνοώντας το φιλελεύθερο πνεύμα του ΕΚ 1393/2007.» Ως διαφαίνεται από τις πιο πάνω υποθέσεις η μη μετάφραση στην Ολλανδική γλώσσα που μερικές φορές ανεπίσημα αποκαλείται Φλαμανδική και ομιλείται στη Φλάνδρα όπου κατοικεί η Αιτήτρια, βόρεια, αλλά μεταφράστηκαν στη Γαλλική γλώσσα που ομιλείται στη Βαλλωνική περιοχή, στα νότια, που ας σημειωθεί η Γαλλική γλώσσα είναι μια από τις επίσημες γλώσσες του Βελγίου, δεν αποτελεί λόγο για ακυρότητα της επίδοσης, αλλά παρατυπία, για την οποία δεν ενήργησε σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 του Ε.Κ. 1393/2007, με την επιστροφή των εγγράφων, και εν πάση περιπτώσει θεωρείται ότι έχει θεραπευθεί. Όμως η παράλειψη επίδοσης της έντυπης βεβαίωσης του παραρτήματος ΙΙ του Ε.Κ. 1393/07 κατά τον χρόνο της επίδοσης ή της κοινοποίησης, δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της εφόσον παρασχέθηκε στον παραλήπτη της πράξης η δυνατότητα να προβάλει τα δικαιώματα του στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας εντός του κράτους προέλευσης. Πρέπει να θεραπευθούν οι παραλείψεις που προσβάλλουν τα δικαιώματα άμυνας του παραλήπτη της πράξης το ταχύτερο δυνατόν και σύμφωνα με τις πρακτικές λεπτομέρειες επίδοσης ή κοινοποίησης που προβλέπει ο Ε.Κ. 1393/
  3. Επομένως και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι άκυρη η επίδοση των αναφερθέντων εγγράφων εφόσον η Αιτήτρια έχει τη δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπιση της στα πλαίσια της δίκης. Εκείνο που οφείλει η Καθ΄ης η αίτηση να πράξει, είναι να θεραπεύσει την παράλειψη αυτή το ταχύτερο δυνατό και σύμφωνα με τις πρακτικές λεπτομέρειες επίδοσης που προβλέπει ο Ε.Κ. 1393/
  4. Ως εκ των πιο πάνω κρίνεται ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με τα σχετικά άρθρα του Ε.Κ.1393/07, εκτός της παράλειψης της τυποποιημένης βεβαίωσης του παραρτήματος ΙΙ, την οποία παράλειψη η Καθ΄ης η αίτηση οφείλει να θεραπεύσει τάχιστα και με τον κατάλληλο τρόπο σύμφωνα με τις πρακτικές λεπτομέρειες επίδοσης που προβλέπει ο Ε.Κ. 1393/07, και ως εκ τούτου αυτός ο λόγος που επικαλείται η Αιτήτρια δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Πριν τελειώσει το Δικαστήριο θα ήθελε να αναφέρει ότι αν και δεν δόθηκε καμία εξήγηση γιατί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση προέβη η υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης η αίτηση και όχι υπάλληλος της Καθ' ης η αίτηση, η οποία έχει έδρα στην Κυπριακή Δημοκρατία και δεν αναφέρθηκε οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο δεν θα μπορούσε υπάλληλος της Καθ΄ης η αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση, και ίσως αυτό θα μπορούσε να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες για την Καθ΄ης η αίτηση, αφού αυτό το θέμα δεν θίγεται στην αγόρευση του κυρίου Αργυρίδη, το Δικαστήριο δεν θα του επιληφθεί. ΕΞΟΔΑ Στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd, ημερ. 12.4.16, ανωτέρω, ειπώθηκαν τα ακόλουθα ως προς τα έξοδα: «Ερχόμαστε τώρα στο θέμα των εξόδων το οποίο μας προβλημάτισε. Στην απόφασή μας ημερ. 13.9.2013 επιφυλάξαμε τα έξοδα μέχρι να απαντηθούν τα προδικαστικά ερωτήματα. Το ΔΕΕ, σε ό,τι αφορά τα έξοδα για τη διαδικασία ενώπιον του, άφησε το παρόν Εφετείο να αποφασίσει.» Σύμφωνα με τη νομολογία και την πρακτική που έχει καθιερωθεί, τα έξοδα εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία κατά κανόνα ασκείται με βάση το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι που δικαιολογούν παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα. Όπως αναφέρθηκε στη Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 AAΔ 12 και επιβεβαιώθηκε στη Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1Γ ΑΑΔ 16, παρέκκλιση «δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρος αυτής». Στην προκειμένη περίπτωση οι Εφεσείοντες στην ουσία πέτυχαν στη διαδικασία της έφεσης υπό την έννοια ότι κατάφεραν να παραμερίσουν την πρωτόδικη απόφαση με την οποία θεωρείτο ότι οι διαπιστωθείσες δικονομικές παραλείψεις δεν ήταν θεραπεύσιμες, αλλά οδηγούσαν σε ακυρότητα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Τόσο το παρόν Εφετείο, όσο και το ΔΕΕ, έκριναν ότι όλες οι δικονομικές παραλείψεις (εθνικού και ευρωπαϊκού δικαίου), είναι θεραπεύσιμες. Από την άλλη, οι Εφεσίβλητοι, οι οποίοι υποστήριξαν την πρωτόδικη κρίση, θα πρέπει να θεωρούνται ότι είναι οι αποτυχόντες διάδικοι στην Έφεση. Όμως θα πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσον οι Εφεσίβλητοι δικαιολογούνταν να διαμαρτυρηθούν για τον τρόπο που τους έγινε η επίδοση. Έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνουμε ότι ναι μεν είχαν το δικαίωμα να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους, έστω και εάν εμείς θεωρούμε ότι θα μπορούσαν να βρουν άλλους πιο απλούς τρόπους για να θεραπεύσουν τις παρατυπίες, παρά να εμμένουν τυπολατρικά στο γράμμα του Νόμου και των Κανονισμών που έγινε αιτία να καθυστερήσει για μερικά χρόνια η εκδίκαση των επτά υπό εκδίκαση υποθέσεων και εκατοντάδων άλλων αγωγών που εκκρεμούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και αλλού. Πέραν τούτου, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τα νομικά ζητήματα που ηγέρθηκαν σε σχέση με την επίδοση της τυποποιημένης Βεβαίωσης δυνάμει του ΕΚ 1393/2007 ήταν καινοφανή, ακόμη και στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Υπό αυτές τις περιστάσεις, θεωρούμε ότι συντρέχουν λόγοι για να ασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια κατά παρέκκλιση του γενικού κανόνα που επιτάσσει την επιδίκαση εξόδων στον επιτυχόντα διάδικο, που στην προκειμένη περίπτωση είναι οι Εφεσείοντες. Κρίνουμε ότι είναι πιο δίκαιο να αφήσουμε την κάθε πλευρά να πληρώσει τα δικά της έξοδα. Η κάθε πλευρά να πληρώσει τα δικά της έξοδα τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση. Οι Εφεσείοντες μέσα σε 30 μέρες από σήμερα να λάβουν τα ενδεικνυόμενα δικονομικά μέτρα για να θεραπεύσουν τις δύο δικονομικές παραλείψεις που εντοπίσαμε πιο πάνω (μη επίδοση της μετάφρασης του διατάγματος και τη μη επίδοση της τυποποιημένης Βεβαίωσης, δυνάμει του ΕΚ 1393/2007). Στην υπόθεση Koza Michael David κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 208/2012,ημερ. 24.11.17, αναφέρθηκαν τα κατωτέρω για το ίδιο θέμα των εξόδων: «Για τους πιο πάνω λόγους, η έφεση απορρίπτεται. Παρά το αποτέλεσμα της έφεσης, θεωρούμε υπό το φως των περιστατικών της υπόθεσης ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. Και αυτό, κυρίως, λόγω της προσέγγισης του πρωτόδικου Δικαστηρίου σχετικά με την παρατηρηθείσα παρατυπία στην αίτηση των εφεσειόντων, της συμμετοχής των εφεσιβλήτων στη σχετική διαδικασία χωρίς να εγείρουν θέμα παρατυπίας και, τέλος, της παράλειψης των εφεσιβλήτων να μεριμνήσουν ώστε εξ αρχής να περιέλθει η μονομερής αίτηση και η συνοδευτική ένορκη δήλωση της σε γνώση των εφεσειόντων.» Όσον αφορά τα έξοδα, ενόψει του γεγονότος ότι αν και η αίτηση δεν πέτυχε στον κύριο στόχο της, εντούτοις ένεκα της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι θα πρέπει να προβεί η καθ' ης η αίτηση σε ενέργεια θεραπείας της παρατυπίας, το Δικαστήριο κρίνει ως δίκαιο και ορθό να μην εκδώσει καμία διαταγή για τα έξοδα ακολουθώντας τις ως άνω αποφάσεις. Η Καθ΄ης η αίτηση εντός τριάντα
(30)ημερών από σήμερα να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα δικονομικά μέτρα για να θεραπεύσει τη δικονομική παράλειψη της μη επίδοσης τυποποιημένης βεβαίωσης, δυνάμει του Ε.Κ. 1393/2007, όπως έγινε και στην υπόθεση ALPHA BANK CYPRUS LTD, ημερ. 12.4.2016. (Υπ.) ........................................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.