ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ κ.α. ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Αρ. Αγωγής:970/2017, 9/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:970/2017 Μεταξύ: 1.XXXXX ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ 2.XXXXX ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Ενάγοντες ΚΑΙ XXXXX ή XXXXX ή XXXXX ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Εναγομένη Αίτηση ημερομηνίας 10.5.2018 για καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Ημερομηνία: 9.11.2018 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη-Αιτήτρια: κ. Λ. Χ"Δημητρίου για Λ. Χ"Δημητρίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τις Ενάγουσες-Καθ΄ων η Αίτηση: κα Κατσού για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) Οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 6.7.2017 Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Δ.2 θ.1) με το οποίο αξιώνουν το ποσό των €346.723 δυνάμει παράβασης συμφωνίας, αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει την εναγόμενη να επιτρέψει σε ανεξάρτητο ελεγκτικό οίκο την διεξαγωγή έρευνας των λογιστικών βιβλίων της επιχείρησης και ή του πρακτορείου στην οδό Πάρου 1 στη Λάρνακα και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη, νόμιμο τόκο και έξοδα. Στις 19.7.2017 οι Ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν διάφορα διατάγματα και η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης και καταχωρήθηκε στις 24.7.2017 νέα μονομερής αίτηση με την οποία ζητείτο ένα διάταγμα. Στις 24.7.2017 εκδόθηκε μονομερώς από το Δικαστήριο το αιτούμενο διάταγμα υπό την προϋπόθεση υπογραφής εγγυητηρίου €100.000 και ορίστηκε επιστρεπτέο στις 31.7.
- Στις 31.7.2017 εμφανίστηκε για την Καθ΄ης η αίτηση ο κ. Χ"Δημητρίου και η αίτηση ορίστηκε στις 28.9.2017 με οδηγίες να καταχωρηθεί ένσταση μέχρι τότε και το διάταγμα παρέμεινε σε ισχύ. Στις 28.9.2017 εμφανίστηκε για την Καθ΄ης η αίτηση άλλο πρόσωπο και όχι ο κ. X"Δημητρίου και η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 30.10.2017 με οδηγίες όπως καταχωρηθεί μέχρι τότε ένσταση. Μεταξύ των ημερομηνιών 28.9.2017 και 30.10.2017 μεσολάβησε η καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης στις 24.10.
- Στις 30.10.2017, που ήταν ορισμένο επιστρεπτέο το διάταγμα και ώρα 09:00, ως φαίνεται από το πρακτικό του Δικαστηρίου, στις 10:00 η ώρα, αφού δεν εμφανίστηκε κάποιος για την Καθ΄ης η αίτηση, το διάταγμα οριστικοποιήθηκε με έξοδα υπέρ των Εναγόντων Αιτητών και εναντίον της Εναγομένης Καθ΄ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Ακολούθησε η αίτηση ημερ. 16.11.2017 εκ μέρους της Καθ΄ης η αίτηση η οποία αποσύρθηκε πριν λίγο, ενώ την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε και άλλη αίτηση με την οποία εξαιτείτο τα ακόλουθα: «(α) απόφαση και ή διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται το διάταγμα και ή απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 30.10.2017 με την οποία έγινε απόλυτο το προσωρινό διάταγμα ημερ. 24.7.2017, (β) διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στην Αιτήτρια η καταχώρηση ένστασης στην έκδοση και συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος ημερ. 24.11.2017 - προφανώς εκ λάθους αναγράφεται 11ου, 7ου θα έπρεπε να αναγραφεί - εντός 14 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου με την παρούσα αίτηση διατάγματος και (γ) τα έξοδα της αίτησης.» Με την αίτηση αυτή η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης-Αιτήτριας επισυνάπτεται και αριθμός Τεκμηρίων, ήτοι ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερ.27.10.2017 (ώρα 12:37), ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερ.27.10.2017 (ώρα 13:20), ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της αγωγής αρ. 2167/15 Ε.Δ. Λάρνακας, ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της ειδοποίησης (άνευ ημερομηνίας) για την απόσυρση άνευ βλάβης της ενδιάμεσης έφεσης Ε.374/16, ως Τεκμήριο 5 πιστό αντίγραφο αίτησης με την οποία ζητούνται τέσσερα διατάγματα, η οποία είναι αυτή που αποσύρθηκε προ ολίγου, ως Τεκμήριο 6 μονομερή αίτηση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση στην αγωγή 2167/15 Ε.Δ. Λάρνακας, ως Τεκμήριο 7 ένορκη δήλωση άνευ ημερομηνίας στην αγωγή 2167/15, ως Τεκμήριο 8 επιστολή διά τηλεομοιότυπου ημερ. 4.9.2015 καθώς και άλλες επιστολές που ακολούθησαν, ως Τεκμήριο 9 ενδιάμεση απόφαση ημερ. 20.9.2016 στην αγωγή 2167/15 και ως Τεκμήριο 10 η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης άνευ ημερομηνίας στην αίτηση των εναγόντων ημερ. 3.11.15 στην αγωγή 2167/
- Ακολούθησε η αίτηση εκ μέρους των εναγόντων για απόφαση ως η Έκθεση Απαίτησης λόγω μη καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 20.12.2017 η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση 22.11.2018 χωρίς να καταχωρηθεί ένσταση μέχρι σήμερα και ακολούθησαν και άλλες. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση από την Εναγόμενη-Αιτήτρια στην παρούσα Αίτηση (στο εξής Αιτήτρια) η οποία καταχωρήθηκε στις 10.5.2018 με την οποία ζητείται διάταγμα με το οποίο να παραχωρείται άδεια και ή να επιτρέπεται στην Αιτήτρια να καταχωρήσει συμπληρωματική και ή απαντητική και ή επιπρόσθετη ένορκη δήλωση, σε συνέχεια της ένορκης δήλωσης της ημερ. 16.11.2017, η οποία συνοδεύει την αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος με το οποίο έγινε απόλυτο το διάταγμα ημερ. 24.7.2017, σε απάντηση των ισχυρισμών του Καθ΄ου η αίτηση 1 που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 31.01.2018 που συνοδεύει την ένσταση του. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας με την οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η Αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60), άρθρα 31 και 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 3, 4, 5, 6, 7 και 9, στα Άρθρα 30 και 111 του Συντάγματος, όπως τροποποιήθηκε από τον περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 1989 (Ν.95/89), στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.39 θ.1, Δ.48 θ.θ. 1-3, 4
(2), 5-9, στους Κανόνες Επιείκειας, στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Οι Καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στις 14.6.2018 με την οποία προβάλλονται 30 λόγοι ένστασης που εν πολλοίς επαναλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση δικηγόρου, στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ΄ων η αίτηση, που συνοδεύει την ένσταση. Η Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, Δ.64 και Δ.48 θ.1-4 και 8-10, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60)άρθρα 31, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30.2, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ο δικηγόρος της Αιτήτριας στην αγόρευσή του αφού αναφέρθηκε ότι με την παρούσα Αίτηση επιζητείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωση στην αίτηση ημερ. 16.11.2017 με την οποία αξιώνεται ο παραμερισμός του διατάγματος ημερ. 30.10.2017, στη συνέχεια προβαίνει στη νομική πτυχή του θέματος παραθέτοντας νομολογία, ενώ ακολούθως αναφέρεται στα γεγονότα που ακολούθησαν, στους λόγους για τους οποίους θέλει να καταχωρηθεί η συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ενώ σχολιάζει και τους λόγους ένστασης για να καταλήξει ότι το Δικαστήριο πρέπει να εγκρίνει την Αίτηση. Από την άλλη η δικηγόρος που εμφανίστηκε για τους Καθ΄ων η αίτηση, στην αγόρευσή της αφού κάνει αναφορά στο τι ζητείται με την υπό κρίση Αίτηση, στη συνέχεια ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, ενώ αναφέρεται και στη νομική διάσταση του θέματος, παραθέτοντας Νομολογία επ΄ αυτού. Η αίτηση στηρίζεται, ορθά, στη Δ.48 Θ.4
(2)στην οποία προνοείται: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.». Έτσι, το Δικαστήριο θεωρεί ότι πρέπει να εξηγηθεί ο λόγος για τον οποίο η Δ.48 Θ.4
(2)τροποποιήθηκε στη μορφή που έχει σήμερα. Η διαμόρφωση του θεσμού αυτού υπό την ως άνω διατύπωση, που επήλθε με τον Κανονισμό 3 του 1999 ημερομηνίας 23/12/1999, αποσκοπούσε από τη μία στην αποφυγή επέκτασης τυχόν προσαχθείσας προφορικής μαρτυρίας και προς οικονομία χρόνου και από την άλλη να επιτυγχάνεται η παράθεση όλων των αναγκαίων γεγονότων εκδίκασης μίας αίτησης με ελεγχόμενη την καταχώριση ενόρκων δηλώσεων και αποφυγή την ατέλειωτη ή ανεξήγητη καταχώριση ενόρκων δηλώσεων. Η φιλοσοφία της παλαιάς διαταγής, όσον αφορά το βάρος απόδειξης ενός γεγονότος που έχει ένας διάδικος, όπου υπάρχει διάσταση ή αμφισβήτηση γεγονότος, όπως τούτο εξηγείται στη Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 και την Fashion Box. S.P.A. v. Rerro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858, δεν έχει αλλάξει με τη νέα διαταγή. Στην τελευταία υπόθεση, η οποία καταπιάνεται με την παλαιά διαταγή, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας ενώ υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στη Vuitton, έκρινε ότι έπρεπε να επιτραπεί. Τονίστηκε πως αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα μεταξύ Αιτητή και Καθ' ου η Αίτηση, ο κάθε ένας από αυτούς θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που έχει το βάρος να τα αποδείξει. Έτσι, με τη νέα διαταγή, αντί της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας, στο βαθμό που η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιζητείται για να απαντήσει αμφισβητούμενα γεγονότα των οποίων η απόδειξη είναι καταλυτικής σημασίας για την έκβαση της αίτησης, αφού η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των ένορκων δηλώσεων, με δυνατότητα αντεξέτασης, θεωρείται ότι εμπίπτει στην έννοια «καλός λόγος», η έννοια του οποίου είναι ευρεία για να καθίσταται δυνατή η εισδοχή σε αυτόν της κάθε κατάλληλης περίπτωσης, όταν θα πρέπει να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης και να δίδεται άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης, να σημειώσω ότι δεν είναι τυχαίο και πάλι που στη Δ.48 Θ.4
(2)αναφέρεται σε αίτηση (και εννοείται γραπτή αίτηση) ή προφορικό αίτημα. Ο λόγος, κατά την άποψή μου, είναι για να δίνεται η δυνατότητα στη μεν δεύτερη περίπτωση όπου τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το προφορικό αίτημα εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, αφού ακούσει και την άλλη πλευρά, ή όπου δεν φαίνονται στο φάκελο τα γεγονότα με άμεση κατάθεση ήδη έτοιμων ενόρκων δηλώσεων, να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να αποφασίσει τάχιστα, αποφεύγοντας τη σπατάλη χρόνου και χρήματος. Στη δε πρώτη περίπτωση, επειδή ακριβώς τα γεγονότα δεν εμφαίνονται από το φάκελο, και ίσως και του μεγέθους της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιζητείται η καταχώρισή της, καθίσταται αναγκαία η καταχώριση της γραπτής αίτησης και συνακόλουθα επίσης γραπτής ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης. Δεν θα ήταν ορθό, πιστεύω, να τεθεί υψηλά ο πήχης σε έναν Αιτητή που επιθυμεί την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αν αναλογισθεί κάποιος τη σύγχρονη και φιλελεύθερη τάση επίτρεψης τροποποίησης δικογράφου, όπως εξάγεται από τη νομολογία. Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd v. Λεωνίδα (Αρ. 1)
(2010)1(Α) ΑΑΔ 195, 199 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων - αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες - αιτητές, με τις δυο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος - καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες - αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Από την άλλη, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του τα ακόλουθα που αναφέρθησαν στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 ειπώθηκαν τα εξής: «Δεν είναι όμως όπως προκύπτει σαφώς από το υπόλοιπο μέρος της απόφασης απλά αυτή η βάση, για την απόρριψη της ένστασης των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του πολυάριθμες ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια, στις οποίες περιέχονταν λεπτομερέστατοι ισχυρισμοί που σχετίζονταν με το κατά πόσο ή όχι ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι εξοφλήθη το γραμμάτιο ήταν ορθός και το Δικαστήριο προχώρησε και ανέλυσε όλους αυτούς τους πραγματικούς ισχυρισμούς και έκαμε στην ουσία ευρήματα επ' αυτών. Είναι καθαρό ότι τα συμπεράσματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου βασίστηκαν και στην όλη αξιολόγηση που έκαμε του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το να επιτρέψει την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που στο τέλος περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και να την εξετάσει και να αποφανθεί επ' αυτής, εξήλθε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Ως εκ τούτου η απόφαση πρέπει να παραμερισθεί.» Επίσης στην υπόθεση F.P.P. Fish Processing Ltd v. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1 ΑΑΔ 1230, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Προχωρεί μάλιστα το πρωτόδικο δικαστήριο και σημειώνει ότι οι απαντητικοί αυτοί ισχυρισμοί της εφεσίβλητης δεν έτυχαν κατ΄ ουσία οποιασδήποτε απάντησης από τους εφεσείοντες. Και το συμπέρασμα του πρωτοδίκου δικαστηρίου είναι ότι με τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι εφεσείοντες αναφορικά με καταβολή κάποιων ποσών στην εφεσίβλητη δεν έχουν αποσείσει το βάρος που είχαν για παράθεση, με επάρκεια και ικανοποιητική λεπτομέρεια, τέτοιων γεγονότων από τα οποία να δικαιολογείται η ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Στα όσα, με σαφήνεια και πολλή λεπτομέρεια, αναφέρονται στην απαντητική ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης, τίποτε το συγκεκριμένο δεν έχουν αντιτάξει οι εφεσείοντες. Θεωρούμε αυτές τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του πρωτοδίκου δικαστηρίου ως λανθασμένα. Κατ΄ αρχήν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει την ανταλλαγή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και μάλιστα να εξετάσει τη μαρτυρία αυτή και να εξαγάγει και συμπεράσματα. Με αυτή την αντιμετώπιση του θέματος, το πρωτόδικο δικαστήριο, ουσιαστικά βγήκε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 μετατρέποντας τη διαδικασία, κατά κάποιο τρόπο, σε δίκη επί της ουσίας (Δέστε: Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Αναφορικά όμως και με την ουσία των αντικρουομένων ισχυρισμών θεωρούμε ότι οι εφεσείοντες, με τους ισχυρισμούς τους για πληρωμή συγκεκριμένων ποσών έναντι του επίδικου χρέους τους, μερικά από τα οποία (ποσά) η εφεσίβλητη τράπεζα έλαβε αλλά τα πίστωσε σε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς των εφεσειόντων, είχαν δώσει επαρκή στοιχεία που θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί, από το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι τους παρείχαν το δικαίωμα υπεράσπισης, χωρίς όρους. Δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουομένων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη. Αλλά και μόνον αυτή η διαδικασία, της εξέτασης των αντικρουομένων ισχυρισμών, δείχνει πως οι εφεσείοντες είχαν προβάλει τέτοια στοιχεία που ήταν αρκετά για να τους δοθεί το δικαίωμα της υπεράσπισης ώστε, στα πλαίσια της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, να προσφερθεί μαρτυρία και το δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγησή της και στην εξαγωγή των διαπιστώσεών του.» Στην Αίτηση Φιλοκύπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510, 514 αναφέρονται τα εξής: «Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μία αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου.» Η Αιτήτρια με την Αίτηση της ουσιαστικά επιχειρεί να προβάλει τρία θέματα, όπως αναφέρεται μάλιστα σε απάντηση της ένορκης δήλωσης που έχει καταχωρηθεί προς υποστήριξη της ένστασης, το ένα σχετίζεται με το γεγονός ότι η πληροφορία που είχε η Καθ΄ης η Αίτηση από τους δικηγόρους της ήταν ότι στις 9:45 όταν μίλησε με τη δικηγόρο της άλλης πλευράς είχε ήδη γίνει τελικό το διάταγμα, ενώ ως φαίνεται από το πρακτικό η ώρα που έγινε τούτο ήταν στις 10:00. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν υπάρχει λόγος να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση γι΄ αυτό αφού, στο πρακτικό του Δικαστηρίου εμφαίνεται καθαρά η ώρα κατά την οποία έγινε απόλυτο το διάταγμα. Άλλωστε τούτο έγινε αποδεκτό. Σε σχέση με το άλλο θέμα που αφορά τον ισχυρισμό ότι δεν γνώριζε η ενόρκως δηλούσα, στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, το γραφείο επίδοσης του δικηγόρου της Αιτήτριας στη Λάρνακα, θα πρέπει να αναφερθεί ότι στη δεύτερη ημερομηνία, 28.9.2017, που ορίστηκε επιστρεπτέο το διάταγμα στις 30.10.2017 η ώρα 09:00 με σκοπό να καταχωρηθεί ένσταση, είχε εμφανιστεί άλλος δικηγόρος για τον κ. Χ"Δημητρίου, οπότε και πάλι δεν υπάρχει λόγος για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως για να φανεί αυτό το γεγονός ότι δηλαδή είχε εμφανιστεί εκ μέρους του κ. Χ"Δημητρίου άλλος δικηγόρος από τη Λάρνακα. Όσον αφορά το τρίτο θέμα, ότι επήλθαν γεγονότα μετά την καταχώρηση της αίτησης τα οποία πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτως ώστε να βρίσκονται όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με την κυρίως αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, θα πρέπει να πω ότι αυτά, έστω και μεταγενέστερα, δεν αλλοιώνουν ποσώς τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όπως άλλωστε διαφαίνεται τόσο από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση όσο και τα επισυναπτόμενα με αυτή Τεκμήρια, αλλά και από τις εκατέρωθεν θέσεις που έχουν αναφερθεί. Επίσης να λεχθεί ότι δεν επιτρέπεται η επανάληψη προηγούμενων ισχυρισμών που βρίσκονται στην ένορκο δήλωση. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι συμπληρωματική ένορκος δήλωση επιτρέπεται μόνο όταν καθίσταται αναγκαίο να διευκρινιστεί ένα θέμα τέτοιας σημασίας που αν δεν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση και με το βάρος απόδειξης που έχει ο διάδικος, θα οδηγήσει, ίσως, μαζί και με άλλους λόγους, στην απόρριψη της αίτησης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την αίτηση επιζητείται ο παραμερισμός του διατάγματος ημερομηνίας 24.7.2017 που κατέστη απόλυτο στις 30.10.17 για το λόγο ότι κατ΄ εκείνη την ημερομηνία ο δικηγόρος που εμφανίζετο εκ μέρους του δικηγόρου της Αιτήτριας ήταν στο Δικαστήριο και γνώριζε η άλλη πλευρά, δηλαδή οι Καθ΄ων η αίτηση, ότι θα εμφανίζετο δικηγόρος για την Αιτήτρια και δεν θα έπρεπε να προχωρήσουν στην απουσία του. Όσον αφορά τα γεγονότα που σχετίζονται με την έκδοση του διατάγματος αυτά έχουν αναφερθεί σε προηγούμενο στάδιο και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Επομένως υπό αυτές τις περιστάσεις και με όσα προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω βρίσκω ότι δεν υπάρχει καλός λόγος να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται πλέον έξοδα €2.000 συν ΦΠΑ, αν υπάρχει, υπέρ των Εναγόντων-Καθ΄ων η αίτηση στην παρούσα αίτηση και εναντίον της Εναγομένης-Αιτήτριας στην παρούσα αίτηση, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο