← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. HARKER κ.α., Αρ. Αγωγής: 1790/2015, 27/11/2018

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. HARKER κ.α., Αρ. Αγωγής: 1790/2015, 27/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A213 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1790/2015 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσας ΚΑΙ

  1. XXXXX HARKER
  2. G.N. BROS LTD
  3. G.H. & SONS LTD Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 10.4.2017 ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΚΑΙ/Η ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 23.1.2017 Ημερομηνία: 27.11.2018 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1-Αιτητή: κ. Μ. Μιχαήλ για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης και Στ. Ν. Χριστοφόρου Για την Ενάγουσα-Καθ΄ης η αίτηση: κ. Ιερωνυμίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) Ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής (στο εξής Αιτητής) με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκει τον παραμερισμό της εναντίον του ερήμην απόφασης που εκδόθηκε στις 23.1.
  4. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.17 θ.θ.2, 3, 4, 5, 6 και 10, Δ.26 θ.14, Δ.40 θ.θ.2, 3, 7 και 11, Δ.44 θ.11 και Δ.48 θ.θ.1, 2 και 9(Η), Δ.64 θ.1 και 2, επί της Πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου και επί του άρθρου 30 του Συντάγματος. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή στην οποία αναφέρεται ότι έλαβε οδηγίες από τον Αιτητή και τους δικηγόρους του για να προβεί σε αυτή. Είναι εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση έχοντας μελετήσει το σχετικό φάκελο ο οποίος τηρείται στο γραφείο τους. Σύμφωνα με το φάκελο της υπόθεσης, η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο στις 11.9.2015 και εν συνεχεία εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου δι΄ επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 10.12.2015, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  5. Στη συνέχεια αναφέρει ότι ο Αιτητής είναι Βρετανός υπήκοος και διαμένει στην Αγγλία και συγκεκριμένα η διεύθυνση του τα τρία τελευταία χρόνια είναι η "XXXXX XXXXX Place, XXXXX, Newcastle upon Tyne, NE XXXXX, U.K.". Περί τις αρχές Μαρτίου 2017, έλαβαν εντολή να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του Αιτητή στην παρούσα αγωγή, το οποίο καταχώρησαν στις 10.3.2017, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  6. Ακολούθως ειδοποιήθηκαν από το Πρωτοκολλητείο ότι στις 23.1.2017 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Αιτητή ερήμην του, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  7. Ενημέρωσαν τότε τον Αιτητή περί τούτου, ο οποίος τους πληροφόρησε ότι η οικία, ιδιοκτησίας του, όπου παραδόθηκε η αγωγή και τα λοιπά δικόγραφα, η οποία ευρίσκεται στη διεύθυνση XXXXX Glenhurst Drive, XXXXX, Newcastle upon Tyne, NE XXXXX, U.K., ήτο ενοικιασμένη στην XXXXX Smith από τις 9.2.2016 μέχρι τις 9.2.
  8. Όταν η ενοικίαση έληξε και παρέλαβε την κατοχή του ακινήτου βρήκε τα εν λόγω έγγραφα στο σπίτι και αποτάθηκε σε δικηγορικό γραφείο στην Αγγλία για τα περαιτέρω και ακολούθως στάληκαν στο γραφείο τους με οδηγίες όπως εκπροσωπήσουν τον Αιτητή στη δικαστική διαδικασία. Αντίγραφα της απόδειξης επίδοσης, την οποία έλαβαν από το φάκελο του Δικαστηρίου, του αναφερθέντος ενοικιαστηρίου εγγράφου, καθώς και δύο σχετικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων του Αιτητή, επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ως Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, αντίστοιχα. Ο Αιτητής μόλις έλαβε γνώση της εκδοθείσας απόφασης εναντίον του έδωσε εντολή στο γραφείο τους όπως λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για τον παραμερισμό της απόφασης αυτής. Ο Αιτητής αμφισβητεί την εγκυρότητα της επίδικης Συμφωνίας Δανείου η οποία έγινε σε ξένο νόμισμα και όχι σε ευρώ που κατά το χρόνο της σύναψης της υπό κρίση Συμφωνίας με την Ενάγουσα ήτο το επίσημο νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι οποίοι παρέλειψαν να προειδοποιήσουν ως όφειλαν τον Αιτητή για τους υφιστάμενους κινδύνους μίας τέτοιας μορφής δανεισμού. Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίζεται, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, ότι για την υπογραφή της υπό κρίση Συμφωνίας Δανείου χρησιμοποιήθηκε άκυρο πληρεξούσιο έγγραφο και συνεπώς νομικά ανίσχυρο και ως εκ τούτου οποιοδήποτε έγγραφο και οποιαδήποτε Συμφωνία υπεγράφη στη συνέχεια βάσει αυτού, ως είναι η επίδικη Συμφωνία Δανείου, είναι άνευ οιασδήποτε νομικής ισχύος. Με βάση τα πιο πάνω είναι εισήγηση του ότι ο Αιτητής έχει καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να του αποστερηθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει Υπεράσπιση στην αγωγή ούτως ώστε να μπορεί να εκθέσει τις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου. Με όλα τα πιο πάνω εισηγείται ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις και είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαίας απονομής της δικαιοσύνης όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση. Η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση (στο εξής Καθ΄ου η αίτηση) για διασφάλιση της εκδοθείσας απόφασης καταχώρησε ένσταση στις 9.2.2018 η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules) Δ.5, Δ.16, Δ.17 θ.10, Δ.21 θ.1, 2, Δ.26 θ.2, 10, 14, Δ.39, Δ.40 θ.11, Δ.48 θ.1-9, επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, καθώς και από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Προβάλλονται δέκα

(10)λόγοι ένστασης οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι: «(α) Ο εναγόμενος κωλύεται από του να προβάλει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αίτηση του ημερ.10.04.2017 και στην ένορκο δήλωση που στηρίζει αυτή. Και τούτο διότι ο εναγόμενος έλαβε πραγματική γνώση και/ή ενημερώθηκε τόσο για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής εναντίον του όσο και για το περιεχόμενο αυτής και το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου έπρεπε να λάβει μέτρα για αντιμετώπιση της. Επιδόθηκαν σε αυτόν όλα τα απαραίτητα έγγραφα, μεταφρασμένα στην μητρική του γλώσσα, σε πλήρη συμμόρφωση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 10.12.
  1. Συνεπώς και ο εναγόμενος/αιτητής έλαβε γνώση δεόντως, αφού του επιδόθηκαν τα εν λόγω έγγραφα, μεταφρασμένα. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), εφόσον ο αιτητής επέδειξε μεγάλη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή. (γ) Ο αιτητής δεν έδωσε οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί την μη έγκαιρη καταχώρηση του Σημειώματος Εμφάνισης. (δ) Οι ισχυρισμοί του εναγομένου περί του ότι η επίδοση έγινε στην παλαιά διεύθυνση του δεν μπορεί να θεωρηθούν επαρκείς, καθότι παραμένουν παντελώς ατεκμηρίωτοι, και εν πάση περιπτώσει, σε περίπτωση που ο εναγόμενος άλλαζε διεύθυνση, είχε ρητή υποχρέωση, δυνάμει της συμφωνίας δανείου, να ενημερώσει έγκαιρα τους ενάγοντες ως προς τούτο και να δηλώσει σε αυτούς την νέα του διεύθυνση. Στην συγκεκριμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν έγινε, συνεπώς και ορθά οι ενάγοντες επέδωσαν τα έγγραφα τα αναφερόμενα εις το Διάταγμα ημερ.10.12.2015 στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση υπό του εναγομένου, με βάση την μεταξύ τους συμφωνία. Συνεπώς και ο εναγόμενος κωλύεται από του να προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς. (ε) Η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια του αιτητή να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων του προς τους ενάγοντες/καθ'ων η αίτηση. (στ) Ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει πως έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. (ζ) Οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία, με βάση τους Θεσμούς και/ή τον Νόμο και/ή τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και/ή το διάταγμα δικαστηρίου ημερ. 10.12.
  2. (η) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες/καθ'ών η αίτηση, παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους εκδοθείσας απόφασης. (θ) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Η δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν γίνεται από δικηγόρο και είναι εν πάση περιπτώσει παντελώς ανυπόστατη και συμπεριλαμβάνονται σε αυτή αναληθείς και παραπλανητικοί ισχυρισμοί. (ι) Ο εναγόμενος δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Καθ΄ης η αίτηση η οποία έχει ως ακολούθως: «
  3. Είμαι υπάλληλος των ως άνω εναγόντων/καθ'ων η αίτηση γνωρίζω τα γεγονότα της ως άνω αγωγής από έγγραφα που έχω στην κατοχή μου και πληροφορίες που έχω λάβει. Περαιτέρω δε είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη απ' αυτούς να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση, έχω πάρει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. και λέγω τα πιο κάτω εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω.
  4. Ανέγνωσα την αίτηση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύουν αυτή ημερ. 10.04.2017 στην παρούσα αγωγή και απορρίπτω στην ολότητα τους το περιεχόμενο αυτής και ισχυρίζομαι τα κάτωθι εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και ως λαμβάνω νομικής συμβουλής από τους εξωτερικούς νομικούς μας σύμβουλους κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.. Εγείρω τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις, κατόπιν νομικής συμβουλής που έχω λάβει από τους εξωτερικούς νομικούς μας συμβούλους κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. (α) Ο εναγόμενος 1 / αιτητής (στο εξής καλούμενος «ο εναγόμενος») κωλύεται από του να προβάλλει τους ισχυρισμούς τους εκτιθέμενους εις την αίτηση του ημερ. 10.04.2017, εφόσον έλαβε δεόντως γνώση για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής εναντίον του, αφού του επιδόθηκε στην τελευταία δοθείσα υπό του ιδίου του εναγομένου διεύθυνση τόσο το κλητήριο όσο και η ειδοποίηση κλητήριου, μεταφρασμένα στην μητρική του γλώσσα. Ο ίδιος αναφέρει ότι έλαβε γνώση. Σκοπός των σχετικών Ευρωπαϊκών Κανονισμών καθώς και του Κεφ.6 αλλά και των Θεσμών είναι να λάβει γνώση και να δοθεί στον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του, κάτι το οποίο επιτεύχθηκε στην παρούσα περίπτωση, με την επίδοση των εγγράφων, με βάση το διάταγμα Δικαστηρίου ημερ. 10.12.
  5. Αυτό άλλωστε είναι πασιφανές, εφόσον ο εναγόμενος έλαβε γνώση δεόντως και αφού κατανόησε πλήρως το περιεχόμενο των εγγράφων, καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης καθώς και την παρούσα αίτηση. (β) Οι ισχυρισμοί του εναγομένου περί του ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν στην παλαιά του διεύθυνση θα πρέπει να απορριφθούν καθότι αφενός ακόμη και εάν επιδόθηκαν στην παλαιά του διεύθυνση σημασία έχει ότι έλαβε γνώση, ως ο ίδιος ουσιαστικά παραδέχεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση του και αφετέρου, με βάση την συμφωνία δανείου είναι ρητή υποχρέωση του εναγομένου να ενημερώσει τους ενάγοντες σε περίπτωση που αλλάξει διεύθυνση. Οι ενάγοντες με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας, τους οποίους ο εναγόμενος κατέστησε έγκυρους και δεσμευτικούς, πολύ ορθά επέδωσαν τα έγγραφα τα αναφερόμενα εις το Διάταγμα ημερ.10.12.2015 στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση του εναγομένου. Εν πάση δε περιπτώσει ακόμη και τα Τεκμήρια τα οποία επισυνάπτει ο εναγόμενος προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού του δεν αποδεικνύουν ότι έπαψε να κατοικεί και/ή να διατηρεί την διεύθυνση στην οποία έγινε η επίδοση, ήτοι την κατ' ισχυρισμό παλαιά διεύθυνση του. Συνεπώς και οι ενάγοντες καμία υποχρέωση τους παρέβηκαν και οι εν λόγω ατεκμηρίωτοι και αόριστοι ισχυρισμοί του εναγομένου θα πρέπει να απορριφθούν από το Σεβαστό Δικαστήριο. Η απόφαση ημερ.23.01.2017 εναντίον του εναγομένου δεν μπορεί να παραμεριστεί. (γ) Η αίτηση του εναγομένου αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) εφόσον αποτελεί μια προσπάθεια του εναγομένου για αποφυγή των υποχρεώσεων του προς τους ενάγοντες καθώς και για ανάλωση χρόνου του Δικαστηρίου, προκαλώντας αχρείαστα υπέρμετρη καθυστέρηση στην διεκπεραίωση της υπόθεσης. Είναι ξεκάθαρο ότι ο εναγόμενος προβάλλει αναληθείς και/ή ανυπόστατους ισχυρισμούς, εφόσον, μεταξύ άλλων, τα τεκμήρια που επισυνάπτει στην αίτηση του είναι ελλιπή προσλαμβάνοντας την μορφή περιφρόνησης της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων. (δ) Πολύ ορθά οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου και κατ' επέκταση εκδόθηκε η απόφαση ημερ.23.01.2017, καθότι κατά την ημερομηνία την οποία οι ενάγοντες προχώρησαν σε απόδειξη της αίτησης τους, δεν είχαν στην κατοχή τους Σημείωμα Εμφάνισης, παρότι με βάση την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου, η επίδοση στον εναγόμενο 1 έγινε καθόλα νόμιμα και ορθά, με βάση την ισχύουσα Νομοθεσία στην Αγγλία όπου έγινε η επίδοση, στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση.
  6. Ως λαμβάνω νομικής συμβουλής από τους εξωτερικούς μας νομικούς συμβούλους κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. και άνευ βλάβης των όσων αναφέρω στην παράγραφο 2 ανωτέρω, ισχυρίζομαι και λέγω τα ακόλουθα.
  7. Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως αυτά φαίνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: (α) Η ανωτέρω αγωγή σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 11.09.
  8. (β) Το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε δεόντως στον εναγόμενο την 03.08.2016 προσωπικά. Όπως φαίνεται από το ίδιο το Τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται στην Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η επίδοση έγινε με βάση την ισχύουσα νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου. Συγκεκριμένα στο Certificate of Service or non-service of documents είναι συμπληρωμένο το σημείο 12.2.1 και αναφέρεται ρητά ότι «the document was served in accordance with the law of the Member State addressed, namely», το σημείο 12.2.1.1 και το σημείο 12.2.1.1.1 αναφέρουν ρητά «handed to.. the addressee in person». (γ) Από τις 03.08.2016 ο εναγόμενος/αιτητής παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εντός της προθεσμίας που σημειώνεται ρητώς Διάταγμα ημερ. 10.12.2015, ήτοι εντός 30 ημερών από της επιδόσεως, ή οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία πριν την έκδοση της απόφασης όπως προβλέπεται από τους Δικονομικούς Θεσμούς. (δ) Συνεπώς και οι ενάγοντες ορθά προχώρησαν στην καταχώρηση αίτησης για απόφαση εναντίον του εναγομένου στις 27.10.2016 λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. (ε) Στις 23.01.2017 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγομένου και ο εναγόμενος στις 10.04.2017 καταχώρησε αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό της εν λόγω απόφασης. Συνεπώς, ισχυρίζομαι και λέγω ότι ο εναγόμενος ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ενήμερος για την διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον του, αλλά παρ' όλα αυτά δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για να υπερασπιστεί τα ισχυριζόμενα δικαιώματά του. (ζ) Στις 10.04.2017 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, ήτοι 2 περίπου χρόνια από της καταχωρήσεως της εν λόγω αγωγής και/ή 9 περίπου μήνες από της επιδόσεως της εν λόγω αγωγής στον εναγόμενο και/ή 3 περίπου μήνες από την έκδοση απόφασης εναντίον του. Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της είναι έκδηλη από τα γεγονότα που εκτίθενται ως ανωτέρω.
  9. Καταρχάς απορρίπτονται κατηγορηματικά οι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης του εναγομένου ημερ. 10.04.2017 ως αόριστοι και ατεκμηρίωτοι.
  10. Σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 3 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, συμφωνώ και επαναλαμβάνω τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω.
  11. Οι ενάγοντες αγνοούν και συνεπώς αρνούνται το περιεχόμενο των παραγράφων 4, 5, 6 και 8 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και καλούν αυτόν σε απόδειξη.
  12. Οι ενάγοντες απορρίπτουν το περιεχόμενο της παραγράφου 7 και λέγουν ότι η επίδοση όλων των απαραίτητων εγγράφων προς τον εναγόμενο έγινε καθόλα ορθά και νομότυπα στις 03.08.
  13. (α) Τα σχετικά έγγραφα επιδόθηκαν στην τελευταία δοθείσα υπό του ιδίου του εναγομένου διεύθυνση, με βάση την μεταξύ τους συμφωνία, ήτοι στην διεύθυνση XXXXX XXXXX Drive, XXXXX, Newcastle Upon Tyne, NE XXXXX. Επισυνάπτω αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερ.5.2.10 ως «Τεκμήριο 1». Σχετικός είναι ο όρος 15 της εν λόγω συμφωνίας, σύμφωνα με τον οποίο: "Any demand or notice by the Bank hereunder shall be deemed to have been sufficiently given if sent by registered post or fax to the last known address of the Borrower as the case may be and shall be assumed to have reached the person to whom it was sent in due course of post or instantaneously if sent by fax". Η εν λόγω συμφωνία δανείου υπογράφηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο στην παρουσία μαρτύρων, υπαλλήλων των εναγόντων. (β) Επιπλέον, η επίδοση έγινε με βάση την ισχύουσα Νομοθεσία στην Αγγλία όπου έγινε η επίδοση. Επισυνάπτω πιστοποιητικό επίδοσης των εγγράφων μετά των επισυνημμένων εγγράφων επίδοσης στον εναγόμενο, ως «Τεκμήριο 2». Στην πρώτη σελίδα του εν λόγω Τεκμηρίου στο σημείο 12.2.1 αναφέρεται ρητά ότι «the document was served in accordance with the law of the Member State addressed, namely», στο σημείο 12.2.1.1 και στο σημείο 12.2.1.1.1 αναφέρεται ρητά «handed to.. the addressee in person». Συνεπώς και είναι ξεκάθαρο ότι η επίδοση των εγγράφων στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν καλή επίδοση, και ότι έγινε ορθά και νόμιμα, αφού το δηλώνει και η Αρμόδια Αρχή στην Αγγλία. (γ) Οι εν λόγω ισχυρισμοί του εναγομένου παραμένουν ατεκμηρίωτοι. Ακόμη και τα Τεκμήρια που επισυνάπτει δεν αποδεικνύουν ότι στις 03.08.2016 ο εναγόμενος δεν διατηρούσε την οικία του στην διεύθυνση XXXXX XXXXX Drive, XXXXX, Newcastle Upon Tyne, NE XXXXX. Εν πάση περιπτώσει, ο εναγόμενος/ αιτητής δεσμεύεται από την επίδικη συμφωνία δανείου - Τεκμήριο 1 και ειδικότερα από τον όρο 15 αυτής. Πολύ ορθά οι ενάγοντες επέδωσαν τα έγγραφα στην εν λόγω διεύθυνση, εφόσον αυτή ήταν η διεύθυνση που είχαν στα αρχεία τους αναφορικά με τον εναγόμενο και/ή αυτή ήταν η τελευταία δοθείσα υπό του ιδίου του εναγομένου διεύθυνση. Σε περίπτωση που ο εναγόμενος άλλαξε διεύθυνση, ήταν δική του ρητή υποχρέωση να ενημερώσει τους ενάγοντες για την εν λόγω αλλαγή και για την νέα του διεύθυνση, υποχρέωση την οποία, εάν όντως ισχύουν οι ισχυρισμοί του, ο ίδιος παρέβηκε και/ή παραβίασε. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ο εναγόμενος διατηρεί μία δεύτερη κατοικία στο Ηνωμένο Βασίλειο και συγκεκριμένα στην διεύθυνση που αναγράφεται επί των Τεκμηρίων που επισυνάπτονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν συνεπάγεται ότι δεν εξακολουθεί να διατηρεί και την κατοικία του στην δοθείσα διεύθυνση του, ήτοι την XXXXX XXXXXX Drive, XXXXX, Newcastle Upon Tyne, NE XXXXX. Αποτελεί θέση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος δεν απέδειξε τους εν λόγω ισχυρισμούς του, ως όφειλε να είχε κάνει. Συνεπώς και οι εν λόγω ισχυρισμοί του εναγομένου καθίστανται άνευ αντικειμένου. Επιπλέον, εάν ήθελαν αποδειχθούν οι εν λόγω ισχυρισμοί του, τότε είναι ο ίδιος ο εναγόμενος που ευθύνεται, καθότι ο ίδιος παραβίασε τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ του ιδίου και των εναγόντων. Επιπλέον οι ενάγοντες λέγουν ότι σε καμία περίπτωση ο εναγόμενος αποστερήθηκε του δικαιώματος του να πληροφορηθεί για την αγωγή εναντίον του και ότι πολύ ορθά οι ενάγοντες επέδωσαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα στην τελευταία δοθείσα υπό του ιδίου του εναγομένου διεύθυνση. Καμία υποχρέωση και/ή καθήκον τους παρέβησαν οι ενάγοντες.
  14. Οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν όλα τα πιο πάνω περί της ορθής και νομότυπης επίδοσης στην τελευταία δοθείσα υπό του ιδίου του εναγομένου διεύθυνση. Με βάση την επίδικη συμφωνία δανείου και τα στοιχεία που τηρούσαν οι ενάγοντες σχετικά με την διεύθυνση του εναγομένου, η ισχύουσα διεύθυνση του κατά την ημερομηνία επίδοσης ήταν η XXXXX XXXXX Drive, XXXXX, Newcastle Upon Tyne, NE XXXXX, όπου και διενεργήθηκε η επίδοση των εγγράφων. Πολύ ορθά, και αφού το Σεβαστό Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις πληρούνται, προέβη στην έκδοση της απόφασης ημερ.23.01.2017 η οποία είναι καθόλα έγκυρη και δεσμευτική για τον εναγόμενο και σε καμία περίπτωση δύναται να παραμεριστεί. Εν πάση περιπτώσει πουθενά στην παρούσα αίτηση και ένορκη δήλωση δεν αναφέρεται ότι ο εναγόμενος ενημέρωσε τους ενάγοντες για οποιαδήποτε, κατ' ισχυρισμό, αλλαγή στην διεύθυνση του και/ή ότι έπαψε να διατηρεί και την εν λόγω διεύθυνση.
  15. Οι ενάγοντες απορρίπτουν κατηγορηματικά το περιεχόμενο των παραγράφων 9, 10 και 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, καλούν τον εναγόμενο σε πλήρη και αυστηρή απόδειξη. Περαιτέρω, είναι η θέση των εναγόντων ότι όλα τα επίδικα έγγραφα έχουν υπογραφεί δεόντως από τα συμβαλλόμενα μέρη και αποτελούν έγκυρα και δεσμευτικά έγγραφα. Οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τα όσα αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης τους και τις αξιώσεις τους και ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος κωλύεται λόγω καταχωρήσεων (is estopped by deed) και λόγω παραστάσεων( is estopped by conduct) από του να προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Όλα τα πραγματικά γεγονότα είναι αυτά που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων. Είναι πασιφανές ότι η συμφωνία δανείου - Τεκμήριο 1 είναι έγκυρη και/ή δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή αποδεικτικό στοιχείο περί του αντιθέτου. Η πρόθεση του εναγομένου να δανειοδοτηθεί από τους ενάγοντες προκύπτει αδιαμφισβήτητα από το εν λόγω έγγραφο. Αποτελεί θέση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς για αποφυγή των υποχρεώσεων του και μόνο. Δεν έχουν ικανοποιηθεί σε καμία περίπτωση οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της καθόλα νομότυπα εκδοθείσας απόφασης εναντίον του και/ή ουδόλως αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του περί ύπαρξης οποιασδήποτε υπεράσπισης. Ακόμη, σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 11 της Ένορκης Δήλωσης, οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν όλα τα πιο πάνω και λέγουν ότι σημειώνεται υπέρμετρη καθυστέρηση από την ημερομηνία επίδοσης στον εναγόμενο και/ή από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης εναντίον του, μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης παραμερισμού, αδικαιολόγητα. Επιπλέον, σε καμία περίπτωση ο εναγόμενος έχει καταδείξει ότι έχει καλή υπόθεση και/ή υπεράσπιση στην αγωγή. Σαφώς και υπέγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 1) προσωπικά και κωλύεται (is estopped) από του να προσβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Ο εναγόμενος δεσμεύεται από όλα τα επίδικα έγγραφα/συμφωνίες και οφείλει τα ποσά τα οποία οι ενάγοντες απαιτούν με την παρούσα αγωγή.
  16. Είναι η θέση μου ότι ο εναγόμενος/αιτητής δεν επέδειξε εύλογη επιμέλεια για την υπόθεση του και αντιθέτως για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν αδιάφορος και αδρανής σε σημείο που να έχει απεμπολήσει (waived) οποιοδήποτε δικαίωμα για να θέτει ισχυρισμούς όπως αυτούς που θέτει με την παρούσα αίτηση του και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν. Η απραξία και η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος για την υπόθεση του εναγόμενου/αιτητή δεν αιτιολογείται σε βαθμό που να στερηθούν οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση των ευεργετημάτων που τους παρέχει η νομότυπη απόφαση και περαιτέρω αυτή του η συμπεριφορά αποτελεί η παραγνώριση της διαδικαστικής διαδικασίας όσο και των δικαιωμάτων των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση και ότι έγινε απλώς και μόνο για να καθυστερήσει η όλη διαδικασία και να εμποδίζει τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση από την είσπραξη του λαβείν τους.
  17. Επιπρόσθετα οι ενάγοντες ισχυρίζονται και λέγουν ότι θα υποστούν υπέρμετρη ζημιά από την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, εφόσον κάτι τέτοιο θα τους αποστερήσει από το να εισπράξουν το λαβείν τους από μια νομότυπη, τελεσίδικη και άμεσα εκτελεστή απόφαση. Με την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος οι ενάγοντες θα υποστούν υπέρμετρη αδικία ως προς τα συμφέροντα και τα δικαιώματα τους και τους καρπούς της επιτυχίας τους και αυτό θα ήταν υπέρμετρα δυσανάλογο με το οιονδήποτε όφελος το οποίο δύναται να αποκομίσει ο αιτητής από την έκδοση του εν λόγω Διατάγματος. Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω κανένας ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από τον εναγόμενο/αιτητή που να δείχνει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Ως εκ των ανωτέρω, και ως λαμβάνω νομικής συμβουλής από τους εξωτερικούς νομικούς μας συμβούλους κ.κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., ο εναγόμενος δεν έχει αποδείξει, εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση.
  18. Περαιτέρω, ως λαμβάνω νομικής συμβουλής από τους εξωτερικούς μας νομικούς συμβούλους κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., η υπό κρίση αίτηση του εναγομένου/αιτητή συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας. Ιωάννας Παπαμιλτιάδους-Γκέϊστ δικηγόρο. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, όσον αφορά ένορκες δηλώσεις από δικηγόρους που συνοδεύουν αιτήσεις ή οιαδήποτε άλλα έγγραφα. Συνεπώς είναι η θέση μας ότι η ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την παρούσα αίτηση του Εναγομένου/αιτητή είναι παράτυπη και ως τέτοια δέον όπως απορριφθεί και/ή μη ληφθεί υπόψη.
  19. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αιτούμαι όπως η αίτηση του εναγομένου/αιτητή απορριφθεί με έξοδα υπέρ των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση και κάτι αντίθετο θα ήταν ενάντια στη βασική αρχή της δικαιοσύνης ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει χωρίς εύλογο λόγο να στερείται τους καρπούς της επιτυχίας του.
  20. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αιτούμαι όπως η αίτηση του εναγόμενου/αιτητή απορριφθεί με έξοδα υπέρ των εναγόντων/καθ 'ων η αίτηση και κάτι αντίθετο θα ήταν ενάντια στη βασική αρχή της δικαιοσύνης ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει χωρίς εύλογο λόγο να στερείται τους καρπούς της επιτυχίας του.» Ως ήταν αναμενόμενο οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους επέμειναν στις θέσεις που προβάλλονται μέσα από την αίτηση και ένσταση και στις αντίστοιχες ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν αυτές καθώς και στα έγγραφα που επισυνάπτονται με αυτές, επικαλούμενοι σχετική νομολογία, προκειμένου να πείσουν το Δικαστήριο για την ορθότητα της θέσης που προώθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ (Α) Η ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Πριν εξεταστούν τα κύρια θέματα που εγείρονται με την αίτηση, να λεχθεί ότι αυτή στηρίζεται στην ορθή νομική βάση, Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ.
  21. (Β) Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟ ΔΙΚΗΓΟΡΟ Στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που γίνεται από δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τον Αιτητή και ως εκ τούτου σύμφωνα με τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αυτή είναι παράτυπη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να μην ληφθεί υπόψη. Στην υπόθεση THANOS HOTELS LTD v. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε το ανεπιθύμητο της πρακτικής την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επομένως και την ένσταση, να γίνεται από δικηγόρο αναμένοντας, ένεκα προηγούμενης νομολογίας, το φαινόμενο αυτό να είχε εκλείψει. Σημειώνεται, από το παρόν Δικαστήριο, ότι, αντί να εκλείψει το φαινόμενο αυτό, από τη Δικαστική γνώση που έχει επιλαμβανόμενο σωρεία ενδιάμεσων αιτήσεων, έχει επιταθεί σε τέτοιο βαθμό που οι δικηγόροι πλέον παίζουν και το ρόλο του μάρτυρα. Ανησυχητικό και ανεπιθύμητο είναι το φαινόμενο που παρουσιάζεται, τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν είτε την αίτηση είτε την ένσταση να γίνονται από ασκούμενους δικηγόρους. Στην Προσφυγή 1045/05, DULAL v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ημερομηνίας 27/10/05, με μονομελή σύνθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Roc Chik Ltd
(1968)1 CLR 1, Ιn Re Efthymiou
(1987)1 CLR 28, Ιn Re An Advocate
(1987)1 CLR 319 και Thanos Hotels Ltd v. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036), οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Εδώ, όπως ήδη ανάφερα, δεν εξηγείται γιατί να μην ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής. Παρόλο που ο κ. Παύλος Ερωτοκρίτου δεν χειρίζεται την υπόθεση, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους του αιτητή. Είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης.» Στην Προσφυγή 869/05, SVETLANA SHALAEVA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ημερομηνίας 24/3/06, το ίδιο το Δικαστήριο (με την ίδια σύνθεση) με αυτή της DULAL (ανωτέρω), αφού αναφέρεται στην πιο πάνω νομολογία αποδέχεται την ένορκη δήλωση που προέβη ο δικηγόρος γιατί το βάρος απόδειξης δεν το είχε η προσφεύγουσα αλλά η Κυπριακή Δημοκρατία. Αν το είχε, δυνατό να κατέληγε ότι η ένορκη δήλωση να μην ήταν επαρκής. Στην υπόθεση DMITRY RYBOLOVLEV v. ELENA RYBOLOVLENA κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 82, λέχθηκαν τα εξής υπό τριμελή σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Εφετείο: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εντούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησης του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας - καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποια επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του. Ο πρώτος τούτος Λόγος Έφεσης επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει.». Στην αίτηση LI XIN
(2010)1 Α.Α.Δ. 743, με μονομελή σύνθεση και ο ίδιος Εφέτης με αυτή της DULAL (ανωτέρω), αφού επαναλαμβάνεται η ίδια νομολογία που αναφέρεται στην DULAL, επειδή δεν υπήρχε εμφάνιση από την άλλη πλευρά, αν και δεν είχε ικανοποιηθεί πλήρως ότι ήταν αδύνατο για τον αιτητή να προβεί ο ίδιος στην ένορκη δήλωση, κατέληξε, έστω και με κάποιο δισταγμό, να δεχθεί την ένορκη δήλωση του δικηγόρου, επισημαίνοντας ότι θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν υπήρχε εμφάνιση και άρνηση των ισχυρισμών, οπότε θα τίθετο θέμα ο δικηγόρος του αιτητή να είναι ταυτόχρονα και μάρτυρας, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο. Ακολούθησε η απόφαση στην Προσφυγή 925/2010, ημερομηνίας 20/08/10, HINFU HUANG v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, με μονομελή σύνθεση, στην οποία ειπώθηκαν τα παρακάτω: «Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, οι δικηγόροι των διαδίκων θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα και τη μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την υπόθεση του πελάτη τους. Είναι δε ανεπιθύμητο όπως προβαίνουν οι ίδιοι σε ενόρκους δηλώσεις και δεν πρέπει να ορκίζονται ως προς γεγονότα, εκτός αν τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, όπως για παράδειγμα επειδή ο πελάτης βρισκόταν στο εξωτερικό και δεν θα ήταν εύκολο να ακολουθηθούν άλλες προσφερόμενες διαδικασίες (Ahapittas v. Rock Chick Ltd
(1968)1 CLR, In Re Efthymiou
(1987)1 CLR 36). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 1045/2005, Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.10.2005, στην οποία παρέπεμψε η δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση, το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος στο πλαίσιο προσφυγής εναντίον διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του αιτητή, είχε γίνει όχι από τον ίδιο τον αιτητή, αλλά από δικηγόρο, κρίθηκε ότι ήταν από μόνο του επαρκής λόγος για την απόρριψη της αίτησης. Κατ' ανάλογο δε τρόπο και στην παρούσα διαδικασία, τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης μεταφέρονται όχι από τον αιτητή, αλλά από δικηγόρο και αυτό θα ήταν επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης, αφού καμιά εξήγηση δεν έχει δοθεί γιατί ήταν δύσκολο ή αδύνατο να προβεί στην ένορκη δήλωση ο ίδιος ο αιτητής, ο οποίος συνεχίζει να βρίσκεται στην Κύπρο, έστω και υπό κράτηση.». Στην αίτηση ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1413, με μονομελή σύνθεση και ο ίδιος Εφέτης της DULAL και της LI XIN, ανωτέρω, ακολουθεί την ίδια θέση όπως και στις αναφερθείσες προηγούμενες αποφάσεις του. Στην υπόθεση NIKITIN ALEXANDER v. GRIGOREY ALEXANDER
(2013)1 Α.Α.Δ. 1093 αναφέρονται τα ακόλουθα: «.. Ο ενόρκως δηλών την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, δικηγόρος Μιχάλης Χαραλάμπους, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση και πρωτοδίκως και κατ' έφεση, κατά παράβαση της νομολογίας που καθιστά άκρως ανεπιθύμητο τέτοιο χειρισμό εφόσον ο δικηγόρος είναι ταυτόχρονα και ομνύων, (δέστε In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Αναφορικά με την Αίτηση του Li Xin για Certiorari
(2010)1 A.A.Δ. 743 - η απόφαση στην Rybolovlev v. Rybolovlev στην οποία αναφέρεται ο εφεσίβλητος δεν έθεσε τα πράγματα διαφορετικά, ούτε και πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οποτεδήποτε διάδικος είναι στο εξωτερικό, θα πρέπει η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, αντί για παράδειγμα, από μια γραμματέα του δικηγόρου), ..». Στην υπόθεση INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD v. ΤΖΟΖΕΦΙΝ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ
(2013)1 A.A.Δ. 1202, το Ανώτατο Δικαστήριο με τριμελή σύνθεση ως Εφετείο, ανέφερε τα κατωτέρω: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. ΄Εφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013).» Με βάση την πιο πάνω νομολογία έστω και αν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αναφέρεται με ξεκάθαρο τρόπο γιατί προβαίνει δικηγόρος στην ένορκη δήλωση και όχι ο Αιτητής - στην οποία όμως γίνεται αναφορά ότι ο Αιτητής είναι μόνιμος κάτοικος Αγγλίας - αφού είναι εξουσιοδοτημένος από αυτόν να προβεί σ΄ αυτή την ένορκη δήλωση, με πολλή διστακτικότητα, αν και ίσως έπρεπε πλέον η νομολογία να πάρει μία άλλη γραμμή επί του θέματος, κρίνω ότι δεν θα ήταν δυνατό εκ μόνου του λόγου ότι την ένορκη δήλωση την κάνει δικηγόρος χωρίς να δίνεται εξήγηση γιατί δεν γίνεται από τον Αιτητή, αυτή να καθίσταται απορριπτέα. Να σημειωθεί ότι αν και αναφέρεται ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή, την υπόθεση φαίνεται ότι την χειρίζεται άλλος δικηγόρος. Επομένως ο λόγος αυτός απορρίπτεται. (Γ) Η ΜΗ ΕΠΙΔΙΩΞΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την Αίτηση δεν ζητείται η ακύρωση της επίδοσης. Ζητείται ακύρωση της απόφασης. Όμως δεν έγινε κάποια αναφορά εκ μέρους της Καθ΄ης η αίτηση γι΄ αυτό το θέμα και ως εκ τούτου δεν θα προχωρήσω να εξετάσω οτιδήποτε σχετίζεται επί τούτου. (Δ) ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΚΑΚΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ Είναι ισχυρισμός του Αιτητή και θέση που προωθήθηκε από τον δικηγόρο του, ως το εκλαμβάνει το Δικαστήριο, ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτόν ήταν αντικανονική και κακή επίδοση. Θεωρώ ότι το θέμα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί πριν από τα άλλα αφού η επιτυχία του σημαίνει παραμερισμό της απόφασης χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΝΙΚΟΛΑΣ ΓΙΩΡΓΑΛΛΙΔΗΣ ν. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (ΤΤΟΜΗ)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, που αφορούσε αίτηση παραμερισμού απόφασης είχε τεθεί θέμα στην πρωτόδικη διαδικασία, κακής επίδοσης καθότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε σε γραμματέα στο γραφείο του εφεσείοντα που δεν ήταν υπεύθυνο στον επαγγελματικό του χώρο πρόσωπο. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι όντως γι' αυτό το λόγο υπήρξε κακή επίδοση και παραμέρισε την απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας (βλ. Δ.5 Θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας) το Πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debitojustitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30
(3)(α) και (β) του Συντάγματος).» Στην υπόθεση ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. CHR. P. MICHAELIDES (ESTATES) LTD
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 η οποία αφορούσε αίτηση παραμερισμού, για το λόγο ότι υπήρξε κακή επίδοση ένεκα ότι το κλητήριο ένταλμα αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρ. 30.3(α) και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρ. 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των "θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών" του Συντάγματος. Οι περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και η αχλύς που περιβάλλει την επίδοση - δεν είναι καν γνωστό το πρόσωπο στο οποίο αφέθηκε το κλητήριο και η ιδιότητα του - δεν μας αφήνουν αμφιβολία για το παράτυπο της επίδοσης, με βάση την οποία λήφθηκε η ακυρωθείσα απόφαση. Αυτή ήταν και η αιτία, που η εφεσίβλητη δεν έλαβε γνώση της έγερσης της αγωγής για να αμυνθεί, όπως ήταν και η πρόθεση της. Ορθά λοιπόν παραμερίστηκε η απόφαση εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση.» Η υπόθεση ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΧΑΗΛ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1044 αφορούσε αίτηση παραμερισμού από τον εφεσίβλητο για το λόγο ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε στη σύζυγο του, με την οποία κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου - Σεπτεμβρίου του 1999 και δη κατά την ημερομηνία επίδοσης σ' αυτήν στις 12/2/99, εβρίσκετο σε διάσταση και δεν συγκατοικούσε μαζί της, γι' αυτό και δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποδεχόμενο αυτό το γεγονός παραμέρισε την απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε ότι αφού έγινε αποδεχτός ο λόγος που προέβαλε ο εφεσίβλητος, ότι δεν έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας, τότε έχει καθαρό δικαίωμα παραμερισμού της απόφασης να προβάλει την όποια υπεράσπιση του. Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση της δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο. Έγινε δε αναφορά στην απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΖΗΝΑ ΠΟΥΛΛΗ
(2001)3 Α.Α.Δ. 1060. Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν στην υπόθεση Zehil v. Roberts
(2009)1 Α.Α.Δ. 678. Στην υπόθεση ΝΕΜΙΤΣΑΣ ν. CHAPARIAN
(2011)1 Α.Α.Δ. 806 εξηγώντας τη διαφορά που υπήρχε με την υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού, ανωτέρω, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση μας, η ιδιότητα του προσώπου στο οποίο επιδόθηκε η αγωγή καταγραφόταν ρητά και ήταν ζήτημα ποια εκδοχή θα γινόταν αποδεχτή - ή εκείνη του επιδότη, λαμβανομένων υπόψη και των υπολοίπων στοιχείων του φακέλου, ή εκείνη του εφεσείοντα.» Από την άλλη όμως ο Αιτητής αναφέρεται ότι δεν παρέλαβε ο ίδιος τα έγγραφα, ήτοι την αγωγή και τα άλλα έγγραφα, αλλά τούτο έγινε μετά τη λήξη της ενοικίασης της οικίας του σε άλλο πρόσωπο όταν μπήκε στην οικία του περί το Μάρτιο του 2017 όπου βρήκε τα διάφορα έγγραφα εντός της οικίας του. Επί τούτου καταδεικνύεται από την τυποποιημένη βεβαίωση, σύμφωνα με το παράρτημα του Ε.Κ. 1323/2007, της αρμόδιας αρχής της Αγγλίας, ότι η επίδοση της αγωγής και των άλλων εγγράφων έγινε προσωπικά. Άρα ο Αιτητής λέει ψέματα ως προς τούτο. Εν πάση περιπτώσει ως προς το θέμα ότι το είχε ενοικιάσει σε άλλο πρόσωπο, ήτοι στην XXXXX Smith από τις 9.2.2016 μέχρι τις 9.2.2017, το εν λόγω ενοικιαστήριο έγγραφο, που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 7, διαπιστώνεται ότι δεν φέρει καμία σφραγίδα και καμία επίσημη ένδειξη ότι όντως αυτό καταρτίστηκε κατά το χρόνο που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του και επομένως, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν θα μπορούσε, και άλλως πως να ήταν τα πράγματα, δηλαδή να μην επιδίδοντο τα έγγραφα σε αυτόν προσωπικά, να ληφθεί υπόψη αυτό το έγγραφο για το σκοπό για τον οποίο το επικαλείται. (Ε) ΑΡΧΕΣ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΕΡΗΜΗΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Σύμφωνα με την Δ.17 Θ.10, απόφαση που λαμβάνεται κατ' αυτόν τον τρόπο δύναται να παραμεριστεί. Η Δ.17 Θ.10 έχει ως ακολούθως: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this order, it shall be lawful for the court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με τέτοιους όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Το Ανώτατο Δικαστήριο έχοντας ως κατευθυντήρια υπόθεση την κλασική υπόθεση EVANS ν. BARTLAM, 1937 2 ALL E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης. Έκτοτε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επαναλήφθηκαν και επαναβεβαιώθηκαν οι ίδιες αρχές που υιοθετήθηκαν με βάση την Evans πιο πάνω. Πρωταρχικής σημασίας είναι (α) η αποκάλυψη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης και (β) η εξήγηση για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου (βλ. υποθέσεις Ioannis Kotsapas and sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Company
(1967)1 CLR 317, Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Ζήνων Μερκής v. Yiannoukas Holiday Ltd and another
(1994)1 A.A.Δ. 736, Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd
(1997)1 (A) Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Κλεάνθους v. Tradex Ltd
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 988, Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου v. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528, Κάτια Χριστοφόρου κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 86, Χατζηνικολάου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1179, Bush v. Γιάννη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1342, ΣΠΕ Παλλουριώτισας v. Αρτέμη
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1762, Καλλής v. Alpha Bank
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 793, Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101, Salamis Ltd v. Bata Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1767, Τεγκεράκης ν. Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 289, Orams v. Αποστολίδης
(2006)1 Α.Α.Δ. 140, Καψού v. Alpha Bank
(2008)1 Α.Α.Δ. 1135, Παρασκευόπουλος v. Παρασκευόπουλου
(2009)1 Α.Α.Δ. 502, Νέμιτσας v. Chaparian
(2011)1 Α.Α.Δ. 806, Δωρίτης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 314, Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 647. Στην υπόθεση ΜΕΡΚΗ v. YIANNOUKAS, πιο πάνω, στις σελίδες 748 και 749 συνόψισαν το σκεπτικό της υπόθεσης Evans v. Bartlam, ανωτέρω, ως ακολούθως: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν΄ αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεση, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Στην υπόθεση ΠΑΤΟΥΡΗ v. HELLENIC BANK LTD
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2123, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄ αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης.» Επίσης λέχθηκαν και τα εξής: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα στοιχεία καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση PHYLACTOU AND OTHERS ν. MICHAEL
(1982)1 C.L.R. 204, 210, λέχθηκε ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Τούτο επαναλήφθηκε στην υπόθεση Αντρέας Ιωάννου ν. Σκάφος Veronica
(2003)1 (A) Α.Α.Δ. 437. Βλ. επίσης G&A Optus Electronics Services Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 814, Γεωργίου κ.ά. v. Χριστοδούλου
(2011)1 Α.Α.Δ. 561, Δωρίτης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 314 και Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 647. (Ε)
(1)ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ Αρχίζοντας από το θέμα της μη εμφάνισης του Αιτητή καταδεικνύεται ότι, αν και του επιδόθηκε προσωπικά η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος και τα άλλα έγγραφα στις 3.8.2016, εντούτοις αδιαφόρησε να ενεργήσει άμεσα. Έξι
(6)και πλέον μήνες μετά που έλαβε γνώση της αγωγής και των άλλων εγγράφων με προσωπική επίδοση σε αυτόν, αποτάθηκε στο Δικαστήριο με την υπό κρίση Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.4.2017. Αυτά τα δεδομένα χωρίς αμφιβολία και ενδοιασμό κατά την κρίση του Δικαστηρίου καταδεικνύουν πλήρη αδιαφορία του Αιτητή στην αγωγή, η οποία ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής Διαδικασίας. Αυτή και μόνο η διαπίστωση του Δικαστηρίου, ως η νομολογία που αναφέρεται ανωτέρω γι΄ αυτό το θέμα, συνιστά λόγο για απόρριψη της αίτησης, η οποία αποτελεί και την κατάληξη του Δικαστηρίου. (Ε)
(2)ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ Όσον αφορά τη θέση του Αιτητή ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση αυτή στηρίζεται στις παραγράφους 9 και 10 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, ήτοι στο ότι η Σύμβαση Δανείου έγινε σε Ελβετικά Φράγκα αντί σε Ευρώ που είναι το επίσημο νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς να τον προειδοποιήσουν για τους κινδύνους που εμπεριέχει ένα τέτοιο δάνειο. Επίσης στην παράγραφο 10, στο ότι για την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου χρησιμοποιήθηκε άκυρο πληρεξούσιο έγγραφο και συνεπώς νομικά ανίσχυρο και ως εκ τούτου η οποιαδήποτε συμφωνία υπεγράφη στη συνέχεια βάσει αυτής, όπως είναι η Συμφωνία Δανείου, είναι και αυτή χωρίς ισχύ. Διαπιστώνεται για τον πρώτο ισχυρισμό του ότι είναι ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός εκ μέρους του Αιτητή, αφού δεν φαίνεται να αιτιολογείται με οιονδήποτε τρόπο πως επηρεάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα του από τη συμφωνία δανείου σε ξένο νόμισμα, που άλλωστε οποιαδήποτε συμφωνία δανείου μπορεί να γίνει και σε ξένο νόμισμα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι δεν τον προειδοποίησαν για τους κινδύνους που εμπεριέχει ένα τέτοιο δάνειο, πρέπει να αναφέρω ότι δεν αναφέρεται καν ο Αιτητής πότε έγινε συνάντηση με εκπρόσωπο της Καθ΄ης η αίτηση, πού έγινε αυτή η συνάντηση, ποίοι έλαβαν μέρος και τον τρόπο με τον οποίο κατά την άποψη του θα έπρεπε να προειδοποιηθεί, αν αναλογιστεί κανείς ότι στην παράγραφο 10 αναφέρεται ότι η Συμφωνία Δανείου έγινε με βάση ανίσχυρο πληρεξούσιο έγγραφο. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο θεωρεί ότι το πληρεξούσιο έγγραφο είναι άκυρο, όπως αν υπήρξε οποιαδήποτε ψευδής παράσταση ή απάτη για την εξασφάλισή του ή αν αυτό ανακλήθηκε από τον ίδιο με οποιοδήποτε τρόπο. Ως εκ τούτου καταδεικνύεται ότι οι λόγοι για τους οποίους προβάλλει ότι έχει καλή υπεράσπιση έτσι ώστε να του δοθεί η ευκαιρία παρουσίασης της υπεράσπισής του, παραμερίζοντας το Δικαστήριο την ερήμην απόφασή του, δεν μπορεί να ευσταθήσουν. Αναμένεται ότι ο Αιτητής που επικαλείται σχετικούς ισχυρισμούς για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του να παρέχει επαρκή στοιχεία έτσι ώστε να αποκαλύπτουν καλή υπεράσπιση προς αυτόν το σκοπό. Στην περίπτωσή μας απουσιάζουν αυτά τα στοιχεία. Ενόψει των ανωτέρω ο Αιτητής από τη μια επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή αφού διαφαίνεται ότι η επίδοση έγινε σε αυτόν προσωπικά στις 3.8.16 και μέχρι την ημερομηνία που αποτάθηκε σε δικηγόρο πέρασαν ουσιαστικά γύρω στους 6-7 μήνες, η οποία ενέργεια ισοδυναμεί με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και από την άλλη δεν κατόρθωσε να καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση με βάση τους ισχυρισμούς τους οποίους το Δικαστήριο σχολίασε και απέρριψε προηγουμένως. Με όλα όσα προσπάθησα ανωτέρω να εξηγήσω και αναλύσω κρίνω ότι η Αίτηση αποτυγχάνει. Κατά συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται πλέον έξοδα €2.000 συν ΦΠΑ υπέρ της Ενάγουσας-Καθ΄ης η αίτηση και εναντίον του Εναγομένου 1-Αιτητή. (Υπ.) ................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.