Νεοκλέους κ.α. ν. Γιάννος & Ελευθερία Κυριάκου Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4319/2013, 19/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A246 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4319/2013 ΜΕΤΑΞΥ:
- XXXXX Νεοκλέους, 1ης Απριλίου XXXXX, XXXXX XXXXX
- XXXXX Νεοκλέους, 1ης Απριλίου XXXXX, XXXXX XXXXX Ενάγοντες -και-
- Γιάννος & Ελευθερία Κυριάκου Λτδ, Πετράκη Κυπριανού XXXXX, XXXXX XXXXX, Λάρνακα
- XXXXX Κυριάκου, Πετράκη Κυπριανού XXXXX, XXXXX XXXXX, Λάρνακα ή/και Φούρνοι Master Chef, Νέα Βιομηχανική Περιοχή Αραδίππου, Τ.Κ.45003, 7110 Αραδίππου Εναγόμενοι Ημερομηνία꞉ 19.12.2018 Εμφανίσεις꞉ Για την Ενάγουσα꞉ κ. Π. Χατζηχριστοφής, για Μάμας Χατζηχριστοφής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 και 2꞉ κα Χρ. Θωμά, για Θέμης Θωμά & Συνεργάτες ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η αξίωση των Eναγόντων εναντίον των Eναγομένων είναι: Α. €34.570,75- ποσό που οφείλεται δυνάμει παράβασης συμφωνίας ή/και δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ή/και ως αποζημιώσεις ή/και ως καθυστερημένα ενοίκια ή/και δυνάμει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού ή/και άλλως πώς. Β. €478,40- ποσό που οφείλεται δυνάμει παράβασης συμφωνίας ή/και δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ή/και ως αποζημιώσεις ή/και ως καταβληθέντα τέλη αποχετευτικού ή/και δυνάμει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού ή/και άλλως πώς. Γ. €980- ποσό που οφείλεται δυνάμει παράβασης συμφωνίας ή/και δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ή/και ως αποζημιώσεις ή/και καταβληθέντα τέλη κοινοχρήστων ή/και δυνάμει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού ή/και άλλως πώς. Δ. €3000- ποσό που οφείλεται δυνάμει παράβασης συμφωνίας ή/και δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ή/και ως αποζημιώσεις ή/και ως αποζημιώσεις για αποκατάσταση ζημιών ή/και δυνάμει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού ή/και άλλως πώς. Ε. Νόμιμο τόκο. ΣΤ. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης. Η Εκδοχή γεγονότων που δικογράφησαν οι Ενάγοντες στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα έχει ως εξής꞉ Σε κάθε ουσιώδη χρόνο με την παρούσα αγωγή, οι Eνάγοντες ήταν και εξακολουθούν να είναι οι ιδιοκτήτες του καταστήματος που βρίσκεται στο ισόγειο της πολυκατοικίας FRIXOS COURT TWELVE στην οδό 1ης Απριλίου XXXXX στην Λάρνακα (στο εξής καλούμενο «το επίδικο Υποστατικό» ή «το Υποστατικό»), το οποίο συμπληρώθηκε μετά την 01/01/
- Σε κάθε ουσιώδη χρόνο με την παρούσα αγωγή, η Εναγόμενη αρ. 1 ήταν και εξακολουθεί να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, με έδρα τη Λάρνακα, η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την παρασκευή, ετοιμασία και πώληση ειδών αρτοποιείας, ζαχαροπλαστικής και άλλων συναφών ειδών. Δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 28/05/2004 (στο εξής «η Πρώτη Συμφωνία»), οι Ενάγοντες ενοικίασαν στην Εναγόμενη αρ. 1 το Υποστατικό για προώθηση των σκοπών της εταιρείας της. Η Πρώτη Συμφωνία προέβλεπε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: (α) Η διάρκεια της ισχύος της ήταν για 5 χρόνια, δηλαδή από την 01/07/2004 μέχρι την 30/06/
- (β) Το ενοίκιο συμφωνήθηκε σε Λ.Κ.800- (€1379-) μηνιαία για το πρώτο έτος ενοικίασης και για τα υπόλοιπα τέσσερα έτη προβλεπόταν αύξηση 7% ανά έτος επί του καταβαλλόμενου ενοικίου. (γ) Η Εναγόμενη αρ. 1 υποχρεούτο να καταβάλλει προκαταβολικά το ενοίκιο κάθε μήνα προπληρωτέο την 1η εργάσιμη μέρα κάθε ημερολογιακού μήνα. (δ) Η Εναγόμενη αρ.1 υποχρεούτο στην πληρωμή των λογαριασμών ηλεκτρισμού, νερού, αποχετευτικού, σκυβάλων, του επαγγελματικού φόρου και άλλων επιβαρύνσεων ή/και τελών. (ε) Οι Ενάγοντες μπορούσαν να τερματίσουν την Πρώτη Συμφωνία και να αναλάβουν την κατοχή του Υποστατικού σε περίπτωση καθυστέρησης στην καταβολή οποιουδήποτε ενοικίου, αποστέλλοντας γραπτή ειδοποίηση ενός μηνός στην Εναγόμενη αρ.
- (στ) Κατά τη λήξη ή τον τερματισμό της ενοικίασης, η Εναγόμενη αρ.1 υποχρεούτο να παραδώσει στους Ενάγοντες το Υποστατικό στην καλή κατάσταση που το παρέλαβε, εξαιρουμένης της φυσικής φθοράς, (ζ) Η Εναγόμενη αρ. 1 δικαιούτο να ανανεώσει αυτόματα την ισχύ της Πρώτης Συμφωνίας για νέα πενταετία με τους ίδιους όρους, εκτός από αυτούς που αφορούσαν το βασικό καταβαλλόμενο ενοίκιο, το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα είναι αυξημένο κατά 7% επί του καταβαλλόμενου ενοικίου ανά έτος και αφού λαμβανόταν υπόψη η άνοδος του τιμαριθμικού δείκτη και η ενοικιαστική αξία της περιοχής. Ο Εναγόμενος αρ. 2, διευθυντής και μέτοχος της Εναγομένης αρ. 1, εγγυήθηκε γραπτώς την πιστή τήρηση από την Εναγομένη αρ. 1 όλων των όρων και υποχρεώσεων που απέρρεαν από την Πρώτη Συμφωνία, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της συμβατικής ενοικίασης αλλά και μέχρι την εκκένωση και παράδοση του Υποστατικού στους Ενάγοντες. Κατά ή περί την 01/07/2009, οι Ενάγοντες και η Εναγόμενη αρ. 1 συμφώνησαν γραπτώς ώστε η Πρώτη Συμφωνία να επεκταθεί ή/και ανανεωθεί για ακόμα πέντε έτη, δηλαδή για την περίοδο από την 01/07/2009 μέχρι την 30/06/2014, με συμφωνημένο αρχικό ενοίκιο της νέας πενταετίας €1914- μηνιαία και αύξηση 7% ανά έτος. Συμφωνήθηκε επίσης ότι όλοι οι όροι της Πρώτης Συμφωνίας θα συνέχιζαν να ισχύουν. Η Εναγόμενη αρ. 1 παρέλειψε να είναι τυπική ως προς την εμπρόθεσμη καταβολή των ενοικίων, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 09/07/2013 να την ενημερώσουν για την πρόθεση τους να τερματίσουν την ενοικίαση του Υποστατικού την 31/08/2013 και να την καλέσουν να εκκενώσει και να τους παραδώσει την κατοχή του Υποστατικού την εν λόγω ημερομηνία. H Εναγόμενη αρ. 1 εγκατέλειψε τελικά το Υποστατικό την 15/09/
- Κατά την αποχώρησή τους από το Υποστατικό, οι Εναγόμενοι όφειλαν στους Ενάγοντες για καθυστερημένα ενοίκια το ποσό των €34.570,75-, που προκύπτει ως ακολούθως: · Υπόλοιπο ενοικίου μηνός Ιουνίου 2012 €1.426,75- · Ενοίκια Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου Απριλίου, Μαίου, Ιουνίου 2012 (12 Χ €2.344-) €28.128,00- · Ενοίκιο Ιουλίου, Αυγούστου 2013 (2 Χ €2.508-) €5.016,00- __________ Σύνολο €34.570,75- Περαιτέρω οι Εναγόμενοι όφειλαν στους Ενάγοντες το ποσό των €478,40- το οποίο αναγκάστηκαν να καταβάλουν οι Ενάγοντες για τέλη αποχετευτικού για τα έτη 2012 και 2013, καθώς και το ποσό των €980- που αφορά κοινόχρηστα για την περίοδο από την 01/08/2012 μέχρι την 30/09/
- Η κατάσταση στην οποία οι Εναγόμενοι εγκατέλειψαν το Υποστατικό ήταν άθλια και οι ενάγοντες απαιτείται να δαπανήσουν το ποσό των €3000-, ώστε να αποκαταστήσουν τις ζημιές που οι εναγόμενοι προκάλεσαν στο Υποστατικό κατά τη διάρκεια της ενοικίασης και να το επαναφέρουν στην καλή κατάσταση που ήταν πριν την ενοικίαση. Το πιο πάνω ποσό προκύπτει ως ακολούθως: (α) Επιδιόρθωση και βάψιμο τοίχων εσωτερικά και εξωτερικά €2000- (β) Αφαίρεση αντικειμένων και ακαθαρσιών €400- (γ) Αφαίρεση καλωδίων και πλαστικών καλυμμάτων από τοίχους (tracking) €200- (δ) Καθαρισμός δαπέδων (κεραμικών) €200- (ε) Αφαίρεση επενδύσεων κολόνων και πρόσοψης €200- (στ) Αφαίρεση πριζών από τοίχους €150- (ζ) Αποκομιδή ακαθαρσιών (Skip) €150- (η) Αντικατάσταση σπασμένων κεραμικών €100- Σύνολο €3.000- Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις ή/και ειδοποιήσεις των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι αμελούν ή/και παραλείπουν ή/και αρνούνται μέχρι σήμερα να εξοφλήσουν το συνολικό οφειλόμενο ποσό των €39.029,15-. Για τους πιο πάνω λόγους, οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους αλληλέγγυα ή/και χωριστά ως πιο πάνω αναφέρεται. Οι Εναγόμενοι αρνούνται την εκδοχή των Εναγόντων. Συγκεκριμένα, στην Έκθεση Υπεράσπισής τους, οι Εναγόμενοι εγείρουν δύο προδικαστικές ενστάσεις και ακολούθως εκθέτουν τη δική τους εκδοχή γεγονότων ως εξής꞉ Πρώτη προδικαστική ένσταση꞉ Το ενοικιαστήριο έγγραφο που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγότων δεν έχει υπογραφτεί από κανένα μάρτυρα, αντί από δύο μάρτυρες ως προνοείται από τη σχετική νομοθεσία και ως εκ τούτου είναι εξ υπαρχής άκυρο. Συνεπώς, η αγωγή των Εναγόντων δεν μπορεί να προωθηθεί εναντίον των Εναγομένων. Δεύτερη προδικαστική ένσταση꞉ Το συμφωνητικό, ημερ. 1.7.2009, για ανανέωση της Πρώτης Συμφωνίας, ημερ. 28.5.2004, δεν έχει υπογραφτεί από τον Εναγόμενο
- Η ανανέωση αναφέρεται στο ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ. 28.5.2004 και όχι στην εγγύηση αυτού. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προωθηθεί η αγωγή εναντίον του Εναγομένου
- Η γραμμή υπεράσπισης. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και τους καλούν σε αυστηρή απόδειξη αυτών. Σε αντιδιαστολή προς την εκδοχή των Εναγόντων, είναι η θέση των Εναγομένων ότι꞉ (Βλ. παρα. 8 της Ε/Υ) - Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα υπόθεση, διότι ουδέποτε εγγυήθηκε γραπτώς προσωπικά την τήρηση όλων των υποχρεώσεων της Πρώτης Συμφωνίας της Εναγόμενης
- (βλ. παρα. 11 της Ε/Υ) - Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι σε κάποια χρονική περίοδο είχαν μειωθεί αρκετά οι πωλήσεις του καταστήματος. Τούτο οφειλόταν στο γεγονός ότι εκεί στην περιοχή κατασκευαζόταν το αποχετευτικό, για διάστημα περισσότερο του ενός έτους. Ως εκ τούτου, όλοι οι δρόμοι γύρω από το κατάστημα ήταν κλειστοί, με αποτέλεσμα να υπολειτουργεί. (βλ. επίσης στην παρα. 11 της Ε/Υ) - Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή από τους Ενάγοντες αναφορικά με την πρόθεσή τους να τερματίσουν την ενοικίαση του υποστατικού και ουδέποτε τους κάλεσαν να παραδώσουν και/ή εκκενώσουν το επίδικο υποστατικό. (βλ. παρα. 13, 14 της Ε/Υ) - Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν τίποτε στους Ενάγοντες. Οποιαδήποτε οφειλή και αν υπήρξε στο παρελθόν, αυτή έχει διευθετηθεί και δεν εκκρεμεί οποιοδήποτε άλλο οφειλόμενο υπόλοιπο προς όφελος των Εναγόντων. (βλ. παρα. 15, 16 της Ε/Υ) - Οι Εναγόμενοι 1 κσι 2 ισχυρίζονται ότι κατά το χρονικό διάστημα που αυτοί έφυγαν από το επίδικο υποστατικό, αυτό βρισκόταν σε άριστη κατάσταση, πλην της φυσικής φθοράς που είχε. Θα ήταν αδύνατο να υπάρξουν οι επιδιορθώσεις και τα όσα άλλα ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Οποιαδήποτε αλλαγή και/ή δαπάνη εξόδων πραγματοποιήθηκε από τους Ενάγοντες στο υποστατικό έγιναν για δικούς τους λόγους και για προσωπικό τους όφελος. (βλ. παρα. 17 της Ε/Υ) - Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι αυτοί κατέβαλαν διάφορα ποσά στους Ενάγοντες κατά καιρούς, γεγονός που οι Εναγόμενοι εσκεμμένα παραλείπουν να αναφέρουν. Το ποσό που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οφείλεται από τους Εναγόμενους, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, αν υπάρχει, σίγουρα αυτό θα είναι μικρότερο από αυτό που αξιώνουν οι Ενάγοντες. Καταλήγουν οι Εναγόμενοι 1 και 2, για τους πιο πάνω λόγους, να ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων. Σε Απάντηση που καταχώρησαν οι Ενάγοντες εγείρονται οι εξής απαντητικοί ισχυρισμοί꞉ Οι Ενάγοντες δέχονται ότι, ακόμη και αν η Πρώτη Συμφωνία ή/και η Δεύτερη Συμφωνία είναι άκυρες, η συμφωνία ενοικίασης του επίδικου υποστατικού έχει καταστεί προφορική συμφωνία ενοικίασης από μήνα σε μήνα. Η δεύτερη συμφωνία υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο αρ. 2 και προνοούσε τη συνέχιση όλων των όρων της Πρώτης Συμφωνίας, περιλαμβανομένης και της εγγύησης της από τον Εναγόμενο αρ.
- Η γραπτή εγγύηση που είχε υπογράψει ο Εναγόμενος αρ. 2 προνοούσε ότι αυτός εγγυόταν την τήρηση όλων των όρων και υποχρεώσεων που απέρρεαν από την Πρώτη Συμφωνία, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της συμβατικής ενοικίασης, αλλά και μέχρι την εκκένωση και παράδοση του υποστατικού στους Ενάγοντες. Οι ισχυρισμοί των Εναγομένων περί της κατασκευής του αποχετευτικού σε καμία περίπτωση δεν αναιρούν την υποχρέωσή τους για την καταβολή των ενοικίων. Οι Ενάγοντες ενημέρωσαν δεόντως τους Εναγόμενους για την πρόθεσή τους να τερματίσουν την κατοχή του Υποστατικού. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε διευθέτησαν τις οφειλές τους προς τους Ενάγοντες. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, προσήλθαν στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες꞉ · ο κ. XXXXX Νεοκλέους (Ενάγων αρ. 1) που στο εξής θα αναφέρεται ως «ο ΜΕ1». · ο κ. XXXXX Λουκά (στο εξής «ο ΜΕ2»). · η κα XXXXX Νεοκλέους (στο εξής «η ΜΕ3») · ο κ. XXXXX Αβραάμ (στο εξής «ο ΜΕ4»). Από την άλλη, για την υπόθεση της Υπεράσπισης, δεν προσκομίστηκε καθόλου μαρτυρία. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της υπόθεσης με τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίες υπεβλήθηκαν στο Δικαστήριο γραπτώς. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ
- Ο ΜΕ 1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (βλ. το Έγγραφο Α), στην οποία εκθέτει την προσωπική του γνώση για τα επίδικα γεγονότα. Προς απόδειξη της εκδοχής που δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο αριθμό τεκμηρίων. Ειδικότερα, για ν' αποδείξει ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι Ενάγοντες αρ. 1 και 2 ήταν ιδιοκτήτες του επίδικου υποστατικού, ο ΜΕ1 κατέθεσε φωτοαντίγραφα των Πιστοποιητικών Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας (βλ. τα Τεκμήρια 1 και 2 υπό Έγγραφο Α), όπου εμφαίνεται ότι έκαστος εκ των Εναγομένων κατέχουν ½ μερίδιο. Για να αποδείξει τη συνομολόγηση της Πρώτης Συμφωνίας Ενοικίασης και εγγύησης, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α ένα ενοικιαστήριο εγγράφου, που περιγράφει στην πρώτη σελίδα τα συμβαλλόμενα μέρη ως εξής꞉ «Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ αυτή έγινε σήμερα στη Λάρνακα στις 28/5/2004, ΜΕΤΑΞΥ των XXXXX και XXXXX Νεοκλέους Αρ. Διαβ. [...], Διεύθυνσης [...], εν τοις εφεξής καλουμένης ο ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ αφ'ενός και της εταιρείας ΓΙΑΝΝΟΣ & ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΛΤΔ από τα Λειβάδια, Πετράκη Κυπριανού XXXXX, αρ. εγγραφής 49920, εν τοις εφεξής καλουμένης ο ΕΝΟΙΚΙΑΣΤΗΣ αφ'ετέρου». Πρόκειται για 4σέλιδο έγγραφο και επισυνάπεται σε αυτό ένα ξεχωριστό μονοσέλιδο έγγραφο που τιτλοφορείται «ΕΓΓΥΗΣΗ», το οποίο υπογράφεται από ένα μόνο εγγυητή, που γράφει κάτω από την υπογραφή του ολογράφως το όνομα «XXXXX Κυριάκου». Έπειτα, ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο μια δέσμη εγγράφων (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α) που περιέχει εκτύπωση του περιεχομένου του φακέλου της Εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας που τηρείται στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Εμφαίνονται η ημερομηνία εγγραφής της εταιρείας, ο αριθμός εγγραφής της, οι αξιωματούχοι της εταιρείας (Διευθυντής και Γραμματέας), το κεφάλαιο και οι μέτοχοι της εταιρείας και οι όποιες επιβαρύνσεις στην περιουσία της. Φαίνεται στα εν λόγω έγγραφα καταχωρημένο το όνομα του XXXXX Κυριάκου (Εναγομένου αρ. 2) ως Διευθυντή της Εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας. Για ν' αποδείξει ότι υπήρξε συνομολόγηση Δεύτερης Συμφωνίας, με την οποία ανανεωνόταν η περίοδος ενοικίασης του επίδικου υποστατικού για άλλα πέντε έτη, από 1/7/2009 μέχρι 30/6/2014, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ένα συμφωνητικό ημερομηνίας 1/7/2009 που κατονομάζει ως συμβαλλόμενα μέρη αφενός την Εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία και αφετέρου τους Ενάγοντες αρ. 1 και 2 (βλ. το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α). Στο εν λόγω Συμφωνητικό ανανέωσης, το οποίο είναι μονοσέλιδο, επισυνάπτεται η τετρασέλιδη Πρώτη Συμφωνία, η οποία φέρει στο κάτω μέρος κάθε σελίδας δύο νέες μονογραφές και δίπλα την ένδειξη της ημερομηνίας 30/6/09, καθώς και το μονοσέλιδο έγγραφο της αρχικής εγγύησης, επί του οποίου επίσης εμφαίνονται δύο νέες μονογραφές και δίπλα η ένδειξη της ημερομηνίας 30.6.
- Περαιτέρω, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε μια επιστολή ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, για ν' αποδείξει ότι οι Ενάγοντες απέστειλαν στις 9.7.2013 στην Εναγόμενη 1 εταιρεία, διά μέσω των συνηγόρων τους, επιστολή τερματισμού της συμφωνίας ενοικίασης από 31.8.2013, κατ΄επίκληση της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής των ενοικίων, καλώντας την Εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία να παραδώσει στους Ενάγοντες κενή και ελεύθερη κατοχή των υποστατικών μετά την εκπνοή της 31.8.
- Ως Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α, ο ΜΕ1 κατέθεσε δέσμη έξι αποδείξεων είσπραξης αποχετευτικών τελών προς €59,80- έκαστη αναφορικά με το επίδικο υποστατικό, για την περίοδο για τα έτη 2012 και
- Τέλος, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε την εκτύπωση τεσσάρων φωτογραφιών που τράβηξε ο ίδιος ο ΜΕ1 στο επίδικο υποστατικό, στην κατάσταση που το άφησε η Εναγόμενη αρ. 1 αμέσως μετά που το εκκένωσε και παρέδωσε τα κλειδιά (βλ. το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α). Περαιτέρω, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε τη γραπτή προσφορά που εξασφάλισε από κάποιον κτίστη, κ. XXXXX Θεοδώρου για το κόστος ανακαίνισης του επίδικου υποστατικού μετά την εκκένωσή του από την Εναγόμενη αρ. 1 (βλ. το Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α). Είχαν μεταβεί μαζί οι δύο τους στο επίδικο υποστατικό για να φωτογραφίσουν τις ζημιές. Ήταν η θέση του ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του ότι πλήρωσε €3000, χωρίς ΦΠΑ, για να γίνουν οι εργασίες ως το ποσό της προσφοράς, αλλά δεν ζήτησε απόδειξη πληρωμής. Οι εργασίες έγιναν αμέσως. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε σε δύο ξεχωριστά στάδια υπογραφής της Πρώτης Συμφωνίας Ενοικίασης (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α), ως εξής꞉ · Σε πρώτο στάδιο, στις 28.5.2004 η εν λόγω Πρώτη Συμφωνία υπογράφηκε «Για Ιδιοκτήτη», που ήταν οι Ενάγοντες 1 και 2, από τον «Εξουσιοδοτημένο Υπογράφων», κ. XXXXX Λουκά και, συγχρόνως, για τον «Ενοικιαστή», που ήταν η Εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία, από το Διευθυντή της, κ. XXXXX Κυριάκου (δηλ. τον Εναγόμενο αρ. 2). Ο λόγος που οι Ενάγοντες εξουσιοδότησαν τον κ. XXXXX Λουκά να υπογράψει, ήταν ότι αυτοί έλειπαν κατ' εκείνη την ημερομηνία στην Αγγλία. Ο XXXXX Λουκά ήταν εκείνος που έκτισε το επίδικο υποστατικό και ο οποίος το πώλησε στους Ενάγοντες. Του έδωσαν την εξουσιοδότηση να υπογράψει το ενοικιαστήριο έγγραφο, μιας που βρέθηκε ενοικιαστής να μπει μέσα στο επίδικο υποστατικό. · Σε δεύτερο στάδιο, στις 9.7.2004, υπέγραψαν επί του ιδίου εγγράφου της Πρώτης Συμφωνίας, οι Ενάγοντες και ϋπέγραψαν στο σημείο του «Ιδιοκτήτη» και ξαναϋπέγραψε στην παρουσία τους ο Διευθυντής της Εναγόμενης 1 εταιρείας στο σημείο του ενοικιαστή. Η υπογραφή της Πρώτης Συμφωνίας στις 9.7.2004 έγινε στο γραφείο του Εναγομένου αρ.
- Παρά το ότι υπήρχαν άλλα πρόσωπα στο χώρο, όπως τουλάχιστον θυμόταν ο ΜΕ1 μια γραμματέα του Εναγομένου 2 επ' ονόματι XXXXX από την Αραδίππου, της οποίας γνώριζε τον πατέρα, εντούτοις δεν τέθηκαν οποιεσδήποτε υπογραφές από άλλα πρόσωπα στο σημείο που είναι η θέση για τους δύο μάρτυρες των υπογραφών των συμβαλλομένων μερών. Το έγγραφο της Πρώτης Συμφωνίας το ετοίμασε ο Εναγόμενος
- Γι'αυτό και είχαν μεταβεί οι Ενάγοντες στο γραφείο του, για να το υπογράψουν. Ο Εναγόμενος 2 παρουσιάστηκε στους Ενάγοντες ως ο Διευθυντής της Εναγομένης 1 εταιρείας. Από έρευνα που έκανε ο δικηγόρος των Εναγόντων στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, επιβεβαιώνεται ότι αυτός ήταν διευθυντής της Εναγόμενης 1 (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α). Η μόνη γραπτή Εγγύηση που ο ΜΕ1 γνώριζε να είχε εκδοθεί ήταν εκείνη που επισυνάπτεται στην Πρώτη Συμφωνία Ενοικίασης (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α), η οποία υπογράφηκε από τον Εναγόμενο 2 προσωπικά. Αντεξετασθείς ο ΜΕ1 για το αν ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε την εγγύηση στις 28.5.2004 ή στις 9.7.2004, δεδομένου ότι δεν υπάρχει δεύτερο σετ υπογραφών σε αυτήν, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι «Πρέπει να υπογράφτηκε τη μέρα που ήταν μαζί με τον XXXXX Λουκά», δηλαδή πρέπει να υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο 2 στις 28.5.
- Έλειπε κατ΄εκείνην την ημερομηνία στο εξωτερικό ο ΜΕ
- Δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της Εγγύησης από τον Εναγόμενο
- Δεν υπήρξαν μάρτυρες της υπογραφής του Εναγόμενου 2 στην Εγγύηση. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι στις 30.6.2009 ο Εναγόμενος 2 είχε καλέσει στο γραφείο του τους Ενάγοντες, όπου συμφώνησαν ότι θα ανανέωναν την περίοδο ενοικίασης και ότι ο Εναγόμενος 2 θα ετοίμαζε το συμφωνητικό ανανέωσης. Εν τέλει, η Δεύτερη Συμφωνία Ενοικίασης υπεγράφη στο γραφείο του Εναγομένου 2 την επομένη μέρα, ήτοι την 1.7.2009, από αυτόν ως Διευθυντή της Εναγόμενης 1 εταιρείας, στην παρουσία αμφότερων των Εναγόντων και ο μάρτυρας ήταν κάποιος από το γραφείο του Εναγομένου 2, τα στοιχεία του οποίου δεν γνωρίζει ο ΜΕ
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ
- Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΕ2 επιβεβαίωσε ουσιαστικά όσα είχε πει ο ΜΕ
- Ότι δηλαδή, οι Ενάγοντες αγόρασαν το επίδικο υποστατικό και έδωσαν εντολή στον ΜΕ2, μόλις ολοκληρωθεί η κατασκευή του επίδικου υποστατικού, να εξεύρει ενοικιαστή. Ο ΜΕ2 βρήκε ως ενδιαφερόμενο ενοικιαστή την εταιρεία που χρησιμοποιούσε την εμπορική επωνυμία Master Chef bakery, η οποία θα άνοιγε φούρνο. Ο Εναγόμενος αρ. 2 παρουσιάστηκε στον ΜΕ2 ως ο Διευθύνων Σύμβουλος (Managing Director) της Εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας. Ετοίμασε ο Εναγόμενος αρ. 2 το ενοικιαστήριο συμβόλαιο. Έλαβε τότε εξουσιοδότηση τηλεφωνικώς ο ΜΕ2 από τον ΜΕ1 να υπογράψει εκείνος εκ μέρους των Εναγόντων το ενοικιαστήριο συμβόλαιο πειεδή οι Ενάγοντες βρίσκονταν στην Αγγλία και θα ερχόντουσαν στη συνέχεια στην Κύπρο, για να υπογράψουν και οι ίδιοι. Έτσι ο ΜΕ2 υπέγραψε μαζί με τον Εναγόμενο 2 την Πρώτη Συμφωνία Ενοικίασης στις 28.5.2004 και ήρθαν αργότερα στην Κύπρο οι Ενάγοντες και υπέγραψαν ξανά με τον Εναγόμενο 2 στις 9.7.
- Πού ακριβώς έγινε η υπογραφή της εν λόγω Συμφωνίας σε πρώτο στάδιο και σε δεύτερο στάδιο, δεν θυμόταν ακριβώς να πει ο ΜΕ
- Αυτό που εξήγησε ο ΜΕ2 ήταν ότι ο λόγος που έγινε η υπογραφή σε πρώτο στάδιο στις 28.5.2004 ενώ η περίοδος ενοικίασης θα άρχιζε την 1.7.2004, ήταν διότι η ενοικιάστρια εταιρεία (Εναγόμενη αρ. 1) θα έκαμνε ορισμένα έξοδα μέσα στο υποστατικό και ο ΜΕ1 ήθελε να είναι κατοχυρωμένος. Τη θέση αυτή επανέλαβε ο ΜΕ2 και κατά την αντεξέτασή του, λέγοντας ότι ήταν σουβατισμένο το κατάστημα όταν ο Κυριάκος (Εναγόμενος 2) ενδιαφέρθηκε να ενοικιάσει το κατάστημα και είχε πρόθεση να κάμει χιλιάδες έξοδα μέσα σε αυτό για να το κάμει φούρνο. Πώς θα λάμβανε την κατοχή του, πριν κάμει τα έξοδα, αν δεν σύναπτε ενοικιαστήριο συμβόλαιο; Ο ΜΕ2 είδε και αναγνώρισε επί της Πρώτης Συμφωνίας Ενοικίασης (ήτοι του Τεκμηρίου 3 υπό Έγγραφο Α), τη μονογραφή του στο κάτω μέρος κάθε σελίδας, δείχνοντας και λέγοντας «η μικρή δεξιά», καθώς επίσης την υπογραφή του στην τελευταία σελίδα στο σημείο που φαίνεται γραμμένο το όνομά του. Παρομοίως, κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ2 είδε το αντίγραφο της Πρώτης Συμφωνίας που φαίνεται επισυνημμένο στη Δεύτερη Συμφωνία Ενοικίασης (βλ. το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α) και αναγνώρισε εκ νέου τη μονογραφή του σε όλες τις σελίδες κάτω δεξιά και την υπογραφή του στην τελευταία σελίδα. Περαιτέρω, όπως είπε ο ΜΕ2, η άλλη μονογραφή στο κάτω μέρος των σελίδων της Πρώτης Συμφωνίας (Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α), κανονικά πρέπει να είναι του XXXXX (Εναγομένου 2), μαζί με τον οποίο είχαν μονογράψει το εν λόγω κείμενο. Άλλες μονογραφές δεν υπάρχουν σ' εκείνο το έγγραφο. Θυμόταν ο ΜΕ2 ότι αυτός και ο XXXXX βρισκόντουσαν στο επίδικο υποστατικό (κατάστημα) όταν υπέγραψαν την Πρώτη Συμφωνία, ενώ δεν θυμόταν αν ήταν και ο ίδιος παρών όταν ήλθαν στην Κύπρο οι Ενάγοντες για να υπογράψουν οι ίδιοι μαζί με τον XXXXX. Απέρριψε ο ΜΕ2 τις υποβληθείσες από τη συνήγορο Υπεράσπισης θέσεις ότι οι υπογραφές και οι μονογραφές που υπάρχουν επί της Πρώτης Συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α) είναι διαφορετικές από εκείνες που υπάρχουν στο φωτοαντίγραφο της ίδιας Συμφωνίας, οι οποίες επισυνάπτονται στη Δεύτερη Συμφωνία Ενοικίασης (βλ. Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α). Απέρριψε, επίσης, ο ΜΕ2 τη θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ουδέποτε υπέγραψε ενώπιον του ο Εναγόμενος αρ. 2 την Πρώτη Συμφωνία Ενοικίασης (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α). Ήταν η θέση του, ότι η υπογραφή στην τελευταία σελίδα της εν λόγω Πρώτης Συμφωνίας τέθηκε στην παρουσία του από τον XXXXX (Εναγόμενο 2) ταυτόχρονα με τη δική του υπογραφή. Επανέλαβε κατά την αντεξέτασή του ο ΜΕ2 ότι η εξουσιοδότηση που αυτός έλαβε από τους Ενάγοντες για να υπογράψει εκ μέρους τους στις 28.5.2004 την Πρώτη Συμφωνία, ήταν προφορική, αφού του δόθηκε τηλεφωνικώς. Όχι γραπτώς. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου Υπεράσπισης, ο ΜΕ2 εξήγησε ότι η εξουσιοδότηση που δόθηκε σε αυτόν από τους Ενάγοντες για να ενοικιάσει το επίδικο κατάστημα, ήταν υπό την ιδιότητά του ως «developer» και όχι ως εγγεγραμμένου κτηματομεσίτη, αφού αυτός δεν ασκεί τέτοιο επάγγελμα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕ
- Η ΜΕ3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (βλ. το Έγγραφο Β). Η ίδια κατέθεσε, επίσης, τρισέλιδη εκτύπωση των καταχωρήσεων που εμφαίνονται στο φάκελο της εμπορικής επωνυμίας «Master Chef Bakery» που τηρείται στο σχετικό Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Β). Προκύπτει από το εν λόγω τεκμήριο ότι η συγκεκριμένη εμπορική επωνυμία ενεγράφη στις 13.1.1994 με δηλωμένο ιδιοκτήτη αυτής την Εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία. Στη γραπτή της δήλωση, η ΜΕ3 είπε ότι αυτή είναι συνιδιοκτήτης του επίδικου υποστατικού κατά ½ με τον ΜΕ
- Επιβεβαίωσε ότι, λόγω του ότι αυτοί απουσίαζαν στο εξωτερικό, εξουσιοδότησαν προφορικά τον ΜΕ2 να υπογράψει εκ μέρους τους το ενοικιαστήριο για ενοικίαση του επίδικου υποστατικού στην εταιρεία που εμπορευόταν ως Master Chef bakery. Όταν επέστρεψαν στην Κύπρο, συναντήθηκαν με τον Εναγόμενο 2 και υπέγραψαν και οι ίδιοι την Πρώτη Συμφωνία Ενοικίασης. Διευκρίνισε η ΜΕ3 ότι κατόπιν απαίτησης δικής τους (δηλαδή των Εναγόντων), υπογράφηκε στην παρουσία τους και η Συμφωνία Εγγύησης από τον Εναγόμενο
- Σύμφωνα με τον όρο 17 της Συμφωνίας Ενοικίασης, το εν λόγω ενοικιαστήριο υπογράφτηκε σε δύο πρωτότυπα. Το ένα πρωτότυπο το διατήρησε στην κατοχή του ο Εναγόμενος 2 και το άλλο το πήραν οι Ενάγοντες, που είναι αυτό που κατέθεσε ο ΜΕ1 στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. Λίγο πριν λήξει η περίοδος ενοικίασης της Πρώτης Συμφωνίας Ενοικίασης, ο Εναγόμενος 2 ζήτησε από τους Ενάγοντες να προχωρήσουν σε ανανέωση της περιόδου ενοικίασης. Για το σκοπό αυτό, ο Εναγόμενος αρ.2 φωτοτύπησε το ενοικιαστήριο μαζί με τη γραπτή εγγύηση, που είχε στην κατοχή του, και τα επισύναψε στο συμφωνητικό ανανέωσης (βλ. τη Δεύτερη Συμφωνία Ενοικίασης ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α). Το εν λόγω συμφωνητικό ανανέωσης το υπέγραψαν αυτή (δηλ. η ΜΕ3), ο σύζυγος της (ο ΜΕ1) και ο Εναγόμενος αρ. 2 γύρω στην 1η Ιουλίου
- Η νέα περίοδος ενοικίασης θα ήταν από 1.7.2009 μέχρι 30.6.
- Ο ΜΕ1 και ο Εναγόμενος 2 μονόγραψαν στην παρουσία της ΜΕ3 το αντίγραφο της Πρώτης Συμφωνίας Ενοικίασης που ήταν επισυνημμένο στο συμφωνητικό ανανέωσης. Η ΜΕ3 είδε και αναγνώρισε κατά την κυρίως εξέτασή της όλες τις μονογραφές και υπογραφές που υπάρχουν επί των Τεκμηρίων 3 και 5 υπό Έγγραφο Α. Διεξήλθε σελίδα προς σελίδα κάθε μία από τις δύο Συμφωνίες Ενοικίασης και εξήγησε ποιος υπέγραψε ή μονόγραψε σε κάθε σημείο, αναγνωρίζοντας τη δική της υπογραφή, την υπογραφή του συζύγου της (ΜΕ1), τη μονογραφή και υπογραφή του ΜΕ2, καθώς επίσης τη μονογραφή και υπογραφή του Εναγομένου αρ.
- Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ3 εξήγησε πώς η ίδια ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τις υπογραφές και μονογραφές, όχι μόνον του άντρα της, την οποία ξέρει, αλλά και των δύο ξένων προς αυτήν προσώπων, δηλαδή του κ. XXXXX Λουκά (ΜΕ2) και του XXXXX Κυριάκου (Εναγομένου 2). Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε ήξερε την υπογραφή του κ. XXXXX Λουκά, διότι αγόρασαν και άλλα καταστήματα από τον ίδιο, ενώ καταλάβαινε ποια ήταν η υπογραφή του Εναγόμενου 2, διότι τους υπέγραφε κάποια τσέκια (επιταγές). Κατά την υπογραφή της γραπτής Εγγύησης της Πρώτης Συμφωνίας Ενοικίασης από τον Εναγόμενο 2, παρόντες ήταν, όπως θυμόταν η ΜΕ3, αυτή, ο σύζυγός της (ΜΕ1) και ο Εναγόμενος 2, μόνο. Η υπογραφή της Εγγύησης έγινε ταυτόχρονα με την υπογραφή από τα εν λόγω άτομα της Πρώτης Συμφωνίας Ενοικίασης (Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α). Δεν ήταν βέβαιη αν ήταν εκεί στο γραφείο του Εναγομένου 2 οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ως μάρτυρες ή/και οποιαδήποτε XXXXX. Δεν δίστασε η ΜΕ3 να δηλώσει ότι δεν υπογράφτηκε νέο έγγραφο Εγγύησης το 2009 που υπογράφτηκε η Δεύτερη Περίοδος Ενοικίασης. Ήταν, όμως, η θέση της ως ζήτημα κοινής λογικής ότι, εφόσον η Πρώτη Συμφωνία Ενοικίασης λέει ότι όλοι οι όροι είναι ουσιώδεις και θα συνεχίζουν να ισχύουν, σημαίνει ότι ισχύει η Εγγύηση και για τη Δεύτερη Περίοδο Ενοικίασης. Υποβλήθηκε στην ΜΕ3 ότι ουδέποτε υπογράφτηκαν από τον Εναγόμενο 2 είτε οι Συμφωνίες Ενοικίασης είτε η Συμφωνία Εγγύησης, κάτι που η ίδια απέρριψε. Συμφώνησε, όμως, με την υποβολή της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι αυτή απέκτησε τίτλο ιδιοκτησίας στο επίδικο ακίνητο στις 6.12.
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ
- Ο ΜΕ4 δήλωσε ότι είναι δικολάβος στο επάγγελμα. Όπως ανέφερε, κλήθηκε στο δικηγορικό γραφείο του συνηγόρου των Εναγόντων, στην παρουσία των Εναγόντων, και του δόθηκε εντολή να κάνει έρευνα στο Κτηματολόγιο για να εντοπίσει το εκεί κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο που αφορούσε στην αγορά του επίδικου υποστατικού από τους Ενάγοντες. Ο ΜΕ4 κατάθεσε στο Δικαστήριο το εν λόγω πρωτότυπο Πωλητήριο Έγγραφο, το οποίο δείχνει τη συμφωνία που σύναψαν οι Ενάγοντες με την εταιρεία Φρίξος Λουκά Λτδ στις 22.4.2003 για την αγορά του επίδικου υποστατικού (βλ. το «Έγγραφο Γ»), καθώς επίσης το αντίγραφο του εν λόγω πωλητήριο εγγράφου, το οποίο οποίο φέρει σφραγίδα χαρτοσήμασνης στις 24.4.2003 και σφραγίδα του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όπου αυτό κατατέθηκε (βλ. το «Έγγραφο Δ»). Το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε στους Ενάγοντες το
- Το πωλητήριο δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο μόλις έγινε η συμφωνία πώλησης, παρά μόνο όταν έγινε η μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας. Εξήγησε ο ΜΕ4 ότι το Κτηματολόγιο έκανε δεκτό το πωλητήριο έγγραφο, γι'αυτό και το άφησε μέσα στο φάκελο της μεταβίβασης. Αν δεν το έκανε δεκτό το Κτηματολόγιο, θα το επέστρεφε πίσω σ'αυτούς που το παρουσίασαν. Για ποιο λόγο δεν είχε κατατεθεί το πωλητήριο στο Κτηματολόγιο από το 2003 που έγινε η συμφωνία πώλησης, δεν γνώριζε ο ΜΕ
- Εναπόκειται στον αγοραστή αν θα το καταθέσει ή όχι. ΝΟΜΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε αστικής φύσεως υποθέσεις όπως είναι η παρούσα, η επιτυχία της υπόθεσης των Εναγόντων προϋποθέτει ότι αυτή θα επιτύχει να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είναι πιο πιθανή, παρά να μην είναι, ως ορθή και αληθής, η δική της εκδοχή. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους των Εναγόντων για να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους που στοιχειοθετούν την αξίωση τους στην Έκθεση Απαίτησης, προσκομίζοντας την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους των Εναγόντων και δεν μεταφέρεται. Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Η απόσειση του βάρους απόδδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο (βλ. Χ'' Παυλή κ.ά v. Α. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220, Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689). Είναι πάγια νομολογημένη αρχή, ότι τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα θέματα. Δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση θεμάτων που δεν εγείρονται στα δικόγραφα. Ισχυρισμοί που δεν αναφέρονται σε αυτά, δεν αποτελούν επίδικα θέματα, έστω και αν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία και το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να δεχθεί τέτοια μαρτυρία (βλ. D. Nikolaou & Sons (Landowners) Ltd v. Nίκου Κ. Χ'' Αντώνη
(1997)1 ΑΑΔ 273, Δημήτρη Χαραλάμπους κ.ά. v. Λοΐζου Κούτα). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής, με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Στην παρούσα υπόθεση, η εξωτερική εντύπωση που μου έκανε ο ΜΕ1 ήταν πολύ θετική. Πρόκειται για ένα σοβαρό, προσεκτικό στο λόγο του και ειλικρινή μάρτυρα. Στήριξε την προφορική μαρτυρία του στην έγγραφη μαρτυρία που κατείχε, η οποία δεν δύναται να αλλοιωθεί με οποιαδήποτε εξωγενή μαρτυρία (βλ. τα ενοικιαστήρια έγγραφα, ως τα Τεκμήρια 3 και 5 υπό Έγγραφο Α, καθώς επίσης τους τίτλους ιδιοκτησίας, ως τα Τεκμήρια 1 και 2, υπό Έγγραφο Α και όλα τα άλλα τεκμήρια που αυτός κατέθεσε, ήτοι τις φωτογραφίες του επίδικου υποστατικού, το έγγραφο τις προσφοράς για την ανακαίνιση και τις αποδείξεις πληρωμής των αποχετευτικών τελών). Δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια υπεκφυγών, όπως ούτε και υπερβολών, από πλευράς του ΜΕ
- Ο ΜΕ2, όντας μεγάλος κύριος σε ηλικία, εμφανίστηκε ευθύς, εμφανώς αγχωμένος. Το άγχος του δεν συσχετιζόταν, όπως το αντιλήφθηκα, με οποιαδήποτε διάθεση να ψευδομαρτυρήσει. Απλώς, φαινόταν να συναισθάνεται το βάρος της ευθύνης για το ότι αυτός είχε εξεύρει την Εναγόμενη αρ. 1 ως ενδιαφερόμενο ενοικιαστή για το υποστατικό των Εναγόντων και αυτός ήταν που είχε τις πρώτες επαφές με τον Εναγόμενο αρ. 2 για τη σύναψη της συμφωνίας ενοικίασης, η οποία δεν είχε αίσια κατάληξη για τους πελάτες του, τους Ενάγοντες, στην πορεία των πραγμάτων. Η ΜΕ3 εξέπεμπε βεβαιότητα για όσα δήλωνε και κρίνω ότι υπήρξε απόλυτα πειστική. Ο ΜΕ4 είχε ουδέτερο ρόλο στην όλη υπόθεση και δεν έχω κανένα δισταγμό να πω ότι ήταν ειλικρινής. Δεν δόθηκε καθόλου μαρτυρία από πλευράς Εναγομένων αρ. 1 και 2, οπόταν δεν υπάρχει οτιδήποτε που να κλονίζει την αξιοπιστία των πιο πάνω μαρτύρων. Η αξιοπιστία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3, επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί από τη συνήγορο Υπεράσπισης γύρω από ένα κεντρικό σημείο, λέγοντας ότι ο Εναγόμενος 2 δεν υπέγραψε τις Συμφωνίες Ενοικίασης (βλ. τα Τεκμήρια 3 και 5 υπό Έγγραφο Α), ούτε τη Συμφωνία Εγγύησης που είναι επισυνημμένη στην Αρχική Συμφωνία Εγγύησης, ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. Οι ΜΕ1, ΜΕ2, ΜΕ3 δήλωσαν ξεκάθαρα ότι ήταν στην παρουσία τους που υπέγραψε ο Εναγόμενος 2 τα εν λόγω τρία έγγραφα και αναγνώρισαν τα σημεία της δικής του υπογραφής και μονογραφής σε αντιδιαστολή προς τα σημεία όπου οι ίδιοι υπέγραψαν ή μονόγραψαν. Στην απόφαση, ημερομηνίας 28.11.2017, του Οικονόμου, Δ., στην Ποινική Έφεση 204/2014, VBH (CYPRUS) LTD. V.
- WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD, κ.α. (μη δημοσιευθείσα), καταγράφονται τα εξής꞉ «Γενικά ομιλούντες, μαρτυρία για αναγνώριση υπογραφής, αν δεν πιστοποιείται από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε, μπορεί να προέρχεται από πρόσωπο που ήταν παρόν και επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, ή από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή ή από συγκριτική διεργασία πραγματογνώμονα. Η γνησιότητα δε ενός εγγράφου μπορεί να προκύπτει και από περιστατική μαρτυρία (Phipson on Evidence, 18th Ed., 41-07).» Επομένως, η μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 για την αναγνώριση της υπογραφής ή/και μονογραφής του Εναγομένου αρ. 2 είναι αποδεκτή νομολογιακά, έστω και αν οι ίδιοι δεν είναι εμπειρογνώμονες - γραφολόγοι, εφόσον αυτό που μαρτυρούν αποτελεί άμεση μαρτυρία για το τί οι ίδιοι είδαν να συμβαίνει στην παρουσία τους, ήτοι ποιος υπέγραψε και σε ποιο σημείο. Πέραν τούτου, οφείλει να επισημάνω ότι τα σημεία στα οποία εμφαίνεται η υπογραφή του Εναγομένου αρ. 2 είναι σημεία στα οποία αναγράφεται ολογράφως το όνομα αυτού που υπογράφει, καθώς και αν το πράττει για ίδιον λογαριασμό ή για λογαριασμό εταιρείας και ποιας. Συγκεκριμένα꞉ Είναι οφθαλμοφανές ότι στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α, παράλληλα προς την υπογραφή του ΜΕ2 (XXXXX Λουκά), αναγράφεται ότι τέθηκε η υπογραφή του «Κυριάκου Κυριάκου», «Διευθυντή», της εταιρείας «Yiannos & Eleftheria Kyriakou Ltd», της οποίας η σφραγίδα τίθεται στο σημείο που υπογράφει ο εν λόγω Διευθυντής XXXXX Κυριάκου. Σε άλλο σημείο στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α είναι γραμμένο ότι στις 9.7.2004 τέθηκε μία υπογραφή εκ μέρους της εταιρείας «Γιάννος & Ελευθερία Κυριάκου Λτδ» που είναι ο «Ενοικιαστής», χωρίς να γράφει το όνομα αυτού που υπογράφει, πλην όμως είναι σε αυτό το σημείο που οι ΜΕ1 και ΜΕ3 έδωσαν μαρτυρία για να συνδέσουν τη συγκεκριμένη υπογραφή με υπογραφή του XXXXX Κυριάκου. Στη γραπτή Εγγύηση, η οποία είναι επισυνημμένη στην Αρχική Περίοδο Ενοικίασης (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α), είναι οφθαλμοφανές ότι η μόνη υπογραφή που υπάρχει στη θέση του «Εγγυητή» είναι υπογραφή που συνοδεύεται ολογράφως από το όνομα «XXXXX Κυριάκου». Στη Δεύτερη Συμφωνία Ενοικίασης (βλ.Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α), που είναι κατ'ουσίαν η επίδικη, τέθηκε μία υπογραφή εκ μέρους της εταιρείας «Γιάννος & Ελευθερία Κυριάκου Λτδ» που είναι ο «Ενοικιαστής», χωρίς να γράφει το όνομα αυτού που υπογράφει, πλην όμως είναι σε αυτό το σημείο που οι ΜΕ1 και ΜΕ3 έδωσαν μαρτυρία για να συνδέσουν τη συγκεκριμένη υπογραφή με υπογραφή του XXXXX Κυριάκου. Το ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 είναι Διευθυντής της εταιρείας«Γιάννος & Ελευθερία Κυριάκου Λτδ» αποδείχτηκε από τους Ενάγοντες μέσω του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Β που κατέθεσε η ΜΕ
- Το ποιος έκανε την έρευνα, αν ήταν ο δικηγόρος των Εναγόντων, αντί οι ίδιοι οι Ενάγοντες, ουδεμία νομική σημασία. Αντίθετα προς τον ισχυρισμό που υπέβαλε στον ΜΕ1 η συνήγορος Υπεράσπισης, ότι η έρευνα στον Έφορο Εταιρειών αποτυπώνει την εικόνα της Εναγόμενης 1 εταιρείας στις 12.11.2012 που είναι η ημερομηνία της εκτύπωσης των εγγράφων από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών και ότι ο Εναγόμενος 2 ουδεμία σχέση είχε με την Εναγόμενη 1 καθ'ον χρόνο υπεγράφη η Πρώτη Συμφωνία Ενοικίασης, παρατηρώ ότι στο έγγραφο όπου ο Εναγόμενος 2 είναι δηλωμένος ως Διευθυντής της Εναγομένης 1, το μητρώο του Εφόρου αναφέρει ως ημερομηνία διορισμού του τις 2.1.1998 και δεν αναφέρει να έγινε καμία αλλαγή εν σχέση προς το αξίωμα αυτό έκτοτε. Συνεπώς, τόσο στις 28.5.2004 που υπεγράφη σε πρώτο στάδιο η Πρώτη Συμφωνία Ενοικίασης όσο και στις 9.7.2004 που υπεγράφη σε δεύτερο στάδιο η Πρώτη Συμφωνία Ενοικίασης, ο Εναγόμενος 2 εξακολουθούσε να είναι Διευθυντής της Εναγόμενης
- Δεν έδωσαν ποτέ μαρτυρία οι Εναγόμενοι για να πουν ποιος είναι, κατά τη δική τους εκδοχή, αυτός που υπέγραψε εκ μέρους της Εναγομένης αρ. 1 ως αναγράφουν οι δύο Συμφωνίες Ενοικίασης (βλ. Τεκμήρια 3 και 5 υπό Έγγραφο Α), αν δεν είναι ο XXXXX Κυριάκου αυτός που το έπραξε, όπως δήλωσαν οι ΜΕ1 και ΜΕ
- Ούτε έδωσαν μαρτυρία οι Εναγόμενοι, για να αποδείξουν τη θέση τους ότι δεν είναι η υπογραφή του Κυριάκου Κυριάκου εκείνη που φαίνεται στα εν λόγω έγγραφα. Οφείλω επί τούτου να επισημάνω, ότι το ειδικό βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού ότι μια υπογραφή δεν ανήκει σε ένα πρόσωπο ή ότι δεν είναι η γνήσια υπογραφή εκείνου του προσώπου, βρίσκεται στους ώμους εκείνου που εγείρει τον εν λόγω ισχυρισμό (βλ.
- Ανδρέας Δημητρίου ν ALYONA (ALENA) SIDORENKO
(2011)1 Α.Α.Δ. 1095). Δεν είναι στους ώμους των ΜΕ1 και ΜΕ3 να αποδείξουν ότι η υπογραφή που είδαν τον Εναγόμενο 2 να θέτει για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 ενοικιάστριας εταιρείας είναι η γνήσια υπογραφή του Εναγομένου
- Επομένως, υπό το φως της προεκτεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3, την οποία έκρινα επαρκή και αξιόπιστη όσον αφορά τα σημεία της υπογραφής ή/και μονογραφής από τον Εναγόμενο 2 εξ ονόματός του ή/και εξ ονόματος και για λογαριασμό της Εναγομένης αρ. 1, όπως τα ανέδειξα ανωτέρω, και ελλείψει οποιασδήποτε θετικής ή αντικρουστικής μαρτυρίας από τους Εναγόμενους 1 και 2, αναφορικά με το εν λόγω επίδικο θέμα, καταλήγω να αποφαίνομαι ότι υπήρξε κανονική υπογραφή από τον Εναγόμενο αρ. 2 εξ ονόματος της Εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας που ήταν η ενοικιάστρια τόσο στην Πρώτη όσο και στη Δεύτερη Συμφωνία (βλ. Τεκμήρια 3 και 5 υπό Έγγραφο Α), καθώς επίσης κανονική υπογραφή εξ ονόματος του ιδίου του Εναγομένου 2 ως Εγγυητή (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α). Προχωρώ στο επόμενο επίδικο θέμα. Αν υπήρξαν δύο μάρτυρες των υπογραφών που έθεσαν οι συμβαλλόμενοι στις πιο πάνω δύο Συμφωνίες Ενοικίασης. Η θέση που υποβλήθηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης ήταν ότι στις Συμφωνίες δεν υπάρχει υπογραφή από δύο μάρτυρες όπως απαιτεί ο περί Συμβάσεων Νόμος. Παρατηρώ ότι στην όψη του Τεκμηρίου 3 υπό Έγγραφο Α, υπήρξε σημείο στην οποία αναγράφετο ότι θα υπέγραφαν δύο μάρτυρες, πλην όμως δεν είναι συμπληρωμένο εκείνο το σημείο. Δεν υπάρχει καμία υπογραφή μάρτυρα εκεί. Στην όψη του Τεκμηρίου 5 υπό Έγγραφο Α, υπάρχει η υπογραφή ενός μόνο μάρτυρα, ενώ η θέση για το δεύτερο μάρτυρα δεν είναι συμπληρωμένη. Δεν το αρνήθηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ3 ότι δεν υπήρχαν υπογραφές από δύο μάρτυρες ούτε στην Πρώτη ούτε και στη Δεύτερη Συμφωνία Ενοικίασης. Επομένως, η απουσία υπογραφής των εν λόγω Συμφωνιών από δύο μάρτυρες αποτελεί και εύρημα γεγονότων του Δικαστηρίου. Να σημειώσω ότι αγνοούσαν οι ΜΕ1 και ΜΕ3 για ποιο λόγο δεν υπέγραψαν μάρτυρες, αλλά όπως το έθεσαν οι ίδιοι έδειξαν καλή πίστη, εφόσον βρίσκονταν στο γραφείο του Εναγόμενου 2 για την υπογραφή και εκείνος ήταν που είχε ετοιμάσει το ενοικιαστήριο έγγραφο τόσο την πρώτη φορά όσο και τη δεύτερη. Εκείνος θα έπρεπε να μεριμνούσε να είναι παρόντες οι μάρτυρες ως αναγράφεται στο κείμενο των συμφωνιών που ετοίμασε. Προχωρώ στο τρίτο επίδικο θέμα꞉ κατά πόσον οι Ενάγοντες απέδειξαν ότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτες του επίδικου υποστατικού. Η θέση που υποβλήθηκε στη ΜΕ3 ήταν ότι δεν ηταν ιδιοκτήτρια του επίδικου υποστατικού όταν άρχισε η πρώτη περίοδος ενοικίασης. Στη γραπτή της αγόρευση, η συνήγορος Υπεράσπισης επισημαίνει και σχολιάζει εκ νέου το γεγονός ότι από τα Πιστοποιητικά Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας ως τα Τεκμήρια 1 και 2 υπό Έγγραφο Α, προκύπτει ότι η εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα των Εναγόντων έγινε στις 03/10/2006 και με ημερομηνία έκδοσης των τίτλων την 06/12/
- Λέγει τούτο η συνήγορος Υπεράσπισης για να δείξει ότι καθ'ον χρόνο συνήφθη η Πρώτη Συμφωνία ενοικίασης και εγγύησης του επίδικου ακινήτου (ήτοι στις 28.5.2004), οι Ενάγοντες δεν ήταν ακόμη κύριοι/ιδιοκτήτες του επίδικου υποστατικού. Όπως, όμως, φάνηκε από το σύνολο της μαρτυρίας και δη αυτής που παρουσίασε ο ΜΕ4, υπήρξε υπογεγραμμένο Αγοραπωλητήριο Συμβόλαιο μεταξύ των Εναγόντων και της εταιρείας Φρίξος Λουκά Λτδ, βάσει του οποίου οι Ενάγοντες αγόραζαν το επίδικο υποστατικό στις 22.4.2003 και θα τους παραδίδετο η κατοχή του το Μάρτη του 2004 (βλ. τα Έγγραφ Γ και Δ). Όπως δήλωσε ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέτασή του, αυτός θυμόταν ότι η ανέγερση του επίδικου υποστατικού ολοκληρώθηκε το Μάη του
- Ο ΜΕ2, ο οποίος ήταν ο πωλητής του επίδικου υποστατικού προς τους Ενάγοντες, επιβεβαίωσε ότι το Μάη του 2004 το υποστατικό ήταν στα τελικά στάδια, γι'αυτό κα βρήκε τον ενοικιαστή και τον πρότεινε στους Ενάγοντες, για να μπορεί να κάμει ο ενοικιαστής τα έξοδα που ταίριαζαν στην επιδιωκόμενη χρήση του ως φούρνου. Είναι λογικό ότι δεν θα συναινούσε η πωλήτρια εταιρεία, μέσω του ΜΕ2, στην ενοικίαση του επίδικου υποστατικού από τους Ενάγοντες προς τρίτο πρόσωπο, προτού παραδοθεί στους Ενάγοντες η νόμιμη κατοχή του. Θα πρέπει εδώ να σημειώσω ότι η έννοια του όρου «ιδιοκτήτης» όπως τη ξέρουμε στην καθομιλουμένη, έχει τη δική της καθορισμένη έννοια στο πλαίσιο του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμου, Κεφ. 224, υπό τον ταυτόσημο νομικό όρο «κύριος». Ορίζεται ως εξής꞉ "κύριος" σημαίνει το πρόσωπο που δικαιούται να εγγραφεί ως ο κύριος οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας είτε αυτό είναι εγγεγραμμένο με τον τρόπο αυτό ή όχι· Καταλήγω να κρίνω ότι καθ' ον χρόνο υπεγράφη η Πρώτη Συμφωνία Ενοικίασης (Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α), οι Ενάγοντες ήταν «κύριοι» υπό την έννοια του ότι είχαν δικαίωμα να εγγραφούν ως κύριοι του υποστατικού δυνάμει του αγοραπωλητήριου εγγράφου (βλ. τα Έγγραφα Γ και Δ), ενώ καθ' ον χρόνο υπέγραψαν τη Δεύτερη Συμφωνία Ενοικίασης (Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α), αυτοί κατέστησαν «κύριοι», με την έννοια ότι ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου υποστατικού. Κατά τα λοιπά, όσον αφορά τα υπόλοιπα επίδικα θέματα, έχω να παρατηρήσω τα εξής꞉ Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να προσφέρουν οποιαδήποτε μαρτυρία για να αντικρούσουν τη μαρτυρία του ΜΕ1 για την ημερομηνία που παραδόθηκε η κατοχή του επίδικου υποστατικού από τους Εναγόμενους προς τους Ενάγοντες. Θυμίζω ότι στα δικόγραφα αρνούνταν την εκδοχή των Εναγόντων, αλλά στη δίκη τίποτα δεν έπραξαν για να κλονίσουν τη θέση του ΜΕ1 ότι η εκκένωση του υποστατικού και η παράδοση των κλειδιών έγινε στις 15.9.
- Επομένως, αυτή η θέση του ΜΕ1 αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να δώσουν μαρτυρία για να δείξουν ότι δεν διατηρούσαν την κατοχή του επίδικου υποστατικού από την ημερομηνία έναρξης της Πρώτης Συμφωνίας Ενοικίασης αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία έναρξης της Δεύτερης Συμφωνίας Ενοικίασης και ακολούθως μέχρι την ημερομηνία εκκένωσης του υποστατικού στις 15.9.2013, ως η θέση του ΜΕ
- Σημειωτέον ότι, στο στάδιο της δικογραφίας, αντί να αρνηθούν κατά τρόπο σαφή και ξεκάθαρο την κατοχή του υποστατικού κατά την επίμαχη περίοδο ενοικίασης, δικογράφησαν, αφενός, τα διάφορα κατ' ισχυρισμόν προβλήματα που είχε η περιοχή του επίδικου υποστατικού ως εκ της κατασκευής του αποχετευτικού, τα οποία είχαν δήθεν ως αποτέλεσμα τη μείωση του κύκλου εργασιών του επίδικου υποστατικού, ισχυρισμός που δεν τεκμηριώθηκε ελλείψει προσκόμισης μαρτυρίας από τους Εναγόμενους, και, αφετέρου, δικογράφησαν τη μη παραλαβή από αυτούς της επιστολής τερματισμού της ενοικίασης. Όσον αφορά τον δικογραφημένο ισχυρισμό των Εναγομένων ότι δεν παρέλαβαν την επιστολή τερματισμού, επισημαίνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία, εφόσον ο ΜΕ1 απέδειξε, διά της μαρτυρίας του, ότι οι δικηγόροι του απέστειλαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της Εναγομένης αρ. 1, την επιστολή τερματισμού με κανονικό ταχυδρομείο, τούτο είναι αρκετό νια να οδηγήσει στην έγερση τεκμηρίου ότι η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από τον αποδέκτη της. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Χριστόδουλος Πιττάκας ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1895: «Σύμφωνα με τη Νομολογία, υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή, η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed .."). Έχουμε την άποψη πως η επίδικη προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου συνάδει απόλυτα με την πιο πάνω θέση της Νομολογίας. Έπεται πως ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.». Καταλήγω να συμπεραίνω ότι καθ΄όλη την περίοδο από 1.7.2004 μέχρι 1.7.2009 και από 1.7.2009 μέχρι 15.9.2013, η Εναγόμενη αρ. 1 διατηρούσε την κατοχή του επίδικου υποστατικού δυνάμει των Συμφωνιών Ενοικίασης ως τα Τεκμήρια 3 και 5 υπό Έγγραφο Α και ότι αυτή παρέλαβε την επιστολή τερματισμού ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, γι'αυτό και εκκένωσε το επίδικο υποστατικό παραδίδοντας τα κλειδιά στους Ενάγοντες στις 15.9.
- Η συνήγορος Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε την ορθότητα του μαθηματικού υπολογισμού των ενοικίων που περιγράφονται από τον ΜΕ1 στην παρα. 8 του Εγγράφου Α ως οφειλόμενα, εάν και εφόσον ήταν έγκυρη η Δεύτερη Συμφωνία Ενοικίασης ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α. Έπεται ότι, εάν ήθελε κριθεί δικαστικά ότι η εν λόγω Συμφωνία ήταν έγκυρη καθ' όλη την περίοδο που η Εναγόμενη αρ. 1 διατηρούσε την κατοχή του επίδικου υποστατικού, τότε τα οφειλόμενα ποσά ενοικίων θα ανέρχονται συνολικά σε €34.570,75σ. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να προσφέρουν οποιαδήποτε μαρτυρία για να αντικρούσουν τη μαρτυρία του ΜΕ1 όσον αφορά την εκτίμηση των ζημιών που είχε το επίδικο υποστατικό καθ'ον χρόνο οι Εναγόμενοι το παρέδωσαν στους Ενάγοντες. Δεν ζήτησε η Υπεράσπιση να κλητευθεί ο κ. XXXXX Θεοδώρου, ο οποίος συνέταξε την προσφορά ως το Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α. Επομένως, αποδέχομαι ότι αυτή η προσφορά ανταποκρινόταν στις τρέχουσες τιμές της εποχής και, υπό το φως της γενικότερης εκτίμησης μου για την αξιοπιστία του ΜΕ1, αποδέχομαι ότι ο ΜΕ1 πλήρωσε τοις μετρητοίς το κόστος της ανακαίνισης, η οποία και διενεργήθηκε, έστω και αν δεν είχε απόδειξη πληρωμής να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι, επίσης, στη βάση του Τεκμηρίου 7 υπό Έγγραφο Α, ότι το επίδικο υποστατικό υπόκειτο στα τέλη αποχετευτικού ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α και στα τέλη κοινοχρήστων ως δηλώθηκαν από τον ΜΕ1 στην παρα. 9 του Εγγράφου Α. Δεν αρνήθηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ3 ότι η μόνη γραπτή Εγγύηση που υπέγραψε ο Εναγόμενος 2 προς όφελος των Εναγόντων ήταν αυτή που επισυνάπτεται στην Αρχική Συμφωνία Εγγύησης ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. Επεσήμαναν όμως ότι, αντίγραφο της εν λόγω αρχικής συμφωνίας Εγγύησης συμπεριλήφθηκε ως επισυνημμένο στη Δεύτερη Συμφωνία Ενοικίασης ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, το οποίο αντίγραφο μονόγραψαν ο ΜΕ1 και ο Εναγόμενος 2 κατά το χρόνο υπογραφής της Δεύτερης Συμφωνίας Ενοικίασης για να δείξουν ότι είχαν πρόθεση να συνέχιζαν να ισχύουν οι όροι του. Επομένως, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι εκείνη ήταν η μόνη συμφωνία Εγγύησης που υπέγραψε και έδωσε προς τους Ενάγοντες ο Εναγόμενος
- Δεν απέδειξαν οι Εναγόμενοι, ελλείψει μαρτυρίας προς τούτο, τη θέση που υπέβαλε η συνήγορος Υπεράσπισης προς τον ΜΕ1 ότι, δόθηκε εγγύητική από Τράπεζα για το ποσό των £3200 μόνο, ως ο όρος 13 της Δεύτερης Συμφωνίας Ενοικίασης, αντί της αρχικής Συμφωνίας Εγγύησης που ήταν γενική εγγύηση ως εκ του λεκτικού της. Ας σημειωθεί ότι αντίστοιχος όρος 13 υπήρχε και στην Αρχική Συμφωνία Ενοικίασης (βλ. Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α) και παραταύτα ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε τη συγκεκριμένη γενική αρχική Συμφωνία Εγγύησης. Δεν απέδειξαν οι Ενάγοντες να δόθηκε ξεχωριστή ειδοποίηση τερματισμού της Δεύτερης Συμφωνίας Ενοικιάσεως προς τον Εναγόμενο 2 υπό την ιδιότητά του ως Εγγυητή. Το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α δεν τον περιλαμβάνει ονομαστικά ούτε ως αποδέκτη της επιστολής τερματισμού ούτε ως πρόσωπο προς το οποίο κοινοποιείται η εν λόγω επιστολή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Αναφορικά με το κατά πόσον η Πρώτη Συμφωνία Ενοικίασης είναι έγκυρη. Το άρθρο 77 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προβλέπει ότι꞉ «77.-
(1)Σύμβαση που αφορά τη μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας για περίοδο που υπερβαίνει το ένα έτος δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή, εκτός αν- (α) είναι γραπτή, και (β) υπογράφεται στο τέλος αυτής, από το κάθε πρόσωπο που βαρύνεται από τη σύμβαση ή από πρόσωπο το οποίο είναι ικανό προς το συμβάλλεσθαι και το οποίο έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να υπογράψει εκ μέρους του πιο πάνω προσώπου στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, οι οποίοι και προσυπογράφουν τη σύμβαση ως μάρτυρες. Ο συνήγορος των Εναγόντων αποδέχεται στη γραπτή του αγόρευση, στη βάση των διατάξεων του πιο πάνω άρθρου 77 του Κεφ. 149, ως ορθή τη θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι η αρχική Συμφωνία Ενοικίασης (ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α) δεν ήταν έγκυρη, καθότι δεν υπογράφηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη στην παρουσία δύο μαρτύρων. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει και σε ότι αφορά τη Δεύτερη Συμφωνία Ενοικίασης (Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α), εφόσον αυτή υπογράφηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη με ένα μόνο μάρτυρα των υπογραφών τους καταγεγραμμένο. Το ζήτημα που γεννάται είναι κατά πόσον ευσταθεί η θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, εφόσον τόσο η αρχική συμφωνία ενοικίασης όσο και η δεύτερη συμφωνία ενοικίασης δεν είναι έγκυρες, διότι δεν τήρησαν τον τύπο που προβλέπει το άρθρο 77 του Κεφ. 149. Η θέση αυτή των Εναγομένων ηγέρθηκε προδικαστικά, πλην όμως παρέμεινε να εκδικασθεί στο τέλος της υπόθεσης, εφόσον δεν ζητήθηκε να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα σε οποιοδήποτε προηγούμενο στάδιο. Αποτελεί εν πάση περιπτώσει και επί της ουσίας της υπόθεσης τον βασικό πηρύνα της Υπεράσπισης των Εναγομένων. Όσον αφορά το πιο πάνω νομικό ζήτημα, ο συνήγορος των Εναγόντων στην τελική του αγόρευση έχει παραπέμψει το παρόν Δικαστήριο σε πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από την οποία προκύπτει ότι όταν μια γραπτή σύμβαση ενοικίασης είναι άκυρη, επειδή δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 77 του Κεφ. 149, είναι δυνατόν να κριθεί δικαστικά ότι προκύπτει από την ενώπιον του μαρτυρία η σύναψη προφορικής συμφωνίας ενοικίασης μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων μερών, η οποία ανανεώνεται από μήνα σε μήνα ή από έτος σε έτος, υπό τους ίδιους όρους που περιείχε η γραπτή συμφωνία ενοικίασης που κρίθηκε άκυρη και, σε τέτοια περίπτωση η ενοικίαση θεωρείται λήξασα όταν λήξει η περίοδος που αναφέρεται στο άκυρο ενοικιαστήριο έγγραφο (βλ. Petrolina Ltd v. Vassiliades
(1975)1 C.L.R. 289, Τάκης Γεωργιάδης v. Αλεξάνδρας Λαμπή
(1976)8 J.S.C. 1332, L & A Tryfon Co Ltd v. Black & Decker Co Ltd
(1983)1 C.L.R. 971, Nicos Christou Developments Ltd v Παναγιώτη Τοφινή
(1998)1 Α.Α.Δ. 1990, Woodfall's Law of Landlord and Tenant, 27η Έκδοση, Τόμος 1, παρ. 446, 663, Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 27, σελ. 84, παραγρ. 102). Ειδικότερα, στην Petrolina Ltd v. Vassiliades
(1975)1 C.L.R. 289 λέχθηκαν τα εξής꞉ "There is no doubt that under the provisions of s. 77 of our law, contracts relating to leases of immovable property for any term exceeding one year shall not be valid and enforceable unless (
- a)expressed in writing and (
- b)signed at the end thereof in the presence of at least two witnesses . by each party to be charged therewith or by a person who is himself competent to contract and who has been duly authorised to sign on behalf of such party. This section was judicially construed in Stavrou v. Stylianou and Another, 23 C.L.R. 217, [.]". [.] It has been stated in England that an instrument which is void at law as a lease for want of a deed may operate in two ways: In the first place it may operate as an agreement for a lease (Parker v. Taswell [1858] 2 De. G. 59, Cowen v. Phillips [1863] 33 Beav. 18) even at law, and the Courts have construed a writing rather as a valid agreement for a lease than as a void lease. Bond v. Rosling [1861] 1 B. & S. 371. Rollason v. Leon [1861] 7 H. & W. 73 and Hayne v. Cummings [1864] 16 C.B. (N.S.) 421. Once, therefore, that agreement may then be capable of being enforced by the remedy of specific performance, it appears that once the tenant has entered into possession under a void lease-and in the present case there is ample evidence that the defendants have entered and remained in possession-they thereupon become tenants from year to year upon the terms of the writing, so far as they are applicable to and not inconsistent with yearly tenancy. Doe d. Rigge v. Bell [1793] 5 T.R. 472; and Tress v. Savage, [1854] 4 E. & B. 36. Thus it appears that the defendants in the light of the authorities, are entitled and have become tenants from year to year.». Στην πιο πάνω απόφαση Petrolina Ltd, κρίθηκε ότι δημιουργήθηκε συμφωνία ενοικίασης από χρόνο σε χρόνο, διότι στους όρους της άκυρης σύμβασης ο υπολογισμός του ενοικίου ήταν σε ετήσια βάση. Εκεί όμως όπου η άκυρη σύμβαση προβλέπει για υπολογισμό ενοικίου σε μηνιαία βάση, κρίνεται ότι η συμφωνία ενοικίασης που προκύπτει στη βάση των ίδιων όρων είναι συμφωνία ενοικίασης από μήνα σε μήνα. Σχετική η απόφαση Black & Decker Co Ltd
(1983)1 C.L.R. 971, όπου λέχθηκαν τα εξής꞉ «In the Petrolina Ltd. case, supra, the lease which was found to be void was a yearly one and the rent was paid yearly, and not by monthly instalments, and it was held (see p. 299 of the report of that case) that the tenant in that case, having entered into possession under a void lease, had become, by implication of law, a tenant from year to year upon the terms of the tenancy in so far as they were applicable to, and not inconsistent with, a yearly tenancy; and, useful reference may, also be made in this respect to Halsbury's Laws of England, 4th ed., vol. 27 p. 84, para. 102 p. 135, para. 179, and Woodfall on Landlord and Tenant, vol. 1, 27th ed., p. 270, para.
- [...] we find that the present case is distinguishable, on the basis of its actual facts, from the Petrolina Ltd. case, supra, because this is an occasion on which rent which was payable monthly was calculated and expressed in terms of annual rent and, therefore, what has arisen, in the present instance, was a tenancy from month to month, as was found by the trial Court.». Επομένως, στη βάση των πιο πάνω αποφάσεων, έστω και αν αμφότερες οι συμβάσεις ενοικίασης ως τα Τεκμήρια 3 και 5 υπό Έγγραφο Α είναι άκυρες λόγω παράβασης του τύπου που προβλέπεται στο άρθρο 77 του Κεφ. 149, μπορεί εντούτοις να συναχθεί η σύναψη προφορικής συμφωνίας ενοικίασης με τους ίδιους όρους των εν λόγω άκυρων συμβάσεων, από μήνα σε μήνα, δεδομένου ότι το ενοίκιο υπολογιζόταν σε μηνιαία βάση, εφόσον έχει αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη 1 έλαβε κατοχή του επίδικου υποστατικού για την περίοδο που προέβλεπε έκαστη συμφωνία και διατηρούσε κατοχή μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού της. Πάντως, όπως προκύπτει από την προμνησθείσα απόφαση Petrolina Ltd δεν θα μπορούσε να τροποποιηθεί μια τέτοια έγγραφη συμφωνία σε ό,τι αφορά τους όρους της, βάσει μαρτυρίας για προφορική συνεννόηση για τροποποίηση των όρων της, ακριβώς διότι δεν θα ήταν δεκτική ειδικής εκτέλεσης για κάτι που δεν αποτυπώθηκε γραπτώς. «It has not been challenged by counsel that the original contract of lease was within the provisions of s. 77 of our law, and the question posed is whether the said contract was properly varied as to the increase of rent and whether such variation was legally made. [...] It has been said in a number of cases in England that if the contract is one which is required by law to be made and evidenced by writing, it cannot be varied by a new oral agreement, even if the variation relates only to a part of the contract which, if it stood by itself, would not be required to be in writing. If authority is needed, the case of Goss v. Nugent (Lord) [1833] 5 B. & Ad. 58, provides the answer. [...] It should be added that the foundation on which this rule rests is that after the agreed variation the contract of the parties is not the original contract but that contract as varied, of which in its entirety there is no written evidence, so that the contract cannot be enforced. In Morris v. Baron & Co., op. cit., it was said by Lord Dunedin at p. 31:-[...]».. Επομένως στην παρούσα υπόθεση, αν τα συμβαλλόμενα μέρη της γραπτής συμφωνίας ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α δεν σύναπταν νέα γραπτή συμφωνία ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, δεν θα μπορούσε να διασωθεί η τροποποίηση του ποσού του ενοικίου στη βάση μαρτυρίας για προφορική συμφωνία τροποποίησης της αρχικής σύμβασης. Εδώ όμως, η δεύτερη έγγραφη Συμφωνία Ενοικίασης ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, αναφέρει ρητά τα εξής꞉ «Δια της παρούσης, συμφωνείται σήμερα την 1/7/2009, όπως επεκταθεί και ισχύσει η αρχική μας συμφωνία για άλλα πέντε έτη, δηλαδή από 1/7/2009 μέχρι 30/6/
- Συμφωνείται όπως το αρχικό ενοίκιο της νέας πενταετίας είναι €1914 (χίλια εννιακόσια δεκατέσσερα ευρώ). Η αύξηση θα δίδεται άν έτος προς 7%. Όλοι οι όροι της προηγούμενης συμφωνίας ημερ. 28.5.2004, είναι ουσιώδεις και συμφωνείται ότι θα συνεχίσουν να ισχύουν.». Εφόσον, λοιπόν, εδώ, υπάρχει νέα έγγραφη συμφωνία ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α για τις μεταβολές / τροποποιήσεις ετησίως του ενοικίου για έκαστο έτος της περιόδου ανανέωσης της αρχικής συμφωνίας, έστω και αν είναι άκυρη βάσει του άρθρου 77 Κεφ. 149, διασώζεται το αγωγιμο δικαίωμα των Εναγόντων να αξιώσουν απόφαση για τη μεταβολή του ενοικίου για τη νέα συμφωνηθείσα περίοδο ενοικίασης. Όσον αφορά τη νομιμότητα του τερματισμού της συμφωνίας, με την επιστολή ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, παρατηρώ ότι δόθηκε προθεσμία ενός μηνός, όση δηλαδή και η περίοδος προειδοποίησης που προέβλεπε ο όρος 10 του Τεκμηρίου 3 υπό Έγγραφο Α να δίδει ο ιδιοκτήτης προς τον ενοικιαστή, ο οποίος όρος συμφωνήθηκε να ισχύει και στο πλαίσιο της Δεύτερης Συμφωνίας Ενοικίασης. Το ότι στον όρο 12 προβλεπόταν υποχρέωση του Ενοικιαστή να δίδει μεγαλύτερη περίοδο προειδοποίησης (6 μηνών) στον ιδιοκτήτη αν εκείνος επιθυμούσε τον τερματισμό, είναι αδιάφορο. Στην απόφαση Black & Decker Co Ltd
(1983)1 C.L.R. 971, λέχθηκαν τα εξής꞉ In Allison v. Scargall, [1920] 3 K.B. 443, Salter J. said (at pp. 449, 450): "I know of nothing which prevents parties, in entering into an agreement for a tenancy from year to year, from stipulating that it should be determinable by a notice to quit shorter than the usual six months' notice; or that the notices to quit to be given by the landlord and the tenant respectively should be of unequal length; or that the tenancy should be determinable by the one party only by notice to quit and by the other party either, by notice to quit or in some other way". Το επόμενο ζήτημα αφορά στην εγκυρότητα της Εγγύησης. Κατ' αρχάς σημειώνω ότι βάσει του άρθρου 84 του Κεφ. 149, «"Σύμβαση εγγύησης" είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο~ το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται "εγγυητής", το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται "πρωτοφειλέτης", και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής".». Σύμφωνα με το άρθρο 86 του Κεφ. 149, ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης, εκτός αν προνοείται διαφορετικά στη σύμβαση. Σημειώνω ότι σε περίπτωση που μια παράνομη ή άκυρη συμφωνία μπορεί να εκτελεστεί, ο εγγυητής θα είναι επίσης συνυπεύθυνος (βλ..το Σύγγραμμα Law of Quarantees, 3η Έκδοση, των Garaldine Mary Andrews και Richard Millett, σελ. 215). Βάσει του άρθρου 91 του Κεφ. 149 - «
- Κάθε μεταβολή των όρων της μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή σύμβασης, η οποία γίνεται χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής.». Όσον αφορά την εγκυρότητα της επίμαχης Εγγύησης που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α, που είναι και η μόνη έγγραφη εγγύηση που υπάρχει, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 77 και ως εκ τούτου δεν απαιτείται ρητά να επιμαρτυρείται η υπογραφή της από δύο μάρτυρες. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον η αρχική συμφωνία ενοικίασης (Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α), την οποία προοριζόταν να καλύψει, αν και άκυρη εντούτοις χωρεί εκτέλεσης, έπεται ότι ο Εγγυητής σε αυτήν (ο Εναγόμενος 2) φέρει για την αρχική περίοδο ενοικίασης όλες τις υποχρεώσεις ως και ο πρωτοφειλέτης ενοικιαστής (η Εναγόμενης 1). Συνεπώς, το μόνο νομικό ζήτημα που εκκρεμεί είναι κατά πόσον το λεκτικό της Εγγύησης είναι τέτοιο που να καλύπτει και την δεύτερη περίοδο ενοικίασης ή αν περιορίζεται μόνο στην αρχική περίοδο ενοικίασης. Η συγκεκριμένη Εγγύηση έχει το εξής λεκτικό ꞉ «Με την παρούσα εγγυώμαστε αλληλέγγυα και ο καθένας ξεχωριστά την πιστή τήρηση από τον ενοικιαστή όλων των όρων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό το ενοικιαστήριο έγγραφο. Η εγγύηση μας είναι δεσμευτική για εμάς και θα εξακολουθήσει να καλύπτει κάθε ρητή ή υπονοούμενη παράταση της ενοικίασης, είτε κατόπιν συμφωνίας είτε λόγω εφαρμογής οποιουδήποτε νόμου, ανεξάρτητα αν ειδοποιηθήκαμε ή όχι για την παράταση αυτή, ως επίσης και σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης ανεχθεί ή αποδεχθεί παράτασης πληρωμής ανεξάρτητα αν λάβαμε ή όχι γνώση γι'αυτό. Όλα αυτά θα ισχύουν ανεξάρτητα αν δόθηκε ή όχι σε εμάς προηγουμένως ειδοποίηση και θα εξακολουθούμε να ευθυνόμαστε σαν εγγυητές μέχρι την εκκένωση και παράδοση της ελεύθερης κατοχής του κτήματος στον ιδιοκτήτη του. Η εγγύηση αυτή υπογράφτηκε από τους εγγυητές ταυτόχρονα με την υπογραφή του πιο πάνω εγγράφου.» Κατ' αρχάς σημειώνω ότι, παρά το γεγονός ότι το κείμενο της Εγγύησης αναφέρεται σε «εγγυητές» σε πληθυντικό αριθμό, εντούτοις το έγγραφο στην όψη του εμφανίζεται να υπεγράφη από έναν μόνο εγγυητή, του οποίου το όνομα φαίνεται κάτω από την υπογραφή του ολογράφως και είναι αυτό του Εναγομένου
- Τούτο δεν καθιστά τη Συμφωνία Εγγύησης προβληματική ή άκυρη. Αντλώ καθοδήγηση από το Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Fifth edition, 2015, Vol. 49, Financial Instruments and Transactions, το οποίο, στην παρα. 699, αναφέρει τα εξής꞉ «
- Who must sign memorandum. The memorandum need only be signed by the party to be charged or his agent. A guarantee drawn up in the plural number and concluding "as witness our hands", but signed by one guarantor only, is a sufficient memorandum to be binding on the guarantor who signed it. (Watkins v Vince
(1818)2 Stark 368).» Περαιτέρω σημειώνω ότι το γεγονός ότι η Συμφωνία Εγγύησης δεν προέβλεπε για οποιαδήποτε υποχρέωση να δοθεί ειδοποίηση στον εγγυητή για την αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη των όρων της συμφωνίας ενοικίασης, δεν καθιστούσε προβληματική ή/και άκυρη τη Συμφωνία Εγγύησης. Αντλώ καθοδήγηση από το Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Fifth edition, 2015, Vol. 49, Financial Instruments and Transactions, το οποίο, στην παρα. 729, αναφέρει τα εξής꞉ «On the default of the principal debtor causing loss to the creditor, the guarantor is, apart from special stipulation, immediately liable to the full extent of his obligation, without being entitled to require either notice of default, or previous recourse against the principal or simultaneous recourse against co- guarantors.». Όπως εισηγείται ο συνήγορος των Εναγόντων, η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον η Εγγύηση δύναται να λογισθεί ότι καλύπτει και τη δεύτερη περίοδο Εγγύησης ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, εξαρτάται από το πως ερμηνεύεται η περίοδος ενοικίασης βάσει της αρχικής συμφωνίας ενοικίασης (Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α). Σύμφωνα με την αυθεντία Nicos Christou Developments Ltd v Παναγιώτη Τοφινή
(1998)(ανωτέρω), για να αποφασίσει το Δικαστήριο ποια είναι η περίοδος που αναφέρεται στο ενοικιαστήριο έγγραφο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο η περίοδος που αναφέρεται ως προαιρετική (optional) πρέπει να περιληφθεί. Στη Διονύσης Αργύρη ν. Χλόη Χρυσοστόμου ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Χρύσανθου Χρυσοστόμου,
(2006)1 Α.Α.Δ. 1362, η διάρκεια της ενοικίασης συμφωνήθηκε δυνάμει γραπτής συμφωνίας. Η περίοδος άρχιζε από την 15/07/1988 μέχρι την 14/07/1990 με δικαίωμα στον ενοικιαστή να ανανεώσει την συμφωνία για περίοδο τριών
(3)ετών με τους ίδιους όρους και με το ίδιο ενοίκιο. Το Δικαστήριο εξέτασε την πρόθεση των συμβληθέντων ως προς το δικαίωμα ανανέωσης. Αποφασίστηκε ότι η πρόθεση των συμβληθέντων ήταν, η μεταξύ τους συμφωνία ενοικίασης να έχει δυνητικά καταληκτικό χρονικό όριο τα 5 χρόνια. Η άσκηση του δικαιώματος ανανέωσης για τα 3 περαιτέρω χρόνια κρίθηκε ότι δεν δημιουργούσε νέα συμφωνία, για την οποία ο εγγυητής να μην ενημερώθηκε ώστε να συνεναίσει. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Χουλούδης Λοΐζος και Άλλος ν. Τάκη Πέτρου,
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Στην εν λόγω υπόθεση οι ενάγοντες ενοικίασαν στον Εναγόμενο οικία για περίοδο δυο ετών, μέχρι την 31/03/1997, και με δικαίωμα ανανέωσης της ενοικίασης για ένα χρόνο, μέχρι την 31/3/
- Αποφασίστηκε ότι η λήξη της ενοικίασης ήταν η 31/3/
- Στην παρούσα υπόθεση, ο Εναγόμενος 2 υπογράφοντας την αρχική Εγγύηση δεσμεύτηκε να καλύψει «κάθε ρητή ή υπονοούμενη παράταση της ενοικίασης, είτε κατόπιν συμφωνίας είτε λόγω εφαρμογής οποιουδήποτε νόμου, ανεξάρτητα αν ειδοποιηθήκαμε ή όχι για την παράταση αυτή». Επομένως, δεσμεύετο κατά την κρίση μου να καλύψει τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 που δημιουργήθηκαν δυνάμει της ρητής συμφωνίας παράτασης της αρχικής περιόδου ως καταγράφηκε στο Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν απόφαση υπέρ τους και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως οι αξιώσεις του στα παρακλητικά Α, Β, Γ και Δ της Έκθεσης Απαίτησης, με νόμιμο τόκο επί των εν λόγω ποσών από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, ήτοι από 20.11.2013, μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)................................... Α. Πανταζή - Λαμπρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο