AGS AGROTRADING LTD ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1019/2013, 14/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A200 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1019/2013 Μεταξύ: AGS AGROTRADING LTD Ενάγουσας ΚΑΙ Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένου ΠΡΟΔΙΚΑΣΗ ΓΙΑ ΚΑΘ΄ ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-Αιτητή: Η κα Μ. Τσαγγάρη Για Ενάγουσα-Καθ΄ης η αίτηση: Η κα Αγ. Χαραλάμπους για Χ. Κυριακίδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) Ο Εναγόμενος κατόπιν αίτησής του ημερομηνία 24.5.2017 πέτυχε την έκδοση διατάγματος στις 11.5.2018, του Δικαστηρίου για προδίκαση του νομικού σημείου που εγείρει στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισής του, ήτοι της καθ΄ ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα με Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Δ.2 θ.1) που καταχωρήθηκε στις 13.3.2013 αξιώνει γενικές ή και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία αμέλειας ή και παράβασης νομίμων καθηκόντων από την Κυπριακή Δημοκρατία ή και από λειτουργούς ή και υπαλλήλους της Κυπριακής Δημοκρατίας για τους οποίους η Κυπριακή Δημοκρατία ευθύνεται εκ προστήσεως ή και άλλως πως και οι οποίες αφορούσαν ενέργειες ή και παραλείψεις των εν λόγω προσώπων κατά τον έλεγχο της εισαγωγής φορτίου σόργου ή και αραβόσιτου από την Ινδία στο Λιμάνι Λάρνακας κατά ή περί τις 14.4.2008 ή και συναφείς ενέργειες ή και παραλείψεις και συνεπεία των οποίων οι Ενάγοντες υπέστησαν ζημιές ή και απώλειες. Αφού ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 2.4.2013 η Ενάγουσα καταχώρησε Έκθεση Απαίτησης στις 16.4.2015, δηλαδή δύο
(2)χρόνια μετά το σημείωμα εμφάνισης του Εναγομένου και ο τελευταίος Υπεράσπιση στις 21.9.2015, κατόπιν που καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης ημερομηνίας 11.5.2015. Καταχωρήθηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση την 1.12.2016 με την οποία απορρίπτονται οι ισχυρισμοί της Έκθεσης Υπεράσπισης που είναι αντίθετοι με την Έκθεση Απαίτησης. Έγινε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από τον Εναγόμενο στις 30.6.2016, με επισυναπτόμενο Παράρτημα, στο οποίο γίνεται αναφορά σε διάφορα έγγραφα και επιστολές, καθώς και από την Ενάγουσα στις 8.11.2016, με επισυναπτόμενο πίνακα στον οποίο γίνεται επίσης αναφορά σε διάφορα έγγραφα και επιστολές. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα εισήγαγε αραβόσιτο στην Κύπρο κατά τον Απρίλιο του 2008, τον οποίο αγόρασε εκτελωνισμένο προϊόν συνοδευόμενο με πιστοποιητικά ανάλυσης ότι το εμπόρευμα ήταν απαλλαγμένο από αφλατοξίνες, από την εταιρεία GLENCORE GRAINS BV, η οποία εδρεύει στην Ολλανδία και η οποία έθεσε τον αραβόσιτο σε ελεύθερη κυκλοφορία μετά από τη δειγματοληψία που διενήργησαν και οι αρμόδιες αρχές του Υπουργείου Γεωργίας. Στις 14.4.2008, με την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι Λάρνακας λήφθηκαν δείγματα από το εν λόγω φορτίο από τις αρμόδιες αρχές του Τμήματος Γεωργίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις 6.5.2008 με επιστολή του Τμήματος αυτού προς την εταιρεία GLENCORE GRAINS BV της κοινοποιούντο τα αποτελέσματα σύμφωνα με τα οποία ο αραβόσιτος ήταν απαλλαγμένος από την παρουσία αφλατοξινών. Ο Εναγόμενος ως προς αυτό τον ισχυρισμό προβάλλει το δικό του ισχυρισμό στην παράγραφο 5 (α), (β) και (γ) της Έκθεσης Υπεράσπισης του σύμφωνα με τον οποίο παραδέχεται την εισαγωγή του αραβόσιτου στις 14.4.2008 από την εταιρεία GLENCORE GRAINS BV, ως ενδιάμεσος εισαγωγέας, συνολικής αξίας €1.255.253, κατόπιν εγκρίσεως του Συμβουλίου Ζωοτροφών και Προσθετικών των Ζωοτροφών του Τμήματος Γεωργίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, του οποίου φορτίου αραβόσιτου η εκφόρτωση του έγινε στις 14-16 Απριλίου 2008, αλλά με βάση την αρχή της τυχαίας επιλογής το εν λόγω φορτίο δεν είχε πλήρη και ή λεπτομερή δειγματοληψία, αλλά για screening. Με την επιστολή δε του Τμήματος Γεωργίας ημερ. 6.5.2008 που απέστειλε στην GLENCORE GRAINS BV με την οποία της κοινοποιούνταν τα αποτελέσματα των εργαστηριακών αναλύσεων του συγκεκριμένου δείγματος με αναγνωριστικό ΒΙΡ Λάρνακας και αύξοντα αριθμό 16/2008, αναφερόταν ότι ανιχνεύθηκε αφλατοξίνη σε συγκέντρωση 3.0 μg/kg. Το αποτέλεσμα αυτό δεν ήταν αντιπροσωπευτικό του συνόλου του φορτίου του αραβόσιτου που ήταν 6.520 μ.τ.. Κατά τις 27.5.2008 το Τμήμα Γεωργίας αφού ειδοποιήθηκε από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες για την ύπαρξη αφλατοξίνης Μ.1 σε δείγματα νωπού γάλακτος πέραν του μέγιστου επιτρεπόμενου ορίου, προέβη σε περαιτέρω δειγματοληψίες ζωοτροφών από βουστάσια, μύλους και αποθήκες και επειδή υπήρχαν υπόνοιες ότι το πρόβλημα προήλθε από τον εν λόγω αραβόσιτο Ινδίας, στις 29.5.2008 δεσμεύτηκαν 1314 μ.τ. του συγκεκριμένου αραβόσιτου ο οποίος ήταν τοποθετημένος στην αποθήκη αρ. 2, της Ενάγουσας, στην Αραδίππου. Έτσι στις 29.5.2008 και 31.5.2008 κατά τον ισχυρισμό του Εναγομένου και 30.5.2008 και 31.5.2008 κατά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας έγινε προκαταρκτική λεπτομερής δειγματοληψία, από το υλικό της ως άνω αποθήκης, όπου λήφθηκαν από το Τμήμα Γεωργίας τρία
(3)δείγματα, στα οποία η αφλατοξίνη Β1 ήταν σε συγκεντρώσεις 12.5 μg/kg, 2.85 μg/kg και 13.20 μg/kg αντίστοιχα. Κατά την Ενάγουσα το Τμήμα Γεωργίας με επιστολή ημερομηνίας 2.6.2008 πιστοποιείτο ότι η περιεκτικότητα του αραβόσιτου σε αφλατοξίνη ενέπιπτε εντός του επιτρεπτού ορίου. Κατά ή περί τις 9.6.2008, εφόσον όλες οι ενδείξεις της προκαταρκτικής διερεύνησης έδειχναν ότι η υπόνοια μη συμμόρφωσης ήταν βάσιμη, έγινε τελική πλήρης και ή λεπτομερής δειγματοληψία στον αναφερθέν δεσμευμένο αραβόσιτο από τον οποίο λήφθηκαν τέσσερα
(4)δείγματα από το Τμήμα Γεωργίας με το αναγνωριστικό σήμα Λάρνακα και αύξοντες αριθμούς 67 έως 71/2008. Τα αποτελέσματα της χημικής ανάλυσης έδειξαν ότι αυτά περιείχαν συγκεντρώσεις σε αφλατοξίνη Β1 σε επίπεδα 30.9 μg/kg, 0.43 μg/kg, 4.70 μg/kg και 12 μg/kg αντίστοιχα. Το δείγμα με αύξοντα αριθμό 68/2008 ήταν πέραν του μέγιστου επιτρεπτού ορίου (20 μg/kg). Ένεκα τούτου το Τμήμα Γεωργίας στις 11.6.2008 προέβη στην εκ νέου δέσμευση των 1314 μ.τ. αραβόσιτου Ινδίας που ήταν τοποθετημένη στην αποθήκη αρ. 2 της Ενάγουσας στην Αραδίππου, την οποία δέσμευση κοινοποίησε στην Ενάγουσα με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, δηλαδή 11.6.2008, στην οποία επιστολή έδιδε προθεσμία εξήντα
(60)ημερών στην Ενάγουσα για επανεξαγωγή του δεσμευμένου αραβόσιτου στη χώρα προέλευσης ή σε άλλη τρίτη χώρα. Σε αντίθετη περίπτωση το σύνολο της δεσμευμένης ποσότητας αραβόσιτου θα έπρεπε να καταστραφεί στην παρουσία του Τμήματος Γεωργίας. Επίσης τίθετο όρος ανάκλησης του πωληθέντος αραβόσιτου. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητούνται από την Ενάγουσα ως ενέργειες του Τμήματος Γεωργίας. Όμως η Ενάγουσα προέβηκε σε κάποιες ενέργειες. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο στις 13.6.2008 παραλήφθηκε επιστολή της Ενάγουσας με την οποία έφερε ένσταση στην απόφαση του Τμήματος Γεωργίας ημερομηνίας 11.6.2008, εκφράζοντας συνάμα την επιθυμία της για εξάσκηση του δικαιώματος της για δεύτερη (2η) επιθεώρηση. Κατόπιν τούτου στις 18.6.2008 πραγματοποιήθηκε δεύτερη (2η) επιθεώρηση στον δεσμευμένο αραβόσιτο υπό την εποπτεία ανεξάρτητου εξουσιοδοτημένου λειτουργού στην παρουσία εμπειρογνώμονα της Ενάγουσας. Κατά την δειγματοληψία παραλήφθηκαν τέσσερα δείγματα με αναγνωριστικό σήμα Λάρνακα και αύξοντες αριθμούς 100-103/
- Το δείγμα με αύξοντα αριθμό 103/2018 ήταν 65 μg/kg και ως εκ τούτου ήταν πέραν του μέγιστου επιτρεπτού ορίου (20 μg/kg). Στις 20.6.2008 το Τμήμα Γεωργίας απέστειλε επιστολή στην Ενάγουσα με την οποία της κοινοποίησε τα αποτελέσματα. Η Ενάγουσα προέβη στις δικές της αναλύσεις σε χημείο στο Βέλγιο από το οποίο στις 27.6.2008 έλαβε πιστοποιητικό ανάλυσης βάσει του οποίου όλα τα δείγματα ήταν απαλλαγμένα από την παρουσία αφλατοξίνης, κάτι βέβαια που δεν αποδέχεται ο Εναγόμενος. Την 1.7.2008 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή προς το Υπουργείο Γεωργίας με την οποία ζητούσε όπως τα δείγματα 100-103/2008 αποσταλούν στο Κρατικό Χημείο για εξέταση, η οποία επαναλήφθηκε στις 21.7.2008 και έλαβε επιστολή του Υπουργείου ημερ. 24.7.2008 με την οποία της αναφέρετο ότι ανέμενε γνωμάτευση από τον Γενικό Εισαγγελέα. Στις 21.7.2008 εξεδόθη γραπτώς το πόρισμα της διοικητικής έρευνας το περιεχόμενο της οποίας απορρίπτει ο Εναγόμενος για τους λόγους που φαίνονται στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Στις 28.7.2008 η Ενάγουσα με επιστολή της προς το Υπουργείο Υγείας το ενημέρωνε ότι σε συνεργασία με την GLENCORE GRAINS BV αποφάσισαν να το εξαγάγουν σε άλλη χώρα. Στις 16.9.2008 στάληκε επιστολή από το Υπουργείο Γεωργίας στην Ενάγουσα όπου της ανέφερε ότι πρέπει να εξαγάγει την ποσότητα των 1314 μ.τ. μέχρι τις 30.9.
- Περί τον Φεβρουάριο του 2009 η Ενάγουσα παρέπεμψε το θέμα σε διαιτησία με την GLENCORE GRAINS BV για να λάβει αποζημιώσεις. Η υπόθεση της απορρίφθηκε αφού σύμφωνα με την απόφαση της διαιτησίας κρίθηκε ότι ο αραβόσιτος κατά την εξαγωγή και μεταφορά του από την Ινδία στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν απαλλαγμένος από αφλατοξίνες. Η Ενάγουσα στην παράγραφο 21 της Έκθεσης Απαίτησης της αναφέρει τις λεπτομέρειες αμέλειας ή και παράβασης του νόμου ή και κανονισμών ή και θέσμιων καθηκόντων του εναγομένου, ενώ παραθέτει τις ζημιές που υπέστη στην παράγραφο 22 τις οποίες αξιώνει με την παράγραφο 23 για τις ενέργειες ή παραλείψεις του Εναγομένου. Ο Εναγόμενος βέβαια απορρίπτει τόσο τους ισχυρισμούς για αμέλεια και παράβαση καθήκοντος όσο και τις ζημιές και τις αξιώσεις της Ενάγουσας, ενώ τονίζει τον ισχυρισμό και θέση του ότι η απόφαση του Τμήματος Γεωργίας αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία δεν προσβλήθηκε από την Ενάγουσα και ως εκ τούτου κατέστη τελεσίδικη. Το γεγονός της μη προσφυγής στην ως άνω απόφαση του Τμήματος Γεωργίας δεν απορρίπτει η Ενάγουσα, αφού ούτε στην Έκθεση Απαίτησης της αναφέρεται σε αυτό, ούτε στην απάντηση απορρίπτει τούτο. Η δικηγόρος της Ενάγουσας στην αγόρευσή της αφού παραθέτει το ιστορικό με βάση το οποίο προέκυψε η επίδικη διαφορά το οποίο αντικατοπτρίζει τα έγγραφα και επιστολές που εμφαίνονται ως πίνακας Α με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, στη συνέχεια παραθέτει τη νομική πτυχή του θέματος το οποίο εδράζεται επί του δικαιώματος για αγωγή στο άρθρο 172 του Συντάγματος, για να καταλήξει, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε νομολογία, ότι θα πρέπει να απορριφθεί η προδικαστική ένσταση του Εναγομένου. Από την αντίπερα όχθη, η δικηγόρος του Εναγομένου στην αγόρευσή της, αφού αρχικά τονίζει ότι το ζητούμενο είναι η καθ΄ ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, στη συνέχεια προβαίνει σε ανάλυση της νομικής πτυχής του θέματος με αναφορά στο άρθρο 146.1 και 6 του Συντάγματος και την παραπομπή του Δικαστηρίου σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τέλος, αφού δίδει έμφαση στην αντίφαση της Ενάγουσας που από τη μια ζητούνται απ΄ αυτή αποζημιώσεις στη βάση της πλημμελούς διενέργειας της δειγματοληψίας από το Τμήμα Γεωργίας και από την άλλη του ισχυρισμού της ότι η θεραπεία που αξιώνει δεν αφορά τη νομιμότητα της απόφασης του Τμήματος Γεωργίας, εισηγείται ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να καταλήξει ότι δεν έχει καθ΄ ύλην αρμοδιότητα να εκδικάσει την υπόθεση και να απορρίψει την αγωγή με έξοδα υπέρ του Εναγομένου και εναντίον της Ενάγουσας. Η αποδοχή της θέσης του Εναγομένου θα σημάνει και το τέλος της υπόθεσης με απόρριψή της. (Βλ. Pouros v. Attorney General
(1980)1 CLR 411, Director of Customs and Excise v. Grecian Hotels Enterprises Ltd
(1985)1 CLR 476, West Park Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατια, Αναθεωρητική Έφεση 759 ημερ. 8.4.1979, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ και άλλοι ν. Γενικός Εισαγγελέας και άλλοι
(1991)1 ΑΑΔ 225, Shoham (Cyprus) Ltd ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2000)1 ΑΑΔ 404, D.E.L. Kirzais Tourist Enterprises Ltd κ.ά. ν. Σ.Α.Λ.Α.,
(2000)1 ΑΑΔ 1946, Philippa Estates Ltd κ.ά. ν. Σ.Α.Λ.Α.,
(2001)1 ΑΑΔ 1026 και Καρεσίου ν. Καραπίττα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 338. Ως εξάγεται από την παράγραφο 21 της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία καταγράφονται οι λεπτομέρειες αμέλειας ή και παράβασης νόμου ή και κανονισμών ή και θέσμιων καθηκόντων του Εναγομένου, υπό στοιχείο (α), η Ενάγουσα καταλογίζει στην Κυπριακή Δημοκρατία την παράλειψη της να ακολουθήσει την προβλεπόμενη διαδικασία δειγματοληψίας που προβλέπεται στους κανονισμούς 28-31 της Κ.Δ.Π. 301/2001, που θεσπίστηκε με τον περί Ζωοτροφών και Προσθετικών των Ζωοτροφών (Έλεγχος, Προμήθειας και Χρήσεως) Ν.13(Ι)/1993, σύμφωνα με τον οποίο αρμόδια αρχή για την εφαρμογή της Νομοθεσίας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν το Τμήμα Γεωργίας του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως ακριβώς επικαλείται τούτο στην αγόρευσή της η δικηγόρος της Ενάγουσας. Η θέσπιση του πιο πάνω Νόμου 13(Ι)/1993 και της Κ.Δ.Π. 301/2001 και ειδικότερα η πρόβλεψη δειγματοληψίας στα άρθρα 28-31 της Κ.Δ.Π. 301/2001 είναι απόρροια της ανάγκης προστασίας του δημόσιου συμφέροντος και δη της δημόσιας υγείας με σκοπό την πρόληψη κινδύνου της υγείας των πολιτών. Άμεσα σχετικοί βέβαια είναι οι Ε.Κ.178/2002 και Ε.Κ.882/2004, για την ασφάλεια τροφίμων και της υγείας και καλής διαβίωσης των ζώων. Η απόφαση του Τμήματος Γεωργίας που αναφέρθηκε ανωτέρω λήφθηκε στα πλαίσια της αρμοδιότητας του με βάση και τα ως άνω άρθρα του Ν.13(Ι)/1993 και τη Κ.Δ.Π. 301/2001 κατά την ενάσκηση του καθήκοντος του ως Αρμόδιας Αρχής, που σκοπό είχε να διαφυλάξει και προστατεύσει το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον. Τούτο συνάγεται πρωτίστως από τη φύση και το χαρακτήρα της συγκεκριμένης απόφασης από την υπόσταση της ως Αρμόδιας Αρχής (Τμήμα Γεωργίας) από το Ν.13(Ι)/1993, η οποία έλαβε την απόφαση και υπό τις περιστάσεις λήψης της. Επιδίωξη της απόφασης ήταν η προστασία του δημόσιου συμφέροντος ως πράξη εξουσίας, προαγωγής και εκπλήρωσης δημόσιου σκοπού. Αν η Ενάγουσα ήθελε να ανατρέψει την απόφαση του Τμήματος Γεωργίας της ως άνω ημερομηνίας με την οποία
(1)δέσμευσε ολόκληρη την ποσότητα των 1314 μ.τ. αραβόσιτου,
(2)τίθετο όρος επανεξαγωγής της στη χώρα προέλευσης του ή τρίτη χώρα εντός 60 ημερών,
(3)είτε καταστροφής της στην παρουσία της Αρμόδιας Αρχής και
(4)η ποσότητα που πωλήθηκε να ανακληθεί, θα έπρεπε να προσφύγει, σύμφωνα με το άρθρο 146
(1)του Συντάγματος, στο Ανώτατο Δικαστήριο, ως τροποποιήθηκε με το Νόμο 130(Ι)/2015, στο Διοικητικό Δικαστήριο τώρα, το οποίο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει σε πρώτο βαθμό επί πάσας προσφυγής υποβαλλόμενης κατ΄αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία επί το λόγο ότι αυτή είναι αντίθετος προς τις διατάξεις του Συντάγματος ή το Νόμο ή εγένετο καθ΄ υπέρβαση ή κατάχρηση της εξουσίας της εμπεπιστευμένης στο όργανο ή την αρχή ή το πρόσωπο τούτο. Στο δε άρθρο 146.6 του Συντάγματος προνοείται ότι «Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά το παρόν άρθρο δικαιούται, εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη.» Η Ενάγουσα δεν καταχώρησε προσφυγή εναντίον της ως άνω απόφασης του Τμήματος Γεωργίας της άνω ημερομηνίας και ως εκ τούτου αυτή κατέστη τελεσίδικη. Αντ΄ αυτού πέντε
(5)σχεδόν χρόνια αργότερα καταχώρησε την παρούσα αγωγή την οποία στηρίζει στο δικαίωμα που παρέχεται από το άρθρο 172 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει: «Η Δημοκρατία ευθύνεται διά πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή Αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ΄ επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας». Σχετική αναφορά για την ευθύνη της Δημοκρατίας διά ζημιογένες άδικες πράξεις με βάση το άρθρο 172 του Συντάγματος δίδεται στις σελίδες 409-412 του βιβλίου του Ανδρέα Ν. Λοΐζου «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας» τις οποίες παραθέτω αυτούσιες κατωτέρω: «Η ευθύνη της Δημοκρατίας κάτω από το Άρθρο αυτό ρυθμίστηκε νομοθετικά, ίσως όμως περιορισμένα, με τη θέσπιση του άρθρου 57 που περιλαμβάνεται στο Μέρος VI του περί Δικαστηρίων Νόμου του
- Θεσπίζοντας το άρθρο 57 πρέπει να θεωρηθεί ότι η Νομοθετική εξουσία είχε κατά νουν τις διατάξεις του Άρθρου
- Παρόλο που η παράγραφος 2 του Άρθρου 172 φαίνεται να πρόβλεπε περισσότερο περιεκτική νομοθεσία από αυτό το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ήταν, παρ΄ όλο τούτο, της γνώμης ότι η μη θέσπιση τέτοιας νομοθεσίας δεν εμπόδισε το Άρθρο 172 από του να εφαρμοστεί ενόψει του γεγονότος ότι φαίνεται να υπάρχει στη νομοθεσία που ήταν σε ισχύ όπως το Μέρος VI του Νόμου 14 του 1960 εξεταζόμενο μαζί με άλλες νομοθετικές διατάξεις, όπως ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος Κεφ.
- Οι νομοθετικές διατάξεις πρέπει στο σύνολό τους να θεωρούνται ως ικανοποιητικές διατάξεις που καθιστούν ικανά τα αρμόδια δικαστήρια να προχωρήσουν στην εφαρμογή του Άρθρου
- Ενόψει της προσέγγισης αυτής κρίθηκε ότι, το άρθρο 4
(1)του Κεφ. 148 που πρόβλεπε ότι δεν μπορούσε να εγερθεί αγωγή εναντίον του Στέμματος, κατέστη αντισυνταγματικό και δε συνέχισε να είναι σε ισχύ κάτω από το Άρθρο
- Σε αντίθεση με την περίοδο πριν την ανεξαρτησία, που η Κυβέρνηση δεν μπορούσε να εναχθεί με βάση το αξίωμα ότι το "το Στέμμα δε σφάλλει" (The Crown can do no wrong) είτε για ποινικές είτε αστικές υποθέσεις εκτός αν ο Γενικός Εισαγγελέας εκ μέρους του Στέμματος έδιδε τη συγκατάθεση του, γνωστή ως fiat, τώρα ο πολίτης έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Δημοκρατίας κάτω από το Άρθρο αυτό και το Άρθρο 146.
- Η Πολιτεία ευθύνεται για τις παράνομες πράξεις των λειτουργών της παρά το γεγονός ότι δεν έχει θεσπιστεί νόμος όπως προβλέπεται από το Άρθρο 172 που να ρυθμίζει την ευθύνη της Δημοκρατίας στον τομέα αυτό. Το Άρθρο 172 δίδει από μόνο του αγώγιμο δικαίωμα αφού οι διατάξεις του είναι δηλωτικές και οριστικές των δικαιωμάτων που δημιουργούνται ώστε να μπορούν να επιβάλλονται χωρίς περαιτέρω ρύθμιση και εκτείνεται και σε πράξεις στον τομέα του Δημοσίου Δικαίου. Οι ζημιογόνες όμως άδικες πράξεις ή παραλείψεις που αναφέρονται στο Άρθρο 172, και οι οποίες είναι εκτελεστές ώστε η αναθεώρηση τους εμπίπτει μέσα στα όρια του Άρθρου 146 δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα, που δεν ασκείται απ΄ ευθείας σε πολιτικό δικαστήριο αλλά μόνο σύμφωνα με το Άρθρο 146.6 μετά από απόφαση του Δικαστηρίου κάτω από την παράγραφο 4 του Άρθρου
- Σε περιπτώσεις, όμως, αμφιβολίας λόγω εμφανούς ή ισχυριζόμενης σύγκρουσης δικαιοδοσίας, το αποφασιστικό κριτήριο είναι να στραφεί ένας προς το Άρθρου 146, για να αποφασίσει κατά πόσο το συγκεκριμένο θέμα ήταν μέσα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Όταν η απαίτηση εμπίπτει μέσα στη σφαίρα του Άρθρου 146.1 δεν μπορεί να εγερθεί παράλληλη θεραπεία κάτω από το Άρθρο
- Στην υπόθεση Eleni Vrahimi and Another v. The Republic τονίστηκε ότι η ευθύνη της Δημοκρατίας κάτω από το Άρθρο αυτό δεν συνυπάρχει ή είναι παρεμπίπτουσα με την ευθύνη του εργοδότη για τα αδικήματα των υπηρετών του κάτω από το Άρθρο 146 και ευθύνη κάτω από το κεφάλαιο αυτό δεν αποτελεί προϋπόθεση για ευθύνη κάτω από το Άρθρο
- Στην υπόθεση Symeon Georghiou v. The Attorney General γίνεται εκτεταμένη ανάλυση των προηγούμενων αυθεντιών που αναφέρονται στο Άρθρο 172 και ερμηνεύεται η νομική του σημασία. Οι αρχές αυτές έχουν συνοψιστεί με τον ακόλουθο τρόπο. Η έννοια της φράσης "εν τη ασκήσει των καθηκόντων" εμπεριέχει την εκτέλεση των καθηκόντων που επιτάσσει νόμος και καλύπτει περιπτώσεις ζημίας που προέρχεται από "άδικη" εκτέλεση των νομίμων καθηκόντων των, είτε εκ προθέσεως είτε τυχαία. Η φράση "κατ΄ επίκληση ασκήσεως των καθηκόντων των" περικλείει "άδικες πράξεις" μέσα στην έννοια του Άρθρου 172 οι οποίες διαπράττονται από λειτουργούς ή Αρχές της Δημοκρατίας ενώ ασκούν ή διεκδικούν ότι ασκούν καθήκοντα συνδεδεμένα με το αξίωμα τους αλλά όχι στην πραγματικότητα ή νομικά, με άλλα λόγια περιπτώσεις υπέρβασης του αξιώματος των. Η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη είναι εκείνη η οποία προκαλεί ζημιά ή έχει δυσμενή αποτελέσματα στα δικαιώματα του επηρεαζομένου προσώπου και για να είναι αγώγιμος η πράξη ή παράλειψη πρέπει να είναι "άδικος". H λέξη άδικη υποδηλοί ότι η πράξη έγινε χωρίς εξουσιοδότηση ή δικαίωση από νόμο, μια και η εξουσία των λειτουργών της Πολιτείας πηγάζει από το νόμο ή τους νόμους με τους οποίους δημιουργούνται οι θέσεις των, καθορίζουν τα καθήκοντά των και ρυθμίζουν την εκτέλεσή των υπό την αίρεση πάντοτε των θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος. Η υπέρβαση εξουσίας ή αξιώματος είναι η βάση της ευθύνης της Δημοκρατίας. Η άδικη πράξη ή παράλειψη πρέπει να έχει προκαλέσει "ζημιά", η οποία μέσα στην έννοια αυτή υποδηλοί απώλεια και ζημία η οποία επανορθώνεται με κατάλληλη επιδίκαση αποζημιώσεων που αποκαθιστούν τα δικαιώματα του ατόμου που υπέστη τη ζημία. Κατ΄ αρχήν δεν περιλαμβάνουν οι αποζημιώσεις κάτω από τη διάταξη αυτή παραδειγματικές αποζημιώσεις, εκτός εάν ο εργοδότης ενθαρρύνει την παράνομη πράξη. Στην υπόθεση Andromachi Costa Alexandrou v. The Attorney-General έχει επικυρωθεί η πιο πάνω προσέγγιση και τονίστηκε ότι η ζημιογόνος πράξη πρέπει να έχει διαπραχθεί κατά την άσκηση ή κατ΄ επίκληση της άσκησης των καθηκόντων των υπαλλήλων ή Αρχών της Δημοκρατίας, ότι η Δημοκρατία ευθύνεται για πράξεις που διαπράττονται κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου όταν αυτός παρεκκλίνει, υπερβαίνει ή καταχράται την εξουσιοδότηση του ενώ εκτελεί τα καθήκοντα του, ότι ο όρος "κατ΄ επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων" περικλείει υποθέσεις όπου ο υπάλληλος, ενώ προφανώς ασχολείται με την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν ενεργεί έτσι σαν θέμα νόμου ή γεγονότων, ότι η υπέρβαση εξουσίας ή υπηρεσίας βρίσκεται στη βάση της ευθύνης της Πολιτείας κάτω από το Άρθρο αυτό, ότι η ευθύνη της Πολιτείας δεν εξαρτάται κατ΄ ανάγκην στη διάπραξη αστικού αδικήματος κάτω από τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 ή στην έννοια της εκ προστήσεως ευθύνης (vicarious liability). H ευθύνη της Πολιτείας δε συνυπάρχει ή είναι συμπτωματική με την ευθύνη εργοδότη για τα αδικήματα των υπαλλήλων του κάτω από το Κεφ.
- Η ευθύνη κάτω από το Νόμο αυτό δεν αποτελεί προϋπόθεση για ευθύνη κάτω από το Άρθρο
- Η ευθύνη της Πολιτείας κάτω από το Άρθρο 172 είναι κατά κύριο λόγο ένα είδος ευθύνης δημοσίου δικαίου και υπάρχει όχι μόνο όταν η "άδικη" πράξη ή παράλειψη συμβεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των υπαλλήλων ή των Αρχών, αλλά και όταν αυτοί παρεκκλίνουν, ή υπερβαίνουν την εξουσιοδότηση τους. Με απόφαση του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η παραποίηση του Εκλογικού Καταλόγου αποτελεί παράνομη πράξη που δίδει στον επηρεασθέντα δικαίωμα αποζημιώσεων κάτω από το Άρθρο 172 με αγωγή στο επαρχιακό δικαστήριο. Σε μεταγενέστερη, όμως, απόφαση του Δικαστηρίου αποφασίστηκε ότι δικαιοδοσία είχε το Εκλογοδικείο γιατί ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι όταν προσήλθε στο γραφείο του Εφόρου Εκλογής για να υποβάλει υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές ο έφορος εκλογής δεν τον εφοδίασε με το σχετικό έντυπο, αποτελούσε παραβίαση του Εκλογικού Νόμου αν αποδεικνυόταν ορθός. Σε περιπτώσεις που ο εναγόμενος κατ΄ ισχυρισμόν έχει διαπράξει αστικό αδίκημα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στην υπηρεσία της Δημοκρατίας και ενώ ο ενάγων επεφύλαξε τα δικαιώματά του κάτω από το Άρθρο 172 εναντίον της Δημοκρατίας, ο Γενικός Εισαγγελέας έχει έννομο συμφέρον, δικαίωμα και καθήκον, να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και να υπερασπίσει ένα υπάλληλο της Δημοκρατίας για το αστικό αδίκημα για το οποίο ενάγεται. Η επίκληση καθήκοντος περιλαμβάνει παράνομες πράξεις μέσα στην έννοια του Άρθρου 172 που διαπράττονται από λειτουργούς ή Αρχές της Δημοκρατίας ενώ επαγγέλλονται ή διεκδικούν ότι εκτελούν καθήκοντα που συνδέονται με το αξίωμά τους αλλά όχι στην πραγματικότητα ή κατά το νόμο, με άλλα λόγια περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας.» Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ως άνω απόφαση ημερομηνίας 11.6.2008 του Τμήματος Γεωργίας λήφθηκε απ΄ αυτό ως κατά νόμο (Ν.130(Ι)/1993) Αρμόδια Αρχή και δεν ήταν ούτε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας ούτε άδικη για να μπορεί το παρόν Δικαστήριο να λάβει καθ΄ ύλην αρμοδιότητα, αφού το Τμήμα Γεωργίας, έχοντας τα αποτελέσματα της δειγματοληψίας της ως άνω αναφερθείσας ημερομηνίας, ήτοι 9.6.2008, όπου σε ένα από τα τέσσερα δείγματα, η αφλατοξίνη ήταν σε επίπεδο 30.9 μg/kg, έλαβε την ως άνω απόφαση. Aκόμη και στη δειγματοληψία σε ένα από τα τέσσερα
(4)δείγματα που λήφθηκαν μετά, ήτοι το 103/2008, ανευρέθηκε αφλατοξίνη σε επίπεδο 65.00 μg/kg, δηλαδή κατά τρεις φορές και πλέον περισσότερο από το μέγιστο επιτρεπτό όριο των 20 μg/kg, που λήφθηκε από την ποσότητα των 1314 μ.τ. αραβόσιτου Ινδίας που ήταν τοποθετημένος στην αποθήκη αρ. 2 της Ενάγουσας στην Αραδίππου. Αν η Ενάγουσα πίστευε ότι το Τμήμα Γεωργίας (α) δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη διαδικασία δειγματοληψίας που προβλέπεται στους Κανονισμούς 28-31 της Κ.Δ.Π. 301/2001 που θεσπίστηκε με το Ν.13(Ι)/1993 ή (β) κατά παράβαση του ίδιου του Νόμου ή (γ) όπως με τους τρόπους (β), (γ), (δ) και (ε) της παρ. 21 της Έκθεσης Απαίτησης του καταλογίζει ότι ενήργησε, θα έπρεπε να καταχωρήσει προσφυγή, πράγμα που παρέλειψε να το πράξει. Ο μανδύας με τον οποίο επιχειρείται από την ενάγουσα να θέσει την αγωγή της, ήτοι υπό των προβλεπόμενων στο άρθρο 172 του Συντάγματος, μιας καθόλα νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης, δεν μπορεί να καλύψει το κενό και τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στα προβλεπόμενα στο άρθρο 146
(1),
(4)και
(6)του Συντάγματος και το άρθρο 172 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια το παρόν Δικαστήριο δεν έχει καθ΄ ύλην αρμοδιότητα εκδίκασης της παρούσας αγωγής και ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται πλέον έξοδα συν ΦΠΑ, αν υπάρχει, υπέρ του Εναγομένου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθoύν από το Δικαστήριο, τα οποία θα περιλαμβάνουν τόσο τα έξοδα της αίτησης ημερ. 24.5.2017 και της παρούσας απόφασης όσο και τα έξοδα που πηγάζουν από την απόρριψη της ίδιας της αγωγής. (Υπ.) ........................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΤ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο